ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΕΛΣΙΝΚΙ: ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΠΛΕΥΡΕΣ

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι (10 - 11 Δεκέμβρη 1999) θεωρήθηκε από πολλούς ένα από τα σημαντικότερα στην ιστορία της ΕΕ. Οπως θα δούμε, η άποψη αυτή δεν είναι εντελώς αστήρικτη και οι αποφάσεις του Ελσίνκι, συγκεκριμενοποιώντας παλιότερες γενικές κατευθύνσεις, συμπεριλαμβάνουν αποφασιστικής σημασίας για το μέλλον στοιχεία.

Το συγκεκριμένο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε δύο κυρίους άξονες:

α) Τη δημιουργία στρατιωτικού μηχανισμού της ΕΕ.

β) Τη διεύρυνση της ΕΕ. Στον άξονα αυτό, εντάχθηκε και το γνωστό θέμα της Τουρκίας και της Κύπρου που δε θα μας απασχολήσουν εδώ παρά μόνο περιφερειακά και σε σχέση με άλλα προβλήματα.

 

ΣΦΥΡΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΣΠΑΘΙ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

Η στρατιωτική διάσταση των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ελσίνκι κατείχε και, ασφαλώς, δε μπορούσε παρά να κατέχει κεντρική θέση στα ντοκουμέντα του.

Τα Συμπεράσματα της Προεδρίας είναι ρητά και κατηγορηματικά:

«Τα κράτη μέλη, συνεργαζόμενα εθελοντικά σε επιχειρήσεις υπό την ηγεσία της ΕΕ, πρέπει να είναι σε θέση έως το 2003 να αναπτύσσουν εντός 60 ημερών και να υποστηρίζουν επί τουλάχιστον ένα έτος στρατιωτικές δυνάμεις μέχρι και 50.000 - 60.000 ατόμων, ικανών για ολόκληρο το φάσμα των καθηκόντων του PETERSBERG» (παρ. 28)[1].

Η στρατιωτική αυτή διάσταση αναφέρεται και στα Συμπεράσματα της Προεδρίας (Κεφ. ΙΙ, Κοινή Ευρωπαϊκή Πολιτική για την Ασφάλεια και την Αμυνα, σελ. 6 - 7), αλλά και στα Παραρτήματα (Παράρτημα IV, Εκθέσεις της Προεδρίας με θέμα: α) την ενίσχυση της Κοινής Ευρωπαϊκής Πολιτικής για την Ασφάλεια και την Αμυνα, β) την μη στρατιωτική διαχείριση κρίσεων από την Ευρωπαϊκή Ενωση, όπου καλύπτει 13 σελίδες.

Η έκθεση του θέματος είναι πιο κατατοπιστική στο δεύτερο κείμενο.

Η τάση της Συνόδου είναι φανερή παντού: Η δημιουργία όχι απλώς μερικών νέων στρατιωτικών σωμάτων, αλλά ενός πλήρους στρατιωτικού μηχανισμού.

«Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εγκρίνει τις δυο εκθέσεις προόδου της Προεδρίας (βλ. Παράρτημα IV) σχετικά με την ανάπτυξη του δυναμικού στρατιωτικής και μη στρατιωτικής διαχείρισης των κρίσεων από την Ενωση, στο πλαίσιο της ενισχυμένης Κοινής Ευρωπαϊκής Πολιτικής για την Ασφάλεια και την Αμυνα» (Συμπεράσματα, παρ. 25).

Το Παράρτημα IV στο οποίο γίνεται παραπομπή, περιέχει το εξής εδάφιο:

«Για να αναλάβουν τις ευθύνες τους σε ολόκληρο το φάσμα των καθηκόντων πρόληψης συγκρούσεων και διαχείρισης κρίσεων, τα οποία καθορίζονται στη Συνθήκη ΕΕ (καθήκοντα του Πέτερσμπεργκ), τα κράτη μέλη αποφάσισαν να αναπτύξουν αποτελεσματικότερο στρατιωτικό δυναμικό και να δημιουργήσουν νέες πολιτικές και στρατιωτικές δομές για τα καθήκοντα αυτά. Ο εν προκειμένω στόχος είναι να αποκτήσει η Ενωση αυτόνομη ικανότητα για να λαμβάνει αποφάσεις και, όταν δεν παρεμβαίνει το ΝΑΤΟ ως σύνολο, να δρομολογεί και, στη συνέχεια, να διεξάγει στρατιωτικές επιχειρήσεις υπό την ηγεσία της ΕΕ προκειμένου να ανταποκρίνεται σε διεθνείς κρίσεις» (σελ. 55).

Εδώ, βλέπουμε δύο παράλληλες πορείες μεταξύ ΝΑΤΟ και ΕΕ:

α) Τη μετατροπή τους σε επεμβατικούς οργανισμούς στο εξωτερικό και, μάλιστα, σε παγκόσμια κλίμακα. Το ΝΑΤΟ, από στρατιωτικός οργανισμός απόκρουσης ενόπλων επιθέσεων εναντίον μόνο των μελών του, γίνεται οργανισμός με βλέψεις στρατιωτικής δράσης σε όλο τον κόσμο. Η ΕΕ, η οποία δεν ήταν στο παρελθόν καθόλου στρατιωτικός οργανισμός, γίνεται τώρα τέτιος με τις ίδιες φιλοδοξίες. Και όλα γίνονται και στις δύο περιπτώσεις κάτω από την κωδική ονομασία «διαχείριση κρίσεων» ή ακόμη και «διαχείριση διεθνών κρίσεων», με τον τελευταίο όρο να δείχνει καθαρότερα τις όχι απλώς εκτεταμένες αλλά και παγκόσμιες φιλοδοξίες των οργανισμών αυτών.

β) Μια παράλληλη εξέλιξη στην οποία εναλλάσσονται και συνδέονται στενά η ταυτότητα και η αυτοτέλεια. Οπως είδαμε, το παραπάνω κείμενο ήδη κάνει λόγο για «αυτόνομη ικανότητα» της ΕΕ ακόμη και χωρίς το ΝΑΤΟ. Αυτό δείχνει καθαρά την προοπτική της ΕΕ να έχει το δικό της χέρι. Η αίσθηση αυτής της προοπτικής εντείνεται από τη ρητή αναφορά στο ότι η νέα στρατιωτική δομή θα είναι ανεξάρτητη «από τις δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης της Ουάσινγκτον και του άρθρου V της Συνθήκης των Βρυξελλών, οι οποίες θα διατηρηθούν για τα κράτη μέλη που είναι συμβαλλόμενα μέρη των συμβάσεων αυτών» (σελ. 55).

Ωστόσο, στο ίδιο αυτό ντοκουμέντο βλέπουμε την εξής φράση:

«Το ΝΑΤΟ παραμένει το θεμέλιο της συλλογικής άμυνας των μελών του και θα εξακολουθήσει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διαχείριση των κρίσεων» (σελ. 55).

Ετσι, βλέπουμε, από τη μια μεριά, την ανάληψη δέσμευσης μη αποχωρισμού από το ΝΑΤΟ αλλά και δημιουργία ερωτήματος ποιός ακριβώς δεν αποχωρίζεται. Η διπλή προσπάθεια τοποθέτησης είναι πασιφανής: Παρέχονται μεν διαβεβαιώσεις ότι «το ΝΑΤΟ παραμένει το θεμέλιο» αλλά «της συλλογικής άμυνας των μελών του». Ωστόσο, αυτό ίσως δεν καλύπτει την ΕΕ, αφού δεν είναι όλα τα μέλη της μέλη και του ΝΑΤΟ. Τί θα γίνει, πχ., με μέλη της ΕΕ, όπως η Αυστρία και η Σουηδία, που δεν είναι μέλη του ΝΑΤΟ, αλλά είναι χώρες με ισχυρή οικονομική δύναμη και πολύ αξιόλογη πολεμική βιομηχανία και, συνεπώς, πιθανά, αν όχι βέβαια και μεταξύ των κεντρικών, στηρίγματα του μελλοντικού Ευρωσώματος;

Η ίδια διπλή τοποθέτηση φαίνεται και σε άλλους τομείς. Οπως, πχ., στον τομέα της υλικής υποστήριξης της νέας στρατιωτικής δύναμης, που προβλέπεται - και όχι μόνο από τα Συμπεράσματα της Προεδρίας του Ελσίνκι, σελ. 61 κ.α., αλλά και από τις αποφάσεις της πανηγυρικής συνόδου του ΝΑΤΟ στην Ουάσινγκτον τον Απρίλη του 1999 - ότι θα μπορεί να χρησιμοποιεί και ΝΑΤΟϊκές εγκαταστάσεις ακόμη και χωρίς τη συμμετοχή του ΝΑΤΟ. Στην ίδια σελίδα, ωστόσο, γίνεται λόγος για δυνατότητα επιχειρήσεων όπου η Ενωση «δεν θα χρησιμοποιεί νατοϊκά μέσα».

Κάνοντας μια παρέκβαση από το άμεσο θέμα μας, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η διατύπωση αυτή δημιουργεί και περιέχει και μια πλευρά που ξεπερνά ευρύτατα το θέμα των σχέσεων ΝΑΤΟ - ΕΕ. Συγκεκριμένα, την εξής: Αφού το σχέδιο προβλέπει τη δημιουργία ενός στρατιωτικού μηχανισμού που θα διαχειρίζεται κρίσεις σαν αυτές του ΝΑΤΟ ακόμη και χωρίς το ΝΑΤΟ, μόνο από αυτό μπορεί κανείς να κάνει την όχι αβάσιμη υπόθεση ότι θα πρόκειται για ένα τεράστιο στρατιωτικό μηχανισμό, ίσως «άλλο ένα ΝΑΤΟ» από άποψη μεγέθους[2]. Και μόνο αυτό δείχνει την έκταση των σχεδίων στρατιωτικοποίησης της ΕΕ.

Μια άλλη ένδειξη διπλής τοποθέτησης ίσως είναι η διατύπωση:

«Θα πραγματοποιηθούν και άλλα βήματα προς εξασφάλιση της αμοιβαίας συνεννόησης, συνεργασίας και διαφάνειας μεταξύ της ΕΕ και του ΝΑΤΟ» (σελ. 55).

Η παροχή διαβεβαιώσεων μέσω αυτής της παραγράφου είναι προφανής. Προφανής, αλλά όχι χωρίς ερωτηματικά. Στο κείμενο, βλέπουμε, από τη μια, την πολιτική Αμυνας και Ασφάλειας μεταξύ των μελών της ΕΕ να είναι «κοινή», αλλά μεταξύ ΕΕ και ΝΑΤΟ να περιορίζεται μόνο στην «αμοιβαία συνεννόηση» και τη «συνεργασία», χωρίς, μάλιστα, να αποκλείονται (αντίθετα, αναφέρονται ρητά) και στρατιωτικές επιχειρήσεις του ενός χωρίς κατ’ ανάγκην τον άλλο.

Οι διπλές τοποθετήσεις που είδαμε παραπάνω αλλά ίσως και η παρέκβαση που κάνουμε εξηγεί και κάτι άλλο: Την αναφορά του ντοκουμέντου σε αυτό που το υπουργείο Εξωτερικών μετέφρασε «Διαπυλωνική συνοχή». Τη διατύπωση συναντάμε στη σελ. 60. Πρόκειται για την κωδική έκφραση «πυλών» που παραπέμπει αμέσως στο ΝΑΤΟ (που, ως γνωστόν, αποτελείται από δυο πυλώνες, τον ευρωπαϊκό και τον αμερικανικό) και έρχεται ύστερα από τη σελ. 59 που επιμένει ότι η δημιουργία του ευρωσώματος είναι ωφέλιμη και για το ΝΑΤΟ διότι ενισχύει τον «ευρωπαϊκό πυλώνα» του.

Πάντως, στη σελ. 57 των Παραρτημάτων, βλέπουμε ότι «θα συμφωνηθούν αρχές συνεργασίας με εξωκοινοτικές ευρωπαϊκές χώρες μέλη του ΝΑΤΟ και άλλους ευρωπαίους εταίρους κατά τη στρατιωτική διαχείριση κρίσεων υπό την ηγεσία της ΕΕ, ανεξάρτητα από την αυτονομία λήψης αποφάσεων της Ενωσης».

Η εμμονή στο αποφασιστικό κριτήριο της «ευρωπαϊκότητας» των συνεργατών (και όχι, πχ., στην ιδιότητά τους σαν μελών του ΝΑΤΟ) είναι κάτι που, ασφαλώς, αξίζει να προσεχθεί.

Οι διφορούμενες αυτές τοποθετήσεις δείχνουν καθαρά ότι η πορεία στρατιωτικοποίησης της ΕΕ έχει θέσει σε κίνηση διάφορες διεργασίες, οι οποίες, στο σημείο όπου βρισκόμαστε τώρα, παρουσιάζουν την εξής μορφή: Από τη μια μεριά, έναρξη της στρατιωτικής παρουσίας της ΕΕ από κάθε άποψη και, από την άλλη, εκδήλωση ανησυχιών για το μέλλον του ΝΑΤΟ, εφ’ όσον μια τέτια παρουσία παγιωθεί και εμπεδωθεί. Πολύ σημαντικό θα είναι να ξέρει κανείς και αν οι δύο αυτές κατευθύνσεις εκφράστηκαν ή όχι από τις ίδιες δυνάμεις. Και ποιές.

Στο σημείο αυτό, πρέπει να σημειωθούν και δύο άλλα πολύ σημαντικά στοιχεία:

α) Δε διευκρινίζεται ο μελλοντικός ρόλος της Δυτικοκευρωπαϊκής Ενωσης (ΔΕΕ). Ο στρατιωτικός μηχανισμός, του οποίου το διάγραμμα φαίνεται καθαρά στα ντοκουμέντα, δε συνδέεται μαζί της, αλλά άμεσα με την ΕΕ. Υπάρχει και η άποψη ότι η ΔΕΕ διαλύθηκε στο Ελσίνκι. Από τα κείμενα ντοκουμέντα, δε φαίνεται να προκύπτει κάτι τέτιο. Ενα άλλο ενδεχόμενο δεν αποκλείεται: Να έχει η ΔΕΕ αφεθεί να πέσει σε χειμερία νάρκη. Αυτό έχει ήδη γίνει μια φορά, όταν η ΔΕΕ, ύστερα από την ίδρυσή της, έκανε πάνω από 25 χρόνια να ξανακουστεί. Ισως η ίδια η φύση της ΔΕΕ, που δημιουργεί υποψίες, να συντελεί στην παροδική έκλειψη και την ξαφνική «νεκρανάστασή» της. Ο χρόνος θα δείξει αν αυτό συνέβη και τώρα.

β) Ο ρόλος του ΟΗΕ εμφανίζεται με τρόπο που δημιουργεί περιθώρια παράκαμψης. Η παράγραφος 26 των Συμπερασμάτων (Κεφ. Κοινή Ευρωπαϊκή Πολιτική για την Ασφάλεια και την Αμυνα) περιέχει το εξής εδάφιο:

«Η Ενωση θα συνεισφέρει στη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια σύμφωνα με τις αρχές του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Η Ενωση αναγνωρίζει την πρωταρχική ευθύνη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφαλείας».

Στην εποχή που ζούμε, δεν είναι δύσκολο να υποπτευθούμε ότι ο όρος «πρωταρχική» επιλέχθηκε και τοποθετήθηκε για να αποφευχθεί ο όρος «αποφασιστική».

Αν η έκταση και ο τρόπος αποδοχής της νέας στρατιωτικής δύναμης αφήνουν πολλά ερωτηματικά και ποικίλες ερμηνευτικές επιφυλάξεις, η περιγραφή του νέου αυτού σώματος είναι σαφής.

Τα Πορίσματα δεν αφήνουν δυνατότητα παρερμηνείας:

«Θα υιοθετηθεί κοινός ευρωπαϊκός στόχος για στρατιωτικό δυναμικό ταχείας ανάπτυξης» (σελ. 57, υπογ. δική μας).

Και μόνο η ορολογία είναι αρκετή για να διαλύσει κάθε παρεξήγηση. Προβλέπεται δημιουργία ευκίνητης δύναμης ευχερούς επέμβασης.

Στην ίδια σελίδα, αναφέρεται και ότι, «στο πλαίσιο του Συμβουλίου, θα δημιουργηθούν νέα πολιτικά και στρατιωτικά όργανα προκειμένου να είναι ικανή η Ενωση να λαμβάνει αποφάσεις για επιχειρήσεις».

Η έκταση των σχεδίων που σηματοδοτεί, ταυτόχρονα, την έκταση της στρατιωτικοποίησης της ΕΕ φαίνεται καθαρά στις σελίδες όπου περιγράφονται οι δυνάμεις αυτές και τα διοικητικά τους όργανα, συγκεκριμένα στις σελίδες 58 - 61.

Τα Πορίσματα αναφέρουν ότι, «εν προκειμένω, τα κράτη μέλη χαιρετίζουν τις αποφάσεις που ανήγγειλαν μερικά κράτη μέλη να προχωρήσουν προς την κατεύθυνση αυτή:

- να αναπτύξουν και να συντονίσουν στρατιωτικά μέσα παρακολούθησης και έγκαιρης προειδοποίησης

- να δεχθούν αξιωματικούς άλλων κρατών μελών στα υφιστάμενα κοινά στρατηγεία

- να ενισχύσουν το δυναμικό ταχείας αντίδρασης των υφισταμένων ευρωπαϊκών πολυεθνικών δυνάμεων

- να προπαρασκευάσουν την ίδρυση ευρωπαϊκής διοίκησης αεροπορικών μεταφορών

- να αυξήσουν τον αριθμό των ταχέως αναπτυξίμων στρατευμάτων

- να ενισχύσουν το στρατηγικό δυναμικό θαλασσίων μεταφορών» (σελ. 59).

Οπως βλέπουμε, η διαδικασία δημιουργίας των δυνάμεων αυτών επισημοποιείται μεν στο Ελσίνκι, αλλά δεν αρχίζει εκεί. Αυτό, άλλωστε, έχει φροντίσει να μας το εμπεδώσει το ίδιο το ντοκουμέντο, επαναλαμβάνοντας συνεχείς παραπομπές στις αποφάσεις του Πέτερσμπεργκ. Εκείνο που έχει σημασία εδώ είναι ότι από τη μια μεριά, έχει ήδη αρχίσει να προωθείται μια διαδικασία στρατιωτικής ολοκλήρωσης και, από την άλλη, στρατιωτικής ολοκλήρωσης μεν αλλά, ασφαλώς, στα πλαίσια στρατιωτικών δυνάμεων που προορίζονται για ταχείες και ευρείας εμβελείας επιχειρήσεις.

Δημιουργία δυνάμεων, όμως, προϋποθέτει και δημιουργία νέων οργάνων. Ετσι, μαθαίνουμε ότι, «στο πλαίσιο του Συμβουλίου, θα συσταθούν τα εξής μόνιμα πολιτικά και στρατιωτικά όργανα:

α) Μια μόνιμη Επιτροπή Πολιτικής και Ασφάλειας (ΕΠΑ) από τους ανωτάτους εθνικούς εκπροσώπους.

β) Η Στρατιωτική Επιτροπή (ΣΕη) από τους αρχηγούς των Γενικών Επιτελείων.

γ) Το Στρατιωτικό Επιτελείο (ΣΕο), για την καθοδήγηση επιχειρήσεων (σελ. 60).

Η τάση στρατιωτικοποίησης είναι τόσο φανερή ώστε το ίδιο το κείμενο προσπαθεί να αφαιρέσει οποιαδήποτε αμφιβολία, πράγμα που, προφανώς, εξηγεί και την υπογράμμιση της λέξης «μόνιμα», ώστε να μην υπάρχει καμμιά πιθανότητα σκέψης ότι τα εν λόγω όργανα θα μπορούσαν να είναι προσωρινά.

Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί αν εδώ δεν έχουμε μια χαρακτηριστική περίπτωση του γνωστού σχήματος της «αλλαγής (και, μάλιστα, της βαθειάς αλλαγής) μέσα στη σταθερότητα». Η ΕΕ προσαρμόζεται στην συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, διατηρώντας τη φύση της σταθερή. Η γενική ιστορική πλευρά της φύσης της ΕΕ (περιφερειακή διακρατική ιμπεριαλιστική ένωση στα πλαίσια του παγκοσμίου καπιταλιστικού συστήματος) δεν αλλάζει καθόλου. Διαμορφώνεται, όμως, παραπέρα η συγκεκριμένη ιστορική πλευρά της φύσης της, καθώς το στρατιωτικό στοιχείο ενισχύει την παρουσία του σε πρωτοφανή βαθμό.

Και, φυσικά, αφού δυναμώνει τόσο το στρατιωτικό στοιχείο, δεν είναι παράξενο το ότι αυξάνει έντονα και το επεμβατικό. Ετσι, στα Συμπεράσματα της Προεδρίας, βλέπουμε την εξής παράγραφο:

«Η Ενωση επιθυμεί να συμβάλει στον εκδημοκρατισμό της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (ΟΔΓ) ως μέρος των προσπαθειών της για την αποκατάσταση της σταθερότητας στην Νοτιοανατολική Ευρώπη. Θα εντείνει το διάλογο με τις σερβικές δημοκρατικές δυνάμεις και με τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση του Μαυροβουνίου. Η Ενωση θα αναζητήσει και άλλους τρόπους να υποστηριχθεί το πρόγραμμα πολιτικής και οικονομικής μεταρρύθμισης του Μαυροβουνίου» (παρ. 60).

Πέρα από τα υπόλοιπα, εκείνοι οι «άλλοι τρόποι για να υποστηριχθεί» κλπ. είναι η πιο κατάλληλη διατύπωση για να ενισχύσει τις ολοφάνερες και κάθε άλλο παρά αβάσιμες ανησυχίες.

Στην παράγραφο 61, έχουμε μακροσκελή αναφορά στο Κοσσυφοπέδιο. Το κείμενο δεν παραμελεί καθόλου να ευλογήσει τα γένεια της Ενωσης για το ρόλο της στην επιχείρηση, αλλά παραμελεί κάτι άλλο, όχι λιγότερο σημαντικό: Να κάνει οποιοδήποτε λόγο για οποιαδήποτε μελλοντική θέση του Κοσσυφοπεδίου ΜΕΣΑ στην Γιουγκοσλαβία.

Η κοινή γραμμή, όπως βλέπουμε και όπως την ακούσαμε κατά την επίσκεψη του Προέδρου Κλίντον στην Αθήνα, γίνεται πλήρως σεβαστή.

Τα Παραρτήματα δεν παραλείπουν να επιφορτίσουν, στις σελίδες 62 - 63, την επερχομένη Πορτογαλική προεδρία με συγκεκριμένες εντολές όσον αφορά τη συγκεκριμένη προώθηση της εφαρμογής των μέτρων που αποφασίστηκαν, συμπεριλαμβανομένης και της υποβολής έκθεσης προόδου, η οποία, μεταξύ των άλλων, θα περιλαμβάνει και «ένδειξη του κατά πόσον κρίνεται απαραίτητη η τροποποίηση της Συνθήκης» (σελ. 63) - εννοώντας, προφανώς, τη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό, επισημαίνουμε δύο πράγματα:

α) Το κείμενο των Παραρτημάτων αναφέρει επιφύλαξη της Δανίας (σελ. 58)[3]. Επιφύλαξη της ελληνικής κυβέρνησης δε βρήκαμε σε κανένα σημείο.

β) Από το κείμενο, γίνονται σαφή τα αίτια ή, τουλάχιστον, πολλά από τα αίτια της επίσπευσης της υποψηφιότητας της Τουρκίας στην ΕΕ. Πέρα από την παρέμβαση εξωκοινοτικών δυνάμεων (κυρίως των ΗΠΑ), που επιμένουν γιατί, κατά τη γνώμη μας, θέλουν να επιβάλουν στην ΕΕ ένα επιπρόσθετο οικονομικό βάρος, υπάρχουν και άλλοι λόγοι: Η στρατιωτική στροφή αλλά και ενοποίηση που παρατηρούνται σαφώς στα κείμενα του Ελσίνκι δε θα ήταν δυνατό, για λόγους ΝΑΤΟϊκούς και άλλους, να εφαρμοσθούν ικανοποιητικά χωρίς κάποια παρουσία της Τουρκίας. Είναι φανερό ότι δε θα ήταν δυνατόν να γίνουν τα παραπάνω, καθώς η χώρα αυτή κατέχει σημαντική οδό στρατηγικής επιρροής στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, παραδοσιακή «περιοχή κρίσεων» για την Ευρώπη από το 19ο αιώνα ακόμη. Για τον ίδιο λόγο, πρέπει να κλείσει το Κυπριακό (το οποίο σημείωσε τις πρώτες εξελίξεις του ημέρες μόνο, αν όχι ώρες, μετά το Ελσίνκι), τα ελληνοτουρκικά κλπ., γιατί ο ελληνοτουρκικός χώρος πρέπει να γίνει, από τη μια, ο κοινός χώρος στήριξης των νέων σχεδίων και, από την άλλη, χώρος δημιουργίας κοινών στρατιωτικών δυνάμεων. Δεν ακούσαμε, άραγε, τον Πρόεδρο Κλίντον στο INTERCONTINENTAL να αναλύεται σε επαίνους για τις κοινές στρατιωτικές επιχειρήσεις και για τη στάθμευση μονάδων των δύο χωρών στο Κοσσυφοπέδιο;

Υστερα από όλα αυτά, δε μπορούμε, φυσικά, να θεωρήσουμε τυχαία άρθρα, όπως το περιβόητο κείμενο του κ. Γ. Πανταγιά, όπου αναπτύσσεται ένα πλήρες πρόγραμμα ΝΑΤΟϊκής ελληνοτουρκικής προσέγγισης, αν όχι «συνένταξης». Επισημαίνουμε και άλλα κείμενα λιγότερο θορυβώδη, αλλά όχι λιγότερο σημαντικά, όπως η συνέντευξη του κ. Χ. Ροζάκη στην ΑΥΓΗ, όπου οι αποφάσεις του Ελσίνκι θεωρούνται «ιδανικές» για τη λύση του Κυπριακού.

Δεν είναι άσχετη με τα παραπάνω η θέση της Τουρκίας, όπως την ανέπτυξε ο υπουργός Εξωτερικών κ. Ισμαήλ Τζεμ στην Πανηγυρική Σύνοδο του ΝΑΤΟ, ότι η Τουρκία δε δέχεται άλλοι οργανισμοί, των οποίων η Τουρκία δεν είναι μέλος, να χρησιμοποιούν ΝΑΤΟϊκές εγκαταστάσεις κατά το δοκούν. Ενας τρόπος άρσης του εμποδίου ήταν να γίνει και η Τουρκία κάποιου είδους μέλος της ΕΕ, όπως και έγινε.

Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο και το περιβόητο 2004. Οπως είδαμε στο κείμενο των Συμπερασμάτων, είναι μόλις ένας χρόνος μετά την προθεσμία που τίθεται για τη δημιουργία των όρων στήριξης του Ευρωσώματος. Είναι προφανής η προσπάθεια έναρξης της ζωής του τελευταίου με «ξεκαθαρισμένο το έδαφος των μετόπισθεν».

 

ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΕΝΩΣΗ - ΑΛΛΑ ΤΙ ΕΝΩΣΗ;

Η προοπτική διεύρυνσης της Ενωσης (στο Ελσίνκι, συγκεντρώθηκαν 13 υποψηφιότητες) μπήκε, όπως όλα δείχνουν, όλο και πιο συγκεκριμένα, πέραν των άλλων, και στο θεσμικό τομέα.

Αυτό, ασφαλώς, εξηγεί και το ότι, στα Παραρτήματα, υπάρχει ολόκληρο κεφάλαιο με τίτλο «Ενα Αποτελεσματικό Συμβούλιο για μια διευρυμένη Ενωση» και υπότιτλο «Κατευθυντήριες γραμμές για τη μεταρρύθμιση και συστάσεις περί του πρακτέου». Και μόνο οι τίτλοι κάνουν σαφή την πρόθεση σοβαρών αλλαγών.

Οι σκέψεις αλλαγών στα όργανα και στη λειτουργία τους σχετίζονται καθαρά τόσο στα Συμπεράσματα όσο και στα Πορίσματα με την προοπτική της διεύρυνσης της Ενωσης. Και, ασφαλώς, όχι αβάσιμα, καθώς μια Ενωση 28 μελών, αντί των σημερινών 15, θα αντιμετωπίσει σοβαρά και, ίσως, πρωτοφανή προβλήματα λειτουργίας των διαφόρων οργάνων και διαδικασιών της.

Η αντιμετώπιση των δυσχερών και δυσεπιλύτων αυτών προβλημάτων γίνεται με τρόπο που ταιριάζει στη φύση της δύναμης που κατέχει την κυριαρχία στα πλαίσια της ΕΕ, δηλαδή του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Τον, όσο το δυνατό πιο μεγάλο, περιορισμό της λειτουργίας των οργάνων στα εντελώς στοιχειώδη αλλά και εντελώς απαραίτητα για την εξυπηρέτηση των αναγκών του μονοπωλιακού κεφαλαίου, πράγμα, όμως, που αναπόφευκτα οδηγεί σε ένα σημαδιακό αποτέλεσμα: Στη θεσμική κατοχύρωση της ούτως ή άλλως άνισης θέσης των διαφόρων κρατών μελών.

Αυτό, ασφαλώς, δεν είναι άσχετο με τη γενικά περιοριστική τάση των λειτουργικών προσανατολισμών. Οι προσανατολισμοί αυτοί φαίνονται, πχ., σε σημεία όπως τα εξής:

α) «Δεδομένου ότι διαφοροποιούνται οι δραστηριότητες της Ενωσης και διευρύνονται οι τομείς που καλύπτονται από τις Συνθήκες, είναι σημαντικό να προληφθεί ο κατακερματισμός των δραστηριοτήτων και της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων της Ενωσης, περιορίζοντας τον αριθμό των σχηματισμών του Συμβουλίου και αποφεύγοντας τεχνητές δραστηριότητες που σκοπό έχουν απλώς να γεμίζουν την ημερησία διάταξη» (Παράρτημα ΙΙΙ, σελ. 39, υπογρ. στο πρωτότυπο).

β) «Ηδη από τώρα και, ακόμη περισσότερο, σε μια διευρυμένη Ευρώπη, πρέπει να αξιοποιείται πλήρως ο περιορισμένος χρόνος που είναι διαθέσιμος στις συνεδριάσεις. Χωρίς την κατάλληλη προετοιμασία και χωρίς μεγαλύτερη πειθαρχία στις ολομελείς συνεδριάσεις σε όλα τα επίπεδα, οι συζητήσεις κινδυνεύουν να αποβούν εντελώς άκαρπες» (Παράρτημα ΙΙΙ, σελ. 40, υπογρ. δική μας).

Πίσω από αυτό το επιλεγμένα τεχνικό λεξιλόγιο, δεν είναι πολύ δύσκολο να δει κανείς τί πραγματικά κρύβεται: Η όλο και αυξανομένη τάση συγκεντρωτικής και «χωρίς πολλά λόγια» διοίκησης και διαχείρισης. Πράγμα που σημαίνει περιορισμό ή και κατάργηση των πρακτικών της ομοφωνίας και του περιβοήτου VETO. Αλλωστε, αυτά λέγεται ότι βρίσκονται ήδη στο νυστέρι για την επομένη διακυβερνητική ή την άτυπη (και, συνεπώς, εξαιρετικά ουσιώδη) συνάντηση κορυφής. Τα Συμπεράσματα της Προεδρίας ούτε καν κρύβουν ότι η Διακυβερνητική, που προβλέπεται για τις αρχές Φλεβάρη, «θα εξετάσει το μέγεθος και τη σύνθεση της (σ.σ. Ευρωπαϊκής) Επιτροπής, τη στάθμιση των ψήφων στο Συμβούλιο και την ενδεχομένη επέκταση της λήψης αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο» (παρ. 16). Χαρακτηριστικό είναι το ότι το κείμενο θεωρεί αναγκαίο να υπογραμμίσει την ανάγκη περιορισμού των οργάνων τώρα που ο κύκλος των θεμάτων τους, κατά το ίδιο το κείμενο, διευρύνεται. Τί θα σημάνουν όλα αυτά; Είναι προφανές: Ασφυκτικό περιορισμό οποιασδήποτε διαπραγματευτικής δυνατότητας είχαν ως τώρα οι κυρίαρχες τάξεις των πιο αδυνάτων κρατών μελών κατά τη λήψη των αποφάσεων της Ενωσης.

Στην πραγματικότητα, εδώ έχουμε μια άλλη πλευρά της πορείας παραπέρα διαμόρφωσης του συγκεκριμένου ιστορικού χαρακτήρα της ΕΕ, πορείας που επιταχύνεται αλλά δε δημιουργείται συνολικά από τη διεύρυνση. Βρισκόμαστε ακόμη στην αρχή της πορείας και το τέλος της δεν είναι ακόμη σαφές. Αυτό που μπορούμε να δούμε από τώρα είναι μια άλλη πλευρά «συνέχισης μέσα στην αλλαγή». Χωρίς να αλλάζει καθόλου ο γενικός ιστορικός χαρακτήρας της ΕΕ σα διεθνούς οργανισμού του ιμπεριαλισμού, παρατηρούνται - ή, τουλάχιστον, σχεδιάζονται - σοβαρές αλλαγές στη διάρθρωσή της. Οπωσδήποτε, πάντως, η διαδικασία αυτή δεν είναι χωρίς κινδύνους ή ακόμη και σοβαρές κρίσεις ταυτότητας για την ελληνική πολιτική. Από αυτή την άποψη, είναι φανερό ότι δεν είναι χωρίς ενδιαφέρον και, ακόμη περισσότερο, χωρίς σημασία για την κυβέρνηση να εξετάσει αυτό το σημείο της αγόρευσης της ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ στην ειδική συζήτηση που έγινε στο Κοινοβούλιο για το Ελσίνκι. Ποιά θα είναι, άραγε, η θέση της Ελλάδας σε μια τέτια διευρυμένη ΕΕ;

 

Ο ΕΝΔΙΑΦΕΡΩΝ ΤΡΙΤΟΣ

Ενα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία απασχόλησης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ελσίνκι ήταν η Ρωσία.

Στην πραγματικότητα, η απασχόληση με τη Ρωσία έγινε με τρεις τρόπους: α) Τα γενικά σχέδια διεύρυνσης. Οποιος είδε τους χάρτες που κυκλοφόρησαν με την ευκαιρία της συνόδου του Συμβουλίου με τις 13 υποψήφιες για ένταξη στην ΕΕ χώρες δε μπορεί να μη σκέφθηκε αμέσως για τις 12 (δηλ., εκτός Μάλτας) το εξής: Περιβάλλουν τη Ρωσία σα ζώνη ασφαλείας.

β) Η αναφορά στην Ουκρανία. Η αναφορά αυτή είναι, πράγματι, πολύ ογκώδης. Καλύπτει ένα ολόκληρο παράρτημα (το Παράρτημα V) και 18 επί συνόλου 63 σελίδων των Παραρτημάτων. Ο τίτλος του παραρτήματος («Κοινή Στρατηγική της ΕΕ για την Ουκρανία») επίσης δεν είναι χωρίς ενδιαφέρον.

γ) Η αναφορά στην Τσετσενία. Υπάρχει, πράγματι, ειδική «Δήλωση», η οποία καλύπτει όλο το Παράρτημα ΙΙ. Η «Δήλωση» είναι χαρακτηριστική από πολλές απόψεις:

- Το ύφος της, απότομο και, σε πολλά σημεία, καθαρά απειλητικό. Ετσι, η Ρωσία κατηγορείται (παρ. 2) για «καταστροφή πόλεων, απομάκρυνση των κατοίκων τους, αντιμετώπιση ενός ολοκλήρου πληθυσμού σαν τρομοκρατών». Φυσικά, εδώ η Ενωση ξεχνά τί έκανε η ίδια στο Κοσσυφοπέδιο, αλλά αυτό δείχνει και μια βαθύτερη πρόθεση ισχυρών δυνάμεων μέσα σε αυτή - και, φυσικά, και έξω από αυτή: Τη «γιουγκοσλαβοποίηση» της Ρωσίας. Από την άλλη, η Ρωσία απειλείται καθαρά και ξάστερα με κυρώσεις. Στην παρ. 7, αναφέρεται ότι πρέπει «να επανεξετασθεί η εφαρμογή της κοινής στρατηγικής της ΕΕ για τη Ρωσία», ότι θα πρέπει εν μέρει «να εφαρμοσθούν αυστηρά» και εν μέρει «να ανασταλούν» οι διατάξεις της εταιρικής σχέσης μαζί της κλπ. Και όχι μόνο αυτό, αλλά καλούνται και η ΟΑΣΕ (!) και το Συμβούλιο της Ευρώπης «να επανεξετάσουν τις λεπτομέρειες της συνεργασίας τους με τη Ρωσία» (!). Το ύφος αυτό έρχεται σε έντονη αντίθεση με το φιλόφρονο και κολακευτικό ύφος στο οποίο είναι συντεταγμένο το κείμενο του παραρτήματος, για την Ουκρανία, τόσο φιλόφρονο και κολακευτικό που αναρωτιέται κανείς μήπως έχει μπροστά του το σχέδιο για κάποιο νέο κρίκο της μελλοντικής ζώνης ασφαλείας.

- «Ενας τρόπος να θέτει το θέμα». Βλέπουμε, πχ., στην παρ. 6, η Ρωσία να παροτρύνεται να ανοίξει «διάλογο με τους εκλεγμένους ηγέτες του Βορείου Καυκάσου, συμπεριλαμβανομένης και της Τσετσενίας». Με άλλα λόγια, παρουσιάζεται η Τσετσενία σα να μην είναι καν το μόνο θέμα και η Ρωσία να είναι ουσιαστικά περικυκλωμένη από μια ολόκληρη σειρά «Τσετσενιών». Η «γιουγκοσλαβοποιητική» διάθεση είναι ολοφάνερη.

Οσοι παρακολούθησαν τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου δεν έχουν καμμιά αμφιβολία ότι το θέμα της Ρωσίας προκάλεσε σοβαρές αντιθέσεις στη διάρκειά του. Δεν υπάρχει επίσης καμμία αμφιβολία ότι υπήρχαν και υπάρχουν δυνάμεις που ήθελαν μια άμεση και ολοκληρωτική αντιπαράθεση με τη Ρωσία. Αυτό φάνηκε σε ερωτήσεις διαφόρων δημοσιογράφων (δημιούργησαν την εντύπωση ότι ήταν κυρίως Βρετανοί - ή μήπως Αμερικανοί;) στις συνεντεύξεις της φιλλανδικής προεδρίας. Οι ερωτήσεις ήταν πράγματι πολύ πιεστικές και ένας δημοσιογράφος έφθασε ως το σημείο να συσχετίσει τα γεγονότα της Τσετσενίας με τη Σοβιετοφινλανδική πολεμική σύγκρουση της οποίας τα 60 χρόνια έκλεισαν τις ημέρες της συνόδου. Το γεγονός ότι βρέθηκε αντιμέτωπος με την απάντηση ότι «το θέμα του πολέμου είναι υπόθεση καθαρά φινλανδική» έδειξε ότι η Προεδρία προσπάθησε να παίξει κάποιο κατευναστικό ρόλο. Αν το κατάφερε, είναι κάτι που θα μας το δείξει το μέλλον.

 

ΟΙ ΔΟΥΛΕΙΕΣ (ΜΕΡΙΚΩΝ) ΕΙΝΑΙ (ΠΑΝΤΑ) ΔΟΥΛΕΙΕΣ

Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι, εμφανίσθηκαν και τα οικονομικοδημοσιονομικά προβλήματα της Ενωσης ή, τουλάχιστον, μερικές από τις συζητήσεις γι’ αυτά.

Το σχετικό Παράρτημα (το Νο ΙΙΙ) έχει το χαρακτηριστικό τίτλο: ΜΙΑ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ, ΑΕΙΦΟΡΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΘΕΣΕΙΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ.

Φυσικά, ένας που παρακολουθεί την οικονομική ανάλυση, έστω και με στοιχειώδεις επιστημονικές απαιτήσεις, θα παρατηρούσε, από τον τίτλο ακόμη, δύο πράγματα:

α) Μια ανάπτυξη που θέλει να θεωρείται «αειφόρος» πρέπει να διακρίνει τη δυνατότητα μιας οικονομίας που δε θα είναι ανταγωνιστική, ακόμη και αν αυτή η οικονομία, στη δεδομένη στιγμή, δεν είναι παρούσα ή ούτε καν γενικά άμεσα εφικτή.

β) Στο συγκεκριμένο τίτλο, η λέξη «ανταγωνιστική» έρχεται πρώτη στη σειρά έναντι όλων των άλλων, ακόμη και της «αειφορίας».

Φυσικά, εδώ πρέπει να παραδεχθούμε ότι είμαστε κάπως άδικοι απέναντι στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η αποδοχή μιας δυνατότητας οικονομίας αειφόρως αναπτυξιακής μεν, αλλά όχι εκ φύσεως ανταγωνιστικής θα σήμαινε αποδοχή μιας οικονομικής τάξης που δε θα είναι καπιταλιστική και, στη σημερινή κατάσταση της ΕΕ (μιας περιφερειακής ένωσης όπου κυριαρχεί το μονοπωλιακό κεφάλαιο), αυτό είναι φανερό ότι δε μπορούμε να το ζητήσουμε. Αντίθετα, κάτι άλλο πρέπει να παρατηρήσουμε: Η πρωτοκαθεδρία του όρου «ανταγωνιστική» (και, εδώ, αναφερόμαστε τόσο στο αγγλικό κείμενο όσο και στην ελληνική μετάφραση) δείχνει ακριβώς την ισχυρή ιδεολογικοποίηση των ντοκουμέντων στρατηγικής της ΕΕ, τη σκλήρυνση της στάσης των ιδεολογικών μηχανισμών του μονοπωλιακού κεφαλαίου που, προφανώς, εκφράζει τις ανάγκες της αναπαραγωγής του και προκύπτει από αυτές: Κάθε οικονομική ανάπτυξη πρέπει να εξασφαλισθεί ότι θα είναι οπωσδήποτε και εκ των προτέρων ανταγωνιστική, γιατί, αλλοιώς, κινδυνεύει αυτό τούτο το καπιταλιστικό σύστημα.

Παρ’ όλο που οι αφηρημένες αναλύσεις έχουν την αξία τους, εδώ δε συζητάμε μόνο γι’ αυτό. Και αυτό μας το βεβαιώνει η διαδοχή των παραγράφων (παρ. 30 και 31), που ακολουθούν τον τίτλο.

Η παράγραφος 30 ζωγραφίζει μια εικόνα της τρέχουσας πορείας της ΕΕ που χαρακτηρίζεται από ρόδινα χρώματα. Η οικονομική ανάκαμψη δεν παύει να εξαπλώνεται, η ανεργία «παρουσιάζει μειωτικές τάσεις, παρ’ όλο που βρίσκεται σε απαράδεκτα υψηλά επίπεδα» κλπ. Μερικές διατυπώσεις της παραγράφου, πχ., η «επιτυχής καθιέρωση του Ευρώ», που έρχεται σε στιγμές όπου όλοι αναρωτιούνται για την κατάσταση του τελευταίου, δημιουργούν σοβαρά ερωτηματικά στοιχειώδους ακριβείας των εκτιμήσεων.

Το κύριο, όμως, ενδιαφέρον στοιχείο των παραγράφων 30 και 31 είναι η διέξοδος που, κάτω από μόλις καλυμμένα λόγια, προσφέρεται σα διέξοδος από τον ανέφικτο συνδυασμό «αειφόρος ανάπτυξη και συνέχιση επ’ άπειρον του ανταγωνισμού»: Η ένταση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων.

Ας δούμε τα συγκεκριμένα κείμενα:

α) Η παράγραφος 30 λέει σαφώς ότι (η ευνοϊκή αυτή συγκυρία στηρίζεται και) «από μισθολογικές εξελίξεις σε συνδυασμό με τη σταθερότητα των τιμών και τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης».

β) Η παράγραφος 31, ξεκινώντας από τις δημογραφικές εξελίξεις στην Ενωση, κάνει σαφώς λόγο για ανάγκη «παράτασης του ενεργού επαγγελματικού βίου».

Οι φράσεις αυτές, αν τις δούμε στο σύνολό τους, εκφράζουν αυτό που θα αποκαλούσαμε «δικτατορία του μονοπωλιακού κεφαλαίου στην Ενωση».

Ας τις δούμε από πιο κοντά:

- Οσον αφορά την πρώτη, οι συντάκτες του ντοκουμέντου δέχονται ασυζητητί τη λαθεμένη θεωρία ότι ο πληθωρισμός βλάπτει ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ ΚΑΙ ΣΕ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ τους εργαζομένους. Αυτό είναι, προφανώς, λαθεμένο και το φαινόμενο είναι πιο σύνθετο: Οι εργαζόμενοι χάνουν, εφ’ όσον συντρέξουν και άλλοι παράγοντες, στο τέλος μιας χρονικής περιόδου, ενώ, στο μεταξύ, η κατάστασή τους βελτιώνεται. Η κατηγορηματική καταδίκη της πληθωριστικής πολιτικής οφείλεται σε άλλους λόγους: Στο ότι ο λεγόμενος μηδενικός πληθωρισμός ενδιαφέρει, πριν απ’ όλους, τα μονοπώλια. Εξόχως ενδιαφέρον είναι το γεγονός της σύνδεσης της σταθερότητας των τιμών αλλά και της δημιουργίας θέσεων απασχόλησης ΜΟΝΟ με τους μισθούς. Το μήνυμα είναι εντελώς σαφές: Αν οι εργαζόμενοι θέλουν αποφυγή απωλειών μέσω νομισματικών αναστατώσεων και κάποιο φρένο στην ανεργία θα πρέπει να δεχθούν «λογικές» αμοιβές, δηλαδή να τα χρηματοδοτήσουν μόνοι τους. Τα κέρδη του μονοπωλιακού κεφαλαίου πρέπει να μείνουν άθικτα και, άλλωστε, γι’ αυτό έχει εφευρεθεί και χρησιμοποιείται πλατειά ο κωδικός όρος «ανταγωνιστικότητα».

- Οσον αφορά τη δεύτερη, η κατοχύρωση είναι ακόμη πιο απροκάλυπτη. Η σχετική παράγραφος, αφού έχει διαπιστώσει ότι ο ενεργός επαγγελματικός βίος πρέπει να παραταθεί, διαπιστώνει και την ανάγκη «αυξημένης αποδοτικότητας στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα προς αντιμετώπιση του οικονομικού βάρους αυτών των μεταβολών». Η αντιμετώπιση δηλαδή των δημογραφικών εξελίξεων περιλαμβάνει και την παράταση της ενεργού επαγγελματικής ζωής λόγω των (σημειώνουμε, καθόλου εντελώς καινούργιων) δημογραφικών μεταβολών και την άνοδο της αποδοτικότητας. Τί εμποδίζει την τελευταία, που, ούτως ή άλλως, έχει ήδη γίνει και θα εξακολουθήσει να γίνεται παράλληλα με τις δημογραφικές αλλαγές, να αναλάβει το βάρος αυτό; Είναι, νομίζουμε, ηλίου φαεινότερον: Η απαίτηση των μονοπωλίων αυτή η αυξημένη αποδοτικότητα να καταλήξει σε αυτά και, αν είναι δυνατόν, αποκλειστικά και μόνο σε αυτά.

Το ότι η ΕΕ αποδέχεται τόσο απροκάλυπτα τη λογική που λέει ότι ό,τι γίνεται συζητιέται μόνο με τους εργαζομένους γιατί τα μονοπώλια είναι, έτσι κι αλλοιώς, καλυμμένα ελπίζουμε ότι θα χρησιμεύσει προς φρονηματισμόν.

Εγιναν και άλλες συζητήσεις για τέτια θέματα και δεν είναι, ασφαλώς, τυχαίο το ότι, στον τομέα αυτόν, εμφανίσθηκαν και οι πιο φανερές αντιθέσεις.

Δύο ήταν τα σημεία όπου αυτό ήταν πολύ φανερό:

α) Το θέμα της φορολογικής μεταρρύθμισης και του φορολογικού καθεστώτος της Ενωσης. Τα Συμπεράσματα αναφέρουν:

«Ολοι οι πολίτες που κατοικούν μονίμως σε ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης θα καταβάλλουν το φόρο που οφείλεται για έσοδα αποταμιεύσεων» (παρ. 34).

Εντύπωση κάνει το ότι, ύστερα από μια τόσο κατηγορηματική διατύπωση, έχουμε μια σειρά διευκρινιστικών παραγράφων (35, 36, 37 και 38), από τις οποίες η πρώτη ορίζει τα εξής:

«Εξετάζοντας τον καλύτερο τρόπο με τον οποίο είναι δυνατόν να επιδιωχθεί στην Ευρώπη η εφαρμογή της αρχής αυτής, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συμφώνησε ότι μια ομάδα Εργασίας Υψηλού Επιπέδου θα εξετάσει ειδικότερα πώς μπορεί να υλοποιηθεί αποτελεσματικότερα η αρχή αυτή και κατά πόσον, ως σημείο εκκίνησης για τις εν λόγω μελέτες, το έγγραφο της 7ης Δεκεμβρίου 1999 που υπέβαλε η Προεδρία και η Επιτροπή παρέχει δυνατότητα περαιτέρω προόδου».

Οι παρακάτω παράγραφοι έχουν το ίδιο προσεκτικό και «ερωτηματικό» περιεχόμενο.

Από τα συμφραζόμενα, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι παρουσιάστηκαν σοβαρές διαφωνίες και αντιδράσεις, ιδιαίτερα βρετανικές, και κάθε πρακτική απόφαση αναβλήθηκε για το μέλλον. Αυτό φάνηκε καθαρά όχι μόνο στις συνεντεύξεις της Προεδρίας αλλά και στα δημοσιεύματα του βρετανικού τύπου, ιδιαίτερα του οικονομικού, όπου λεγόταν καθαρά ότι οι προτάσεις της AD HOC επιτροπής καθόλου δεν εύρισκαν σε πλήρη συμφωνία όλους τους εταίρους.

Σχετικό με τα παραπάνω ήταν και ένα πιο άμεσο φορολογικό πρόβλημα που συζητήθηκε στο Συμβούλιο του Ελσίνκι: Το θέμα του ενιαίου φόρου για τις αγορές χρεογράφων. Το πρόβλημα αυτό ξεκίνησε από το γνωστό γεγονός ότι το Λονδίνο ήταν και είναι το μεγαλύτερο κέντρο αγοραπωλησιών χρεογράφων της Ενωσης. Από καιρό, συζητιόταν ένα θέμα: Οταν, πχ., κανείς αγόραζε ελληνικά χρεόγραφα στην Αθήνα, πλήρωνε τον καθιερωμένο φόρο. Οταν, όμως, αγόραζε τα ίδια χρεόγραφα στο Λονδίνο, δεν πλήρωνε απολύτως τίποτε. Ετσι, προτάθηκε η επιβολή ενός ενιαίου φόρου σε όλη την επικράτεια της Ενωσης για την αγορά χρεογράφων. Η Βρετανία αντέδρασε καθώς κάτι τέτιο θα περιόριζε την αξία του Σίτυ σαν χώρου των αγοραπωλησιών αυτών. Τελικά, βρέθηκε μια συμβιβαστική λύση, δηλαδή, μια διάταξη που υποχρεώνει στην κοινοποίηση των αγορών χρεογράφων, ώστε να επιβάλλεται ο εκάστοτε «εθνικός» φόρος στους αγοραστές, ανεξάρτητα από το μέρος της αγοράς των χρεογράφων.

Το σύνολο του προβλήματος αλλά και της λύσης που βρέθηκε δεν είναι χωρίς ενδιαφέρον αν το συγκρίνει κανείς με την άμετρη φιλολογία περί «παγκοσμιοποίησης», που προτιμά να αγνοεί τα δυνατά όρια της τελευταίας στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος.

β) Οι βρετανογαλλικές αντιθέσεις για τα βοοειδή[4]. Το θέμα αυτό πήρε τέτια έκταση από βρετανικής κυρίως πλευράς ώστε κατέληξε να γίνει ένα είδος οχλαγωγίας στις συνεντεύξεις της φιλανδικής Προεδρίας. Το πράγμα έφθασε ως το σημείο οι εκπρόσωποι της τελευταίας να δηλώνουν προκαταβολικά ότι δεν πρόκειται να απαντήσουν σε σχετικές ερωτήσεις γιατί δεν αποτελούν τμήμα των συνομιλιών της Συνάντησης Κορυφής.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι είναι φανερό ότι άφησε μια σειρά θέματα για το μέλλον. Ισως εκείνο που θα έπρεπε να μας ανησυχεί ιδιαίτερα είναι ακριβώς το γεγονός ότι τα θέματα αυτά βρίσκονται έξω από την άμεση περίμετρο των αμυντικών θεμάτων. Αν αυτό συμβαίνει, δεν είναι δύσκολο να δούμε σε αυτό, εκείνο που επισημάναμε παραπάνω: Μια πορεία στρατιωτικοποίησης που προχωρά.



Ο Θανάσης Παπαρήγας είναι δημοσιογράφος, μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ.

[1]Σύνοδος του εξ Υπουργών Συμβουλίου της Δυτικοευρωπαϊκής Ενωσης (ΔΕΕ), που έγινε στο ομώνυμο προάστειο της Βόννης, κατέληξε σε «Διακήρυξη» που υπογράφηκε στις 19. 6. 1992. Στη «Διακήρυξη του PETERSBERG», αναφέρεται για πρώτη φορά ότι οι δυνάμεις της ΔΕΕ μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο εξωτερικό, σε ανθρωπιστικές αποστολές ή σε αποστολές διατήρησης ή και επιβολής της ειρήνης. Η Διακήρυξη αυτή ενσωματώθηκε στην Απόφαση του Αμστερνταμ για την Κοινή Εξωτερική Πολιτική Ασφαλείας και Αμυνας (ΚΕΠΑΑ). Η Διακήρυξη του PETERSBERG ήταν η πρώτη μείζονος σημασίας πολιτική Διακήρυξη της ΔΕΕ που εγκρίθηκε ύστερα από τη Συμφωνία ένταξης της χώρας μας της οποίας η υπογραφή αναγγέλθηκε στις 9.12.1991. Στη Διακήρυξη, επαναλαμβάνεται η περιβόητη ανακοίνωση, που είχε γίνει μόλις το Μάη του 1992, δηλ. μόλις λίγες ημέρες πριν, η οποία εξαιρούσε τα «συνδεδεμένα μέλη» της ΔΕΕ, δηλ. τις χώρες που είναι μέλη του ΝΑΤΟ από τις εγγυήσεις ασφαλείας που παρέχει η ΔΕΕ προς τα πλήρη μέλη της. Στην ουσία, ήταν μια ανακοίνωση που αφαιρούσε από την Ελλάδα κάθε δυνατότητα χρήσης της τελευταίας ιδιότητας σαν μέσου εξασφάλισης απέναντι σε τουρκικές αξιώσεις. Φαίνεται, πάντως, ότι κάτι που ουδέποτε διευκρινίστηκε συνέβη και με την υπογραφή της συνθήκης του 1991. Ενώ ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης ανήγγειλε την υπογραφή της Συνθήκης ένταξης - που έγινε στο Μάαστριχτ την ίδια ημέρα με την υπογραφή της γνωστής Συνθήκης - ταυτόχρονα δήλωσε ότι οι συνομιλίες θα συνεχιστούν για ένα χρόνο ακόμη. Σε ερώτηση πώς γίνεται οι συνομιλίες να συνεχίζονται μετά την υπογραφή της Συνθήκης, έδωσε μια από τις γνωστές «σαφείς» πρωθυπουργικές απαντήσεις. Τα μετέπειτα ντοκουμέντα της ΔΕΕ (πχ., Ανακοινωθέν του Συμβουλίου υπουργών της Ρώμης της 20ης Νοέμβρη 1992, Δήλωση του Συμβουλίου υπουργών της Ρώμης της 19ης Μάη 1993) εξακολουθούν να θεωρούν μελλοντικό μέλος την Ελλάδα και το πρώτο ντοκουμέντο στο οποίο η ένταξη ανακοινώνεται επίσημα φαίνεται να είναι η Διακήρυξη της Λισσαβώνας της 15ης Μάη 1995, η οποία, μάλιστα, διευκρινίζει ότι η Ελλάδα έγινε μέλος το 1995, δηλ. 4 χρόνια μετά την αναγγελία της υπογραφής της Συνθήκης ένταξης. Τί συνέβη; Δεν το ξέρουμε. Από ό,τι φαίνεται, υπήρξε κάποιο επιμελώς κρυμμένο παρασκήνιο σχετικό με προβλήματα της εξωτερικής - ή, ίσως και της εσωτερικής - πολιτικής της χώρας.

[2]Χαρακτηριστικό είναι το περιεχόμενο της συνέντευξης στη ΝΕΤ του Προέδρου της ΕΕ κ. Ρομάνο Πρόντι, ο οποίος λέει ότι, όταν γίνεται λόγος για 50 - 60.000 άνδρες, χρειάζεται τουλάχιστον ο τριπλάσιος αριθμός για τον εφοδιασμό τους. Παράλληλα, ο ίδιος λέει ότι η δημιουργία του ευρωσώματος θα διευκολύνει τις κοινές επεμβατικές ενέργειες ΗΠΑ - ΕΕ..

[3] To κείμενο αναφέρει:
«Κατά την υποβολή της παρούσας έκθεσης, η Προεδρία έλαβε υπ’ όψη της ότι η Δανία υπενθυμίζει το υπ’ αριθμόν 5 Πρωτόκολλο της Συνθήκης του Αμστερνταμ το σχετικό με τη θέση της Δανίας».
Στη Συνθήκη του Αμστερνταμ, αναφέρεται ότι σημειώνεται η θέση της Δανίας «όσον αφορά την ιθαγένεια, την ΟΝΕ, την αμυντική πολιτική και τη Δικαιοσύνη και Εσωτερικές Υποθέσεις» κατά τη σύνταξη των διατάξεων «οι οποίες προσαρτώνται στη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ενωση» (Σχέδιο της Συνθήκης του Αμστερνταμ, σελ. 189, Επίσημη Ελληνική Μετάφραση).

[4]Το πρόβλημα αφορά την απαγόρευση εισαγωγών στην ΕΕ βρεττανικών βοοειδών επικίνδυνων για τη δημόσια υγεία, εξαιτίας της γνωστής νόσου των «τρελλών αγελάδων». Υστερα από βρεττανική προσφυγή, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή γνωμάτευσε ότι οι παρόμοιες εισαγωγές δεν αποτελούν κίνδυνο, αλλά η Γαλλία έχει δηλώσει ότι δεν πρόκειται να πειθαρχήσει στη γνωμοδότηση και θα εξακολουθήσει να διατηρεί την απαγόρευση.