Η ΑΝΤΙΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΙΔΕΟΛΟΓΗΜΑ ΤΗΣ «ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ»

Η αντιδραστική αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης προβάλλεται από τις διεθνείς ιμπεριαλιστικές ενώσεις αλλά και τους ντόπιους εκπροσώπους της μονοπωλιακής άρχουσας τάξης σαν «αναγκαίο κακό» για τη μετάβαση σε μια «νέα» κοινωνία: Την «κοινωνία της γνώσης» ή καλύτερα «των γνώσεων», την «κοινωνία της μάθησης» ή «μορφωτική κοινωνία», για να αναφέρουμε τους συνήθεις χαρακτηρισμούς που αποδίδουν σε αυτή τη «νέα» κοινωνία οι αστοί κοινωνιολόγοι, οικονομολόγοι και πολιτικοί.

Η ασάφεια δεν περιορίζεται στην ονομασία. Πότε αρχίζει η μετάβαση σε αυτήν την κοινωνία και πότε τελειώνει είναι στην ευχέρεια του καθενός απ’ ό,τι φαίνεται να το αποφασίσει, επιλέγοντας αυθαίρετα ένα καθοριστικό κατά τη γνώμη του κριτήριο. Αλλοι θεωρούν καθοριστικής σημασίας την εμφάνιση του υπολογιστή, για τη σημασία που δόθηκε στην πληροφορία, άλλοι την εμφάνιση της Ιαπωνίας στο στίβο των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Ενας σύγχρονος, μάλιστα, Αμερικάνος οικονομολόγος, ο Πήτερ Ντράκερ, «σύγχρονος» όσο και οι πρώτες θεωρίες της «μετακαπιταλιστικής» κοινωνίας που διατύπωσε από τη δεκαετία του ’40, αποφασίζει αίφνης στο τελευταίο του βιβλίο το 1994, ότι η μετάβαση ξεκίνησε στις ΗΠΑ μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, με κάποιο νόμο «περί δικαιωμάτων των στρατευμένων», σύμφωνα με τον οποίο οι βετεράνοι στρατιώτες χρηματοδοτούνταν για να σπουδάσουν στο πανεπιστήμιο! Ταυτόχρονα υπογραμμίζει: «Μόνο όμως με την κατάρρευση του μαρξισμού και της ιδεολογίας του κομμουνισμού ως συστήματος έγινε απόλυτα σαφές ότι εισήλθαμε σε μια νέα και διαφορετική κοινωνία»[1].

Πότε θα ολοκληρωθεί η «μεταμόρφωση» αυτό είναι ένα άλλο ασαφές ζήτημα, όχι ιδιαίτερης σημασίας για τους αστούς ιδεολόγους, αφού με σιγουριά βαδίζουμε προς μια τέτια κοινωνία είτε ήδη είμαστε είτε μόλις μπαίνουμε. Ισως όμως και να μη φτάσουμε ποτέ, αν δεν προσαρμοστούμε στα νέα δεδομένα της αβεβαιότητας στην εργασία και τη ζωή, που κατά την ΕΕ επιφέρουν οι «τρεις κινητήριοι κλονισμοί»: οι τεχνολογίες της πληροφορίας, η διεθνοποίηση και ο επιστημονικός τεχνικός πολιτισμός. Οπως αποσαφηνίζεται στο «Λευκό Βιβλίο για την εκπαίδευση και την κατάρτιση, διδασκαλία και εκμάθηση προς την κοινωνία της γνώσης[2]», οι νέες δυνατότητες πρόσβασης στην πληροφόρηση «απαιτούν από τον καθένα μια προσπάθεια προσαρμογής, για να οικοδομήσει μόνος του την ειδίκευσή του, ανασυνθέτοντας διάσπαρτες στοιχειώδεις γνώσεις. Η κοινωνία του μέλλοντος θα είναι άρα μια κοινωνία της γνώσης»!

Παρατηρούμε ότι η θεωρία της «κοινωνίας της γνώσης» έχει άμεση χρησιμότητα ως συνήγορος υπεράσπισης της κρατικής πολιτικής των μονοπωλίων στην εκπαίδευση. Στην περίπτωση αυτή, όμως, που η θεωρία δοκιμάζεται στην πράξη και ο λαός μας αποκτά την πικρή πείρα της απομαζικοποίησης της βασικής-γενικής εκπαίδευσης και τη στροφή προς πρόωρες και ισόβια εναλλασσόμενες επαγγελματικές καταρτίσεις, το χάσμα μεταξύ θεωρίας και πράξης καταμαρτυρεί ότι το ελπιδοφόρο όραμα ήταν «μαϊμού», καθώς η πλειοψηφία της κοινωνίας μας οδηγείται στην αμορφωσιά, την αγωνία για το μέλλον και την απόγνωση. Το έγκλημα αυτό συντελείται σήμερα μπρος τα μάτια μας.

Το ιδεολόγημα επιτελεί όμως παράλληλα μια δεύτερη λειτουργία για την παραπλάνηση των συνειδήσεων, υπηρετώντας τη στρατηγική της αστικής τάξης, καθώς προσδίνει μεταβατικό-περιστασιακό χαρακτήρα στις εγγενείς αντιθέσεις του καπιταλισμού και δημιουργεί την αυταπάτη ότι μπορούν οι συνέπειές τους να αντιμετωπιστούν σε όφελος του λαού, χωρίς σύγκρουση με την οικονομική και πολιτική εξουσία των μονοπωλίων, χωρίς κοινωνική ανατροπή. Η θεωρία της «μετακαπιταλιστικής κοινωνίας», τάχα μεταβατικής προς την «κοινωνία της γνώσης», στην οποία συγκλίνουν σήμερα τα κυρίαρχα ρεύματα της σύγχρονης αστικής κοινωνιολογίας, αναλαμβάνει το καθήκον της ιδεολογικής υποστήριξης του καπιταλισμού για να βγει αλώβητος από την κρίση του. Να αντιμετωπίσει δηλαδή, χωρίς «κοινωνικούς κραδασμούς», τη βασική οικονομική του αντίθεση ανάμεσα στην ολοένα αυξανόμενη κοινωνικοποίηση της εργασίας και την ατομική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της, με τις μορφές και ρυθμίσεις που αντιστοιχούν στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, στον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό, όπου κριτήριο τόσο της συνένωσης όσο και του ανταγωνισμού είναι το μονοπωλιακό υπερκέρδος. Είναι μια προσπάθεια καταδικασμένη να αναπαραγάγει τις ανταγωνιστικές αντιθέσεις σε μεγαλύτερη έκταση και με μεγαλύτερη οξύτητα. Γι’ αυτό και οι αστικές θεωρίες δεν μπορούν να υπηρετήσουν την κοινωνική πρόοδο. Στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, ήδη, οι Μαρξ και Ενγκελς εξηγούσαν πως η αστική τάξη δεν έχει πια να παίξει ιστορικά προοδευτικό ρόλο: «οι αστικές σχέσεις έγιναν πάρα πολύ στενές για να περιλάβουν τα πλούτη που δημιουργήθηκαν απ’ αυτές. Πώς ξεπερνά η αστική τάξη τις κρίσεις; Από το ένα μέρος καταστρέφοντας αναγκαστικά μάζες από παραγωγικές δυνάμεις. Από το άλλο, καταχτώντας καινούργιες αγορές και εκμεταλλευόμενη πιο βαθιά τις παλιές. Πώς λοιπόν; Προετοιμάζοντας πιο ολόπλευρες και πιο τεράστιες κρίσεις και ελαττώνοντας τα μέσα για να προλαβαίνει τις κρίσεις[3]».

Αυτήν την αλήθεια δύσκολα πια μπορούν να την κρύψουν οι αστοί ιδεολόγοι, γι’ αυτό και δεν τολμούν να βαφτίσουν το όραμά τους με το όνομα «καπιταλισμός». Ακόμα και όταν το προβλεπόμενο μέλλον έμοιαζε να αντιγράφει το καπιταλιστικό παρόν μιας αναπτυγμένης ιμπεριαλιστικής δύναμης, (στην περίπτωση του Ζμπίγκνιεφ Μπρζεζίνσκι η «μεταβιομηχανική τεχνοτρονική κοινωνία» ακολουθεί το πρότυπο των ΗΠΑ, που αποτελούν «το κοινωνικό εργαστήρι του κόσμου») και προβαλλόταν σαν αντίδοτο στη επιστημονική νομοτέλεια αντικατάστασης του καπιταλισμού από το σοσιαλισμό, ακόμη και τότε η ιδανική κοινωνία δε φέρνει το όνομα καπιταλισμός. Σύμφωνα με τον προαναφερόμενο τα προβλήματα της «Αμερικής στο κατώφλι του 21ου αιώνα» οφείλονται στην «αναπτυξιακή αρρώστεια» κατά τη μετάβαση από ένα επίπεδο τεχνικής στο άλλο. Αποκρύπτεται έτσι η ταξική ρίζα των προβλημάτων και όλα ανάγονται στη σύγκρουση ανάμεσα «στη νέα κοινωνία της πρωτοπόρας οικονομίας και κοινωνικής υγείας και την παλιά διαλυόμενη βιομηχανική κοινωνία. Το ζήτημα επομένως είναι να απαλλαγούμε από τα υπολείμματα των φαινομένων του παρελθόντος»[4] (βλ. τα αντιμπεριαλιστικά-αντιμονοπωλιακά αιτήματα και τις δυνάμεις του ταξικού εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος). Αυτά γράφονται στη δεκαετία του ‘60 και ’70, άρα ο φανατισμός με τον οποίο οι αστοί προσπαθούν να παραμερίσουν το σοσιαλισμό σαν κοινωνική προοπτική, δεν είναι κάτι που πρωτοφανερώνεται σήμερα. Ομως στις συνθήκες του σημερινού συσχετισμού δύναμης ο αντικομμουνισμός γίνεται σχεδόν αξίωμα, που τον επαναλαμβάνουν χωρίς να νοιώθουν την ανάγκη να τον δικαιολογήσουν. «Η νέα κοινωνία - που είναι ήδη παρούσα - είναι η μετακαπιταλιστική κοινωνία. Η νέα αυτή κοινωνία θα χρησιμοποιήσει σίγουρα -ας το επαναλάβουμε- την ελεύθερη αγορά ως το μοναδικό δοκιμασμένο μηχανισμό οικονομικής ολοκλήρωσης. Δε θα είναι μια «αντικαπιταλιστική» κοινωνία. Δε θα είναι καν μια μη-καπιταλιστική κοινωνία... Το μόνο που δεν είναι η επόμενη κοινωνία είναι μια μαρξιστική κοινωνία»[5]

Η επίθεση στην επιστημονική κοσμοθεωρία της εργατικής τάξης, τη μαρξιστική θεωρία υλιστικής εξήγησης της κοινωνικής εξέλιξης, αποσκοπεί να οδηγήσει ιδιαίτερα τους νέους ανθρώπους, την αυριανή εργατική τάξη, στη μοιρολατρική αποδοχή του καπιταλιστικού συστήματος, όπως αυθόρμητα αντανακλάται στην κοινωνική συνείδηση. «Ο καθένας για τον εαυτό του και ο θεός για όλους», έτσι περιέγραφε αυτό το δόγμα ο Λένιν. Εκεί καταλήγει η ελπίδα για το μέλλον, όταν συνοδεύεται από την κατηγορηματική άρνηση του μαρξισμού- λενινισμού: «Η πιο διεστραμμένη εγκόσμια πίστη που επαγγελλόταν τη λύτρωση μέσω της κοινωνίας ήταν ο μαρξισμός. Ο κομμουνισμός, το σύστημα, είχε τους ήρωές του. Ο μαρξισμός όμως, η θρησκευτική πεποίθηση, δεν έχει ούτε ένα ήρωα. Σίγουρα όμως η κατάρρευση του μαρξισμού ως θρησκευτικής πεποίθησης σημαδεύει το τέλος της πίστης στη σωτηρία δια μέσου της κοινωνίας. Τί θα ακολουθήσει δε μπορούμε να το ξέρουμε. Μπορούμε όμως να ελπίζουμε και να προσευχόμαστε. Μήπως τίποτε άλλο από τη στωική εγκαρτέρηση; Μήπως μια αναγέννηση της θρησκευτικής παράδοσης, που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες και τις προκλήσεις του προσώπου στην κοινωνία των γνώσεων;... Παρά ταύτα η λύτρωση, η αυτοανανέωση, η πνευματική ανάπτυξη, η καλοσύνη και η αρετή θα είναι και πάλι αντιληπτά ως υπαρξιακοί μάλλον παρά ως κοινωνικοί σκοποί ή πολιτικές συνταγές. Το τέλος της πίστης στη σωτηρία δια της κοινωνίας σημαδεύει σίγουρα μια στροφή προς τα μέσα. Καθιστά δυνατή μια ανανεωμένη έμφαση στο άτομο, στο πρόσωπο. Μπορεί ακόμη και να οδηγήσει - ή τουλάχιστον μπορούμε να το ελπίζουμε - σε μια επιστροφή στην ατομική ευθύνη»[6]. Ο καπιταλισμός στην κρίση του μόνο τέτια οράματα μπορεί να προπαγανδίζει. Κάτι έμαθαν οι σύγχρονοι αστοί από τους παλιότερους μελλοντολόγους, όπως τον Herman Κahn, επίσης οπαδό της μεταβιομηχανικής κοινωνίας, που την έβλεπε «να διαφέρει από την ελληνιστική κοινωνία της Ελλάδας κατά το ότι ο καθένας θα είναι πλούσιος. Ολοι θα μπορούν να κάνουν τη ζωή ενός τζέντλεμαν ή ενός Νεοεπίκουρου»[7]. Οι σύγχρονοι αστοί αποφεύγουν τέτοιες υπεραισιόδοξες προβλέψεις, παραδεχόμενοι έμμεσα ότι η προσωρινή ήττα του σοσιαλισμού δεν αλλάζει το αντικειμενικό φαινόμενο της εσωτερικής κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος.

 

Η «ΜΕΤΑΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ» ΣΕ ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ

Τι είναι επιτέλους η νέα κοινωνία και πώς θα έρθει; «Η κοινωνία των γνώσεων είναι μια κοινωνία, όπου ο βασικός οικονομικός πόρος - ο «συντελεστής της παραγωγής» για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο των οικονομολόγων - δεν είναι πια το κεφάλαιο, ούτε οι φυσικοί πόροι, το «έδαφος» των οικονομολόγων, ούτε η «εργασία».. Είναι και θα είναι οι γνώσεις»[8]. Παρόμοιος διευκρινιστικός ορισμός δίνεται για τη «μορφωτική κοινωνία, όπου τα πάντα μπορούν να αναχθούν σε ευκαιρίες μάθησης και ανάπτυξης του ταλέντου που διαθέτει ο καθένας[9]».

Τα ντοκουμέντα των κοινά συμφωνημένων πολιτικών στις διεθνείς ιμπεριαλιστικές ενώσεις και οργανισμούς ακολουθούν τα παραπάνω. Σε ανακοίνωση της Επιτροπής της ΕΕ για μια Ευρώπη της γνώσης, ξεκινώντας από τη διαπίστωση ότι έχουμε μπει σε αυτήν, προτείνει να αναγορευθούν οι πολιτικές που αποτελούν την κινητήρια δύναμή της (καινοτομία, έρευνα, εκπαίδευση, κατάρτιση) σε έναν από τους κύριους άξονες των εσωτερικών πολιτικών της ΕΕ: «Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μαζί με την απασχόληση αλλά και η προσωπική ολοκλήρωση των ευρωπαίων πολιτών, δεν εξαρτώνται ούτε και πρόκειται πλέον να εξαρτώνται από την παραγωγή υλικών αγαθών. Στο εξής ο πραγματικός πλούτος συνδέεται με την παραγωγή και τη διάδοση της γνώσης, και εξαρτάται κυρίως από τις προσπάθειές μας στους τομείς της έρευνας, της εκπαίδευσης και της κατάρτισης και από την ικανότητά μας να προωθήσουμε την καινοτομία»[10].

Οπως μας διαφωτίζουν οι Carnoy και Castells: «Στην κοινωνία της πληροφορίας η διάκριση χρόνου εργασίας και ελεύθερου χρόνου θα πρέπει να πάψει να υπάρχει και ο εργαζόμενος θα πρέπει να χρησιμοποιεί τον ελεύθερο χρόνο του για να μαθαίνει ή να μαθαίνει τους άλλους για να γίνουν πιο αποδοτικοί, για να συμπληρώνει το εισόδημά του μέσα από αυτοαπασχόληση στο σπίτι του κ.ο.κ... Η γνώση μπορεί να παίξει έναν ειδικό ρόλο στα μεταβατικά σημεία της ζωής των ατόμων, βοηθώντας τα να επαναπροσδιορίσουν τους εαυτούς τους σε πολλαπλά σημεία εισόδου και εξόδου από την εργασία… Η αντίληψη μιας εγγυημένης «δια βίου εργασίας» ανήκει στο παρελθόν... Να γίνει αποδεκτή η παρούσα κατάσταση της επαγγελματικής αβεβαιότητας και να βοηθήσουμε τους πολίτες να το αντιμετωπίσουν ως διαρκή κατάσταση. Κεντρικός άξονας γι’ αυτό η δια βίου εκπαίδευση...

Αφού το άτομο δε μπορεί να γυρίσει στο χαμένο παράδεισο ενός δομημένου, σταθερού κόσμου (στην εργασία, στην οικογένεια, στην κοινότητα, στο συνδικάτο, στην εκκλησία, στο κράτος) αυτός /αυτή θα πρέπει να μάθουν να «μπαλώνουν» μαζί τη ζωή μέσα σε μια σειρά από ημι-αβεβαιότητες. Πολλά συστατικά της ζωής θα βρουν καινούριες ισορροπίες στη διάρκεια της κρίσης και το σύνολο θα παραμείνει ένα σταθεροποιημένο περιβάλλον. Οπως οι επιχειρήσεις θα πρέπει να λειτουργούν αβέβαια στο νέο τεχνολογικό και επιχειρησιακό κόσμο, το άτομο θα πρέπει να διαχειρίζεται τη ζωή του σε καταστάσεις το ίδιο απρόβλεπτες, αν και χωρίς πανικό»[11].

Τα παραπάνω κατά το δυνατό εκτενή αποσπάσματα, κατά τη γνώμη μας είναι ενδεικτικά στην περιγραφή ενός κοινωνικοοικονομικού συστήματος, που «διακρίνεται» από το σημερινό στον ακόμη πιο έντονο βαθμό εκμετάλλευσης, στην επέκταση της ανεργίας και την πλήρη χειραγώγηση των συνειδήσεων. Με ελκυστικά ονόματα, επομένως, καμουφλάρεται η κοινή επιθυμία και επιδίωξη του μονοπωλιακού κεφαλαίου, μέσα από κρατικές και διακρατικές ρυθμίσεις και μέσα από τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, να αυξήσει την κερδοφορία του και πάνω απ’ όλα να διατηρήσει την οικονομική κυριαρχία και την πολιτική εξουσία του.

Αν θέλαμε να αποδείξουμε του λόγου τα αληθή, θα χρειαζόταν να ανατρέξουμε στη διεξοδική αντιπαράθεση που έκαναν οι μαρξιστές στους πατέρες και παππούδες της θεωρίας της υποτίθεται «μετακαπιταλιστικής» κοινωνίας, που θα προέλθει τάχα από την ειρηνική μετεξέλιξη του καπιταλισμού. Η αναφορά εδώ δε θα μπορούσε παρά να είναι επιγραμματική, καθώς καταγράφονται πάνω από δεκαπέντε παραλλαγές της θεωρίας μόνο με το πρόθεμα «μετά»[12].

Η διασημότερη παραλλαγή είναι αυτή της «μεταβιομηχανικής» κοινωνίας - τον όρο εισηγήθηκε επίσημα ο Μπελλ το 1968 - που ο ίδιος την ονόμαζε και «κοινωνία της επιστήμης». Οι θεωρητικές πηγές αυτής της θεωρίας θα πρέπει να αναζητηθούν, από κοινωνιολογική άποψη, στα «τρία στάδια ανάπτυξης της κοινωνίας» του Ωγκύστ Κοντ και στην «τεχνοκρατική επανάσταση των μάνατζερ» του Τζέιμς Μπέρνχαμ, ενώ από οικονομική άποψη μια αναδρομή στον Κέϋνς δεν θα ήταν άσκοπη. Το βασικό σημείο όλων αυτών των θεωριών ανεξάρτητα από το όνομά τους (θεωρία των σταδίων οικονομικής ανάπτυξης του Ρόστοου, βιομηχανική κοινωνία του Ρεϋμόν Αρόν, μοντέρνα βιομηχανική κοινωνία του Γκαλμπρέιθ, της τεχνοτρονικής εποχής του Μπρζεζίνσκι, του τριτογενούς πολιτισμού του Φουραστιέ) είναι η απομόνωση της επιστήμης και ιδιαίτερα της τεχνικής (=των εργαλείων παραγωγής) από τον κοινωνικό χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων και τις σχέσεις παραγωγής και η αναγωγή της τεχνολογίας σε κινητήρια δύναμη της κοινωνικής προόδου, καθοριστική για το χαρακτήρα όλου του κοινωνικού συστήματος (τεχνολογικός ντετερμινισμός). Γίνεται έτσι προσπάθεια να καλλιεργηθεί η ιδέα, που απαλλάσσει σήμερα τον καπιταλισμό, ότι ανεξάρτητα από τις σχέσεις παραγωγής είναι δυνατή η ανεμπόδιστη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.

Ως βάση διαίρεσης της παγκόσμιας ιστορίας χρησιμοποιείται, γι’ αυτό το σκοπό, το τεχνικό επίπεδο της παραγωγής και ο κλαδικός και επαγγελματικός καταμερισμός της εργασίας. Ετσι έχουμε διαδοχικά: α) την πρωτογενή σφαίρα της οικονομικής δραστηριότητας (αγροτική οικονομία), β) τη δευτερογενή σφαίρα (βιομηχανία) και γ) την τριτογενή σφαίρα των υπηρεσιών (παιδεία και επιστήμη). Αντίστοιχα σε αυτές τις μορφές κοινωνικής οργάνωσης υποτίθεται πως κυριαρχούν: 1. Οι κληρικοί και φεουδάρχες 2. Οι επιχειρηματίες και 3. Οι επιστήμονες -τεχνοκράτες.

Η αυθαίρετη απόσπαση των παραγωγικών δυνάμεων από τη διαλεκτική τους ενότητα με τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής, και μάλιστα από τις σχέσεις ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, δημιουργεί ατέλειωτη σύγχυση γύρω από την αντικειμενική βάση του διαχωρισμού της κοινωνίας σε τάξεις, την προέλευση των τάξεων και την προοπτική τους, με άλλα λόγια συνολικά τον καθορισμό του τρόπου παραγωγής και τη δυνατότητα ανατροπής του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος. Προσπαθούσαν και προσπαθούν να αποκρύψουν ότι η πάλη των τάξεων, σαν έκφραση της βασικής οικονομικής αντίθεσης, είναι η κινητήρια δύναμη της κοινωνίας και τελικά να υποκαταστήσουν με ευχολόγια την ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης να δημιουργήσει την ιστορικά νέα αταξική κοινωνία.

Η αυθαιρεσία αυτή οδήγησε, όπως αναμενόταν, σε απερίγραπτα αδιέξοδα σχετικά με την ιστορική εξέλιξη της κοινωνίας. Τσουβαλιάζονται για παράδειγμα στο «προβιομηχανικό» στάδιο αταίριαστοι από κάθε άποψη κοινωνικοοικονομικοί σχηματισμοί. Αυτό οδήγησε σε ατέλειωτη σταδιολογία και σχέδια επί χάρτου το ένα πιο ξεκαρδιστικό από το άλλο, ως προς τα συμπεράσματά του. Χαρακτηριστικά, ο Ντράκερ ανακαλύπτει μια «προβιομηχανική επανάσταση» μεταξύ 700-1100 μ. Χ. σαν αποτέλεσμα τεχνολογικής αλλαγής που δημιούργησε δύο εντελώς νέες τάξεις, τον ιππότη και το βιοτέχνη. Η αλλαγή αυτή ήταν η «ανακάλυψη του αναβολέα» που μετέτρεψε τον καβαλάρη σε «πολεμική μηχανή», και καθώς αυτός στηρίχτηκε από το «στρατιωτικοαγροτικό» σύμπλεγμα της εποχής και του παραχώρησαν σαν αντάλλαγμα χτήμα, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο αναβολέας δημιούργησε τη φεουδαρχία! Με τέτιους συλλογισμούς όταν φτάνει στον 19ο αιώνα ο Ντράκερ διαπιστώνει ότι οι προλετάριοι ήταν σχεδόν ανύπαρκτοι! Η υποκατάσταση του μαρξισμού από ψευδοεπιστημονικές ερμηνείες αποδείχτηκε ότι δεν είναι και τόσο εύκολη υπόθεση.

Ομως όλη η ιστορία της κοινωνικής εξέλιξης δείχνει ότι κι η επιστήμη, είτε σα στοιχείο του εποικοδομήματος είτε σαν παραγωγική δύναμη, υπόκειται σε κοινωνικούς καταναγκασμούς και στις συνθήκες των εκμεταλλευτικών κοινωνιών σε κοινωνικούς ανταγωνισμούς. Εκδηλώθηκε με τραγικό τρόπο η χρήση της από τους εκμεταλλευτές, όπως και η ευθύνη των επιστημόνων, που στην προσπάθειά τους να κρατηθούν ουδέτεροι στην ταξική πάλη, γίνονται υποχείρια της εξουσίας. Το γεγονός ότι χωρίς ταξική πάλη δεν απελευθερώνεται η επιστήμη για να παίξει τον κοινωνικό της ρόλο, υπογραμμίζεται από τον Μπέρτολτ Μπρεχτ, όταν μετά τη ρίψη της ατομικής βόμβας ξαναγυρίζει στο θεατρικό του έργο «Ο βίος του Γαλιλαίου» και βάζει στο στόμα του μεγάλου μαθηματικού και αστρονόμου τα παρακάτω λόγια: «Ακόμα κι ένας έμπορας μαλλιού πρέπει να ενδιαφέρεται, πέρα από το να αγοράσει φτηνά και να πουλήσει ακριβά, επίσης για την ανεμπόδιστη διεξαγωγή του εμπορίου του μαλλιού. Η παρακολούθηση της επιστήμης μου φαίνεται, σχετικά μ’ αυτό, πως απαιτεί μεγάλη γενναιότητα. Ασχολείται με τη γνώση που κερδίζεται από την αμφιβολία. Να κερδίσει γνώση για όλους, πάνω απ’ όλα γνοιάζεται, να γεννήσει την αμφιβολία σε όλους. Ομως το μεγάλο μέρος του πληθυσμού εξουσιάζεται από τους άρχοντες, τους γαιοκτήμονες και τους ιερωμένους μέσα σε μια μαργαριταρένια ομίχλη δεισιδαιμονίας και αρχαίων λόγων, που αποκρύπτει τις μηχανορραφίες αυτών των ανθρώπων... Μας πλημμύρισαν με απειλές και δελεασμούς, που δεν μπορούν να τους αντισταθούν οι αδύνατες ψυχές. Ομως μπορούμε να αρνηθούμε τον εαυτό μας στο πλήθος κι εντούτοις να μείνουμε επιστήμονες; Αποχτήσαμε κάποιαν εποπτεία πάνω στις κινήσεις των ουρανίων σωμάτων, όμως έξω από κάθε υπολογισμό είναι ακόμα οι κινήσεις των κυριάρχων για τους λαούς... Για ποιο σκοπό εργαζόσαστε; Θεωρώ πως ο μοναδικός σκοπός της επιστήμης έγκειται στο ξαλάφρωμα της ανθρώπινης ύπαρξης από το μόχθο. Οταν επιστήμονες, τρομοκρατημένοι από ιδιοτελείς δυνάστες, αρκούνται να συγκεντρώνουν γνώσεις χάριν της γνώσεως, μπορεί η επιστήμη να καταντήσει σακάτης και οι καινούργιες σας μηχανές να σημάνουν μονάχα καινούργιες δυστυχίες. Μπορεί ν’ ανακαλύψετε με τον καιρό όλα, όσα είναι δυνατό ν’ ανακαλυφθούν, και η πρόοδός σας δεν θα ‘ναι παρά μια πορεία απομάκρυνσης από την ανθρωπότητα. Το χάσμα ανάμεσα σε σας και σ’ αυτήν θα ΄ναι μια μέρα τόσο μεγάλο, που η κραυγή του θριάμβου σας για μια καινούργια κατάχτηση, να δεχτεί σαν απάντηση μια παγκόσμια κραυγή φρίκης».

Εμείς δε θ’ αρνηθούμε βέβαια την αλματώδη ανάπτυξη της τεχνολογίας στην εποχή μας - αντίθετα υποστηρίζουμε ότι ο καπιταλισμός επαναστατικοποιεί διαρκώς τα μέσα παραγωγής. Ομως, στον καπιταλισμό, στο βαθμό που η επιστήμη εφαρμόζεται στην κοινωνική παραγωγή - πράγμα που γίνεται φανερό στη γενικευμένη εκμηχάνιση της παραγωγής - στον ίδιο βαθμό παρουσιάζεται σαν ξένη, εχθρική και εξουσιαστική απέναντι στην εργασία δύναμη[13]. Οι Μαρξ και Ενγκελς από τότε που έγραφαν τη «Γερμανική Ιδεολογία» υποστήριξαν ότι οι παραγωγικές δυνάμεις στις συνθήκες της ατομικής ιδιοκτησίας παίρνουν μια μονομερή ανάπτυξη, μετατρέπονται στο μεγαλύτερο μέρος τους σε αποσυνθετικές δυνάμεις. Ο ίδιος ο άνθρωπος, η πρώτη παραγωγική δύναμη αναπτύσσεται μονομερώς, αναπτύσσει μια ικανότητα για να βγάλει παθητικά τη δουλειά, χωρίς να κατανοεί την επιστήμη που ενσωματώνεται στα μέσα παραγωγής. Και ακριβώς επειδή δεν του ανήκουν τα μέσα παραγωγής, ο άνθρωπος καταστρέφεται και σαν παραγωγική δύναμη με την ανεργία, το αναγκαίο συμπλήρωμα των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής, το πλασματικό περίσσευμα ανθρώπων που λειτουργεί σαν εφεδρεία για την εντονότερη εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο. Πώς μπορεί να αλλάξει αυτό, χωρίς επαναστατική αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής, δηλαδή των σχέσεων ιδιοκτησίας;

Οι οπαδοί της μετάβασης του καπιταλισμού σε μια «κοινωνία της γνώσης» υποστηρίζουν εδώ πως οι τεχνοκράτες, καθώς ασκούν διευθυντικό ρόλο στην παραγωγή, διαδέχτηκαν στην εξουσία τους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής. Η κατοχή της γνώσης και όχι των μέσων παραγωγής έχει σύμφωνα με αυτούς σημασία. Ετσι, η επιστήμη και ιδιαίτερα η εφαρμογή της στην παραγωγή, η τεχνολογία, είναι το καθοριστικό κριτήριο για το χωρισμό των ανθρώπων σε «εργάτες γνώσης» και σε «εργάτες υπηρεσιών».

Η αναφορά στη «διευθυντική επανάσταση», στον ιδιαίτερο ρόλο του μάνατζμεντ, λειτουργία που, κατά το επιχείρημά τους, υποσκίασε την κατοχή κεφαλαίου όπως αυτή παρατηρείται στη μετοχοποιημένη επιχείρηση, δεν είναι κάτι νέο. Σαν άποψη ακολούθησε το πέρασμα του καπιταλισμού στο τελευταίο του στάδιο τον ιμπεριαλισμό. Στην πραγματικότητα εδώ έχουμε ακόμη μια εκδήλωση της εξέλιξης του καπιταλισμού, που όπως σημείωσε ο Μάρξ στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου, διαχώρισε τον διοικούντα την παραγωγή καπιταλιστή, ιδιοκτήτη μέρους του κεφαλαίου, από τους υπόλοιπους μετόχους - καπιταλιστές και γέννησε το ανώτερο διευθυντικό στρώμα, που είτε κατέχει άμεσα κεφάλαιο είτε σε μια πορεία αστικοποιείται. Αυτή η εξέλιξη προς το σχηματισμό μετοχικών εταιριών που «Αποκαθιστά σε ορισμένες σφαίρες το μονοπώλιο και προκαλεί γι’ αυτό την ανάμιξη του κράτους»[14], κάθε άλλο παρά σημαίνει παραμερισμό του μεγάλου κεφαλαίου από την εξουσία. Ομως ως αποτέλεσμα της ανώτατης ανάπτυξης της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, αποτελεί «αναγκαίο σημείο περάσματος για την ξαναμετατροπή του κεφαλαίου σε ιδιοκτησία των παραγωγών, όχι όμως σαν ιδιοκτησία ξεχωριστών παραγωγών, αλλά σαν ιδιοκτησία συνεταιρισμένων παραγωγών, σαν άμεσα κοινωνική ιδιοκτησία»[15].

Η άλλη συνέπεια, διαδικασία που προχωρά παράλληλα και δεν πρέπει να ξεχνάμε, είναι η προλεταριοποίηση του μεγάλου μέρους των τεχνικών, των μισθωτών που ασχολούνται με την εκπαίδευση της μάζας των εργατών κ.α. Διαδικασία που αποκαλύπτει πως η εργατική τάξη, που δεν ταυτίζεται με τους χειρώνακτες, αναπτύσσεται σημαντικά. Ετσι, οι εξελίξεις φανερώνουν την όξυνση αντί για την άμβλυνση των ταξικών αντιθέσεων του καπιταλισμού.

Οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι κάποια από τα παραπάνω στοιχεία αναγκάστηκαν κατά καιρούς να τα παραδεχτούν και οπαδοί των θεωριών της «μετακαπιταλιστικής» κοινωνίας. Για παράδειγμα ο Μπελλ, στο άρθρο του «Τεχνοκρατία και πολιτική», διαπιστώνει αντιφάσεις της «μεταβιομηχανικής κοινωνίας» και σημειώνει: «Δεν έχει σημασία τι είδους από τεχνική άποψη μπορεί να είναι οι κοινωνικές διαδικασίες, οι ριζικές αλλαγές στην κοινωνία παίρνουν πάντα πολιτική μορφή. Εκείνοι που στο κάτω-κάτω κατέχουν την πολιτική εξουσία δεν είναι οι τεχνοκράτες αλλά οι πολιτικοί»[16]. Τέτιες αντιφάσεις όμως δε μπορούν να εξηγηθούν και να αντιμετωπιστούν, ξέχωρα από το ζήτημα της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. Aλλωστε, όταν, για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Βιομηχάνων (ERT) συγγράφει το Φλεβάρη του 1995 έκθεση με τον τίτλο «Εκπαίδευση για Ευρωπαίους, προς την κοινωνία της μάθησης» δεν είναι μυστικό ποιός κρύβεται πίσω από την πολιτική και ποιός υπαγορεύει και την εκπαιδευτική πολιτική (βλ. Λευκό Βιβλίο της ΕΕ για την εκπαίδευση και την κατάρτιση προς την κοινωνία της γνώσης, 29.11.1995).

Δε θέλουμε να επιχειρηματολογήσουμε για τα «νέα δεδομένα», που δήθεν αποκαλύπτουν την καθοριστική μετάβαση σε μια «νέα κοινωνία της γνώσης», δεδομένα που υπήρχαν άλλα από τον προηγούμενο αιώνα και άλλα δεκαετίες πριν. Από τότε έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι και μιλά πια η πρακτική πείρα. Τί άλλο να μας πουν για την «παγκοσμιοποίηση» - (ψευδώνυμο του ιμπεριαλισμού στις σημερινές συνθήκες) - οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι για το ξαναμοίρασμα των αγορών και των ζωνών επιρροής, η στρατιωτικοποίηση των κοινωνιών και ό,τι αυτό σημαίνει για την κοινωνικο-οικονομική ανάπτυξη, η καταστροφή ολόκληρης της παραγωγικής βάσης χωρών, όπως της Ο. Δ. Γιουγκοσλαβίας στον τελευταίο πόλεμο, δεν είναι εξόφθαλμα παραδείγματα απόλυτα καθοδηγούμενης από το κεφάλαιο χρησιμοποίησης της επιστήμης για την ελεγχόμενη ανάπτυξη και καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων;

Και αρκετά με τις φλυαρίες για το διαδίκτυο (Ιντερνετ) και τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές - δεν είναι η βιομηχανία τους η τρίτη σε κέρδη μετά τα όπλα και τα ναρκωτικά κερδοφόρα αγορά των μονοπωλίων, δεν χρησιμοποιούνται για την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης στην εργασία και δεν καταγράφεται και στον τομέα επικοινωνίας ακόμη η κοινωνική ανισότητα και η ιμπεριαλιστική κυριαρχία;

Στην έκθεση του ΟΗΕ για την ανθρώπινη ανάπτυξη[17] αναφέρονται ορισμένα ενδεικτικά στοιχεία για το Ιντερνετ, με τον υπότιτλο παγκοσμιοποίηση της ανισότητας: «Οι τρεις πιο πλούσιοι άνθρωποι στον κόσμο μεταξύ αυτών και ο πρώην κύριος Ιντερνετ Μπιλ Γκέιτς, με συνολικά κέρδη 156 δις δολάρια, είναι πιο εύρωστοι οικονομικά από τον προϋπολογισμό των 43 πιο φτωχών χωρών. Η διαφορά στο εισόδημα μεταξύ του πλουσιότερου και φτωχότερου πέμπτου του παγκόσμιου πληθυσμού, με βάση το εθνικό κατά κεφαλήν εισόδημα, ήταν 74 προς 1 το 1997 σε σύγκριση με 30 προς 1 το 1960. Υπερδιπλασιάστηκε τα τελευταία 40 χρόνια. Το 86% το παγκόσμιου ΑΕΠ παράγεται στις πλουσιότερες χώρες, όπου κατοικεί το 20% του συνολικού πληθυσμού της γης, ενώ στις χώρες όπου ζει το φτωχότερο 20% των ανθρώπων παράγεται μόνο το 1% του ΑΕΠ. Η παγκοσμιοποίηση είναι μια διαδικασία ολοκλήρωσης όχι μόνο της οικονομίας αλλά και της κουλτούρας, της τεχνολογίας και της διακυβέρνησης. Η μεγαλύτερη βιομηχανία εξαγωγών σήμερα στις ΗΠΑ, όπου το 20% των ανθρώπων ζει κάτω από τα εθνικά όρια της φτώχειας είναι η ψυχαγωγία: τα φιλμ του Χόλυγουντ είχαν τζίρο 30 δις παγκοσμίως. Μπορεί τα αγγλικά να χρησιμοποιούνται στο 80% των ιστοσελίδων του Ιντερνετ αλλά ωστόσο λιγότεροι από 1 στους 10, μιλάει αυτή τη γλώσσα. Η πρόσβαση στο δίκτυο διαχωρίζει τους πλούσιους από τους φτωχούς, καθώς ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής κοστίζει στο μέσο άνθρωπο από το Μπαγκλαντές περισσότερο από το εισόδημα 8 χρόνων, ενώ στο μέσο Αμερικανό το μισθό ενός μήνα...»

Η «μετακαπιταλιστική κοινωνία των γνώσεων» δεν αποτελεί κάποια κοινωνική αναγκαιότητα. Είναι όπλο της ιδεολογικής προπαγάνδας του ιμπεριαλισμού ενάντια στο σοσιαλισμό και πρόσχημα της αντιλαϊκής πολιτικής. Η πρόκληση για «μετάβαση στη νέα αυτή κοινωνία» μεταφράζεται: Αφήστε τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, την ιδιοκτησία και το κράτος και προσαρμόστε την εκπαίδευση στις επιταγές του σημερινού συστήματος, τις ανάγκες της αγοράς για απασχολήσιμο δυναμικό αλλά και τις ανάγκες της εξουσίας για πειθήνιους «ευρωπαίους πολίτες». Αλλιώς, υπάρχει κίνδυνος: «Υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί χάσμα ανάμεσα σε μια μειονότητα ανθρώπων, που μπορούν με επιτυχία να βρουν το δρόμο τους μέσα στο νέο κόσμο που γεννιέται, και στην πλειονότητα των ατόμων, που αισθάνονται ότι βρίσκονται στο έλεος των γεγονότων και είναι αδύναμα να συμβάλουν στη διαμόρφωση του κοινού μέλλοντος της ανθρωπότητας, με όλες τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται για την παρακμή των δημοκρατικών θεσμών και τις επαναστατικές αντιδράσεις»[18].

 


Η Ρίτα Νικολαΐδου είναι μέλος του Τμήματος Παιδείας της ΚΕ του ΚΚΕ.

[1] Peter Drucker: «Η μετακαπιταλιστική κοινωνία», σελ. 16, εκδ. Γκούτενμπεργκ 1996, πρώτη έκδοση 1994.

[2] Επιτροπή Ε.Κ., 29.11.1995.

[3] Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», έκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 27.

[4] Brzezinski, «Η Αμερική στο κατώφλι του 21ου αιώνα», αλλά και «Between two Ages», σελ. 196, καθώς και «America in a Hostile World», 1976.

[5] Peter Drucker: ό.π. σελ. 13, εκδ. Γκούτενμπεργκ, 1996.

[6] Peter Drucker: ό.π. σελ. 24, εκδ. Γκούτενμπεργκ, 1996.

[7] Kahn H: «Εφοδος στο μέλλον», σελ. 359.

[8] J. Cassels: «Η μάθηση σε μια κοινωνία των γνώσεων», επίσης Π. Ντράκερ, ό.π..

[9] J. Delors: «Η εκπαίδευση: ένας θησαυρός κρύβεται μέσα της», έκθεση της διεθνούς επιτροπής της UNESCO, για την εκπαίδευση στον 21ο αιώνα.

[10] Ανακοίνωση της Επιτροπής της ΕΕ, «Για μια Ευρώπη της γνώσης», 12.11.1997.

[11] Carnoy και Castells: «Sustainable Flexibility: A prospective Study on Work, Family and Society in the Information Age» (Σχολή εκπαίδευσης, πανεπιστήμιο του Stanford, πανεπιστήμιο του Berkeley, Απρίλιος 1995).

[12] P. Noack: Zwischen Vogelflug und Zukunftsforschung. Uber die Grenzen sozialiwissenschaftlicher Prognosen, Frankfurter Allgemeine Zeitung, 1985. Βλ. και Αντράς Γκεντέ, «Φιλοσοφία της Κρίσης», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1994.

[13] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», «Για την ενσωμάτωση της επιστήμης στο προτσές αναπαραγωγής του κεφαλαίου».

[14] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. ΙΙΙ, σελ. 551.

[15] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. ΙΙΙ, σελ. 551.

[16] D. Bell: «Technocrasy and Politics» Syrney, Winder 1971.

[17] «Καθημερινή», 27.7.’99, «Οι πατρίκιοι και οι πληβείοι».

[18] J. Delors: «Η εκπαίδευση: ένας θησαυρός κρύβεται μέσα της». Εκθεση της διεθνούς επιτροπής της UNESCO, για την εκπαίδευση στον 21ο αιώνα, μετάφραση ΚΕΕ, σελ. 74.