Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ - ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΩΝ ΑΕΙ-ΤΕΙ

Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΕ ΚΑΙ Η ΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Προϋπόθεση για να κατανοήσουμε το ρόλο της ΕΕ στην εκπαίδευση είναι να προσεγγίσουμε το χαρακτήρα της: «Η ΕΟΚ εκφράζει την προσπάθεια συνένωσης των καπιταλιστικών χωρών της Δυτικής Ευρώπης στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού. Στα πλαίσια της ΕΟΚ εκφράζονται όλα τα γενικά χαρακτηριστικά του ιμπεριαλισμού και μάλιστα με οξυμένες μορφές»[1].

Ετσι, μιλώντας για τα χαρακτηριστικά και το ρόλο της ΕΕ, πρέπει πρώτ’ απ’ όλα να έχουμε υπόψη μας ότι αυτή εξυπηρετεί τα συμφέροντα του ευρωπαϊκού μονοπωλιακού κεφαλαίου με τα στρατηγικά σχέδια προώθησης καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων με στόχο την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και την ενίσχυση της θέσης του στον ανταγωνισμό με άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα (ΗΠΑ, Ιαπωνία), με τη μέγιστη δυνατή συσσώρευση και συγκεντροποίηση.

Οι ανάγκες συσσώρευσης του κεφαλαίου επιβάλλουν το διαρκές πέταγμα μαζών εργαζομένων -με χαμηλό εκπαιδευτικό υπόβαθρο- από την παραγωγική διαδικασία στην ανεργία. Απαιτούν έναν τύπο εργαζόμενου που θα μάθει να προσαρμόζει γρήγορα τη ζωή του στις εναλλαγές εργασίας - ανεργίας, στις αλλαγές επαγγελμάτων, τόπου κατοικίας, ωραρίων, συνθηκών εργασίας κλπ. (κινητικότητα, ευελιξία), δηλαδή στις κάθε φορά αδηφάγες ορέξεις του κεφαλαίου για ένταση της εκμετάλλευσης και χωρίς όρια κερδοφορία σε βάρος του.

Στα πλαίσια αυτά μάλιστα προβάλλεται η «νέα» εκπαιδευτική ανάγκη της «δια βίου εκπαίδευσης» με την έννοια της ισόβιας εναλλαγής της απασχόλησης με την ανεργία.

Η εκπαιδευτική αναδιάρθρωση δεν αφορά μόνο την ΕΕ, αποτελεί κοινά συμφωνημένη πολιτική στους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, γιατί συνδέεται με στρατηγικές επιλογές του κεφαλαίου, που αποβλέπει σε αλλαγές αναγκαίες στη σημερινή φάση για να εδραιωθεί και διασωθεί, για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της κρίσης το καπιταλιστικό σύστημα.

Η εκπαίδευση οφείλει να εξασφαλίζει το ελάχιστο μορφωτικό υπόβαθρο, για ν’ ακολουθήσει η στενή κατάρτιση και επανακατάρτιση για τη μεγάλη μάζα των «απασχολήσιμων» νέων, σε διάκριση από το ολιγάριθμο και επίλεκτο κομμάτι των τεχνοκρατών, που θα παίξουν διευθυντικό ρόλο στην παραγωγή, στην πλειοψηφία τους παιδιών της άρχουσας τάξης.

Χαρακτηριστικό από αυτή την άποψη είναι το απόσπασμα από τη Λευκή Βίβλο: «Η εκπαίδευση θα μπορούσε να εκλογικευτεί προβλέποντας λιγότερο μακροχρόνιες γενικές καταρτίσεις... Βραχύτερης διάρκειας και πρακτικότερες επαγγελματικές καταρτίσεις θα πρέπει να ενθαρρύνονται».[2]

Γίνεται φανερό ότι για την ΕΕ η μαζική εκπαίδευση καταλήγει σε σπουδές χαμηλού κόστους, σε εκγύμναση δεξιοτήτων ανάλογα με τις τρέχουσες και άμεσες ανάγκες της αγοράς και ακόμα σε εκμάθηση «στάσεων συμπεριφοράς». Με λίγα λόγια πρόκειται για μια συνολική επίθεση στο «νου και την ψυχή» της νεολαίας που αποσκοπεί στην ουσιαστική υποταγή της στα συμφέροντα των μονοπωλίων.

Ταυτόχρονα, επιδίωξη της ΕΕ είναι το χτύπημα του δημόσιου και δωρεάν χαρακτήρα της εκπαίδευσης και κυρίως η μεταβίβαση του συνολικού κόστους της όποιας εκπαίδευσης στον ίδιο το λαό (που ούτως ή άλλως είναι ήδη φορτωμένος με την πολιτική λιτότητας για την κατάκτηση του «εθνικού» στόχου της ΟΝΕ), γεγονός που θα οξύνει ακόμη περισσότερο τους ταξικούς φραγμούς στην εκπαιδευτική διαδικασία από τα πρώτα κιόλας στάδιά της.

Και σε αυτό το ζήτημα η Λευκή Βίβλος είναι αποκαλυπτική, αφού στις σελίδες της υποστηρίζεται ότι: «...οι ανάγκες σε εκπαίδευση, κατάρτιση, ασφάλεια κλπ. η ανάπτυξή τους δε μπορεί να είναι δωρεάν και να στηρίζεται στη σιωπηρή χρηματοδότηση από το φορολογούμενο... Απαιτούν τη δημιουργία νέων βάσεων πληρωμής ... «pay per use» (πλήρωσε για τη χρήση) ... Ο πολίτης θα έχει πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες σε ατομική βάση και αυτές θα του χρεώνονται ανάλογα».[3] Και συνεχίζει τονίζοντας την: «...ανάγκη μιας μεγαλύτερης συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα στα συστήματα εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης και στη διαμόρφωση των πολιτικών της εκπαίδευσης».[4]

Ετσι, η μετατροπή της δημόσιας παροχής της εκπαίδευσης σε επιχειρηματική δραστηριότητα παίρνει νέες, οξύτερες μορφές με απώτερο αποτέλεσμα η παροχή της να υπάγεται σε ένα γενικό νόμο της αγοράς «όσο πιο πολλά δίνεις τόσο πιο καλό εμπόρευμα παίρνεις». Η λογική όμως της «πρόσβασης στις δημόσιες υπηρεσίες σε ατομική βάση» υπηρετεί και μια άλλη επιδίωξη του κεφαλαίου, που έχει πιο έντονο ιδεολογικο-πολιτικό χαρακτήρα: Την προσπάθεια να εμφανιστεί και να πειστεί ο νέος και αυριανός εργαζόμενος ότι έχει ατομική ευθύνη για το επίπεδο εκπαίδευσής του και όχι το ίδιο το κοινωνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οπως επίσης, ότι έχει προσωπική ευθύνη για την εργασιακή προοπτική του, όπου πάλι ο ίδιος ευθύνεται για την ανεργία (αφού δε μπορεί να προσαρμοστεί στις νέες «δύσκολες» καταστάσεις) και όχι ο καπιταλισμός που τη δημιουργεί και την εντείνει. Ο στόχος είναι ξεκάθαρος: Να μάθει να «μπαλώνει» τη ζωή του, αυτοαπασχολούμενος ή καταρτιζόμενος για να διατηρεί την «ανταγωνιστικότητά» του στην αγορά εργασίας και να επιβιώνει «χωρίς πανικό», αλλά και χωρίς απαιτήσεις, όνειρα και διεκδικήσεις.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία στοχεύουν και στον κατακερματισμό της εργατικής τάξης, δημιουργούν νέους και οξύνουν παλιούς ανταγωνισμούς στους κόλπους της, ώστε να παρεμβάλουν νέες δυσκολίες στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης, συγκαλύπτουν την ταξική ουσία του προβλήματος, καλλιεργούν στρεβλή συνείδηση ενισχύοντας στο έπακρο τους όρους της πλήρους υποταγής του εργάτη στο κεφάλαιο χωρίς δυνατότητες αντίστασης.

Σε αυτό το σημείο μάλιστα μπορούμε να αναφέρουμε τα σχόλια του Δ. Γ. Τσαούση, καθηγητή του Παντείου, για την έκθεση «Ποιότητα και συνάφεια» της IRDAG (Συμβουλευτική Επιτροπή για τη Βιομηχανική Ερευνα και Ανάπτυξη): «Οι επιχειρηματικές έννοιες, οι αντιλήψεις περί κόστους και ο επαγγελματισμός πρέπει να μεταδίδονται από τα πρώτα στάδια της ζωής» (σελ. 32). Ενώ στο ερώτημα «πόσο χρόνο διαθέτει ο εργαζόμενος στη δουλιά», είναι ξεκάθαρος, υποστηρίζοντας ότι: «...η αύξουσα ελαστικότητα του χρόνου απασχόλησης και η δυνατότητα εργασίας κατ’ οίκον αρχίζει να καθιστά δυσδιάκριτη την παραδοσιακή διαφορά μεταξύ χρόνου απασχόλησης και ελεύθερου χρόνου» (σελ. 22).

Με λίγα λόγια η νέα τάξη πραγμάτων απαιτεί 24 ώρες διαθεσιμότητας στις ανάγκες της επιχείρησης.

 

ΤΑ «ΠΑΚΕΤΑ» ΤΗΣ ΕΕ - ΤΟ ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ

Οι επιδιώξεις της ΕΕ για την εκπαίδευση υλοποιούνται κυρίως μέσα από τις αποφάσεις της κυβέρνησης, τους νόμους, τα διατάγματα κλπ.. Κύριος άξονας και «εργαλείο» για την υλοποίηση αυτής της πολιτικής είναι τα περίφημα κοινοτικά κονδύλια. Σύμφωνα με κείμενο του Υπ. Παιδείας: «Βασικό υποβοηθητικό εργαλείο για την επίτευξη των στόχων της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης είναι το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Εκπαίδευσης και Αρχικής Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΕΠΕΑΕΚ). Το πρόγραμμα αυτό, συνολικού ύψους 560 δις δρχ. περίπου, είναι το μεγαλύτερο επιχειρησιακό πρόγραμμα ανθρωπίνων πόρων στην Ελλάδα...» (σημείωση: Εδώ πρόκειται για το ΕΠΕΑΕΚ Ι και όχι για το ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ του οποίου το μέγεθος των αρμοδιοτήτων αλλά και το συνολικό ποσό υπολογίζεται στα 2 τρις δρχ.).

Τα ποσά αυτά συνδυάζονται με την κρατική υποχρηματοδότηση και έχουν ταυτόχρονα ένα ξεκάθαρο, συγκεκριμένο προσανατολισμό - όσον αφορά τις δραστηριότητες που χρηματοδοτούνται. Ουσιαστικά μέσα από τα κοινοτικά προγράμματα προσαρμόζεται ολοένα και πιο οργανικά το εκπαιδευτικό σύστημα στις απαιτήσεις των μονοπωλίων. Για παράδειγμα το ΕΠΕΑΕΚ Ι, χρηματοδότησε τα προγράμματα του ενιαίου Λυκείου και των ΤΕΕ, την αντιδραστική μεταρρύθμιση στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, προωθώντας έτσι την ταξική διαφοροποίησή της για την πιο φθηνή και μαζική αναπαραγωγή των «απασχολήσιμων» και την πιο αυστηρή επιλογή της ελίτ.

Στο σημείο αυτό είναι ανάγκη να αναφερθούμε στο ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ, το νέο πρόγραμμα για την επίτευξη των αναδιαρθρώσεων στο σύνολο του εκπαιδευτικού συστήματος, στα πλαίσια του Γ΄ ΚΠΣ.

Εκείνο που χαρακτηρίζει το ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ είναι ο στρατηγικός χαρακτήρας των προτάσεών του που στοχεύουν σε ριζικές αντιδραστικές αλλαγές, στην ίδια τη φυσιογνωμία και το χαρακτήρα, ιδιαίτερα της ανώτατης εκπαίδευσης (ισχυρό κίνητρο τα 667 δις δρχ. περίπου, που προβλέπονται για τα ΑΕΙ ποσό υψηλό σε σχέση με τα 176 δις δρχ. του ΕΠΕΑΕΚ Ι). Δεν κάνουμε εδώ εκτεταμένη αναφορά στο πρόγραμμα αυτό, γι’ αυτό και η κριτική μας θα εντοπιστεί στο γενικό προσανατολισμό των στόχων που αφορούν τα ΑΕΙ, με βάση το κείμενο: «Εισήγηση για την ένταξη των Πανεπιστημίων στο 3ο ΚΠΣ 2000-2006». Ο χαρακτήρας αυτής της «εισήγησης» είναι να προσδιορίσει το γενικό στίγμα των αναδιαρθρώσεων στα ΑΕΙ, με σκοπό αυτά να «ανταποκριθούν στην αποστολή τους σε περιφερειακό, εθνικό και διεθνές επίπεδο» (σελ. 1). Δηλαδή σύμφωνα με τους προπαγανδιστές της αστικής πολιτικής, «να συμβάλουν στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία».

Για τους συντάκτες της εισήγησης, οι παράγοντες που καθορίζουν τους νέους στρατηγικούς στόχους των ΑΕΙ είναι οι εξής:

- «Η ταχύτατα αυξανόμενη σύνδεση των Πανεπιστημίων με την κοινωνία και την οικονομία και η εξίσου ταχεία ενσωμάτωση στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών της επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης».

- «Η αυξανόμενη τάση για μικρότερα μέχρι και εξατομικευμένα ή και πιο ευέλικτα σχήματα οργάνωσης δραστηριοτήτων...».

- «Η ολοένα πιο γρήγορη μετάβαση από τη βασική έρευνα στην εφαρμογή στην πράξη, αποτέλεσμα της επίσης γρήγορης απαξίωσης εξειδικευμένων γνώσεων και επαγγελμάτων και της ανάγκης τακτικής επιμόρφωσης και προσαρμογής των εργαζομένων στη μεταβαλλόμενη πραγματικότητα».

- «Η ταχεία μετάβαση προς την κοινωνία της πληροφορικής και της γνώσης, προς τον κόσμο των υπηρεσιών, όχι μόνο των «παραγωγικών» υπηρεσιών που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την παραγωγή αγαθών αλλά και εκείνων που σχετίζονται με τη διαχείριση της πληροφορίας, με την ενημέρωση, τη μόρφωση και την αναψυχή, γενικότερα δε με τη διαχείριση του ελεύθερου χρόνου» (σελ. 1-2).

Μια πρώτη απόπειρα «αποκρυπτογράφησης» των παραγόντων που επικαλούνται είναι αναγκαία, όπως φωτίζονται από την έως τώρα αντιεκπαιδευτική πολιτική για τα ΑΕΙ. Ετσι:

- Η «σύνδεση του πανεπιστημίου με την οικονομία και την κοινωνία» δεν αφορά τίποτα άλλο παρά την υποταγή των επιστημονικών επιτευγμάτων στις επιδιώξεις του κεφαλαίου.

Ηδη αυτή η σύνδεση υλοποιείται με διάφορους τρόπους όπως παρέμβαση στο περιεχόμενο των προπτυχιακών σπουδών και των μεταπτυχιακών (πχ. Ιntracom στο ΕΜΠ, Interamerican στο Πάντειο, χρηματοδότηση από το ΝΑΤΟ στο Βιολογικό).

- Η «αυξανόμενη τάση για μικρότερα (μέχρι και εξατομικευμένα) ή και πιο ευέλικτα σχήματα οργάνωσης των δραστηριοτήτων» ανταποκρίνεται στην ανάγκη τα ΑΕΙ να διαμορφώσουν εκείνους τους όρους, ώστε η μεγάλη μάζα των αυριανών αποφοίτων να αποτελέσει το μαζικό απασχολήσιμο - φτηνό και γρήγορα καταρτισμένο εργατικό δυναμικό.

- Η «γρήγορη μετάβαση από τη βασική έρευνα στην εφαρμογή στην πράξη» προωθείται μέσα από βραχυχρόνιες και «γρήγορα απαξιώσιμες» σπουδές σε βάρος της ουσιαστικής ολόπλευρης μόρφωσης, στην κατεύθυνση της αποσύνδεσης πτυχίου - επαγγέλματος και της «δια βίου» εκπαίδευσης.

- Η «ταχεία μετάβαση προς την κοινωνία της πληροφορίας και της γνώσης» είναι το κεντρικό ιδεολόγημα για να κατακτήσει το κεφάλαιο τις συνειδήσεις των αυριανών διανοουμένων. Από αυτούς ένα ανώτατο επιλεγμένο στρώμα εκπαιδεύεται για τη διεύθυνση, ενώ ένα ενδιάμεσο στρώμα θα λειτουργήσει στην κοινωνία για την εκμάθηση της νέας «απαιτούμενης» εργασιακής συμπεριφοράς της 24ωρης διαθεσιμότητας στην επιχείρηση, των ελαστικών ωραρίων και εργασιακών σχέσεων (βλέπε: διαχείριση ελεύθερου χρόνου). Το μεγαλύτερο όμως μέρος των επιστημόνων που εντάσσονται ή προσεγγίζουν τα όρια της εργατικής τάξης, δοκιμάζουν ήδη στο πετσί τους, τις «νέες» αυτές εργασιακές σχέσεις.

Το ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ δεν αρκείται απλά στην καταγραφή «αντικειμενικών» τάσεων, αλλά καθορίζει ταυτόχρονα τους στόχους της αναδιάρθρωσης και τα μέτρα που πρέπει να παρθούν. Σε αυτό το σημείο ερχόμαστε στην καρδιά του προβλήματος, εφόσον γνωρίζουμε τη σημερινή κατάσταση των ΑΕΙ και ΤΕΙ.

 

Η ΕΕ ΚΑΙ ΤΑ ΑΕΙ-ΤΕΙ

Η κατάσταση της Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν αποτελεί μια εξαίρεση στο σύνολο του εκπαιδευτικού συστήματος. Είναι μια συνέχεια και προέκταση συνθηκών που υπάρχουν και οξύνονται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση με το Νόμο 2525/97 και 2640/98 όπου μέσα από ένα ολοένα και πυκνότερο πλέγμα εξεταστικών φίλτρων εξωθείται πρόωρα η μεγάλη μάζα των μαθητών σε περιορισμένου και εφήμερου χαρακτήρα γνώσεις, στη λεγόμενη «κατάρτιση στις τρέχουσες ανάγκες της αγοράς». Σε αυτή την κατεύθυνση εντάσσεται και η λειτουργία των ΤΕΕ αλλά και των ΙΕΚ, ΚΕΚ.

Αλλά ας περάσουμε στη θλιβερή πραγματικότητα των ΑΕΙ-ΤΕΙ.

Τα ΑΕΙ-ΤΕΙ βρίσκονται σε μια μεταβατική πορεία προς την αμεσότερη οργανική σύνδεσή τους με την παραγωγική διαδικασία με τους όρους όμως που επιβάλλει το μονοπωλιακό κεφάλαιο. Με μοχλό τα κοινοτικά κονδύλια πιέζονται ώστε να μεταβάλλουν τη δομή, τη διάρκεια και το περιεχόμενο των σπουδών και να αντικαταστήσουν τα όποια στοιχειώδη απομεινάρια στέρεης επιστημονικής μόρφωσης με τη στροφή προς την κατάρτιση (βλέπε: ίδρυση ΠΣΕ, «νέων τμημάτων», Ανοιχτό Πανεπιστήμιο).

Ταυτόχρονα επιδιώκεται η δημιουργία πολλών κύκλων σπουδών, με κύριο στόχο την υποβάθμιση του επιστημονικού επιπέδου του πρώτου κύκλου και του ίδιου του πτυχίου, που θα ισοδυναμεί πια με πιστοποιητικό παρακολούθησης μαθημάτων και δε θα κατοχυρώνει την επιστημονική επάρκεια και το δικαίωμα για ολοκληρωμένη άσκηση του επαγγέλματος. Σε αυτή την κατεύθυνση εντάσσεται η απόφαση των υπουργών Παιδείας της ΕΕ στη Μπολώνια τον Ιούνη του ’99 για τη διάσπαση των προπτυχιακών σπουδών σε δύο κύκλους. Σύμφωνα με την απόφαση, η επιτυχής αποπεράτωση του πρώτου κύκλου θα πιστοποιείται με την απονομή τίτλου σπουδών και θα είναι προϋπόθεση για την ένταξη στο δεύτερο κύκλο.

Ο ίδιος άλλωστε ο ΟΟΣΑ αξιολογούσε το 1995 την ελληνική Τριτοβάθμια Εκπαίδευση τονίζοντας ότι «... είναι αναγκαία κάποια μορφή πίεσης, με στόχο την απαλλαγή των Πανεπιστημίων από απρόθυμους και μη ικανούς φοιτητές, πιθανόν μέσω αξιολόγησης της συνολικής προόδου τους στο τέλος του 2ου έτους».

Τα αποτελέσματα αυτής της ρύθμισης είναι ξεκάθαρα. Ο πρώτος διετής ή τριετής κύκλος σπουδών δε θα είναι αρκετός, από άποψη διάρκειας, για να μεταδώσει την αναγκαία σύνδεση γενικών και ειδικών γνώσεων, η οποία θα δίνεται στον επόμενο -μεταπτυχιακό- κύκλο σπουδών. Με λίγα λόγια η μεγάλη μάζα των αποφοίτων του πρώτου κύκλου αποτελεί ένα γενικό πολυχρηστικό, κατώτερο «επιστημονικό δυναμικό», ανίκανο να καταλάβει και να εργαστεί σε ένα συγκεκριμένο και σύνθετο επιστημονικό τομέα. Από εκεί και πέρα η παροχή ειδίκευσης μετατρέπεται σε προνόμιο που παρέχεται μετά από αυστηρό έλεγχο.

Τίθεται ένα ερώτημα όμως που αντικειμενικά πρέπει να απαντηθεί: Στα πλαίσια ποιάς δομής της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης θα επιτευχθούν αυτές οι αλλαγές;

Ο Δ. Κλάδης (εθνικός αντιπρόσωπος στον ΟΟΣΑ) θα έθετε ευθύς εξαρχής ένα ουσιαστικό κώλυμα για τη χρησιμοποίηση του ίδιου του όρου «τριτοβάθμια», αφού «στη νέα κατάσταση πραγμάτων αναμένεται να υπάρξει σταδιακή ταύτιση του εκπαιδευτικού χώρου που χαρακτηριζόταν ως μετα-δευτεροβάθμιος με το χώρο που χαρακτηρίζεται ως τριτοβάθμιος. Στη βάση αυτή θα αρχίσουν να γίνονται ολοένα και πιο ασαφή τα όρια ανάμεσα στις τρεις γενικές διαφορετικές λειτουργίες του ενιαίου πλέον χώρου: Της ακαδημαϊκής (academic), της υψηλού επιπέδου επαγγελματικής (professional) και της χαμηλότερου επιπέδου επαγγελματικής (vocational)»[5].

Από αυτή την αποκαλυπτική ομολογία προθέσεων μπορούμε να αντλήσουμε το συμπέρασμα ότι η περιβόητη και πολυδιαφημισμένη «ελεύθερη πρόσβαση» και «διεύρυνση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης», η οποία βρίσκει υποστηρικτές από την ΔΑΠ μέχρι τους αριστεριστές (με κύριο υπέρμαχο την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ φυσικά), έχει ένα βασικό πρόβλημα: Δεν αναφέρεται σε σπουδές πανεπιστημιακού επιπέδου. Ετσι λοιπόν εξηγείται και ο προσανατολισμός του ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ που ως πρώτο στόχο θέτει τη «Διεύρυνση - Ευελιξία - Εμβάθυνση της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης» και η οποία συνδέεται (σύμφωνα με την εισήγηση) με α)την υποστήριξη νέων τμημάτων, β)τη δεύτερη φάση της διεύρυνσης η οποία εστιάζεται στην ανάπτυξη Διατμηματικών Προγραμμάτων Σπουδών και τοποθετείται χρονικά στα έτη 2002-2003 και γ)την ενίσχυση της ανάπτυξης των μεταπτυχιακών σπουδών.

Η διεύρυνση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης γίνεται το άλλοθι για τη διάσπαση των πτυχίων, την επιβολή δύο κύκλων σπουδών (η επιχειρηματολογία του ΟΟΣΑ που προαναφέρθηκε αναμένεται να αναζωπυρωθεί...), για την αποσύνδεση πτυχίου - επαγγέλματος.

Μια ματιά στους τίτλους των νεοϊδρυμένων τμημάτων που ήδη λειτουργούν είναι ενδεικτική. Η επιστημονική τους υπόσταση είναι από κάθε άποψη αμφισβητήσιμη. Κάποια από αυτά θα μπορούσαν ν’ αποτελούν αντικείμενο διαλέξεων, αλλά όχι και πανεπιστημιακού τμήματος, όπως για παράδειγμα το Τμήμα «Επιστήμης του Ελληνικού και Ευρωπαϊκού πολιτισμού» του Ανοικτού Πανεπιστημίου Πάτρας. Αλλα θυμίζουν επαγγελματικές δεξιότητες, οι οποίες δεν απαιτούν υψηλή επιστημονική ειδίκευση, πχ. το Τμήμα Εμπορίας και Επεξεργασίας ξύλου των ΤΕΙ Καρδίτσας. Και ας μη πιάσουμε τα αντικείμενα των ΠΣΕ, τα οποία άλλωστε αρκετά προβλήματα έχουν ήδη δημιουργήσει στα Πανεπιστήμια όπου λειτουργούν και μελλοντικά στους ίδιους τους αποφοίτους τους.

Μπορεί κανείς να εξηγήσει, πώς μπορεί να λειτουργήσει πανεπιστημιακό τμήμα Παιδαγωγικής στη Βιομηχανική, Γεωγραφίας στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο (την παλιά Οικονομική Σχολή) και άλλα περίεργα που συμβαίνουν, αμφισβητώντας ουσιαστικά το επιστημονικό περιεχόμενο των σπουδών και την προοπτική των αποφοίτων;

Δεν πρόκειται απλώς για μια τακτική επιλογή δημηουργίας εντυπώσεων της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ (αν και έχει και τέτιο χαρακτήρα). Η διεύρυνση των ΑΕΙ-ΤΕΙ συνοδεύεται από τη στροφή τους στην παροχή χαμηλού επιπέδου επαγγελματικής κατάρτισης.

Είναι προφανές όμως ότι παραμένει η ανάγκη να διαμορφώνεται ένα ανώτερο στρώμα επιστημόνων το οποίο θα θέτει τις ικανότητές του στην υπηρεσία της αστικής τάξης. Πώς θα γίνει αυτό; Είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια νέα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών (ΜΠΣ) ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια απορροφώντας χιλιάδες πτυχιούχους των ΑΕΙ-ΤΕΙ. Θα μπορούσε μάλιστα να απορήσει κάποιος για το γεγονός ότι η ίδια η ύπαρξη νέων ΜΠΣ αποτελεί σημείο κριτικής στην αναδιάρθρωση που πραγματώνεται σταδιακά. Δυστυχώς όμως τα ΜΠΣ επιτελούν εδώ έναν ιδιαίτερο ρόλο, γιατί α)παγιοποιείται η διάκριση προπτυχιακού-μεταπτυχιακού επιπέδου σχετικά με την παροχή ειδίκευσης και β)τα ΜΠΣ στη μεγάλη τους πλειοψηφία δεν αφορούν στην ερευνητική προσπάθεια και την αναπαραγωγή ενός δυναμικού ικανού να επιτελεί ερευνητική εργασία.

Ωστόσο, παραμένει αναπάντητο ένα ζήτημα του οποίου η απάντηση συμπληρώνει κατά πολύ το παζλ της υποβάθμισης των ΑΕΙ-ΤΕΙ, όπως επιχειρήσαμε να το εκθέσουμε. Το ερώτημα είναι το εξής: Τα ΑΕΙ-ΤΕΙ έχουν τουλάχιστον κατοχυρωμένο το χαρακτήρα τους ως κρατικά ιδρύματα ή οδεύουμε προς μια κατάσταση συνεχούς ιδιωτικοποίησης πλευρών της λειτουργίας τους;

Το τελευταίο διάστημα η συζήτηση για την ύπαρξη ιδιωτικών πανεπιστημίων και μάλιστα ισότιμων με τα ελληνικά ΑΕΙ αναθερμάνθηκε. Αφορμή γι’ αυτή την εξέλιξη αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί η δημοσιοποίηση της θέλησης της κυβέρνησης να άρει τις προστατευτικές δικλείδες για την ίδρυση ιδιωτικών ΑΕΙ που εμπεριέχονται στο άρθρο 16 του Συντάγματος. Δεν πρόκειται φυσικά για μια κίνηση πανικού της κυβέρνησης (η οποία δε δικαιολογείται άλλωστε από το γεγονός ότι έγινε γνωστή μέσα σε προεκλογική περίοδο), αλλά για μια αναγκαστική κίνηση εναρμόνισης του ισχύοντος νομικού πλαισίου στη χώρα μας με την κοινοτική οδηγία 89/48 η οποία καθιερώνει «ένα γενικό σύστημα αμοιβαίας αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για επαγγελματικούς και μόνο σκοπούς». Το ζήτημα αφορά άμεσα την αναγνώριση των παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων που λειτουργούν στη χώρα μας με τη μορφή των Κολεγίων και των Κέντρων Ελευθέρων Σπουδών.

Φυσικά η ιδιωτικοποίηση ή μη της Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ξεπερνάει κατά πολύ την αναγνώριση ιδιωτικών πανεπιστημίων και απλώνεται στο σύνολο των λειτουργιών της Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από τη Λευκή Βίβλο για την Παιδεία: «Προσδοκάται η καθιέρωση συνεταιρισμών μεταξύ εταιριών και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Η πρόκληση της συνεργασίας ανάμεσα στα εκπαιδευτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις είναι η αποδοχή της επιχείρησης ως πλήρους συνεργάτη της διαδικασίας κατάρτισης. Η επιχείρηση είναι σήμερα ο μεγαλύτερος παραγωγός γνώσης και νέας τεχνολογίας».

Αν και φαίνεται πως η ίδρυση ιδιωτικών ΑΕΙ αποτελεί ένα βραχνά για την κυβέρνηση, αυτό δε σημαίνει πως δεν είναι ικανοποιημένη από μια κατάσταση όπου «Δημόσια» κατ’ όνομα ιδρύματα, τα οποία πωλούν τα «προϊόντα» τους (πχ. μελέτες, έρευνες), «ενοικιάζουν» την υποδομή τους (πχ. εργαστήρια), «αξιοποιούν» την περιουσία τους προσαρμόζοντας όλη τη λειτουργία και τη δομή τους στις ανάγκες της αγοράς και της «αποδοτικότητας». Σύμφωνα άλλωστε με το νομοσχέδιο για την «οικονομία και τη διοικητική αυτοτέλεια», τα ΑΕΙ που θα συγκεντρώνουν την προτίμηση και τη στήριξη των μονοπωλιακών συγκροτημάτων, εξασφαλίζοντας πόρους και μέσα, θα πριμοδοτούνται, ενώ όσα κρίνονται «μη ανταγωνιστικά» θα περιθωριοποιούνται και ορισμένα θα κλείνουν. Το ίδιο το κείμενο - πρόταση των πρυτάνεων για την «οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια» τονίζει τη «...δυνατότητα κατάργησης μη αποδοτικών Τμημάτων...»! (σελ. 6). Την ίδια στιγμή, αυτή καθεαυτή η έννοια της αποδοτικότητας κρίνεται από ξένους εμπειρογνώμονες-αξιολογητές της εκπαιδευτικής διαδικασίας στα πλαίσια του ΕΠΕΑΕΚ.

Το γεγονός άλλωστε ότι το σύνολο σχεδόν των ΑΕΙ-ΤΕΙ της Ελλάδας συμμετείχαν στο πρόγραμμα αξιολόγησης του ΕΠΕΑΕΚ, δείχνει το στρατηγικό - συνολικό χαρακτήρα της «αξιολόγησης», σα διαδικασία προσαρμογής των πανεπιστημίων στις γενικές απαιτήσεις των μονοπωλίων.

 

Η «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ - ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ» ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Αναφερόμενοι στη λειτουργία των κοινοτικών κονδυλίων αποσιωπήσαμε μια βασική πλευρά της δράσης τους, ακριβώς γιατί χρήζει μιας ειδικότερης αναφοράς. Η ίδια η ΕΕ άλλωστε δεν ενδιαφέρεται μόνο για τη δημιουργία ενός εργατικού δυναμικού που θα είναι οικονομικά εκμεταλλεύσιμο αλλά και για την ανάλογη διαμόρφωση της πολιτικής συνείδησης του «Ευρωπαίου πολίτη». Στις σημερινές συνθήκες τα κοινοτικά ποσά αποκτούν ένα νέο ποιοτικό στοιχείο. Λειτουργούν σε έναν άλλο κερδοφόρο τομέα, αυτόν της εξαγοράς και χειραγώγησης συνειδήσεων. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι σημαντικά ποσά διατίθεται για σεμινάρια, συμπόσια τα οποία έχουν ως κύρια αποστολή να προπαγανδίζουν την πολιτική της ΕΕ.

Στα πλαίσια αυτά εντάσσεται η περιβόητη «ευρωπαϊκή διάσταση της εκπαίδευσης». Ουσιαστικά πρόκειται για προσπάθεια δημιουργίας κλίματος συναίνεσης απέναντι στην πολιτική της ΕΕ, διαμόρφωσης μαζικών ομοιόμορφων στάσεων απέναντι σε δήθεν πανανθρώπινες αξίες, που ουσιαστικά όμως αφορούν τις «αξίες» του κεφαλαίου.

Γίνεται μια προσπάθεια συγκρότησης όχι μόνο ενός θετικού κλίματος υπέρ των αντιδραστικών αλλαγών αλλά ταυτόχρονα να μπουν οι βάσεις για μια ανίερη συμμαχία στο χώρο της εκπαίδευσης με πρωταγωνιστές τα ανώτερα στρώματα του ΔΕΠ των ΑΕΙ-ΤΕΙ και φυσικά τις γνωστές «ευρωλάγνες» συνδικαλιστικές ηγεσίες εργαζομένων, φοιτητών και σπουδαστών. Τέτια κρούσματα εμφανίστηκαν στο πρόσφατο παρελθόν όπου ομάδα καθηγητών ΑΕΙ υπέγραψε κείμενο στήριξης του Νόμου 2525/97 και καταδίκης των μαθητικών κινητοποιήσεων.

Μια άλλη πτυχή της ιδεολογικής - πολιτικής παρέμβασης της ΕΕ στην εκπαιδευτική διαδικασία είναι η προώθηση του «εθελοντισμού» που παίρνει μια νέα μορφή, θεσμοθετείται και εντάσσεται στις δραστηριότητες των «μη κερδοσκοπικών οργανώσεων» και σύμφωνα με τις επίσημες εξαγγελίες έρχεται να λύσει το πρόβλημα του «κενού μεταξύ εκπαιδευτικού συστήματος και καθημερινής δράσης». Επανέρχεται έτσι η λογική της δια βίου κατάρτισης και επανακατάρτισης, το κόστος της οποίας (σύμφωνα με τις αρχές του εθελοντισμού) θα επωμίζεται ο καταρτιζόμενος, ενώ παράλληλα θα προσφέρει δωρεάν εργασία.

 

Η ΔΙΕΞΟΔΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΛΑΪΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ

Απ’ όσα αναφέρθηκαν παραπάνω είναι φανερό ότι η αναδιάρθρωση που συντελείται σήμερα στην εκπαίδευση είναι ολόπλευρη στη δομή, στη λειτουργία και στο περιεχόμενό της. Και είναι συνολική γιατί αποκτά στρατηγική σημασία για το κεφάλαιο με σκοπό την ενίσχυση της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας του.

Από αυτή την άποψη κάθε γραμμή αποσπασματικών αιτημάτων και αψιμαχιών είναι αναποτελεσματική και δε μπορεί να αντιπαρατεθεί στη διαγραφόμενη από την ΕΕ προοπτική χωρίς τον κίνδυνο να ενσωματωθεί. Ακριβώς γι’ αυτό ο αγώνας για την παιδεία πρέπει να γίνει υπόθεση ενός κοινωνικού μετώπου που θα προβάλλει μια ριζικά διαφορετική αντίληψη για τη μόρφωση και θα υποτάσσει σε αυτή τους στόχους πάλης και τα αιτήματά του.

Η αντίληψή μας για τη μόρφωση, που πρέπει να παρέχεται στη νεολαία, βασίζεται στην εξής αρχή:

Το επίπεδο της γνώσης της επιστήμης, του ρόλου της στην παραγωγή απαιτεί όλο και περισσότερους ανθρώπους με γενική αντίληψη του κόσμου και του ανθρώπινου πολιτισμού, ικανούς να βλέπουν όχι μόνο έναν κλάδο, αλλά όλο το «δάσος», το σύστημα της παραγωγής, ανθρώπους δηλαδή με υψηλό μορφωτικό, κοσμοθεωρητικό υπόβαθρο. Ταυτόχρονα όμως, υπεύθυνους για τις πράξεις τους και τις παραλείψεις τους που θα συμμετέχουν ενεργά στην πάλη που προωθεί την κοινωνική εξέλιξη. Αυτός είναι και ο σκοπός και το περιεχόμενο μιας σύγχρονης ανθρωπιστικής παιδείας.

Πριν απ’ όλα θεωρούμε ότι οποιαδήποτε πρόταση για την Τριτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει να βασίζεται στην ολοκλήρωση του έργου του σχολείου, στη διαμόρφωση πολύπλευρης και δημιουργικής προσωπικότητας των νέων. Ετσι, καταθέτουμε τη θέση μας που έχει αναδειχτεί και σα στόχος πάλης του λαϊκού κινήματος για την καθιέρωση ενιαίου δωδεκάχρονου, βασικού, υποχρεωτικού σχολείου, σαν απαραίτητη προϋπόθεση όχι μόνο των πανεπιστημιακών σπουδών, αλλά και της όποιας επαγγελματικής εκπαίδευσης θα χρειαστεί ή θα θελήσει να αποκτήσει κανείς στη ζωή του. Ενός σχολείου που θα ενσωματώνει στο πρόγραμμά του στοιχεία της τεχνικής, όχι για επαγγελματική εξειδίκευση, αλλά για γενική προετοιμασία για τη ζωή και την εργασία. Η ειδική επαγγελματική εκπαίδευση, για όσα επαγγέλματα τη χρειάζονται, θ’ ακολουθεί σε «μεταλυκειακό» επίπεδο σε δημόσιες - ειδικές επαγγελματικές σχολές, ενώ για όσα επαγγέλματα απαιτείται υψηλή επιστημονική ειδίκευση, αυτή θα παρέχεται μέσα από ενιαίο σύστημα Ανώτατης Εκπαίδευσης.

Ειδικότερα για την Τριτοβάθμια εκπαίδευση, κατ’ αρχήν θεωρούμε ότι τόσο από την άποψη των εξελίξεων στην επιστήμη και την τεχνολογία και τη μεταξύ τους σύνδεση, όσο και από την πλευρά των λαϊκών συμφερόντων για μια συνολική ώθηση στην πρόοδο της χώρας μας, δε μπορεί να αναπαράγεται ο σημερινός διαχωρισμός Επιστημονικής-Τεχνολογικής Εκπαίδευσης. Αυτό δε σημαίνει συγκόλληση των υπαρχόντων τμημάτων αλλά ριζική αναδιάρθρωση όλης της σημερινής Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης.

Η πρόταση για Ενιαία Ανώτατη Εκπαίδευση περιέχει δύο βασικά στοιχεία: α)Κατοχύρωση του ανώτατου χαρακτήρα της επιστημονικής εκπαίδευσης και β)δημιουργία ενός ενιαίου χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης με σαφή θέση στην εκπαιδευτική διαδικασία, κάτι που προϋποθέτει τον καθορισμό των επιστημονικών αντικειμένων σύμφωνα με την εξέλιξη των επιστημών και τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες για κοινωνική-οικονομική ανάπτυξη.

Τι σημαίνει όμως ανώτατος χαρακτήρας των σπουδών; Απαιτούνται ορισμένες βασικές προϋποθέσεις:

Πρώτο: Διαδικασία παροχής στέρεης μόρφωσης που θα απλώνεται στις θεμελιώδεις αρχές και τη γενική μεθοδολογία των επιστημών, καθιστώντας τον φοιτητή ικανό να κατανοεί το ρόλο και τη σημασία της επιστήμης του.

Δεύτερο: Απόκτηση πιο βαθιών - ειδικών γνώσεων σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση της επιστήμης του - εισαγωγή στην ερευνητική εργασία. Μέσα από την παροχή τέτιων γνώσεων και ικανοτήτων ο φοιτητής κατακτά σταδιακά τη δυνατότητα εφαρμογής των γενικών αρχών της επιστήμης.

Τρίτο: Σύνδεση της επιστήμης με την εργασία, μέσα από την οργανωμένη και βαθμιαία επαφή με την πραγματικότητα της επαγγελματικής ενασχόλησης. Με αυτό τον τρόπο ο φοιτητής κατακτά τη δυνατότητα να αντιλαμβάνεται έστω και σε γενικές γραμμές, τη θέση του στο μέλλον μέσα στην παραγωγική διαδικασία και τον κοινωνικό ρόλο της επιστήμης του.

Σε κάθε περίπτωση η διάρκεια των μαθημάτων θα πρέπει να κινείται από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια μέχρι πέντε και το πτυχίο που θα λαμβάνεται από τον απόφοιτο να ισοδυναμεί με το επίπεδο master.

Από αυτή την άποψη πιστεύουμε ότι τα μεταπτυχιακά δε μπορεί παρά να έχουν ένα κύκλο που θα οδηγεί κατ’ ευθείαν σε διδακτορικό. Σκοπός αυτής της μεταπτυχιακής διαδικασίας πρέπει να είναι η αναπαραγωγή του ερευνητικού και διδακτικού δυναμικού.

Είναι φανερό ότι μια τέτια διέξοδος ανταποκρίνεται στο σημερινό επίπεδο γνώσης και του ανθρώπινου πολιτισμού, στις κοινωνικές απαιτήσεις και ανάγκες του ελληνικού λαού.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

ΚΟΜΕΠ, τ. 4/98: «Η αντιδραστική αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης και η σύγχρονη απάντηση του ΚΚΕ».

ΚΟΜΕΠ, τ. 1/99: «Το ταξικό περιεχόμενο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και η ευρωπαϊκή πραγματικότητα».

ΚΟΜΕΠ, 5/99: «Οι εξελίξεις στην εκπαίδευση και το πραγματικό τους νόημα».

«Το ΚΚΕ για την ΕΟΚ και την ευρωπαϊκή καπιταλιστική ενοποίηση». Εκδοση «Σύγχρονη Εποχή». Αθήνα 1993.

«Οι εξελίξεις στην ΕΕ» - Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ. Δεκέμβρης 1998, ΚΟΜΕΠ, τ. 1/99, σελ. 156.

Απόφαση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ για τις κινητοποιήσεις στην εκπαίδευση (21.1.1998).

«Διεύρυνση της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης», «Ριζοσπάστης», Νοέμβρης 1998.

«Το Ενιαίο Δωδεκάχρονο, βασικό, υποχρεωτικό σχολείο». Πρόταση του Τμήματος Παιδείας της ΚΕ του ΚΚΕ, Σεπτέμβρης 1999.



Ο Κυριάκος Ιωαννίδης είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής του ΚΣ της ΚΝΕ.

[1] Το ΚΚΕ για την ΕΟΚ και την ευρωπαϊκή καπιταλιστική ενοποίηση, σελ. 8.

[2] Λευκή Βίβλος, σελ. 114.

[3] Λευκή Βίβλος, σελ. 92.

[4] Λευκή Βίβλος, σελ. 114.

[5] Ομιλία σε συνέδριο με θέμα: Προς την κοινωνία της μάθησης και της γνώσης, 12-13 Δεκέμβρη 1997, Θεσσαλονίκη).