Αρχειακό υλικό: «Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΙΣ»

Α΄. Η ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΙΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΕΩΣ

Η αριθμητική δύναμις της εργατικής τάξεως της Ελλάδος καθ’ υπολογισμούς γενομένους κατά προσέγγισιν ανέρχεται τας 150.000.

Η κατά κατηγορίας αριθμητική δύναμίς της δεν δύναται να στηριχθή επί πραγματικών στοιχείων. Εν τούτοις δυνάμεθα να δεχθώμεν την αριθμητικήν δύναμιν μεγάλων κατηγοριών ως ασφαλή, στηριζομένην επί επισήμων στατιστικών ή άλλων στοιχείων αξίων πάσης εμπιστοσύνης. Τοιαύται κατηγορίαι είνε οι καπνεργάται, οι εργάται των βιομηχανικών επιχειρήσεων, οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι Τ.Τ.Τ.

Α΄) Καπνεργάται-Σιγαροποιοί. Ο αριθμός των καπνεργατών και των σιγαροποιών δύναται να υπολογισθή εις 20 χιλιάδας. Τον αριθμόn αυτόν δυνάμεθα να δεχθώμεν ως ασφαλή, αφού οι οργανωμένοι εργάται του επαγγέλματος αυτού, κατά την επίσημον στατιστικήν του 1919, ανέρχονται εις 16.361, η δε οργάνωσις των εργατών της κατηγορίας αυτής, ή μάλλον τελεία, δύναται να υπολογισθή εις 85%.

Β΄) Εργάται βιομηχανίας. Κατά την στατιστικήν του 1917 οι εργάται οι ασχολούμενοι εις την βιομηχανίαν ανέρχονται εις 36.124 (άνδρες και γυναίκες).

Κατά κατηγορίαν επιχειρήσεων οι εργάται αυτοί απασχολούνται ως εξής.

Μικραί επιχειρήσεις: 1.188 με 3.545 εργάτας

μέσαι επιχειρήσεις: 843 με 8.849 εργάτας

μεγάλαι επιχειρήσεις: 282 με 23.730 εργάτας

Σύνολον: 2.313 με 36.124 εργάτας.

Η αναλογία των εργατών εν σχέσει προς την ανωτέρω διαίρεσιν της βιομηχανίας είνε επί συνόλου 100%.

Μεγάλη βιομηχανία: 65.60%

Μέση βιομηχανία: 24.50%

Μικρά βιομηχανία: 9.90%

α) Εργάται μικράς βιομηχανίας. Επί συνόλου εργατών ασχολουμένων εις την μικράν βιομηχανίαν 3.545, οι 2.275 εργάται ασχολούνται εις τας επιχειρήσεις ειδών διατροφής, ήτοι εν αναλογία 63.56% προς τας λοιπάς επιχειρήσεις. Εκ των εργατών ειδών διατροφής 1.400 ασχολούνται εις τους αλευρομύλους και 396 εις τα ελαιουργεία, 151 εις τα οινοποιεία και οινοπνευματοποιεία. Απαντα τα λοιπά εργοστάσια της κατηγορίας αυτής (αρτοποιεία, εργοστάσια ζυμαρικών) απασχολούσι περί τους 328 εργάτας. Τα βυρσοδεψεία απασχολούν 218 εργάτας.

β) Εργάται μέσης βιομηχανίας. Επί συνόλου εργατών 8.845 ασχολουμένων εις την μέσην βιομηχανίαν, η βιομηχανία ειδών διατροφής περιλαμβάνει 4.206 εργάτας, ήτοι τα 47.55% του όλου αριθμού της κατηγορίας αυτής εργατών. Εκ τούτων πάλι 1.546 ασχολούνται εις τα ελαιουργεία και 904 εις τα αρτοποιεία και εργοστάσια ζυμαρικών και 715 εις τους αλευρομύλους. Αι χημικαί βιομηχανίαι απασχολούν 861 εργάτας. Αι βιομηχανίαι χάρτου έχουν 695 εργάτας. Η μηχανολογική βιομηχανία απασχολεί 407 εργάτας.

γ) Εργάται μεγάλης βιομηχανίας. Επί συνόλου 23.730 εργατών ασχολουμένων εις την μεγάλην βιομηχανίαν, απασχολούνται εις τας κλωστικάς και υφαντουργικάς βιομηχανίας περί τας 10 χιλ. εργάται, ήτοι πλέον των 45%. Εις τας βιομηχανίας ειδών διατροφής απασχολούνται εν συνόλω 3.655 εργάται. Εις τα οικοπνευματοποιεία 670 εργάται. Εις την μηχανολογικήν βιομηχανίαν απασχολούνται 1.494 εργάται. Εις δε τας χημικάς περί τους 1.890. Εις τας βιομηχανίας δέρματος απασχολούνται 776. Μεταξύ 282 μεγάλων βιομηχανικών επιχειρήσεων υπάρχουν 52 έχουσαι αξίαν εγκαταστάσεως πλέον ενός εκατομμυρίου. Εις τας βιομηχανίας αυτάς γενικώς απασχολούνται 6.747 εργάται (4.193 άνδρες και 2.499 γυναίκες). Η κατά περιφερείας και κατά κατηγορίας βιομηχανικών επιχειρήσεων κατανομή των εργατών είνε η εξής.

1) Μικραί επιχειρήσεις. Επί συνόλου εργατών 3.545 οι 2.581 απασχολούνται εις την Παλαιάν Ελλάδα και 998 εις την Ν. Ελλάδα. Εκ των Νομών της Π. Ελλάδος την πρώτην θέσιν κατέχει ο Νομός Αττικοβοιωτίας. Εις τας Αθήνας απασχολούνται 661 εργάται και 336 εις τον Πειραιά. Μετά τον Νομόν Αττικοβοιωτίας έρχεται ο Νομός Αργολιδοκορινθίας. Εις την Ν. Ελλάδα πρώτος (και δεύτερος καθ’ όλον το Κράτος) έρχεται ο Νομός Θεσσαλονίκης με 334 εργάτας και κατόπιν ο Νομός Σάμου.

2) Μεσαίαι επιχειρήσεις. Επί συνόλου εργατών 8.849, οι 6.475 ευρίσκονται εις την Π. Ελλάδα, οι δε 2.370 εις την Ν. Ελλάδα. Την πρώτην θέσιν κατέχει ο Νομός Αττικοβοιωτίας με 3.759 εργάτας, εξ ών 2.047 ευρίσκονται εις Αθήνας και 1.520 εις τον Πειραιά. Μετά ταύτα έρχεται ο Νομός Αχαϊοήλιδος με 736 εργάτας. Εις την Ν. Ελλάδα την πρώτην θέσιν κατέχει ο Νομός Λέσβου με 1.098 εργάτας επομένως και την δευτέραν καθ΄ όλον το Κράτος. Μετά τον Νομόν Λέσβου έρχεται ο Νομός Θεσσαλονίκης με 295 εργάτας.

3) Μεγάλαι επιχειρήσεις. Επί συνόλου 23.730 εργατών απασχολουμένων εις την μεγάλην βιομηχανίαν οι 17.841 ευρίσκονται εις την Π. Ελλάδα, οι δε 5.859 εις την Ν. Ελλάδα. Εις την Π. Ελλάδα και καθ΄όλον το Κράτος την πρώτην θέσιν κατέχει ο Νομός Αττικοβοιωτίας, εις τον οποίον ευρίσκονται περί τους 11.465 εργάται μεγάλης βιομηχανίας, ήτοι 63% της Π. Ελλάδος και 47% της όλης Ελλάδος. Εκ τούτων ευρίσκονται εις τας Αθήνας 4.186 εργάται, εις δε τον Πειραιά 6.545. Μετά ταύτα έρχεται ο Νομός Θεσσαλονίκης, 3.751 εργάται.

Εκ των 23.730 εργατών ασχολουμένων εις την μεγάλην βιομηχανίαν εργάζονται εις τας κλωστικάς και υφαντουργικάς βιομηχανίας περί τους 10.004, εις τας βιομηχανίας ειδών διατροφής 3.655, εις την βιομηχανίαν σιγαρέττων 2.319, εις τας μηχανολογικάς βιομηχανίας 2.003, εις τας χημικάς 1.890, εις τας οικοδομικάς 867, εις τας βιομηχανίας δέρματος 776, χάρτου 767, παραγωγής ηλεκτρισμού 532, ξύλου 414, ιματισμού 232 και εις τας μεταλλουργικάς βιομηχανίας 211.

Ο κατωτέρω πίναξ δείχνει την αριθμητικήν κατανομήν των εργατών βιομηχανίας κατά κατηγορίας και κατά Νομούς (μικρά, μέση, μεγάλη βιομηχανία).

Αριθμός εργατών

Νομοί

Π. Ελλάδος

Μικρά

βιομηχανία

Μέση

Μεγάλη

Σύνολον

Αττικοβοιωτίας

1.341

3.759

11.465

16.565

Φθιώτιδος-Φωκίδος

93

112

122

327

Αιτωλ. Ακαρνανίας

100

20

-

120

Αρτης

28

38

-

60

Λαρίσσης

60

201

698

959

Τρικκάλων

66

90

41

197

Αργολιδοκορινθίας

265

198

348

811

Αχαϊοήλιδος

92

736

1.650

2.478

Μεσσηνίας

140

365

457

922

Αρκαδίας

56

181

-

237

Λακωνίας

18

22

126

166

Ζακύνθου

89

115

40

244

Κεφαλληνίας

101

141

-

242

Κερκύρας

21

271

689

981

Κυκλάδων

61

196

2.157

2.414

Ευβοίας

50

68

48

166

Σύνολον

2.581

6.475

17.841

26.897

 

Αριθμός εργατών

Νομοί

Ν. Ελλάδος

Μικρά

βιομηχανία

Μέση

βιομηχανία

Μεγάλη

βιομηχανία

Σύνολον

Θεσσαλονίκης

344

295

3.751

4.390

Πέλλης

25

-

900

925

Κοζάνης

90

45

-

135

Φλωρίνης

10

-

-

10

Σερρών

49

18

90

157

Δράμας

74

96

-

170

Πρεβέζης

24

6

-

30

Ιωαννίνων

15

9

39

63

Λέσβου

16

1.098

516

1.630

Χίου

8

75

221

304

Σάμου

113

260

185

558

Χανίων

63

127

126

316

Ρεθύμνης

41

71

-

112

Ηρακλείου

85

206

31

180

Λασηθίου

41

64

-

105

Σύνολον

998

2.370

5.589

9.227

 

Η αριθμητική κατανομή των εργατών και ο κλάδος βιομηχανίας και κατά κατηγορίας είνε η εξής.

Αριθμός εργατών

Κλάδος

Βιομηχανίας

Μικρά

Μέση

Μεγάλη

Σύνολον

Κλωστικαί,υφαντ.

143

-

10.004

10.147

Διατροφής

2.275

4.206

3.655

10.136

Σιγαρέττων

15

-

2.319

2.334

Μηχανολογικαί

148

407

2.003

2.558

Χημικαί

216

861

1.890

2.967

Δέρματος

240

474

776

1.490

Οικονομικαί

159

174

867

1.200

Χάρτου

155

695

767

1.617

Ηλεκτρισμού

19

-

532

551

Ξύλου

209

-

444

653

Ιματισμού

-

-

232

232

Μεταλλουργικαί

-

-

211

211

Σύνολον

3.579

8.845

23.700

34.096

 

Γ΄) Οι Σιδηροδρομικοί. Ο αριθμός των σιδηροδρομικών υπαλλήλων όλων των γραμμών του Κράτους ανέρχεται εις 8.500 (κατ’ επισήμους αριθμούς). Εκ τούτων 3 χιλ. ανήκουν εις τους Ελληνικούς Σιδηροδρόμους, 2.800 εις τον ΣΠΑΠ και οι λοιποί κατανέμονται εις όλας τας άλλας γραμμάς. Εκ των υπαλλήλων τούτων 800 υπηρετούν εις τας Αθήνας, εις τας κεντρικάς υπηρεσίας.

Δ΄) Υπάλληλοι Τ.Τ.Τ. Ο συνολικός αριθμός των υπαλλήλων των τριών Τ. ανέρχεται εις 4.310, εξ ών 203 γυναίκες. Εις τον αριθμόν αυτόν περιλαμβάνονται οι κατώτεροι μόνον υπάλληλοι (μέχρι τηλεγραφητού β΄ τάξεως). Εκ τούτων περί τους 1.000 εις τας Αθήνας.

Τοιουτοτρόπως κατά τας επισήμους πηγάς υπάρχουν εργάται: 1) Βιομηχανίας εν όλω 36.124, 2) Καπνεργάται 20.000, 3) Σιδηροδρομικοί 8.500, 4) Υπάλληλοι Τ.Τ.Τ. 4.310, - ήτοι εν όλω 68.924. Κατά τας επισήμους επίσης στατιστικάς ο ολικός αριθμός των οργανωμένων οπωσδήποτε εργατών κατά το 1919 ανέρχεται εις 99.458. Αν λάβωμεν υπ’ όψει ότι η οργάνωσις και αυτών των βιομηχάνων εργατών δεν είνε ανωτέρα των 50% δυνάμεθα να υπολογίσωμεν μετά βασίμου πιθανότητος τον ολικόν αριθμόν των εργατών της Ελλάδος εις 150 χιλιάδας.

Η κατά πόλεις αριθμητική κατανομή γενικώς των εργατών ελλείπει. Από μίαν στατιστικήν του 1917 ελλειπή, έχομεν δια τας Αθήνας σύνολον εργατών 33.456 και εν Πειραιεί 30.746, ήτοι συνολικώς εις τας δύο πόλεις 64.802. Εξ όλων όμως των σχετικών πηγών δυνάμεθα να παραδεχθώμεν ότι αι Αθήναι και ο Πειραιεύς εξ ίσου έχουν τον μεγαλύτερον αριθμόν των εργατών εν σχέσει προς τας άλλας πόλεις, εις αναλογίαν 35% ως προς το σύνολον.

 

Β΄. Η ΟΡΓΑΝΩΣΙΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ

Η οργάνωσις των εργατών της Ελλάδος ήρξατο κυρίως μετά το 1914 δια της ψηφίσεως του Νόμου 281. Τα προ της εποχής ταύτης υπάρχοντα σωματεία ήσαν μικτά και ο σκοπός των είχε περιπέσει εις τας ανάγκας του πανηγυρισμού. Η προϊστορική αυτή περίοδος, δηλαδή η προ του 1914, χαρακτηρίζεται απ΄ την παντελή άγνοιαν υπό των εργατών της ανάγκης της οργανώσεως ως μέσον βελτιώσεως της οικονομικής των καταστάσεως. Τα σωματεία κατά την εποχήν αυτήν ήσαν ένα όργανον επαγγελματικής επικρατήσεως εις τας χείρας των εργοδοτών, οι οποίοι κατελάμβανον την διοίκησιν, και εφ’ ετέρου πολιτικής αναδείξεως εις τας χείρας επιτηδείων μικροπολιτικών.

Η εκκαθάρισις της μικράς αυτής επαγγελματικής ενώσεως εις οργάνωσιν εργατικήν εγένετο εκ των άνωθεν δια της επεμβάσεως του Κράτους, ψηφίσαντος τον Νόμον 281 δια του οποίου απαγορεύεται η ύπαρξις μικτών σωματείων, δηλαδή εργατών και εργοδοτών μαζί.

Το κόμμα των Φιλελευθέρων (Βενιζελικόν) έφερε πάντοτε μετά τιμής και υπερηφανείας την δημιουργίαν του νόμου αυτού και ο αρχηγός του κ. Βενιζέλος επί πολύ χρόνον εξεμεταλλεύθη την προσωνυμίαν του «φιλεργάτου». Η δημιουργία του νόμου 281 ήτο μία ανάγκη και μία πολιτική πρόνοια δια τον κ. Βενιζέλον. Ητο επιτακτική ανάγκη, καθόσον ο κ. Βενιζέλος εγκατασταθείς εις την Ελλάδα από του 1910 και αγωνιζόμενος κατά ισχυρών πολιτικών κομμάτων ευνοουμένων από την ιστορικήν καταγωγήν των αρχηγών των (κοτζαμπάσηδες) είχεν ανάγκην να στηριχθή επί μιας νέας λαϊκής τάξεως, και τοιαύτη ήτο η δημιουργημένη δια της βιομηχανικής εξελίξεως εργατική τάξις, η οποία ευρίσκετο υπό την πολιτικήν επιρροήν των αντιπάλων του. Αλλά αφ’ ετέρου ήτο και πολιτική πρόβλεψις δια να μη αφήση την οργάνωσιν των εργατών εις τας ιδίας των χείρας. Η δε εργατική τάξις ιδία υπό την επιρροήν της εργατικής τάξεως της Μακεδονίας εις την οποίαν υπήρχε μία παλαιά σοσιαλιστική κίνησις καθώς και συνείδησις επαγγελματική, είχεν αντιληφθή την ανάγκην της οργανώσεως. Δια να αποφύγει λοιπόν ο κ. Βενιζέλος την οργάνωσιν αυτήν εκ μέρους των ιδίων εργατών, η οποία ήτο μία ανάγκη μετά τους πολέμους 1912-1913 λόγω της οικονομικής καταστάσεως και λόγω της επεκτάσεως της αστικής τάξεως, και δια να δημιουργήση μίαν κηδεμονίαν του Κράτους επί του μέλλοντος να εξελιχθή εργατικού κινήματος, η οποία θα επέτρεπεν εις το κόμμα του να δημιουργήση μίαν νέαν πολιτικήν εκμετάλλευσιν, εψήφισεν του «φιλεργατικούς» νόμους.

Η πολιτική κρίσις εις την οποία εισήλθεν η Ελλάς ως εκ του ευρωπαϊκού πολέμου, ο αποκλεισμός, ο μακρός και συνεχής πόλεμος, η εκμετάλλευσις της αστικής τάξεως συνέτειναν εις την ταχείαν οργάνωσιν των εργατών. Η ταχύτης της οργανώσεως αυτής αποδεικνύει την ζωτικότητα της εργατικής τάξεως της Ελλάδος. Δυνάμεθα να υπολογίσωμεν την προοδευτικήν αυτήν οργάνωσιν έως 50 επί τοις εκατόν. Κατά το 1917 υπήρχον εις ολόκληρον την Ελλάδα 207 σωματεία, (εξ ών 130 εν αδρανεία). Το 1918 ήσαν 366 (124 εν αδρανεία) και κατά το 1919 εν όλω 511 σωματεία (εξ ών 209 εν αδρανεία). Η οργάνωσις των εργατών είνε τριπλή: α΄) εις επαγγελματικά σωματεία, β΄) επαγγελματικά σωματεία μετά ταμείου αλληλοβοηθείας και γ΄) εις μικτά σωματεία αλληλοβοηθείας (εργάται και μικροί εργοδόται μαζί). Η συνολική δύναμις των οργανωμένων εργατών ανέρχεται κατά το 1919 εις 99.458, κατά το 1917 ήτο 52.129 και κατά το 1918, 79.306. Παρατηρούμεν ότι εντός διετίας ο αριθμός των οπωσδήποτε οργανωμένων εργατών εδιπλασιάσθη.

Μέγα μέρος των σωματείων ευρίσκετε εν αδρανεία, ως εκ της ελλείψεως σταθεράς πολιτικής συνειδήσεως των αρχηγών της εργατικής κινήσεως.

Εις καθαρώς επαγγελματικά σωματεία υπήρχον οργανωμένοι περί τας 58 χιλιάδας εργάται κατά το 1919, εις σωματεία δε μετά ταμείου αλληλοβοηθείας 31 χιλιάδες εις δε μικτά σωματεία περί τας 12 χιλιάδας εργάται.

Καθαρώς επαγγελματικά σωματεία υπήρχον 389 κατά το 1919, κατά το 1918 ήσαν 319 και κατά το 1917 - 206, μη συμπεριλαμβανομένων και των σωματείων μετά ταμείου αλληλοβοηθείας. Τα σωματεία αυτά κατενέμοντο κατά περιφερείας ως εξής. 1) Στερεά Ελλάς 182. 2) Πελοπόννησος 63. 3) Μακεδονία 37. 4) Ηππειρος 7. 5) Νήσοι Αιγαίου 53. 6) Νήσοι Ιονίου 28. 7) Κρήτη 19.

Τα υπόλοιπα σωματεία (ήτοι αλληλοβοηθητικά και μικτά) κατενέμοντο κατά το 1919 ως εξής.

 

Η κατά νομούς κατανομή των οργανωμένων γενικώς εργατών κατά το 1919 είνε η εξής. (Η κατανομή αυτή περιλαμβάνει αδιακρίτως τα σωματεία και ασχέτως της καταστάσεώς των, εν δράσει ή αδρανεία).

1. Νομός Αττικοβοιωτίας 51.794, 2) Αρτης 67, 3) Αχαϊοήλιδος 3.876, 4) Αιτωλοακαρνανίας 606, 5) Αργολιδοκορινθίας 309, 6) Αρκαδίας 145, 7) Δράμας 10.189, 9) Ευβοίας 1.965, 10) Ζακύνθου 460, 11) Ηρακλείου 1.057, 12) Θεσσαλονίκης 8.870, 13) Ιωαννίνων 694, 14) Κερκύρας 2.430, 15) Κεφαλληνίας 408, 16) Κοζάνης (0), 17) Κυκλάδων 2.588, 18) Λέσβου 1.414, 19) Λασηθίου 156, 20) Λαρίσσης 5.956, 21) Λακωνίας 962, 22) Μεσσηνίας 1.622, 23) Πέλλης (0), 24) Ρεθύμνης (0), 25) Σερρών 442, 26) Σάμου 663, 27) Τρικκάλων 1.316, 28) Φλωρίνης (0), 29) Φθιωτιδοφωκίδος 562, 30) Χανίων 443, 31) Χίου 474.

Καθώς παρατηρούμεν εκ των ανωτέρω οι μάλλον οργανωμένοι εργάται είνε οι καπνεργάται. Ουδεμία οργάνωσις επίσης υπάρχει εις τους εργάτας ειδών ταξειδίου και τους υαλουργούς.

Την πρώτην θέσιν μεταξύ των Νομών του Κράτους από απόψεως γενικής οργανώσεως των εργατών κατέχει ο Νομός Αττικοβοιωτίας με 51.794 εργάτας, ήτοι πλέον του ημίσεως του όλου αριθμού των οργανωμένων εργατών της Ελλάδος. Κατόπιν έρχονται οι Νομοί Δράμας και Θεσσαλονίκης. Υπάρχουν τέσσαρες Νομοί του Κράτους εις τους οποίους δεν υπάρχει ουδεμία υπό οιανδήποτε μορφήν οργάνωσις του εργάτου (Πέλλης, Κοζάνης, Ρεθύμνης, Φλωρίνης) άπαντες ανήκοντες εις την Ν. Ελλάδα.

Η κατανομή κατά το 1919 των οργανωμένων εργατών των ανηκόντων εις Σωματεία δρώντα είνε κατά Νομούς η εξής: (ο εν παρενθέσει αριθμός δείχνει τον αριθμό των εν δράσει σωματείων. 1) Αττικοβοιωτίας (63) 23.660 εργάται. 2) Αρτης (2) 67, 3) Αχαϊοήλιδος (32) 2.275, 4) Αιτωλοακαρνανίας (4) 393, 5) Αργολιδοκορινθίας (1) 25, 6) Αρκαδίας (1) 31, 7) Δράμας (14) 7.558, 8) Ευβοίας (6) 956, 9) Ζακύνθου (8) 327, 10) Ηρακλείου (9) 406, 11) Θεσσαλονίκης (15) 5.790, 12) Ιωαννίνων (7) 694, 13) Κερκύρας (13) 1.342, 14) Κεφαλληνίας (5) 239, 15) Κοζάνης (0), 16) Κυκλάδων (11) 1.961, 17) Λέσβου (22) 1.058, 18) Λασηθίου (1) 70, 19) Λαρίσσης (34) 3.422, 20) Λακωνίας (6) 495, 21) Μεσσηνίας (13) 792, 22) Πέλλης (0), 23) Ρεθύμνης (0), 24) Σερρών (4) 385, 25) Σάμου (5) 617, 26) Τρικκάλων (10) 1.151, 27) Φλωρίνης (0), 28) Φθιωτιδοφωκίδος (6) 443, 29) Χανίων (6) 443, 30) Χίου (4) 474.

Ο Νομός Αττικοβοιωτίας συγκεντρώνει τους περισσότερους εργάτας τους ανήκοντας εις δρώντα Σωματεία. Μετ’ αυτόν έρχονται κατά σειράν οι Νομοί Δράμας και Θεσσαλονίκης. Από απόψεως όμως επαγγελματικής οργανώσεως εις δρώντα Σωματεία, εν σχέσει προς την γενικήν οργάνωσιν, πρώτοι έρχονται οι Νομοί Χανίων, Ιωαννίνων, Λέσβου και Δράμας. Εις τον Νομόν Χανίων και Ιωαννίνων οι εργάται οι οπωσδήποτε οργανωμένοι ανήκουν εις δρώντα Σωματεία. Εις τους Νομούς αυτούς Σωματεία εν αδρανεία δεν υπάρχουν. Ο Νομός Αττικοβοιωτίας από της απόψεως αυτής ανήκει εις την τελευταίαν κατηγορίαν, καθόσον πλέον των 45% των οργανωμένων εργατών δεν ευρίσκονται εις δρώντα Σωματεία.

Τα περισσότερα Σωματεία ευρίσκονται γενικώς εις τον Νομόν Αττικοβοιωτίας, 114 εν συνόλω. Εκ τούτων 60 υπάρχουν εις τας Αθηνας και 46 εις τον Πειραιά. Μετά ταύτα έρχεται ο Νομός Λαρίσσης με 56 Σωματεία εκ των οποίων 18 εις Λάρισσαν και 27 εις Βόλον. Τρίτος έρχεται κατά σειράν ο Νομός Θεσσαλονίκης με 38 Σωματεία ευρισκόμενα άπαντα σχεδόν εις Θεσσαλονίκην. Τέταρτος είναι ο Νομός Λέσβου με 29 Σωματεία. Γενικώς παρατηρείται ότι η πληθώρα αυτή των Σωματείων δημιουργεί μίαν σπουδαίαν αφορμήν της αδρανείας. Τοιουτοτρόπως εις τους Νομούς όπου υπάρχουν πολλά Σωματεία τα ήμισυ σχεδόν ευρίσκονται εν αδρανεία. Εις τον Νομόν Αττικοβοιωτίας επί 114 Σωματείων τα 51 είναι εν αδρανεία. Εις δε την Λάρισαν επί 56 τα 22 είναι εν αδρανεία. Εις δε την Θεσσαλονίκην τα 23 επί των 38 σωματείων είνε εν αδρανεία. Αντιθέτως παρατηρούμεν, ότι εις τας περιφερείας όπου υπάρχουν ολίγα σωματεία, η δράσις των είνε ζωηροτέρα. Οπως και ανωτέρω είδομεν εις τα Ιωάννινα όλα τα σωματεία 7 τον αριθμόν είνε εν δράσει. Εις τον Νομόν Δράμας παρατηρούμεν ότι επί 18 τα 14 σωματεία είνε εν δράσει.

Από απόψεως της εντός των Νομών οργανώσεως των εργατών, δηλαδή της πρωτευούσης και εις τας επαρχίας, πρώτος έρχεται ο Νομός Λαρίσσης, όπου υπάρχουν Σωματεία εις τας εξής πόλεις και κωμοπόλεις: Λάρισσαν, Βόλον, Τύρναβον, Κεσερλή, Φάρσαλλα, Καζακλάρ, Νεμπεγλέρ, Κανάλια, Αλμυρόν, Μακρυνίτσαν. Αντιθέτως εις Νομούς όπου υπάρχουν εργάται και εις τας επαρχίας, η οργάνωσις δεν επεκτείνεται πέραν της πρωτευούσης, όπως συμβαίνει εις τον Νομόν Θεσ/νίκης, όπου όλα τα Σωματεία εις πόλεις όπως η Βέρροια, η Νάουσα κλπ. όπου εργάζονται εκατοντάδες εργάται. Τα επαγγελματικά Σωματεία μετά Ταμείου αλληλοβοηθείας, κατανέμονται κατά Νομούς ως εξής κατά το 1919. Αττικοβοιωτίας 71, Αχαϊοήλιδος 17, Αιτωλοακαρνανίας 2, Αργολιδοκορινθίας 4, Αρκαδίας 3, Δράμας 5, Εύβοιας 8, Ζακύνθου 2, Ηρακλείου 13, Θεσσαλονίκης 7, Κερκύρας 7, Κεφαλληνίας 2, Κυκλάδων 7, Λέσβου 8, Λασηθίου 3, Λαρίσσης 9, Λακωνίας 14, Μεσσηνίας 16, Ρεθύμνου (0), Σερρών 1, Σάμου 1, Τρικκάλων 2, Φθιωτιδοφωκίδος 3. Ο Νομός Αττικοβοιωτίας περιλαμβάνει πλέον των 2/3 του όλου αριθμού των επαγγελματικών Σωματείων μετά ταμείου αλληλοβοηθείας. Εις πολλάς πόλεις όπου δεν υπάρχουν επαγγελματικά Σωματεία άνευ ταμείου αλληλοβοηθείας, υπάρχουν τοιαύτα μετά ταμείου, όπως εις το Μεσολόγγιον, Κοζάνην, κλπ.

Η αρχή επί της οποίας στηρίζεται η οργάνωσις των εργατών εις την Ελλάδα, δεν είνε η δημιουργία μεγάλου ταμείου, όπως συμβαίνει αλλού και ιδίως εις την Αγγλίαν. Κατά το 1919 ολόκληρος η περιουσία των επαγγελματικών Σωματείων ανήρχετο εις δραχμάς 2.188.490. Κατά το 1918 ήτο 1.735.573 και κατά το 1917 ήτο 1.125.736. Ωσαύτως η περιουσία των επαγγελματικών Σωματείων μετά ταμείου αλληλοβοηθείας είνε μικρά. Κατά το 1919 ήτο 1.660.159. Κατά το 1918 - 394.099 και κατά το 1917 μόνον 228.170.

 

Γ΄. Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΙΣ

Το Συνεργατικόν κίνημα των εργατών είνε νέον όπως και ο επαγγελματικός αγών των. Αλλά δυνάμεθα να παρατηρήσωμεν κι’ εδώ τον αυτόν πολλαπλασιασμόν των συνεργατικών και την αυτήν αναλογίαν του πολλαπλασιασμού, την οποία παρετηρήσαμεν εις την επαγγελματικήν οργάνωσιν. Το συνεργατικόν κίνημα άρχεται κυρίως από του 1915. Αι αυταί αφορμαί, δηλαδή ο αποκλεισμός της Ελλάδος, ο πόλεμος, η πτώση των ημερομισθίων και η ακρίβεια της ζωής συνέτειναν εις την ανάπτυξήν του. Από του 1915 μέχρι τέλους 1920 ιδρύθηκαν 200 συνεργατικαί ενώσεις. Εκ τούτων 19 ιδρύθησαν κατά το έτος 1915, 5 κατά το 1916, 22 κατά το 1917, 47 κατά το 1918, 26 κατά το 1919 και 77 κατά το 1920. Αι αρχαί επί των οποίων στηρίζονται αι συνεργατικαί ενώσεις είναι η της περιορισμένης ευθύνης και της διανομής των κερδών. Αι περισσότεροι των ενώσεων αυτών εδρεύουν εν Αθήναις και Πειραιεί. Εκ των συνεργατικών ενώσεων παραγωγής αι σπουδαιότεραι είναι: 1) Συνεργατική Ενωσις Γαιανθράκων (Εδρα Πειραιεύς). Κεφάλαιον εις εργαλεία (φορτηγίδας, κλπ.) δραχ. 250.000. Μέτοχοι 450 εργάται. Ετήσια κέρδη κατά το 1920 δραχ. 200.000. Κύκλος εργασιών υπέρ το 1 εκατομμύριον. 2) Συνεργατική Ενωσις Εργατών Λιμένος (Πειραιεύς). Κεφάλαιον εις εργαλεία δρ. 200.000. Μέτοχοι 750. Ετήσιος κύκλος εργασιών (1920) περί τα 3.000.000. Ετήσια κέρδη περί το 1.000.000. 3) Συνεργατική Ενωσις Σιτεργατών (Πειραιεύς). Μέτοχοι 550. Κύκλος εργασιών (1920) 1.500.000. Κέρδη δρ. 450.000. 4) Εργατικός Προμηθευτικός Συνεταιρισμός (Πειραιεύς). Αξία εγκαταστάσεως δρ. 450.000. Μέτοχοι 2.500. Ο κυριότερος σκοπός παροχή εφθηνών τροφίμων άρτου κλπ. Εκ των συνεργατικών καταναλώσεως η μόνη αξία λόγου είνε η «Λαϊκή» εν Θεσ/νίκη. Ετήσιος κύκλος δρ. 1.000.000, κέρδη 100.000.

 

Δ΄. ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΙΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΕΩΣ

Α΄.) Γενική Συνομοσπονδία. Η ιδέα της συγκεντρώσεως όλων των σωματείων εις ένα ενιαίον οργανισμόν, όστις να έχη την γενική και υπεύθυνον διεύθυνσιν του αγώνος των εργατών κατά της αστικής τάξεως, συμπίπτει προς την παραλλήλως γινομένην δράσιν προς σύμπηξιν ενός ενιαίου οργανισμού όλων των σοσιαλιστικών στοιχείων.

Μετά μακράς διαπραγματεύσεις μεταξύ ιδίως των Εργατικών Κέντρων Θεσ/νίκης, Βόλου, Αθηνών απεφασίσθη η σύγκλησις ενός πανελλαδικού συνεδρίου δια την δημιουργίαν μιας Γενικής Συνομοσπονδίας των εργατών. Πράγματι το συνέδριο αυτό συνεκροτήθη εις τας Αθήνας τον Σεπτέμβριον του 1918. Κατ’ αυτό αντεπροσωπεύθησαν 214 Σωματεία, αντιπροσωπεύοντα περί τους 65.000 εργάτας. Δια πρώτην φοράν οι εργάται της Ελλάδος συνήρχοντο εις μιαν τοιαύτην πανηγυρικήν συγκέντρωσιν. Αντιθέτως προς τα Εργατικά Σωματεία, τα οποία ηυνοήθησαν κατά την δημιουργίαν των υπό του Κράτους δια της νομοθετικής του προστασίας, η ιδρυθείσα κατά τον Σεπτέμβριον 1918 Γενική Συνομοσπονδία των Εργατών της Ελλάδος υπήρξε δημιούργημα αυτόματον της ίδιας εργατικής τάξεως. Αι συζητήσεις του Συνεδρίου αυτού παρουσιάζουν το φαινόμενον όλων των οργανισμών που δημιουργούνται χωρίς μιαν μακράν προεργασίαν. Η πλειοψηφία των συνέδρων εκτός του ενθουσιασμού της δια την συνένωσιν των εργατών ουδεμίαν σαφή ιδέαν είχε των εργατικών επιδιώξεων και του οργανισμού τον οποίον εδημιούργουν. Δηλ. το ισχυρότερον όπλον κατά της αστικής τάξεως. Εν τούτοις το Κράτος και η αστική τάξις έβλεπε με ανήσυχον βλέμμα την αυτόματον αυτήν δράσιν των εργατών, η οποία απετέλει το πρώτον βήμα της απελευθερώσεώς των από την πατροπαράδοτον προστασίαν του Κράτους και της αστικής τάξεως.

Εις το Συνέδριον αυτό το Κράτος και οι εργοδόται δια των οργάνων των προσεπάθουν ν’ αφαιρέσουν δια των οργάνων των πάσα μαχητική αξίαν από την Γενική Συνομοσπονδίαν, αποκρούοντες την αναγνώρισιν της αρχής της πάλης των τάξεων. Εν τούτοις η σταθερά και συνειδητή στάσις των σοσιαλιστών αντιπροσώπων του Συνεδρίου συνετέλεσεν εις το να δοθή εις την Συνομοσπονδίαν ο χαρακτήρ της πολεμικής τακτικής κατά της αστικής τάξεως. Εν τούτοις ως εκ της αδυναμίας των σοσιαλιστών του να επικρατήσωσιν οριστικώς η Διοίκησις της Γενικής Συνομοσπονδίας, ενδεκαμελής, απετελέσθη ως επί το πλείστον από στοιχεία αμφιβάλλοντα από της εργατικής τακτικής και από φανερά όργανα των εργοδοτών και του Κράτους (Κόμμα Βενιζελικόν). Ως εκ της ανομοιογενούς συγκροτήσεως της Διοικήσεως της Συνομοσπονδίας η δράσις της δια την οργάνωσιν και την διαπαιδαγώγησιν των εργατών υπήρξε μηδαμινή. Αμέσως εντός του οργανισμού της Συνομοσπονδίας ήρχισεν άγρια πάλη μεταξύ εκείνων που ήθελαν να δημιουργηθή η Συνομοσπονδία ως αληθής μαχητικός οργανισμός της εργατικής τάξεως και των στοιχείων εκείνων που ήθελαν την Συνομοσπονδίαν ως μέσον δια την εξυπηρέτησιν των αστικών κυβερνήσεων. Η πάλη αύτη εξεδηλώθη μέχρι χωρισμού της επιτροπής μετά την αποτυχίαν της γενικής απεργίας του Ιουλίου 1919, η οποία εγένετο δια της πρωτοβουλίας των σοσιαλιστών, με σκοπόν τον συντονισμόν της δράσεως της εργατικής τάξεως της Ελλάδος προς την Διεθνή. Η επακολουθήσασα σύλληψις των σοσιαλιστών εκ της Διοικήσεως της Γενικής Συνομοσπονδίας μετέβαλε το χάσμα εις αγώνα επικρατήσεως. Εκτοτε η Συνομοσπονδία διηρέθη εις πενταμελή Διοικητική Επιτροπήν η οποία απετελείτο από τους επιρρεαζόμενους από την αρχή της πάλης των τάξεων, και εις εξαμελή, εκ του εμφανούς πλέον υπηρέτριαν των συμφερόντων του Κράτους και των σκοπών του Βενιζελικού Κόμματος εντός της εργατικής τάξεως.

Ταχέως η πενταμελής επιτροπή της Γενικής Συνομοσπονδίας συνεκέντρωσε την συμπάθειαν και την εμπιστοσύνην όλων των συνειδητών εργατών, οι οποίοι ήθελον ν’ αγωνισθώσι κατά της αστικής τάξεως. Αλλά και εντός της πενταμελούς επιτροπής ήρχισε νέος αγών μεταξύ των σοσιαλιστών μελών του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος και των μελών της ομάδος Γιαννιού, υπέρ του πολιτικού προσανατολισμού της Συνομοσπονδίας, η οποία κατέληξεν εις νέο διχασμόν, η δε πενταμελής επιτροπή μετά την αποχώρισιν των δυο διαφωνούντων απέμεινε τριμελής. Οι αποχωρήσαντες δεν επέφεραν κανέναν κλονισμόν εις τον οργανισμόν της Συνομοσπονδίας, ευρισκόμενοι δε άνευ εργατών εις οποίους να στηριχθώσι ηναγκάσθησαν να καταφύγωσιν υπό την σκέπιν της εξαμελούς επιτροπής της Γενικής Συνομοσπονδίας, όπου άλλως τε και φυσικώς εφέροντο ως εκ των σοσιαλπατριωτικών των αντιλήψεων και της συμπαθείας των προς το Βενιζελικόν Κόμμα. Αμφότεραι αι Διοικήσεις της Συνομοσπονδίας προεκήρυξαν Β΄ Πανελλαδικόν Συνέδριον δια τον Σεπτέμβριον του 1920, η μεν τριμέλης εν Αθήναις, η δε οκραμελής εν Πειραιεί. Το εν Πειραιεί συνέδριον υπήρξεν η τελευταία προσπάθεια του Βενιζελικού Κόμματος του να δημιουργήση μιαν μόνιμον επιρροήν επί της εργατικής τάξεως. Τα όργανά του εν τω μεταξύ προ της διαρκώς αυξανούσης συμπαθείας των σωματείων προς το Σοσιαλιστικόν Εργατικόν Κόμμα είχον εγκαταλείψει την αρχήν της συνεργασίας των τάξεων και είχον προσκολληθεί εις την ανεξαρτησίαν του συνδικαλιστικού αγώνος (εφημερίς «Αμυνα»), προσπαθούντες δια του τρόπου αυτού ν’ αποσπάσουν τας μάζας από την επιρροήν των σοσιαλιστικών ιδεών. Το Συνέδριον του Πειριαώς απετελέσθη από αντιπροσώπους ως επί το πλείστον Σωματείων ανύπαρκτων ή επιβεβλημένων εις τους εργάτας υπό του Βενιζελικού Κόμματος, χρησιμοποιούντος την δικτατορικήν εξουσίαν του Κράτους. Ολαι αι συζητήσεις καταναλώθησαν εις την συκοφαντίαν και την ύβριν του έργου της τριμελούς επιτροπής και του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος. Εδημιουργήθη από το Συνέδριον του Πειραιώς μια νέα Επιτροπή, η οποία διελύθη οριστικώς μετά την πτώσιν του Βενιζελικού Κόμματος, τους σκοπούς του οποίου υξυπηρέτει.

Παραλλήλως εις το Συνέδριον το οποίον εκάλεσεν η τριμελής Επιτροπή απέστειλαν αντιπροσώπους 137 δρώντα Σωματεία, των οποίων ο αριθμός υπολογίζεται εις 32.000 μέλη. Από τας συζητήσεις αι οποίαι διεξήχθησαν κατεφαίνετο η απόλυτος πίστις εις την αρχήν της πάλης των τάξεων, ακόμη δε και η πολιτική ωριμότης των αντιπροσώπων, οι οποίοι εψήφισαν κατά παμψηφίαν σχεδόν υπέρ της συνεργασίας της Γενικής Συνομοσπονδίας μετά του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος. Η Διοίκησις της Συνομοσπονδίας, πενταμελής, απετελέσθη από σοσιαλιστάς μεταξύ δε αυτών η πλειοψηφία είνε μέλη συγχρόνως του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος.

Η εσωτερική οργάνωσις της εργατικής τάξεως αποτελείται από την Γενικήν Συνομοσπονδίαν των Εργατών της Ελλάδος, από τας Ομοσπονδίας και από τα Εργατικά Κέντρα.

Β΄.) Η Ομοσπονδιακή Οργάνωσις. Η ομοιοεπαγγελματική οργάνωσις των εργατών εδημιουργήθη μετά την σύμπηξιν της Γενικής Συνομοσπονδίας και ως μια ανάγκη καταμερισμού της εργασίας και τακτοποιήσεως των διαφόρων δυνάμεων. Αι υπάρχουσαι Ομοσπονδίαι διαιρούνται εις ομοσπονδίας υπαγομένας εις την δύναμιν της Γενικής Συνομοσπονδίας και ανεξαρτήτους όπως ή των Σιδηροδρομικών.

1) Ομοσπονδία των Σιδηροδρομικών. Η Ομοσπονδία αυτή ιδρύθη κατά το Α΄ Συνέδριον όλων των Σωματείων των Σιδηροδρομικών υπαλλήλων που έλαβεν χώραν εις τον Πειραιά την 20ην Αυγούστου 1920. Περιλαμβάνει όλους τους σιδηδρομικούς υπαλλήλους, οι οποίοι κατανέμονται εις τους εξής συνδέσμους 1) Μακεδονίας (2.800 μέλη), 2) Λαρισσαϊκού (3.000), 3) Σ.Α.Π.Π. (2.000), 4) Αττικής (300 μέλη), 5) Πύργου-Κατακώλου (40), 6) Θεσσαλίας (600 μέλη) και 7) Βορειοδυτικής Ελλάδος. Κατά το Συνέδριον αυτό παρέστησαν 53 αντιπρόσωποι. Η Διοίκησίς της είνε πενταμελής και έχει έδραν τον Πειραιά. Το Συνέδριον επεφυλάχθη ν΄ αποφασίση δια την συμμετοχήν της Ομοσπονδίας εις την δύναμιν της Γενικής Συνομοσπονδίας, εις το προσεχές Συνέδριον. Από του Νοεμβρίου 1920 η Ομοσπονδία εκδίδει ίδιον όργανο εβδομαδιαίον υπό τον τίτλον «Σιδηροδρομική».

2) Ομοσπονδία των Καπνεργατών. Ανήκει εις την δύναμιν της Γενικής Συνομοσπονδίας, με έδραν τας Αθήνας. Εχει εις την δύναμίν της 38 σωματεία εις 32 πόλεις. Η Ομοσπονδία αυτή ιδρύθη το 1919 εν Αθήναις. Συνεργάζεται δε από της ιδρύσεώς της με το Σοσιαλιστικόν Εργατικόν Κόμμα. Εκδίδει μηνιαίον όργανον ο «Καπνεργάτης» - εν όλω έχει περί τους 15.000 ωργανωμένους εργάτας.

3) Ομοσπονδία ηλεκτροκινήσεως. Εδρεύει εν Πειραιεί και ανήκει εις την δύναμιν της Γενικής Συνομοσπονδίας. Ιδρύθη τον Μάρτιον 1919 και συνεργάζεται με το Σοσιαλιστικόν Εργατικόν Κόμμα. Περιλαμβάνει 7 σωματεία, εξ ων ο Σύνδεσμος Εργατών Ηλεκτρισμού με έδρα τον Πειραιά έχει υποτμήματα εις 7 πόλεις (Αθήνας, Χαλκίδα, Καλάμας, Θεσσαλονίκην κλπ.). Περιλαμβάνει τα Σωματεία Τροχιοδρομικών, Φωταερίου όλη της Ελλάδος καθώς και τους υπαλλήλους του Ηλεκτρικού Σιδηροδρόμου Αθηνών - Πειραιώς. Η ολική της δύναμις ανέρχεται εις 3.000 ωργανωμένους εργάτας. Προσωρινόν μηνιαίον όργανον της Ομοσπονδίας είνε ο «Συνειδητός Εργάτης», όργανον της Πανελληνίου Ενώσεως Εργατών Ηλεκτρισμού.

4) Πανελλήνιος Ομοσπονδία Ναυτικών Εργατικών Σωματείων. Εχει έδραν τον Πειραιά και συνεργάζεται μετά της Γενικής Συνομοσπονδίας. Ιδρύθη κατά τον Νοέμβριον του 1920. Κατά το ιδρυτικόν συνέδριον έλαβον μέρος 36 αντιπρόσωποι 4 σωματείων, των οποίων η αριθμητική δύναμις υπελογίσθη εις 6.600. Ηδη είς την Ομοσπονδίαν υπάγονται 6 σωματεία αριθμούντα 7.500 μέλη. Τα απαρτίζοντα αυτήν Σωματεία είνε: 1) των Μηχανικών (ιδρυθέν τω 1902) με 1.500 μέλη, 2) των Λογιστών (ιδρυθέν τω 1902) με 100 μέλη, 3) των Θερμαστών (ιδρυθέν τω 1904) με 2.500 μέλη, 4) των Ναυτών (ιδρυθέν τω 1902) με 2.500 μέλη, 5) των Θαλαμηπόλων (ιδρυθέν τω 1904) με 800 μέλη και 6) των Μαγείρων (ιδρυθέν τω 1904) με 700 μέλη. Η Ομοσπονδία δεν έχει τμήματα εις τας επαρχίας, καθόσον όλα τα αποτελούντα αυτήν Σωματεία έχουν έδρα τον Πειραία. Διοικείται από τριμελή Εκτελεστικήν Επιτροπήν εκλεγομένην υπό του τακτικού συνεδρίου. Εκ των τριών μελών, ο εις διορίζεται Γραμματεύς και έτερος ταμίας. Τον Μάρτιο του 1920 συνεκλήθη εν Πειραιεί έκτακτον Συμβούλιον της Ομοσπονδίας δια να λάβη αποφάσεις σχετικάς με την εκραγείσαν τότε μεγάλην ναυτικήν απεργίαν.

5) Ομοσπονδία Κατωτέρου Προσωπικού Τ. Τ. Τ. Εις την Ομοσπονδίαν αυτήν υπάγονται αι ενώσεις των κατωτέρων υπαλλήλων των τριών Τ, κυρίως διανομέων και ταξινόμων 2ας τάξεως. Ιδρύθη εν Αθήναις την 22 Δεκεμβρίου 1919 παρόντων 25 πληρεξουσίων. Περιλαμβάνει 7 ενώσεις: 1) Αθηνών (ιδρυθείσαν τω 1918) με 400 μέλη, 2) Θεσσαλονίκης (ιδρυθείσαν τω 1919) με 200 μέλη, 3) Πειραιώς (1918) με 170 μέλη, 4) Χανίων (1919) με 50 μέλη, 5) Βόλου (1919) με 30 μέλη, 6) Ηρακλείου (1919) με 25 μέλη, 7) Κερκύρας (1920) με 20 μέλη. Η Ομοσπονδία διοικείται από επταμελή εκτελεστικήν επιτροπήν, εκ της οποίας εκλέγονται ιδιαιτέρως υπό του Συνεδρίου ο Γραμματεύς και ο Ταμίας. Το Β΄ Συνέδριον της Ομοσπονδίας συνεκροτήθη εν Αθήναις τη 20 Σεπτεμβρίου 1920.

Η Ομοσπονδία είχε ψηφίσει την οργανικήν υπαγωγήν της εις την Γενικήν Συνομοσπονδίαν καθώς και την συνεργασίαν με το Σοσιαλιστικόν Εργατικόν Κόμμα. Κατόπιν όμως των αντεργατικών νόμων της Κυβερνήσεως Βενιζέλου (νόμος 2151) η Ομοσπονδία έπαυσε κάθε συνεργασίαν με οιανδήποτε εργατικήν οργάνωσιν.

6) Συνδικάτον Συγκοινωνίας και Μεταφορών. Το Συνδικάτον αποτελεί κυρίως ένωσιν διαφόρων σωματείων στενώς συνδεομένων προς άλληλα επαγγελμάτων. Το Συνδικάτον ιδρύθη την 10ην Μαΐου 1917 εν Πειραιεί όπου έχει και την έδραν του. Κατά την ίδρυσίν του έλαβον μέρος τα Σωματεία Ναυτοθερμαστών, Γαιανθρακεργατών, Εργατών Ζέας, Λεμβούχων, Εργατών Λιμένος, Θαλαμηπώλων, Ναυτομαγείρων και Σιτεργατών. Υπάρχει όμως γενική τάσις αποχωρήσεως σωματείων του αυτού επαγγέλματος προς σύμπηξιν ομοσπονδιών. Τοιουτρόπως πολλά σωματεία του προσεχώρησαν εις την Ομοσπονδία Ναυτικών Σωματείων. Κατά το 1921 το Συνδικάτον Συγκοινωνίας περιελάμβανε τα εξής Σωματεία εν Πειραιεί: 1) Εργατών Λιμένος με 1.000 μέλη, 2) Εργατών Τελωνείου με 600 μέλη, 3) Γαιανθρακεργατών με 400 μέλη, 4) Εργατών Λιμένος Ζέας με 200 μέλη, 5) Σύνδεσμος Αμαξοϋπηρετών με 350 μέλη, 6) Φορτοεκφορτωτών Σιδηροδρόμων με 250 μέλη, 7) Φορτοεκφορτωτών Ξυλείας με 250 μέλη. Το Συνδικάτο έχει 21 τμήματα παραλίων πόλεων (Πατρών, Θεσσαλονίκης, Ρεθύμνου, Αγ. Νικολάου, Λιμενίου (Οιτύλου), Ανθρακωρύχων Κύμης, Λεμβούχων Χίου, Ιτέας, Αργοστολίου, Χαλκίδος, Γυθείου, Κατακώλου, Καλαμών, Ζακύνθου, Κερκύρας, Σύρου, Γερολιμένος, Καβάλας, Σάμου, Λευκάδος και Μυτιλήνης). Τα μέλη του υπολογίζονται περί τας 8 χιλιάδας. Το Συνδικάτον δεν ανήκει εις την Γενικήν Συνομοσπονδίαν. Διοικείται από δεκαοκταμελή επιτροπήν με Διευθυντήν εξ αυτής, Γενικόν Γραμματέα και Ταμίαν. Εσχάτως (1 Ιουνίου 1921) οι εργάται Λιμένος συγκροτήσαντες συνέδριον εν Πειραιεί ίδρυσαν ανεξάρτητον Ομοσπονδίαν.

7) Ομοσπονδία Βυρσοδεψοεργατών. Ιδρύθη τω 1920. Υπάγεται εις την δύναμιν της Γενικής Συνομοσπονδίας.

8) Ομοσπονδία Αρτοεργατών. Ιδρύθη την 1 Ιουνίου 1921 και υπάγεται εις την δύναμιν της Γενικής Συνομοσπονδίας. Επίσης υπάρχουν Ομοσπονδίαι επαγγελμάτων εν κρίσει ή μένουσαι κατά τύπους και των οποίων η αξία είνε ασήμαντος, όπως των Σιγαροποιών, Τροχαίας Κινήσεως, το Συνδικάτον Υπαλλήλων Καφενείων κλπ. η «Πρόοδος» και των Μηχανουργών.

Γ΄.) Εργατικά Κέντρα. Προ του 1910 υπήρχον εν Ελλάδι Εργατικά Κέντρα όπως των Πατρών, Αθηνών, Βόλου. Σήμερον υπάρχουν τοιαύται τοπικαί ενώσεις των εργατών, όπου ευρίσκονται εργάται ωργανωμένοι, όπως εις τας Αθήνας, Πειραιά, Θεσσαλονίκην, Βόλον, Πάτρας, Καβάλαν, Καλάμας, Σέρρας, Δράμαν, Κέρκυραν, Σύρον, Τρίκκαλα, Λάρισσαν, Λαμίαν, Ιωάννινα, Καζακλάρ, Τύρναβον, Σάμον, Μάραθον, Χανιά κλπ. Τα Εργατικά Κέντρα περιλαμβάνουν κυρίως τα Σωματεία τα οποία υπάγονται εις την δύναμιν της γενικής Συνομοσπονδίας. Πολλά εξ αυτών φέρουν το όνομα «Πανεργατική», όπως του Βόλου, Καβάλας, Σερρών, Δράμας κλπ. Συγκροτούνται κυρίως από αντιπροσώπους των Συμβουλίων των συμμετεχόντων εις αυτά Σωματείων.

Το Εργατικόν Κέντρον Θεσσαλονίκης έχει ίδιον εβδομαδιαίον όργανον, «Η Φωνή του Εργάτου» κυκλοφορούν εις 3.500 αντίτυπα. Ωσαύτως και η Πανεργατική Καβάλας έχει εβδομαδιαίον όργανον «Νέα Ζωή» το οποίον διατελεί υπό την άμεσον διεύθυνσιν του εκεί Τμήματος του Κόμματός μας. Κατά το 1921 ήρχισεν εν Κερκύρα η έκδοσις εβδομαδιαίας εφημερίδος «Εργατική» προς εξυπηρέτησιν των αναγκών του εκεί Εργατικού Κέντρου, υπό την διεύθυνσιν του Τμήματος του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος.



Απόσπασμα από το έργο του Γ. Α. Γεωργιάδη με τίτλο: «Η πάλη των τάξεων εν Ελλάδι». Εκδοτικό τμήμα του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Ελλάδος (Κομμουνιστικού), σελ. 43- 68, Αθήνα 1921.
Στην αναδημοσίευση τηρείται η ορθογραφία του κειμένου.