Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΤΗΣ ΜΙΣΘΩΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Αρκετή συζήτηση γίνεται για τη θέση της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία και τα προβλήματα που βιώνει για τα οποία υπάρχει σχεδόν ομοφωνία ως προς την ύπαρξή τους. Μια σημαντική διαφωνία που προκύπτει είναι ότι η προσέγγιση των προβλημάτων της γίνεται κύρια από τη σκοπιά του φύλου και όχι από την ταξική της θέση στην κοινωνία. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αταξικής προσέγγισης είναι στον τομέα της απασχόλησης. Ενα μεγάλο μέρος του γυναικείου κινήματος ταυτίζει την εργαζόμενη και την εργοδότρια ως γυναίκα που απασχολείται γενικά.

Το άρθρο αυτό στοχεύει να κάνει ορισμένες βασικές επισημάνσεις για τη θέση της γυναίκας της εργατικής τάξης σήμερα.

Η επανάσταση στα μέσα εργασίας συνέβαλλε στην ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής. Η πλατιά πλέον χρησιμοποίηση εργαλείων που απλοποιούσαν την εργασία κάνοντας σε μεγάλο βαθμό τη μυϊκή δύναμη περιττή, βοήθησε στη μαζική είσοδο των γυναικών στη μισθωτή εργασία. «Η πρώτη λέξη της κεφαλαιοκρατικής χρησιμοποίησης των μηχανών ήταν η εργασία των γυναικών και των παιδιών», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Κ. Μαρξ στο «Κεφάλαιο».

Το τελευταίο μισό του αιώνα στη χώρα μας συντελέστηκε σημαντική είσοδος των γυναικών στην κοινωνικοποιημένη εργασία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΣΥΕ του 1997, οι γυναίκες αποτελούν το 53,7% του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας και το 38,6% των μισθωτών, ενώ οι άνδρες αποτελούν το 46,2% του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας και το 61,3% των μισθωτών αντίστοιχα. Οι μισθωτές το 1961 ήταν 306.064 και το 1997 - 815.232. Στην περίοδο 1961-1997 η μισθωτή εργασία των γυναικών αυξήθηκε κατά 509.168 εργαζόμενες ή κατά 166,4%.

Εξετάζοντας τη γεωγραφική κατανομή των μισθωτών εργαζομένων, βλέπουμε ότι ο κύριος όγκος των μισθωτών γυναικών βρίσκεται στα αστικά κέντρα και κύρια στην περιφέρεια της πρωτεύουσας όπου συγκεντρώνει το 48,1% του συνόλου των μισθωτών εργαζομένων γυναικών στη χώρα μας!

Πιο συγκεκριμένα:

 

Μισθωτές

γυναίκες

% μισθωτών περιοχής

% του συνόλου

των μισθωτών γυναικών

ΑΣΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ

684.678

40,5

83,9

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ

ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ

 

391.812

 

41,8

 

48,1

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

93.935

 

41,5

 

11,5

ΛΟΙΠΕΣ ΑΣΤΙΚΕΣ

ΠΕΡΙΟΧΕΣ

 

198.931

 

37,6

 

24,4

ΗΜΙΑΣΤΙΚΕΣ

ΠΕΡΙΟΧΕΣ

 

67.699

 

34,4

 

8,3

ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ

ΠΕΡΙΟΧΕΣ

 

62.855

 

28,3

 

7,7

- Ο κύριος όγκος των μισθωτών γυναικών βρίσκεται στον ευρύτερο τομέα των υπηρεσιών[1], με 43,8%. Στο σύνολο της μισθωτής εργασίας του τομέα αποτελούν το 50,7%. Πιο συγκεκριμένα 214.878 ή το 26,4% είναι υπάλληλοι γραφείων και 141.842 ή το 17,4% εργάζονται στον τομέα παροχής κοινωνικών υπηρεσιών[2].

- Ακολουθεί η βιομηχανία που συγκεντρώνει το 23,8% των μισθωτών γυναικών που αποτελούν το 24,6% των μισθωτών του τομέα.

Από αυτές το 12,8% (104.730) είναι ανειδίκευτες εργάτριες, ενώ ειδικευμένες το 7,6% και το 3,4% χειρίστριες σταθερών βιομηχανικών εργαλείων.

- Οι μισθωτές στο τομέα της γεωργίας, κτηνοτροφίας φτάνουν ως το 0,4% των μισθωτών εργαζομένων γυναικών και αποτελούν το 20,7% των μισθωτών συνολικά σε αυτό το τομέα.

- Οι επιστήμονες εργαζόμενες είναι 165.412 ή το 20,3% των μισθωτών γυναικών και το 49,7% του συνόλου των μισθωτών επιστημόνων.

 

Η ΑΝΕΡΓΙΑ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Η Ελλάδα παρουσιάζει τις μεγαλύτερες αποκλίσεις φύλου στην ΕΕ ως προς την ανεργία. Κατά την περίοδο 1991-1997 η ανεργία των γυναικών στη χώρα μας, αυξήθηκε κατά 15,5%. Οι άνεργες γυναίκες είναι η πλειοψηφία των ανέργων (60,7%) ενώ επίδομα ανεργίας παίρνει μόνο το 5,5% των ανέργων (14.832 στις 267.326)[3].

Ο κύριος όγκος των μακροχρόνια ανέργων είναι γυναίκες και υπερτερεί κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες των ανδρών.

1991: Γ: 39,6%, Α: 28,4%

1995: Γ: 46,6%, Α: 36,4%

Η ανεργία των γυναικών αυξάνεται σε όλες τις ηλικίες, ιδιαίτερα μετά τα 20, με κύρια συγκέντρωση των ανέργων στις ηλικίες 30-44. Ηλικία που η γυναίκα τεκνοποιεί και ασχολείται με τη φροντίδα των παιδιών, αποδεικνύοντας έτσι πόσο αρνητικά επιδρούν στη λαϊκή οικογένεια οι ελλείψεις των παροχών της δημόσιας κοινωνικής προστασίας τις οποίες επιφορτίζεται κυρίως η γυναίκα.

Μια μελέτη που έγινε από το Ινστιτούτο Ερευνών (ΙΝΕ) της ΓΣΕΕ για την περίοδο 1993-1996 δείχνει ότι το ποσοστό ανεργίας των γυναικών κάτω των 30 ετών, αυξήθηκε σε αυτή την περίοδο από 30% σε 34%, δηλαδή από 145.000 άτομα περίπου σε 170.000[4], σε αντίθεση με τους άνεργους άνδρες κάτω των 30 ετών που είναι περίπου μισό (από 15,1% σε 15,9%)[5].

Ενα επιχείρημα που ακούγεται συχνά το τελευταίο διάστημα για τα αίτια της αύξησης της ανεργίας συνολικά, είναι ότι οφείλεται στην αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στην παραγωγή. Αυτό είναι ένα αντιδραστικό επιχείρημα με επικίνδυνες διαστάσεις για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, γιατί προσπαθεί να αποπροσανατολίσει τους εργαζόμενους από την πραγματική αιτία της ανεργίας που είναι η αντίθεση εργασίας-κεφαλαίου, στρέφοντας τους άνδρες εργαζόμενους ενάντια στην εργασία των γυναικών που είναι ένα προοδευτικό κοινωνικό φαινόμενο. Στην προσπάθειά τους να αιτιολογήσουν τη μεγάλη αύξηση της γυναικείας ανεργίας, την αποδίδουν και αυτή σε ένα μεγάλο βαθμό στην αύξηση της συμμετοχής της στην κοινωνικοποιημένη εργασία.

Με αυτά τα επιχειρήματα όμως, εμμέσως πλήν σαφώς, παραδέχονται τη γενεσιουργό αιτία της ανεργίας που είναι ο καπιταλισμός, ο οποίος στη φάση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης των κεφαλαίων που βρίσκεται σήμερα καταστρέφει όλο και μεγαλύτερο μέρος των παραγωγικών δυνάμεων και κύρια την εργατική δύναμη.

 

ΜΕΤΡΑ ΠΟΥ ΠΡΟΩΘΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ

Σήμερα σε συνθήκες κρίσης και όξυνσης του διεθνούς μονοπωλιακού ανταγωνισμού συντελούνται μια σειρά από αναδιαρθρώσεις στο σύνολο του καπιταλιστικού συστήματος. Ενα μέρος αφορά τον τομέα της Κοινωνικής Προστασίας και τα εργασιακά κοινωνικά δικαιώματα και προωθείται με συγκεκριμένες πολιτικές και μέτρα. Αυτά τα μέτρα στοχεύουν στη συγκράτηση της πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους μέσω της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, της μείωσης της τιμής της εργατικής δύναμης και της εξασφάλισης μονοπωλιακών κερδών.

Στο όνομα της αντιμετώπισης της ανεργίας προωθούν την:

- Επαγγελματική ειδίκευση - μιας και αυτή θεωρείται ως μια βασική αιτία της ανεργίας ιδιαίτερα για τις γυναίκες. Τα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης τα οποία παρέχουν ελάχιστη βάση τεχνικών γνώσεων, είναι περιορισμένης επιστημονικής και χρονικής εμβέλειας και φυσικά δεν εγγυώνται μια πρόσληψη. Εξάλλου οι απολύσεις δε γίνονται γιατί είναι ανειδίκευτοι οι εργαζόμενοι, αλλά γιατί αυτό επιβάλλεται από τη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου. Αυτό που επιδιώκουν μέσα από αυτά είναι η μετατροπή των εργαζομένων σε απασχολήσιμους. Θέλουν εργαζόμενους μιας χρήσης με συνεχή εναλλαγή στα επαγγέλματα χωρίς να παρέχουν για τους πολλούς μια γενική παιδεία.

- Ενίσχυση των εργοδοτών για προσλήψεις με λεφτά των ανέργων και των εργαζομένων. Στα μέτρα αυτά συμπεριλαμβάνονται οι μειώσεις των εργοδοτικών εισφορών και οι επιδοτήσεις προς τους εργοδότες για θέσεις κύρια μερικής απασχόλησης. Ολα αυτά στοχεύουν στην ικανοποίηση του αιτήματος του κεφαλαίου για «μείωση του μισθολογικού κόστους» και αύξηση των κερδών τους με την αύξηση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων.

- Επιχορήγηση ανέργων για να γίνουν επιχειρηματίες, με μεγαλύτερη επιδότηση στις γυναίκες. Δίνουν ένα μικρό ποσό επιχορήγησης ως κίνητρο το οποίο όχι μόνο δε φτάνει, αλλά θέτουν και ως όρο χορήγησής του να έχει αγοράσει εκ των προτέρων εμπόρευμα αντίστοιχο με το ήμισυ του ποσού της επιχορήγησης. αντίστοιχο. Σε μια εποχή σκληρού μονοπωλιακού ανταγωνισμού, η ΕΕ και η κυβέρνηση, προτρέπουν την απολυμένη ή τη γυναίκα των λαϊκών στρωμάτων να δώσει την αποζημίωση της απόλυσης, ό,τι έχει στην άκρη από το υστέρημά της ή και να δανειστεί ακόμα από τις τράπεζες, για να ανοίξει ένα μικρό μαγαζάκι και να ανταγωνιστεί με τα οικονομικά μεγαθήρια. Μέτρα που καταδικάζουν τις γυναίκες των λαϊκών στρωμάτων στην οικονομική καταστροφή.

- Επιχορήγηση προγραμμάτων «κοινωνικής μέριμνας» όπως κέντρα φροντίδας παιδιών, ολοήμερο σχολείο, κλπ.. Σε αυτά τα προγράμματα δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στη συμμετοχή των γυναικών, ως εργατικό δυναμικό που έχει εμπειρία σε αυτούς τους τομείς, είναι δηλαδή πιο «ανταγωνιστικές» από τους άνδρες. Η αλήθεια είναι ότι θέλουν φυσικά να αξιοποιήσουν αυτή τη στιγμή μεγάλο μέρος του γυναικείου εργατικού δυναμικού λόγω της τεχνογνωσίας που κατέχει, αλλά με στόχο να το παραδώσουν ως το πιο φθηνό εργατικό δυναμικό, σε ένα τομέα που, μέσω της ιδιωτικοποίησής του, θα συμβάλλει στην αύξηση των κερδών του μεγάλου κεφαλαίου.

Τα προγράμματα αυτά προβάλλονται ως θετικά μέτρα απεγκλωβισμού των γυναικών από το σπίτι και ενίσχυση της απασχόλησής τους δίνοντας μάλιστα μεγαλύτερα ποσοστά συμμετοχής τους στις θέσεις εργασίας που «δημιουργούνται». Πχ. μεγαλύτερη ποσοστιαία πρόσληψη γυναικών από τα 1.000 άτομα που θα ασχοληθούν στα Κέντρα Κοινωνικής Μέριμνας, πρόσληψη 1.270 γυναικών στους βρεφονηπιακούς σταθμούς, που θα δημιουργηθούν στους δήμους με επιχορήγηση του Υπ. Εργασίας και του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου. Ομως, όπως και τα άλλα προγράμματα, η διάρκεια των προγραμμάτων αυτών είναι περιορισμένη. Ενώ μετά τη λήξη τους υποχρεούται ο φορέας υλοποίησής τους (Δήμος, σύλλογος, χρήστες αυτών των υπηρεσιών) να πληρώνει τις υπηρεσίες που παρέχουν αλλιώς διακόπτονται.

- Προώθηση των Τοπικών Συμφώνων Απασχόλησης (ΤΣΑ) σε ορισμένους Δήμους, τα οποία όμως δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να ανατρέψουν κλαδικές συλλογικές συμβάσεις, να δώσουν ορισμένες θέσεις εργασίας κακοπληρωμένες και με ημερομηνία λήξης, να συμβάλουν από την πλευρά τους στην ιδιωτικοποίηση της «κοινωνικής προστασίας», λειτουργώντας σε τομείς όπως φύλαξη παιδιών, ηλικιωμένων, φύλαξη σχολικών κτιρίων, κλπ..

Η αναποτελεσματικότητα αυτών των προγραμμάτων ως προς την απασχόληση είναι προφανής από τα ίδια τα στοιχεία της αύξησης της ανεργίας. Η εργασία και οι ανάγκες συντήρησης και αναπαραγωγής της οικογένειας δεν μπορεί να εξαντλούνται μέσα από διάφορα προγράμματα.

Αυτά τα προγράμματα έχουν ως αποτέλεσμα τη χειροτέρευση των όρων πώλησης της εργατικής δύναμης, τη στροφή των γυναικών στο αδιέξοδο της ευκαιριακής απασχόλησης (φασόν, ή ντήλερ, υπάλληλος για ορισμένο χρονικό διάστημα, κλπ.), αντί της διεκδίκησης μιας πλήρους και σταθερής θέσης εργασίας. Οι εργοδότες ζητάνε μείωση του «κόστους εργασίας» και η κυβέρνηση το υλοποιεί. Τα προγράμματα αυτά γίνονται μέσο για τη συρρίκνωση του δημόσιου τομέα της «κοινωνικής προστασίας» προσφέροντας ως δέλεαρ την απασχόληση γυναικών.

Για να περάσουν οι καπιταλιστικές εξουσίες τις αναδιαρθρώσεις με όσο το δυνατόν λιγότερες κοινωνικές αντιδράσεις, προωθούν αυτήν την πολιτική με διάφορα ιδεολογήματα.

Για τη φροντίδα της οικογένειας και τις ελλείψεις που θα αυξηθούν με τη συρρίκνωση της δημόσιας «κοινωνικής προστασίας», προβάλλουν το επιχείρημα της «ισοκατανομής των ευθυνών στα δύο φύλα», δηλαδή στο όνομα της ισότητας την από κοινού αποδοχή της ιδιωτικοποίησης της «κοινωνικής προστασίας».

Στο όνομα του «συγκερασμού των οικογενειακών και επαγγελματικών υποχρεώσεων», προτείνουν τη γενίκευση της μερικής απασχόλησης, προβάλλουν την αύξηση των γονικών αδειών και για τους δύο γονείς χωρίς, όπως ισχυρίζονται, αρνητικές επιπτώσεις στα δικαιώματα και παροχές, σαν δόλωμα για τη διακοπή των γυναικών από την εργασία τους και την επιστροφή τους στο σπίτι για τη φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων. Με αυτόν τον τρόπο, μειώνονται και υποβαθμίζονται οι κοινωνικές παροχές προς τους εργαζόμενους συνολικά. Αυτό είναι ένα ακόμη μέσο μείωσης της τιμής της εργατικής δύναμης και έντασης της ταξικής εκμετάλλευσης.

Δεν είναι τυχαίες λοιπόν και οι προσπάθειες που κάνουν να ενοχοποιήσουν τη σταθερή σε χρόνο εργασία των γυναικών ως παράγοντα των αρνητικών επιπτώσεων για την εγκληματικότητα της νεολαίας. Η ίδια η ζωή όμως ανατρέπει αυτούς τους ισχυρισμούς. Για παράδειγμα, μελέτη του Χ. Τζόσι από το Ινστιτούτο Εκπαίδευσης της Μ. Βρετανίας, έδειξε ότι υπάρχει θετική σχέση μεταξύ της ακαδημαϊκής καριέρας των παιδιών και της εργασίας των γυναικών κατά την προσχολική ηλικία των παιδιών[6].

Η ανεργία είναι σύμφυτη με τον καπιταλισμό και θα εξαλειφθεί με την ανατροπή του. Οι ανάγκες συντήρησης και αναπαραγωγής της εργατικής οικογένειας που διευρύνονται συνεχώς, δεν μπορούν να βρουν την ικανοποίησή τους σε αυτό το κοινωνικό σύστημα που γίνεται όλο και πιο απάνθρωπο. Οι διεκδικήσεις ακόμα και αν αποσπάσουν κάποια μέτρα, δε θα φτάνουν για να βελτιώσουν ουσιαστικά την κατάσταση των εργαζομένων γυναικών. Δεν αρκεί να μην πληρώνουν τροφεία σε ένα παιδικό σταθμό, τη στιγμή που ιδιωτικοποιείται σχεδόν το σύνολο του συστήματος κοινωνικής προστασίας. Δεν αρκεί η αύξηση της επιδότησης της ανεργίας ή η παρακολούθηση ενός σεμιναρίου γιατί οι ανάγκες δεν καλύπτονται από αυτά, ούτε θα βρεθεί δουλειά.

Φυσικά, κανείς δεν υποτιμά την ανάγκη της πάλης για μέτρα ανακούφισης των εργαζομένων γυναικών σε προβλήματα της καθημερινής ζωής τους. Δεν μπορεί όμως κανείς να περιορίζεται σε αυτήν την πάλη.

 

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΤΟ ΠΙΟ «ΦΤΗΝΟ» ΤΜΗΜΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

1) Οι γυναίκες συγκεντρώνονται σε κλάδους και θέσεις εργασίας χαμηλών μισθών και ημερομισθίων.

Στον καπιταλισμό οι όποιες θεσμικές ρυθμίσεις που αφορούν κατακτήσεις εργαζομένων είναι υπό αμφισβήτηση και αναίρεση. Βασικός στόχος του κεφαλαίου είναι η αύξηση του απλήρωτου μέρους της εργασίας. Στα πλαίσια της αστικής νομοθεσίας -και κάτω από τους επίμονους αγώνες του εργατικού και γυναικείου κινήματος- το θέμα της ίσης αμοιβής για ίδια δουλιά έχει τυπικά λυθεί, αφού θεσμοθετήθηκε. Ομως οι γυναίκες εξακολουθούν να αποτελούν το πιο φθηνό τμήμα της εργατικής τάξης.

Η διαφορά στην πώληση της γυναικείας εργατικής δύναμης δεν οφείλεται στην παραβίαση των κλαδικών συμβάσεων (οι οποίες όπου εφαρμόζονται, ισχύουν για όλους), αλλά στο ότι οι γυναίκες απασχολούνται σε μαζική έκταση σε τομείς εργασίας που είναι από τους πιο κακοπληρωμένους και στο ότι έχουν μικρότερη επαγγελματική εξέλιξη έναντι των ανδρών.

Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα συγκέντρωσης γυναικών σε χαμηλά αμειβόμενους τομείς βρίσκεται στη βιομηχανία ενδυμάτων, όπου περισσότερο από τα 2/3 ολόκληρου του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού είναι γυναίκες και η οποία απορροφά σχεδόν το 1/5 του γυναικείου εργατικού δυναμικού στην παραγωγή. Επίσης, σχεδόν τα 2/3 των εργαζομένων γυναικών σε παγκόσμιο επίπεδο που απασχολούνται στην παραγωγή κατατάσσονται στις «εργάτριες, χειρίστριες και εργάτριες παραγωγής . Μόνο 5% είναι σε επαγγελματικές και τεχνικές εργασίες και 2% σε διοικητικές και διευθυντικές θέσεις. Στο τομέα των υπηρεσιών όπου εργάζονται οι περισσότερες γυναίκες κατέχουν μόνο το 14% των διοικητικών και διευθυντικών θέσεων και λιγότερο από το 6% των ανώτατων διευθυντικών θέσεων[7].

Στη χώρα μας οι Ελληνίδες μισθωτές είναι από τις χαμηλότερα αμειβόμενες στην Ευρώπη (68% των ωρομισθίων των ανδρών). Τα χαμηλότερα ποσοστά βρίσκονται στο τομέα του ηλεκτρισμού - αερίου πόλεως με 57,6% στις μηνιαίες αποδοχές των υπαλλήλων και 69,6% στα ημερομίσθια των εργατών. Ακολουθεί ο τομέας δέρματος που οι γυναίκες παίρνουν το 59% των μηνιαίων αποδοχών των υπαλλήλων και το 81,4% των εργατών στη βιομηχανία.

Ακολουθεί ο τομέας μηχανών και συσκευών, επίπλων, μεταφορικών μέσων, μεταλλικών προϊόντων, υφαντικών ειδών, διατροφής, ποτά[8].

Η μεγαλύτερη ψαλίδα διαφοράς στην τιμή πώλησης της γυναικείας εργατικής δύναμης βρίσκεται στους υπαλλήλους, με μέσο όρο γύρω στο 74% των ανδρών, ενώ στα μεροκάματα των βιομηχανικών εργατριών η διαφορά ακόμα και στους ίδιους κλάδους είναι μικρότερη με μέσο όρο περίπου στο 85%[9].

Στο δημόσιο τομέα η διάκριση λειτουργεί επίσης έμμεσα με τη συγκέντρωση των γυναικών στις κατώτερες βαθμίδες ακόμα και αν το επίπεδο της γενικής εκπαίδευσης είναι ίσο ή και ανώτερο από των ανδρών. Π.χ. ενώ οι γυναίκες στη Δημόσια Διοίκηση, αποτελούν το 1/3 των εργαζομένων, το ποσοστό των γυναικών στους γενικούς διευθυντές παραμένει κάτω του 5%. Στις τράπεζες οι γυναίκες κυριαρχούν στις θέσεις χαμηλής ευθύνης. Το 38% των εργαζομένων είναι γυναίκες, τη διεύθυνση όμως των καταστημάτων την έχουν οι άνδρες με ποσοστό 96,2%[10].

Στον Τουρισμό, στο μεγαλύτερο ποσοστό τους οι εργαζόμενοι χαρακτηρίζονται ως ανειδίκευτοι. Αυτές οι εργασίες έχουν καταταγεί στη συλλογική σύμβαση στην 4η κατηγορία. Σε αυτήν την 4η κατηγορία ανήκουν οι περισσότερες εργαζόμενες γυναίκες στα ξενοδοχεία, που είναι και η πλειοψηφία των εργαζομένων: καμαριέρες, πλυντήρια, σιδερωτήρια, καθαρίστριες, μοδίστρες, λαντζιέρες, κλπ..

Βάσει της μαρξιστικής ανάλυσης για την τιμή πώληση της εργατικής δύναμης, «η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζεται από την αξία των μέσων συντήρησης, που απαιτούνται για να παραχθεί, αναπτυχθεί, διατηρηθεί και διαιωνισθεί η εργατική δύναμη... όπως διαφέρει το κόστος παραγωγής στις διάφορες ποιότητες της εργατικής δύναμης, έτσι πρέπει να διαφέρει και η αξία της εργατικής δύναμης που χρησιμοποιείται στους διάφορους κλάδους της παραγωγής»[11].

Η γυναίκα εργαζόμενη, λόγω και της ιδιαιτερότητας της γενετήσιας λειτουργίας της, έχει πολλές φορές επιπλέον επιπτώσεις, άρα και φθορές από τη χρησιμοποίηση της εργατικής της δύναμης, στη χρησιμοποίηση ακόμα και του ίδιου μέσου παραγωγής με τον άνδρα. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, οι ανάγκες αναπαραγωγής της εργατικής της δύναμης είναι μεγαλύτερες έναντι του άνδρα, εξαιτίας πάλι της ιδιαιτερότητας της αναπαραγωγικής της λειτουργίας και όχι μόνο κατά την περίοδο της τεκνοποίησης. Αρα το κόστος των μέσων που θα χρησιμοποιήσει για τη συντήρηση και αναπαραγωγή της εργατικής της δύναμης είναι μεγαλύτερες έναντι του άνδρα εργάτη.

Με δεδομένο ότι σήμερα παίρνεται πίσω ένα σύνολο επιδομάτων σε σχέση με την προστασία της μητρότητας εξαιτίας της ανατροπής της σταθερής και πλήρους απασχόλησης και συρρικνώνεται ο δημόσιος και δωρεάν χαρακτήρας της κοινωνικής προστασίας, η τιμή πώλησης της γυναικείας εργατικής δύναμης θα πέσει ακόμα πιο πολύ από τα ποσοστά που προαναφέραμε.

Ετσι και στις σημερινές συνθήκες επιβεβαιώνεται η μαρξιστική θέση της μεγαλύτερης ταξικής εκμετάλλευσης που υφίσταται η γυναίκα εργαζόμενη στον καπιταλισμό.

2) Με τις αντιδραστικές αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, η επιδείνωση των όρων πώλησης της εργατικής δύναμης είναι μεγαλύτερη για τις γυναίκες.

Στην αναφορά που κάνουμε, στεκόμαστε μόνο στη μερική απασχόληση της μισθωτής εργασίας, γιατί τα υπόλοιπα στοιχεία της ΕΣΥΕ σχετικά με τις αυτοαπασχολούμενες και τα συμβοηθούντα μέλη, δε βοηθούν μιας και σε αυτά εμπεριέχονται εργοδότριες και γυναίκες των μικρομεσαίων στρωμάτων ή της αστικής τάξης που εργάζονται στην οικογενειακή επιχείρηση.

Επίσης τα στοιχεία που εξετάζουμε αναφέρονται στην περίοδο του 1997. Τα πραγματικά στοιχεία είναι σαφώς πολύ μεγαλύτερα μιας και πρόσφατα ψηφίστηκε ο νόμος για τη μερική απασχόληση, δίνοντας ώθηση στην αύξησή της.

Η μερική απασχόληση στην Ελλάδα βάσει των στοιχείων της ΕΣΥΕ (1997) αποτελεί το 13,8% του συνόλου της μισθωτής απασχόλησης. Οι εργαζόμενες με μερική απασχόληση αποτελούν το 5,5% των εργαζομένων (Α-Γ) συνολικά στη μισθωτή εργασία έναντι 3% των ανδρών. Στη γυναικεία μισθωτή απασχόληση αποτελούν το 14,1% έναντι του 4,8% των ανδρών στην αντίστοιχη ανδρική μισθωτή απασχόληση.

Οι γυναίκες αποτελούν των πλειοψηφία των εργαζομένων με αυτή την μορφή (64,5% έναντι του 35,5% των ανδρών)[12].

Η μεγαλύτερη συγκέντρωση εργαζομένων γυναικών με μερική απασχόληση παρατηρείται στην ηλικία των 30-64 ετών ( 65,4%), με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση μετά τα 45[13]. Τα μεγάλα ποσοστά μετά τα 45, τα οποία ισχύουν και για τους άνδρες, δείχνουν τα αποτελέσματα της παραγωγικής συρρίκνωσης σε παραδοσιακούς κλάδους παραγωγής κύρια στη βιομηχανία και τις μαζικές απολύσεις σε αυτές τις ηλικίες για να αντικατασταθούν με νέους οι οποίοι είναι πιο φθηνοί σαν εργατική δύναμη.

Τα τελευταία χρόνια η χρησιμοποίηση αυτών των μορφών εργασίας ή ακριβέστερα η χειροτέρευση των όρων πώλησης της εργατικής δύναμης, συνέβαλλε σε μια πλασματική αύξηση της απασχόλησης του εργατικού δυναμικού και κύρια των γυναικών, αφού η μια θέση πλήρους εργασίας μετατρέπεται σε 2-3 θέσεις.

Τα μεγαλύτερα ποσοστά γυναικών που εργάζονται με μερική απασχόληση, οφείλονται στο ότι οι γυναίκες:

- Αναγκάζονται να επιλέγουν αυτή τη μορφή για να μπορέσουν να λύσουν προβλήματα ανατροφής των παιδιών, περιποίησης και φροντίδας μελών της οικογένειας, εξαιτίας της συρρίκνωσης των δημόσιων παροχών της Κοινωνικής Προστασίας.

- Θεωρούν ως ένα βαθμό συμπληρωματική την εργασία τους στο οικογενειακό εισόδημα, για την κάλυψη τρεχουσών αναγκών.

Αυτή η εργασιακή σχέση προβάλλεται ως μέτρο ενίσχυσης της απασχόλησης των γυναικών αλλά και ως μέσο που μπορεί να λειτουργήσει σε εθελοντική βάση για τις εργαζόμενες που θέλουν να συνδυάσουν οικογένεια και εργασία. Ομως αυτή η εργασιακή μορφή δεν είναι καθόλου εθελοντική επιλογή αλλά αναγκαστική. Σε μια έρευνα του ΕΚΑ που έγινε στους εργαζόμενους της Αθήνας, αναφέρεται ότι στο Δήμο Αθήνας το μεγαλύτερο πρόβλημα στον «κοινωνικό εξοπλισμό» είναι οι ελλείψεις των παιδικών σταθμών, ενώ αντίστοιχα αυτό συμβαίνει και στη Δυτική Αθήνα, με αποτέλεσμα σε αυτές τις περιοχές να ξοδεύονται περισσότερα χρήματα από το οικογενειακό εισόδημα για παιδικούς σταθμούς[14].

Μελέτες στη Γαλλία σχετικά με την εφαρμογή της μερικής απασχόλησης, απέδειξαν ότι αυτό το μέτρο όχι μόνο δεν ενίσχυσε την απασχόληση με τη δημιουργία νέων θέσεων, αλλά κατά την περίοδο εφαρμογής από το 1994-1998 έγινε αναδιανομή του εργατικού δυναμικού με χειρότερους όρους μέσω της ενίσχυσης της μερικής απασχόλησης η οποία από 18% το 1992 έφτασε στο 32% το 1997 (για τις γυναίκες)[15].

Οι γυναίκες λοιπόν αναγκάζονται σε μεγάλο βαθμό, είτε έμμεσα είτε άμεσα, να δουλεύουν με αυτές τις μορφές.

 

ΥΓΙΕΙΝΗ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Η εισαγωγή νέων τεχνολογιών, η εντατικοποίηση της εργασίας, η μη λήψη μέτρων προστασίας για την υγιεινή και ασφάλεια, έχουν σαν αποτέλεσμα να συσσωρεύονται πολλά προβλήματα υγείας στις γυναίκες.

Είναι αποκαλυπτικό το στοιχείο που δίνει η ΕΣΥΕ (1997) ότι ο κύριος λόγος εκείνων των γυναικών (42,9%) που αν και εργάζονται, αναζητούν άλλη εργασία είναι γιατί επιθυμεί καλύτερες συνθήκες!

Η άρση της απαγόρευσης της βραδυνής εργασίας των γυναικών στη βιομηχανία και βιοτεχνία, ήρθε να επιβαρύνει την υπάρχουσα κατάσταση σε αυτό το τομέα. Αν σε όλα αυτά προσμετρήσουμε ότι μετά την εργασία έχουν να αντιμετωπίσουν και ένα σύνολο εργασιών στο σπίτι για τη φροντίδα της οικογένειας, καταλαβαίνουμε το μέγεθος αυτής της φθοράς του γυναικείου οργανισμού..

Οι επιπτώσεις ανάμεσα στα άλλα είναι ανορεξία, καρδιαγγειακές, ορμονικές διαταραχές, άγχος, αϋπνία, ευερεθιστότητα, μυοσκελετικά προβλήματα, διαταραχές στην κοινωνική και οικογενειακή ζωή, χρόνια κούραση και εξάντληση, πτώση ενεργητικότητας και κατάθλιψη.

 

ΑΛΛΟΔΑΠΕΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΕΣ

Σύμφωνα με έρευνα του Εθνικού Παρατηρητηρίου Απασχόλησης (ΕΠΑ 1999), η οποία βασίστηκε στα δεδομένα των αιτήσεων που υποβλήθηκαν από τους αλλοδαπούς για να τους χορηγηθεί άδεια παραμονής στην Ελλάδα, φαίνεται ότι η πλειοψηφία των μεταναστών εργάζονται στη χώρα ως ανειδίκευτοι απασχολούνται κύρια στον αγροτικό τομέα, έχουν μέσο επίπεδο εκπαίδευσης και η κύρια χώρα προέλευσης είναι η Αλβανία.

Με βάση το φύλο τα στοιχεία δείχνουν ότι η μεγάλη πλειοψηφία είναι άνδρες. Από τις γυναίκες το 43,64% προέρχεται από την Αλβανία, το 14,74% από τη Βουλγαρία, το 8,27% από την Ουκρανία και ακολουθούν η Γεωργία, οι Φιλιππίνες και η Μολδαβία. Ο κύριος όγκος τους προέρχεται από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες.

Σε ό,τι αφορά το εκπαιδευτικό τους επίπεδο οι γυναίκες είναι οι πιο μορφωμένες με 55,47% έναντι 47,31% των ανδρών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όσο και στην τριτοβάθμια με 16,14% έναντι 6,41% των ανδρών ενώ στην πρωτοβάθμια 24,18% έναντι 41,90% των ανδρών!

Η οικογενειακή τους κατάσταση δείχνει ότι η πλειοψηφία είναι έγγαμοι, με δύο στους τρεις να έχουν από ένα έως και πέντε παιδιά. Οι έγγαμες γυναίκες είναι το 59,89%.

Το 16,5% των γυναικών δουλεύουν ως ανειδίκευτες εργάτριες ή χειρώνακτες έναντι του 25,8% των ανδρών. Ως ειδικευμένες είναι το 2,32% έναντι του 8,51% των ανδρών. Βέβαια η πλειοψηφία των αλλοδαπών απέφυγε να δηλώσει επάγγελμα, δείχνοντας ότι το μεγαλύτερο μέρος τους εργάζεται χωρίς να δηλώνεται από τους εργοδότες[16].

 

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑ

Οι ανάγκες του μεγάλου κεφαλαίου στην παραγωγή, η συμμετοχή στην κοινωνική εργασία και η ελάττωση αντιδραστικών αντιλήψεων για τη μόρφωση των γυναικών, έδοσαν ώθηση στο να ανέβει το μορφωτικό επίπεδο των γυναικών. Και στο τομέα της εκπαίδευσης παρατηρείται τα τελευταία χρόνια μια σημαντική αύξηση των γυναικών.

Στους 10 πτυχιούχους Ανωτέρων και Ανωτάτων Σχολών οι 5 είναι γυναίκες (αποτελώντας το 46,5% των αποφοίτων αυτών των σχολών, έναντι 53,5% των ανδρών), ενώ το 1995 ήταν 4 στους 10 (αποτελώντας το 41,5% των αποφοίτων έναντι του 58,5% των ανδρών αντίστοιχα).

Στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση οι γυναίκες βρίσκονται σε μεγαλύτερα ποσοστά αποφοίτων.

Σύμφωνα με έρευνα της ΕΣΥΕ, έχουν μεγαλύτερο μέσο όρο βαθμολογίας, σημειώνουν περισσότερες πρωτιές στις Γενικές Εξετάσεις για τα ΑΕΙ, έχουν μεγαλύτερα ποσοστά συμμετοχής στο σύνολο των φοιτητών, π.χ. το 1994 το 44,9% των φοιτητών ήταν αγόρια και το 55,1% γυναίκες[17].

Παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να παραμένει ανοικτή πληγή το ότι στη χώρα μας υπάρχουν επίσημα καταγεγραμμένοι γύρω στους 1.500.000 αναλφάβητοι (κατά κύριο λόγο όμως στις μεγάλες ηλικίες), από τους οποίους οι γυναίκες αποτελούν την πλειοψηφία με 63% το 1991[18].

Οι κατακτήσεις των γυναικών στην εκπαίδευση δεν ανατρέπουν τις κοινωνικές διακρίσεις που συνεχίζουν και σήμερα να υπάρχουν με άλλη μορφή μέσα από τη μόρφωση. Αν παλαιότερα ήταν απαγορευτική η συμμετοχή των γυναικών στη μόρφωση και ιδιαίτερα στα ανώτερα επίπεδα, λόγω των συντηρητικών αστικών προτύπων για το ρόλο της γυναίκας στην οικογένεια και την κοινωνική εργασία, σήμερα, η διάκριση αυτή έχει μετατοπιστεί στο είδος της εκπαίδευσης, στη διάρκειά της και στην αξία του διπλώματος. Αν δούμε την κατανομή των φοιτητών στις διάφορες σχολές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης θα διαπιστώσουμε ότι η συμμετοχή συνδέεται άμεσα με το φύλο και κατά συνέπεια με τις υπάρχουσες κοινωνικές αντιλήψεις για το ρόλο των δύο φύλων.

Ετσι στους επιτυχόντες της α΄ δέσμης (κυρίως πολυτεχνικά τμήματα, γεωπονο-δασολογικά και τμήματα θετικών επιστημών) οι γυναίκες αποτελούν το 36,3% αντί του 63,7% των ανδρών. Στην γ΄ δέσμη (φιλολογικά, νομικά και θεολογικά τμήματα) οι γυναίκες αποτελούν το 78,5% ενώ οι άνδρες το 21,5%[19]. Ενώ σε έρευνα που έγινε σε μαθητές/τριες γυμνασίων της Αθήνας και του Πειραιά που διέθεταν Η/Υ διαπιστώνεται ότι τα κορίτσια ήταν κάτοχοι κατά 28% έναντι 72% των αγοριών[20].

Στους Νηπιαγωγούς οι γυναίκες είναι 95% ενώ οι άνδρες 5%, στους μηχανολόγους-μηχανικούς 10% και 90% αντίστοιχα, ενώ στους ηλεκτρονικούς 12% και 88%[21].

Αυτός ο επαγγελματικός προσανατολισμός σε συνάρτηση με τις αναδιαρθρώσεις του μεγάλου κεφαλαίου έχει σαν αποτέλεσμα οι γυναίκες να παραμένουν σε σημαντικό βαθμό το φθηνό εργατικό δυναμικό, με μικρές δυνατότητες επαγγελματικής ανέλιξης και σταδιοδρομίας. Οι σχολές που το γυναικείο φύλο έχει πλειοψηφία είναι κυρίως σχολές που προσφέρουν μικρές προοπτικές για αξιοποίηση των πτυχίων. Για παράδειγμα, η Πάντειος και η Φιλοσοφική Αθηνών, όπου το γυναικείο φύλο υπερτερεί, είναι σχολές που οδηγούν σε επαγγέλματα με μέτρια οικονομική απόδοση και με πιο μειωμένο «κοινωνικό γόητρο». Ενώ η Ιατρική, οι χημικοί ΕΜΠ, τμήματα πληροφορικής (ΑΕΙ), είναι σχολές με ευνοϊκές επαγγελματικές προοπτικές, όπου υπερτερούν οι άνδρες.

Παρά το ότι η αλματώδης ανάπτυξη της τεχνολογίας και ιδιαίτερα της πληροφορικής απλούστευσε μια σειρά εργασίες στην παραγωγική διαδικασία, εν τούτοις αυτός ο διαχωρισμός «ανδρικών» και «γυναικείων» εργασιών παραμένει σε μεγάλο βαθμό. Π.χ. οι άνδρες είναι αυτοί που ασχολούνται κύρια με τη λειτουργία και το σχεδιασμό της τεχνολογίας, ενώ με την εφαρμογή οι γυναίκες: Αναλυτές-προγραμματιστές: άνδρες 90%, γυναίκες 10%. Δακτυλογράφοι, καταχωρητές στοιχείων: άνδρες 0,5%, γυναίκες 99,5%[22].

Πολύ χαμηλά είναι τα ποσοστά γυναικών και ανδρών που κατέχουν διδακτορικό ή μεταπτυχιακό τίτλο ανώτατης εκπαίδευσης, οι γυναίκες έχουν 0,8% έναντι 1,7% των ανδρών[23].

Ετσι, σύμφωνα με στοιχεία της ICAP το 1996, στις ιδιωτικές επιχειρήσεις οι άνδρες με ανώτατη εκπαίδευση είχαν τις διπλάσιες αμοιβές, έναντι των γυναικών με το ίδιο επίπεδο εκπαίδευσης.

Παράλληλα η ίδια η ζωή ανατρέπει τους ισχυρισμούς αυτών που προβάλλουν ότι η χαμηλότερη εκπαίδευση των γυναικών φταίει για τα ψηλότερα ποσοστά ανεργίας σε σχέση με τους άνδρες, αφού οι γυναίκες με μόρφωση ΤΕΙ και ΑΕΙ είναι άνεργες με διπλάσια ποσοστά έναντι των ανδρών. Η ανεργία των γυναικών με επίπεδο μόρφωσης Γυμνασίου έως και Λυκείου αγγίζει σχεδόν τριπλάσια ποσοστά έναντι των ανδρών, ενώ στα κατώτερα επίπεδα μόρφωσης είναι σχεδόν τα ίδια. Μπορούμε λοιπόν να μιλάμε για προσανατολισμό των γυναικών κύρια σε «γυναικείες σχολές» και «γυναικείες σπουδές». Αν και με μια πρώτη ματιά φαίνεται ότι αυτό είναι αποτέλεσμα των αντιδραστικών αντιλήψεων, θα ήταν λάθος να καταλήξουμε μόνο σε αυτή την πλευρά.

Οι αντιλήψεις, η προσωπική στάση ζωής, δεν είναι τόσο ατομική υπόθεση. Είναι αποτέλεσμα της συνολικής κοινωνικής συνείδησης που διαμορφώνεται από την υλική-οικονομική βάση της καπιταλιστικής κοινωνίας και θα αναπαράγονται όσο τα μέσα παραγωγής θα βρίσκονται στα χέρια της ατομικής ιδιοκτησίας.

Η εκπαίδευση βεβαίως βοηθά στην καλύτερη δυνατότητα πώλησης της εργατικής δύναμης, στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος, όμως δεν είναι ο καθοριστικός παράγοντας, αλλά οι γενικότερες ανάγκες του κεφαλαίου στην αγορά εργασίας ιδιαίτερα σε περιόδους ύφεσης.

Σήμερα προωθεί τη λογική του «απασχολήσιμου» αντί του εργαζόμενου, την «δια βίου κατάρτιση», δηλαδή την εκπαίδευση μιας χρήσης σε συνεχή βάση, σύμφωνα με τις ανάγκες του επιχειρηματία, αντί της γενικής μόρφωσης και συνολικότερης επαγγελματικής ειδίκευσης. Γι’ αυτό χτυπιέται η δημόσια παιδεία και υποβαθμίζεται γενικότερα η δημόσια ανώτερη μόρφωση.

Αν μέσα σε αυτές τις πολιτικές που εξελίσσονται, υπολογίσουμε και το ότι μια εργατική οικογένεια δαπανά ετησίως 270.000 για ένα μαθητή του Δημοτικού, 640.000 για έναν του Γυμνασίου και 1.070.000 για ένα του Λυκείου, καταλαβαίνουμε πόσο θα χειροτερεύσει το γενικό επίπεδο μόρφωσης των παιδιών των εργατικής τάξης. Σε συνδυασμό με τις αντιδραστικές αντιλήψεις «ο άνδρας στην κοινωνία, η γυναίκα στο σπίτι», η εργατική οικογένεια θα προωθεί εξαιτίας του οικονομικού κόστους περισσότερο το αγόρι στις επιστήμες και το κορίτσι σε μια στοιχειώδη επαγγελματική εκπαίδευση.

 

ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ

Η οικογένεια στον καπιταλισμό λειτουργεί ως σημαντικός μηχανισμός συντήρησης και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης.

Η συντριπτική πλειοψηφία των ανέργων ζει στα πλαίσια της πυρηνικής οικογένειας, σε αντίθεση με το 2,69% που ζουν μόνοι τους[24].

Ενα σημαντικό μέρος των ανέργων (18,4%) είναι μέλη οικογενειών με εισόδημα έως 1.000.000 δρχ. Στην κατηγορία μεταξύ 1-2.000.000 δρχ. βρίσκεται το 33,3%, ενώ στην κατηγορία από 2-3.000.000 δρχ. ανήκει το 34,2%. Αυτό αναδείχνει και την τεράστια συρρίκνωση της ικανοποίησης βασικών αναγκών που βιώνει η εργατική οικογένεια[25].

Ο ρόλος της εργατικής οικογένειας στη φροντίδα των ατόμων που δεν εργάζονται είναι προφανής, λαμβάνοντας υπόψη:

- Τις αυξημένες ανάγκες παροχής κοινωνικών υπηρεσιών, σε αντίθεση με την περιορισμένη και συνεχώς ελαττούμενη συμβολή του κράτους στην παροχή κοινωνικών υπηρεσιών, για την οικογένεια.

- Των χαμηλών επιδομάτων ανεργίας και του περιορισμένου αριθμού χορήγησής τους, μιας και αποκλείονται από αυτά οι νεοεισερχόμενοι στην παραγωγή και οι απολυμένοι που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις βάσει του νόμου

- Την περίπτωση των καταγραμμένων ως «άεργοι» ή «νοικοκυρές» οι οποίοι αποτελούν μεγάλο μέρος του πληθυσμού.

Με δεδομένα τα πιο πάνω, η εργατική οικογένεια στον καπιταλισμό αναγκάζεται να λειτουργεί ως βασικό κύτταρο φροντίδας και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Λέμε αναγκάζεται, γιατί ενώ ο καπιταλισμός έχει δημιουργήσει σε μεγάλο βαθμό τις υλικές προϋποθέσεις απαλλαγής της από αυτές τις λειτουργίες (μη παραγωγικές εργασίες τις ονόμαζε ο Λένιν) τις οποίες έχει κοινωνικοποιήσει στην παραγωγή, η συντριπτική πλειοψηφία των εργατικών και λαϊκών οικογενειών δε μπορούν να κάνουν χρήση αυτών των παροχών, επειδή λειτουργούν ως εμπορεύματα.

Αυτή η επιβάρυνση της εργατικής οικογένειας, διεκπεραιώνεται κατά κύριο λόγο από τις γυναίκες μέλη της, εντείνοντας έτσι τη διπλή καταπίεση που βιώνει η γυναίκα της εργατικής τάξης στον καπιταλισμό.

Είναι ενδεικτικά τα στοιχεία της έρευνας του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ[26].

Συγκεκριμένα:

 

ΑΝΔΡΕΣ

ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Κάνουν δουλειές του σπιτιού

50 λεπτά

2 ώρες και 45 λεπτά

Φροντίζουν τα παιδιά

36 λεπτά

1 ώρα και 30 λεπτά

Ξεκουράζονται

3 ώρες και 35 λεπτά

2 ώρες και 10 λεπτά

 

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΤΑΞΙΚΗ ΠΑΛΗ

Δεν αρκεί να μιλάμε στις εργαζόμενες για τα προβλήματά τους. Δεν αρκεί να λέμε ότι είναι οι πιο φτωχοί των φτωχών. Το ξέρουν από την εμπειρία τους, ούτε να περιοριζόμαστε στο να τους εξηγούμε τα μέτρα που παίρνονται, τα ξέρουν. Σήμερα πρέπει να τους αποκαλύψουμε την ταξική ουσία αυτής της πολιτικής και την προοπτική της δικής τους ύπαρξης, την προοπτική της διεξόδου και την αναγκαιότητα συμμετοχής στην ταξική πάλη.

Η συμμετοχή των γυναικών στο συνδικαλιστικό κίνημα, είναι γενικά χαμηλό ακόμα και σε κλάδους όπου υπερτερούν οι γυναίκες. Η χαμηλή συμμετοχή συνδέεται άμεσα με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η εργαζόμενη γυναίκα, ιδιαίτερα αν έχει και παιδιά, με αναχρονιστικές αντιλήψεις ότι η γυναίκα δεν ασχολείται με τα κοινά, τη μικρή προσπάθεια των σωματείων για συμμετοχή των γυναικών στη δράση.

Σε μια έρευνα που είχε κάνει η ΔΗΜΕΛ και η PRC για λογαριασμό της ΓΣΕΕ σχετικά με τους λόγους της χαμηλής συνδικαλιστικής συμμετοχής, οι γυναίκες δήλωσαν ως ένα βασικό, την έλλειψη χρόνου σε αντίθεση με τους άνδρες. Η φροντίδα για τα παιδιά, να τα πηγαίνουν στα φροντιστήρια, ο χρόνος μετακίνησης για δουλειά κλπ.

Τα τελευταία χρόνια προβάλλεται έντονα από το αστικό γυναικείο κίνημα και τις ιδεολογικές (νεοφεμινιστικές) αποχρώσεις του, ότι για την ανατροπή της χαμηλής συμμετοχής των γυναικών στα κέντρα λήψης των αποφάσεων του συνδικαλιστικού κινήματος, είναι η ποσόστωση. Είναι ένα αίτημα που φυσικά θα βοηθούσε. Ομως αν θέλουμε να συμμετέχουν οι εργαζόμενες γυναίκες που βιώνουν αυτές τις πολιτικές, δεν αρκεί από μόνο του αυτό το διοικητικό μέτρο.

Πάνω από όλα χρειάζεται τα σωματεία και ιδιαίτερα το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, να δυναμώσει την πάλη με αιτήματα που σε να αντανακλούν την ταξική αντίληψη για την εργατική οικογένεια, τη γυναίκα, το ρόλο της στην κοινωνία και την παραγωγή. Αιτήματα και μορφές οργάνωσης της πάλης που ανοίγουν το δρόμο της ταξικής συνειδητοποίησης των γυναικών της εργατικής τάξης για τον πραγματικό υπαίτιο των προβλημάτων της και την συμμετοχή της στην πάλη της τάξης της. Οι μορφές συσπείρωσης ποικίλλουν. Με οργάνωση σε σωματεία ή συλλόγους, επιτροπές αγώνα, π.χ. για το ασφαλιστικό, εργατικές επιτροπές σε συνοικίες κλπ.

Οι δυσκολίες δεν είναι αξεπέραστες. Η ιστορία του παγκόσμιου επαναστατικού εργατικού κινήματος αλλά και του κόμματός μας -από την αρχή της ίδρυσής του- έδειξε ότι ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες, οι κομμουνιστές μπήκαν σε εργοστάσια-γκέτο της εργοδοσίας, έβρισκαν τις εργάτριες στις συνοικίες, τις οργάνωναν σε εργατικούς συλλόγους, εξέδιδαν μέχρι και ειδικό έντυπο υλικό, την «ΕΡΓΑΤΡΙΑ». Η εξειδίκευση των επιπτώσεων στις γυναίκες από τις πολιτικές που ασκούνται, ακόμα και οι ιδιαίτερες μορφές συσπείρωσης εργατριών, δεν έρχονται σε αντίθεση με την ένταξή τους στην συλλογική πάλη της εργατικής τάξης. Αντίθετα είναι και καθήκον, αρκεί αυτή η εξειδίκευση της δουλειάς να διοχετεύεται μέσα στη συνολική πάλη του σωματείου ή στις γενικότερες μορφές του ταξικού εργατικού κινήματος.

Καθήκον των κομμουνιστών είναι η ενδυνάμωση της συνδικαλιστικής και της πολιτικής δουλειάς του κόμματος στις γυναίκες της εργατικής τάξης. Σε αυτόν τον τομέα είμαστε πίσω από τις ανάγκες και τις δυνατότητες. Αυτό σε συνδυασμό με τις ιδιαίτερες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενες επιδρά σημαντικά στη χαμηλή συμμετοχή και στα ταξικά σωματεία αλλά και στο κόμμα.

Η ένταση των προβλημάτων αλλά και οι διαφοροποιήσεις που συντελούνται, επιβάλλουν να επικεντρώσουμε την προσοχή στις εργαζόμενες μεγάλων βιομηχανικών παραγωγικών μονάδων και κλάδων, στις άνεργες. Τις καθαρίστριες που είναι ένας τομέας που συγκεντρώνει γυναίκες από τα πιο εξαθλιωμένα τμήματα της εργατικής τάξης περικλείοντας και μεγάλη μάζα ξένων εργατριών. Τις γυναίκες που εργάζονται στον τομέα των υπηρεσιών, με έμφαση σε τομείς όπου εισάγονται πιο μαζικά οι αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις.

Η ιδεολογικοπολιτική παρέμβαση που κάνει ο ταξικός αντίπαλος είναι πολύ σοβαρή και εξειδικευμένη στις γυναίκες, αξιοποιώντας και τη θρησκεία. Σήμερα που και το πιο μικρό αίτημα απαιτεί ρήξη με βασικούς τομείς της πολιτικής του κεφαλαίου, η ιδεολογική δουλιά μέσα στην εργατική τάξη, τις εργάτριες αποκτά πρωταρχική σημασία.

Η ένταξη της γυναίκας της μισθωτής εργασίας στο αντιιμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό μέτωπο πάλης, στην προοπτική του σοσιαλισμού, ανοίγει το δρόμο της λύσης των προβλημάτων που βιώνει, από τη σκλαβιά της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας.



Η Αλέκα Γιαννούση είναι μέλος του Τμήματος για την Ισοτιμία και Χειραφέτηση της Γυναίκας, της ΚΕ του ΚΚΕ.

[1] Τα στοιχεία του άρθρου που αναφέρονται σε βιομηχανία, εμπόριο, υπηρεσίες ακολουθούν την κατάταξη των αστικών στατιστικών υπηρεσιών.

[2] Ως τομέα κοινωνικών υπηρεσιών ορίζονται οι τομείς Παιδείας, Υγείας, Πρόνοιας.

[3] ΕΘΝΟΣ, 1.2.2000

[4] Περιοδικό «Ενημέρωση» του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ, τ. 48-49, 1999.

[5] ΕΣΥΕ: Στατιστική της Εκπαίδευσης και Δελτία Τύπου, 1994/95.

[6] Στοιχεία ΥΠΕΠΘ: Επισκόπηση ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Εκθεση για τον ΟΟΣΑ, 1995.

[7] Περιοδικό ΠΙΕΚΑ: Εργασία, Σεπτέμβρης 1997, σελ. 45.

[8] Eurostat: Εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», 22-23.01.2000

[9] ΕΣΥΕ: Μονάδα Τεκμηρίωσης ΚΕΘΙ, ΝΕΑ 22-23.01.2000

[10] Περιοδικό ΠΙΕΚΑ: Εργασία, Σεπτέμβρης 1997.

[11] Κ. Μαρξ: «Μισθωτή εργασία και κεφάλαιο. Μισθός, τιμή, κέρδος». Εκδόσεις «Στόχοι», σελ. 118.

[12] ΕΣΥΕ: Απογραφή Εργατικού Δυναμικού 1997.

[13] ΕΣΥΕ: Απογραφή Εργατικού Δυναμικού 1997.

[14] ΕΚΑ: Ερευνα για τις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας των εργαζομένων στην Αθήνα. Μάης 1998.

[15] Περιοδικό «Ενημέρωση»: ΙΝΕ της ΓΣΕΕ, προτάσεις της ΓΣΕΕ για το Εθνικό Πρόγραμμα Απασχόλησης 1999.

[16] ΙΝΕ της ΓΣΕΕ: Περιοδικό «Ενημέρωση». Σεπτέμβρης 1996.

[17] Στοιχεία ΥΠΕΠΘ: Επισκόπηση ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Εκθεση για τον ΟΟΣΑ, 1995.

[18] ΕΣΥΕ: Απογραφή εργατικού δυναμικού 1997.

[19] Στοιχεία ΥΠΕΠΘ: Επισκόπηση ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Εκθεση για τον ΟΟΣΑ, 1995.

[20] Στοιχεία: ΙΝΕ της ΓΣΕΕ: Περιοδικό «Ενημέρωση». Σεπτέμβρης 1996.

[21] Στοιχεία ΥΠΕΠΘ: Επισκόπηση ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Εκθεση για τον ΟΟΣΑ, 1995

[22] Στοιχεία: ΙΝΕ της ΓΣΕΕ. Περιοδικό «Ενημέρωση». Σεπτέμβρης 1996.

[23] ΕΣΥΕ: Απογραφή εργατικού δυναμικού 1997.

[24] Στοιχεία: ΙΝΕ ΓΣΕΕ: Περιοδικό «Ενημέρωση», τ. 33, Φεβρουάριος 1998: «Οικογένεια και αγορά εργασίας», σελ. 18-24.

[25] Στοιχεία: ΙΝΕ ΓΣΕΕ: Περιοδικό «Ενημέρωση», τ. 33, Φεβρουάριος 1998: «Οικογένεια και αγορά εργασίας», σελ. 18-24.

[26] Περιοδικό «Ενημέρωση», τ. 14, Μάιος 1996, σελ. 7.