ΙΔΕΟΛΟΓΗΜΑΤΑ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Σήμερα, στην εποχή του ιμπεριαλισμού ή αλλιώς στην κρατικομονοπωλιακή βαθμίδα του καπιταλισμού, η βασική αντίθεση (αυξανόμενη κοινωνικοποίηση της εργασίας και ατομική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της), ολοένα και οξύνεται, γεγονός που σημαίνει διευρυμένη αναπαραγωγή όλων των ανταγωνιστικών αντιθέσεων του καπιταλισμού και δημιουργία παρατεταμένης κρίσης σε όλα τα επίπεδα. Δεδομένου του γεγονότος ότι στενεύουν δραματικά οι δυνατότητες ελιγμών και παραχωρήσεων προς τις λαϊκές δυνάμεις από το μονοπωλιακό κεφάλαιο, μεγαλώνουν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις όξυνσης της ταξικής πάλης. Σε αυτό το πλαίσιο οι δυνάμεις του κεφαλαίου επιδιώκουν την άμβλυνση των «κοινωνικών κραδασμών», την αποτροπή της όξυνσης της ταξικής πάλης για να μην κινδυνεύσουν η εξουσία και τα κέρδη τους. Αυτό φυσικά ως φαινόμενο είναι παμπάλαιο, έχει όμως σημασία για την ανάπτυξη της ταξικής πάλης να παρακολουθούν οι κομμουνιστές πολύ προσεκτικά τις συγκεκριμένες μεθόδους της αστικής τάξης, ώστε να ενισχύουν το ιδεολογικό μέτωπο, να θωρακίζουν την εργατική τάξη στην αντίσταση και αντεπίθεσή της.

Στην κλασική, δίπτυχη τακτική των καπιταλιστικών εξουσιών «καρότο-μαστίγιο», ιδιαίτερα δύσκολο να αποκαλυφθεί, ρόλο έπαιζαν πάντα οι στρατηγικές ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης. Δουλεμένες πολύπλευρα ιδεολογικοπολιτικά σε κάθε φάση, υποστηρίζονται από πολυπλόκαμους ισχυρούς μηχανισμούς σε εθνικό και διακρατικό επίπεδο.

Στη σημερινή όμως φάση, όπου οι ανάγκες της καπιταλιστικής συσσώρευσης και ο συσχετισμός των δυνάμεων επέβαλαν τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση, πολλές θεωρίες της άρχουσας τάξης δε μπορούν να διατηρήσουν πλέον τη δυναμική που μέχρι τώρα είχαν και συχνά μετατρέπονται σε ανίσχυρα ιδεολογήματα, ανίκανα να απαντήσουν στα μεγάλα διλήμματα που αντικειμενικά δημιουργούνται. Ετσι περνά σταδιακά σε πρώτο πλάνο το «μαστίγιο», οι μορφές καθυπόταξης που στηρίζονται στις διώξεις, τον αυταρχισμό, ακόμη στην ανοικτή βία, στον πόλεμο, σε αυτό που κωδικοποιημένα ονομάζουμε «νέα ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων» στο εσωτερικό των χωρών και στις διεθνείς σχέσεις. Παρόλα αυτά, δεν πρέπει να υποτιμηθεί καθόλου η άλλη πλευρά του νομίσματος, η ενσωμάτωση και χειραγώγηση της εργατικής τάξης μέσω της συστηματικής προσπάθειας επίδρασης και διάβρωσης της ταξικής συνείδησης, η οποία είναι επίσης μια μορφή βίας και ανελευθερίας.

Η παρατεταμένη κρίση δημιουργεί συνθήκες εξαθλίωσης, καλλιεργώντας έτσι το έδαφος για τη μοιρολατρία και αν δεν υπάρχει ανάλογη ισχυρή παρέμβαση της πρωτοπορίας δυσκολεύει τη συνειδητοποίηση της ανάγκης για αντίσταση και ρήξη με το σύστημα, διευκολύνει την προσπάθεια του κεφαλαίου να χειραγωγεί τα λαϊκά στρώματα. Η ίδια η κρίση ύπαρξης του καπιταλισμού διεισδύει στη συνείδηση όλων, ακόμη και της εργατικής τάξης, σαν καθολική κρίση χωρίς διέξοδο και δυσκολεύεται έτσι η ταξική συνειδητοποίηση.

Πολύ σοβαρός αρνητικός παράγοντας στην ταξική ωρίμανση τάξης είναι η διαμορφωμένη κατάσταση στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Η πλειοψηφία της συνδικαλιστικής ηγεσίας έχει στην κυριολεξία αφοπλίσει το συνδικαλιστικό κίνημα, όντας η ίδια διαβρωμένη και εξαρτημένη από το κεφάλαιο. Αυτή η αρνητικότατη για το εργατικό κίνημα κατάσταση μπορεί να ανατραπεί μόνο με όρους κινήματος για βαθιές αλλαγές και όχι με αποσπασματικές δράσεις.

Η ωρίμανση της ταξικής συνείδησης είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Δε γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη και κύρια δε γίνεται με νουθεσίες, εισηγήσεις και κατευθύνσεις. Γίνεται μέσα από τις μορφές της ταξικής πάλης, γίνεται με την ταξική σύγκρουση, μέσα από τη συγκεκριμένη ιδεολογικοπολιτική δουλειά των κομμουνιστών και την οργανωτική και ιδεολογική ισχυροποίηση του κομμουνιστικού κόμματος. Το αντικειμενικό στοιχείο του βαθμού όξυνσης των αντιθέσεων είναι το υπόβαθρο αυτής της διαδικασίας.

Η δουλιά των κομμουνιστών μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα είναι βασικός παράγοντας στην άνοδο της ταξικής συνείδησης και πάλης της εργατικής τάξης και στη δημιουργία των προϋποθέσεων για την οικοδόμηση του λαϊκού μετώπου πάλης, ενάντια στην εξουσία των μονοπωλίων, του ιμπεριαλισμού.

Η ταξική πάλη είναι η κινητήρια δύναμη, το έδαφος οικοδόμησης του Μετώπου. Εχει σημασία αυτό, γιατί πρέπει να κατανοηθεί βαθιά από τους εργαζόμενους ότι το Λαϊκό Μέτωπο θα πρέπει να έχει τα χαρακτηριστικά ενός μεγάλου κινήματος με ριζοσπαστικούς, ανατρεπτικούς πολιτικούς στόχους και όχι μιας κάποιας πολιτικής συμφωνίας κορυφών που θα βάλει στόχο να διαχειριστεί το σύστημα, να κυβερνήσει καλύτερα από τις μέχρι σήμερα κυβερνήσεις.

Επίσης έχει σημασία να αναλύονται οι δυσκολίες της σημερινής πολιτικής κατάστασης, ως δυσκολίες ενός αρνητικού συσχετισμού δυνάμεων, που όμως μπορεί να ανατραπεί στην πορεία. Να αναδείχνονται οι δυνατότητες παρέμβασης και αποτελεσματικότητας της δράσης για να μη δημιουργούνται ούτε αυταπάτες ούτε απογοήτευση και μοιρολατρία και συνεπώς πλαστή συνείδηση στην εργατική τάξη.

 

Η ΔΙΑΠΑΛΗ ΣΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Η άρχουσα τάξη, συγκαλύπτοντας με διάφορους τρόπους την ουσία του εκμεταλλευτικού συστήματος, προσπαθεί να κρατήσει τους εργαζόμενους μακριά από τις συνθήκες διαμόρφωσης της ταξικής τους συνείδησης. Τα τελευταία χρόνια επιταχύνονται οι αναδιαρθρώσεις του καπιταλισμού, σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες της παρατεταμένης κρίσης του. Οι αλλαγές που προωθούνται, έχουν ως κύριο άξονα τις μαζικές ιδιωτικοποιήσεις, την ανατροπή των εργασιακών σχέσεων και της κοινωνικής ασφάλισης. Αυτή η διαμορφωμένη κατάσταση δυσκολεύει πολύ ακόμη και προσωρινές, μικρές επιτυχίες. Είναι ένας σημαντικός λόγος ώστε, παρόλο που υπάρχει έντονη αγανάκτηση και διαμαρτυρία, δύσκολα αυτά μετατρέπονται σε αγωνιστική διάθεση. Ενα τμήμα της εργατικής τάξης φτάνει ως την αναγνώριση ορισμένων αντιφάσεων του καπιταλιστικού συστήματος, ως τη συνείδηση της κατάστασης της τάξης του, δε μπορεί όμως να καταλάβει σε βάθος την καπιταλιστική πραγματικότητα και να αποδεχτεί την αναγκαιότητα της ανατροπής της.

Η κατάκτηση της ταξικής συνείδησης απαιτεί μια ιδιαίτερη, μια επιστημονική γνώση της πραγματικότητας, όπως αυτή είναι και όχι όπως εμφανίζεται ότι είναι, χρειάζεται την ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας, που με τη σειρά της χρειάζεται να μεταφερθεί μέσα στους αγώνες της εργατικής τάξης. Για να ανατραπεί αυτή η πραγματικότητα, πρέπει απαραίτητα να συνειδητοποιηθεί από την εργατική τάξη, ποιές είναι οι αιτίες που δημιούργησαν αυτή την πραγματικότητα. Αν επρόκειτο για κάποιες βελτιώσεις της κατάστασής της ή για επέκταση των ελευθεριών και των δικαιωμάτων της, στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος, τότε δε θα χρειαζόταν την επιστημονική γνώση για την απόκτηση της ταξικής συνείδησης. Θα αρκούσε η πρακτική πείρα και η πλασματική συνείδηση που δημιουργείται μέσα στην οικονομική και συνδικαλιστική πάλη, αυθόρμητα, στη βάση των αστικών ιδεών. Το κομμουνιστικό κόμμα είναι ο φορέας που θα μεταφέρει τις επαναστατικές ιδέες μέσα στο εργατικό κίνημα. Από τα κομβικά ζητήματα αναδείχνεται η κομμουνιστική δουλειά μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα.

Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στο παρελθόν, διαμορφώθηκε, ατσαλώθηκε και με την πάλη ανάμεσα στα διάφορα πολιτικο-ιδεολογικά ρεύματα στο εσωτερικό του: το ρεφορμισμό, τον αναρχοσυνδικαλισμό, ως τις δυο όψεις της άρνησης της πολιτικής πάλης της εργατικής τάξης για την εξουσία, και τον ταξικό συνδικαλισμό.

Πρωταρχικής σημασίας ζήτημα είναι στις μέρες μας η πάλη ενάντια στο ρεφορμισμό: Ο σύγχρονος ρεφορμισμός, σε ακραία πλέον κατάσταση εκφυλισμού, στηρίζει ανοικτά τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, τους ευρωενωσιακούς στόχους. Ωστόσο δεν έχει χάσει τη δυνατότητα να εγκλωβίζει μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης, ιδιαίτερα στο λεγόμενο δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Εκτίμηση του Κόμματος είναι ότι:

«Σημαντικοί κίνδυνοι δημιουργούνται για τη μαζικότητα, την ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος, από τις νέες δυσκολίες και τα εμπόδια που μπαίνουν στους εργαζόμενους να οργανωθούν και να δράσουν στα συνδικάτα λόγω των αλλαγών που προωθούνται, κυρίως στις εργασιακές σχέσεις, με την εφαρμογή των ελαστικών μορφών απασχόλησης και την εξατομίκευση της εργασίας. Μέσα στις γραμμές του σ.κ. έχει μεγαλώσει ο αριθμός εκείνων των στελεχών, καθώς και οι παρεμβάσεις των μηχανισμών που υπηρετούν τη στρατηγική της ενσωμάτωσης του σ.κ. Τα δίκτυα των ΟΚΕ απλώνονται σε περιφερειακό και σε τοπικό επίπεδο και με ποικίλους τρόπους προωθούν τη γραμμή της κοινωνικής συναίνεσης και της ταξικής συνεργασίας». (Από την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, για τη δουλειά του Κόμματος στην Εργατική Τάξη και το Συνδικαλιστικό κίνημα, ΚΟΜΕΠ τ. 3/’97, σελ. 13).

Επομένως, οι συνεπείς ταξικές δυνάμεις σήμερα είναι υποχρεωμένες να παλέψουν κάτω από πολύπλοκες και αντιφατικές συνθήκες ενάντια στο συμβιβασμό και στη λογική της ταξικής συνεργασίας. Ο αγώνας είναι δύσκολος. Η άρχουσα τάξη έχει στη διάθεσή της όλα τα υλικά και πνευματικά μέσα. Μπορεί να χειρίζεται κατά το συμφέρον της την κοινωνική συνείδηση και ψυχολογία. Για τη χειραγώγηση της εργατικής τάξης προωθεί ένα πλήθος ιδεολογημάτων και διαθέτει ισχυρούς μηχανισμούς επίδρασης και ελέγχου του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος. Σε αυτές τις συνθήκες εξαιρετικά μεγάλη σημασία αποκτά η ιδεολογική παρέμβαση των κομμουνιστών/ιών στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, στα πρωτοπόρα τμήματα των εργατών και εργατριών, στην εργατική τάξη γενικότερα.

Στη συνέχεια τούτου του άρθρου θα αναφερθούμε σε ορισμένα ιδεολογήματα και μηχανισμούς χειραγώγησης του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, γενικά της εργατικής τάξης.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΛΑΪΚΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ

Στην εφαρμογή της αναπαλαιωμένης θεωρίας του «λαϊκού καπιταλισμού» αποδίδονται τα χαρακτηριστικά της «λυδίας λίθου» για την ευημερία. Οι υποστηρικτές του λαϊκού καπιταλισμού διατείνονται ότι η «συμμετοχική» διαδικασία μέσω της κατοχής μετοχών της επιχείρησης όπου εργάζεται κάποιος, ή και άλλης, μπορεί να «μεταμορφώσει», να «εξελίξει» τον καπιταλισμό σε ένα σύστημα με κοινωνικό πρόσωπο, σε κοινωνία δήθεν της «γενικής ευημερίας», να χάσει τα εκμεταλλευτικά του γνωρίσματα και να λειτουργεί προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων. Αυτό το ιδεολόγημα της αστικής τάξης δεν είναι καινούργιο. Στις ΗΠΑ προϋπήρχε της μεγάλης κρίσης του ’30, στην Ευρώπη εξαπλώθηκε κυρίως μεταπολεμικά. Στηρίχτηκε και αναπτύχθηκε πάνω στην έννοια της «διασποράς της ιδιοκτησίας», άποψη που υποστηρίζει ότι στο σύγχρονο καπιταλισμό σημειώνεται μια συνεχής αύξηση του αριθμού των μικρών μετόχων, οι οποίοι έχουν αρχίσει ν’ ασκούν αποφασιστική επιρροή στις δραστηριότητες των εταιριών.

Με την εμφάνιση των μετοχικών εταιριών άρχισε και η ανάπτυξη του χρηματιστηρίου αξιών, στοιχείο συστατικό της ωρίμανσης του καπιταλισμού (συσσώρευση και συγκεντροποίηση της παραγωγής και του κεφαλαίου στη χρηματιστική ολιγαρχία). Οι καπιταλιστές εμφανίζουν τις μετοχικής μορφής επιχειρήσεις ως «δημοκρατικοποίηση του κεφαλαίου» και επιδιώκουν την αύξηση του αριθμού των μικρομετόχων. Τα τελευταία χρόνια μεγάλες εταιρίες διανέμουν μετοχές στους υπαλλήλους τους. Βέβαια, η «διασπορά των μετοχών» δε σημαίνει και «διασπορά της ιδιοκτησίας», αφού το μεγαλύτερο μέρος του μετοχικού κεφαλαίου εξακολουθεί να είναι στα χέρια μιας μικρής ομάδας ανθρώπων. Δημιουργούνται όμως αυταπάτες ότι και ο εργάτης συμμετέχει στην καπιταλιστική ιδιοκτησία, συνεπώς δεν έχει νόημα η ανάπτυξη της ταξικής πάλης για την ανατροπή του καπιταλισμού.

Ετσι προβάλλεται η λογική της ταξικής συνεργασίας και του «αμοιβαίου οφέλους». «Το όραμα του λαϊκού καπιταλισμού αποτελεί πλέον το κύριο μέσο άμβλυνσης των κοινωνικών διαφορών, αλλά και των ίδιων των εργατικών κινητοποιήσεων. Το σύγχρονο managment φαίνεται ύστερα από χρόνια συγκρούσεων με τους «ταξικούς αντίπαλους», να βρίσκει την πλέον αποτελεσματική μέθοδο για τη μείωση της απεργιακής θερμοκρασίας. Και η μετατροπή των εργαζομένων μιας επιχείρησης σε μικρούς, έστω, συνιδιοκτήτες-εργοδότες του εαυτού τους αποτελεί τον πιο πρόσφορο τρόπο»[1].

Στην Ελλάδα, η κατεύθυνση χορήγησης πρόσθετων αμοιβών με τη μορφή μετοχών, χρονολογείται από το 1988 στην Τράπεζα Εργασίας. Ακολούθησαν και άλλες Τράπεζες καθώς και η INTRACOM, η OLYMPIC Catering, τα Ελληνικά Πετρέλαια, η Αγροτική Ασφαλιστική, ο ΟΤΕ, η ΕΥΔΑΠ, κλπ.

Η διανομή μετοχών στα λαϊκά στρώματα και ιδιαίτερα στους εργαζόμενους αποσκοπεί: α) στη δημιουργία κινήτρων εργασίας με το μικρότερο δυνατό κόστος για την επιχείρηση, β) στη χειραγώγηση των εργαζομένων και την καλλιέργεια της ταξικής συνεργασίας, αφού δημιουργείται η ψευδαίσθηση του «συνιδιοκτήτη» της επιχείρησης, γ) είναι δόλωμα για τη χειραγώγηση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος στις εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών. Στηρίζει σε αυτούς τους χώρους τη λογική του λεγόμενου κοινωνικού διαλόγου, της συναίνεσης και του συμβιβασμού.

Ο «λαϊκός καπιταλισμός», εκτός των παραπάνω, περικλείει δυνατότητες για τους καπιταλιστές να αποφύγουν την οποιαδήποτε καταβολή αυξήσεων στους μισθούς.

Ο πρώην υφυπουργός Οικονομικών κ. Ν. Χριστοδουλάκης[2] θεωρεί πως: «Η εισοδηματική πολιτική δεν αποτελεί πλέον το μοναδικό τρόπο αναδιανομής των εισοδημάτων, όπως συνέβαινε τη δεκαετία του ’60 ή του ’70... Στην Ευρώπη και σιγά-σιγά στην Ελλάδα έχουν αναπτυχθεί πολιτικές συμμετοχής των εργαζομένων στα κέρδη ή στο μετοχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων... Θα υπάρχουν αντιδράσεις, βέβαια, από τους αποκαλούμενους ακραίους ιδεολογικούς εκφραστές της εργατικής τάξης, που θα το καταγγείλουν ως πολιτική ενσωμάτωσης».

Στη Γαλλία η «σοσιαλιστική» κυβέρνηση ετοιμάζει νομοσχέδιο με το οποίο δρομολογείται η αντικατάσταση των αυξήσεων στους μισθούς με τη διανομή μετοχών. Αξίζει να παραθέσουμε την επιχειρηματολογία που στηρίζει αυτό το μέτρο, όπως την εκθέτει ο γερουσιαστής Σεριώ: «Οι καταναγκασμοί που θέτει η ανταγωνιστικότητα επιβάλλουν στις επιχειρήσεις έναν αυστηρό έλεγχο του κόστους. Σε αυτή τη συγκυρία, η απόκτηση μετοχών της επιχείρησης από τους μισθωτούς όπως και τα άλλα συστήματα χρηματο-οικονομικής συμμετοχής, επιτρέπει να αντισταθμιστεί μερικώς η μικρότερη εξέλιξη των μισθών, εξασφαλίζοντας στο μισθωτό έναν «ετεροχρονισμένο μισθό»». Το μυστικό βρίσκεται στο ότι οι μη μισθολογικές αποδοχές, υπό μορφή μερίσματος και ετεροχρονισμένες, δεν υπόκεινται σε εισφορές κοινωνικής ασφάλισης (πλευρά των επιχειρήσεων) και φορολογούνται λιγότερο (πλευρά εργαζομένων). Ομως αν και οι δύο πλευρές εμφανίζονται κερδισμένες, οι εργαζόμενοι είναι χαμένοι γιατί τα ποσά αυτά θα λείψουν από την κοινωνική πολιτική[3].

Ο αποκαλούμενος λοιπόν λαϊκός καπιταλισμός εκφράζεται με πολλές μορφές και πρέπει να αντιμετωπιστεί αρνητικά από όλη την εργατική τάξη. Βέβαια η πτώση του ΧΑΑ προεκλογικά έκοψε λίγο τα φτερά της προπαγάνδας του «λαϊκού καπιταλισμού», αυτό όμως δε σημαίνει ότι θα εξαφανιστούν οι προσπάθειες για να πειστούν τα πιο καλοστεκούμενα τμήματα της εργατικής τάξης. Οι κομμουνιστές πρέπει να συνεχίσουν την προσπάθειά τους για το ξεσκέπασμα αυτού του ιδεολογήματος αξιοποιώντας και τα στοιχεία από τις άλλες καπιταλιστικές χώρες. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, οι οποίες θεωρούνται χώρα-πρότυπο του «λαϊκού καπιταλισμού», τα εισοδήματα του 95% των αμερικανικών οικογενειών δε σημείωσαν πρόοδο κατά την περίοδο 1979-1994. Ενώ το 86,8% των μετοχών το κατέχει το 10% των νοικοκυριών[4]. Ως κάτοχοι μετοχών, υπό μορφή αξιογράφων ή αμοιβαίων κεφαλαίων, εμφανίζεται το 48% των αμερικάνικων νοικοκυριών, όμως μόνο το 21% έχει μετοχές εκτός συνταξιοδοτικών προγραμμάτων. Δηλαδή το μεγάλο μέρος κατέχει αναγκαστικά μετοχές λόγω των ελλείψεων της κοινωνικής ασφάλισης[5].

 

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ, ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

Με αυτό το ιδεολόγημα η σοσιαλδημοκρατία επιχειρεί να διαχωριστεί από τις παραδοσιακές νεοφιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις. Απαραίτητη προέκτασή του είναι τα περί «κοινωνίας της αλληλεγγύης». Υποστηρίζει η κλασική και νεόκοπη σοσιαλδημοκρατία ότι μπορεί να υπάρχει καπιταλιστική οικονομία, χωρίς τα δεινά που αναπόφευκτα πηγάζουν από αυτή. Μπορεί να προχωρά η ΟΝΕ και οι πολιτικές που τη στηρίζουν και να βελτιώνεται η ζωή των εργαζομένων. Μπορεί να υπάρχει ο ανταγωνισμός και το κέρδος, ως το ουσιαστικό κινητήριο στοιχείο της οικονομίας και να μη γίνεται «ο άνθρωπος προς άνθρωπο - λύκος». Ερχονται στο προσκήνιο συνθήματα περί «κοινωνικού Μάαστριχτ», υποσχέσεις για εκατομμύρια θέσεις εργασίας, κ.ο.κ..

Ολος αυτός ο κουρνιαχτός περί «κοινωνικής αλληλεγγύης» που σηκώνεται στα πλαίσια της ανταγωνιστικής αστικής κοινωνίας μας φέρνει στο νου πόσο εύστοχα καυτηρίαζαν οι Μαρξ και Ενγκελς, στον καιρό τους, το «συντηρητικό ή αστικό σοσιαλισμό»: «Την πιο ταιριαστή του έκφραση ο αστικός σοσιαλισμός την αποκτάει τότε μονάχα, όταν καταντάει ένα απλό ρητορικό σχήμα. Ελεύθερο εμπόριο! Προς όφελος της εργαζόμενης τάξης. Προστατευτικοί δασμοί! Προς όφελος της εργαζόμενης τάξης. Φυλακές με κελιά! Προς όφελος της εργαζόμενης τάξης. Αυτή είναι η τελευταία λέξη του αστικού σοσιαλισμού, η μόνη που την εννοεί στα σοβαρά. Ο σοσιαλισμός της αστικής τάξης είναι ακριβώς ο ισχυρισμός ότι οι αστοί είναι αστοί προς όφελος της εργαζόμενης τάξης»[6].

Αστοί διανοούμενοι στην Ευρώπη και αλλού, ερευνητές και ινστιτούτα μελετών όλο και πιο συχνά διατυπώνουν την ανησυχία τους για το μέλλον της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας. Επικεντρώνουν την προσοχή τους στην προοπτική της «ανταγωνιστικής βάσης της οικονομίας» και σε ένα σύγχρονο «κράτος-στρατηγείο». Ισχυρή καπιταλιστική οικονομία βέβαια σημαίνει να πετύχουν οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις και να ικανοποιηθούν οι επιδιώξεις του κεφαλαίου για ιδιωτικοποιήσεις, ένταση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, με αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων και κατάργηση των κατακτήσεων του εργατικού κινήματος. Το κράτος και οι διακρατικές καπιταλιστικές ενώσεις επεξεργάζονται στόχους και πολιτικές στη γενική αυτή κατεύθυνση. Είναι ποιοτικά περισσότερο κράτος και όχι λιγότερο, όπως δήθεν πιστεύουν και προπαγανδίζουν. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Οι κυρίαρχες τάξεις επιδιώκουν παράλληλα κι έναν ακόμη πολύ σοβαρό στόχο: Να γίνει αποδεκτή από τις λαϊκές συνειδήσεις η πολιτική διαχείρισης του συστήματος και ο εγκλωβισμός των εργαζομένων σε στάση αναμονής για ένα καλύτερο αύριο. Γι’ αυτό και η ανατροπή των εργασιακών και κοινωνικών κατακτήσεων δε γίνεται ενιαία, άμεσα και ολοκληρωτικά, γιατί με αυτό τον τρόπο θα υπάρξουν κίνδυνοι «κοινωνικών αναταραχών» και διάλυση της «κοινωνικής συνοχής».

Ομως, η αυξανόμενη ανεργία και τα άλλα κοινωνικά προβλήματα δύσκολα επιδέχονται φρένο αφού το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα είναι αυτό που τα γεννά και τα εκτρέφει. Το ποσοστό των φτωχών και εξαθλιωμένων ανθρώπων συνεχώς μεγαλώνει. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat (1997): Το 30% των φτωχότερων νοικοκυριών στη χώρα μας συμμετέχει στο 8% του συνολικού εθνικού εισοδήματος, ενώ το 20% των πλουσιότερων νοικοκυριών αποκτά σχεδόν το μισό (46,7%) του εισοδήματος. Το 1/4 των Ελλήνων βρίσκεται κάτω από τη λεγόμενη «γραμμή φτώχειας», δηλαδή κάτω από 91.500 δρχ. το μήνα[7] το άτομο.

Η θεσμοθέτηση της μερικής απασχόλησης (1998), εκτός από το στόχο της μείωσης της τιμής της εργατικής δύναμης, αποσκοπεί στο να συγκαλυφθεί η ανεργία με το μοίρασμά της. Οι μειώσεις των εργοδοτικών εισφορών και οι επιδοτήσεις προς τους εργοδότες για τη δημιουργία θέσεων εργασίας, όπως και η εφαρμογή των Τοπικών Συμφώνων Απασχόλησης (ΤΣΑ) κινούνται στην ίδια κατεύθυνση. Είναι μέθοδοι μείωσης της τιμής της εργατικής δύναμης και ταυτόχρονα μέθοδοι εξαπάτησης των λαϊκών στρωμάτων, για να αποδεχτούν χωρίς αντιδράσεις την κατάργηση των κατακτήσεών τους και ουσιαστικά τη διάλυση του συνδικαλιστικού κινήματος. Η Σύνοδος των ευρωενωσιακών ηγεσιών στη Λισσαβόνα προώθησε ακόμα παραπέρα, στο όνομα της «παγκοσμιοποίησης» και του ανταγωνισμού, την αντεργατική επίθεση.

Από κοντά και η λεγόμενη κοινωνική πολιτική[8]. Τα λεγόμενα προγράμματα «κατάργησης του αποκλεισμού από την αγορά εργασίας», χρηματοδοτούμενα από τα ευρωπαϊκά ταμεία αλλά και από τα χρήματα των εργαζομένων (ασφαλιστικά ταμεία και ΟΑΕΔ), αυτή ακριβώς την πολιτική προωθούν. Ακόμη εξαγγέλλονται προγράμματα με ημερομηνία λήξης για διάφορες κοινωνικές ομάδες, π.χ. αποφυλακισθέντες, τοξικοαπεξαρτημένους, κακοποιημένες γυναίκες και παιδιά, ηλικιωμένους, ΑΜΕΑ κλπ. Οταν όμως αυτά τα προγράμματα λήξουν, οι χρήστες υποχρεώνονται να πληρώσουν για να διατηρήσουν τις υπηρεσίες που προσφέρουν.

Με αυτά τα μέτρα η ανεργία δε μειώνεται στην πραγματικότητα, όμως οι συνειδήσεις των εργαζόμενων γίνονται πιο ελαστικές και χειραγωγήσιμες.

Παράλληλα, η κοινωνική αλληλεγγύη, ο εθελοντισμός, η φιλανθρωπία, που ως έννοιες έχουν κακοποιηθεί και σοβαρά διαστρεβλωθεί από την κυβέρνηση και από τις «σοσιαλιστικές» δυνάμεις στην Ευρώπη, τείνουν να αντικαταστήσουν το «κοινωνικό κράτος». Κεντρικός στόχος και εδώ η ταξική ενσωμάτωση και η αποφυγή της πλήρους εξαθλίωσης της εργατικής τάξης. Προωθείται η εξασφάλιση του «ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος», της ελάχιστης σύνταξης, της κοινωνικής προστασίας στα κατώτατα όρια φτώχειας.

Διαβάζουμε σε κείμενο-μανιφέστο Γάλλων διανοούμενων υπέρ της δραστικής μείωσης του χρόνου εργασίας και θέσπισης κοινού, κατώτερου για όλους εισοδήματος: «Μια νέα πολιτική ιθαγένεια πρέπει να εδράζεται στην παροχή ενός ελάχιστου εισοδήματος προσφερόμενου σε όλους, ανεξάρτητα από το ύψος των εισοδημάτων τους, της ηλικίας τους ή της κληρονομικής τους κατάστασης. Γιατί το κράτος πρόνοιας δε μπορεί από μόνο του να διασφαλίσει την κοινωνική συνοχή»[9].

Ακόμη, αξιοποιώντας το επιχείρημα για τη γήρανση του πληθυσμού και συνδέοντάς το με το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και συνταξιοδότησης προτείνουν τη «δια βίου» απασχόληση. Συγκαλύπτουν και εδώ την αντιλαϊκότητα της πρότασης με τη «σάλτσα» της διευκόλυνσης των εργαζομένων και της ελευθερίας επιλογής.

«Να προχωρήσουμε στην κατεύθυνση κατάργησης του σταθερού ηλικιακού ορίου συνταξιοδότησης και να αντιμετωπίσουμε πλέον τους ηλικιωμένους σαν πόρο παρά σαν πρόβλημα... θα εξαλειφθεί η κατηγορία των συνταξιούχων... η ηλικία θα πάψει να συνδέεται αναγκαία με τη σύνταξη καθεαυτή... θα πρέπει οι δικαιούχοι να μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα κεφάλαιά τους προκειμένου πχ. όχι μόνο να αποχωρήσουν από το εργατικό δυναμικό σε οποιαδήποτε ηλικία, αλλά και να χρηματοδοτήσουν την κατάρτισή τους ή τη μείωση του ωραρίου τους, ενόσω ιδίως μεγαλώνουν τα ανήλικα παιδιά τους»[10].

Στο όνομα της «αλληλεγγύης», εξάλλου, μεταξύ εργαζομένων και ανέργων, νέων και ηλικιωμένων, καλούν την εργατική τάξη να αποδεχθεί τη μερική απασχόληση, την αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης κλπ.

 

ΑΤΟΜΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

Αναγκαίο προπαγανδιστικό συμπλήρωμα της «αλληλεγγύης» είναι η «ατομική ευθύνη». Μια «σύγχρονη» κοινωνική πολιτική, ισχυρίζονται, πρέπει να ενθαρρύνει τα άτομα ώστε να αναλαμβάνουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ευθύνη για τη ζωή τους. «Πρέπει να ζούμε με πιο ενεργό, δραστήριο τρόπο από ό,τι οι προηγούμενες γενιές και να αναλαμβάνουμε με μεγαλύτερη σοβατότητα την ευθύνη για τις συνέπειες όσων κάνουμε και τον τρόπο ζωής που επιλέγουμε»[11]. Μιλάνε για την κοινωνία της «διακινδύνευσης», όπου το κράτος δίνει «ευκαιρίες» και οι πολίτες είναι υπεύθυνοι για να τις αξιοποιήσουν. Ετσι, δεν είναι τυχαίο που ο κ. Σημίτης σε προεκλογική συνέντευξη τύπου αναφέρθηκε σε 300.000 νέες ευκαιρίες απασχόλησης και όχι θέσεις εργασίας.

Αυτή η φιλοσοφική άποψη πολιτικά εκφράζεται σε όλες τις αποφάσεις της ΕΕ και τους μέχρι στιγμής νόμους της ελληνικής κυβέρνησης. Για παράδειγμα στο νόμο 2525/97 για την Εκπαίδευση περνάει η αντίληψη ότι όσοι μαθητές και μαθήτριες δεν επιτύχουν στις διάφορες εξεταστικές βαθμίδες πρέπει να δεχτούν τις συνέπειες της αποπομπής τους από τη διαδικασία των απολυτηρίων εξετάσεων του Λυκείου και της εισόδου τους στην ανώτατη εκπαίδευση. Η έλλειψη των βασικών γενικών γνώσεων, ο πραγματικός και λειτουργικός αναλφαβητισμός δε θα θεωρείται πλέον ευθύνη του κράτους αλλά των συγκεκριμένων ατόμων, που με δική τους ευθύνη έμειναν έξω από την εκπαιδευτική και αργότερα από την παραγωγική διαδικασία, ενώ το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα τους ωθεί στη λεγόμενη ειδίκευση, που γίνεται μέσο παραγωγής φθηνού εργατικού δυναμικού, χωρίς γνώσεις, χωρίς απαιτήσεις κλπ.

Αλλο παράδειγμα: Το πλήθος των εργατικών ατυχημάτων ή θανάτων δε θα θεωρείται πλέον αποτέλεσμα της ελλειπούς ή σε ορισμένες περιπτώσεις παντελούς έλλειψης μέτρων προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, αλλά ατομική ευθύνη του κάθε εργαζόμενου που δεν πρόσεξε ή δε φρόντισε ο ίδιος να προστατευτεί. Βέβαια τα τελευταία χρόνια σε όσες περιπτώσεις οι εργαζόμενοι στο χώρο δουλιάς τους ατομικά απαίτησαν μέτρα προστασίας, το σύνηθες αποτέλεσμα ήταν η απόλυσή τους.

Η πολιτική αυτή της «ατομικής ευθύνης» έχει ήδη πλείστες εφαρμογές και σε άλλους τομείς, όπως της υγείας, της φυσικής και επαγγελματικής αποκατάστασης των ΑΜΕΑ, της πρόνοιας κλπ.

Η ατομική ευθύνη και ικανότητα επένδυσε ιδεολογικά, εν μέρει, και τα συστήματα σύνδεσης μισθού-παραγωγικότητας τα οποία έχουν πολύ συγκεκριμένες ταξικές αναφορές και στρατηγικής εμβέλειας στόχους. Οι στόχοι βέβαια της αστικής τάξης δεν περιορίζονται σε μια μεγαλύτερη μάζα υπεραξίας και όγκου κερδών που είναι το κύριο. Το μονοπωλιακό κεφάλαιο δεν αρκείται στη μείωση του «κόστους εργασίας», στη μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης, αλλά προσβλέπει σε έναν εργαζόμενο που συνειδητά συμμετέχει ο ίδιος, με ενεργητικότητα και «ατομική ευθύνη» στη διαδικασία της εκμετάλλευσής του.

Στο βαθμό που προωθείται αυτή η πολιτική οι εργαζόμενοι κατακερματίζονται ως το ατομικό επίπεδο και αντιπαρατίθενται με κάποιες «καλύτερες αμοιβές» σε «αποδοτικούς και μη». Η πολυδιάσπαση της αγοράς εργασίας σε εργαζόμενους των πολλών ταχυτήτων συνοδεύεται με αδρανοποίηση των συλλογικών μορφών αντιπροσώπευσης των εργαζομένων. Ο θεσμός των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας αποδυναμώνεται και προωθείται η ατομικοποίηση των διαπραγματεύσεων κατά μικρές ομάδες ή και ατομικά, μεταξύ εργαζόμενου και εργοδότη, χωρίς τη μεσολάβηση του συνδικάτου. Ετσι, το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα σταδιακά αποδυναμώνεται και αδρανοποιείται.

 

ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Η ιστορία του εργατικού μας κινήματος είναι μια ιστορία ηρωικής δράσης απέναντι στις διώξεις, την τρομοκρατία και πολλές φορές την ωμή βία της άρχουσας τάξης, που έφτανε μέχρι και τη δολοφονία πρωτοπόρων συνδικαλιστών-κομμουνιστών. Δε δίσταζαν οι αστοί να χρησιμοποιούν την αστυνομία και το στρατό ενάντια σε απεργούς εργάτες, τη φυλακή και την εξορία για τους αγωνιστές της εργατικής τάξης. Και όταν κατάλαβαν ότι δε μπορούσαν να ελέγξουν το συνδικαλιστικό κίνημα, σχεδίασαν τη δημιουργία διασπαστικών-εργοδοτικών σωματείων, για να τα χρησιμοποιούν ως απεργοσταστικούς μηχανισμούς και μοχλούς κατακερματισμού του συνδικαλιστικού κινήματος.

Από κοντά και η συνδρομή του νομικού καθεστώτος. Οι δικαστικές αρχές με ιδιαίτερο ζήλο καθαιρούσαν δημοκρατικά εκλεγμένες διοικήσεις συνδικάτων για να διορίσουν νέες. Για ολόκληρες δεκαετίες εργατοπατέρες με στήριξη του κρατικού μηχανισμού κατείχαν «επίσημα» τα συνδικαλιστικά όργανα. Τα γεγονότα του Οκτώβρη 1985, είναι πολύ γνωστά, όταν στο ανώτατο συνδικαλιστικό όργανο, στη ΓΣΕΕ, διορίζεται νέα Διοίκηση. Οι αυταρχικές μέθοδες και η πρακτική των διορισμών είναι προπομποί της λογικής που από κει και πέρα επικράτησε στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα της χώρας μας, δηλαδή της κοινωνικής συναίνεσης και της ταξικής συνεργασίας.

Το αστικό κράτος διαθέτει ειδικούς μηχανισμούς παρέμβασης στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα για διάδοση της αστικής ιδεολογίας, μέσα από διάφορες σχολές επιμόρφωσης, ειδίκευσης και επανειδίκευσης εργατικού δυναμικού και άλλες δραστηριότητες που αναπτύσσουν διάφοροι κρατικοί μηχανισμοί.

Το 1992, η τότε κυβέρνηση της ΝΔ προχώρησε με νόμο στην ίδρυση ενός ιδιαίτερου οργανισμού ιδεολογικής χειραγώγησης των συνδικαλιστικών στελεχών, του Εθνικού Ινστιτούτου Εργασίας (ΕΙΕ) που είχε προετοιμαστεί και προπαγανδιστεί από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ. Στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΕΙΕ εκπροσωπούνται το υπουργείο Εργασίας, Παιδείας, οι συνδικαλιστικοί φορείς των εργαζομένων (ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ) και των εργοδοτών (ΣΕΒ, ΓΣΕΒΕ, ΕΣΕΕ). Ο πρόεδρος του ΔΣ διορίζεται από τον Υπουργό Εργασίας. Τα έσοδα του ΕΙΕ προέρχονται από την Εργατική Εστία και από τα Ευρωπαϊκά προγράμματα που διαχειρίζεται. Το ΕΙΕ συμπεριλαμβάνεται στους θεσμούς και τις δομές που προωθούν το ευρωενωσιακό πλαίσιο ταξικής συνδιαλλαγής και διαχείρισης των εργασιακών ζητημάτων, έχει χρησιμοποιηθεί ως όργανο πολιτικής για τον «κοινωνικό διάλογο» και δραστηριοποιείται ως ερευνητικός φορέας για την πολιτική της άρχουσας τάξης.

Για παράδειγμα μέσα από τα Τοπικά Σύμφωνα Απασχόλησης και τις μελέτες για την απασχόληση περνούν οι κατευθύνσεις της ΕΕ για την οικονομική και κοινωνική πολιτική. Μέσα από τα προγράμματα κατάρτισης και ειδίκευσης για νέους, προγράμματα επανειδίκευσης και κατάρτισης σε τομείς πρόνοιας, Τ.Α., εκπαίδευσης, κλπ. η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ προωθεί τη μερική απασχόληση και επιδοτεί την ιδιωτική πρωτοβουλία. Η πολιτική αυτή είναι πλήρως ευθυγραμμισμένη με αυτή της ΕΕ.

Αλλά και το Ινστιτούτο Εργασίας ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ λειτουργεί σε αυτά τα πλαίσια και σε συνεργασία με τον ΟΑΕΔ πραγματοποιεί σεμινάρια επιδοτούμενα από κοινοτικά κονδύλια. Στο περιεχόμενο των προγραμμάτων του δεν υπάρχει δυνατότητα συνεπούς ταξικής παρέμβασης, αφού είναι δομημένα στον προσανατολισμό του συμβιβασμού και της ταξικής συνεργασίας.

Το ΚΚΕ είναι αντίθετο με τη συνολική κατεύθυνση αυτής της πολιτικής, γιατί όχι μόνο δεν αντιμετωπίζεται το σοβαρό πρόβλημα της ανεργίας, αλλά αντίθετα αξιοποιείται το ίδιο το πρόβλημα για να κτυπηθούν οι κατακτήσεις των εργαζομένων, να επιδοτηθεί η εργοδοσία και να περικοπούν οι επιδοτήσεις των ανέργων.

Αλλά και η οικονομική παρέμβαση του αστικού κράτους στα εσωτερικά των συνδικάτων πιστεύουμε ότι βοήθησε αποφασιστικά στη συντήρηση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και στην εξαγορά συνδικαλιστικών στελεχών και ηγεσιών που σήμερα έχει πάρει γενικευμένα χαρακτηριστικά.

Η ίδρυση της Εργατικής Εστίας, του Ταμείου Συνταξιοδότησης εργατικών στελεχών, το γνωστό Ταμείο Εργατοπατέρων, στόχευαν στην παραπέρα ενσωμάτωση του συνδικαλιστικού κινήματος στο σύστημα και τον ασφυκτικό έλεγχό του. Με τα χρήματα της Εργατικής Εστίας ακόμη και σήμερα ενισχύονται οργανώσεις-φαντάσματα, που στέλνουν νόθους αντιπροσώπους στα Συνέδρια.

Ο ΟΜΕΔ (Οργανισμός Μεσολάβησης Διαιτησίας) είναι ένας ακόμη μηχανισμός επιρροής στη συνείδηση των εργαζομένων. Καλλιεργεί τη λογική του συμβιβασμού μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών και στην κυριολεξία απαγορεύει την ταξική πάλη, όσο διάστημα τα συνδικαλιστικά όργανα εργαζομένων και εργοδοτών έχουν προσφύγει στη διαιτησία.

Το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα δέχεται το θεσμό των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας μέσα από μια αγωνιστική πορεία διαπαιδαγώγησης των εργαζομένων και απόσπασης κατακτήσεων. Η υπογραφή της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας πρέπει να είναι το αποκορύφωμα της ταξικής αναμέτρησης σε κάθε κλάδο εργασίας και όχι αποτέλεσμα ενός εξαρχής συμβιβασμού.

 

ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ Ή ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ

Η κυρίαρχη ιδεολογία επιδιώκει να εμφανίσει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής ως αιώνιο. Διαμορφώνει την απατηλή εικόνα ενός κοινωνικού συστήματος που δήθεν έχει πλατιά δημοκρατία, ελευθερία, δικαιοσύνη και ισότητα, έννοιες που στην πραγματικότητα αποτελούν απλές διακηρύξεις για τη δημιουργία πλαστής συνείδησης και απόκρυψης των στόχων της ανταγωνιστικής κοινωνίας. Επίσης οι ιδεολόγοι της αστικής τάξης προσπαθούν να αρνηθούν τον ιστορικό ρόλο της εργατικής τάξης, ισχυριζόμενοι ότι κατακερματίζεται και διαλύεται μέσα στη γενική μάζα των εργαζομένων και δε μπορεί να υπάρξει ως ενιαία τάξη. Αλλωστε, ταυτίζουν σκόπιμα την εργατική τάξη με τους εργαζόμενους σε χειρωνακτική και ανειδίκευτη εργασία.

Η πραγματικότητα τους διαψεύδει αφού όχι μόνον δε μειώνεται η εργατική τάξη αλλά αυξάνεται. Μπορεί να εξαλείφθηκαν παραδοσιακά επαγγέλματα, αλλά εμφανίστηκαν νέοι βιομηχανικοί κλάδοι και επαγγέλματα που συνδέονται με αυτούς, π.χ. χειριστές και προγραμματιστές υπολογιστών, υπάλληλοι γραφείων επεξεργασίας πληροφοριών κλπ.

Ακόμη όλο και πιο έντονα τα τελευταία χρόνια προπαγανδίζεται η αμφισβήτηση και η αποστροφή απέναντι στην πολιτική, τους πολιτικούς και τα κόμματα. Στόχος οι συνειδήσεις των εργαζομένων να μπολιαστούν με την αντίληψη της αναξιοπιστίας της πολιτικής γενικά. Η προσπάθεια αυτή και η λογική του «όλοι ίδιοι είναι», «όλοι έχουν ευθύνες», βρίσκει έδαφος σε ανώριμες ταξικά συνειδήσεις της εργατικής τάξης, γιατί η εμπειρία τους βασίζεται στην εφαρμογή πολιτικής από αστικά κόμματα και πολιτικούς που μεταθέτουν τα βάρη της κρίσης του συστήματος στους εργαζόμενους και συγκαλύπτουν τα εκμεταλλευτικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού.

Βέβαια, όλοι αυτοί που διαγκωνίζονται ποιός θα διαχειριστεί καλύτερα το σύστημα συγκαλύπτουν μια βασική αλήθεια, ότι η πολιτική είναι η συμπύκνωση της οικονομίας, δηλαδή ότι η πολιτική και οι πολιτικές δυνάμεις εξυπηρετούν συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα. Δε γίνεται η πολιτική αστικών κομμάτων να βρίσκεται υπεράνω συμφερόντων και προς όφελος όλων των κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων. Αυτή η αντίληψη είναι επικίνδυνη για τους εργαζόμενους και τον αγώνα τους ενάντια στο κεφάλαιο και την εκμετάλλευση. Μόνον η ανάπτυξη ταξικών αγώνων στην προοπτική συγκρότησης του ΑΑΔΜ θα απεγκλωβίζει τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα από την επιρροή αυτών των αντιλήψεων.

Αναγκαία όσο ποτέ είναι η αποκάλυψη στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα του αντιδραστικού ρόλου των αστικών θεωριών και ιδεολογημάτων για την κοινωνία και τις σύγχρονες εξελίξεις στον καπιταλισμό, που έχουν ως στόχο τους τον αποπροσανατολισμό της ταξικής συνείδησης και την ενσωμάτωση στο σύστημα.

Το αμείλικτο δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» που έθεσε η μεγάλη επαναστάτρια Ρόζα Λούξεμπουργκ είναι επίκαιρο όσο ποτέ. Γιατί τι άλλο παρά βαρβαρότητα μπορεί να χαρακτηριστεί η σημερινή πραγματικότητα, που λέει ότι η υπερεκμετάλλευση όλων των εργαζομένων στον πλανήτη μας μεγαλώνει συνεχώς, ο πλούτος συγκεντρώνεται σε όλο και λιγότερα χέρια, η φτώχεια και η εξαθλίωση σε όλο και περισσότερους ανθρώπους. Δύο εκατοντάδες άνθρωποι έχουν τόση περιουσία όσο η μισή σχεδόν ανθρωπότητα!

Συνεπώς, για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα μια είναι η επιλογή: η ανάπτυξη κοινωνικο-πολιτικών αγώνων. Κάθε πολιτική από όπου και αν προέρχεται, που δεν έχει τελικό σκοπό την ανατροπή του εκμεταλλευτικού συστήματος, είναι πολιτική διαχείρισης της φτώχειας και της μιζέριας. Δεν μπορεί να είναι αυτό το μέλλον των εργαζομένων. Γίνεται μονόδρομος η απαίτηση και η διεκδίκηση ενός φωτεινού μέλλοντος, η προοπτική του σοσιαλισμού. Η ανάπτυξη ταξικών αγώνων, η οικοδόμηση του Λαϊκού Μετώπου πάλης ενάντια στα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό και η ισχυροποίηση του ΚΚΕ θα δημιουργούν τους όρους αυτής της προοπτικής.



Η Αιμιλία Αγκαβανάκη είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και του Εργατικού Συνδικαλιστικού Τμήματός της.

[1] «Καθημερινή», 21.11.1999.

[2] «ΤΟ ΒΗΜΑ», 30.1.2000.

[3] Ελευθεροτυπία, 20.2.2000 - «Le Monde Diplomatique».

[4] Ελευθεροτυπία, 20.2.2000 - «Le Monde Diplomatique».

[5] Από έρευνα του περιοδικού Business Week - Ελευθεροτυπία, 20.12.1999.

[6] «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος». Εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1994, σελ. 62.

[7] Το «ΒΗΜΑ», 5.3.2000.

[8] «Οι αναδιαρθρώσεις στον τομέα της «κοινωνικής πολιτικής» και ορισμένα ιδεολογήματα γύρω από αυτές», Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τ. 1, 1999, σελ 124 και «Κοινωνική πολιτική - στρατηγικές επιλογές του κεφαλαίου», Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τ. 5, 1999, σελ. 101.

[9] «Αυγή», 16.6.1996.

[10] Α. Γκίντενς: «Ο τρίτος δρόμος», εκδόσεις «Πόλις», 1998, σελ. 167-168.

[11] Α. Γκίντενς: «Ο τρίτος δρόμος. Η ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας», εκδόσεις «Πόλις». Αθήνα, 1998.