ΟΙ ΜΙΚΡΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα παραδοσιακά μικροαστικά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου, με το κοινωνικό και οικονομικό τους βάρος, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ιστορία του ελληνικού κράτους. Για λόγους που έχουν σχέση με τις ιστορικές συνθήκες της ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα διατηρούν σήμερα έναν όγκο πολύ μεγαλύτερο από το «συνηθισμένο» στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Οι διαδικασία καταστροφής τους -όπως προβλέφτηκε από τους κλασικούς- συνοδεύτηκε από μια παράλληλη διαδικασία αναπαραγωγής τους. Εξακολουθούν να κατέχουν ένα σημαντικό μερίδιο στην οικονομία της χώρας παρά τις ξεπερασμένες ιστορικά σχέσεις παραγωγής που εκπροσωπούν. Πήραν μέρος στους σύγχρονους κοινωνικούς αγώνες κυρίως στο πλευρό της εργατικής τάξης. Επηρέασαν τη συνείδηση της εργατικής τάξης με μικροαστικά χαρακτηριστικά και αντίστοιχα το πιο πρωτοπόρο κομμάτι τους επηρεάστηκε από την επαναστατική ιδεολογία.

Μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο και ειδικότερα τα τελευταία 30 χρόνια γίνεται πιο φανερή η τάση για σταθερή μείωση τους. Ενώ όμως καταστρέφονται τα μικροαστικά στρώματα της υπαίθρου, τα αντίστοιχα της πόλης διογκώνονται συνεχώς. Αφ’ ενός η καταστροφή των αγροτικών στρωμάτων και η ανεργία της εργατικής τάξης κι αφ’ ετέρου η επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων τροφοδότησαν την ενίσχυση των μικροαστικών στρωμάτων της πόλης. Αυτή η διαδικασία έχει καινούργια ποιοτικά χαρακτηριστικά για την ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας. Η μακρόχρονη συμβίωση εκτεταμένων μικροαστικών στρωμάτων με την εργατική τάξη στα αστικά κέντρα, η αναγόρευσή τους αντικειμενικά σαν πολύ σημαντικό δυνάμει σύμμαχό της, οι επιπτώσεις από τη συνάφεια και την ανταλλαγή ανάμεσα στην εργατική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα είναι προβλήματα που πρέπει να αναλυθούν παραπέρα στην κατεύθυνση του ΑΑΔΜ και της επαναστατικής προοπτικής.

Στο παρόν άρθρο για τις μικρές επιχειρήσεις θα χρησιμοποιήσουμε τον όρο «μικροαστικά στρώματα (μσ)» για τους παρακάτω λόγους:

- Είναι πιο κοντά στον όρο «μικροαστοί» που χρησιμοποιούσε ο Μαρξ.

- Φανερώνει ότι είναι ιδιοκτήτες μέσων παραγωγής άσχετα αν μπορούν να κάνουν διευρυμένη αναπαραγωγή κεφαλαίου ή όχι και είναι αντικείμενο καταπίεσης στον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό, παρόλο που ένα τμήμα τους εκμεταλλεύεται μισθωτή εργασία.

- Το πρόθεμα «μικρό» τους ξεχωρίζει από τη μεγάλη και μεσαία αστική τάξη[1].

Ο όρος που χρησιμοποιείται στο συνδικαλιστικό κίνημα είναι Επαγγελματίες Βιοτέχνες Εμποροι (ΕΒΕ) που προσδιορίζει περισσότερο το είδος της επαγγελματικής δραστηριότητας και έχει επικρατήσει για ιστορικούς λόγους. Τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιείται και ο όρος «μικροί Επαγγελματίες Βιοτέχνες Εμποροι και αυτοαπασχολούμενοι» που είναι καλύτερος προσδιορισμός του όρου ΕΒΕ τουλάχιστον ως προς το μέγεθος. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και έτσι, έχει την αδυναμία ότι δεν προσδιορίζει με σαφήνεια την ταξική θέση αυτών των στρωμάτων.

Για το διαχωρισμό των επιχειρήσεων χρησιμοποιούμε τον όρο «μικρές Επιχειρήσεις (μΕ)» σε αντιδιαστολή με τον όρο «Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις (ΜΜΕ)» που ανακατεύει επιχειρήσεις με διαφορετικό νομικό, χρηματοδοτικό και φορολογικό καθεστώς και σίγουρα με διαφορετικό οικονομικό βάρος.

 

Η ΜΙΚΡΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ

Είναι αδύνατο να μελετήσουμε την κοινωνική και πολιτική συμπεριφορά, τις ιδεολογικές αντιλήψεις που κυριαρχούν στα μσ αν δε μελετήσουμε το κύτταρο της οικονομικής δραστηριότητας τους τη μΕ. Από εκεί προκύπτει η σχέση τους με τα μέσα παραγωγής, το οικονομικό τους μέγεθος, η δυνατότητα να ιδιοποιούνται, ή όχι, υπεραξία. Η επιβίωση της μΕ στον καπιταλισμό δημιουργεί στα μσ ιδεολογική αστάθεια και πολιτικές αυταπάτες, η καταστροφή της δημιουργεί τυχοδιωκτική συμπεριφορά, η μεγάλη διασπορά τους ατομισμό, η δυνατότητα ύπαρξης της μΕ μέχρι το σοσιαλισμό καθορίζει σε τελευταία ανάλυση τη στάση τους απέναντι στην επανάσταση. Αυτού του είδους η οικονομική μονάδα, ιδιαίτερα στη μεταποίηση και το εμπόριο*, δεν αποτελεί τίποτα άλλο από την επιβίωση προμονοπωλιακών μορφών καπιταλισμού σε συνθήκες ιμπεριαλισμού «στοίχειωμα» δηλαδή του παλιού μέσα στο καινούργιο. Κάτω από συνθήκες που απαιτούν προσεκτική μελέτη είναι, απ’ ό,τι φαίνεται, δυνατόν να γίνει αυτό σε μεγάλη κλίμακα. Γεγονός που είναι μια αντίφαση του σημερινού επιπέδου ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα.

 

1. Κατάταξη των επιχειρήσεων

Πριν προσπαθήσουμε να εξετάσουμε τα προβλήματα των μΕ, είναι απαραίτητο να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στις μικρές (μΕ), τις μεσαίες (ΜΕ) και τις μεγάλες επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τον ορισμό της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΕΕ) μια επιχείρηση θεωρείται ΜΜΕ, αν απασχολεί μέχρι 250 εργαζόμενους και ο τζίρος της δεν ξεπερνά τα 40 εκ. ECU (περίπου 12,5 δισ. δρχ.). Με τα κριτήρια αυτά, στην ελληνική πραγματικότητα, μέσα στις ΜΜΕ κατατάσσεται το σύνολο σχεδόν των μεγάλων επιχειρήσεων, γεγονός που αλλοιώνει το μέγεθος και την ποιότητα των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η συντριπτική πλειοψηφία των ΜΜΕ. Το τσουβάλιασμα μΕ, ΜΕ και μεγάλων επιχειρήσεων στην ίδια κατηγορία επιτρέπει στα αστικά κόμματα να υπερασπίζονται τα συμφέροντα των μεγάλων και μεσαίων επιχειρήσεων στο όνομα των ΜΜΕ.

Αν λάβουμε υπόψη μας τις απογραφή καταστημάτων του 1988 (ΠΙΝ.3) και την κατάταξη των επιχειρήσεων με βάση τον τζίρο σύμφωνα με τις δηλώσεις του ΦΠΑ του 1997 (ΠΙΝ.4), μπορούμε να καταλήξουμε στην παρακάτω κατάταξη των επιχειρήσεων.

- Θεωρούμε μΕ αυτήν που απασχολεί 0-4 μισθωτούς και ο τζίρος της δεν ξεπερνούσε το 1997 τα 60 εκ. δρχ. (οι διάφορες με το σημερινό οικονομικό επίπεδο μπορούν να θεωρηθούν μικρές). Σε αυτή την κατηγορία ανήκει το 90,7% των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα της ελληνικής οικονομίας (εξαιρούνται οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις και οι εφοπλιστικές επιχειρήσεις). Οι επιχειρήσεις αυτές είναι υπεύθυνες για το 45,7% της συνολικής απασχόλησης (στον όρο συνολική απασχόληση συμπεριλαμβάνουμε επιχειρηματίες, συμβοηθούντα μέλη και μισθωτούς) και το 16% της απασχόλησης της εργατικής τάξης, με 0,4 μισθωτούς και 1,8 απασχολούμενους ανά επιχείρηση.

- Θεωρούμε ΜΕ αυτήν που απασχολεί 5-49 μισθωτούς, και πραγματοποιεί τζίρο 60 εκ ως 2 δισ. δρχ. Οι επιχειρήσεις αυτές είναι υπεύθυνες για το 28,4% της συνολικής απασχόλησης και το 41% της απασχόλησης της εργατικής τάξης, με 9,8 μισθωτούς και 11,3 απασχολούμενους ανά επιχείρηση.

- Θεωρούμε μεγάλη επιχείρηση αυτήν που απασχολεί πάνω από 50 μισθωτούς και πραγματοποιεί τζίρο πάνω από 2 δισ. δρχ. Οι επιχειρήσεις αυτές είναι υπεύθυνες για το 25,9% της συνολικής απασχόλησης και το 43% της απασχόλησης της εργατικής τάξης, με 174,1 μισθωτούς και 174,2 απασχολούμενους ανά επιχείρηση.

Το όριο των 4 μισθωτών τίθεται γιατί σύμφωνα με υπολογισμούς του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών (ΚΜΕ)[2], ένας εργοδότης πρέπει να καρπώνεται την υπεραξία τουλάχιστον 4 εργαζόμενων για να εξασφαλίσει ένα ανεκτό εισόδημα τέτιο που να του δίνει τη δυνατότητα να ασκεί τη διευθυντική λειτουργία χωρίς να εργάζεται ο ίδιος άμεσα στην παραγωγή. Θεωρούμε ότι πάνω από αυτό το όριο ο επιχειρηματίας, κατά κανόνα, έχει τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει διευρυμένη αναπαραγωγή κεφαλαίου.

Το όριο των 60 εκ. τζίρου τίθεται σύμφωνα με τον παρακάτω συλλογισμό. Κάθε απασχολούμενος χρειάζεται τουλάχιστον 3,5 εκ. δρχ. το χρόνο[3] για να προσεγγίζει την τιμή της εργατικής δύναμης σύμφωνα με τα κατώτερα όρια της Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Αρα μια επιχείρηση με 5 απασχολούμενους (θεωρούμε εδώ ότι μια τυπική μΕ απασχολεί 4 μισθωτούς και έναν εργοδότη) πρέπει να παρουσιάζει «προστιθέμενη αξία» 17,5 εκ δρχ. αν υποθέσουμε ότι όλη η «προστιθέμενη αξία» στα εμπορεύματα προέρχεται από την εργασία των μισθωτών στη διάρκεια ενός χρόνου και ότι ο εργοδότης καρπώνεται υπεραξία ίση με την τιμή της εργατικής δύναμης χωρίς ο ίδιος να παίρνει άμεσα μέρος στην παραγωγή[4]. Με ένα μέσο ποσοστό «προστιθέμενης αξίας» 30%[5] αυτή η επιχείρηση πρέπει να πραγματοποιεί τζίρο 60 εκ.

Το κριτήριο της απασχόλησης είναι το πιο βασικό για την κατάταξη των επιχειρήσεων γιατί από εκεί μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα για την εκμετάλλευση, τη συσσώρευση κεφαλαίου, την παραγωγικότητα κλπ. Το κριτήριο του τζίρου είναι συμπληρωματικό και αναδεικνύει την ποσοτική πλευρά των μεγεθών. Τα παραπάνω στοιχεία αποτελούν μέσους όρους και παρουσιάζουν προφανείς αδυναμίες. Μια ανάλυση κατά είδος δραστηριότητας (εμπόριο, «υπηρεσίες» -σύμφωνα με την αστική στατιστική- μεταποίηση) και κλάδο θα έδινε πιο ακριβή εικόνα των μεσαίων στρωμάτων[6]. Πάντως μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικά σε μια πρώτη προσέγγιση.

Από την επεξεργασία των πινάκων 1, 2, 3, 4 και 5 προκύπτουν τα παρακάτω συμπεράσματα:

- Οι μΕ υπερδιπλασιάστηκαν μέσα σε 28 χρόνια (1969-1997) και μάλιστα με εκρηκτικούς ρυθμούς την τελευταία δεκαετία (1988-1997).

- Είναι σχεδόν αποκλειστικά υπεύθυνες για την αύξηση του συνολικού αριθμού των επιχειρήσεων.

- Οι ρυθμοί αύξησης τους την περίοδο 1969-1997 ακολουθούν πιστά τους ρυθμούς αύξησης των επιχειρήσεων γενικά. Αυτό αποτελεί ένδειξη ότι οι διαδικασία αναπαραγωγής τους δεν άλλαξε όλα αυτά τα χρόνια.

Ο όρος μικρή επιχείρηση που χρησιμοποιούμε εδώ χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνηση για να αποφευχθούν μεθοδολογικά σφάλματα. Θα λέγαμε ότι μΕ είναι αυτή η οικονομική δραστηριότητα που απαιτεί για τη λειτουργία της μια στοιχειώδη συσσώρευση κεφαλαίου που να αντιστοιχεί τουλάχιστον στις ανάγκες της απλής αναπαραγωγής, όσο μικρή και να είναι τόσο από άποψη απασχόλησης όσο και από άποψη μεγέθους κεφαλαίου.

 

2. Οικονομικό βάρος

Το ειδικό βάρος των μΕ στην ελληνική οικονομία δεν μπορεί να υπολογισθεί λόγω έλλειψης σχετικών στοιχείων. Μια προσέγγιση μπορεί να γίνει αν λάβουμε υπόψη το μερίδιο τους στη συνολική απασχόληση (περίπου 45%) και μια μέση παραγωγικότητα της εργασίας (20-30% της συνολικής) οπότε προκύπτει ένα ποσοστό στο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν της τάξης 14-20%.

 

3. Νομική μορφή

Δυο βασικά νομικές μορφές των επιχειρήσεων υπάρχουν στην Ελλάδα. Οι ΑΕ, ΕΠΕ και οι προσωπικές επιχειρήσεις (ατομικές, ΟΕ, ΕΕ). Στην πρώτη κατηγορία εντάσσεται το σύνολο των μεγάλων επιχειρήσεων και στη δεύτερη των μικρών. Οι μεσαίες χρησιμοποιούν και τις δυο μορφές με την πρώτη κυρίαρχη στην ανώτερη βαθμίδα τους και τη δεύτερη στην κατώτερη. Η νομική μορφή των επιχειρήσεων και άλλα χαρακτηριστικά τους (π.χ. εισαγωγή ή όχι στο ΧΑΑ) παίζουν σημαντικό ρόλο στον τρόπο που τις αντιμετωπίζει το αστικό κράτος στη φορολογία, τις νομικές υποχρεώσεις, τη χρηματοδότηση κλπ. Η δεύτερη μορφή σε σχέση με την πρώτη παρουσιάζει τα παρακάτω προβλήματα.

- Δεν υφίσταται η έννοια των οικονομικών κατηγοριών (με την τυπική νομική μορφή) κέρδος, κεφάλαιο, επενδύσεις, αποσβέσεις κλπ.

- Ο ιδιοκτήτης τους φέρει την ευθύνη στο σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας του σε υποχρεώσεις προς τρίτους, δηλαδή υποθηκεύει ό,τι έχει και δεν έχει για να γίνει επιχειρηματίας.

 

4. Αντικειμενικά προβλήματα των μΕ

Οι μΕ αντιμετωπίζουν μια σειρά διαρθρωτικά και παραγωγικά προβλήματα, τα οποία, σε τελευταία ανάλυση, καθορίζουν τη θέση τους στην καπιταλιστική αγορά. Αναφέρουμε τα κυριότερα από αυτά.

Ι. Πολύ μικρή κεφαλαιοποίηση: Συνεπάγεται δυσκολία ανανέωσης του σταθερού κεφαλαίου και δημιουργεί προβλήματα ρευστότητας ώστε να διατίθεται χρηματικό κεφάλαιο για αγορά μισθωτής εργασίας, προμηθειών, προώθησης εμπορευμάτων στην αγορά κλπ. Επιπλέον η μικρή ποσότητα προμήθειας πρώτων υλών και εμπορευμάτων ανεβάζει το κόστος. Επιπλέον το μικρό μέγεθος υποχρεώνει σε πολλές περιπτώσεις τις μΕ να συντηρούν μέσα παραγωγής, πάγιες εγκαταστάσεις και εμπορεύματα, που δεν είναι δυνατόν να αξιοποιηθούν, συνήθως παρά μόνο σε ένα ποσοστό, πολλές φορές αρκετά χαμηλό. Το ίδιο συμβαίνει και με την προμήθεια πρώτων υλών και εμπορευμάτων, που η μικρή τους ποσότητα ανεβάζει το κόστος.

ΙΙ. Παραγωγικότητα: Η -κατά κανόνα- έλλειψη εξειδίκευσης, η φτωχή αξιοποίηση της εργατικής δύναμης, η δύσκολη και με αργούς ρυθμούς εφαρμογή πιο σύγχρονων μεθόδων παραγωγής και νέας τεχνολογίας, είναι μερικά από τα στοιχεία που ωθούν στη μικρή παραγωγικότητα της εργασίας και στη χαμηλή ανταγωνιστικότητα. Υπολογίζεται ότι οι μΕ της μεταποίησης έχουν παραγωγικότητα που μόλις αγγίζει το 26,7% έναντι της μεγάλης βιομηχανίας.[7]

ΙΙΙ. Επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης: Μια μΕ που απασχολεί μέχρι 5 άτομα (4 εργαζόμενοι και ο ιδιοκτήτης), βρίσκεται στον πάτο της καπιταλιστικής πυραμίδας από άποψη μεγέθους. Δεν μπορεί κατά κανόνα να πραγματοποιήσει διευρυμένη αναπαραγωγή κεφαλαίου. Ετσι όταν βρίσκεται στην ανάγκη να κάνει επενδύσεις ο ιδιοκτήτης είτε ρευστοποιεί περιουσιακά του στοιχεία είτε αφαιρεί από το προσωπικό του εισόδημα είτε εντατικοποιεί την εργασία του. Αντίθετα ο καπιταλιστής θα αντλήσει πόρους από τη συσσώρευση κεφαλαίου που πραγματοποιεί στην επιχείρηση του ή το χρηματοπιστωτικό σύστημα (ΧΠΣ), έτσι ώστε να επενδύσει χρήματα που δεν του ανήκουν.

Τα προβλήματα αυτά αφορούν κυρίως μΕ που δρουν σε παραδοσιακούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας. μΕ που δραστηριοποιούνται προνομιακά κυρίως σε ορισμένους τομείς υπηρεσιών πιθανόν να μην αντιμετωπίζουν τέτιας κλίμακας ή έντασης προβλήματα. Αυτές οι περιπτώσεις δε νομίζουμε ότι έχουν τέτια έκταση ώστε να αλλοιώσουν τη συνολική εικόνα. Συνήθως πρόκειται για ρευστούς χώρους της καπιταλιστικής αγοράς που αργά η γρήγορα θα αντιμετωπίσουν την εισβολή του μεγάλου κεφαλαίου.

 

5. Χρηματοδότηση

Το χρηματοπιστωτικό σύστημα (ΧΠΣ) αναπτύχθηκε ιστορικά παράλληλα με τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και αποτελεί συστατικό στοιχείο του καπιταλιστικού συστήματος. Το ΧΠΣ δεν μπορεί να λειτουργήσει σε καμία περίπτωση υπέρ της μικρής ιδιοκτησίας, κυρίως για τους εξής λόγους.

Ι. Το ίδιο το ΧΠΣ χρειάζεται υψηλά κέρδη για να αυτοτροφοδοτηθεί. Αρα όλες του οι δραστηριότητες εστιάζονται στο γρήγορο και υψηλό κέρδος. Τα αντικειμενικά προβλήματα των μΕ που προαναφέραμε, καθιστούν τις επιχορηγήσεις προς αυτές λιγότερο αποδοτικές. Οταν λοιπόν οι μΕ απευθύνονται στις τράπεζες συναντούν γραφειοκρατικά προβλήματα, υψηλότερα επιτόκια και δυσβάσταχτες εγγυήσεις[8].

ΙΙ. Το ΧΠΣ επεμβαίνει και στα ζητήματα του ανταγωνισμού -αν και αυτό είναι αρμοδιότητα και του αστικού κράτους- τόσο ανάμεσα σε διαφορετικές ομάδες του κεφαλαίου όσο ανάμεσα στο μεγάλο κεφαλαίο και τις μΕ. Ολες οι επιχειρήσεις ανεξάρτητα μεγέθους, μοιράζονται την ίδια αγορά άρα δρουν ανταγωνιστικά. Το ΧΠΣ, ανοίγοντας και κλείνοντας τους κρουνούς της πίστωσης, ρυθμίζει τα ζητήματα του ανταγωνισμού πάντα προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου. Θα ήταν παραλογισμός να σκεφτεί κάποιος ότι το τραπεζικό κεφαλαίο θα αντιμετωπίσει «ισότιμα» τη μΕ αφού τραπεζικό και βιομηχανικό, εμπορικό, εφοπλιστικό κεφαλαίο είναι όψεις του χρηματιστικού κεφαλαίου.

ΙΙΙ. Ακόμα και αν, παρ’ όλα αυτά, μια μΕ καταφέρει να δανειστεί με τους τρέχοντες τραπεζικούς όρους η αύξηση της παραγωγικότητας ή των πωλήσεων που θα πετύχει, σε τελευταία ανάλυση η αύξηση των κερδών της, είναι αμφίβολο αν θα έχουν το ύψος εκείνο που θα την οδηγήσει σε αύξηση της συσσώρευσης κεφαλαίου μετά την αποπληρωμή του δανείου (συν τόκοι, ανατοκισμοί κλπ.).

Στον πίνακα 6 αναφέρονται συγκριτικά στοιχεία από την πορεία της χρηματοδότησης του συνόλου του ιδιωτικού τομέα και της βιοτεχνίας. Ο όρος βιοτεχνία δεν ταυτίζεται ακριβώς με τη μΕ στον τομέα της μεταποίησης (όπως την ορίσαμε παραπάνω). Επίσης δεν υπάρχουν στοιχεία για τους άλλους τομείς που δραστηριοποιούνται μΕ. Παρά τους περιορισμούς όμως είναι φανερή τόσο η μείωση των χρηματοδοτήσεων στη βιοτεχνία (αν λάβουμε υπόψη και τον πληθωρισμό) όσο και η πτώση του μεριδίου της στο σύνολο της χρηματοδότησης.

Χρηματοδοτικές παρεμβάσεις κάνει και το κράτος με στόχο βέβαια την υπεράσπιση των συλλογικών συμφερόντων των μεγάλων επιχειρήσεων και των μονοπωλίων. Μια από τις μορφές της είναι τα Επιχειρησιακά Επενδυτικά Προγράμματα, γενικότερα η συγχρηματοδότηση μέσω των ΚΠΣ κλπ. Ταυτόχρονα, ως πολιτική παρέμβαση υπέρ της συσσώρευσης και δημιουργίας προϋποθέσεων νέου επιπέδου συγκεντροποίησης, ακολουθούν βραχυπρόθεσμα ή και μεσοπρόθεσμα προγράμματα ευνοϊκότερα για τις μΕ. Μια τέτια περίπτωση είναι το καθεστώς της απόφασης 197 του 1978 της νομισματικής επιτροπής (ΑΝΕ 197/78). Σε μια περίοδο πριν την ένταξη στην ΕΟΚ η κυβέρνηση Καραμανλή για να διευρύνει την παραγωγική βάση της χώρας αλλά και για να ενσωματώσει τμήματα των μσ στη φιλομονοπωλιακή της πολιτική έκανε ορισμένες παραχωρήσεις. Η φαινομενική αντίφαση μεταξύ πλεονεκτημάτων - μειονεκτημάτων της ΑΝΕ 197/78 αποτελούν στοιχεία αυτής της πολιτικής στόχευσης.

Η ΑΝΕ 197/78 είχε τα παρακάτω πλεονεκτήματα για τις μΕ:

- Εδινε τη δυνατότητα για χαμηλότοκα (επιδοτούμενα) δάνεια.

- Παρείχε εγγύηση του δημοσίου 80-100% ανάλογα με το ύψος του δανείου.

- Ιδρυε τις επιτροπές βιοτεχνικών πιστώσεων σαν φραγμό στην ασυδοσία των τραπεζών.

- Δέσμευε υποχρεωτικά ποσοστό 10% από τις καταθέσεις στις τράπεζες υπέρ των βιοτεχνικών δανείων.

Είχε όμως και σοβαρά μειονεκτήματα:

- Εδινε τη δυνατότητα σε μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις (50-100 εργαζόμενους) να επωφεληθούν.

-Εδινε στις τράπεζες την ευχέρεια να καθορίσουν οι ίδιες τη χρονική διάρκεια και τον τρόπο αποπληρωμής του δανείου.

-Χρηματοδοτούσε μόνο βιοτεχνικές επιχειρήσεις.

- Δεν είχε προσανατολισμό στους συνεταιρισμούς.

Η ΑΝΕ 197/78 είχε ικανοποιητικά αποτελέσματα τη δεκαετία του ’80, κυρίως όμως για μεσαίες επιχειρήσεις, που εκφυλίστηκαν στη φάση της ύφεσης κατά την αρχή της δεκαετίας του ’90. Σ’ αυτές τις συνθήκες η άνοδος των επιτοκίων και οι πρόσθετες εγγυήσεις που ζητούσαν οι τράπεζες, αποθάρρυναν όλο και περισσότερες μΕ να δανείζονται. Σταδιακά υπονομεύτηκε από τις τράπεζες, που απέφευγαν να δανείζουν με το σύστημα αυτό (γεγονός που διακρίνεται καθαρά στον ΠΙΝΑΚΑ 7). Με διαδοχικές παρεμβάσεις του το κράτος, κάτω και από την πίεση και των τραπεζών, αφυδάτωσε τα πλεονεκτήματα της ΑΝΕ 197/78 μέχρι την οριστική κατάργηση της (μέσω της κατάργησης της δέσμευσης κεφαλαίων) που ήταν όρος του δανείου που έλαβε η χώρα μας από την ΕΟΚ το 1990.

Τα τελευταία χρόνια η ίδρυση των συνεταιριστικών τραπεζών προβλήθηκε σαν η πανάκεια για τη λύση του χρηματοδοτικού προβλήματος των ΜΜΕ. Η μέχρι τώρα πορεία τους φανερώνει ότι είναι μορφές αυτοχρηματοδότησης με περιορισμένο πεδίο δράσης (πίνακας 8). Και αν ακόμα καταφέρουν να αναπτυχθούν (σύμφωνα με την ευρωπαϊκή εμπειρία) θα δράσουν με τέτιο τρόπο ώστε να συγκεντρώνουν κεφάλαια από τις μΕ για να χρηματοδοτούνται οι ΜΕ. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι «Εταιρίες Αμοιβαίων Εγγυήσεων» (ΕΑΕ) και η πρόσφατα θεσμοθετημένη «Νέα Χρηματιστηριακή Αγορά» (ΝΕΧΑ). Ειδικά η τελευταία προορίζεται να παίξει το ρόλο του φίλτρου ΜΕ ώστε να ξεκαθαρίζουν οι ανταγωνιστικές από τις μη ανταγωνιστικές.

 

6. Η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ενωσης

Το μονοπωλιακό κεφάλαιο αντιμετωπίζει τις ΜΜΕ σαν ένα μέσο για να αμβλύνει τις αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος. Η νέα τεχνολογία, οι σύγχρονες τεχνολογικές μέθοδοι παραγωγής, ωθούν συνεχώς την παραγωγικότητα προς τα πάνω. Οι εξελίξεις αυτές σε συνθήκες κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού μεταφράζονται σε μεγαλύτερα κέρδη για τα μονοπώλια, ένταση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και συρρίκνωση των θέσεων εργασίας. Ετσι όμως η ανεργία φουντώνει και δημιουργεί «κίνδυνους» κοινωνικών εκρήξεων. Οι ΜΜΕ χρησιμοποιούνται σαν μηχανισμός απορρόφησης ανέργων με δυο τρόπους. Πρώτο με την τόνωση της «επιχειρηματικότητας» ωθώντας δηλαδή τους άνεργους να ανοίξουν τη δική τους χωρίς μέλλον μικροεπιχείρηση. Δεύτερο με την ενίσχυση των μεσαίων επιχειρήσεων αναθέτοντας συμπληρωματική ή μικρότερων διαστάσεων κεφαλαιοποίησης επιχειρηματική δραστηριότητα, που μπορεί να αφορά παλιούς και νέους κλάδους στην παραγωγή, εμπόριο, τουρισμό, κατασκευές, κυκλοφορία χρηματικού κεφαλαίου κλπ. Επίσημα άλλωστε κείμενα τις ΕΕ διαπιστώνουν ότι «οι ΜΜΕ θεωρούνται η κυριότερη, αν όχι η μοναδική, ελπίδα παροχής μεγάλου αριθμού νέων θέσεων εργασίας»[9]. Πέρα όμως από τα ευχολόγια και τις διαπιστώσεις, το φιλέτο από τα συγκεκριμένα μέτρα στήριξης απευθύνονται κυρίως στις μεγάλες και ένα τμήμα των ΜΕ. Οι υπόλοιπες ΜΕ και πολύ περισσότερο οι μΕ αφήνονται να πλεύσουν στα θολά νερά της καπιταλιστικής ασυδοσίας της αγοράς.

Δεν πρέπει να διαφύγουν της προσοχής μας, οι κάθε είδους επιχορηγήσεις και αναπτυξιακά προγράμματα της ΕΕ, που μπορούμε και αυτά να τα εντάξουμε στις λειτουργίες του ΧΠΣ. Και σε αυτή την περίπτωση οι μΕ είναι ριγμένες. Οι ρήτρες που περιέχονται σε αυτά τα προγράμματα και πολλές φορές το ίδιο το περιεχόμενο τους εξ αρχής απαγορεύουν τη συμμετοχή των μΕ.

Για να πάρουμε μια γεύση της πολιτικής της ΕΕ σταχυολογούμε από έκθεση του Ευρωκοινοβουλίου τις παρακάτω εκτιμήσεις για τα αποτελέσματα παρελθόντων προγραμμάτων υπέρ των ΜΜΕ.

Χορηγήθηκαν επιδοτούμενα δάνεια για δημιουργία νέων θέσεων εργασίας από ΜΜΕ. Η επιδότηση ανέρχεται στο 2% ετησίως για 5 έτη, που ισοδυναμεί με 3000 ECU (94000 δρχ.) ανά θέση εργασίας. Τα δάνεια αυτά χορηγήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων μέσω εθνικών, περιφερειακών και τοπικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Από το 1991 ως το 1994 χορηγήθηκαν 9,4 δισ. ECU (2,8 δισ. δρχ.) σε 29000 ΜΜΕ (0,17% του συνόλου στην ΕΕ), εκ των οποίων το 90% που απασχολούν έως 50 άτομα έλαβαν το 60% των πιστώσεων, και το 10% απασχολούν άνω των 50 ατόμων και έλαβαν το 40% των πιστώσεων.

Πριν από τρία χρόνια εξαγγέλθηκε από την κυβέρνηση, «μετά βαΐων και κλάδων», πρόγραμμα ύψους 100 δισ. δρχ. για τη δήθεν ενίσχυση των ΜΜΕ από το Β΄ κοινοτικό πλαίσιο στήριξης. Η λογική είναι πανομοιότυπη. Τα κατώτερα όρια είναι απαγορευτικά για τις μΕ και τα ανώτερα όρια μερικές φορές ξεχειλώνουν για να χωρέσουν οι μεγάλες επιχειρήσεις ή το αντικείμενό τους δεν έχει σχέση με τα προβλήματα των μΕ. Ας ρίξουμε μια ματιά.

- Στα «Περιφερειακά Επιχειρησιακά Προγράμματα», ύψους 30 δισ. δρχ., μπορούν να μετέχουν επιχειρήσεις με 3-30 εργαζόμενους και ετήσιο τζίρο πάνω από 70 ή 120 εκ δρχ.

- Στην «Πρωτοβουλία ΜΜΕ», ύψους 45 δισ. δρχ., περιλαμβάνονται επιχειρήσεις με 1-250 εργαζόμενους, ετήσιο τζίρο πάνω από 70 εκ δρχ. και μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης τζίρου μεγαλύτερο από 30%.

- Το πρόγραμμα «ΜΜΕ στις φθίνουσες περιοχές», ύψους 21,5 δισ. δρχ., απευθύνεται σε επιχειρήσεις με 3-250 εργαζόμενους με αντικείμενο, ανάμεσα στ’ άλλα, οργάνωση και ανάπτυξη πωλήσεων και δαπάνες συμβούλων και εξειδικευμένων στελεχών.

Τα αποτελέσματα αυτών των προγραμμάτων στην περιοχή της Αττικής που δραστηριοποιείται το μεγαλύτερο τμήμα των μΕ φαίνονται στον πίνακα 9.

 

7. Φορολογία

Η φορολογία στον καπιταλισμό λειτουργεί σαν όχημα αναδιανομής του εισοδήματος προς όφελος των μονοπωλίων. Στην περίπτωση των μΕ έχει το χαρακτήρα της διαφορετικής αντιμετώπισης από το κράτος δυο ειδών καπιταλιστικών επιχειρήσεων με κριτήριο το μέγεθος τους. Το πρόσχημα ήταν το χτύπημα της φοροδιαφυγής και της παραοικονομίας[10], που κύριες υπεύθυνες θεωρήθηκαν οι μΕ, και η αδυναμία των ελεγκτικών οργάνων να ελέγξουν το μεγάλο πλήθος των διασπαρμένων μΕ. Βέβαια πρέπει να σημειώσουμε ότι οι επιδόσεις των μΕ στη φοροδιαφυγή είναι ανάλογες του μεγέθους τους και περισσότερο έχουν τη μορφή άμυνας απέναντι στις αρπαχτικές διαθέσεις των μονοπωλίων. Το γεγονός ότι η φοροδιαφυγή των μεγάλων επιχειρήσεων, που είναι προφανώς πολύ μεγαλύτερη, είναι στις περισσότερες περιπτώσεις νόμιμη, είναι ταξική επιλογή του αστικού κράτους και όχι οικονομικό πρόβλημα. Η παραοικονομία στον καπιταλισμό είναι όψη της καπιταλιστικής οικονομίας και να θυμίσουμε εδώ το λαθρεμπόριο καυσίμων ακόμα και όπλων ή ναρκωτικών.

Τα οικονομικά επιτελεία της αστικής τάξης σκέφθηκαν ότι ο τρόπος φορολογίας των μΕ πρέπει να γίνει «αντικειμενικός». Με άλλα λόγια επιβλήθηκε ένα είδος «κεφαλικού φόρου» που απάλλαξε τις δημόσιες υπηρεσίες από το «άγχος» του ελέγχου της ειλικρίνειας των φορολογικών δηλώσεων των μικροαστών και δημιούργησε ένα σταθερό έσοδο του δημόσιου ταμείου άσχετα με τα κέρδη ή τις ζημιές των μΕ που οφείλονται στις διακυμάνσεις της αγοράς. Αυτό αποδείχτηκε εξαιρετικά προσοδοφόρο σε περίοδο ΟΝΕ.

Τα τελευταία χρόνια εφαρμόσθηκαν δυο συστήματα «αντικειμενικοποίησης» της φορολογίας των μΕ, από τις κυβερνήσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ αντίστοιχα, με τα παρακάτω χαρακτηριστικά:

- Θεωρούνται εκ των προτέρων ψευδή τα οικονομικά στοιχεία των μΕ.

- Δεν αναγνωρίζεται η δυνατότητα λειτουργίας με ζημιά.

- Δεν αναγνωρίζονται επενδύσεις και αποσβέσεις.

- Θεσμοθετούνται εξωλογιστικοί φορολογικοί συντελεστές των οποίων ο προσδιορισμός κάθε φορά επαφίεται στην «υποκειμενικότητα» της κυβέρνησης.

- Επιβλήθηκε προκαταβολή φόρου (35% και 25%) για τις προσωπικές εταιρίες (ΟΕ και ΕΕ) και τους συνεταιρισμούς.

Οι διαφορές των δυο συστημάτων (το πιο πρόσφατο άρχισε να λειτουργεί από τις αρχές του 2000) βρίσκονται στο ότι το πρώτο ρίχνει βάρος στην άμεση φορολογία και το δεύτερο στην έμμεση και που μόνο για αυτό το λόγο είναι χειρότερο. Και τα δυο συστήματα έχουν στόχο, εκτός των άλλων, τη θεσμοθέτηση ενός είδους φορολογικού πλαφόν των μΕ κάτω από το οποίο η λειτουργία τους γίνεται ασύμφορη αφού έχει την ίδια φορολογία για μικρότερα εισοδήματα. Και μάλιστα αυτό το πλαφόν μπορεί να αυξάνεται ανάλογα με την πολιτική και οικονομική συγκυρία. Επιπλέον δρουν ανασταλτικά στην προσπάθεια συγκέντρωσης κεφαλαίων από τις μΕ με συνέπεια την παραπέρα κατάτμησή τους και την αποδυνάμωσή τους στην αγορά. Τα «αντικειμενικά κριτήρια» είναι η μια πλευρά μόνο της φορολογικής πολιτικής των αστικών κυβερνήσεων. Σημειώνουμε παρακάτω και άλλες πλευρές.

- Η εφάπαξ εισφορά που κατά καιρούς επιβάλλεται στις μΕ για το κλείσιμο των φορολογικών περιόδων δηλ. τα πρόστιμα για τις παραβάσεις που πιθανόν να έγιναν χωρίς να μπορούν να ελεγχθούν.

- Οι δημοτικοί φόροι που με τον οικονομικό στραγγαλισμό των δήμων τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει δυσβάσταχτοι σε μερικούς κλάδους.

- Το απαράδεχτα χαμηλό αφορολόγητο πόσο, χαμηλότερο από αυτό των εργαζόμενων, που έμεινε σταθερό για αρκετά χρόνια.

 

8. Διαδικασία καταστροφής και αναπαραγωγής

Ι. Η διαδικασία καταστροφής των μΕ: Η όλο και ορμητικότερη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δεν αφήνει περιθώρια στις μΕ να επιβιώσουν. Οι κυριότεροι παράγοντες που επιδρούν στην καταστροφή τους είναι οι παρακάτω:

- Η περιορισμένη ως ανύπαρκτη δυνατότητα τους να πραγματοποιήσουν διευρυμένη αναπαραγωγή κεφαλαίου που οφείλεται στο μικρό τους μέγεθος και η οποία δημιουργεί τα προβλήματα που προαναφέρθηκαν στο σημείο 4 Ι.

- Η αντικειμενική τάση για αύξηση του σταθερού κεφαλαίου σε σχέση με το μεταβλητό. Συνεχώς αυξάνεται η ανάγκη όλο και μεγαλύτερα κεφάλαια κίνησης ή επενδύσεων για το ίδιο ποσοστό κέρδους. Με άλλα λόγια χρειάζονται πολύ περισσότερα οικονομικά μέσα σήμερα για την ίδρυση και λειτουργία μιας μΕ σε σύγκριση με το παρελθόν για να εξασφαλισθεί το ίδιο ή και χαμηλότερο ύψος κερδών για τον ιδιοκτήτη της.

- Η μονοπώληση κλάδων και τομέων της οικονομίας, τάση που είναι αντικειμενική στον καπιταλισμό. Το μονοπωλιακό κεφάλαιο έχει τη δυνατότητα βραχυπρόθεσμα να ρίχνει το ποσοστό κέρδους σε ορισμένα εμπορεύματα για να πετάξει έξω από την αγορά τους πιο αδύνατους ανταγωνιστές του προσβλέποντας στη μελλοντική αύξηση του μονοπωλιακού υπερκέρδους[11].

- Ο -έτσι κι αλλιώς- άνισος ανταγωνισμός με τις μεγάλες επιχειρήσεις και τα μονοπώλια. Το μεγάλο κεφάλαιο, εκτός από τα καθαρά οικονομικά όπλα, στο οπλοστάσιό του διαθέτει και το αστικό κράτος που μέσω της φορολογίας και των νόμων «μεροληπτεί» συνειδητά προς όφελος του[12].

- Η χαμηλή παραγωγικότητα των μΕ που είναι άμεση συνέπεια της θέσης τους στην αγορά και της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Η μοναδική δυνατότητα που έχουν να αυξήσουν την παραγωγικότητα τους είναι να περιορίσουν το εύρος της λειτουργίας τους προς όφελος μιας αυστηρά εξειδικευμένης παραγωγικής δραστηριότητας. Αυτή η διαδικασία τους εξωθεί προς μια πιο έντονη εξάρτηση από τα μονοπώλια, περιορίζει τη διάρκεια ζωής τους και σε τελευταία ανάλυση αυτή η διαδικασία είναι πιο εφικτή σε ΜΕ παρά σε μΕ.

ΙΙ. Η διαδικασία αναπαραγωγής των μΕ. Το ότι υπάρχει διαδικασία αναπαραγωγής των μΕ το φανερώνει η έκταση τους στην Ελλάδα και στις άλλες ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες της Δ. Ευρώπης (ΠΙΝ. 10). Η σημαντική διαφορά στον αριθμό των μΕ στην Ελλάδα και την υπόλοιπη ΕΕ πιθανόν να έχει ποσοτικά μόνο χαρακτηριστικά αλλά εδώ θα ασχοληθούμε με την ελληνική πραγματικότητα. Η ύπαρξη διαδικασίας αναπαραγωγής δε διαψεύδει τους κλασικούς αντίθετα τους επιβεβαιώνει όπως θα δούμε παρακάτω.

Βασικές αιτίες ύπαρξης της διαδικασίας αναπαραγωγής είναι δυο:

- Η καταστροφή των αγροτικών στρωμάτων σε συνδυασμό με την αύξηση της ανεργίας της εργατικής τάξης. Δηλαδή ο κατεστραμμένος αγρότης πιο δύσκολα μπορεί να ενταχθεί στη μισθωτή εργασία και υποχρεώνεται να ανοίξει μια μΕ για να επιβιώσει. Φυσικά αυτή είναι η κυρίαρχη τάση και καθόλου δεν αντανακλά το σύνολο της πραγματικότητας. Στην πράξη τμήματα αγροτών εντάσσονται είτε στην εργατική τάξη είτε στα μσ, άνεργοι εργάτες στα μσ και κατεστραμμένοι μικροαστοί στην εργατική τάξη σε ένα κύκλο με κυρίαρχη την τάση για ενίσχυση των μσ σε σχέση με τον αγροτικό πληθυσμό.

- Ο τρόπος ανάπτυξης του καπιταλισμού, που παρά τις γενικές νομοτέλειες του, δεν αναπτύσσεται παντού ισόμορφα και σε ευθύγραμμη πορεία. Υπάρχουν περιπτώσεις που τα μονοπώλια οδηγούμενα από τη λογική του μέγιστου κέρδους αναπροσαρμόζουν ανάλογα με τις συνθήκες την τακτική τους. Εγκαταλείπουν προσωρινά αγορές[13], δε βιάζονται να διεισδύσουν σε άλλες, περιμένουν να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για την κυριαρχία τους κλπ. Τέτιοι χώροι είναι προνομιακοί για την ανάπτυξη του μικρού κεφαλαίου που διαθέτοντας, λόγω του μεγέθους του, ευελιξία και προσαρμοστικότητα μπορεί προσωρινά να τους κατακλύσει[14]. Επειτα η μΕ διαθέτει και τη «φυσιολογία του μυρμηγκιού» που μπορεί σε μερικές περιπτώσεις να επιβιώσει κάτω από την «μπότα» των μονοπωλίων. Αυτό δεν αναιρεί την αντικειμενική τάση για συγκέντρωση κεφαλαίου και παραγωγής αλλά αντίθετα την προετοιμάζει.

Ειδικότερα στην Ελλάδα, με ιστορικές συνθήκες μιας σχετικής καθυστέρησης της καπιταλιστικής ανάπτυξης συγκριτικά με τα πιο ανεπτυγμένα κράτη της Δ. Ευρώπης, σημειώνουμε για τους παράγοντες ενίσχυσης της διαδικασίας αναπαραγωγής των μΕ:

- Η σχέση σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου που υπήρξε σε ορισμένους κλάδους και για μια ορισμένη χρονική περίοδο, παράγοντας που φαίνεται να πηγάζει από τον προηγούμενο. Οταν τα εργαλεία παραγωγής και οι πρώτες ύλες είναι μικρό ποσοστό στη διαμόρφωση της αξίας του εμπορεύματος, τότε με μικρά κεφάλαια μπορεί ένας μικροκαπιταλιστής να σταθεί στην αγορά εντατικοποιώντας την προσωπική του εργασία, των μελών της οικογένειας του και των εργαζόμενων του[15]. Ετσι μπορεί να συσσωρεύσει κεφάλαια, αλλά και ατομικό πλούτο. Αυτό επιδρά ελκυστικά στον εργάτη να εγκαταλείψει τη μισθωτή εργασία για να γίνει μικροκαπιταλιστής[16]. Η διαδικασία αυτή οδήγησε μια εποχή στην έλλειψη ειδικευμένων εργατών, στην αύξηση των μισθών και δημιούργησε δυσκολίες στη λειτουργία μεγαλύτερων καπιταλιστικών επιχειρήσεων[17]. Επί της ουσίας αυτός ο κατακερματισμός των παραγωγικών δυνάμεων αποτελεί πισωγύρισμα στην ανάπτυξη τους έστω και προσωρινό.

- Η αναλογικά χαμηλότερη φορολογία σε σχέση με την εργατική τάξη και η δυνατότητα για φοροδιαφυγή διευκόλυνε την επιβίωση των μΕ. Το ίδιο συνέβη και με τις χαμηλές ασφαλιστικές εισφορές. Τα τελευταία χρόνια η κατάσταση άλλαξε σημαντικά.

- Οι μορφές εξάρτησης και δορυφοροποίησης των μΕ από το μεγάλο κεφάλαιο[18]. Σε πολλές περιπτώσεις το μεγάλο κεφάλαιο χρησιμοποιεί μΕ σε δραστηριότητες και τομείς ασύμφορους για το ίδιο. Σε αυτή την περίπτωση τις εξαρτά απόλυτα και χρησιμοποιεί τους μικροεπιχειρηματίες σαν ιμάντες μεταφοράς υπεραξίας.

- Οι εφαρμοζόμενες πολιτικές από τις αστικές κυβερνήσεις που για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα ευνόησαν την επιβίωση των μΕ είτε για να ενσωματώσουν πολιτικά τα μσ είτε για να λύσουν βραχυπρόθεσμα προβλήματα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Τέτιες περίοδοι ήταν η επταετία της χούντας, τα χρόνια της μεταπολίτευσης και τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

Εδώ πρέπει να απαντήσουμε σε δυο σημαντικά ερωτήματα.

Το πρώτο έχει να κάνει με την πηγή των κεφαλαίων που απαιτούνται για την αναπαραγωγή των μΕ αφού οι ιδιοκτήτες τους δε φαίνονται ικανοί να πραγματοποιήσουν τέτια συσσώρευση κεφαλαίου που θα τους εξασφάλιζε την απρόσκοπτη επιβίωση τους εσαεί. Η απάντηση δεν είναι απλή. Μια πλευρά της έχει να κάνει με την αύξηση της αξίας της γης σε ορισμένες περιπτώσεις. Η καλλιεργήσιμη γη γύρω από τα αστικά κέντρα και τις αναπτυσσόμενες τουριστικά περιοχές απόκτησε αξία δυσανάλογη προς την πρόσοδο που έδινε στους καλλιεργητές της. Αυτό συνέβη πριν προχωρήσει η διαδικασία συγκέντρωσής της. Ετσι είχαμε μικροϊδιοκτήτες γης που δεν μπορούσαν να επιβιώσουν από την καλλιέργειά της αλλά μπορούσαν να την πουλήσουν σε σχετικά υψηλές τιμές. Μια διαδικασία που συνεχίζεται ακόμα και σήμερα και μπορούμε να πούμε ότι λειτούργησε σαν την «πρωταρχική συσσώρευση» των μικροαστών τηρούμενων βέβαια των αναλογιών. Τον ίδιο ρόλο έπαιξαν εισοδήματα των μεταναστών και των ναυτεργατών.

Ενα δεύτερο ερώτημα που τίθεται είναι το γιατί οι μΕ στην Ελλάδα επιβιώνουν σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό από ό,τι στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες της Δ. Ευρώπης. Ούτε εδώ η απάντηση είναι εύκολη. Πάντως φαίνεται ότι έχει να κάνει με την καθυστερημένη, σε σχέση με τις περισσότερες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, αστική επανάσταση και τις σχέσεις παραγωγής που δημιούργησε δηλαδή με τις αντιφάσεις και τις καθυστερήσεις της ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα.

ΙΙΙ. Η σχέση τους. Οι διαδικασίες καταστροφής και αναπαραγωγής των μΕ είναι μεταξύ τους διαλεκτικά δεμένες και δρουν σε κάθε ιστορική περίοδο ταυτόχρονα. Η δράση τους έχει άμεση σχέση με το επίπεδο ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, τις αντιφάσεις του καπιταλισμού και το γενικό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Σε γενικές γραμμές μπορούμε να διακρίνουμε τρεις ιστορικές περιόδους ανάπτυξης των μΕ στη μεταπολεμική Ελλάδα με διαφορετικά επιμέρους χαρακτηριστικά.

- Την περίοδο ως τη «μεταπολίτευση» όπου η μεταπολεμική ανάπτυξη του καπιταλισμού επιτρέπει έναν σχετικά χαμηλό βαθμό ανάπτυξης των μΕ στο περιθώριο των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων, αφήνοντας σημαντικό μερίδιο της αγοράς στις πρώτες.

- Την περίοδο ως τη συνθήκη του Μάαστριχ όπου μπαίνουν οι βάσεις της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης και οι μΕ θεωρούνται χρήσιμες από οικονομική αλλά κυρίως από πολιτική άποψη για να αποσπάσουν τη συναίνεση ευρύτατων λαϊκών στρωμάτων στην «ευρωπαϊκή» πολιτική των αστικών κυβερνήσεων. Είναι από πολλές πλευρές μια αντιφατική περίοδος. Η επερχόμενη αναδιάρθρωση στην ουσία προετοιμάζει την καταστροφή τους όμως ταυτόχρονα εμφανίζονται οι καλύτερες συνθήκες για την αναπαραγωγή τους. Είναι και η μοναδική περίοδος που οι αστικές κυβερνήσεις παίρνουν κάποια μέτρα για την ενίσχυσή τους. Εδώ η καταστροφή των αγροτικών στρωμάτων έχει επιταχυνθεί αλλά οι επιπτώσεις αμβλύνονται από την αντίστοιχη ανάπτυξη των μσ.

- Την περίοδο μέχρι σήμερα όπου η καπιταλιστική αναδιάρθρωση συνεπικουρούμενη από την απουσία των σοσιαλιστικών χωρών παίρνει ορμητικό χαρακτήρα και οι μΕ βρίσκονται στην πιο δύσκολη θέση της μέχρι τώρα ιστορίας τους. Ο ανταγωνισμός με τα μονοπώλια οξύνεται, τα όποια ευεργετήματα της προηγούμενης περιόδου καταργούνται, τα σε βάρος τους φορολογικά μέτρα διαδέχονται το ένα το άλλο, μαζικά καταστρέφονται μΕ στους παραδοσιακούς κλάδους της μεταποίησης αλλά και στο εμπόριο. Ο ιμπεριαλισμός «δείχνει τα δόντια του», οι αστικές κυβερνήσεις λίγο ενδιαφέρονται για το πολιτικό κόστος και η διαδικασία καταστροφής επιταχύνεται.

 

9. Η προοπτική στον καπιταλισμό

«Στις χώρες όπου αναπτύχθηκε ο σύγχρονος πολιτισμός, διαμορφώθηκε μια καινούργια τάξη μικροαστών, που ταλαντεύεται ανάμεσα στο προλεταριάτο και στην αστική τάξη και που σαν συμπληρωματικό κομμάτι της αστικής κοινωνίας, ξαναδημιουργείται πάντα από την αρχή, που τα μέλη της όμως εκσφενδονίζονται διαρκώς προς τα κάτω, προς το προλεταριάτο…». Αυτό το απόσπασμα από το «Μανιφέστο» δίνει ανάγλυφα την προοπτική των μΕ και κατά συνέπεια των μσ στον καπιταλισμό. Βέβαια δε θα εξαφανισθούν οι αντιφάσεις του καπιταλισμού σε οποιαδήποτε φάση ανάπτυξής του, δεν είναι δυνατόν να εξαφανισθεί η ανεργία γιατί αυτά αποτελούν «δεύτερη φύση» του και μάλιστα οξύνονται σε συνθήκες ιμπεριαλισμού. Οι μΕ θα «ξαναδημιουργούνται πάντα από την αρχή» και θα «εκσφενδονίζονται διαρκώς προς τα κάτω» με μια σχέση δημιουργίας και καταστροφής που θα εξαρτάται από τις φάσεις αναδιάρθρωσης του καπιταλισμού και τις φάσεις σχετικής στασιμότητας με μια συνιστάμενη που θα έχει κατεύθυνση προς την υποβάθμιση του οικονομικού και κοινωνικού τους ρόλου. Αυτή η συνιστάμενη πρέπει να τη φανταστούμε περισσότερο σαν ασύμπτωτη γραμμή παρά σαν ευθεία. Δηλαδή όσο και να αναπτυχθεί ο καπιταλισμός, όσο και να καθυστερήσει ο σοσιαλισμός οι σημερινές σχέσεις παραγωγής πάντα θα αφήνουν κάποιο μικρό ή μεγαλύτερο χώρο για την ανάπτυξη της μικρής παραγωγής. Η καπιταλιστική οικονομία δεν μπορεί να απαλλαγεί από τις μΕ. Δεν πρέπει επίσης να φανταστούμε αυτήν την πορεία μόνο σαν αριθμητική μείωση αλλά και σαν υποβάθμιση του οικονομικού τους ρόλου.

Για να μην κάνουμε μελλοντολογία, όσο μας επιτρέπουν οι σημερινές μας γνώσεις να προβλέψουμε, πρέπει να σημειώσουμε ότι η τάση αναπαραγωγής των μΕ στην Ελλάδα έχει μέλλον. Η τάση όμως αυτή κινείται με το στοιχείο της ιστορικής καταστροφής μεγάλου μέρους τους. Αντικειμενικά η δυνατότητα που έχουν οι μΕ να επιβιώσουν σήμερα στον καπιταλισμό είναι να δράσουν σύμφωνα με την ιστορική εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων. Δηλαδή στην κατεύθυνση συγκέντρωσης κεφαλαίου και παραγωγής. Να δημιουργηθούν συνεταιρισμοί μΕ στην προμήθεια πρώτων υλών, την παραγωγή και τη διάθεση των προϊόντων με ιδιαίτερη έμφαση στους παραγωγικούς συνεταιρισμούς. Αυτή η μορφή οικονομικής οργάνωσης παρότι είναι καπιταλιστική δεν πρόκειται να τη χαρίσουν τα μονοπώλια γιατί γι’ αυτά οι μΕ είναι πιο εύκολοι αντίπαλοι σαν ξεχωριστές μονάδες παρά συγκεντρωμένες στους συνεταιρισμούς. Μόνο κάτω από έντονη πολιτική πάλη από την πλευρά των μσ μπορούν τα μονοπώλια να δεχθούν κάποιες παραχωρήσεις. Και αν ακόμα δημιουργηθούν, οι φιλομονοπωλιακές πολιτικές πάντα θα προσπαθούν να τους υποβαθμίσουν ή να τους μετατρέψουν σε ανώνυμες εταιρίες. Γι’ αυτό από τη φύση του το αίτημα της συνεταιριστικοποίησης ξεφεύγει από τα όρια της τακτικής των μονοπωλίων και αποτελεί στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία αντιμονοπωλιακό στόχο.

Είναι αναγκαία εδώ μια διευκρίνηση για την αντίληψη της «στεφάνης» ή των «δορυφόρων» μικρότερων επιχειρήσεων γύρω από τα μονοπώλια[19]. Είναι γεγονός ότι πολλά από τα προγράμματα της ΕΕ που αφορούν τις ΜΜΕ αναφέρονται στην προοπτική των «υπεργολαβιών», της «συνένωσης», των «κοινοπραξιών» κλπ. Οπως όμως διακρίνεται από τους όρους και τις προϋποθέσεις τους απευθύνονται σε ΜΕ για τα δεδομένα της ΕΕ και σε μεγάλες επιχειρήσεις και στο ανώτερο τμήμα των ΜΕ για την ελληνική πραγματικότητα. Το πιο δυναμικό τμήμα των επιχειρήσεων αυτών είναι χρήσιμες για τα μονοπώλια είτε για να τους εκχωρήσουν λιγότερο αποδοτικές γι’ αυτά δραστηριότητες είτε για να τις χρησιμοποιήσουν σε τομείς της αγοράς με μεγάλο ρίσκο είτε ακόμα με τη μορφή του «δούρειου ίππου» για το άνοιγμα νέων αγορών, εκμεταλλευόμενα τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα της ευελιξίας και της προσαρμοστικότητας που προκύπτουν από το μικρό τους μέγεθος σε σχέση με του πολυεθνικούς κολοσσούς, αρκεί να μπορούν να πραγματοποιούν διευρυμένη αναπαραγωγή κεφαλαίου με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς. Αυτές οι επιχειρήσεις παίζουν έτσι το ρόλο του «δορυφόρου» γύρω από τα μονοπώλια τα οποία έχουν την άνεση να τις κρατούν εξαρτημένες ή και να τις καταβροχθίζουν αν το κρίνουν απαραίτητο. Συμπληρώνουν τις διαδικασίες συγκέντρωσης κεφαλαίων και παραγωγής και τις ενισχύουν. Σε αυτή την κατηγορία επιχειρήσεων απευθύνονται, κατά κύριο λόγο, τα όποια προγράμματα της ΕΕ υπέρ των ΜΜΕ Τέτοιου είδους ΜΜΕ θεωρούνται βιώσιμες για την ΕΕ. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η ίδρυση του «χρηματιστηρίου των ΜΜΕ» (ΝΕ.Χ.Α), δηλαδή ένα μικρότερο χρηματιστήριο που θα δεχθεί έναν αριθμό μεγάλων και μεσαίων επιχειρήσεων που δεν έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ) αλλά μπορούν να εξυπηρετήσουν την παραπάνω κατεύθυνση. Ο ρόλος της «στεφάνης» επιφυλάσσεται για τέτιου μεγέθους επιχειρήσεις που διαθέτουν την απαραίτητη δυναμική για να τον παίξουν. Το κατώτερο τμήμα των μεσαίων επιχειρήσεων και πολύ περισσότερο οι μΕ μένουν έξω από τις παραπάνω διαδικασίες, συμπιέζονται από τον ανταγωνισμό του μεγάλου κεφαλαίου και των μονοπωλίων που οξύνεται με τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις που έχουν δρομολογηθεί στην ελληνική οικονομία με την ΟΝΕ.

 

10. Οι μΕ στο σοσιαλισμό

Η μικρή παραγωγή προϋπήρχε του καπιταλισμού και απ’ ό,τι φαίνεται είναι αρκετά ανθεκτική για να συνεχίσει να υπάρχει και μετά από αυτόν. Στο σοσιαλισμό με την απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων από το ζυγό των προηγούμενων σχέσεων παραγωγής μπορεί να λυθεί οριστικά το πρόβλημα της ύπαρξης της μικρής παραγωγής. Εκεί θα πάρουν την πιο ολοκληρωμένη τους μορφή οι συνεταιρισμοί των μΕ. Το σοσιαλιστικό κράτος έχει να λύσει ένα σημαντικό πρόβλημα. Θα κληρονομήσει από τον καπιταλισμό σημαντικές σε αριθμό μΕ. Η παραπέρα όμως ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στο σοσιαλισμό θα αντιμετωπίσει σημαντικά εμπόδια από την ύπαρξη εκτεταμένης και διασπαρμένης μικρής ιδιοκτησίας, στα μέσα παραγωγής, το εμπόριο και τις υπηρεσίες, σε τέτιο βαθμό που υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα. Η μικρή ιδιοκτησία είναι η μήτρα του καπιταλισμού ακόμα και μέσα στις σοσιαλιστικές σχέσεις και μπορεί να βάλει εμπόδια στην ιστορική εξέλιξη. Στο σοσιαλισμό οι μΕ έχουν λόγο ύπαρξης μόνο με τη μορφή των συνεταιρισμών, στις πρώτες φάσεις, σαν κληρονομιά του καπιταλισμού και εκεί που οι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής δεν μπορούν ακόμα ή δε συμφέρει ακόμα να επεκταθούν. Περισσότερο στη σφαίρα της άμεσης εξυπηρέτησης της κατανάλωσης.

Χρειάζονται λοιπόν ειδικά μέτρα, νομοθετικά και χρηματοδοτικά, στην κατεύθυνση της εθελοντικής συνεταιριστικοποίησης των μΕ, για να λυθούν, σε έναν βαθμό, τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, να εξασφαλισθεί στους ιδιοκτήτες τους ένα ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης, να ενταχθούν στα πλαίσια μιας σχεδιασμένης οικονομίας και να προστατευθεί το σοσιαλιστικό κράτος από τον άναρχο πολλαπλασιασμό και την άνθησή τους. Χρειάζεται, πρώτ’ απ’ όλα, ο σοσιαλιστικός τρόπος παραγωγής να γίνει πιο ελκυστικός για τους μικροαστούς από τη μίζερη μικρή τους ιδιοκτησία. Οι συνεταιρισμοί, βέβαια, δεν είναι τίποτα άλλο από συγκέντρωση της παραγωγής σε τομείς που κυριαρχεί η μικρή ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, ένα στόχο όμως που δεν μπορεί να ολοκληρώσει ο καπιταλισμός κυριαρχούμενος από τις αντιφάσεις του και για αυτό είναι υποχρεωμένος να ολοκληρώσει ο σοσιαλισμός. Οι συνεταιρισμοί, τουλάχιστον με τη μορφή που θα κληρονομηθούν από τον καπιταλισμό, μόνο σαν μεταβατική μορφή οικονομικής ανάπτυξης μπορούν να θεωρηθούν στην πορεία ολοκλήρωσης των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής. Ο παραπέρα μετασχηματισμός τους είναι ένα πρόβλημα που απαιτεί προσεκτική μελέτη και αξιοποίηση της πείρας της ανάπτυξης του κολεκτιβισμού στις σοσιαλιστικές χώρες.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

 

 

 

 

 



[1] Στο σημείωμα αυτό με τον όρο «μικροαστικά στρώματα» και τη συντόμευση «μσ» εννοούμε τα παραδοσιακά μικροαστικά στρώματα της πόλης μιας και τα αντίστοιχα της υπαίθρου δεν είναι το αντικείμενο αυτού του σημειώματος.

* Μικρές επιχειρήσεις εμφανίζονται και στη σφαίρα της κυκλοφορίας, π.χ. Εταιρίες Λήψης Διαβίβασης Εντολών (ΕΛΔΕ), στις κατασκευές και στον τουρισμό, με τάση να υφίστανται τη διαδικασία συγκεντροποίησης.

[2] ΚΜΕ, «Οι αλλαγές στην οικονομία και στην ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας», Σύγχρονη Εποχή, 1996 σελ. 170 και 171.

[3] 150.000 δρχ. (μισθό) +90.000 δρχ. (ασφαλιστικές εισφορές και φόρος μισθωτών υπηρεσιών) Χ 14 μηνιαίους μισθούς = 3.360.000 δρχ. το χρόνο. Με τις τριετίες και τα επιδόματα πρέπει κατά μέσο όρο να φθάνει τα 3.5 εκ δρχ. που προσεγγιστικά μπορούμε να θεωρήσουμε σαν την τιμή της εργατικής δύναμης.

[4] «… είναι απαραίτητο ένα ορισμένο ελάχιστο μέγεθος του ατομικού κεφαλαίου, έτσι που ο αριθμός των ταυτόχρονα εκμεταλλευομένων εργατών, επομένως και η μάζα της παραγόμενης υπεραξίας, να επαρκεί για να απελευθερώσει από τη χειρωνακτική δουλειά τον ίδιο τον εκμεταλλευτή της εργασίας, για να μετατραπεί ο μικροαστός σε κεφαλαιοκράτη και να δημιουργηθεί έτσι, τυπικά, η σχέση του κεφαλαίου.» (Κ. Μαρξ, «Το Κεφάλαιο», τόμος 1, σελ. 345).

[5] Το ποσοστό αυτό είναι εμπειρικό και απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση.

[6] Στον κλάδο της λιανικής εμπορίας ηλεκτρονικών υπολογιστών το μέσο ποσοστό ακαθάριστου κέρδους κυμαίνεται γύρω στο 5% γεγονός που προϋποθέτει υψηλούς τζίρους για την εξασφάλιση ενός ανεκτού εισοδήματος. Το ίδιο μέγεθος στον αντίστοιχο κλάδο των ενδυμάτων κυμαίνεται γύρω στο 45% που προϋποθέτει σχετικά χαμηλότερους τζίρους για τον ίδιο στόχο. Σε τομείς με μεγάλο ποσοστό απασχόλησης πρέπει επίσης να διαφοροποιηθούν το κριτήριο της απασχόλησης προς τα πάνω. Το 1993 στη μεταποίηση η μέση απασχόληση ανά επιχείρηση ήταν 2,9 ενώ το αντίστοιχο μέγεθος για το εμπόριο ήταν 1,8 και για τις υπηρεσίες 1,7.

[7] «Ποιες είναι οι ΜΜΕ», άρθρο στα «Βιοτεχνικά Θέματα», περιοδική έκδοση του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου της Αθήνας 4/1996.

[8] Με τους τρέχοντες όρους δανεισμού όλες ανεξαίρετα οι τράπεζες χρηματοδοτούν επενδύσεις με επιτόκιο περίπου 16% (ποσοστό 8πλασιο του πληθωρισμού), με κατώτερο όριο τζίρου τα 20 εκ δρχ. (αποκλείοντας από χέρι το 77% των επιχειρήσεων) και προκαταβολή του μισού δανείου σε επιταγές πελατών σαν εγγύηση (!!!).

[9] COM(93) 528

[10] «Ο περιορισμός της παραοικονομίας απαιτεί περιορισμό της πληθώρας των πολύ μικρών επιχειρήσεων και των αυτοαπασχολούμενων». Κ. Σημίτης, «Εκσυγχρονισμός και ανάπτυξη της ελληνικής κοινωνίας», Εκδ. Γνώση, σελ. 101

[11] Η διαδικασία αυτή εφαρμόστηκε με επιτυχία στα παντοπωλεία που μέσα σε μια δεκαετία εξαφανίστηκαν από τα αστικά κέντρα και τη θέση τους κατέλαβαν ελάχιστες αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Η μάχη των «αρνιών του Πάσχα» πριν από λίγα χρόνια είναι ένα καλό παράδειγμα τέτιας συμπεριφοράς των μονοπωλίων. Οι διαμαρτυρίες των κρεοπωλών για «αθέμιτο» ανταγωνισμό μόνο σαν κραυγές απελπισίας μπροστά στην επικείμενη εξαφάνιση τους μπορούν να χαρακτηριστούν.

[12] Η μάχη για το ωράριο στόχο είχε τη φυσική εξάντληση των μικρεμπόρων με απάνθρωπα ωράρια και το κράτος καθόλου δε συμπεριφέρθηκε σαν «αμερόληπτος» διαιτητής ανάμεσα στους μικρέμπορους και τα πολυκαταστήματα.

[13] Τη δεκαετία του ’80 στο χώρο του ιματισμού πολλές μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις σταμάτησαν τη λειτουργία τους με την παρακάτω διαδικασία. Ο εργοδότης με την απειλή της απόλυσης πούλαγε τις μηχανές στους εργάτες του και συνέχιζε να τους εκμεταλλεύεται με χειρότερο τρόπο χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του φασόν. Από τη στιγμή που ο εργάτης γινόταν κάτοχος της μηχανής έμπαινε στη διαδικασία αλλαγής της θέσης του στον καταμερισμό της εργασίας άσχετα αν ήταν αντικείμενο πιο σκληρής εκμετάλλευσης από πρώτα. Σε λίγο η μηχανή χρειαζόταν συντήρηση ή και αντικατάσταση. Τότε πια ο πρώην εργάτης γίνεται τυπικός μικροαστός.

[14] Τυπικό παράδειγμα τέτοιου χώρου αποτελεί ο κλάδος της κατασκευής κατοικιών. Η «αντιπαροχή» του Καραμανλή που στόχο είχε τη λύση του προβλήματος στέγασης της εργατικής τάξης και δεν είχε τη δυνατότητα να την προσφέρει σε σύντομο χρονικό διάστημα το μεγάλο κεφαλαίο οδήγησε σε μια έκρηξη της οικοδομικής δραστηριότητας και αντίστοιχη έκρηξη των μΕ στον κλάδο της οικοδομής. Τάση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα 40 χρόνια αργότερα με μειωμένους φυσικά ρυθμούς και με παράλληλη εισβολή του μεγάλου κεφαλαίου στο χώρο και θεαματική επιτάχυνση της διαδικασίας συγκεντροποίησης, τουλάχιστο των μεσαίων επιχειρήσεων για τη δημιουργία μεγάλων ομίλων για τα ελληνικά δεδομένα.

[15] Θα χρησιμοποιήσουμε πάλι το παράδειγμα του κλάδου της οικοδομής όπου ένας τεχνίτης με ένα φτυάρι και ένα μυστρί μπορούσε να γίνει υπεργολάβος δηλαδή μικροαστός. Στην περίπτωση μάλιστα που δούλευε «φατούρα» δηλαδή έπαιρνε την υπεργολαβία χωρίς τις πρώτες ύλες (φαινόμενο καθόλου σπάνιο) το κεφάλαιο που του ήταν απαραίτητο ήταν ελάχιστο. Αυτό οδήγησε στην εντύπωση ότι ο συγκεκριμένος μικροαστός άνηκε στην εργατική τάξη. Τι γίνεται όμως με την υπεραξία των εργατών του συνεργείου του; Ακόμα και αν δεν μπορούσε να την καρπωθεί ολόκληρη ένα μέρος της κατέληγε στην τσέπη του. Σήμερα εξαιτίας αυτής της παρανόησης ο υπεργολάβος σοβατζής για παράδειγμα θεωρείται εργάτης και ασφαλίζεται στο ΙΚΑ ενώ ο συνάδελφος του υδραυλικός θεωρείται βιοτέχνης και ασφαλίζεται στο ΤΕΒΕ παρότι, τουλάχιστον μια εποχή, δε χρειαζόταν ούτε αυτός τίποτα παραπάνω από ένα σφυρί και ένα καλέμι για να εργαστεί.

[16] Στον κλάδο του ξύλου, για ένα μεγάλο διάστημα μετά τον πόλεμο, ο εργάτης της βιομηχανίας ή της βιοτεχνίας όταν γινόταν τεχνίτης θεωρούσε ότι το επόμενο βήμα για την επαγγελματική του καταξίωση ήταν να ανοίξει τη δικιά του βιοτεχνία. Γεγονός που επέδρασε καταλυτικά στην πολυδιάσπαση του κλάδου σε πολύ μικρές μονάδες καθεστώς που κυριαρχεί ακόμα και σήμερα και φαίνεται από τη σχετικά μικρή μονοπώληση του κλάδου.

[17] Ενα παρόμοιο φαινόμενο περιγράφει ο Μαρξ αναφερόμενος στην κατάσταση στις ΗΠΑ του προηγούμενο αιώνα. «Αυτή η διαρκής μετατροπή των μισθωτών εργατών σε ανεξάρτητους παραγωγούς, που αντί να εργάζονται για το κεφάλαιο εργάζονται για τον εαυτό τους, και αντί να πλουταίνουν τον κεφαλαιοκράτη πλουταίνουν τον ίδιο τον εαυτό τους, ασκεί με τη σειρά της μιαν απολύτως βλαβερή επίδραση στην αγορά εργασίας. Δεν είναι μόνο ότι μένει ανάρμοστα χαμηλά ο βαθμός εκμετάλλευσης του μισθωτού εργάτη. Επιπλέον μαζί με τη σχέση εξάρτησης του ο μισθωτός εργάτης χάνει και αίσθημα της εξάρτησης του από τον «απαρνητή» κεφαλαιοκράτη». Κ. Μαρξ «Κεφάλαιο», τομ. Α σελ. 794.

[18] Μια τέτια μορφή που αναπτύσσεται με γρήγορους ρυθμούς είναι το franchising. Εδώ η μεγάλη επιχείρηση δημιουργεί ένα πλέγμα από μΕ με το ίδιο εμπορικό σήμα, προϊόντα που παράγει η ίδια σε τιμές που καθορίζει αυτή. Στην ουσία ο μικροεπιχειρηματίας αγοράζει ένα υποκατάστημα και αναλαμβάνει όλα τα λειτουργικά έξοδα.

[19] Μια τέτοια άποψη διατυπώνεται από τον Κ. Κάππο στο βιβλίο «Οι αλλαγές στην οικονομία και στην ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας». Σύγχρονη Εποχή, 1996.