ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Μετεκλογικά δημοσιοποιήθηκαν Εκθέσεις που αφορούν την ελληνική οικονομία, όπως του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, της Επιτροπής της ΕΕ και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Είναι η περίοδος που ξεκίνησε επίσημα η διαδικασία έγκρισης της συμμετοχής της Ελλάδας στη ζώνη Ευρώ. Συνεπώς οι αξιολογήσεις γίνονται με αναφορά στην τελευταία δεκαετία, (ή την πενταετία 1995-1999 όταν τα αριθμητικά δεδομένα δεν είναι συγκρίσιμα λόγω αλλαγής του συστήματος υπολογισμού τους. Εχει ήδη ξεκινήσει η εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών 1995).

Γενικά, τα πρόσθετα αριθμητικά δεδομένα (για το 1999 ή το 1998, όπου πέρσι τα στοιχεία σταματούσαν στο 1997) και κυρίως οι αξιολογήσεις και οι στρατηγικής σημασίας υποδείξεις που περιλαμβάνονται στις εκθέσεις επιβεβαιώνουν τις εκτιμήσεις μας για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, που περιλαμβάνονται στα κείμενα της ανάλογης θεματικής ημερίδας που πραγματοποιήθηκε το Νοέμβρη του 1999.

Κατά συνέπεια το παρόν κείμενο έχει χαρακτήρα συμπληρωματικό. Με επίκεντρο ορισμένα κρίσιμα πολιτικά ερωτήματα, που συζητήθηκαν και κατά την προεκλογική περίοδο, καταγράφονται οι περαιτέρω εξελίξεις και συμπληρώνονται τα στοιχεία για την ερμηνεία των στρατηγικών επιλογών της ολιγαρχίας στην Ελλάδα και στην ΕΕ. Τα προβλήματα που θα μας απασχολήσουν είναι τα εξής:

1. Η πορεία της ελληνικής οικονομίας μετά την ικανοποίηση των όρων ονομαστικής σύγκλισης - ένταξης μπορεί να σηματοδοτήσει μεσοπρόθεσμη βελτίωση της οικονομικής θέσης των μισθωτών και γενικότερα των λαϊκών στρωμάτων; (πρόκειται για τη γνωστή κυβερνητική θέση ότι οι θυσίες του λαού τώρα αρχίζουν να αποδίδουν).

2. Ποιες είναι οι προοπτικές για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας εντός ζώνης Ευρώ και κυρίως ποιες θα είναι οι κοινωνικές συνέπειες από ενδεχόμενη επιδείνωση των όρων ανταγωνιστικότητάς της;

3. Ποιες προοπτικές διαγράφονται για την πορεία της Ευρωενωσιακής οικονομίας, ποια η σχέση της με τις οικονομίες των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας; Σε ποια κατεύθυνση και σε ποιο βαθμό μπορούν να επηρεάσουν τις εξελίξεις στην ελληνική οικονομία;

4. Τι συμπεράσματα προκύπτουν για το ρόλο του υποκειμενικού παράγοντα;

 

ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΛΑΪΚΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ

 Στοιχεία, αξιολογήσεις και επισημάνσεις των Εκθέσεων επιβεβαιώνουν ότι οι στόχοι της οικονομικής πολιτικής των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ (π.χ. ως προς την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, ως προς το ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ) είναι στόχοι ταξικοί προς όφελος του κεφαλαίου που πραγματοποιούνται σε βάρος και αυτής της οικονομικής θέσης των εργαζομένων στο υπάρχον σύστημα.

Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται από την εξέλιξη μισθών, μέσου διαθέσιμου εισοδήματος μισθωτών* και τιμών καταναλωτή για την περίοδο 1975-1999. (Βλέπε Πίνακα 1).

Παρατηρούμε τα εξής:

- Οι κατώτατες αποδοχές εργατοϋπαλλήλων, με δείκτη σύγκρισης 1980=100, βρίσκονται στο 106,3 το 1999, κάτω του επιπέδου του 1989 (112,8), 1990 (109,8) και βεβαίως πολύ πιο κάτω από το 1984 (123,0), χρονιά με το μεγαλύτερο δείκτη της 25ετίας.

Το ίδιο παρατηρούμε και για το κατώτατο ημερομίσθιο άγαμου εργάτη χωρίς προϋπηρεσία, ενώ οι εβδομαδιαίες αποδοχές των εργατών της μεταποίησης βρίσκονται (117,0) ελάχιστα υψηλότερα του επιπέδου του 1989 (116,0).

- Το διαθέσιμο εισόδημα μέσου μισθωτού, με βάση σύγκρισης 1980=100, είναι 100,2. Δηλαδή βρίσκεται στα επίπεδα του 1980, χαμηλότερο των ετών 1978 (103,2), 1985 (102,5), 1979 (101,4), 1990 (101,2), έτη με το μεγαλύτερο δείκτη της 25ετίας.

Αν συγκρίνουμε την πορεία αυτού του δείκτη με την πορεία των μέσων προ φορολογίας αποδοχών στο σύνολο της οικονομίας, θα διαπιστώσουμε ότι την όποια αύξηση των αποδοχών κατά την περίοδο 1995-1999 σχεδόν τη ροκανίζει η φορολογία.

Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν την εκτίμησή μας για το στόχο των φορολογικών μεταρρυθμίσεων, που ανακοινώθηκαν τμηματικά κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου 1999 - Απριλίου 2000, καθώς και άλλων μέτρων που αφορούσαν το ΕΚΑΣ, 10χίλιαρο ενίσχυσης του κατώτατου μισθού, την κατώτατη σύνταξη. Δεν ήταν μέτρα αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου, αλλά μέτρα μιας ελάχιστης ανακοπής της επί δεκαετία πτωτικής πορείας του μέσου διαθέσιμου εισοδήματος μισθωτού και ιδιαίτερα των πιο εξαντλημένων κατώτατων εισοδημάτων. Μέτρα τα οποία υποβοηθήθηκαν και από τις ιδιαίτερες απαιτήσεις της προεκλογικής περιόδου. Αν υπολογίσουμε και την αυξητική ποσοστιαία συμμετοχή των έμμεσων φόρων στο σύνολο της φορολογίας, θα διαπιστώσουμε απώλεια του πραγματικού εισοδήματος για το μεγαλύτερο μέρος των μισθωτών και συνταξιούχων. Επομένως χωρίς υπερβολή υποστηρίζουμε ότι δεν ήταν μέτρα που σηματοδοτούσαν την έναρξη μιας νέας περιόδου, αλλά τις συγκυριακές απαιτήσεις σε συνδυασμό με την έναρξη φορολογικών μεταρρυθμίσεων προς όφελος του κεφαλαίου.

Το στίγμα της εισοδηματικής πολιτικής που θα ακολουθηθεί περιέχεται και στο επικαιροποιημένο Πρόγραμμα Σύγκλισης (1999-2002), και στην Εκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας[1] καθώς και σε εκείνη της Κομισιόν[2].

Είναι δηλαδή αναμφισβήτητη η συνέχιση της περιοριστικής εισοδηματικής πολιτικής και μάλιστα σε εντονότερο βαθμό, αφού τα περιθώρια ελέγχου του πληθωρισμού μέσω της νομισματικής πολιτικής αποδυναμώνονται πλέον σημαντικά, με την ένταξη στη ζώνη-Ευρώ και την εφαρμογή της ενιαίας νομισματικής πολιτικής, που εκπορεύεται από το Ευρωσύστημα (ΕΚΤ και ΕθνΚΤ).

Οι Εκθέσεις είναι αποκαλυπτικές σε στοιχεία και εκτιμήσεις που αποδεικνύουν τη συνολική επιβάρυνση των εργαζομένων κατά την περίφημη περίοδο σταθεροποίησης και ανάπτυξης 1995-1999, όπως:

- Την αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης[3], και βεβαίως αυτή αφορά πρωτ’ απ’ όλα τους μισθωτούς/συνταξιούχους που σηκώνουν και το μεγαλύτερο βάρος της άμεσης και έμμεσης φορολογίας.

- Τη μηδενική μεταβολή της ατομικής καταναλωτικής δαπάνης[4], το 1999/’98, ενώ αυξήθηκε περαιτέρω η καταναλωτική πίστη[5].

- Την αρνητική επίδραση που θα ασκήσει στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών η μείωση των επιτοκίων.

- Την επίπτωση συγκράτησης των συμβατικών αποδοχών (μέσω και του μηχανισμού των διορθωτικών μισθολογικών αυξήσεων) από τις περικοπές της έμμεσης φορολογίας[6], στοιχείο που αποδεικνύει τον κατεξοχήν αντιπληθωριστικό και όχι αναδιανεμητικό χαρακτήρα τους.

Η ταξικότητα των επιμέρους μέτρων και του συνόλου της οικονομικής πολιτικής φαίνεται ακόμη πιο καθαρά αν παρακολουθήσουμε την εξέλιξη των μισθών σε σύγκριση με την εξέλιξη των κερδών.

 

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΚΕΡΔΩΝ

Αδιαμφισβήτητη είναι η συνεχιζόμενη άνοδος της κερδοφορίας του κεφαλαίου και για το 1999/’98.

Η Εκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας εκτιμά ότι διευρύνθηκαν τα περιθώρια κέρδους των μεταποιητικών επιχειρήσεων που παράγουν για την εγχώρια αγορά. Μόνον ο ανταγωνισμός στις αγορές του εξωτερικού φαίνεται ότι οδήγησε τις εξαγωγικές επιχειρήσεις να συγκρατήσουν τα περιθώρια κέρδους τους[7].

Σύμφωνα με εκτιμήσεις δειγματοληπτικής έρευνας της ICAP, στη βιομηχανία τα κέρδη ανά επιχείρηση αυξήθηκαν κατά 25,7% το 1999, ενώ η αξία των πωλήσεων ανά επιχείρηση κατά 10,9% (η αύξηση του όγκου πωλήσεων υπερέβη το 9%), τα περιθώρια κέρδους στις μεγάλες και μεσαίες βιομηχανικές επιχειρήσεις αυξήθηκαν ενώ στις μικρές μειώθηκαν[8].

 

Πηγή: Δειγματοληπτική έρευνα ICAP, Η Ελληνική Βιομηχανία: εκτιμήσεις για το 1999 και προσδοκίες για το 2000, Δεκέμβριος 1999.

 

Δηλαδή, ο ρυθμός αύξησης της κερδοφορίας υπερέβη κατά πολύ το ρυθμό αύξησης της αξίας και του όγκου των πωλήσεων. Αλλά και η εξέλιξη του κόστους εργασίας και της παραγωγικότητας ανά μονάδα προϊόντος επιβεβαιώνουν την τάση διεύρυνσης της κερδοφορίας των επιχειρήσεων της βιομηχανίας.

Η τάση αύξησης των λειτουργικών περιθωρίων κέρδους συνυπάρχει με τους ακόμη μεγαλύτερους ρυθμούς αύξησης των συνολικών περιθωρίων κέρδους των επιχειρήσεων*.

Η τάση ανόδου της κερδοφορίας εκδηλώνεται και σ’ άλλους τομείς της καπιταλιστικής δραστηριότητας. Ενδεικτική είναι αυτή για τις ασφαλιστικές εταιρείες[10].

Ως προς τη συμβολή του κεφαλαίου (δηλαδή του ενός εκ των λεγομένων «κοινωνικών εταίρων») στην επίτευξη των στόχων της ονομαστικής σύγκλισης-ένταξης στο Ευρώ, και ιδιαίτερα εκείνου του αποπληθωρισμού, σημειώνουμε ότι η εφαρμογή των «συμφωνιών κυρίων» για τις τιμές χαρακτηρίζεται από χαλαρή έως μη ικανοποιητική από το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας[11].

 

ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Εκείνο που έχει ίσως μεγαλύτερη αξία από την αριθμητική απεικόνιση των εξελίξεων στην οικονομική θέση των δυο βασικών ταξικών αντιπάλων της ελληνικής κοινωνίας είναι πως αξιολογείται αυτή η εξέλιξη από τις δυνάμεις του κεφαλαίου ως αποτέλεσμα της στάσης της εργατικής τάξης.

Στις Εκθέσεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της ΕΚΤ εξαίρεται το συναινετικό κλίμα μεταξύ των κοινωνικών εταίρων[12], η θετική αλλαγή της συμπεριφοράς των κοινωνικών εταίρων που συνέβαλε στην υποχώρηση του ρυθμού ανόδου του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, ο θετικός ρόλος της διετούς ΓΣΣΕ του 1998[13] και ο εξαιρετικά χαμηλός αριθμός ωρών εργασίας που χάθηκαν λόγω απεργιών στο πεντάμηνο Ιανουαρίου-Μαΐου 1999 για το οποίο υπάρχουν στοιχεία (45,6 χιλιάδες ώρες, έναντι 1,5 εκατομμυρίου για ολόκληρο το 1998)[14].

Ενώ είναι καθαρός για τον ταξικό αντίπαλο ο ρόλος της ηγεσίας της ΓΣΕΕ και δευτεροβάθμιων οργανώσεων στην ενσωμάτωση του συνδικαλιστικού εργατικού κινήματος με αποτέλεσμα την απομάκρυνση των εργαζομένων από τη συνδικαλιστική δράση, ο ρόλος αυτός δεν έχει ακόμη ισχυρά αποδειχθεί στην κατεύθυνση του πλήρους διαχωρισμού ευθυνών και ανασύνταξής του. Οπωσδήποτε πρόκειται για διαδικασία βασανιστική προκειμένου να εξελιχτεί το ταξικό ρεύμα από πρωτοπορία σε ηγετική δύναμη ενός μαζικού και μαχητικού εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.

Το θέμα θίγεται εδώ μόνο από τη σκοπιά της σχέσης οικονομίας-πολιτικής, της σχέσης οικονομικών τάσεων - ρόλου του υποκειμενικού παράγοντα.

Ολες οι Εκθέσεις κρατικών και Ευρωενωσιακών οργάνων και Ενώσεων των φυσικών εκπροσώπων του κεφαλαίου αποτυπώνουν τις εξελίξεις στην αγορά εργασίας και εστιάζουν στην ανάγκη να προχωρήσουν ταχύτερα οι αναδιαρθρώσεις σ’ αυτήν.

Η κατεύθυνση είναι η μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης, μέσω της αναδιάρθρωσης του εργάσιμου χρόνου, με ευελιξία στον ημερήσιο, εβδομαδιαίο, εποχιακό χρόνο εργασίας, με τρόπο ώστε να απαλλάσσεται η εργοδοσία από το κόστος των υπερωριών, να διευκολύνεται μέσω της ατομικής διαπραγμάτευσης, της αξιοποίησης κατηγοριών φθηνότερου εργατικού δυναμικού (π.χ. νέους), με απαλλαγή της τιμής (και της αξίας) της εργατικής δύναμης από τις ανάγκες αναπαραγωγής αυτής για μέλη της οικογένειας (γι’ αυτό και η συζήτηση για αύξηση του ποσοστού απασχόλησης της Ελλάδας σε σχέση με εκείνο της ΕΕ, της ΕΕ σε σύγκριση με εκείνο των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας), με αύξηση του βαθμού μισθολογικών διαφοροποιήσεων (η Εκθεση της Τράπεζας της Ελλάδας στην αξιολόγηση του βαθμού ευελιξίας της ελληνικής αγοράς εργασίας, ως θετικό στοιχείο των πραγματικών συνθηκών αναφέρει τη διεύρυνση των μισθολογικών διαφορών - την «ψαλίδα» των αποδοχών - αργά αλλά σταθερά μετά την κατάργηση της ΑΤΑ και τον εκσυγχρονισμό του συστήματος συλλογικών διαπραγματεύσεων το 1990)[15].

Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι ο στόχος για αναδιάρθρωση του εργάσιμου χρόνου αποτελεί προσαρμογή του κεφαλαίου στην ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας, σε βάρος των εργαζομένων, καθώς και η προσαρμογή στις απαιτήσεις του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, σε συνθήκες έντασής του στις διεθνείς αγορές. (με την απελευθέρωση των αγορών από μεγάλο μέρος της εθνικής προστασίας).

Οι επιδιώξεις αυτές του κεφαλαίου στην Ελλάδα, στην ΕΕ και διεθνώς, προκύπτουν ως συνισταμένη αντικειμενικών (έχουν απωλεσθεί προ πολλού τα αποθέματα του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος που προέκυψαν ως οφέλη από το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο) και υποκειμενικών παραγόντων (η κατάσταση του εργατικού κινήματος).

Πάντως, ως προβληματισμός και ως πρακτική κυβερνητικών σχημάτων (μονοκομματικών ή συνεργασίας) διαφορετικών ιδεολογικών προελεύσεων δεν προκύπτει καμιά αμφισβήτηση της γενικής τάσης για απελευθέρωση και αναδιάρθρωση των αγορών (μεταξύ των οποίων και της αγοράς εργασίας). Τα στοιχεία που προβάλλονται ως «κοινωνική πολιτική» σε καμιά περίπτωση δεν αποτελούν στοιχεία μιας πολιτικής γενικής τόνωσης της λαϊκής ζήτησης. Αντίθετα, ο επιλεκτικός τους χαρακτήρας εναρμονίζεται πλήρως με την πολιτική διαφοροποίησης όρων διαπραγμάτευσης της εργατικής δύναμης, ωραρίων, αποδοχών, συνταξιοδότησης, ασφάλισης κλπ.

Αξίζει ακόμη να σημειωθεί ότι η διαφοροποίηση στους ρυθμούς εξέλιξης των μισθών είναι έντονη καθ’ όλη τη δεκαετία, με σαφή ευνοϊκότερη εξέλιξη στο δημόσιο τομέα (οι αυξήσεις αφορούν και ορισμένα επιδόματα διαφόρων κατηγοριών υπαλλήλων και λειτουργών του ευρύτερου κυβερνητικού τομέα) απ’ ό,τι στον ιδιωτικό, από τον ιδιωτικό τομέα ευνοϊκότερη εξέλιξη στις Τράπεζες και σαφή δυσμενέστερη εξέλιξη στους ανειδίκευτους της μεταποίησης (βλέπε Πίνακες 3 και 4).

Η εμπεριστατωμένη μελέτη των τάσεων σε διάφορες κατηγορίες εργαζομένων, που αβασάνιστα κατατάσσονται στη γενική κατηγορία των μισθωτών, είναι αναγκαία για τον ακριβέστερο ταξικό προσδιορισμό των στόχων του κόμματος (για τη δουλιά στην εργατική τάξη και την οικοδόμηση του κόμματος).

 

Η ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΗ ΖΩΝΗ ΕΥΡΩ

Η κυβερνητική προπαγάνδα παρουσίασε ειδυλλιακά το περιβάλλον και τις προοπτικές για την ελληνική οικονομία στην εντός ζώνης-Ευρώ εποχή. (Ο πρωθυπουργός πρόβαλε την Ελλάδα ως χώρα της ομάδας του «σκληρού πυρήνα», ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας υπερέβαλε στην προβολή των θετικών επιδράσεων του ευερωενωσιακού σταθερού περιβάλλοντος τιμών, και οι δυο μαζί για τις δυνατότητες της πραγματικής σύγκλισης της ελληνικής οικονομίας).

Μεγάλο μέρος της κυβερνητικής αισιοδοξίας στηρίζεται στους συγκριτικά μεγαλύτερους ετήσιους ρυθμούς μεταβολής του ΑΕΠ στην Ελλάδα συγκριτικά με τους αντίστοιχους μέσους όρους της ΕΕ (Ελλάδα: 1999: 3,5, 1998: 3,7, ΕΕ-11: 1999: 2,8, 1998: 2,2). Το κριτήριο όμως αυτό δεν αρκεί για να προσδιορίσει την πραγματική θέση της ελληνικής οικονομίας στην ΕΕ.

Οι αξιολογήσεις των Εκθέσεων είναι ρεαλιστικότερες[16], αναδεικνύουν τόσο την ανισόμετρη κίνηση των εθνικών οικονομιών στη ζώνη του ευρώ όσο και την προοπτική επιδείνωσης των όρων ανταγωνισμού για την ελληνική οικονομία, αφού δεν παρουσιάζει τον ίδιο βαθμό ενσωμάτωσης στις ευρωπαϊκές αγορές σε σχέση με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη[17].

Με βάση και τις εξελίξεις του 1999, επισημαίνουμε τα εξής:

 Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ στη Βιομηχανία, και ιδιαίτερα στη Μεταποίηση, επιβραδύνθηκε σημαντικά το 1999* συγκριτικά με το 1998. Ο γενικός δείκτης Βιομηχανίας (Ορυχεία, Μεταποίηση, Ηλεκτρισμός/Φωταέριο/ύδρευση) επιβραδύνθηκε (1999: 3,7 ενώ το 1998: 7,7). Επιβράδυνση σημειώθηκε και στη Μεταποίηση (1999: 0,5, ενώ το 1998: 3,4). Στα Ορυχεία - Μεταλλεία - Λατομεία σημειώθηκε περαιτέρω ύφεση (1999: -13,3, 1998: -4,4), η οποία οφείλεται κυρίως στη μηδενική παραγωγή πηγών πετρελαίου και στη μείωση της παραγωγής λιγνίτη. Ο Ηλεκτρισμός/Φωταέριο είχαν συνολικά μεταβολή 28,6% το 1999 (το 1998: 48,0%), διατηρώντας υψηλούς ρυθμούς τόσο στην ενέργεια όσο και στο φωταέριο (Βλέπε Πίνακα 5).

Η παραγωγή κεφαλαιακών αγαθών εξακολουθεί να βρίσκεται σε επίπεδα κάτω του 1980 (95,2), με σαφή επιβράδυνση της μέσης ετήσιας μεταβολής στην τελευταία 3ετία (1999: 0,9, 1998: 2,0, 1997: 4,3). Ο ρυθμός μεταβολής των κεφαλαιακών αγαθών στην Ελλάδα είναι μικρότερος εκείνου της ζώνης-ευρώ για την 3τία (1999: 1,5, 1998: 6,8, 1997: 5,0)[18].

Στο σύνολο των 20 κλάδων της Μεταποίησης, 10 κλάδοι σημείωσαν άνοδο, ένας δεν παρουσίασε μεταβολή και οι υπόλοιποι 9 παρουσίασαν μείωση (βλέπε Πίνακα 6).

Για την 3τία 1997-1999, οι μέσοι ετήσιοι ρυθμοί μεταβολής της Μεταποίησης στην Ελλάδα (1999: 0,5, 1998: 3,4, 1997: 1,0) είναι μικρότεροι των αντίστοιχων της ζώνης-ευρώ[19] (1999: 1,6, 1998: 4,6, 1997: 5,0).

Στο σύνολο της Μεταποίησης (χωρίς καύσιμα), κατά την 5ετία 1995-1999 με μικρές διακυμάνσεις σημειώθηκε μικρή υποχώρηση της εξαγωγικής επίδοσης (1995: 27,5, 1999: 26,5) και μικρή αύξηση της εισαγωγικής διείσδυσης (1995: 49,0 και 1999: 51,8).

Το επίπεδο ανταγωνιστικότητας των ελληνικών βιομηχανικών προϊόντων κατά το 1999 σημείωσε μικρή υποχώρηση (το μερίδιο της παραγωγής που πωλείται σε αγορές του εξωτερικού υποχώρησε από 27,9% το 1998 σε 26,5 το 1999)[20].

Σύμφωνα με τις αξιολογήσεις της Τράπεζας της Ελλάδας και του ΙΟΒΕ, αλλά και τα στοιχεία που προκύπτουν από άλλες αναλύσεις, φαίνεται ότι ο βαθμός ανταγωνιστικότητας της ελληνικής μεταποίησης δε στηρίζεται σε κάποιο κλαδικό πλεονέκτημα (παλιότερα υπήρχαν τέτιες προσεγγίσεις) αλλά στο δυναμισμό των επιχειρήσεων, με όρους μεγέθυνσης (μεγαλύτερη συγκέντρωση κεφαλαίου, μεγαλύτερη κερδοφορία, δυνατότητα άντλησης κεφαλαίων μέσω Χρηματιστηρίου, αξιοποίηση επιχορηγήσεων επενδύσεων με βάση τον αναπτυξιακό νόμο)[21].

Συμπερασματικά, η ελληνική Μεταποίηση (η οποία βρίσκεται σε πορεία αναδιάρθρωσης ως προς το ειδικό βάρος του κάθε κλάδου στο σύνολο της παραγωγής, των εξαγωγών της, το βαθμό συγκεντροποίησης κλπ.) εξακολουθεί να αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα της ελληνικής οικονομίας. Είναι ευάλωτη στις αναπτυξιακές διακυμάνσεις των ευρωπαϊκών αγορών, που απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών εξαγωγών (συνολικό, όχι μόνο της Μεταποίησης)[22]. Είναι ευάλωτη στην αστάθεια (πολιτική και οικονομική) που χαρακτηρίζει τη Βαλκανική αγορά, προς την οποία κατευθύνεται ένα σημαντικό τμήμα των ελληνικών εξαγωγών εμπορευμάτων αλλά και κεφαλαίων με τη μορφή άμεσων ξένων επενδύσεων. Βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο επιδείνωσης της ανταγωνιστικότητάς της στην ΕΕ λόγω διεύρυνσης αυτής με χώρες όπως η Πολωνία, η Τσεχία, η Ουγγαρία (διαθέτουν άμεσα ανταγωνίσιμα εμπορεύματα).

Η ελληνική βιομηχανία εξακολουθεί να καταλαμβάνει την τελευταία θέση τόσο στη ζώνη-ευρώ όσο και στην ΕΕ-15, με βάση μια σειρά από οικονομικούς δείκτες, ενώ η ανταγωνιστική της θέση στην ευρωενωσιακή αγορά παρουσιάζει σημάδια επιδείνωσης.

Παράλληλα, παρά τη βελτίωση των δημοσιονομικών της έχει μεγάλο ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης, ως ποσοστό του ΑΕΠ (104,4% το 1999), από τα μεγαλύτερα της ΕΕ (μαζί με Ιταλία, 1999: 114,9, και το Βέλγιο, 1999: 114,4)[23], κατά πολύ πάνω από την τιμή αναφοράς του 60%, και από το μέσο όρο της ζώνης-ευρώ, 1999: 72,2. Σαν αποτέλεσμα καθίσταται πιο ευάλωτη στις πιέσεις από τις διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών του ευρώ, στις πληθωριστικές πιέσεις και γενικότερα θεωρείται τουλάχιστον από ορισμένους βιομηχανικούς και πολιτικούς κύκλους της Γερμανίας ως παράγοντας αποσταθεροποίησης του ευρώ.

Η ανταγωνιστική θέση της ελληνικής οικονομίας σ’ ένα σύνολο 50 κρατών παρουσιάζει σταδιακή βελτίωση κατά την τελευταία 5ετία. Με βάση την κατάταξη του Ινστιτούτου Βιομηχανικών Μελετών IMD της Ελβετίας (δημοσιεύσεις Απριλίου 2000) το 1999 κατέχει την 32η θέση (το 1996 κατείχε την 36η θέση). Εξέχουσα θέση έχουν δυο ελληνικές επιχειρήσεις, ο ΟΤΕ και η Εθνική Τράπεζα, που περιλαμβάνονται μεταξύ των 500 μεγαλυτέρων επιχειρήσεων παγκοσμίως ενώ δίνονται άλλες 12 επιχειρήσεις στην Ελλάδα ως συμπεριλαμβανόμενες στις 500 κορυφαίες της Ευρώπης (κατάταξη της εφημερίδας Financial Times)[24]. Το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο κατέχει ηγεμονική θέση στην ΕΕ: Ο υπό ελληνική σημαία εμπορικός στόλος κατέχει την 1η θέση στην ΕΕ, αντιπροσωπεύοντας το 43,4% της κοινοτικής ναυτιλιακής δύναμης, και την 4η παγκοσμίως με 16,3% της παγκόσμιας χωρητικότητας[25].

 

ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Τα προβλήματα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής βιομηχανίας επισημαίνονται από όλους του κρατικούς φορείς και τις ενώσεις των κεφαλαιούχων, που σε κάθε περίπτωση συσχετίζουν την αύξηση της ανταγωνιστικότητας με την επιτάχυνση της απελευθέρωσης των αγορών, των ιδιωτικοποιήσεων, κυρίως με την ευελιξία στην αγορά εργασίας. (Αυτός ο συσχετισμός περιλαμβάνεται και στο Σχέδιο Ανάπτυξης 2000-2006 που υπέβαλε η κυβέρνηση στην ΕΕ).

Από τις φυσικές και πολιτικές δυνάμεις του κεφαλαίου αλλά και τις οπορτουνιστικές στο εργατικό κίνημα, επιχειρείται συστηματικά η συσκότιση του ταξικού περιεχομένου της «ανταγωνιστικότητας», παρουσιάζοντας την ως κατηγορία εθνική.

Η «ανταγωνιστικότητα» είναι οικονομική κατηγορία με ταξικό περιεχόμενο, αφορά ανταγωνισμό κεφαλαίων, στον οποίο αντανακλώνται οι ιστορικές συνθήκες ανάπτυξης των εθνικών-καπιταλιστικών αγορών, των περιφερειακών καπιταλιστικών ενώσεων, των μονοπωλίων.

Από το μέγεθος των κεφαλαίων και κυρίως από το μέγεθος του ποσοστού παραγωγής που αντιπροσωπεύει σε μια ανοικτή αγορά (περιφερειακή, διεθνή) ενός εμπορεύματος εξαρτάται και η δύναμη της επιχείρησης να επηρεάζει τις τιμές του προϊόντος, επομένως και την ανταγωνιστικότητά του[26].

Η ευελιξία των επιχειρήσεων στην τιμολογιακή πολιτική τους, η ευελιξία τους στις αυξομειώσεις των περιθωρίων κέρδους εξαρτώνται και απ’ άλλους παράγοντες που αφορούν την εξέλιξη στις αγορές κεφαλαίων και συναλλάγματος.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ από τη μείωση της ισοτιμίας της δραχμής (και του ευρώ) σε σχέση με το δολάριο ΗΠΑ (και το γιεν), επιβαρύνονται δημοσιονομικά μεγέθη (π.χ. δημόσιο χρέος), η εισαγόμενη πληθωριστική πίεση, ωστόσο μεγάλες εξαγωγικές επιχειρήσεις στη μεταλλουργία και στα τσιμέντα από την Ελλάδα, ωφελήθηκαν από την άνοδο του δολαρίου. Πρόκειται για επιχειρήσεις που εξάγουν στις ΗΠΑ (π.χ. ΤΙΤΑΝ) ή γενικότερα τα συμβόλαια πωλήσεων διαμορφώνονται σε δολάρια (π.χ. αλουμίνα, πρωτόχυτο αλουμίνιο, βωξίτης, εκκοκισμένο βαμβάκι), και όταν τα εξαγώμενα προϊόντα τους δεν επιβαρύνονται από την εισαγωγή πρώτων υλών (π.χ. «Αλουμίνιο της Ελλάδας», «Μυτιληναίος», «Επίλεκτος»).

Το ίδιο ισχύει και για επιχειρήσεις που εξάγουν στις Βαλκανικές χώρες και τη Μ. Ανατολή με συμβόλαια σε δολάρια (π.χ. Ιντρακόμ, καπνοβιομηχανίες Παπαστράτος, Καρέλιας).

Το ίδιο κερδισμένες βγαίνουν οι μεγάλες επιχειρήσεις σκαφών αναψυχής (π.χ. Βερνίκος, Κυριακούλης) και ξενοδοχείων (π.χ. Λάμψα, Ιονική Ξενοδοχείων) που κλείνουν τα συμβόλαιά τους σε δολάρια ΗΠΑ.

Αντίθετα για τις μεγάλες νηματουργίες από την Ελλάδα που εξάγουν κυρίως στην Ευρώπη, και τα συμβόλαιά τους διαμορφώνονται σε μάρκα, μειώνονται τα δραχμικά έσοδα[27].

Ακόμη, προβάλλεται το επιχείρημα ότι από τις ιδιωτικοποιήσεις ενισχύεται η ανταγωνιστικότητα και επομένως η μείωση των τιμών, από τις οποίες ωφελούνται γενικά οι καταναλωτές. Ως αποδεικτικό χρησιμοποιείται το παράδειγμα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών.

Βεβαίως μέσω των ιδιωτικοποιήσεων ενισχύεται ο μονοπωλιακός ανταγωνισμός (ο οποίος μπορεί να οδηγήσει και στην τεχνολογική ανάπτυξη των μέσων παραγωγής) αλλά και αίρεται ο όποιος βαθμός «κοινωνικής παροχής υπηρεσιών» που μπορεί να υπήρχε μέσω του κρατικού φορέα. Πρόκειται για διαδικασία αντιφατική που δε συνεπάγεται αυτόματα πραγματική μείωση των τιμών.

Αυτό βεβαιώνεται και με το παράδειγμα των τηλεπικοινωνιών. Η ιδιωτικοποίηση ευνόησε την επέκταση της εφαρμογής των νέων τεχνολογιών (π.χ. κινητή τηλεφωνία), η δε πορεία μείωσης των τιμών είναι η συνηθισμένη πορεία μείωσης της αξίας των εμπορευμάτων σαν αποτέλεσμα της μαζικότερης παραγωγής τους και ανάπτυξης της παραγωγικότητας στο δοσμένο κλάδο (αυτή την πορεία είχε π.χ. η παραγωγή οικιακών ηλεκτρικών συσκευών, αυτοκινήτων, ηλεκτρονικών συσκευών κλπ.). Αλλωστε η μείωση των τιμολογίων της σταθερής τηλεφωνίας (μετά τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό της) αφορά κυρίως την υπεραστική και διεθνή τηλεφωνία, ενώ η αστική ακρίβυνε. Προετοιμάζονται νέες αλλαγές τιμολογίων του ΟΤΕ, εν όψει της πλήρους απελευθέρωσης της αγοράς τηλεπικοινωνιών. Οι αλλαγές κινούνται στην κατεύθυνση τιμολογιακής εναρμόνισης με την ΕΕ. Αυτό σημαίνει: Νέα αύξηση της αστικής τηλεφωνίας, νέα μείωση της υπεραστικής και διεθνούς. Κι από την άποψη της τελικής αναφοράς σημαίνει νέο κύμα ακρίβειας στην κατ’ εξοχήν χρήση των λαϊκών στρωμάτων, νέα ελάφρυνση στην κατ’ εξοχήν τηλεπικοινωνιακή χρήση των επιχειρήσεων.

 

ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΑΛΛΕΣ ΠΛΕΥΡΕΣ - ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΑΞΗΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΗ ΖΩΝΗ-ΕΥΡΩ

 1. ΟΙ ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΙΣ*

Οι καθαρές εισροές από την ΕΕ ανήλθαν, το 1999, σε 4.250 εκατ. ευρώ, ποσό χαμηλότερο κατά περίπου 77 εκατ. ευρώ σε σχέση με αυτό του 1998, μολονότι μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου οι εισροές από την ΕΕ παρουσίασαν αύξηση έναντι της αντίστοιχης περιόδου του προηγουμένου έτους[28]. Το ποσό των καθαρών εισροών από την ΕΕ για το 1999 αντιστοιχεί περίπου στο 3,7% του ΑΕΠ (υπολογιζόμενο σε αντιστοιχία 1 ευρώ=330 δρχ.) και χρηματοδότησε το μεγαλύτερο μέρος των δημοσίων επενδύσεων.

Κατά το διάστημα 1994-1999, η Ελλάδα εισέπραξε το 80% των πόρων των Κοινοτικών Διαρθρωτικών Ταμείων που προέβλεπε το Β΄ΚΠΣ, ενώ οι εκταμιεύσεις απ’ αυτό συνεχίζονται και κατά το 2000 (χρονιά κατά την οποία θα αρχίσουν και οι εισροές από το Γ΄ΚΠΣ).

Το μεγαλύτερο μέρος των δεσμεύσεων από το Εθνικό Σκέλος του Β΄ΚΠΣ, περίπου το 1/3, αφορούσε το λεγόμενο Αξονα Ι: (Μεγάλα Δίκτυα Υποδομών, Προσβάσεις και Οδικοί Αξονες, Σιδηροδρομικό Δίκτυο, Ταχυδρομεία, Τηλεπικοινωνίες, Ενέργεια, Φυσικό Αέριο, Λεωφορεία ΟΟΣΑ). Ο Αξονας ΙΙΙ: Ανάπτυξη του Οικονομικού Ιστού απορρόφησε περίπου το 29% των δεσμεύσεων του Εθνικού Σκέλους. Από το Περιφερειακό Σκέλος περίπου το 30% αφορούσε τα Επιχειρησιακά Προγράμματα (ΕΠ) των 3 διαμερισμάτων της Μακεδονίας (και Θράκης).

Με βάση την κατάταξη 4 Αξόνων του Εθνικού Σκέλους και των 13 ΠΕΠ του Περιφερειακού Σκέλους δεν είναι εύκολος ο διαχωρισμός των κονδυλίων κατά τομέα ή κλάδο της οικονομίας (π.χ. τι ακριβώς πήγε στις υποδομές Μεταφορών, τι στη βιομηχανία κλπ.). Το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Βιομηχανίας 1995-1999 (ΕΠΒ του Β΄ ΚΠΣ) περιλαμβάνει 900 δισ. δρχ. (400 δισ. δρχ. από κοινοτικά + εθνικά κεφάλαια, 500 δισ. δρχ. ιδιωτικά κεφάλαια). Μέχρι το τέλος του 1998 είχε δεσμευθεί το 52% του συνολικού ποσού, και τη μερίδα του λέοντος είχαν οι εταιρείες Ιντρακόμ, ΑΕ Αργυρομεταλλευμάτων Βαρυτίνης, Γερμανός μπαταρίες, Πατραϊκή Χαρτοποιία, Chipita International[29].

Από τις μέχρι σήμερα δημοσιογραφικές πληροφορίες για Επιχειρησιακά Προγράμματα Βιομηχανίας του Γ΄ ΚΠΣ φαίνεται ότι και πάλι θα είναι ευνοημένες οι μονοπωλιακές επιχειρήσεις στην Ελλάδα.

Ακόμη, πρέπει να προσεχθεί ότι η ιστορία της καπιταλιστικής ανάπτυξης αποδεικνύει ότι τα κρατικά κεφάλαια (καθώς και οι άμεσες ξένες επενδύσεις) πάντα προσανατολίζονταν στις υποδομές Μεταφορών και Επικοινωνιών (που σύμφωνα με τη μαρξιστική μεθοδολογία είναι κλάδοι της Βιομηχανίας), στην Ενέργεια, στο Τραπεζικό σύστημα και στα Ορυχεία*.

Η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων του Β΄ ΚΠΣ από το ΥΠΕΘΟ[30] δίνει επίδρασή του στη δημιουργία 60-70 χιλ. θέσεων απασχόλησης κατά μέσο όρο κατ’ έτος και επιτάχυνση του ΑΕΠ κατά 0,4-0,6% κατ’ έτος κατά μέσον όρο, με βάση την απορροφητικότητα που είχε μέχρι τα μέσα του 1999.

Σε γενικές γραμμές, το Γ΄ ΚΠΣ έχει τις ίδιες κατευθύνσεις και επιδράσεις και αποτελεί το τελευταίο ευνοϊκό πακέτο προς την Ελλάδα στην κατεύθυνση της συνοχής.

Το Γ΄ ΚΠΣ και τα Ολυμπιακά Εργα είναι τα μεγάλα αναπτυξιακά «στηρίγματα» της κυβέρνησης για την επόμενη 4ετία.

 

2. Η ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΔΥΝΑΜΙΑΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΗ ΧΑΡΑΞΗ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Πρόκειται για φυσική συνέπεια της πολιτικής απόφασης για ένταξη σε ένωση ενιαίου νομίσματος (ζώνη-ευρώ).

Οπως στο σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος η Κεντρική Τράπεζα έχει ανεξαρτησία (δε δεσμεύεται από άλλη αρχή) στη χάραξη της νομισματικής πολιτικής (με πρωταρχικό στόχο τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών), έτσι και στη ζώνη-ευρώ η ΕΚΤ έχει αυτή την ανεξαρτησία. Οι ΕθνΚΤ αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του Ευρωσυστήματος (Ευρωσύστημα = ΕΚΤ + ΕθνΚΤ)[31].

Είναι ευνόητο ότι στη χάραξη της νομισματικής πολιτικής βαραίνει ο συσχετισμός δυνάμεων, παρά το ότι η ψηφοφορία στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ γίνεται με βάση την αρχή «ένα πρόσωπο, μία ψήφος». Π.χ., στο πολυσυζητημένο θέμα της παρέμβασης της ΕΚΤ για συγκράτηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ προς το δολάριο έχουν ήδη καταγραφεί τα διαφορετικά συμφέροντα κρατών-μελών (π.χ. η Γερμανία και η Γαλλία ευνοούνται λόγω του ότι είναι μεγάλοι εξαγωγείς και έτσι αυξάνεται η ανταγωνιστικότητα των εμπορευμάτων τους, ενώ η Ιταλία επιβαρύνεται λόγω του μεγάλου δημόσιου χρέους της).

Ωστόσο αντιθέσεις μεταξύ τμημάτων του κεφαλαίου υφίστανται και εντός ενός κράτους (αναφερθήκαμε ήδη σε εξαγωγικές επιχειρήσεις της Ελλάδας).

Επομένως δεν πρέπει να απολυτοποιείται η «εθνική» διάσταση στη χάραξη νομισματικής πολιτικής, σε βαθμό που να συγκαλύπτει τον σε κάθε περίπτωση ταξικό χαρακτήρα της.

Για παράδειγμα, στην Ελλάδα η εθνικά αυτόνομη νομισματική πολιτική που εφαρμόσθηκε ιδιαίτερα κατά τα έτη 1995-1999 είχε σημαντική συμβολή στον αποπληθωρισμό, αυτό όμως δεν οδήγησε σε όφελος για τα εργατικά εισοδήματα.

Και από τη σκοπιά των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου στην Ελλάδα, η συμμετοχή στη ζώνη-ευρώ αποτελεί στρατηγικής σημασίας επιλογή. Και όπως σημειώνει ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, η άσκηση (εθνικά) αυτόνομης νομισματικής πολιτικής σε μια μικρή και ανοικτή οικονομία, που λειτουργεί σε περιβάλλον πλήρους ελευθερίας στη διακίνηση κεφαλαίων, υπόκειται σε περιορισμούς[32].

 

3. Η ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΤΑΞΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΗ ΖΩΝΗ-ΕΥΡΩ

Αρνητικά τοποθετήθηκαν οι Ενώσεις των Βιομηχάνων, ο Διοικητής της Κεντρικής τράπεζας του κρατιδίου της Εσσης και το ένα από τα φιλελεύθερα κόμματα.

Στις δημοσιογραφικές αναλύσεις προβλήθηκαν πολλές εικασίες για τις αιτίες, μεταξύ των οποίων: Ο έμμεσος εκβιασμός για διεκδικήσεις στα έργα του Γ΄ ΚΠΣ, τα έργα της Ολυμπιάδας 2004 και τις ιδιωτικοποιήσεις. Η παρέμβαση ξένων θεσμικών επενδυτών για πτώση του γενικού δείκτη του ΧΑΑ και δημιουργία προϋποθέσεων φθηνότερων αγορών μετοχών.

Οπωσδήποτε, οι αρνητικές τοποθετήσεις εκδηλώνουν το γενικότερο σκεπτικισμό των σκληρών μονεταριστών της ΕΕ, που εκφράζουν επιφυλάξεις για την ικανότητα της ελληνικής οικονομίας να επιτύχει το στόχο της διατηρησιμότητας (και κυρίως τη μείωση του δημοσίου χρέους). Αλλωστε οι γερμανοί ανησυχούν για το ενδεχόμενο αντικατάστασης του ισχυρού μάρκου από ένα ασταθές ευρώ. Πολιτικοί εκπρόσωποι της γερμανικής ολιγαρχίας (μεταξύ των οποίων προσφάτως ανοικτά ο Φίσερ) τάσσονται υπέρ της ΕΕ πολλών ταχυτήτων, με συνεκτικότερους πολιτικούς δεσμούς για την ΕΕ πρώτης ταχύτητας.

Γενικότερα το ενδιαφέρον των Γερμανών εκδηλώνεται εντονότερα για κράτη της Κ. Ευρώπης (Πολωνία, Τσεχία, Σλοβενία, Ουγγαρία)[33] απ’ ό,τι για την Ελλάδα.

Ο ευρωσκεπτικισμός εκδηλώνεται εντονότερα και για τη Βαλκανική αγορά[34], που πέραν της πολιτικής και οικονομικής αστάθειας, θεωρείται μικρή σε μέγεθος και περιφερειακή.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι και η Εκθεση Σύγκλισης 2000 της Επιτροπής της ΕΕ, το χαμηλότερο βαθμό ενσωμάτωσης της ελληνικής οικονομίας στις ευρωπαϊκές αγορές προϊόντων εν μέρει τον αποδίδει στην περιφερειακή της θέση.

 

ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΖΩΝΗΣ-ΕΥΡΩ

1. Πρόσφατα ολοκληρώθηκε η διαδικασία που ενέκρινε την ένταξη της Ελλάδας στη ζώνη-ευρώ. Είναι όμως αναμφισβήτητες οι δυσχέρειες που θα συναντήσει αλλά και η διαχείριση που θα ακολουθήσει φορτώνοντας τα βάρη στην εργατική τάξη. Για την τρέχουσα 4ετία έχει ορισμένα μέσα στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής στα πλαίσια των δεσμεύσεων του Συμφώνου Σταθερότητας, π.χ. την αξιοποίηση των εσόδων από το νέο κύμα ιδιωτικοποιήσεων για μείωση του δημόσιου χρέους, την αξιοποίηση των έργων της Ολυμπιάδας 2004 και του μεγαλύτερου μέρους του Γ΄ ΚΠΣ, για επενδύσεις και έλεγχο της ανοδικής πορείας της ανεργίας. Ταυτοχρόνως θα συσσωρεύεται η λαϊκή δυσαρέσκεια από την άσκηση περιοριστικής εισοδηματικής πολιτικής, από τις συνέπειες των ιδιωτικοποιήσεων στην υγεία, ασφάλιση στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Προς το τέλος της 4ετίας θα δυσκολευθεί ακόμη περισσότερο στον έλεγχο της λαϊκής δυσαρέσκειας. (Αυτό σε ένα βαθμό επιβεβαιώνεται και από τη θέση του Κ. Σημίτη για ριζοσπαστικό Συνασπισμό των κεντροαριστερών δυνάμεων). Οι εξελίξεις στην ελληνική οικονομία θα κριθούν και από τις εξελίξεις στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον.

2. Για την τρέχουσα 4ετία, δεν είναι άμεσα προβλέψιμες οι εξελίξεις στην οικονομία της ΕΕ και των ΗΠΑ, από την άποψη του ακριβούς χρονικού προσδιορισμού και του μεγέθους μιας επερχόμενης ύφεσης σαν συνέπεια κρίσης υπερσυσσώρευσης[35]. Οι άμεσες προβλέψεις για την πορεία της οικονομίας των ΗΠΑ και την επίδρασή της στην πορεία της ΕΕ είναι αντιφατικές. Μια ελεγχόμενη επιβράδυνση της οικονομίας των ΗΠΑ πιθανά να ασκήσει ευνοϊκή επίδραση στην ανταγωνίστριά της ΕΕ. Ομως μια απότομη ύφεση θα επιδράσει άμεσα αρνητικά και στην οικονομία της ΕΕ.

Η αναιμική και ασταθής αναζωογόνηση στην Ιαπωνία και στη Ν. Α. Ασία, η οποία δε συνοδεύτηκε από βελτίωση των λαϊκών εισοδημάτων, αποτελούν ενδείξεις της μεγαλύτερης έντασης των αντιθέσεων και του πανικού που θα προκύψει σε μια νέα εκδήλωση της κρίσης υπερπαραγωγής.

Η επιδείνωση της διεθνούς οικονομικής θέσης των καθυστερημένων οικονομιών, ιδιαίτερα της Αφρικής,[36] κατά την τελευταία 10ετία προδιαγράφουν την όξυνση των αντιθέσεων του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος.

3. Αντιφατικές είναι οι προβλέψεις για την πορεία του ευρώ ως ενιαίου νομίσματος. Ρεαλιστικός σκεπτικισμός έχει εκφραστεί ακόμη και από τα Ευρωενωσιακά όργανα[37].

Η νομισματική ένωση είναι αναγκαιότητα για το κεφάλαιο στην Ευρώπη. Πλεονεκτήματά της είναι η διεύρυνση της αγοράς και η ενίσχυση των όρων ανταγωνισμού της στις διεθνείς αγορές, σε σύγκριση με ΗΠΑ και Ιαπωνία, Μειονεκτήματά της είναι ο κίνδυνος αστάθειας του κοινού νομίσματος, ιδιαίτερα εξαιτίας της ανισομετρίας στην καπιταλιστική ανάπτυξη.

Το βέβαιο είναι ότι μαζί με την προσπάθεια διατήρησης και ενίσχυσης της ζώνης του ενιαίου νομίσματος θα αναπτύσσονται και οι αντιθέσεις (π.χ. στο ζήτημα της διεύρυνσης, στο ρόλο της ΕΚΤ σε σχέση με το διεθνές νομισματικό σύστημα και άλλα). Το εργατικό και λαϊκό κίνημα, κυρίως σ’ εθνικό επίπεδο αλλά και συντονισμένα σε επίπεδο περιφέρειας (π.χ. Βαλκανίων), μπορεί να αξιοποιεί τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις για αποδυνάμωση της επιθετικότητας των μονοπωλίων, της ιμπεριαλιστικής Ενωσης, των εθνικο-κρατικών καπιταλιστικών καθεστώτων.

4. Καθοριστικός παράγοντας τόσο για τις εξελίξεις στην Ελλάδα όσο και για τις εξελίξεις στα πλαίσια της ΕΕ, είναι αν θα προκύψει αλλαγή στη στάση του εργατικού κινήματος, ώστε να αξιοποιήσει και να βαθύνει τις αντιθέσεις, να λειτουργήσει καταλυτικά προς την κατεύθυνση αποσταθεροποίησης του συστήματος.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 




Κείμενο του Οικονομικού Τμήματος της ΚΕ του ΚΚΕ.

* Ο υπολογισμός του μέσου διαθέσιμου εισοδήματος μισθωτών λαμβάνει υπόψη την εξέλιξη του φόρου εισοδήματος και των εργατικών εισφορών για μισθωτό με μέσες αποδοχές και τυπική οικογένεια.

[1] Τράπεζα της Ελλάδας, Εκθεση του Διοικητή για το έτος 1999, σελ. 135: Εκτιμάται ότι με τον τρόπο αυτό ευνοείται η σύναψη συμφωνιών για μη πληθωριστικές μισθολογικές αυξήσεις, ενώ παράλληλα τονώνεται και η προσφορά εργασίας, σύμφωνα και με τις κατευθύνσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Λισσαβόνας (Μάρτιος 2000), το οποίο ζήτησε να «λαμβάνονται κατάλληλα συγκεκριμένα μέτρα για την ελάφρυνση της φορολογικής πίεσης επί της εργασίας και ιδίως της σχετικά ανειδίκευτης και χαμηλά αμειβόμενης» και για τη «βελτίωση των ευνοϊκών, για την απασχόληση και κατάρτιση, επιπτώσεων των φορολογικών συστημάτων και των συστημάτων παροχών»*.

* Βλ. «Συμπεράσματα της Προεδρίας», Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβώνας, 23-24 Μαρτίου 2000, καθώς και τη μελέτη των T. Boeri, R. Layard και S. Nickell «Welfare-to-work and the fight against long-term unemployment», που υποβλήθηκε στο Συμβούλιο από τους πρωθυπουργούς του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιταλίας.

[2] Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Εκθεση Σύγκλισης 2000, ελλην. εκδοση, σελ. 19-20: Στο πλαίσιο αυτό, άλλες οικονομικές πολιτικές πρέπει να συμβάλλουν καθοριστικά στη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών. Το Συμβούλιο, στη γνώμη του για το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σύγκλισης της Ελλάδας, που καλύπτει την περίοδο 1999-’02, κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να ενισχύσει την αντιπληθωριστική πτυχή των μέσων πολιτικής που διαθέτει, περιλαμβανομένων και της δημοσιονομικής και εισοδηματικής πολιτικής της. Το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σύγκλισης του 1999 καθιστά σαφή τη δέσμευση των ελληνικών αρχών να συνεχίσουν μεσοπρόθεσμα την πολιτική τους με προσανατολισμό στη σταθερότητα ώστε να μειωθεί περαιτέρω ο πληθωρισμός. Ο ρόλος της δημοσιονομικής πολιτικής ενισχύεται: ειδικότερα, προβλέπεται αυστηρότερη δημοσιονομική πολιτική για το 2001, οπότε αναμένεται να γίνουν πιο εμφανή τα αποτελέσματα από τη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής. Το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σύγκλισης βασίζει επίσης την αντιπληθωριστική στρατηγική στη συνέχιση της συγκράτησης των μισθολογικών αυξήσεων τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Στον προϋπολογισμό του 2000, το ποσοστό των δαπανών για το δημόσιο τομέα διατηρήθηκε στο επίπεδο του 2,3%. Στον ιδιωτικό τομέα, συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις για τα δυο επόμενα έτη. Μια κατάλληλη διετής συλλογική σύμβαση το 2000 θα συνέβαλε στη συγκράτηση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Η κυβέρνηση δεσμεύτηκε να προωθήσει μια τέτια ρύθμιση. Η σειρά φορολογικών και άλλων μέτρων που αποφασίστηκε το Σεπτέμβριο του 1999 με στόχο την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος μπορεί να διευκολύνει συμφωνίες για συγκρατημένες μισθολογικές αυξήσεις. (οι υπογραμμίσεις δικές μας).

[3] Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Εκθεση Σύγκλισης 2000, ελλην. έκδοση, σελ. 25.

[4] Βλέπε Πίνακα 2, (σημείωση 1.2.α).

[5] Εκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας για το 1999, σελ. 124.

[6] Εκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας για το 1999, σελ. 120.

[7] Εκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας για το 1999, σελ. 137.

[8] Εκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας για το 1999, σελ. 87, 138.

[9] Εκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας για το 1999, σελ. 137.

* Στον αστικό τύπο συχνά γίνονται αναφορές στη διαφορά μεταξύ λειτουργικών περιθωρίων κέρδους και συνολικών. Η διαφορά αυτή τροφοδοτεί την ερμηνεία περί παρασιτικής κερδοσκοπίας των επιχειρήσεων από το ΧΑΑ που δεν κατευθύνεται στην ανάπτυξη παραγωγικών επενδύσεων. Η άποψη αυτή είναι μονομερής. Κατ’ αρχήν, δεν παίρνει υπόψη ότι οι ισολογισμοί των επιχειρήσεων είτε συνειδητά υποτιμούν τα λειτουργικά κέρδη μέσω διαφόρων μεθόδων (π.χ. μέσω των αποσβέσεων) είτε γιατί μια σημαντική αύξηση των ιδίων κεφαλαίων μέσω του ΧΑΑ προς το τέλος της χρήσης του ίδιου έτους, εμφανίζει την αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων (δηλαδή το λόγο των καθαρών κερδών προς τα ίδια κεφάλαια) υποτιμημένη. Αφ’ ετέρου η ίδια η φύση της μετοχικής εταιρείας, το κουπόνι ιδιοκτησίας πάνω στην υπεραξία που θα πραγματοποιήσει το κεφάλαιο, το επενδεδυμένο στην παραγωγή, είναι η πηγή της αγυρτείας, της κερδοσκοπίας, της διαμόρφωσης πλασματικού κεφαλαίου.

[10] Σύμφωνα με εκτιμήσεις του προέδρου της Ενωσης Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδας, η παραγωγή ασφαλίστρων το 1999 σημείωσε αύξηση κατά 25% και τα κέρδη κατά 150% έναντι του προηγουμένου έτους. Επίσης, σύμφωνα με τα αποτελέσματα των ενοποιημένων ισολογισμών των ασφαλιστικών εταιριών με μετοχές εισηγμένες στο ΧΑΑ, το 1999 τα προ φόρων κέρδη παρουσίασαν αύξηση 409,2% και τα έσοδα 80,5%. (Εκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας για το 1999, σελ. 100).

[11] Τράπεζα της Ελλάδας, Εκθεση του Διοικητή για το 1999, σελ. 121-122. Στη σελ. 27, γίνεται η εξής εκτίμηση: Οι «συμφωνίες κυρίων» του Νοεμβρίου του 1998 τελικά δε συνέβαλαν στη συγκράτηση των πληθωριστικών πιέσεων, εφόσον οι τιμές των ειδών που κάλυπταν οι συμφωνίες αυξήθηκαν στη διάρκεια του 1999, κατά μέσο όρο, περισσότερο από εκείνες των άλλων ειδών εκτός καυσίμων*.

* Οι συμφωνίες προέβλεπαν μέση αύξηση των τιμών των καλυπτομένων ειδών κατά 0,5%. Τελικά, όμως η αύξηση έφθασε στο 2,7%, ενώ ο πυρήνας του πληθωρισμού διαμορφώθηκε στο 1,8%.

[12] Τράπεζα της Ελλάδας, Εκθεση του Διοικητή για το 1999, σελ. 28-29.

[13] Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Εκθεση Σύγκλισης 2000, ελληνική έκδοση, σελ. 17-18: Το Μάρτιο 1998, μετά την είσοδο της δραχμής στο ΜΣΙ, δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στο ρόλο της εισοδηματικής πολιτικής ως στοιχείου-κλειδί της αντιπληθωριστικής στρατηγικής. Η περιοριστική επίδραση της εισοδηματικής πολιτικής στο δημόσιο τομέα ενισχύθηκε σημαντικά το 1998 με την εφαρμογή μισθολογικών αυξήσεων 2,5% για τη χρονιά εκείνη και αυξήσεων αντίστοιχων με τον αναμενόμενο πληθωρισμό τα επόμενα έτη. Το Μάιο 1998, υπεγράφη διετής εθνική συλλογική σύμβαση για τον ιδιωτικό τομέα. Προέβλεπε αυξήσεις στους ελάχιστους μισθούς που δεν αντιστάθμιζαν τα κέρδη παραγωγικότητας το 1998 και το 1999 και περιλάμβαναν ρήτρα αντιστάθμισης για πληθωρισμό πάνω από τους ανακοινωθέντες στόχους για το τέλος κάθε έτους. Η συμφωνία αυτή θεωρήθηκε σημαντικό βήμα προς την καθιέρωση συγκρατημένων μισθολογικών αυξήσεων στην Ελλάδα. Πράγματι, η συμφωνία οδήγησε σε επιβράδυνση των ονομαστικών αμοιβών των μισθωτών και τους κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος το 1998 και το 1999, παρά τη σχετικά έντονη οικονομική δραστηριότητα και την ενεργοποίηση της ρήτρας αντιστάθμισης. (Οι υπογραμμίσεις δικές μας).

Ετήσια Εκθεση ΕΚΤ - 1999, σελ. 72: Η επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος υποστηρίχθηκε, με τη σειρά της, από την έντονη αύξηση της παραγωγικότητας και τη συνεχιζόμενη συγκράτηση των μισθών, μετά τη διετή συλλογική σύμβαση μεταξύ των κοινωνικών εταίρων που υπογράφηκε το Μάιο του 1998.

[14] Τράπεζα της Ελλάδας, Εκθεση του Διοικητή για το 1999, σελ. 127.

[15] Παρατίθεται εκτενές απόσπασμα από την Εκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας για το 1999, από το κεφάλαιο 4.3 Το πρόβλημα της ανεργίας, σελ. 50-52: «Οι βασικοί δείκτες αναδεικνύουν τα κύρια προβλήματα της αγοράς εργασίας. Πρώτον, το ποσοστό απασχόλησης (δηλαδή το σύνολο των απασχολουμένων ως ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας 15-64 ετών) αυξήθηκε από 55,9% το 1994 σε 57,2% το 1998, αλλά παραμένει χαμηλότερο από το ποσοστό απασχόλησης στην ΕΕ (61%), το οποίο με τη σειρά του είναι πολύ χαμηλότερο εκείνου των ΗΠΑ ή της Ιαπωνίας (75%). Ωστόσο, εάν ληφθεί υπόψη με πόσα πλήρως απασχολούμενα άτομα ισοδυναμεί ο συνολικός αριθμός των απασχολουμένων και στη συνέχεια υπολογιστεί εκ νέου το ποσοστό απασχόλησης τότε - σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής - η απόκλιση της Ελλάδος από τον κοινοτικό μέσο όρο εξαλείφεται. Το γεγονός αυτό συνδέεται με το χαμηλό ποσοστό μερικής απασχόλησης στην Ελλάδα (6%) και το αντίστοιχο σχετικά υψηλό ποσοστό στην ΕΕ (17,4%). Δεύτερον, η ανεργία είναι υψηλότερη μεταξύ των νέων και των γυναικών, ενώ σημαντικό είναι και το πρόβλημα της διάρκειάς της. Πράγματι, το 1998 το ποσοστό της ανεργίας έφθανε το 29,8% για τους νέους κάτω των 25 ετών (ΕΕ: 19,4%), το 16,5% για τις γυναίκες (ΕΕ: 11,9%) και το 39,4% για τις νέες γυναίκες (ΕΕ: 20,7%), ενώ οι μακροχρόνια άνεργοι αποτελούσαν το 56,5% του συνόλου των ανέργων (ΕΕ: 48%). (Ολα τα στοιχεία για την Ελλάδα αφορούν το β΄ τρίμηνο του 1998. Τα στοιχεία για την ΕΕ προέρχονται από τη βάση δεδομένων New Cronos της Eurostat). Αντίθετα, το ποσοστό της ανεργίας των ανδρών άνω των 25 ετών ήταν 5,1%, δηλαδή χαμηλότερο από ό,τι στην ΕΕ (7,3%), γεγονός που εν μέρει αντανακλά μακρότερο χρόνο παραμονής στις θέσεις απασχόλησης στην Ελλάδα.
Τα δεδομένα που αναφέρθηκαν υποδηλώνουν, μεταξύ άλλων, ότι απαιτείται βελτίωση των συστημάτων γενικής εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης, έτσι ώστε οι νέοι να αποκτούν γνώσεις και δεξιότητες που θα τους επιτρέπουν να ανταποκρίνονται στη ζήτηση για διάφορες ειδικότητες, η οποία συνεχώς μεταβάλλεται λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων. Επίσης, η τόνωση και της προσφοράς εργασίας από νέους μπορεί να επιτευχθεί με τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της εργασίας, ιδίως της σχετικά ανειδίκευτης και χαμηλά αμειβόμενης, καθώς και με την ενίσχυση των κινήτρων για απασχόληση και κατάρτιση μέσω φορολογικών ρυθμίσεων ή ειδικών παροχών, ενώ η δημιουργία θέσεων εργασίας για νέους μπορεί να ενθαρρυνθεί με την ελάφρυνση του κόστους εργασίας για τις επιχειρήσεις. [Πράγματι, η ακολουθούμενη πολιτική απασχόλησης είναι σε σημαντικό βαθμό εναρμονισμένη με το στόχο αυτό (προγράμματα επιδότησης των επιχειρήσεων για απασχόληση ανέργων νέων, προγράμματα επιδότησης της αυτοαπασχόλησης νέων, ρυθμίσεις για την ανάληψη από τον κρατικό προϋπολογισμό μέρους των εργοδοτικών και των εργατικών ασφαλιστικών εισφορών που συνδέονται με την απασχόληση νέων ή νεοπροσλαμβανομένων)]. Ακόμη, η αύξηση του ποσοστού απασχόλησης των γυναικών προϋποθέτει ότι θα προωθηθεί στην πράξη, με μέτρα ενίσχυσης της κοινωνικής υποδομής, η νομικά κατοχυρωμένη ισότητα ευκαιριών των δύο φύλων στην εργασία. Παράλληλα, η μείωση του αριθμού των μακροχρόνια ανέργων απαιτεί περισσότερη έμφαση στη «δια βίου μάθηση», δηλαδή στη συνεχή ανανέωση των δεξιοτήτων. Απαιτείται, τέλος, μεγαλύτερη ελαστικότητα του χρόνου εργασίας και ευκαμψία των συνολικών αμοιβών, [Στην κατεύθυνση αυτή μπορεί να συμβάλλει η ευρύτερη αξιοποίηση των σχετικά πρόσφατων νομοθετικών ρυθμίσεων για τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, τη μερική απασχόληση και τα τοπικά σύμφωνα απασχόλησης], καθώς και η αποτελεσματικότερη αντιστοίχιση της προσφοράς και της ζήτησης στην αγορά εργασίας. [Στην κατεύθυνση αυτή ήδη συμβάλλει ο εν εξελίξει εκσυγχρονισμός του ΟΑΕΔ με την ίδρυση των Κέντρων Προώθησης της Απασχόλησης, η δημιουργία - από τους κοινωνικούς εταίρους - Γραφείων Ενημέρωσης Ανέργων και Επιχειρήσεων και η έναρξη λειτουργίας «ιδιωτικών γραφείων συμβούλων εργασίας»]. Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η αξιολόγηση του βαθμού ευελιξίας της ελληνικής αγοράς εργασίας δεν πρέπει να στηρίζεται μόνο στις θεσμικές ρυθμίσεις (ορισμένες από τις οποίες παραμένουν περιοριστικές) αλλά και στις πραγματικές συνθήκες. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι, πρώτον, η ελληνική οικονομία κατόρθωσε, την τελευταία δεκαετία, να απορροφήσει εκατοντάδες χιλιάδες οικονομικούς μετανάστες (παρά την απουσία, μέχρι πρόσφατα, ικανοποιητικού νομικού πλαισίου), δεύτερον, τα ωράρια εργασίας διακρίνονται στην πράξη από μεγάλη ελαστικότητα (ιδιαίτερα στις πολυάριθμες μικρές επιχειρήσεις) και, τρίτον, οι μισθολογικές διαφορές (η «ψαλίδα» των αποδοχών) διευρύνονται αργά αλλά σταθερά μετά την κατάργηση της ΑΤΑ και τον εκσυγχρονισμό του συστήματος συλλογικών διαπραγματεύσεων το 1990.
Γενικότερα, οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις, ιδιαίτερα στους τομείς της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών, επιβάλλουν την προετοιμασία και τη διαχείριση της μετάβασης σε μια οικονομία βασισμένη στη γνώση, όπως τόνισε πριν από ένα μήνα το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που συνήλθε στη Λισσαβόνα. Οι στόχοι που τέθηκαν είναι να γίνει η Ευρωπαϊκή Ενωση η πιο ανταγωνιστική και δυναμική οικονομία βασισμένη στη γνώση, να διατηρηθεί ο ρυθμός ανάπτυξης στο 3% και να αυξηθεί το ποσοστό απασχόλησης στο 70% μέχρι το 2010 (από 61% σήμερα). Σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της Λισσαβόνας, οι πολιτικές για την «κοινωνία της πληροφορίας» και την έρευνα πρέπει να οδηγήσουν σε πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων της πληροφορικής, σε ευρύτατη πρόσβαση στο Διαδίκτυο (μεταξύ άλλων και των σχολείων) και σε διάδοση των απαραίτητων δεξιοτήτων. Ταυτόχρονα, η ενίσχυση της διαδικασίας διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία και η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, ο εκσυγχρονισμός του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, η βελτίωση της εκπαίδευσης και γενικότερα η επένδυση στον άνθρωπο και η καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού, καθώς και η εφαρμογή κατάλληλου μείγματος μακροοικονομικής πολιτικής, θα επιτρέψουν την επίτευξη πολλαπλών και αλληλοεξαρτώμενων στόχων, όπως η αναβάθμιση και η πλήρης αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, η διασφάλιση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας των συστημάτων κοινωνικής προστασίας και η οικονομική ανάπτυξη. Η Ελλάδα, όπως είναι φυσικό, συμμετέχει στους προβληματισμούς και στις αποφάσεις και οι σχετικές κατευθύνσεις την αφορούν άμεσα. Την αφορούν μάλιστα περισσότερο, εφόσον οι προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει μετά την επικείμενη ένταξη στο τελικό στάδιο της ΟΝΕ επιβάλλουν μια συντονισμένη εθνική προσπάθεια για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας (η οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, απαιτεί μεταξύ άλλων, μεγαλύτερη ευελιξία της αγοράς εργασίας), την αύξηση της απασχόλησης και, μακροπρόθεσμα, την ολοκλήρωση της πραγματικής σύγκλισης.

[16] Τράπεζα της Ελλάδας, Εκθεση του Διοικητή για το 1999, σελ. 67, 68-69:

Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η ένταξη στη ζώνη του Ευρώ δεν είναι δυνατόν από μόνη της να διασφαλίσει συνθήκες συνεχούς σταθερότητας των τιμών βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα ούτε να οδηγήσει αυτόματα σε υψηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης και στη σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου στην Ελλάδα προς το μέσο επίπεδο των χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αντίθετα, η οικονομική θεωρία αλλά και η διεθνής πείρα υποδηλώνουν σαφώς ότι πρέπει να αναμένονται αποκλίσεις στις επιδόσεις των χωρών-μελών μιας νομισματικής ένωσης όσον αφορά τον πληθωρισμό και το ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης.
... Διάφοροι παράγοντες και τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά των οικονομιών των χωρών της ζώνης του ευρώ είναι δυνατόν να προκαλέσουν αποκλίσεις στις οικονομικές τους επιδόσεις. Πρώτον, διαφορές στη διάρθρωση του χρηματοπιστωτικού τομέα και στη λειτουργία των αγορών, συμπεριλαμβανομένης της αγοράς εργασίας, συνεπάγονται διαφορές στο μηχανισμό μετάδοσης των επιδράσεων της ενιαίας νομισματικής πολιτικής στον πληθωρισμό και την οικονομική δραστηριότητα των επιμέρους χωρών. Δεύτερον, ενδέχεται να υπάρχουν διαφορές στις φάσεις του οικονομικού κύκλου στις χώρες-μέλη της ζώνης του ευρώ. Τρίτον, εξωγενείς παράγοντες είναι δυνατόν να επηρεάζουν ασύμμετρα, δηλ. σε διαφορετικό βαθμό, τις επιμέρους χώρες. Τέταρτον, η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς και η ενίσχυση του διασυνοριακού ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων, που οδηγούν σε σύγκλιση των επιπέδων των τιμών των εμπορευσίμων αγαθών, είναι δυνατόν να συντελέσουν στη διαμόρφωση διαφορικών ρυθμών πληθωρισμού κατά την αρχική φάση λειτουργίας της νομισματικής ένωσης...

[17] Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Εκθεση Σύγκλισης 2000, ελληνική έκδοση, σελ. 33.

* Τα στοιχεία δεν είναι οριστικά.

[18] Ετήσια Εκθεση ΕΚΤ-1999, σελ. 36.

[19] Ετήσια Εκθεση ΕΚΤ-1999, σελ. 36.

[20] Τράπεζα της Ελλάδας, Εκθεση του Διοικητή για το 1999, σελ. 89.

[21] Τράπεζα της Ελλάδας, Εκθεση του Διοικητή για το 1999, σελ. 92.

[22] Στη δεκαετία 1990-1999, παρατηρούνται αλλαγές στη γεωγραφική κατανομή των ελληνικών εξαγωγών. Εμφανής είναι η τάση μείωσης του ποσοστού που αντιπροσωπεύει τις εξαγωγές προς την ΕΕ (1990: 68%, 1999: 51%), η τάση αύξησης κατά 10 εκατοστιαίες μονάδες του ποσοστού που αντιπροσωπεύει τις εξαγωγές προς τις Βαλκανικές χώρες (1990: 4%, 1999: 14%). Η αλλαγή ως προς τις υπόλοιπες γεωγραφικές κατανομές είναι μικρή ανοδική, κατά 2% του ποσοστού που αντιπροσωπεύει εξαγωγές προς Κ. Ευρώπη και πρώην ΕΣΣΔ (1999: 5%), Μ. Ανατολή και Μεσόγειο (1999: 11%), λοιπές χώρες (1999: 7%) και κατά 1% άνοδο για τις λοιπές χώρες ΟΟΣΑ (1999: 12%). Τράπεζα της Ελλάδας, Εκθεση του Διοικητή για το 1999, σελ. 229.

[23] Ετήσια Εκθεση ΕΚΤ-1999, σελ. 40.

[24] Αλλη κατάταξη του περιοδικού «FORBES» δίνει την Εθνική Τράπεζα (423η θέση) και τον ΟΤΕ (719η θέση) μεταξύ των 800 μεγαλύτερων εταιριών του κόσμου. Εφημερίδα «Το Βήμα», 14.7.2000.

[25] Στοιχεία του Προέδρου της Ενωσης Ελλήνων Εφοπλιστών, ΒΗΜΑ, 2.11.’99.

[26] Η Επιτροπή Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στην Εκθεση Σύγκλισης 2000, σελ. 33, κάνει την εξής εκτίμηση για το επίπεδο τιμών στην Ελλάδα: Τα συνολικά επίπεδα τιμών προ φόρων στην Ελλάδα είναι υψηλότερα από ό,τι θα αναμενόταν για μια χώρα με συγκριτικά χαμηλό βιοτικό επίπεδο. Αν και οι τιμές για τα προϊόντα της μεταποιητικής βιομηχανίας ήταν το 1997 μόλις χαμηλότερες του μέσου όρου της ΕΕ, γεγονός το οποίο αποτελεί ένδειξη ότι ο ελληνικός μεταποιητικός τομέας ήταν ωστόσο εκτεθειμένος στον ανταγωνισμό από τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, τα επίπεδα τιμών για ορισμένα κεφαλαιουχικά αγαθά όπως οι μηχανές γραφείου και οι υπολογιστές ήταν σχετικώς υψηλά. Τα επίπεδα τιμών στους τομείς των υπηρεσιών και των κατασκευών ήταν, όπως αναμενόταν, πολύ κατώτερα του μέσου όρου της ΕΕ. Μία ακραία περίπτωση αποτελεί το επίπεδο τιμών για την αγορά μεταφορικών υπηρεσιών, το οποίο ήταν το χαμηλότερο από το ήμισυ του μέσου όρου της ΕΕ.

[27] Εφημερίδα ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ, 6.5.2000, Εφημερίδα ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ, 9.5.2000.

* Προς συνολικότερη εξέταση - αξιολόγηση βρίσκεται το θέμα των Κοινοτικών Μεταβιβάσεων, ιδιαίτερα με βάση τα συμπεράσματα από το Β΄ ΚΠΣ και τις κατευθύνσεις του Γ΄ΚΠΣ.

[28] Τράπεζα της Ελλάδας, Εκθεση του Διοικητή για το 1999, σελ. 237.

[29] Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 31.1.1999.

* Η παρατήρηση αυτή έχει μεθοδολογική σημασία προκειμένου να αποφευχθούν εμπειρικές και σχηματικές απλουστεύσεις (π.χ. ότι τα κοινοτικά κονδύλια εκτρέπουν τα εθνικά από επενδύσεις βιομηχανίας) σε σχέση με τις αρνητικές επιδράσεις της άρσης της εθνικής προστασίας στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Στην ιστορία της καπιταλιστικής ανάπτυξης χρησιμοποιήθηκε ως πολιτική συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης κεφαλαίου τόσο η εθνική προστασία όσο και η απελευθέρωση των αγορών, ανάλογα με τις ανάγκες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής και το διεθνή συσχετισμό των δυνάμεων του κεφαλαίου και τη δύναμη των καπιταλιστικών κρατών. Ακόμη, η ιστορία της καπιταλιστικής εξέλιξης επιβεβαιώνει ότι η ανάγκη για εθνική προστασία ή απελευθέρωση των αγορών, νωρίτερα ή αργότερα, εκδηλώνεται σε διαφορετικά καπιταλιστικά κράτη, ισχυρότερα ή πιο αδύναμα, προς όφελος των καπιταλιστών και με τάση προς την απελευθέρωση των αγορών. Για διεξοδικότερη μελέτη του θέματος ενδιαφέρον έχει ο πρόλογος του Φρ. Ενγκελς στην αγγλική έκδοση του 1888 της μπροσούρας του Κ. Μαρξ «Για το ζήτημα του ελεύθερου εμπορίου» (βλ. Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τεύχος Νο 4/2000.

[30] ΥΠΕΘΟ, Σχέδιο Ανάπτυξης του 2000-2006, Γενικό Μέρος, Κεφάλαιο: Περιγραφή της υφισταμένης κατάστασης, σελ. 39.

Η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων αφορά τις καθαρές εισροές των κοινοτικών πόρων σε συνθήκες ενιαίας εσωτερικής αγοράς της ΕΕ.

[31] Οι ΕθνΚΤ μπορούν με δική τους ευθύνη να εκτελούν λειτουργίες που δεν αφορούν τα Ευρωσύστημα, εκτός εάν το Διοικητικό Συμβούλιο αποφανθεί ότι αυτές παρακωλύουν τους στόχους και τα καθήκοντα του Ευρωσυστήματος. Το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο είναι το ανώτατο όργανο λήψεως αποφάσεων της ΕΚΤ, απαρτίζεται από όλα τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπή και τους Διοικητές των ΕθνΚΤ των κρατών-μελών που έχουν υιοθετήσει το ευρώ. Κατά τη λήψη των αποφάσεων σχετικά με τη νομισματική πολιτική και με άλλα καθήκοντα του Ευρωσυστήματος, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ενεργούν με βάση την αρχή «ένα πρόσωπο, μία ψήφος». (Βλέπε Ετήσια Εκθεση ΕΚΤ-1999, σελ. 144-145).

[32] Τράπεζα της Ελλάδας, Εκθεση του Διοικητή για το 1999, σελ. 69.

[33] Σύμφωνα με τη «μέτρηση ετοιμότητας» («βαρόμετρο ετοιμότητας») για ένταξη στην ΕΕ, της Διεθνούς Εταιρείας Λογιστών και Συμβούλων Επιχειρήσεων Price Waterhouse Coopers, τα κράτη αυτά έχουν υψηλότερο δείκτη από της Ελλάδας.

Πηγή: Εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 25.1.2000.

[34] Αξιολογήσεις στη μελέτη του EastWest Institute, εφημ. ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ, 13-14.5.2000.

[35] Ο διοικητής της FED, Αλαν Γκρίνσπαν, σε ομιλία του στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων στη Ν. Υόρκη, υποστήριξε ότι: «Δε γνωρίζουμε και πιθανώς δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε επακριβώς το είδος της επόμενης διεθνούς οικονομικής κρίσης, αλλά το ότι θα εκδηλωθεί είναι τόσο βέβαιο όσο η επιμονή του ανθρώπου στην οικονομική αδιακρισία». Εφημερίδα «Ημερησία» 14.7.2000.

[36] Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της Ευρωαφρικανικής Συνάντησης Κορυφής, που έγινε στο Κάιρο τον περασμένο Απρίλη, το ευρωαφρικανικό εμπόριο περιορίστηκε κατά την τελευταία 25ετία, παρά το ότι η ΕΕ είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος των αφρικανικών χωρών (με προτιμησιακό καθεστώς μέσω των συμφωνιών του Λομέ). Ετσι σήμερα αποτελεί το 6,7% των εξωτερικών συναλλαγών της ΕΕ, ενώ αποτελούσε το 8% στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Αν και η αφρικανική αγορά θεωρείται «παρθένα» για τα προϊόντα της αυτοκινητοβιομηχανίας των ΗΠΑ, της ΕΕ και της Ιαπωνίας, είναι φανερό ότι δεν μπορεί να διαμορφωθεί μια τέτια αγορά αν δεν προηγηθεί μια ορισμένη καπιταλιστική ανάπτυξη.

[37] Ετήσια Εκθεση ΕΚΤ-1999, σελ. 98: ... Η ανάπτυξη του ευρώ ως διεθνούς νομίσματος θα είναι κατά βάση μια διαδικασία που καθοδηγείται από την αγορά. Συγκεκριμένα, σημαντικό ρόλο θα παίξει η χρήση του ευρώ από ιδιωτικούς φορείς ως νομίσματος επενδύσεων και χρηματοδοτήσεων, καθώς και ως μέσου πληρωμής και ως ενδιάμεσου νομίσματος (vehicle currency). Οι αποφάσεις των φορέων του ιδιωτικού τομέα θα επηρεαστούν κατά πολύ από το βαθμό ενοποίησης, ρευστότητας και διαφοροποίησης των χρηματοπιστωτικών αγορών του ευρώ, καθώς και από τις διασυνοριακές σχέσεις της ζώνης του ευρώ. Επιπλέον, ο διεθνής ρόλος του ευρώ θα επηρεαστεί από τις οικονομικές συνθήκες στη ζώνη του ευρώ, πράγμα που τονίζει τη συμβολή όλων των οικονομικών πολιτικών σε ένα υγιές και σταθερό νόμισμα.