ΤΟ ΑΕΠ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ (1980-1999) - ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΗ, ΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Το πρόβλημα της εκτίμησης του μεγέθους και της διάρθρωσης του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), δεν είναι μόνο ένα από τα κεντρικά μακροοικονομικά προβλήματα, αλλά και ένα σοβαρό θεωρητικό-μεθοδολογικό πρόβλημα, γύρω από το οποίο έχει αναπτυχθεί μια μεγάλη συζήτηση και μια σοβαρή ιδεολογικοπολιτική αντιπαράθεση με μεγάλη επικαιρότητα, καθώς οι μακροοικονομικοί δείκτες έχουν «αναδειχτεί» τελευταία (σε εισαγωγικά γιατί, όπως θα δούμε, πρόκειται για καθαρό ιδεολόγημα) σε βασικό αν όχι μοναδικό κριτήριο οικονομικής ανάπτυξης, αποσπασμένο και σε αντιπαράθεση από την πραγματική κατάσταση των εργαζόμενων τάξεων και στρωμάτων. Αυτή η αστική αντίληψη που θεοποιεί τους «δείκτες» την ίδια στιγμή που τσαλαπατά με τον πιο βίαιο τρόπο τους ανθρώπους, από το μόχθο των οποίων παράγονται, όχι μόνο οι δείκτες, αλλά ολόκληρος ο κοινωνικός πλούτος, προβάλλεται σήμερα με τον πιο επιθετικό τρόπο από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του συστήματος και απαιτεί την πιο ολοκληρωμένη και τεκμηριωμένη επιστημονική μαρξιστική απάντηση. Οχι απλά κι ούτε μόνο για να αποδειχθεί για άλλη μια φορά «ακαδημαϊκά» η αντιεπιστημονική ερμηνεία των δεικτών που συγκαλύπτει τον ταξικό χαρακτήρα της αστικής πολιτικής οικονομίας, αλλά πρώτα και κύρια για να δοθεί αποφασιστικό χτύπημα στις αυταπάτες και πλάνες που καλλιεργεί το σύστημα σε τμήματα των εργαζομένων και άλλων λαϊκών στρωμάτων και να διευκολυνθεί κι από αυτή την άποψη η υπόθεση της δημιουργίας ενός πλατιού, λαϊκού μετώπου κοινωνικοπολιτικής συσπείρωσης και δράσης σε αντιμονοπωλιακή-αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση, όπως είναι η απαίτηση των καιρών. Το άρθρο αυτό, με τις ανεπάρκειες και αδυναμίες του, φιλοδοξεί να συμβάλει ακριβώς σε αυτό το καθήκον.

 

Η ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΘΟΔΟ ΜΕΤΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΑΕΠ

Είναι γνωστό ότι η αστική οικονομική σκέψη ορίζει το ΑΕΠ ως τη συνολική αξία των τελικών αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται σε ορισμένο χρονικό διάστημα (π.χ. ενός έτους) στο εσωτερικό μιας χώρας, πριν από την αφαίρεση των αποσβέσεων παγίου κεφαλαίου. Για τη μέτρηση του ΑΕΠ στις επιθυμητές χρονικές περιόδους (συνήθως ανά τρίμηνο και ετήσια), οι αρμόδιες στατιστικές υπηρεσίες των περισσότερων καπιταλιστικών χωρών διαθέτουν το λεγόμενο σύστημα Εθνικών Λογαριασμών, το οποίο συγκεντρώνει και ταξινομεί όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες (φυσικά, σύμφωνα με τις αρχές και τις αντιλήψεις της αστικής πολιτικής οικονομίας) για τα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη της συγκεκριμένης χώρας.

Στη χώρα μας, από το 1988 ισχύει το «Νέο Σύστημα Εθνικών Λογαριασμών» το οποίο αντικατέστησε το μέχρι τότε ισχύον. Το νέο σύστημα είναι σε συμφωνία με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Ολοκληρωμένων Λογαριασμών (ΕSΑ) όπως διαμορφώθηκε το τελευταίο το 1995. Η προσαρμογή έγινε σταδιακά, την περίοδο ‘88-’95, σύμφωνα με το ESA ’79 (δηλ. με το ευρωπαϊκό πρότυπο πριν την τελευταία τροποποίησή του) και το 1999, δόθηκαν τα στοιχεία του ΑΕΠ από το ’95 και μετά σύμφωνα με το ESA ’95.

Προκαταβολικά σημειώνουμε, ότι και οι δικές μας εκτιμήσεις έχουν ως βάση χρονοσειρές του ΑΕΠ υπολογισμένες σε τιμές συντελεστών παραγωγής (factor cost), δηλαδή, χωρίς να υπολογίζονται στο προϊόν οι διάφοροι φόροι που καταβάλλονται στην παραγωγή. Σε τιμές συντελεστών παραγωγής, το ΑΕΠ αντιπροσωπεύει τη συνολική Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία που παράγεται σε όλους τους κλάδους και τομείς της εθνικής οικονομίας και, επομένως, σε αυτή τη μορφή είναι πολύ πιο δόκιμο για τη διατύπωση πολιτικών συμπερασμάτων σε σχέση με το αντικείμενο του άρθρου μας.

Πιο συγκεκριμένα, στο ΑΕΠ που υπολογίζεται κάθε χρόνο από την ΕΣΥΕ, περιλαμβάνεται:

- ο «πρωτογενής» τομέας: γεωργία, κτηνοτροφία, θήρα, δασοκομία, αλιεία,

- ο «δευτερογενής» τομέας: βιομηχανία (ορυχεία, λατομεία, μεταποίηση, κλάδοι παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, φωταερίου και νερού) και κατασκευές,

- ο «τριτογενής» τομέας («υπηρεσίες»): μεταφορές και επικοινωνίες, χρηματιστικές (τραπεζικές, ασφαλιστικές κλπ.) δραστηριότητες, κατοικίες, δημόσια διοίκηση, εκπαίδευση, περίθαλψη και κοινωνική πρόνοια, τουρισμός κλπ.

Είδαμε ότι η αστική οικονομική σκέψη λαμβάνει υπόψη για τη μέτρηση του ΑΕΠ, το κριτήριο της «προστιθέμενης αξίας».[1] Αυτή η μέθοδος μέτρησης του ΑΕΠ, έχει τροφοδοτήσει μια μεγάλη συζήτηση με επίκεντρο το λεγόμενο «τριτογενή» τομέα, τα όριά του και το πραγματικό του μέγεθος. Στα πλαίσια της μαρξιστικής οικονομικής σκέψης, έχει ασκηθεί κριτική στην κυρίαρχη αστική αντίληψη για το ΑΕΠ, τόσο από τη σκοπιά της μεθόδου εκτίμησης του μεγέθους του, όσο και από τη σκοπιά της αξιοποίησής του στα πλαίσια της γενικότερης προσπάθειας της άρχουσας τάξης για την ιδεολογική και πολιτική χειραγώγηση των καταπιεζόμενων τάξεων και στρωμάτων.

Στη διάρκεια ενός κύκλου παραγωγής, στα παραγόμενα εμπορεύματα, αφενός ενσωματώνεται μέρος της αξίας των μέσων παραγωγής, αφετέρου προστίθεται η νέα αξία που παράγεται από την εργασία που δαπανήθηκε. Αθροίζοντας σε επίπεδο εθνικής οικονομίας αυτή τη νέα αξία προκύπτει το εθνικολογιστικό μέγεθος του εγχώριου προϊόντος. Εφόσον στο μέγεθος αυτό περιλαμβάνονται οι αποσβέσεις παγίου κεφαλαίου, θα αναφέρεται ως Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν.

Πρέπει να σημειώσουμε, ότι το μετρούμενο από την αστική στατιστική ΑΕΠ δεν ταυτίζεται απόλυτα με τη συνολική νέα αξία που παρήχθη στη χώρα στη διάρκεια του δοσμένου χρονικού διαστήματος, τόσο ως προς το τελικό μέγεθος, το οποίο εμφανίζεται υπερτιμημένο, όσο και ως προς τη διάρθρωση. Ως προς το μέγεθος, η υπερτίμηση προκύπτει γιατί οι αστοί οικονομολόγοι αθροίζουν στο ΑΕΠ την «προστιθέμενη αξία» σε κάθε κλάδο όπου πραγματοποιούνται χρηματικές συναλλαγές, έτσι γίνεται η διπλή μέτρηση για ορισμένες - όχι ευκαταφρόνητου μεγέθους - δραστηριότητες όπως π.χ. η Δημόσια Διοίκηση παρ’ όλο που εδώ ούτε παράγεται ούτε πραγματοποιείται νέα αξία, αλλά διανέμεται εισόδημα. Ενώ ως προς τη διάρθρωση του ΑΕΠ το σφάλμα προκύπτει από το ότι η αστική στατιστική αθροίζει στα πλαίσια του λεγόμενου «τριτογενή» τομέα ως «υπηρεσίες», μια σειρά κλάδους της βιομηχανικής παραγωγής, λ.χ. τις μεταφορές και επικοινωνίες, τη βιομηχανία πληροφορικής, τις επισκευές μεταφορικών μέσων και συσκευών, δραστηριότητες συνέχισης της διαδικασίας παραγωγής στο process της κυκλοφορίας (αποθήκευση και συντήρηση εμπορευμάτων, φύλαξη κλπ.), τους τομείς της ιδιωτικής παιδείας και υγείας, τμήματα του τομέα της έρευνας κλπ.

Τα θέματα που αφορούν την αύξηση και τη διάρθρωση του ΑΕΠ αξιοποιούνται από την άρχουσα τάξη στα πλαίσια της άσκησης της ιδεολογικής της ηγεμονίας προς τους εργαζόμενους για τη δικαιολόγηση της πολιτικής των κυβερνήσεών της, καθώς και για τον πολιτικό-ιδεολογικό αποπροσανατολισμό των εργαζομένων. Η αύξηση του ΑΕΠ, αξιοποιείται ως δείκτης «ανάπτυξης» και δικαίωσης της πολιτικής των αστικών κυβερνήσεων, λες και από την όποια τέτια αύξηση όλα αυτά τα χρόνια οι εργαζόμενοι και τα φτωχά λαϊκά στρώματα πήραν, όχι το μερίδιο που θα δικαιούνταν (δηλαδή το σύνολο, μια και αυτοί παράγουν τον κοινωνικό πλούτο), αλλά έστω και ένα μικρό τμήμα του. Αντίθετα, τα «αποτελέσματα» για την εργατική τάξη από την όποια «ανάπτυξη» σημειώθηκε την περίοδο που εξετάζουμε, δεν ήταν παρά η πολιτική της άγριας νεοφιλελεύθερης λιτότητας και του χτυπήματος των εργατικών δικαιωμάτων και κατακτήσεων. Από μια ορισμένη σκοπιά μάλιστα, όσο περισσότερο βαθαίνει η ενσωμάτωση από εξαρτημένη θέση του ελληνικού καπιταλισμού, μέσα και από τις περίφημες «αναδιαρθρώσεις», στην ιμπεριαλιστική ΟΝΕ, τόσο πιο ψευδεπίγραφη για τα λαϊκά στρώματα θα αποδεικνύεται η όποια «ανάπτυξη» επικαλούνται οι κυβερνητικοί υπάλληλοι των μονοπωλίων και τόσο πιο οξυμένα θα βιώνουν τις επιπτώσεις των αναδιαρθρώσεων αυτών οι εργαζόμενοι της χώρας μας.

Τελειώνοντας αυτή την ενότητα να επισημάνουμε ότι, οι αστικές αναλύσεις που παρουσιάζουν την ελληνική οικονομία (και γενικότερα τις περισσότερες καπιταλιστικές οικονομίες) με συντριπτικά ποσοστά υπέρ του «τριτογενή» τομέα, κάνοντας λόγο για «μεταβιομηχανική εποχή», «εποχή των υπηρεσιών», «υπέρβαση του καπιταλισμού» ο οποίος - δήθεν - προσιδίαζε στην εποχή της βιομηχανίας κλπ., έχουμε τη γνώμη ότι στερούνται από κάθε επιστημονική βάση. Αυτό που σίγουρα εκφράζουν όμως, είναι η διαρκής πολιτική επιδίωξη του κεφαλαίου για τη δημιουργία ρηγμάτων στην ενότητα της εργατικής τάξης, για την οικοδόμηση των δικών του συμμαχιών με τμήματα των εργαζομένων, καλλιεργώντας τους αυταπάτες για ένα, δήθεν, «νέο ρόλο» τους στην παραγωγή σε σχέση με τους «παραδοσιακούς» εργάτες[2].

 

ΕΞΕΛΙΞΗ ΚΑΙ ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΑΕΠ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ – ΒΑΣΙΚΕΣ ΤΑΣΕΙΣ

Το ΑΕΠ της χώρας την περίοδο 1980-1999 σημείωσε εμφανή κάμψη των ρυθμών αύξησής του. Ετσι, ενώ τη δεκαετία ’71-’80, αυξανόταν με μέσο ετήσιο ρυθμό 5,6%, τη δεκαετία ‘81-’90 ο ρυθμός αυτός έπεσε στο αξιοθρήνητο 0,5%, για να ανέβει στο 2,1% την περίοδο ’91-’99. Σε απόλυτες, σταθερές τιμές του 1988, το ΑΕΠ της χώρας από 8102,4 δισ. δρχ. το 1980 έφτασε τα 8542,9 δισ. δρχ. το 1990 και τα 10308,6 δισ. δρχ. το 1999 (βλ. πίν. Τ.1). Ο πίνακας 1 είναι αποκαλυπτικός σε ό,τι αφορά τη μακροχρόνια εξέλιξη των ρυθμών αύξησης του ΑΕΠ:

 

 

 Είναι φανερό, όπως προκύπτει από τον πίν. 1, ότι οι δεκαετίες του ‘80 και του ‘90, δηλαδή το χρονικό διάστημα ένταξης της χώρας στην πρώην ΕΟΚ και νυν ΕΕ, είναι το διάστημα που χαρακτηρίζεται από τους πλέον έντονους ρυθμούς κάμψης της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας[3], γεγονός που συμβαδίζει με ανάλογες εξελίξεις στην οικονομία άλλων κρατών-μελών της ΕΕ και γενικότερα.

Βέβαια, είναι γνωστό το κυβερνητικό «επιχείρημα», περί του «δυναμισμού» που εμφανίζει πλέον η ελληνική οικονομία, περί της «ένταξης της χώρας μας σε αναπτυξιακή τροχιά» και –ελέω ΟΝΕ– περί της «σύγκλισης» της οικονομίας μας με τις αναπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες. Ωστόσο, οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους και όσοι μπορούν και θέλουν να τους διαβάσουν καλοπροαίρετα, διόλου δε θα δυσκολευτούν να διαπιστώσουν το μέγεθος της απάτης που χαρακτηρίζει όλα αυτά τα κυβερνητικά ιδεολογήματα.

 

 

 

Από τα στοιχεία των παραπάνω πινάκων, προκύπτει το συμπέρασμα ότι η αύξηση του ΑΕΠ της χώρας δεν έκλεισε το χάσμα με τις πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Ετσι, το ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε, σε τρέχουσες αγοραίες τιμές, 45,2% μεταξύ των ετών ’90 και ’96, έναντι 56,5% της Γερμανίας και 29,8% του συνόλου της ΕΕ-15. Μεταξύ των ετών 1990 και 1998, το ελληνικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξάνει από το 44,2% στο 51,8% του αντίστοιχου της ΕΕ-15, την ίδια στιγμή που η εξέλιξη του δείκτη της Γερμανίας είναι 111,9% και 117,0%, αντίστοιχα και της Μ. Βρετανίας 91,8% και 103,3%, αντίστοιχα.

Η αύξηση του ΑΕΠ για την οποία μιλήσαμε παραπάνω οφείλεται, στο μεγαλύτερο μέρος της, στη ραγδαία αύξηση του προϊόντος του τριτογενή τομέα. Αντίστοιχα, η διάρθρωση του ΑΕΠ μεταβάλλεται στην κατεύθυνση της ενίσχυσης του ειδικού βάρους του τριτογενή τομέα και της σχετικής υποχώρησης του τομέα της γεωργίας, ενώ ο δευτερογενής εμφανίζει στασιμότητα, όπως δείχνει και ο πίνακας 4:

 

 

Μετά από τη γενική εικόνα, είναι καιρός να περάσουμε στην πορεία των επιμέρους τομέων και κλάδων του ΑΕΠ, όπου επίσης μπορεί κανείς να δει τα συμπτώματα των δυσκολιών στη διευρυμένη αναπαραγωγή της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας, μέσα στο ευρύτερο «φόντο» της γενικής κρίσης του συστήματος.

 

ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΤΟΜΕΑΣ

Ο πρωτογενής τομέας της ΕΣΥΕ (αγροτική παραγωγή) σημείωσε, στο διάστημα που εξετάζουμε, πτώση σε απόλυτες και σχετικές τιμές. Το ΑΕΠ του τομέα, σε σταθερές τιμές 1988, ανήλθε το 1990 σε 921,5 δισ. δρχ., έναντι 2082,8 δισ. δρχ. το 1980, ενώ το 1999 έφτασε τα 1163,8 δισ. δρχ. Δηλαδή, τη δεκαετία 1981-1990 σημειώθηκε ραγδαία πτώση του ΑΕΠ της γεωργίας με μέσο ετήσιο ρυθμό -7,8%, τάση που αναστράφηκε μερικά την περίοδο 1991-1999, οπότε σημειώθηκε μέση ετήσια αύξηση 2,6%. Συνολικά όμως, για τη 19ετία ‘80-’99, η μέση ετήσια μεταβολή του ΑΕΠ του πρωτογενούς τομέα κινήθηκε στα επίπεδα του -3,0%, καθορίζοντας την πτωτική τάση του τομέα.

Ετσι, η συμμετοχή του πρωτογενούς τομέα της ΕΣΥΕ στο ΑΕΠ, σημείωσε σαφή υποχώρηση (βλ. πίν. 4), καθώς έπεσε από το 25,0% του 1980, στο 10,5% του 1990, για να φτάσει το 11,0% το 1995. Αξίζει να σημειωθεί ότι και εδώ η πτωτική τάση της δεκαετίας ‘81-’90 δείχνει σημάδια μιας μερικής συγκράτησης την 9ετία ‘91-’99. Σε κάθε περίπτωση όμως, δε φαίνεται να αναστρέφεται η συνολική τάση, που είναι η παραπέρα συρρίκνωση της συμμετοχής της εγχώριας αγροτικής παραγωγής στο σύνολο του ΑΕΠ.

 

ΔΕΥΤΕΡΟΓΕΝΗΣ ΤΟΜΕΑΣ

Το ΑΕΠ του τομέα (ορυχεία, ηλεκτρισμός-φυσικό αέριο, μεταποίηση, κατασκευές) σημείωσε, σε απόλυτες τιμές, ελαφρά ανοδική πορεία κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου που εξετάζουμε. Ετσι, από τα 2103,9 δισ. δρχ. (τιμές 1988) του 1980, έφτασε τα 2327,3 δισ. δρχ. το 1990, για να ανέλθει στα 2726,1 δισ. δρχ. το 1999. Σε μέσους ετήσιους ρυθμούς μεταβολής, τα στοιχεία αυτά «μεταφράζονται» σε αύξηση 1,0% για τη δεκαετία ‘81-’90, αύξηση 1,8% για την 9ετία ‘91-’99 και, συνολικά, σε αύξηση 1,4% για όλη τη 19ετία ‘81-99. Ας σημειωθεί εδώ, ότι η ΕΣΥΕ δε συμπεριλαμβάνει στη βιομηχανία τον κλάδο των μεταφορών και επικοινωνιών, του οποίου η τάση είναι σαφώς ανοδική (δες και παρακάτω).

Την ίδια περίοδο, η συμμετοχή του δευτερογενή τομέα της ΕΣΥΕ στο συνολικό ΑΕΠ, σημείωσε διακυμάνσεις κατά διαστήματα, αλλά στασιμότητα στο σύνολο της 19ετίας. Συγκεκριμένα, από 25,3% το 1980, ανέβηκε στο 26,5% το 1990 για να πέσει στο 25,7% το 1999. Η πτωτική πορεία, ωστόσο, δείχνει να ανακόπτεται από το 1994 και μετά, οπότε και εμφανίζεται μια ελαφρά ανάκαμψη (διάγρ. Δ.1).

Η στασιμότητα της συμμετοχής του δευτερογενή τομέα στο ΑΕΠ, πρέπει κατά κύριο λόγο να αποδοθεί στην υστέρηση των ρυθμών ανάπτυξης του δευτερογενή τομέα έναντι του τριτογενή τομέα, υστέρηση που αφορά – όπως θα δούμε παρακάτω – ιδίως τους κλάδους των ορυχείων και της μεταποίησης, ιδιαίτερα μετά το 1995.

 

Α. ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ (ΕΚΤΟΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ)

Πιο συγκεκριμένα, το ΑΕΠ της βιομηχανίας ανήλθε, το 1990, σε 1665,2 δισ. δρχ. (τιμές 1988), έναντι 1460,9 δισ. δρχ. το 1980, σημείωσε δηλαδή μέση αύξηση 1,3% ετησίως. Την 9ετία ‘91-’99, οι ρυθμοί αύξησης διατηρούνται στα ίδια επίπεδα και το βιομηχανικό προϊόν ανεβαίνει στα 1858,8 δισ. δρχ. το 1999, αυξανόμενο τώρα με μέσο ετήσιο ρυθμό 1,2%. Ετσι, στο σύνολο της 19ετίας η βιομηχανία παρουσιάζει μέση ετήσια αύξηση του προϊόντος της, περίπου 1,3%.

Παρόλα αυτά, η συμμετοχή της βιομηχανίας στο ΑΕΠ, δεν παρουσιάζει ενίσχυση. Συγκεκριμένα, από το 17,6% το 1980, ανεβαίνει στο 19,3% το 1987 και κατόπιν υποχωρεί στο 19,1% το 1990, στο 18,0% το 1995 και στο 17,5% το 1999 (διάγρ. Δ.1).

Η εικόνα που διαγράφεται μέσα από αυτά τα στοιχεία είναι, σαφέστατα, αντιφατική. Χαρακτηριστική, από αυτή την άποψη, είναι και η πορεία ενός άλλου βασικού δείκτη, του Δείκτη Βιομηχανικής Παραγωγής της ΕΣΥΕ. Η εξέλιξη του Δείκτη Βιομηχανικής Παραγωγής παρουσιάζεται στον πιν. 5:

 

 

Από τα στοιχεία του πίν. 5, προκύπτει ότι η συνολική αξία παραγωγής της βιομηχανίας αυξήθηκε μόλις κατά 10,1% τη δεκαετία ‘81-’90, δηλαδή 1,0% περίπου ετησίως, κατά μέσο όρο. Επιπλέον, η ανοδική τάση ανακόπτεται την περίοδο ‘90-’94 για να ακολουθήσει μια εκ νέου ανάκαμψη, ιδιαίτερα την τριετία ‘97-’99. Ετσι, στα τέλη την 19ετίας, η βιομηχανική παραγωγή είναι 23,4% αυξημένη σε σχέση με τα επίπεδα του 1980, με έναν μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 1,1%.

Στα στοιχεία που εκτέθηκαν παραπάνω, θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να προσθέσει κανείς την εικόνα που διαμορφώνεται σε ό,τι αφορά τις τάσεις των τριών κατηγοριών βιομηχανικών προϊόντων, σύμφωνα με την ομαδοποίηση της ΕΣΥΕ, δηλ. των κεφαλαιουχικών, των διαρκών καταναλωτικών και των καταναλωτικών αγαθών. Μέσα από την πορεία των τριών αυτών κατηγοριών, προκύπτουν χρήσιμα συμπεράσματα για τους παραγωγικούς προσανατολισμούς της ελληνικής βιομηχανίας, την περίοδο που εξετάζουμε. Ετσι, τα στοιχεία του πίν. 6, φανερώνουν ανάγλυφα την παρατεταμένη κρίση της ελληνικής βιομηχανίας στην παραγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών. Σε ό,τι αφορά τα διαρκή καταναλωτικά αγαθά, η κρισιακή τάση που χαρακτηρίζει όλη την κατηγορία μέχρι το1997 αναστρέφεται ραγδαία τη διετία ‘98-’99, ιδίως λόγω της αύξησης της παραγωγής τηλεπικοινωνιακού υλικού (κλάδος ηλεκτρικών μηχανών και συσκευών), συνεπεία της υλοποίησης μιας σειράς προγραμματικών συμφωνιών δημοσίου-βιομηχανίας. Μόνο η κατηγορία των καταναλωτικών αγαθών παρουσιάζει σταθερά αυξητική μεταβολή του όγκου παραγωγής συγκριτικά με εκείνον του 1980.

Η σχετική καθυστέρηση στην αύξηση, σε απόλυτες τιμές, του ΑΕΠ της βιομηχανίας, που είχε ως αποτέλεσμα τη στασιμότητα του ποσοστού συμμετοχής της στο σύνολο του ΑΕΠ, σχετίζεται κατά κύριο λόγο με τη στασιμότητα που εμφάνισε το προϊόν της μεταποίησης. Αντίθετα, ο κλάδος του ηλεκτρισμού-αερίου πόλης σημείωσε συνεχή άνοδο, ολόκληρη τη 19ετία (ιδίως μετά το ’97, οπότε άρχισε η διανομή του φυσικού αερίου), ενώ η πορεία του κλάδου των ορυχείων, από ανοδική την 8ετία ‘81-’88, σημείωσε σημαντική υποχώρηση στη συνέχεια.

 

 

Α1. ΟΡΥΧΕΙΑ-ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ - ΛΑΤΟΜΕΙΑ

Ο κλάδος των ορυχείων, σημείωσε εμφανή άνοδο την περίοδο που εξετάζουμε, τόσο από πλευράς συνολικής ακαθάριστης αξίας παραγωγής, όσο και από πλευράς προστιθέμενης αξίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει η ΕΣΥΕ (βλ. πίν. 5), η ακαθάριστη αξία παραγωγής στον κλάδο των ορυχείων ήταν, το 1990, αυξημένη κατά 73,8% σε σχέση με την αντίστοιχη παραγωγή του 1980, δηλαδή αυξανόταν με μέσο ετήσιο ρυθμό 5,7% τη δεκαετία ‘81-’90. Ωστόσο, από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90, ο κλάδος βρίσκεται σε φάση συρρίκνωσης του όγκου παραγωγής του, η οποία το 1999 έπεσε στο +27,6% σε σχέση με το 1980, μειωμένη σε σχέση με το 1990, κατά 26,6%.

Το ΑΕΠ του κλάδου των ορυχείων, σε απόλυτες, σταθερές τιμές 1988, εμφάνισε έντονη αύξηση: από 51,1 δισ. δρχ. το 1980, σε 82,2 δισ. δρχ. το 1990. Ετσι, ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεταβολής, για τη δεκαετία ‘81-’90, ήταν +4,9%. Αντίθετα, από τις αρχές του ‘90, η τάση αντιστρέφεται και, το 1999, το ΑΕΠ του κλάδου πέφτει στα 73,4 δισ. δρχ., μειούμενο με μέσο ετήσιο ρυθμό 1,2%. Παρόλα αυτά, στο σύνολο της 19ετίας, ο κλάδος εμφανίζει μια σαφή ενίσχυση με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης, της τάξης του +1,9%.

 

 

Αντίστοιχη ήταν και η πορεία της συμμετοχής του κλάδου στο ΑΕΠ. Από 0,6% το 1980, έφτασε στο 0,9% το 1990, για να υποχωρήσει το 1999 στο 0,7%, με τάσεις παραπέρα υποχώρησης, αν ληφθεί υπόψη ότι μια σειρά μεγάλες μεταλλευτικές μονάδες (πχ. Μαντούδι κλπ.) έχουν οδηγηθεί την τελευταία 9ετία σε κλείσιμο, ενώ και οι εξελίξεις στον ενεργειακό τομέα δεν ευνοούν την αύξηση της παραγωγής (εισαγωγή φυσικού αερίου κλπ.).

Αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό της εσωτερικής διάρθρωσης του κλάδου είναι η ανισομετρία στους επιμέρους δείκτες των υποκλάδων του. Ετσι, έντονες ανοδικές τάσεις παρουσιάζει η παραγωγή στους υποκλάδους εξόρυξης λιγνίτη και λατομικών υλικών, υποχώρηση που παρακολουθεί το μέσο όρο του κλάδου εμφανίζει η εξόρυξη σιδηρονικελιούχων μεταλλευμάτων, έντονη συρρίκνωση σε επίπεδα πολύ κάτω του 1980 παρουσιάζουν οι υποκλάδοι βωξίτη, λευκόλιθου και μικτών θειούχων, ενώ τα παραδείγματα των υποκλάδων άντλησης πετρελαίου και εξόρυξης μεταλλευμάτων χρωμίου-μαγγανίου είναι χαρακτηριστικά: δύο υποκλάδοι με έντονη ανάπτυξη ως το 1990, κυριολεκτικά εξαφανίζονται στο διάστημα, ο μεν πρώτος ‘98-’99, ο δε δεύτερος ήδη πριν το 1995 (πίν. 7).

 

Α2. ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΣ-ΑΕΡΙΟ ΠΟΛΗΣ-ΝΕΡΟ

Η 19ετία ‘81-’99 υπήρξε περίοδος σημαντικής ενίσχυσης της θέσης και του κλάδου της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, αερίου πόλης και δικτύων ύδρευσης. Τα διαθέσιμα στοιχεία (βλ. πίν. 5) δείχνουν ότι, η ακαθάριστη αξία παραγωγής του κλάδου το 1990 αυξήθηκε κατά 54,7%, σε σχέση με το 1980, ενώ η ανοδική τάση κορυφώνεται στην 9ετία ‘91-’99. Ετσι, το 1999, ο όγκος παραγωγής του κλάδου είναι αυξημένος 260,7% (!) σε σχέση με αυτόν του 1980. Καθοριστική συμβολή σε αυτή την εντυπωσιακή εξέλιξη είχε η εισαγωγή και διανομή προς κατανάλωση του φυσικού αερίου και η ολοκλήρωση της σχετικής υποδομής (αγωγός μεταφοράς, υποσταθμός Ρεβιθούσας κλπ.).

Αντίστοιχη είναι και η ανοδική πορεία του ΑΕΠ του κλάδου: από 144,9 δισ. δρχ. περίπου το 1980, ανήλθε στα 240,1 δισ. δρχ. το 1990 και στα 311,5 δισ. δρχ. το 1999 (όλα τα μεγέθη σε σταθερές τιμές 1988). Ετσι, το ΑΕΠ του κλάδου σημείωνε μέση ετήσια αύξηση 5,2% τη δεκαετία ‘81-’90, ενώ την 9ετία ‘91-’99, οι ρυθμοί ανόδου σταθεροποιήθηκαν, σε μέσα ετήσια επίπεδα, στο 2,9%. Φυσικό επακόλουθο αυτής της πορείας, ήταν η ενίσχυση του ειδικού βάρους του κλάδου στο σύνολο του ΑΕΠ: από το 1,7% του 1980, στο 2,7% του 1990 και στο 2,9% το 1999.

 

Α3. ΜΕΤΑΠΟΙΗΣΗ

Ο τομέας της μεταποίησης εμφάνισε την περίοδο ‘81-’99 στασιμότητα σε απόλυτες και υποχώρηση σε σχετικές τιμές, ως ποσοστό % στο ΑΕΠ (βλ. πίν. Τ.1, διαγρ. Δ.1). Την ίδια εικόνα στασιμότητας εμφανίζουν και τα διαθέσιμα στοιχεία που σχετίζονται με το συνολικό όγκο της βιομηχανικής παραγωγής στους κλάδους της μεταποίησης (δες πίν. 5 & 8). Η παραγωγή της μεταποίησης ήταν, το 1985, μόλις 1% αυξημένη σε σχέση με το 1980, το 1990 2,6%, το 1995 έπεσε στο αξιοθρήνητο +0,3%, για να φτάσει το 1999 στο +5,9% σε σχέση με το 1980!

Το ΑΕΠ της μεταποίησης παρουσίασε οριακή αύξηση κατά τη δεκαετία ‘81-’90. Από 1264,9 δισ. δρχ. το 1980 έφτασε στα 1342,9 δισ. δρχ. το 1990 (τιμές 1988), σημειώνοντας μέση ετήσια αύξηση 0,6%. Από τις αρχές της επόμενης δεκαετίας σημειώνεται αντιστροφή της τάσης έως το 1993, οπότε το ΑΕΠ της μεταποίησης πέφτει στα 1302,2 δισ. δρχ., αλλά από το 1994 μέχρι το 1999 η ενίσχυση είναι συνεχής και φτάνει στα 1473,9 δις. δρχ., σημειώνοντας μέση ετήσια μεταβολή της τάξης του +1,0%.

Την ίδια περίοδο, όπως ήταν φυσικό, το ποσοστό της μεταποίησης στο ΑΕΠ σημείωσε υποχώρηση. Ετσι, από 15,2% το 1980, η συμμετοχή της μεταποίησης στο ΑΕΠ διατηρήθηκε στο 15,3% το 1990 για να υποχωρήσει στο 13,9% το 1999.

 

 

Μια ματιά στην εικόνα που παρουσιάζουν οι επιμέρους κλάδοι αρκεί για να πιστοποιήσει το δυϊσμό που χαρακτηρίζει την ανάπτυξη της ελληνικής μεταποίησης. Ετσι, από το σύνολο των κλάδων, δείχνει να ξεχωρίζει μια «δυναμική ζώνη» που αναπτύσσεται με έντονους ρυθμούς και πάντως παραμένει σταθερά πάνω από τα επίπεδα του 1980, τόσο ως προς τον όγκο παραγωγής, όσο και ως προς το ΑΕΠ. Εδώ εντάσσονται οι κλάδοι:

- τροφίμων, ποτών και καπνού

- χάρτου

- οι διάφοροι κλάδοι της χημικής βιομηχανίας, πλην της βιομηχανίας των μη μεταλλικών ορυκτών (όπου κυριαρχεί η τσιμεντοβιομηχανία)

- βασική μεταλλουργία (από τις αρχές της δεκαετίας του ’90)[4]

- ηλεκτρικών μηχανών και συσκευών (μετά το 1995).

Αντίθετα, διαμορφώνεται μια δεύτερη ομάδα που συμπεριλαμβάνει αρκετούς παραδοσιακούς βιομηχανικούς κλάδους και η οποία χαρακτηρίζεται από, περισσότερο ή λιγότερο έντονες, τάσεις συρρίκνωσης. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει τους κλάδους:

- υφαντικών ειδών

- ένδυσης-υπόδυσης και δέρματος

- ξύλου και επίπλων

- μη μεταλλικών ορυκτών (στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ‘80 και κυρίως μετά το 1990, οπότε έχουμε το κύμα εξαγορών στη βιομηχανία τσιμέντου)

- τελικών προϊόντων μετάλλου, μηχανών και συσκευών

- μεταφορικών μέσων (μετά το 1990, οπότε και εμφανίζονται οι συνέπειες της 7ης κοινοτικής οδηγίας για τα Ναυπηγεία).

Από τα παραπάνω προκύπτει μια, αναμφισβήτητα, σύνθετη εικόνα που σίγουρα δε δικαιολογεί μια σειρά «εύκολες» καταστροφολογικές εκτιμήσεις περί πορείας συνολικής αποβιομηχάνισης. Το κυριότερο είναι ότι η κρίση στη μεταποίηση, οι φάσεις αναζωογόνησης και ανόδου μετά το 1994 δεν αφορούν όλους τους κλάδους της. Οπωσδήποτε οι αλλαγές στη διάρθρωση της ελληνικής μεταποιητικής βιομηχανίας βρίσκονται σε εξέλιξη.

 

Β. ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ

Ο τομέας των κατασκευών, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνάς μας, παρουσίασε διακυμάνσεις την περίοδο που εξετάζουμε. Συγκεκριμένα, οι κατασκευές παρουσίασαν μια πρώτη περίοδο ύφεσης την 3ετία ‘80-’82, μια φάση συγκρατημένης αναζωογόνησης μέχρι το 1991, μια σημαντική υποχώρηση μέχρι το 1996 και μια φάση ραγδαίας ανόδου μετά το ‘96 (βλ. πίν. Τ.1). Οι διακυμάνσεις αυτές είχαν σχέση κυρίως με τις κοινοτικές χρηματοδοτήσεις (από διαρθρωτικά προγράμματα ΜΟΠ, ΣΠΑ κλπ. τα οποία, σημειωτέον, κάλυψαν μικρό μέρος του κόστους των έργων αυτών σε σχέση με τις εγχώριες δαπάνες από τον κρατικό προϋπολογισμό) σε έργα συγκοινωνιακών υποδομών, καθώς και γενικότερα με την πορεία των «μεγάλων έργων», ιδιαίτερα μετά την ανάληψη της διοργάνωσης της Ολυμπιάδας του 2004.

Ετσι, το ΑΕΠ του κατασκευαστικού τομέα αυξήθηκε από 643,0 δισ. δρχ. το 1980 στα 662,1 δισ. δρχ. (τιμές 1988) το 1990, σημειώνοντας μέση ετήσια αύξηση 0,3%, για να φτάσει το 1999 στα 867,3 δισ. δρχ., με μέσο ετήσιο ρυθμό για την περίοδο ‘91-’99 +3,0%. Στο σύνολο της 19ετίας, ο τομέας εμφάνισε σαφή τάση αύξησης, με μέσο ετήσιο ρυθμό +1,6%. Παρ’ όλα αυτά, το ποσοστό συμμετοχής του κατασκευαστικού τομέα στο ΑΕΠ σημείωσε στασιμότητα σε όλη την περίοδο που εξετάζουμε. Ετσι, από 7,7% το 1980, έπεσε στο 7,5% το 1990 για να ανέλθει στο 8,2% το 1999. Ωστόσο, η σημαντική ενίσχυση του προϊόντος του κλάδου μετά το ’96, είχε καθοριστική συμβολή στη μικρή άνοδο της ποσοστιαίας συμμετοχής του δευτερογενή τομέα στο ΑΕΠ (διαγρ. Δ.1).

Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι η τάση ανάπτυξης του τομέα των κατασκευών, αναμένεται να ενταθεί τα ερχόμενα χρόνια, τουλάχιστον σε απόλυτα μεγέθη, ενόψει της νέας «Μεγάλης ιδέας του Εθνους», της Ολυμπιάδας του 2004.

 

ΤΡΙΤΟΓΕΝΗΣ ΤΟΜΕΑΣ

Ο τριτογενής τομέας είναι ο τομέας που κατεξοχήν «ευθύνεται» για την ανοδική τάση του ΑΕΠ της χώρας, καθώς εμφανίζει ραγδαία ανοδική τάση ολόκληρη την περίοδο που μελετάμε (βλ. πίν. Τ.1). Το προϊόν του τριτογενή τομέα ανήλθε από τα 4130,1 δισ. δρχ. το 1980 στα 5542,9 δισ. δρχ. το 1990, σημειώνοντας μέση ετήσια αύξηση 3,0% για τη δεκαετία ‘81-’90. Το 1999, το ΑΕΠ των «υπηρεσιών» έφτασε τα 6723,6 δισ. δρχ. (τιμές 1988). Ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ των «υπηρεσιών» την 9ετία ‘91-’99, ήταν 2,2%, ενώ για ολόκληρη τη 19ετία, έφτασε το 2,6%. Με τέτοιους ρυθμούς αύξησης, το ποσοστό συμμετοχής στο συνολικό ΑΕΠ, ολοένα και αυξάνει: από 49,7% το 1980 σε 63,0% το 1990 και σε 63,3% το 1995 (σε σταθερές τιμές 1988).

 


 

Αν προσπαθήσουμε να επιμερίσουμε τη γενική εικόνα στους διαφόρους κλάδους του τριτογενή τομέα, θα πάρουμε την εικόνα του πιν. 9 (σε μέσους ετήσιους ρυθμούς αύξησης). Από τα στοιχεία του πίνακα, είναι φανερή η ανοδική τάση που παρουσιάζουν όλοι σχεδόν οι επιμέρους κλάδοι του τριτογενή τομέα. Ιδιαίτερα πρέπει να σημειωθεί: (α) η επιταχυνόμενα ανοδική πορεία του τομέα των μεταφορών και επικοινωνιών, κατεξοχήν βιομηχανικού κλάδου (δες τα σχόλια στην αρχή), (β) η εντυπωσιακή αύξηση που παρουσιάζει ο χρηματιστικός κλάδος (τράπεζες, ασφάλειες κλπ.).

 

ΜΕΡΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Από τα στοιχεία που εκτέθηκαν στις προηγούμενες σελίδες, μπορούμε εδώ να κωδικοποιήσουμε ορισμένα βασικά συμπεράσματα, να αποτυπώσουμε τις βασικές τάσεις σε σχέση με την πορεία του ΑΕΠ την περίοδο που εξετάσαμε.

 

Α. ΑΝΟΔΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΙΣΟΜΕΤΡΑ ΚΑΤΑΝΕΜΗΜΕΝΗ Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΑΕΠ (1980-1999)

Σύμφωνα με όλα τα στοιχεία, πρέπει να καταγραφεί η ανοδική, σε απόλυτες σταθερές τιμές, τάση του ΑΕΠ για την 19ετία αλλά και τα στοιχεία που αναφέραμε δε δικαιολογούν, όπως και σε προηγούμενο σημείο τονίστηκε, τις απλοϊκές «καταστροφολογικές» προσεγγίσεις, χωρίς φυσικά και να δικαιολογούν σε καμία περίπτωση τους κυβερνητικούς διθυράμβους περί «δυναμικής» ανάπτυξης. Τα στοιχεία αυτά αντανακλούν αλλαγές στη διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, οι οποίες αποτυπώνονται στους ρυθμούς ανάπτυξης του ΑΕΠ και στην ανισομετρία στους ρυθμούς ανάπτυξης του ΑΕΠ κλάδων και τομέων, υπό την επίδραση και της ενσωμάτωσης στην ΕΕ.

Εκείνο, βέβαια, που πρέπει να τονιστεί, είναι η όξυνση της αναντιστοιχίας ανάμεσα στις αντικειμενικές δυνατότητες για μια βελτίωση των όρων ζωής της εργατικής τάξης που δημιουργούνται από την αύξηση του ΑΕΠ και στον πραγματικό βαθμό ικανοποίησης των αναγκών της, ως αποτέλεσμα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας στους δείκτες της ΟΝΕ και γενικότερα της ενσωμάτωσής της στην πορεία της καπιταλιστικής ενοποίησης.

Εκείνο που αναδεικνύεται έντονα, παράλληλα με την ανοδική τάση του ΑΕΠ, είναι οι αλλαγές στη διάρθρωσή του. Η ανισομετρία στην πορεία εξέλιξης είναι το δεύτερο κομβικό σημείο στο οποίο πρέπει να σταθούμε. Τα στοιχεία δείχνουν μια μετατόπιση του κέντρου βάρους της υλικής παραγωγής: (α) στους τομείς της μέσης και ελαφράς βιομηχανίας καταναλωτικών αγαθών, ιδιαίτερα τροφίμων, ποτών και καπνού, αλλά και χημικών προϊόντων, ιδίως πλαστικών κλπ. και (β) στον τομέα της βιομηχανίας μεταφορών και επικοινωνιών, με δεσπόζουσα τη βαρύτητα του κλάδου των τηλεπικοινωνιών. H συμμετοχή του τομέα μεταφορών και επικοινωνιών στο ΑΕΠ αυξήθηκε από το 6,4% του 1990 στο 6,8% το 1999, ενώ η αντίστοιχη συμμετοχή στο ΑΕΠ της βιομηχανίας (εκτός κατασκευών) ήταν 25,3 και 28,0%, αντίστοιχα (πίν. Τ.2).

 

Β. ΕΝΙΣΧΥΕΤΑΙ ΣΧΕΤΙΚΑ Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΓΕΝΗ ΤΟΜΕΑ

Η αύξηση του προϊόντος του τριτογενή τομέα είναι, καταρχάς, μικρότερη από αυτή που εμφανίζουν τα στοιχεία της αστικής στατιστικής. Αν αφαιρεθεί η συμμετοχή του τομέα των μεταφορών και επικοινωνιών, προκύπτει διαφορά, σε σταθερές τιμές, της τάξης του 10-12%. Η πραγματική διαφορά είναι πολύ μεγαλύτερη, αν υπολογιστεί το μέγεθος του παραγωγικού προϊόντος που συμπεριλαμβάνεται στους τομείς του εμπορίου κλπ. και δεν έχει συνυπολογιστεί στο συνολικό προϊόν της βιομηχανίας.

Παρόλα αυτά, οι υπηρεσίες αυξάνονται με γοργότερους ρυθμούς από τη βιομηχανία, και μόνο αν συμπεριληφθούν στην τελευταία και οι μεταφορές και επικοινωνίες η τάση ανόδου εξισορροπείται. Το γεγονός αυτό έρχεται να επιβεβαιώσει την εκτίμηση που κάνει το Πρόγραμμα του ΚΚΕ, για την τάση συγκέντρωσης της εργατικής τάξης στους τομείς των μεταφορών και του λεγόμενου τριτογενή τομέα. Το πρόβλημα αυτό θέτει με επιτακτικό τρόπο μια σειρά νέα καθήκοντα που αφορούν τη συσπείρωση και την ανάπτυξη της πάλης αυτών των τμημάτων των εργαζομένων και τη σύνδεση της με τη γενικότερη προσπάθεια για την ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος.

 

Γ. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗΣ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΟΞΥΝΕΤΑΙ

Μια πλευρά που αναδεικνύεται - ίσως όχι τόσο καθαρά από τα στοιχεία του ΑΕΠ - ως ιδιαίτερα σημαντικό χαρακτηριστικό των εξελίξεων στην υλική παραγωγή, είναι ο σχετικά χαμηλός βαθμός τεχνολογικού εκσυγχρονισμού της. Αυτό σχετίζεται, αφενός με τους ρυθμούς αναπλήρωσης και διεύρυνσης του παγίου κεφαλαίου στην υλική παραγωγή (μέτρο των οποίων είναι η πορεία του δείκτη των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου, αλλά και η διάρθρωσή τους), αφετέρου με το βαθμό ενσωμάτωσης στην υλική παραγωγή των νέων επιστημονικών επιτευγμάτων και καινοτομικών μεθόδων.

Τα στοιχεία που υπάρχουν ως προς τους δείκτες αυτούς φανερώνουν, αφενός μια σημαντική καθυστέρηση στους ρυθμούς αυτούς (υψηλό ποσοστό παραμονής σε δράση παγίου εξοπλισμού μεγάλης ηλικίας και υψηλού βαθμού φθοράς), αλλά και στο βαθμό ενσωμάτωσης νέων μεθόδων στην παραγωγή. Ερευνα του ΙΟΒΕ έδειξε ότι, μόλις ένα 5-8% της επενδυτικής δαπάνης στη βιομηχανία αξιοποιείται για εισαγωγή νέων μεθόδων, ενώ ένα 13-16% για βελτίωση ήδη υφισταμένων. Το καθεστώς έρευνας R&D δεν είναι διαδεδομένο ευρέως στην ελληνική βιομηχανία, όπως διαπιστώνουν οι ίδιες οι αστικές μελέτες: μόλις ένα 20% των χρηματοδοτήσεων του τροποποιημένου ΕΠΕΤ Ι (περί τα τέλη του 1992) κατευθύνθηκε σε απευθείας βιομηχανική έρευνα.[5] Αντίστοιχα, σημαντικό ποσοστό της ερευνητικής προσπάθειας στη χώρα περνά μέσα από τα ΑΕΙ και μάλιστα, στο πνεύμα του κοινοτικού πλαισίου (π.χ. οδηγία 438) που καθορίζει τις προτεραιότητες και τους όρους χρηματοδότησης.

Η εικόνα που παρουσιάζει το ΑΕΠ των κλάδων πληροφορικής και έρευνας είναι ενδεικτική της κατάστασης (βλ. πίν. Τ.4). Η καθήλωσή τους σε ποσοστά της τάξης του 0,1 και 0,05%, αντίστοιχα επί του συνόλου του ΑΕΠ δεν επιτρέπει καμία αισιοδοξία για τις προοπτικές μιας ανεξάρτητης τεχνολογικής ανάπτυξης της χώρας, τη στιγμή που σε επίπεδο ΕΕ οι δαπάνη για έρευνα και ανάπτυξη μόνο κινείται σε ποσοστά περί το 2% του κοινοτικού ΑΕΠ. Που πήγαν εδώ, άραγε, οι κυβερνητικοί ύμνοι περί «σύγκλισης»;…

Πρέπει, φυσικά, να σημειώσουμε ότι, όπως και παραπάνω, η τάση αυτή είναι μόνο σχετική. Η δράση των νόμων της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης, η τάση για άνοδο της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, είναι «παρούσες» στην ελληνική καπιταλιστική οικονομία (και δε θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά) και φέρουν τη δική τους συμβολή στη διόγκωση της ανεργίας, μέσα από τη διεύρυνση του εφεδρικού στρατού της εργατικής τάξης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν μπορούμε και δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η ενδιάμεση και εξαρτημένη θέση της χώρας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα επιτείνει την κατάσταση αυτή και οξύνει παραπέρα, τόσο το πρόβλημα της ανεργίας, όσο και την υπερεκμετάλλευση των εργαζόμενων που καλούνται με την ένταση της εργασίας να αναπληρώσουν τη χαμηλή παραγωγικότητα λόγω της παρωχημένης τεχνολογικής βάσης.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

 

 

 

 


Ο Γρηγόρης Γρηγοριάδης είναι μέλος του Τμήματος Οικονομίας του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών.

[1] Αναφερόμαστε πάντοτε στο μέγεθος του ΑΕΠ σε τιμές συντελεστών παραγωγής. Στο εξής, σε κάθε αναφορά στο ΑΕΠ και στη μέθοδο μέτρησής του, κάτι τέτιο θα εννοείται, εκτός αν ρητά διευκρινίζεται το αντίθετο.

[2] Ας σκεφτούμε, λ.χ. την παλιότερη (όταν ξεσπούσε η έκρηξη των νέων τεχνολογιών, στις αρχές της δεκαετίας του ’70) φιλολογία για τα «λευκά» και τα «μπλε κολάρα» και για τον προνομιακό ρόλο των πρώτων κλπ. Από αυτή την άποψη, είναι πολύ χαρακτηριστική η θέση που παίρνουν ορισμένοι σύγχρονοι αστοί αναλυτές για τη θέση των εργαζομένων στις νέες τεχνολογίες: ο Jeremy Rifkin, λ.χ. κάνει λόγο για την τάξη των «εργατών γνώσης», της οποίας το μέγεθος προσδιορίζει σε περίπου 16%, τα συμφέροντα της οποίας την τοποθετούν «αντικειμενικά» πιο κοντά στην εργοδοσία, παρά στους υπόλοιπους εργαζόμενους (δες, Rifkin J., The end of work, ελλ. μτφρ. Το τέλος της εργασίας και το μέλλον της, εκδ. Νέα Σύνορα, Αθήνα 1996, σελ. 319-326). Ανάλογες και κάπως περισσότερο «αισιόδοξες» είναι και οι αναλύσεις των αστών «μελλοντολόγων», λ.χ. του Alvin Toffler, του Μ. Δερτούζου κ.ά., που «βλέπουν» την υπέρβαση του καπιταλισμού και την αντικατάστασή του από την «κοινωνία των συμβόλων». Λίγο ακόμα και θα τους πιστεύαμε, μέχρις ότου η Commision δημοσίευσε την γνωστή «έκθεση Bangemann» που υιοθετεί τον όρο «κοινωνία της πληροφορίας»: σαν πολύ περίεργο δεν ακούγεται να «αποκηρύσσει» τον καπιταλισμό...η Bundesbank;!!!

[3] Θα πρέπει, στο σημείο αυτό, να σημειωθεί το γεγονός ότι στη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου, σημειώθηκε απόλυτη πτώση του όγκου του ΑΕΠ έξι, συνολικά, φορές και συγκεκριμένα τα έτη 1982, 1983, 1986, 1987, 1990 και 1993 (δες πίν Τ.1).

[4] Πρέπει να διευκρινιστεί εδώ, ότι το κριτήριο ομαδοποίησης των κλάδων της μεταποίησης που έχει γίνει στην παράγραφο αυτή, είναι το ΑΕΠ και ο Δείκτης Βιομηχανικής Παραγωγής της ΕΣΥΕ. Δεν έχουν ληφθεί υπόψη, μια σειρά πολύ σημαντικοί δείκτες όπως η κερδοφορία και η αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων, η απασχόληση, οι ακαθάριστες επενδύσεις, ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός κλπ. Ωστόσο, εκτιμούμε ότι μια ολοκληρωμένη θεώρηση που θα συμπεριλάμβανε και τους δείκτες αυτούς, αν και θα προκαλούσε αναμφίβολα ανακατατάξεις στην παρούσα ομαδοποίηση (λ.χ. ο κλάδος της βασικής μεταλλουργίας δε θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στη «δυναμική ζώνη»), εντούτοις θα ήταν «συμβατή» με τον πυρήνα της λογικής της, δηλ. την ανάδειξη της ανισομετρίας που χαρακτηρίζει την εξέλιξη των κλάδων της ελληνικής βιομηχανίας.

[5] Βλέπε, Δενιόζος Δημήτρης, Τεχνολογική Πολιτική, στη συλλογική εργασία Βιομηχανική και Τεχνολογική πολιτική στην Ελλάδα, επιμέλεια Γιαννίτση Τ., Θεμέλιο, Αθήνα 1993, σελ. 245.