ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΔΙΑΣΚΕΨΗ, ΝΕΑ ΔΕΣΜΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΑΟΥΣ

Στη Σύνοδο Κορυφής που θα γίνει στις 8-9 Δεκέμβρη του 2000 στη Νίκαια της Γαλλίας, το κύριο θέμα θα είναι η έγκριση των πορισμάτων της Διακυβερνητικής Διάσκεψης (ΔΔ) που ήδη είναι σε εξέλιξη από την αρχή σχεδόν της χρονιάς και η ενσωμάτωση στις Συνθήκες της Χάρτας των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων των «πολιτών» της ΕΕ, αν συμφωνήσουν τελικά τα κράτη-μέλη μεταξύ τους.

Ηδη, από τη Συνθήκη του Αμστερνταμ υπήρχε ειδικό πρωτόκολλο για την ανάγκη θεσμικών μεταρρυθμίσεων ενόψει της διεύρυνσης. Ετσι, στη Σύνοδο Κορυφής της Κολωνίας (3-4 Ιούνη 1999) και στη Σύνοδο του Ελσίνκι (10-11 Δεκέμβρη 1999, κεφάλαιο Ι «ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ») καθορίστηκε επίσημα η έναρξη των εργασιών της Διακυβερνητικής Διάσκεψης από το Φεβρουάριο του 2000, με στόχο ολοκλήρωσής της στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Νίκαιας.

Οι λόγοι που επικαλούνται για τις νέες θεσμικές μεταρρυθμίσεις είναι ότι η διαδικασία προσχώρησης άλλων 13 νέων χωρών στην ΕΕ, θα δημιουργήσει προβλήματα αποτελεσματικότητας και συνοχής, αφού ο αριθμός των κρατών-μελών περίπου θα διπλασιαστεί και θα φτάσει από 15 που είναι σήμερα στα 28. Θεωρούν λοιπόν ότι οι αλλαγές που χρειάζεται να καταλήξει η Διακυβερνητική Διάσκεψη θα επιτρέψουν στην ΕΕ να λειτουργήσει αποτελεσματικά και με διπλάσιο αριθμό μελών.

Στην ουσία είναι θεσμικά μέτρα που χρειάζεται το οικοδόμημα της ΕΕ, στην εξυπηρέτηση των στρατηγικών στόχων. Η ΕΕ, σαν περιφερειακή ιμπεριαλιστική δύναμη, ενδιαφέρεται και προωθεί τη διεύρυνσή της για να εδραιώσει τη σφαίρα επιρροής της και εκμετάλλευσης σε νέες χώρες και λαούς, που οι περισσότερες μάλιστα περιβάλλουν τη Ρωσία, μέσα σε παγκόσμιες συνθήκες εντεινόμενου ανταγωνισμού.

Ταυτόχρονα, οι κυρίαρχες τάξεις των ισχυροτέρων δυνάμεων μέσα στην ΕΕ, με την ευκαιρία της διεύρυνσης προωθούν μέσα και από θεσμικές αλλαγές τη δημιουργία ενός σκληρού πυρήνα ηγετικών χωρών, γύρω από τον οποίο θα υπάρχουν ομόκεντροι κύκλοι, ενισχύοντας τη δικτατορία των μονοπωλίων και την ανισόμετρη ανάπτυξη.

 

ΤΙ ΕΞΕΤΑΖΕΙ Η ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΔΙΑΣΚΕΨΗ

Τα θέματα που θα πρέπει να εξετάσει και να καταλήξει η ΔΔ είναι:

1. Το μέγεθος και η σύνθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής: Υπάρχουν δύο προτάσεις που συζητούνται.

Η μία να διατηρηθεί ο σημερινός αριθμός των 20 επιτρόπων και μετά τη διεύρυνση, που σημαίνει ότι δε θα εκπροσωπούνται σταθερά με επίτροπο όλα τα κράτη-μέλη. Θα υπάρχουν επίτροποι δύο κατηγοριών οι σταθεροί που δε θα αλλάζουν και βέβαια θα προέρχονται από τις μεγάλες πληθυσμιακά χώρες που είναι και οι ισχυρές, ηγετικές δυνάμεις και οι εκ περιτροπής (μη μόνιμοι) από τις μικρότερες. Δεδομένου ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι το δεύτερο σε σημασία όργανο, μετά το Συμβούλιο Κορυφής, σημαίνει ότι οι μικρότερες πληθυσμιακά χώρες θα έχουν εκ περιτροπής εκπροσώπηση και συνεπώς υποβαθμισμένη. Θεσμοθετούνται έτσι κράτη-μέλη διαφορετικών ταχυτήτων και κατηγοριών με ίδιες υποχρεώσεις, αλλά όχι ίδια τυπικά - θεσμικά δικαιώματα.

Η άλλη πρόταση συνίσταται στο να υπάρχουν στην Επιτροπή 28 επίτροποι, ένας για κάθε κράτος-μέλος. Ομως επειδή η λειτουργία της Επιτροπής όπως εκτιμάται θα είναι δυσκολότερη, προτείνεται να ενισχυθούν ουσιωδώς οι εξουσίες του Προέδρου. Επειδή προφανώς, όπως γινόταν και μέχρι τώρα, ο Πρόεδρος θα είναι αποτέλεσμα συμφωνίας των ηγετικών χωρών της ΕΕ, ενισχύεται και η θεσμική έκφραση της πραγματικής ισχύος τους και προφανώς των συμφερόντων τους.

2. Η στάθμιση των ψήφων στο Συμβούλιο: Θα λαμβάνεται υπόψη το μέγεθος του πληθυσμού του κάθε κράτους-μέλους. Θα έχει τόσες ψήφους όσες αναλογούν στον πληθυσμό του. Αυτό σημαίνει ότι οι πληθυσμιακά μεγαλύτερες χώρες Γερμανία, Γαλλία, Αγγλία, Ιταλία, Ισπανία κλπ. θα έχουν την πλειοψηφία των ψήφων, ενώ οι υπόλοιπες που αριθμητικά ως κράτη είναι πλειοψηφία, θα είναι μειοψηφία. Η ψήφος των μικρών χωρών βαραίνει λιγότερο σε σύγκριση με το σύστημα που ισχύει σήμερα και των μεγάλων ισχυροποιείται ακόμη πιο πολύ. Ετσι εκφράζεται και σε αυτό το όργανο με θεσμική ανισοτιμία η πραγματική ανισότητα μεταξύ των κρατών-μελών στη βάση της διαφορετικής της ισχύος. Συζητείται επίσης η καθιέρωση ενός νέου συστήματος ειδικής πλειοψηφίας που θα συγκεντρώνει ταυτόχρονα την απλή πλειοψηφία των κρατών-μελών και την πλειοψηφία του συνολικού πληθυσμού της Ενωσης για μια απόφαση.

3. Η επέκταση της λήψης αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο: Επειδή εκτιμάται ότι η ομοφωνία παρουσιάζει ήδη δυσκολίες(!) με 15 κράτη-μέλη, θεωρείται ότι θα είναι αδύνατη όταν τα μέλη γίνουν 28. Γι’ αυτό προτείνεται η επέκταση της ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία. Ουσιαστικά πρόκειται για σχεδόν πλήρη κατάργηση του βέτο, εξέλιξη που περιορίζει κατά πολύ τις δυνατότητες των πιο αδύναμων αστικών τάξεων για διαπραγμάτευση.

4. Η ενισχυμένη συνεργασία η οποία συμφωνήθηκε να συμπεριληφθεί στις εργασίες της Διακυβερνητικής Διάσκεψης στη Σύνοδο Κορυφής της Σάντα Μαρία ντα Φέιρα (19-20 Ιούνη, Πορτογαλία). Σύμφωνα με αυτήν, ομάδα χωρών μπορεί να συνεργάζεται και να υλοποιεί συγκεκριμένες πολιτικές στις οποίες οι άλλες δε θέλουν να συμμετέχουν. Πρόκειται για ένα μεγάλο βήμα στη δημιουργία του σκληρού πυρήνα.

5. Αλλες αναγκαίες τροποποιήσεις για διάφορα θέματα όπως π.χ. ζητήματα για τη σύνθεση του Ευρωκοινοβουλίου ή σχετικά με την Ευρωπαϊκή Ασφάλεια και Αμυνα (ΚΕΠΑΑ - δημιουργία ευρωστρατού, διεθνής αστυνομικές αποστολές), κ.ά. Για τον αριθμό των ευρωβουλευτών προτείνεται μία νέα μέθοδος κατανομής των εδρών, σύμφωνα με την οποία από 684 που είναι σήμερα οι ευρωβουλευτές για τις 15 χώρες-μέλη, να φτάσουν στο ανώτατο όριο των 700 ευρωβουλευτών με 28 χώρες-μέλη και η κατανομή των εδρών ανά κράτος να είναι σε συνάρτηση με τον πληθυσμό. Αυτό σημαίνει ότι μειώνεται η εκπροσώπηση σε ευρωβουλευτές και πιθανώς και σε κόμματα. Ταυτόχρονα, εξετάζεται το ενδεχόμενο ένας αριθμός ευρωβουλευτών να εκλέγεται από ενιαία ψηφοδέλτια σε επίπεδο ΕΕ, δηλαδή η δημιουργία ευρωπαϊκών κομμάτων. Με αυτή τη μέθοδο μικρότερα κόμματα και από μικρές πληθυσμιακά χώρες δε θα εκπροσωπούνται, δηλαδή κόμματα σαν το ΚΚΕ με τέτια εκλογικά «τερτίπια», θα αποκλείονται. Δεδομένου ότι «η πιο ολοκληρωμένη, πλήρης και διαμορφωμένη έκφραση της πολιτικής πάλης των τάξεων είναι η πάλη των κομμάτων»[1], με αυτές τις αλλαγές επιχειρούν να πλήξουν και να αποδυναμώσουν το ρόλο εκείνων των κομμάτων που ασκούν επιρροή στον αγώνα της εργατικής τάξης και των άλλων καταπιεζόμενων κοινωνικών δυνάμεων και που αντιτίθενται στην πολιτική της ΕΕ. Ταυτόχρονα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παρουσιάζεται πιο καθαρά ως όργανο που λειτουργεί σε όφελος των μονοπωλίων. Τα συμφέροντα των ευρωπαϊκών μονοπωλίων, δεν ανέχονται πια ούτε αυτές τις αδύνατες αριθμητικά φωνές αντίστασης και αυτό γιατί προβλέπουν όξυνση της ταξικής πάλης, που ήδη προαναγγέλει το ποιοτικό και ποσοτικό ανέβασμα των αγώνων των εργαζομένων στο εσωτερικό των κρατών-μελών. Αυτό αποτελεί ιδιαίτερη πηγή ανησυχίας για το κεφάλαιο.

6. Ενσωμάτωση στη Συνθήκη ενός «Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων» των «πολιτών» της ΕΕ. Το σχέδιο αυτού του χάρτη μικρή σχέση έχει με την Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, που ισχύει από το 1948. Η λειτουργία της, προς το παρόν, φαίνεται ως προπαγανδιστική και υποστηρικτική των Συνθηκών και άλλων αποφάσεων της ΕΕ, σαν προοπτική, όμως προορίζεται να αποτελέσει τη βάση ενός «Ευρωπαϊκού Συντάγματος» που προωθούν οι υποστηρικτές της ομοσπονδιοποίησης αν και στο βαθμό που αυτή προωθηθεί. Φυσικά πρώτα απ’ όλα κατοχυρώνει τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής με την κατοχύρωση της «επιχειρηματικής ελευθερίας», της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και της ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων, κεφαλαίων, υπηρεσιών. Διαπνέεται από τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της ΕΕ, περιγράφοντας λιγότερα δικαιώματα από αυτά που ισχύουν σήμερα και έχουν κατακτήσει οι εργαζόμενοι. Είναι στο πνεύμα των λιγότερων κοινωνικών, εργασιακών, ασφαλιστικών δικαιωμάτων, του «απασχολήσιμου» και της ανατροπής των εργασιακών σχέσεων.

 

ΟΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΥΡΙΑΡΧΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ

Παρ’ όλες τις παραπάνω προσπάθειες και εξελίξεις, η προοπτική της μετεξέλιξης της ΕΕ σε Ομοσπονδία δεν προχωράει απρόσκοπτα. Οι ενδοκοινοτικές αντιθέσεις μεταξύ των κρατών-μελών, όσο και οι αντιθέσεις μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων στο εσωτερικό των κρατών-μελών, είναι ολοφάνερες και καθημερινά περιγράφονται στα ΜΜΕ μέσω κοινών άρθρων αρχηγών των κρατών-μελών, σε ευρωπαϊκές εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας, εκφράζοντας συμμαχίες και κοινές απόψεις μεταξύ ομάδων χωρών, αλλά και αντιθέσεις με άλλες ομάδες, κ.ο.κ.

Η Διακυβερνητική Διάσκεψη της Νίκαιας ακόμη και αν πετύχει θα λύσει κάποια άμεσα θεσμικά προβλήματα, όχι όμως το σύνολο των ζητημάτων που εγείρει η διεύρυνση. Ετσι μια ακόμη Διακυβερνητική Διάσκεψη είναι στα σκαριά, στην οποία θα ανατεθεί η επίλυση των πιο ακανθωδών ζητημάτων. Ομως αυτή, θα καθυστερήσει τη διεύρυνση της ΕΕ, ο πρώτος γύρος της οποίας θα ξεκινούσε το 2003.

Εξαιρετικά έντονες από τα άλλα κράτη-μέλη, ήταν οι αντιδράσεις, στην τοποθέτηση του υπουργού Εξωτερικών της Γερμανίας Γιόσκα Φίσερ στο Πανεπιστήμιο Χούμπολτ του Βερολίνου (Μάης 2000), αλλά και στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωκοινοβουλίου, όπου πρότεινε τη μελλοντική συγκρότηση μιας ευρωπαϊκής ομοσπονδίας ακολουθώντας την εξής πορεία: από την ενισχυμένη συνεργασία σε μια συνταγματική συνθήκη και τέλος στην ολοκλήρωση της ιδέας μιας ευρωπαϊκής ομοσπονδίας[2]. Η ομοσπονδία θα διαθέτει έναν ισχυρό πρόεδρο εκλεγόμενο με καθολική ψηφοφορία, που θα προίσταται μιας κυβέρνησης, η οποία θα αντιπροσωπεύει όλα τα κράτη-μέλη και ένα κοινοβούλιο δύο σώματα: το ένα θα αποτελείται από εκλεγμένα μέλη που ταυτόχρονα θα ανήκαν και στα εθνικά κοινοβούλια. Το άλλο, είτε θα είναι μια Γερουσία με γερουσιαστές εκλεγόμενους απευθείας από το λαό είτε θα εκπροσωπούνται τα κράτη[3]. Διευκρίνισε ωστόσο σε συνέντευξή του στην Ελ Παίς ότι: «Το εθνικό κράτος θα συνεχίσει να αποτελεί οργανικό στοιχείο μιας αυριανής, πολιτικά ενοποιημένης Ευρώπης. ... Η εθνική αρχή και η δημοκρατική αρχή θα συνυπάρχουν. Η Ευρώπη θα είναι πάντα μία Ευρώπη των εθνικών κρατών, πράγμα που σημαίνει ότι η ευρωπαϊκή κυριαρχία θα πηγάζει από την κυριαρχία των εθνικών κρατών...»[4].

Βέβαια οι αντιδράσεις υπήρξαν βροχή. Ο Γάλλος υπουργός Εσωτερικών Σεβενεμάν δήλωσε, «η Γερμανία δεν έχει συνέλθει από το «ναζιστικό εκτροχιασμό» και το Βερολίνο «ονειρεύεται ακόμα την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία»»[5], αφού για πολλούς στη Γαλλία η ιδέα της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας αποτελεί μέσο για προβάδισμα της Γερμανίας στην Ευρώπη και στον πολιτικοστρατιωτικό τομέα, μετά την επιβολή της στον οικονομικό, μέσω του ευρώ. Ο Πορτογάλος υφυπουργός Ευρωπαϊκών υποθέσεων Φρανσίσκο Σέισας ντα Κόστα δήλωσε: «Η Πορτογαλία δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της εντός του ομοσπονδιακού μοντέλου», ενώ η υπουργός Εξωτερικών της Σουηδίας Αννα Λιντ τόνισε: «Η Ευρωπαϊκή δημοκρατία βασίζεται στις εθνικές κυβερνήσεις και στα εθνικά κοινοβούλια». Στο ίδιο μήκος κύματος και ο υπουργός Εξωτερικών της Φινλανδίας Ερκι Τούομιογια δήλωσε στη γερμανική εφημερίδα «Βελτ αμ Ζόντακ» ότι «είναι πεντακάθαρο πως αρνούμεθα ένα διαχωρισμό της ΕΕ σε άνισες ομάδες χωρών». Τη δυσαρέσκειά του εκδήλωσε σε επιστολή του προς τον Φίσερ και ο Πολωνός υπουργός Εξωτερικών Μπρόνισλαβ Γκέρεμικ όπου μεταξύ άλλων ανέφερε: «Νομίζω ότι αυτή η πρόταση είναι αντίθετη προς τον τρόπο σκέψης των υποψηφίων χωρών, οι οποίες μόλις προ ολίγου επανέκτησαν την ανεξαρτησία και την κυριαρχία τους»[6].

Αλλά και στα ζητήματα της εξελισσόμενης Διακυβερνητικής Διάσκεψης οι αντιθέσεις είναι έντονες μέχρι σημείου να εκφράζονται προβληματισμοί για την επιτυχία της συνόδου κορυφής στη Νίκαια. Ο πρόεδρος της Γαλλίας Ζαν Σιράκ, σε συνάντησή του με την ηγεσία της Κομισιόν, επανέλαβε τα περί ευρωπαϊκού συντάγματος και Ευρώπης των δύο ταχυτήτων, τονίζοντας όμως ότι πρόκειται για θέματα που δε θα τεθούν στην ατζέντα της Γαλλικής προεδρίας. Στις κατηγορίες που υπήρξαν για το σκληρό πυρήνα απάντησε πως αυτό δε σημαίνει ότι κλείνει η πόρτα στους υπόλοιπους, καλώντας τη Βρετανία να συμμετάσχει, ανεξαρτήτως ΟΝΕ. Κατέστησε σαφές ότι η σύνοδος της Νίκαιας θα ασχοληθεί μόνο με τις θεσμικές αλλαγές που θεωρούνται απαραίτητες για την ομαλή λειτουργία της Ενωσης[7]. Την ίδια σχεδόν περίοδο ο Γάλλος υπουργός Ευρωπαϊκών υποθέσεων Πιέρ Μοσκοβισί σε συνέντευξή του στη «Φιγκαρό» τόνιζε την άρνηση της Γαλλίας να δεχτεί να έχει λιγότερους ψήφους στα πολιτικά όργανα της ΕΕ έναντι της Γερμανίας (μεγαλύτερη κατά 22 εκατ.) με το επιχείρημα «η δύναμη μιας χώρας δε σταθμίζεται αποκλειστικά από τον πληθυσμό της», δεχόμενος ωστόσο μια μεταγενέστερη Διακυβερνητική Διάσκεψη για τα επίμαχα ζητήματα της ομοσπονδίας. Κατά τη γνώμη του αυτή θα είναι «Ομοσπονδία των Κρατών-εθνών» και θα λειτουργεί κατά περίπτωση με ειδικές πλειοψηφίες (δηλαδή χωρίς σταθερό σκληρό πυρήνα), σε αντίθεση με τη γερμανική πρόταση. Δεν παρέλειψε να τονίσει ότι «δε θα καταρτίσουμε στο διάστημα της προεδρίας μας κανένα ευρωπαϊκό σύνταγμα, ούτε κανένα ομοσπονδιακό πολυκρατικό μόρφωμα» και παρατηρώντας το Σιράκ για τις απόψεις του σημείωσε ότι αυτός «δε μιλάει εξ ονόματος της κυβέρνησης»[8].

Οι αντιπαραθέσεις για την πολιτική ενοποίηση της ΕΕ αποτυπώνονται σε κοινά άρθρα των αρχηγών των κρατών-μελών, με πιο χαρακτηριστικά των Μπλερ-Αθνάρ στους «Φαϊνάνσιαλ Τάϊμς» και την «Ελ Μούντο», όπου κάνουν κοινή έκκληση προς την ΕΕ να υλοποιήσει τη δέσμευσή της για οικονομικές μεταρρυθμίσεις και να αποφύγει τις εσωτερικές έριδες για τη θεσμική μεταρρύθμιση. Τονίζουν ότι πρέπει όλοι να σεβαστούν τους κανόνες και τις διαδικασίες της Ενωσης, δεν μπορούν να υπάρξουν πολίτες δεύτερης κατηγορίας στην Ευρώπη.

Λίγους μήνες αργότερα ο Γερμανός καγκελάριος Σρέντερ και ο Ιταλός πρωθυπουργός Τζουλιάνο Αμάτο σε κοινό άρθρο τους στην εφημερίδα «Frankfurter Allgemeine» αναλύουν τη δική τους θεώρηση για τη διευρυμένη Ευρώπη του μέλλοντος. Παρουσιάζουν τις κοινές θέσεις Γερμανίας-Ιταλίας για απαγκίστρωση της ΕΕ από την αρχή της ομοφωνίας, την καθιέρωση της αρχής της πλειοψηφίας σε θέματα εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής, φορολογίας ή ακόμη και δικαιοσύνης, την ενσωμάτωση της Χάρτας στις Συνθήκες. Για τη Διακυβερνητική Διάσκεψη θεωρούν ότι οφείλει να θεσπίσει τους κανόνες που θα ορίζουν ποιές υποψήφιες χώρες θεωρούνται «ιδιαίτερα ικανές» να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της ένταξης, διασφαλίζοντας ότι πρέπει να είναι η ΕΕ έτοιμη για την ένταξη των νέων μελών το 2003. Τονίζουν ότι ο ρόλος της προπορευόμενης ομάδας κρατών, στην οποία ανήκουν Γερμανία-Ιταλία, είναι εφικτός στην πράξη και ότι μια αποτυχία στη Νίκαια θα είχε καταστροφικές συνέπειες, γι’ αυτό δηλώνουν την αμέριστη υποστήριξή τους στη Γαλλία[9].

Τις ίδιες μέρες οι πρωθυπουργοί Βρετανίας Τόνι Μπλερ και Σουηδίας Γιόραν Πέρσον σε κοινό άρθρο τους στους «Φαϊνάνσιαλ Τάϊμς» (21.9.2000) μοιράζονται τις ίδιες απόψεις για τη διεύρυνση ότι δηλαδή πρέπει να καθορίσει η ΕΕ ημερομηνία για τις πρώτες προσχωρήσεις, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και προτρέπουν τους Ευρωπαίους συναδέλφους τους να μη λησμονούν το νόημα και τη σημασία που έχει η διεύρυνση για το μέλλον.

Αναμφίβολα, οι αντιθέσεις εκφράζουν τον ανταγωνισμό των γεωπολιτικών συμφερόντων των αστικών τάξεων των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων και μονοπωλίων, για το μοίρασμα της πίτας.

Το θέμα της διεύρυνσης είναι σημείο τριβής, αφού η Βρετανία, η Σουηδία και εν μέρει η Ισπανία θέλουν γρήγορα τη διεύρυνση και χαλαρές σχέσεις, σε αντίθεση με τη Γερμανία και τη Γαλλία που επιθυμούν πρώτα την εμβάθυνση. Στο θέμα αυτό τοποθετήθηκε και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, καλώντας, από τη συνεδρίασή του στην Πράγα (21.9.2000), την ΕΕ να καθορίσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για τα νέα μέλη και να διασαφηνίσει τους όρους ένταξης. Ενδιαφέρεται ο διεθνής αυτός ιμπεριαλιστικός οργανισμός για τη γρήγορη πρόσδεση των πρώην σοσιαλιστικών χωρών στο καπιταλιστικό άρμα της ΕΕ για να προλάβουν λαϊκές αντιδράσεις που αρχίζουν να εμφανίζονται και σε αυτές τις χώρες από τους εργαζόμενους, αλλά και κάτω από την επίδραση των προβλημάτων της ΕΕ (πτώση ευρώ, διεύρυνση φτώχειας κ.ά.). Μάλιστα, πρόσφατες είναι οι δηλώσεις του συντηρητικού «φιλοευρωπαϊστή» ηγέτη της Ουγγαρίας Βίκτορ Ορμπαν σε γερμανική εφημερίδα ότι, τελικά, η ένταξη της χώρας του στην ΕΕ συνεπιφέρει περισσότερα μειονεκτήματα παρά πλεονεκτήματα για τους Ούγγρους[10].

Η διαμάχη εξελίσσεται ανάμεσα στη Γερμανία που έχει ηγεμονική θέση, στη Γαλλία και τη Βρετανία. Στην πραγματικότητα Γαλλία και Γερμανία με όποιες παραλλαγές και αν εκφράζονται, τουλάχιστον σαν πρώτο βήμα, κινούνται στη λογική της ΕΕ υπό την ηγεμονία ενός «σκληρού πυρήνα», γύρω από τον οποίο διαμορφώνονται ομόκεντροι κύκλοι. Η Βρετανία επιθυμεί μια χαλαρή ένωση. Οι μικρότερης σημασίας δυνάμεις τοποθετούνται στα πλαίσια των παραπάνω λογικών. Επιβεβαιώνεται και με τις τοποθετήσεις αυτές ότι η διακηρυσσόμενη καπιταλιστική ενοποίηση ισότιμων εταίρων προσκρούει στον καπιταλιστικό νόμο της ανισόμετρης ανάπτυξης.

 

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ

Τα κόμματα του ελληνικού κοινοβουλίου (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΣΥΝ) εκφράστηκαν στην Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Βουλής μέσα από ένα ενιαίο κείμενο, διατυπώνοντας την ίδια θετική στάση που είχαν και στις προηγούμενες Συνθήκες (Μάαστριχτ, Αμστερνταμ). Θεωρούν «αναγκαίο να διευρυνθεί η ημερήσια διάταξη της Διακυβερνητικής Διάσκεψης, ...με τη συμπερίληψη ιδίως των θεμάτων της ενσωμάτωσης στην υπό αναθεώρηση Συνθήκη της Χάρτας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της περαιτέρω ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Πολιτικής για την Ασφάλεια και την Αμυνα»[11]. Εκφράζοντας μάλιστα τη θέση τους για την προοπτική της ΕΕ αναφέρουν ότι «όλοι οι όροι της μεταρρύθμισης της ΕΕ πρέπει να κατατείνουν και να υποστηρίζουν την ομοσπονδιακή προοπτική της».

Στα ειδικότερα θέματα η θέση τους εκφράζεται ακριβώς σε αυτά τα πλαίσια, βέβαια από την πλευρά της θέσης που έχει η Ελλάδα στο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Δηλαδή προτείνουν τη συμμετοχή όλων των κρατών στη σύνθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και τη μέθοδο της διπλής πλειοψηφίας στη λήψη αποφάσεων (επί της κατανομής των ψήφων στο Συμβούλιο). Για την επέκταση της ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία, θεωρούν ότι πρέπει «να ισχύει η αρχή της ομοφωνίας σε θεσμικής φύσεως θέματα της ΕΕ και ... ότι εφόσον διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής της ειδικής πλειοψηφίας, οι σχετικοί τομείς δράσης πρέπει να υπόκεινται στη διαδικασία της συναπόφασης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο», ενώ δέχονται τον αριθμό των 700 βουλευτών στο ευρωκοινοβούλιο με τον όρο «... της ικανοποιητικής αντιπροσώπευσης των κρατών-μελών». Τέλος, για την αρχή της ενισχυμένης συνεργασίας δέχονται «... την καθιέρωση μηχανισμών περαιτέρω εμβάθυνσης της ενοποιητικής διαδικασίας,...» και ότι «οι διαδικαστικές ρυθμίσεις της ενισχυμένης συνεργασίας θα πρέπει να απλοποιηθούν».

Είναι χαρακτηριστικό ότι και τα τρία κόμματα της Βουλής υιοθετούν τα μέτρα αντιδραστικοποίησης και καταστολής της ΕΕ όπως εκφράζονται στη Χάρτα και την ΚΕΠΠΑ.

Για την ελληνική ολιγαρχία, τα οικονομικά και πολιτικά κέρδη από τη συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ (και στις εξελίξεις που δρομολογούνται με τη νέα Διακυβερνητική Διάσκεψη) υπερτερούν των όποιων δυσκολιών. Αξιοποιεί τη συμμετοχή της στην ΕΕ στον ανταγωνισμό με την τουρκική ολιγαρχία και τη διείσδυση στο χώρο των Βαλκανίων. Ταυτόχρονα γνωρίζει ότι η ανάπτυξη της ταξικής πάλης είναι αναπόφευκτη στις συνθήκες όξυνσης των αντιθέσεων και αναπτύσσει στενότερους δεσμούς με το ευρωπαϊκό ιμπεριαλιστικό κέντρο.

Ετσι ο κ. Σημίτης σε άρθρο του με τίτλο: «Ποτέ στη 2η ταχύτητα»[12], θεωρεί αναγκαία την εμβάθυνση της ενοποιητικής διαδικασίας της ΕΕ, τη μετεξέλιξη της σε γνήσια πολιτική ένωση. Υπερθεματίζει για την «ενισχυμένη συνεργασία» και στους τομείς της ΚΕΠΠΑ, τονίζει ότι «το εθνικό κράτος θα πρέπει να εξακολουθήσει να αποτελεί τη βασική λειτουργική συνιστώσα της πολιτικής,...» και καταλήγει κινδυνολογώντας ότι «στη συζήτηση που άνοιξε (περί ομοσπονδίας) πρέπει να είμαστε όλοι παρόντες αλλιώς οι προσπάθειες να κατακτήσουμε θέση στην πρώτη ταχύτητα ίσως χαθούν, με ανυπολόγιστο κόστος». Στο πλευρό της κυβέρνησης στάθηκε και η ΝΔ με δηλώσεις του Κ. Καραμανλή υπέρ της ομοσπονδιακής δομής της ΕΕ, ενώ η Ντ. Μπακογιάννη σε άρθρο της σημείωνε, πως «η εθνική μας στρατηγική πρέπει να επιδιώκει τη συμμετοχή της στο σκληρό πυρήνα των διεργασιών...». Στην ίδια κατεύθυνση ο υπουργός Αμυνας Α. Τσοχατζόπουλος στην άτυπη Σύνοδο των Υπουργών Αμυνας (22.9.2000, Παρίσι) δήλωνε πρώτος και καλύτερος τη συμφωνία του στο να θέσει υπό τις διαταγές της ΕΕ, αρχικά ένα τμήμα και στη συνέχεια εξ ολοκλήρου, τις ένοπλες δυνάμεις της Ελλάδας διευκρινίζοντας μάλιστα ότι η δημιουργία της στρατιωτικής δύναμης αποτελεί «μια από τις σημαντικότερες επιλογές της ΕΕ που συμβάλλουν στην πολιτική της ενοποίησης και δημιουργούν προϋποθέσεις παρέμβασης της ΕΕ για θέματα ασφαλείας σε οποιοδήποτε σημείο της Ευρώπης, ..., που θα ικανοποιήσει τη δυνατότητα παρέμβασης της ΕΕ οπουδήποτε υπάρχει κρίση»[13]. Δηλαδή, εάν ξεσηκωθούν οι εργαζόμενοι διεκδικώντας τα δικαιώματά τους στην εργασία, παιδεία, υγεία πολιτισμό κλπ., τότε μπορεί να χαρακτηριστεί κρίση και να επέμβει ο ευρωπαϊκός στρατός.

Τις ίδιες επιλογές κάνει και ο ΣΥΝ όσο και αν προσπαθεί να εμφανιστεί ότι έχει μεν ευρωπαϊκό προσανατολισμό, αλλά ταυτόχρονα και διαφορετική άποψη. Στην απόφαση του 3ου τακτικού συνεδρίου του ΣΥΝ αναφέρεται στη θέση 5α με θέμα, η νέα Διακυβερνητική Διάσκεψη της ΕΕ, ότι «Η νέα Διακυβερνητική Διάσκεψη, ... με θέμα τη θεσμική ανασυγκρότηση της ΕΕ, ..., κριτήριο των επιλογών της πρέπει να είναι η προώθηση της πολιτικής ενοποίησης, ..., και η διαμόρφωση των θεσμών και διαδικασιών που εξυπηρετούν αυτή την προοπτική»[14].

Το ΔΗΚΚΙ παρά την κριτική που ασκεί στην ΕΕ, την εξέλιξη και την πολιτική της δεν οριοθετείται από τη στρατηγική των μονοπωλίων και οι προτάσεις του κινούνται στη λογική του μονόδρομου. Προβάλλει την ουτοπική θέσης της φιλολαϊκής μεταρρύθμισης της ΕΕ και υπερθεματίζει στην κατεύθυνση της Πολιτικής Ενωσης. Μάλιστα θεωρεί ότι τα προβλήματα προκύπτουν γιατί προηγήθηκε η οικονομική-νομισματική ένωση, της πολιτικής.

 

Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ

Η θέση του ΚΚΕ για το ρόλο της ΕΕ επιβεβαιώνεται ακόμη μια φορά και από τη Διακυβερνητική Διάσκεψη και τις θεσμικές αλλαγές που προωθεί. Στην τοποθέτησή μας στην Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, αφού καταψηφίσαμε το κοινό πόρισμα που συμφώνησαν τα άλλα κόμματα, τονίσαμε ότι «η επικείμενη αναθεώρηση των Συνθηκών της ΕΕ στα πλαίσια της Διακυβερνητικής Διάσκεψης θα επιτείνει τις αρνητικές συνέπειες, γι’ αυτό και το ΚΚΕ αντιτίθεται σε όλες τις επικείμενες αλλαγές, αντιτίθεται στην παραπέρα πολιτική ενοποίηση της ΕΕ, αντιτίθεται στην «ομοσπονδιοποίηση» της ΕΕ, στη «συνταγματοποίηση» της. ... Οι επιπτώσεις σε βάρος των εργαζομένων της χώρας, και της ίδιας της χώρας, είναι βαριές και θα είναι και στο μέλλον βαρύτερες... Το σύνολο των αλλαγών που σχεδιάζονται στη Διακυβερνητική Διάσκεψη οδηγούν σε νέα παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, σε μεγαλύτερο περιορισμό του δικαιώματος του ελληνικού λαού να αποφασίζει για το δρόμο που θα ακολουθήσει...».

Εξάλλου η ΚΕ σε απόφασή της ειδικά για τις εξελίξεις στην ΕΕ (Δεκέμβρης 1998) τόνιζε: «Η ΚΕ εκτίμησε την πορεία της ΕΕ μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, ιδιαίτερα από το 1995 μέχρι σήμερα, όπου η ΕΕ μπαίνει πιο αποφασιστικά στην ΟΝΕ, προωθώντας το κοινό νόμισμα και την «Ατζέντα 2000». ... Η αναθεώρηση των Συμφωνιών του Μάαστριχτ που έγινε στο Αμστερνταμ και οι επεξεργασίες τακτικής που προβλέπονται στην «Ατζέντα 2000» (και οι θεσμικές αλλαγές της Διακυβερνητικής Διάσκεψης) ενισχύουν την αντιδραστική κατεύθυνση της πολιτικής της ΕΕ, διατηρώντας σαν στρατηγικό σημείο αναφοράς τις Συμφωνίες του Μάαστριχτ...

Ο ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός στους κόλπους της ΕΕ και της ευρωπαϊκής ολιγαρχίας αναπτύσσεται ταυτόχρονα και σε διαπλοκή με τον παγκόσμιο. Ο γαλλογερμανικός άξονας έχει ενισχυθεί σαν καθοριστική δύναμη της ενοποίησης. Ταυτόχρονα όμως από τη Γαλλία μέσω της Ενωσης, αλλά και από τη Βρετανία που πολλές φορές συμπλέει με τις ΗΠΑ, εκφράζονται και οι προσπάθειες ελέγχου των τάσεων του ηγεμονισμού της Γερμανίας».

Το ΚΚΕ πάντα αποκάλυπτε στο λαό τις συνέπειες των σχεδιασμών του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κέντρου. Και τώρα ενημερώνει για τις συνέπειες της Διακυβερνητικής Διάσκεψης και προβάλλει τη θέση του, που η ίδια η ζωή την έχει επιβεβαιώσει, ότι η πάλη κατά της ΕΕ, η ρήξη μαζί της και η αποδέσμευση είναι όρος, προϋπόθεση για φιλολαϊκή ανάπτυξη στο έδαφος της λαϊκής οικονομίας. Ετσι αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της αντιιμπεριαλιστικής, αντιμονοπωλιακής πάλης και της πολιτικής κατεύθυνσης του Μετώπου και της λαϊκής εξουσίας. Βεβαίως δεν μπορεί να αποκλείσει κανείς στην πορεία να υπάρξουν σημαντικές εξελίξεις στα πλαίσια της ΕΕ, κάτω από την πάλη των λαών και τις εσωτερικές αντιθέσεις ή τις επιπτώσεις της καπιταλιστικής κρίσης. Δεν είναι απίθανο το πείραμα της ΟΝΕ και του ευρώ με τους προδιαγραμμένους στόχους και ρυθμούς να αποτύχει. Ηδη το ευρώ έφαγε ένα γερό χαστούκι από το λαό της Δανίας με το δημοψήφισμα στις 28.9.2000 παρόλη την τρομοκρατική πίεση από την ΕΕ, το σύνολο σχεδόν των πολιτικών κομμάτων και συνδικάτων της χώρας αυτής. Ταυτόχρονα, το ΚΚΕ δε θα πάψει να αναδεικνύει τις ευθύνες των κομμάτων που, με τον ένα ή άλλο τρόπο, συνηγορούν στον «ευρωπαϊκό προσανατολισμό» της αντίδρασης, ανισότητας, αδικίας. Για το ΚΚΕ και τους κομμουνιστές στην ημερήσια διάταξη προβάλλει η ανάγκη να συγκροτηθεί ένα διεθνές αντιιμπεριαλιστικό κίνημα με στήριγμα τα λαϊκά κινήματα σε εθνικό επίπεδο. Ενα κίνημα ικανό να αξιοποιεί τις αντιφάσεις και αντιθέσεις του ευρωπαϊκού αλλά και διεθνούς ιμπεριαλισμού. Να αναδείχνει αδύνατους κρίκους σε μια σειρά χώρες και περιοχές, να αναπτύσσει και να συντονίζει γενικότερους αγώνες, ενισχύοντας έτσι τη δράση και σε εθνικό επίπεδο[15].



Η Διαμάντω Μανωλάκου είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνη του Τμήματος Ευρωπαϊκής Πολιτικής.

[1] Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 12, σελ. 127.

[2] «ΤΟ ΒΗΜΑ», 18.6.2000.

[3] «ΤΟ ΒΗΜΑ», 18.6.2000.

[4] «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 11.7.2000.

[5] «ΕΞΟΥΣΙΑ», 23.5.2000.

[6] «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 28.5.2000.

[7] «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 4.7.2000.

[8] «Ελευθεροτυπία», 9.7.2000.

[9] «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 22.9.2000.

[10] «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 20.9.2000.

[11] Γνώμη της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων-Βουλή των Ελλήνων, σελ. 16, Αθήνα 2000.

[12] «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 1.7.2000.

[13] «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ», 26.9.2000.

[14] «ΑΥΓΗ», 24.9.2000, σελ. 21.

[15] «Θέσεις» της ΚΕ του ΚΚΕ για το 16ο Συνέδριο.