ΓΙΑ ΤΗ «ΝΕΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ»

Το τελευταίο διάστημα ένας νέος όρος μπήκε για τα καλά στη ζωή μας. Ο όρος της «νέας Οικονομίας», ο οποίος αναφέρεται στις επιχειρήσεις που είναι άμεσα συνδεδεμένες με την αξιοποίηση νέων τεχνολογιών στην παραγωγική διαδικασία, των τεχνολογιών της πληροφορίας και της επικοινωνίας, τη λεγόμενη ψηφιακή επανάσταση, τα ηλεκτρονικά δίκτυα, την αξιοποίηση του κυβερνοχώρου και του διαδικτύου, του Ιντερνετ.

Ο όρος «νέα οικονομία» πρωτοεμφανίστηκε στις ΗΠΑ, οι οποίες μάλιστα πρωτοκαθιέρωσαν ειδικό χρηματιστηριακό δείκτη για τις επιχειρήσεις της λεγόμενης «νέας οικονομίας», το NASDAQ. Ως νέος κλάδος της βιομηχανίας και των εφαρμογών του στη σφαίρα της κυκλοφορίας (π.χ. στο χρηματοπιστωτικό και χρηματοεπενδυτικό τομέα), στους διάφορους τομείς της οικονομίας (π.χ. στην εξυπηρέτηση μεταφορών, τουρισμού κλπ.), αποτέλεσε πόλο έλξης κεφαλαίων, συγκέντρωσης και συγκεντροποίησής τους. Η ίδια τάση είχε εκδηλωθεί σε κάθε νέα εφαρμογή/χρήση επιστημονικών επιτευγμάτων και συνοδευόταν από την υπερβολή και μυθοποίηση του «νέου». Η τάση αυτή οδήγησε και στο αυξημένο χρηματιστηριακό επενδυτικό ενδιαφέρον, με αποτέλεσμα την πληθωριστική έκφραση των χρηματιστηριακών τιμών των μετοχών των αντίστοιχων επιχειρήσεων. Η νέα φρενίτιδα που κατέλαβε τους επενδυτές έχει οδηγήσει στην υπερεκτίμηση της αξίας των μετοχών αυτών των επιχειρήσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι μετοχές των πέντε μεγαλύτερων επιχειρήσεων του Ιντερνετ, οι οποίες υπερεκατονταπλασίασαν την αξία των μετοχών τους.

Η εξέλιξη αυτή οδήγησε τον ΟΟΣΑ στην εξαμηνιαία έκθεσή του, η οποία δημοσιεύτηκε τον περασμένο Μάη, να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, προειδοποιώντας ότι ο πυρετός της νέας οικονομίας που σκίασε πρόσφατα τις κεφαλαιαγορές, θα μπορούσε να διαλύσει αυτή την εικόνα και υπενθυμίζει αντίστοιχους κύκλους μεγάλης ανόδου οι οποίες κατάληξαν σε ύφεση[1].

Το τελευταίο διάστημα, μάλιστα, πολλαπλασιάζεται η ανησυχία από ορισμένους οικονομολόγους και αναλυτές, για την πορεία της «νέας οικονομίας». Οι ανησυχίες εστιάζονται στο ότι η λεγόμενη ευημερία της «νέας οικονομίας» μοιάζει τόσο εύθραυστη που θυμίζει την οικονομική αύξηση της δεκαετίας του ’20, σε σημείο μάλιστα που ορισμένοι να μιλούν για τον «κίνδυνο χρεοκοπίας» και αφήνουν να πλανάται το φάντασμα του 1929.

Ανησυχίες εκφράζει και ο Γερμανός Καγκελάριος[2], λέγοντας για τη νέα οικονομία: «Οι υψηλοί ρυθμοί μεγέθυνσης σε μια ορισμένη φάση από μόνοι τους δεν προδικάζουν τη βιωσιμότητα μιας επιχείρησης ή ενός κλάδου». Τελικά συμβουλεύει να υπάρξει αρμονία μεταξύ «παλιάς και νέας οικονομίας».

Στο Συμβούλιο της ΕΕ στη Λισσαβόνα αναφέρεται ότι «η ΕΕ βρίσκεται αντιμέτωπη με μια μεγάλη ποιοτική μεταλλαγή, η οποία προκύπτει από την παγκοσμιοποίηση και τις προκλήσεις μιας νέας οικονομίας καθοδηγούμενης από τη γνώση». Στη Λισσαβόνα το ενδιαφέρον του Συμβουλίου εστιάζεται στην ανάγκη εκσυγχρονισμού και συμβατότητας που θα επιτρέψει τη διασύνδεση των χρηματιστηρίων και των Τραπεζών στην ενιαία εσωτερική αγορά της ΕΕ, την ηλεκτρονική εξυπηρέτησή τους, την εξυπηρέτηση του ηλεκτρονικού εμπορίου, κυρίως μεταξύ επιχειρήσεων κλπ.

Το κείμενο δεν προσθέτει κάτι νέο. Κάνει μια προσπάθεια να προωθηθούν οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στην ΕΕ στη βάση του ανταγωνισμού με τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία και βασίζεται στα κείμενα του Μάαστριχτ και της «Λευκής Βίβλου».

Το ενδιαφέρον του Συμβουλίου της Λισσαβόνας εστιάζεται στο να ενιαιοποιηθεί η εσωτερική αγορά της ΕΕ ώστε, και με την αξιοποίηση της υψηλής τεχνολογίας, να ικανοποιήσει τις ανάγκες του εμπορίου και της κίνησης κεφαλαίων, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τα δίκτυα υψηλής τεχνολογίας.

 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η «ΝΕΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ»;

Σαν όρος κατά τη γνώμη μας είναι ενταγμένος στην ίδια λογική και άλλων ψευδεπίγραφων εννοιών όπως της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης, της κοινωνίας της γνώσης, της ψηφιακής κοινωνίας και άλλων που στηρίζονται σε παλιότερους όρους όπως μεταβιομηχανική κοινωνία.

Αν και σε κάθε κοινωνικό σύστημα αντιστοιχεί ένα ορισμένο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, ωστόσο τα κοινωνικο-οικονομικά συστήματα δεν καθορίζονται άμεσα από το συγκεκριμένο επίπεδο ανάπτυξης των μέσων παραγωγής, αλλά από τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των ανθρώπων στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους (σχέσεις παραγωγής) που νομική τους έκφραση αποτελούν οι σχέσεις ιδιοκτησίας των ανθρώπων με τα μέσα παραγωγής[3]. Η ιδιοκτησία στις συνθήκες της λεγόμενης «νέας οικονομίας» παραμένει ατομική και ο τρόπος παραγωγής κεφαλαιοκρατικός.

Γι’ αυτό ο όρος «νέα οικονομία», κατά τη γνώμη μας, προσπαθεί να κρύψει όλες τις πιο επιθετικές νεοφιλελεύθερες τάσεις αλλά και αντιθέσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στο στάδιο του ιμπεριαλισμού. Από αυτή την άποψη, όπως δεν είναι νέα η τάση διεθνοποίησης του κεφαλαίου και των αντιθέσεών του, παρά τη φιλότιμη προσπάθεια που γίνεται να εμφανιστεί κάτω από τον όρο «παγκοσμιοποίηση», σαν ένα σύστημα «αιώνιο» χωρίς αντιθέσεις που δήθεν συμφέρει τους λαούς και τους εργαζόμενους, έτσι και ο όρος «νέα οικονομία» προσπαθεί να κρύψει τις αντιθέσεις του καπιταλιστικού συστήματος και τον εκμεταλλευτικό του χαρακτήρα.

Οι νέες τεχνολογίες είναι η ανάπτυξη των μέσων παραγωγής στις σημερινές συνθήκες του καπιταλιστικού συστήματος και η αξιοποίησή τους στην παραγωγική διαδικασία και είναι φυσικά ενταγμένες στις ανάγκες του κεφαλαίου.

Η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών και η αξιοποίησή τους στην παραγωγή στηρίζεται στο νόμο του κέρδους και ιδιαίτερα για την εξασφάλιση πρόσθετου υπερκέρδους σε ορισμένους κλάδους. Η αξιοποίησή τους συμβάλλει στη μεγαλύτερη συσσώρευση, στη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Συμβάλλει στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, δηλαδή στη ένταση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων.

Η τάση του κεφαλαίου είναι να αλλάζει η οργανική του σύνθεση. Αυτό έχει σαν συνέπεια να μεγαλώνει το σταθερό του τμήμα για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη των μέσων παραγωγής και της τεχνολογίας, σε βάρος του μεταβλητού, δηλαδή των μισθών. Αυτό οδηγεί σε πτωτική τάση το μέσο ποσοστό κέρδους γι’ αυτό εντείνεται η επίθεση του κεφαλαίου για παράταση του ημερήσιου χρόνου εργασίας, ενώ μειώνεται ιδιαίτερα ο αναγκαίος χρόνος εργασίας για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, με τη χρήση της νέας τεχνολογίας. Αυτές οι τάσεις εκφράζονται με τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στην αγορά εργασίας, δηλαδή, με μείωση μισθών, διάλυση του 8ωρου-7ωρου και του ασφαλιστικού συστήματος και αύξηση της ανεργίας. Είναι το αποτέλεσμα της έντασης της εκμετάλλευσης για απόσπαση μεγαλύτερου ποσοστού και μάζας υπεραξίας σε αυτές τις συνθήκες πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους.

Η αλλαγή στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου και η τεράστια συσσώρευση, η τάση πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους, η μείωση της αγοραστικής δύναμης των λαϊκών στρωμάτων έχουν σαν συνέπεια την όξυνση όλων των αντιθέσεων του συστήματος εργασία-κεφάλαιο, αλλά και των αντιθέσεων μεταξύ των καπιταλιστών και την επανάληψη των κρίσεων με μεγαλύτερη συχνότητα, ένταση και βάθος. Αυτοί είναι και οι λόγοι ανησυχίας ορισμένων αναλυτών της «νέας οικονομίας», όταν μιλούν για τη μεγάλη συσσώρευση σαν προοίμιο της κρίσης.

Οι επιχειρήσεις της λεγόμενης «νέας οικονομίας» έχουν όλα τα χαρακτηριστικά της βιομηχανίας ή εμπορικών επιχειρήσεων. Οι εργαζόμενοι σε αυτές έχουν τα χαρακτηριστικά του μισθωτού ή και του βιομηχανικού εργάτη. Κατά συνέπεια η άποψη που λέει να περάσουμε από κάποια «βιομηχανική κοινωνία» στην κοινωνία της «γνώσης» συσκοτίζει τη σημερινή πραγματικότητα. Την πραγματικότητα του ιμπεριαλισμού που κύριο χαρακτηριστικό του είναι η τεράστια συγκέντρωση-συγκεντροποίηση κεφαλαίων, η σήψη, η κρίση, η εξαγωγή κεφαλαίων, το μοίρασμα και ξαναμοίρασμα αγορών. Η εκμετάλλευση των εργαζομένων εντείνεται και από το γεγονός ότι οι νέες τεχνολογίες χρησιμοποιούνται ευρύτατα για την εντατικοποίηση της εργασίας.

Η εργασία προσαρμόζεται πλέον στην ιλιγγιώδη ταχύτητα κίνησης του υπολογιστή και ο εργαζόμενος στην κυριολεξία ξεζουμίζεται. Η καπιταλιστική χρήση και αξιοποίηση της νέας τεχνολογίας οδηγεί στην οικοδόμηση ενός αυταρχικού αντιδημοκρατικού καθεστώτος στους χώρους δουλιάς, ακόμα και με τη συνεχή παρακολούθηση των εργαζομένων. Αξιοποιείται για το ηλεκτρονικό φακέλωμα (Σένγκεν - Echelon), τα λεγόμενα «έξυπνα» όπλα του ιμπεριαλισμού και τον πόλεμο των άστρων των ΗΠΑ.

Εμείς δε θα αρνηθούμε την αλματώδη ανάπτυξη της τεχνολογίας στην εποχή μας. Ομως στον καπιταλισμό στο βαθμό που η επιστήμη εφαρμόζεται στην κοινωνική παραγωγή στον ίδιο βαθμό παρουσιάζεται σαν ξένη, εχθρική και εξουσιαστική απέναντι στην εργασία.

Ο εργαζόμενος, επειδή δεν του ανήκουν τα μέσα παραγωγής, καταστρέφεται σαν παραγωγική δύναμη με την πτώση της τιμής της εργατικής δύναμης και με την ανεργία, δηλαδή το αναγκαίο συμπλήρωμα των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής. Αυτό το πλασματικό περίσσευμα ανθρώπων λειτουργεί σαν εφεδρεία για την εντονότερη εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο.

Το πρόβλημα είναι η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και τις νέες τεχνολογίες που συγκρούεται με τον -τεραστίων διαστάσεων- κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας. Το πρόβλημα είναι οι σχέσεις παραγωγής, γι’ αυτό -κατά τη γνώμη μας- οι όροι νέα οικονομία, κοινωνία της γνώσης, καθώς και άλλοι όροι κρύβουν τη στυγνή εκμετάλλευση των λαών και των εργαζομένων.

Η λεγόμενη νέα οικονομία έχει όλα τα χαρακτηριστικά του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής στο στάδιο του ιμπεριαλισμού, δηλαδή της εκμετάλλευσης, των κρίσεων και των αντιθέσεων. Είναι η καπιταλιστική οικονομία στις συνθήκες ελεύθερης κίνησης κεφαλαίων, εμπορευμάτων και εργατικής δύναμης. Οι νέες τεχνολογίες και η επιστήμη στα χέρια του κεφαλαίου σημαίνουν ένταση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης και αύξηση των κερδών.

Δεν είναι κάτι νέο ως προς το σύστημα. Είναι καπιταλισμός που αξιοποιεί τις τεχνολογίες και την επιστήμη για μεγαλύτερα κέρδη και όχι για την ευημερία των εργαζομένων και των λαών.

Επιβεβαιώνεται η εκτίμηση του Κ. Μαρξ ότι: «Η τεράστια παραγωγική δύναμη, σε σχέση με τον πληθυσμό, που αναπτύσσεται στα πλαίσια του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και η αύξηση, αν και όχι στην ίδια αναλογία, των κεφαλαιακών αξιών (όχι μόνο του υλικού τους υπόβαθρου), που αυξάνουν πολύ πιο γρήγορα από τον πληθυσμό, έρχεται σε αντίφαση με τη βάση, που στενεύει όλο και περισσότερο σε σχέση με τον αυξανόμενο πλούτο και για την οποία δρα αυτή η τεράστια παραγωγική δύναμη, έρχεται σε αντίφαση και με τις σχέσεις αξιοποίησης αυτού του ογκούμενου κεφαλαίου. Από δω οι κρίσεις»[4].

 

ΟΞΥΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Σε έκθεση του ΟΗΕ αναφέρονται ορισμένα ενδεικτικά στοιχεία για το Ιντερνετ με τον υπότιτλο «παγκοσμιοποίηση της ανισότητας».

«Οι τρεις πιο πλούσιοι άνθρωποι στον κόσμο μεταξύ αυτών και ο κ. Γκέιτς με συνολικά κέρδη 156 δισ. δολάρια είναι πιο εύρωστοι οικονομικά από τον προϋπολογισμό των 43 πιο φτωχών χωρών στον κόσμο.

Η μεγαλύτερη βιομηχανία σήμερα εξαγωγών στις ΗΠΑ, όπου το 20% των ανθρώπων της ζει κάτω από τα εθνικά όρια της φτώχειας, είναι η ψυχαγωγία: Τα φιλμ του Χόλυγουντ είχαν τζίρο 30 δισ. δολάρια παγκοσμίως.

Η πρόσβαση στο δίκτυο διαχωρίζει τους πλούσιους από τους φτωχούς, καθώς ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής κοστίζει στο μέσο άνθρωπο στο Μπαγκλαντές περισσότερο από το εισόδημα 8 χρόνων»[5].

Ορισμένα στοιχεία από την αμερικανική «νέα οικονομία».

Το ποσοστό ανεργίας στις ΗΠΑ μετράται 4,1%, αλλά δε συγκαταλέγονται σαν άνεργοι, οι απασχολήσιμοι και όσοι παρακολουθούν σεμινάρια - προγράμματα κατάρτισης. Ταυτόχρονα 44 εκατ. Αμερικανών δεν έχουν σύνταξη.

«Στη Silicon Valley το 40% των θέσεων εργασίας στην περιοχή δεν ανταποκρίνεται στον παραδοσιακό ορισμό της μόνιμης εργασίας. Σύμφωνα με μια πολύ πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Σαν Φραντζίσκο, η ελαστικότητα και η κινητικότητα είναι τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της αγοράς εργασίας στην Καλιφόρνια. Το 40% των μισθωτών εκεί κρατούν τη θέση τους για λιγότερο από τρία χρόνια, το 39% πήραν προαγωγή ή βρήκαν καλύτερη δουλιά μέσα στον προηγούμενο χρόνο, το 59% μόνο αύξησαν το έσοδά τους, το 20% έχασαν τις θέσεις τους στα τρία τελευταία χρόνια, το 12% έχουν πάνω από μια δουλιά, σχεδόν το ένα τρίτο δουλεύει πάνω από 45 ώρες την εβδομάδα και κυρίως μόλις το ένα τρίτο χειρωνακτών στην Καλιφόρνια έχουν μια εργασία πλήρους απασχόλησης και αόριστου χρόνου».

 

ΟΞΥΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΗΠΑ - ΕΕ - ΙΑΠΩΝΙΑΣ - ΚΑΙ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΕΕ

Μετά τις ΗΠΑ, τόσο η ΕΕ όσο και η Ιαπωνία προχωρούν στην υιοθέτηση των εφαρμογών της λεγόμενης «νέας οικονομίας».

Στην ΕΕ η συνεδρίαση της προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Συνόδου Κορυφής στη Λισσαβόνα (23-24 Μαρτίου) αφιερώθηκε σε αυτή την υπόθεση. Στη σύνοδο αυτή καθορίστηκε ο νέος στρατηγικός στόχος της Ενωσης για την επόμενη δεκαετία: «Να γίνει, η ΕΕ, η ανταγωνιστικότερη και δυναμικότερη οικονομία της γνώσης ανά την υφήλιο, ικανή για βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη με περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας και με μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή».

Κεντρικό λοιπόν ζήτημα για την ΕΕ είναι ο ανταγωνισμός με τα άλλα δύο κέντρα ΗΠΑ και Ιαπωνία. Οι αντιθέσεις κατέληξαν σε συγκεκριμένα μέτρα για τη μετάβαση στη νέα οικονομία της γνώσης, εξειδικεύοντας τη λευκή βίβλο. Δεν πρόσθεσαν δηλαδή κάτι «νέο».

Πιο συγκεκριμένα αποφάσισαν και εξειδίκευσαν νέα αντιλαϊκά μέτρα όπως:

«Η επίτευξη του νέου στρατηγικού στόχου θα βασιστεί στον ιδιωτικό τομέα, ενώ ο δημόσιος τομέας καλείται να διαμορφώσει το κατάλληλο οικονομικό περιβάλλον για την ανάπτυξη, τη συγκέντρωση και τη συσσώρευση κεφαλαίου»

Την πλήρη ολοκληρωμένη φιλελευθεροποίηση της τηλεπικοινωνιακής αγοράς μέχρι τα τέλη του 2001.

Την επίσπευση της φιλελευθεροποίησης σε τομείς όπως το αέριο, ο ηλεκτρισμός, οι ταχυδρομικές υπηρεσίες και οι μεταφορές.

Τη βελτίωση του περιβάλλοντος για τις ιδιωτικές επενδύσεις και τη μείωση του κόστους των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

Τον αναπροσανατολισμό των χρηματοδοτήσεων προς τις εταιρίες υψηλής τεχνολογίας.

Τη φιλελευθεροποίηση της αγοράς εργασίας μέσα από τη γενίκευση του απασχολήσιμου εργαζόμενου, μέσα από την ελαστικοποίηση του χρόνου εργασίας και τη γενίκευση της μερικής απασχόλησης και τη μέγιστη κινητικότητα των εργαζομένων, δηλαδή, όπως το ονομάζουν, την προσαρμοστικότητα χάρη στην ευέλικτη διαχείριση του χρόνου εργασίας και την εκ περιτροπής απασχόληση.

Τα εκπαιδευτικά συστήματα της κοινωνίας της γνώσης παίρνουν το χαρακτήρα σεμιναριακής κυρίως «εκπαίδευσης» με απόκτηση ορισμένων αποσπασματικών τεχνικών δεξιοτήτων (ανάγνωση, αρίθμηση, ξένη γλώσσα, χρήση Η/Υ) και κοινωνική συμπεριφορά, η οποία θα διαπαιδαγωγεί στην επαγγελματική αβεβαιότητα στο μοίρασμα της φτώχειας και της ανεργίας, στην πιο ξεδιάντροπη εκμετάλλευση της ανθρώπινης προσωπικότητας.

Βασίζονται στην ταξική επιλογή της ΕΕ ότι δηλαδή θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην επαγγελματική κατάρτιση, σαν το μεγάλο κατόρθωμα της «Κοινωνίας των πληροφοριών», λογική που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις αρχές της ανθρωπιστικής παιδείας, η οποία απαιτεί την ολόπλευρη ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας.

Βασικό επιχείρημα της αντιδραστικής μεταρρύθμισης στην Παιδεία πριν δυο χρόνια ήταν ότι το άτομο στο νέο αιώνα θα αλλάζει 3-4 φορές δουλιά στη ζωή του, γι’ αυτό η Παιδεία είναι ανάγκη να προσαρμοστεί στην «ευέλικτη» αγορά εργασίας και εννοούσε -χωρίς να το λέει- να πάρει χαρακτήρα «κατάρτισης» στην υπηρεσία των επιχειρήσεων.

Η νέα οικονομία στηρίζεται στο Σύμφωνο Σταθερότητας για τη Ν.Α. Ευρώπη. Στη Λισσαβόνα μπήκε ξανά ο στόχος διανομής των αγορών στα Βαλκάνια και η συνέχιση της επίθεσης σε βάρος της ανεξαρτησίας της Γιουγκοσλαβίας σαν αναπόσπαστο τμήμα της «νέας οικονομίας».

Τονίζεται στη Λισσαβόνα ότι η ΕΕ θα συνεχίσει να στηρίζει την αντιπολίτευση στη Γιουγκοσλαβία και την κατοχή στο Κοσσυφοπέδιο με τους 30.000 στρατιώτες, 800 αστυνομικούς και 500 εκατομμύρια ΕΥΡΩ. Τα οράματα της κυβέρνησης για να μετατραπεί η Ελλάδα σε κόμβους δικτύων σημαίνουν προτεκτοράτα των ιμπεριαλιστών στη Βαλκανική και καταπίεση των λαών.

Με λίγα λόγια τα απαραίτητα «συνοδευτικά» μέτρα της «νέας οικονομίας» και της «κοινωνίας της γνώσης» είναι αυταρχισμός, πόλεμος, αντιδημοκρατικά μέτρα. Η γενικευμένη επιθετικότητα του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, τα αντιδημοκρατικά μέτρα φανερώνουν τις δυσκολίες του μονοπωλιακού κεφαλαίου να επιβάλλει τις αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις. Η ποινικοποίηση στη χώρα μας των αγώνων των μαθητών, των εργαζομένων, των αγροτών δείχνει την αδυναμία του συστήματος για ελιγμούς.

Η επιλογή του νεοφιλελευθερισμού από τη σοσιαλδημοκρατία, τα κλασικά συντηρητικά κόμματα, τις «κεντροαριστερές» ή «κεντροδεξιές» δυνάμεις, σχετίζεται με την ίδια την αδυναμία του συστήματος να κάνει «ελιγμούς» και παραχωρήσεις και στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού οδηγείται το καπιταλιστικό σύστημα στην πλήρη αντιδραστικοποίησή του.

Στην Ευρωπαϊκή Ενωση η συνολική στροφή στη νεοφιλελεύθερη διαχείριση γίνεται στη βάση ενιαίου σχεδίου νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής που έχει δεσμευτικό χαρακτήρα για τα συμβαλλόμενα κράτη-μέλη (Συνθήκες του Μάαστριχτ-Αμστερνταμ, Σύμφωνο Σταθερότητας και Σύγκλισης).

Τα κράτη-μέλη της ΕΕ σταδιακά εγκαταλείπουν την εκτεταμένη δανειακή ελλειμματική δημοσιονομική πολιτική, στη βάση της οποίας στήριξαν, κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, μια γενικευμένη πολιτική παροχών ενσωμάτωσης χωρίς να θίγεται η οικονομική κυριαρχία των μονοπωλίων. Παράλληλα υιοθετούν στόχους και επομένως κανόνες και δείκτες για να πετύχουν μια σχετικά ενιαιοποιημένη περιφερειακή διακρατική αγορά, στη βάση ενιαίου νομίσματος και ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων, εμπορευμάτων, υπηρεσιών και εργατικού δυναμικού.

Ως προς τα αποτελέσματα των στόχων της ΕΕ καταγράφουμε τις εξής τάσεις:

α) Εκδηλώνεται τάση ισχυροποίησης των μονοπωλίων που εδρεύουν στην ΕΕ. Προωθούνται μεγάλης κλίμακας εξαγορές και συγχωνεύσεις, κυρίως στις τηλεπικοινωνίες, ενέργεια, βιομηχανία πετρελαίου, βιομηχανία μέσων μεταφοράς, στις μεταφορές, σε άλλους κλάδους της μεταποίησης όπως χημική βιομηχανία, τροφίμων, αλλά και στο χρηματοεπενδυτικό τομέα και το εμπόριο, με στόχο τη μεγέθυνση των Ευρωπαϊκών μονοπωλίων και την ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητάς τους έναντι των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας.

Σύμφωνα με στοιχεία και αναλύσεις διεθνών οργανισμών και εταιριών μελετών για τη 2ετία 1998-1999, μεγάλες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις βελτίωσαν την παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητά τους, πραγματοποιώντας συμμαχίες, εξαγορές-συγχωνεύσεις εντός της ΕΕ, βελτίωσαν τη διείσδυσή τους στην αμερικανική αγορά, αλλά και στην ασιατική αγορά.

Αγορά διείσδυσής τους αποτελεί και η Βαλκανική, η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, η Παρευξείνια ζώνη, παρά το ακόμη συγκριτικά μικρό μερίδιό τους στο σύνολο των επενδύσεών τους. Το ίδιο και αναφορικά με τη διείσδυση στην αφρικανική αγορά.

β) Στο χρονικό διάστημα ενδυνάμωσης των ευρωπαϊκών μονοπωλίων από άποψη κερδοφορίας, παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας δε βελτιώθηκε αναλογικά η θέση των εργαζομένων στο χώρο της ΕΕ, αλλά αντίθετα βρίσκεται σε τροχιά συνεχούς επιδείνωσης.

Πρόκειται για γενική τάση του σύγχρονου μονοπωλιακού καπιταλισμού, που εκφράζεται με μεγάλου βαθμού συγκέντρωση του πλούτου σε λίγα χέρια και αύξηση της φτώχειας των πολλών. Οι μεγαλύτερες εξαγορές-συγχωνεύσεις ή αναδιαρθρώσεις σε γιγαντιαίους μονοπωλιακούς ομίλους συνοδεύονται από αύξηση των κερδών και μαζικές απολύσεις (π.χ. στη Renault, στην BP-AMOCO, στη γαλλική Michellin).

Η γνώμη μας είναι ότι, σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα αποτελέσματα, η επιλογή από την κυβέρνηση και τη ΝΔ της προώθησης του στόχου να γίνει η ΕΕ ανταγωνιστική σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία και -κατά συνέπεια και ο ελληνικός καπιταλισμός- θα χειροτερεύσει τη θέση των εργαζομένων. Οι προτάσεις πρόσφατα του ΣΥΝ με το 3ο Συνέδριό του, που υιοθετεί κάποιον «υγιή ανταγωνισμό» και η θέση του -η ελληνική οικονομία να «εξασφαλίσει την ανταγωνιστικότητά της στηριζόμενη στην καλύτερη οργάνωση, στην εισαγωγή της γνώσης σε όλα τα επίπεδα κλπ.», μέσα από τα πλαίσια της ΟΝΕ, από κάποια «μεταφιλελεύθερη» διακυβέρνηση της χώρας- δεν ξεφεύγουν από το έδαφος της καπιταλιστικής οικονομίας. Τα αναπτυξιακά προγράμματα στα πλαίσια του καπιταλισμού στηρίζονται στην εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης και της αποκόμισης μεγαλύτερης μάζας υπεραξίας. Καμιά νέα τεχνολογία δεν αυξάνει τα κέρδη και την «ανταγωνιστικότητα», χωρίς μεγαλύτερη εκμετάλλευση του παράγοντα άνθρωπος.

γ) Εκφραση της όξυνσης των αντιθέσεων στα πλαίσια της ΕΕ είναι η διακύμανση των στόχων της ΕΕ μεταξύ διεύρυνσης και εμβάθυνσης. Η μη ένταξη στη Ζώνη ΕΥΡΩ κρατών-μελών που εκπληρώνουν τις προϋποθέσεις δημοσιονομικής σύγκλισης (Μ. Βρετανία). Οι θεωρίες και η πολιτική τους έκφραση για τη διαμόρφωση της ΕΕ σε σκληρό πυρήνα με ομόκεντρους, διαφορετικής ταχύτητας, κύκλους. Η σχετικά ισχυρότερη συμμαχική σύγκλιση της Γερμανίας με τη Γαλλία (κυρίως στρατιωτικοπολιτική) απ’ ό,τι με τη Μ. Βρετανία. Η θέση που προτάσσει την πολιτική ένωση έναντι της νομισματικής.

 

Η ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Η προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας σε αυτή την κατεύθυνση της ΕΕ μέχρι σήμερα έδρασε σε βάρος των εργαζομένων. Οι πραγματικοί μισθοί παρέμειναν στο επίπεδο του ‘80-’84, η μικρομεσαία αγροτιά μειώνεται, εντείνεται η καταστροφή κύρια των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Είμαστε τελευταίοι στην ΕΕ σε ό,τι αφορά το κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Δυναμώνει η συγκέντρωση-συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, γιγαντώνονται οι μονοπωλιακοί Ομιλοι. Παρά τις αναδιαρθρώσεις που προωθήθηκαν και σχεδιάζονται η ελληνική οικονομία και με τα μέτρα προσαρμογής της Λισσαβόνας, θα αναπτύσσεται ανισόμετρα σε σχέση με την ΕΕ. Η επόμενη κρίση θα είναι πιο έντονη από το γεγονός ότι ήδη η σημερινή ανάπτυξη μετά την έξοδο από την κρίση είναι αναιμική, αλλά και από το γεγονός ότι η Ελλάδα κατέχει μια ενδιάμεση-εξαρτημένη θέση στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, είναι προσαρμοσμένη στην ΕΕ και συμμετέχει στη «διείσδυση» στα Βαλκάνια, μια περιοχή με έντονες αντιθέσεις και πόλεμο.

Η πιθανότητα μιας επόμενης κρίσης θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες για το λαό, την αγροτιά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.Αποτελεί όνειρο θερινής νυκτός η καλλιέργεια ψευδαισθήσεων από την κυβέρνηση ότι θα καλυτερέψει η ζωή των ανθρώπων με τη «νέα αμερικανική οικονομία» που εξάγγειλε ο κ. Σημίτης, πρόσφατα και ο κ. Παπαντωνίου. Οι εξελίξεις προδιαγράφουν ένα ζοφερό, στυγνό εκμεταλλευτικό μέλλον για τους εργαζόμενους. Θα οδηγήσει στην καταστροφή τους μικρούς και μεσαίους επιχειρηματίες και αγρότες. Δεν πρόκειται οι μικροί επιχειρηματίες, που απασχολούν 1-4 εργαζόμενους και αποτελούν το 91% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, να αντιμετωπίσουν τον σκληρό ανταγωνισμό με την τεραστίων διαστάσεων συγκέντρωση που επιτυγχάνει η θεωρία της λεγόμενης «νέας οικονομίας».

 

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ

Το μέλλον των λαϊκών στρωμάτων βρίσκεται στην απόρριψη των μέτρων προσαρμογής στην ΕΕ και τη λεγόμενη νέα οικονομία. Βρίσκεται στην ανεξαρτητοποίηση της Ελλάδας από την ΕΕ, το ΝΑΤΟ, τους διεθνείς οργανισμούς του κεφαλαίου. Στην αποδέσμευση από αυτούς τους οργανισμούς.

Η τάση που εμφανίζεται παγκόσμια και στη χώρα μας είναι η ενίσχυση της αμφισβήτησης της «παγκοσμιοποίησης» και των ιμπεριαλιστικών οργανισμών. Την τάση αυτή εκφράζουν οι αγώνες στο Σιάτλ, στην Πράγα, το όχι στην ΟΝΕ στη Δανία, η ανάπτυξη των αγώνων στην Ελλάδα ενάντια στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Αυτή η τάση δεν είναι κυρίαρχη, είναι όμως δυναμική. Θα γίνει κυρίαρχη με προοπτική την ανατροπή του καθεστώτος των μονοπωλίων γιατί:

Στις μέρες μας γίνεται εμφανής και πιο έκδηλη η αντίθεση ανάμεσα στη δυνατότητα για την κοινωνική ευημερία που ξανοίγει η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνικής, οι ανακαλύψεις στο πεδίο της γενετικής και την καπιταλιστική αξιοποίησή τους. Ταυτόχρονα, γίνεται φανερό ότι ο καπιταλισμός δίνει ώθηση ιδιαίτερα στους τομείς της επιστήμης που μπορούν να προσπορίσουν μόνο οικονομικά, πολιτικά και ιδεολογικά οφέλη για το μεγάλο κεφάλαιο. Αδιαφορεί ή παραμελεί, συνειδητά, πεδία, τομείς της επιστήμης και της εφαρμογής της, που μπορούν να βελτιώσουν τις υλικές και πνευματικές συνθήκες ζωής του ανθρώπου. Οι τεράστιες ζώνες φτώχειας, ασθενειών, οι ανισότητες στη διάδοση και εφαρμογή των τεχνολογικών επιτευγμάτων ανάμεσα στις διάφορες χώρες και περιοχές, αλλά και στο εσωτερικό χωρών είναι χαρακτηριστικοί δείκτες του ταξικού χαρακτήρα της ανάπτυξης, αλλά και ενός συστήματος που γερνάει, έχει την τάση της στασιμότητας και της σήψης.

Οι προοπτικές για την ελληνική οικονομία δεν είναι ουδέτερες. Δύο δρόμοι υπάρχουν διαφορετικοί μεταξύ τους. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει. Είναι τουλάχιστον ουτοπία η εμμονή σε κάποια «μεταφιλελεύθερη» διακυβέρνηση και διαχείριση υπέρ του λαού στηρίζοντας την ΟΝΕ και την ΕΕ.

Αποτελούν ουτοπία οι θεωρίες για παγκόσμια διακυβέρνηση των διεθνικών μονοπωλίων του θεωρητικού της κεντροαριστεράς Γκίντεν. Το σύστημα συγκλονίζεται από τις ίδιες τις αντιθέσεις του. Σήμερα δεν υπάρχουν προοπτικές ούτε δυνατότητες στο σύστημα για κάποια «μικτή οικονομία».

― Ο ένας δρόμος είναι αυτός στον οποίο ήδη πορεύεται η ελληνική οικονομία. Ο δρόμος της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας των μονοπωλίων, των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων στην Ελλάδα, στα πλαίσια της ΕΕ. Είναι ο δρόμος της σήψης, της σπειροειδούς καταστροφής των παραγωγικών δυνάμεων, με παλιές (κλείσιμο επιχειρήσεων, ανεργία, πτώση παραγωγής, πόλεμο) και νέες μορφές (θνησιμότητα από μολύνσεις και μεταλλάξεις διατροφικών προϊόντων, από χρήση ναρκωτικών λόγω της όξυνσης των κοινωνικών αντιθέσεων και της αποξένωσης, επικίνδυνη εμπορευματοποίηση των νεότερων επιστημονικών και τεχνολογικών επιτευγμάτων, μη εφαρμογή τους για τη λαϊκή προστασία, ακόμη και από φυσικά καταστροφικά φαινόμενα όπως πλημμύρες, καύσωνας, σεισμοί).

Ο άλλος δρόμος προβάλλει αντικειμενικά πλέον στο προσκήνιο. Μέσα από τη συγκέντρωση των μέσων παραγωγής και του πλούτου σε λίγα χέρια και τις αντιθέσεις του καπιταλιστικού συστήματος προβάλλει η ανάγκη μιας πραγματικά νέας οικονομίας, δηλαδή της κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας και της κοινωνικοποίησης των βασικών μέσων παραγωγής.

Προβάλλει η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού.

Προβάλλει η ανάγκη ανατροπής του καθεστώτος της πλουτοκρατίας και της εγκαθίδρυσης της λαϊκής εξουσίας των εργαζομένων και καταπιεσμένων.

Αντικειμενικά προβάλλει η ανάγκη για μια λαϊκή οικονομία και λαϊκή εξουσία με βασικό κίνητρο την ευημερία του λαού, σε αντίθεση με τη σημερινή οικονομία που έχει καθοριστικό, απόλυτο κίνητρο το μονοπωλιακό υπερκέρδος, τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου. Η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής είναι αναγκαία πριν απ’ όλα στους τομείς της ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών, των ορυχείων, της ύδρευσης, τις μεταφορές, σε βασικούς κλάδους της μεταποίησης, της παραγωγής μέσων παραγωγής και προϊόντων λαϊκής κατανάλωσης. Το τραπεζικό σύστημα και γενικότερα το σύστημα συγκέντρωσης και διοχέτευσης οικονομικών και υλικών πόρων. Το εξωτερικό εμπόριο και το συγκεντρωμένο δίκτυο εσωτερικού εμπορίου. Τον τομέα της βασικής έρευνας και της διάθεσης των αποτελεσμάτων της για τη λαϊκή ευημερία.

Αναπόσπαστο στοιχείο αποτελεί η διαμόρφωση ενός κεντρικού, πανεθνικού οικονομικού μηχανισμού με ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων που θα διευθύνει και θα αξιοποιεί τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους, θα ασκεί κοινωνικό και εργατικό έλεγχο, θα αναπτύσσει τη δημοκρατία στους χώρους εργασίας.

Ο κεντρικός σχεδιασμός είναι το εργαλείο για να εξασφαλιστούν οι αναλογίες της παραγωγής και κατανομής, η προστασία της εγχώριας παραγωγής από την ασύδοτη δράση των μονοπωλίων της διεθνούς αγοράς. Ταυτόχρονα θα προωθούνται διακρατικές συμφωνίες εμπορικών ανταλλαγών, συμφωνίες για αξιοποίηση της τεχνογνωσίας με βάση το αμοιβαίο όφελος, έγκαιρη και πλατιά εφαρμογή των επιτευγμάτων της επιστήμης και της τεχνολογίας τόσο στην παραγωγή, όσο και στους τομείς αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, δηλαδή στην υγεία, παιδεία, πολιτική πρόνοιας, στέγη, περιβάλλον.

Ο κεντρικός σχεδιασμός θα υπηρετεί την ανάπτυξη των μέσων παραγωγής, την παραγωγικότητα της εργασίας, την κάθετη διασύνδεση της αγροτικής παραγωγής με τη μεταποίηση. Την πολιτική αποκέντρωσης, την αντιπλημμυρική, αντιπυρική και αντισεισμική προστασία, την πραγματική προστασία του περιβάλλοντος.

Δίπλα στον κρατικό λαϊκό τομέα της οικονομίας, θα διαμορφώνεται και ο συνεταιριστικός παραγωγικός τομέας, ιδιαίτερα στην αγροτική παραγωγή και σε κλάδους της μεταποίησης που έχουν χαμηλή συγκέντρωση και δυσκολεύεται έτσι η ανάπτυξη της παραγωγικότητάς τους.

Μόνο στα πλαίσια της λαϊκής οικονομίας, τελικά, η παιδεία, η έρευνα, οι νέες τεχνολογίες μπορούν να αξιοποιηθούν για την ευημερία των εργαζομένων και του λαού.



Παρέμβαση στην ημερίδα του Επαγγελματοβιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αχαΐας. Πάτρα, 6.11.2000.
Ο Δημήτρης Αρβανιτάκης είναι μέλος της Γραμματείας της ΚΕ του ΚΚΕ.

[1] «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ», 31.5.2000.

[2] «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 3.9.2000.

[3] Κ. Μαρξ: «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας - Πρόλογος». «Διαλεχτά Εργα», τ. Ι, σελ. 424.

[4] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. ΙΙΙ, σελ. 337.

[5] «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 27.7.99.