Ο ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟΣ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ

Καμινάδες που φτύνουν μαύρους καπνούς, εγκαταλειμμένα ψαράδικα χωριά, πυρηνική καταστροφή στο Τσερνομπίλ... οι τέως σοσιαλιστικές χώρες της ανατολικής Ευρώπης δίνουν την εικόνα μιας ευρείας οικολογικής καταστροφής. Η «ΓκρινΠις» έβαζε στα 1991 τον τίτλο: «Οικολογικό έγκλημα στην Ανατολή». Η οργάνωση έγραφε για την ακρίβεια: «Οπως η Σοβιετική Ενωση, όλες οι χώρες της ανατολικής Ευρώπης είναι περιβαλλοντικά άρρωστες. Ολες γνωρίζουν μια οικολογική κρίση χωρίς προηγούμενο. Στην καρδιά της Κεντρικής Ευρώπης, εξ αιτίας μιας ακραίας ατμοσφαιρικής ρύπανσης, που οφείλεται κυρίως στις βαριές και χημικές βιομηχανίες, καθώς και στα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος που χρησιμοποιούν λιγνίτη, μέσα στο τρίγωνο που σχηματίζεται από τη ΓΛΔ, την Τσεχοσλοβακία και την Πολωνία, βρίσκεται η πιο μολυσμένη περιοχή της γηραιάς ηπείρου.» Και εν είδει υποτίτλου: «Ανατολική Γερμανία: εικόνες κόλασης»[1]. Αναλύσεις χωρίς αποχρώσεις...

Σύμφωνα με τον Ντικ Τόμσον του «Τάιμ», τα οικολογικά προβλήματα αποτελούν συστατικό στοιχείο του σοσιαλισμού, επειδή δε δίνεται σημασία παρά σε ένα επίπεδο παραγωγής όσο το δυνατό πιο ανεβασμένο: «Η Σοβιετική Ενωση είναι ένας περιβαλλοντικός εφιάλτης (...). Η σοβιετική οικολογική καταστροφή προετοιμάζεται εδώ και πολύ καιρό. Από την αρχή της εποχής του Στάλιν, τα οικολογικά ζητήματα παραμερίστηκαν μέσα στην κούρσα της εκβιομηχάνισης. «Ακαθάριστο Προϊόν», μια έκφραση που μπορεί να μεταφραστεί ως «άσχημη παραγωγή» και της οποίας η συντομογραφία είναι «ΑΠ», βρισκόταν στην καρδιά του προβλήματος. Οι γραφειοκράτες της βιομηχανίας για πολύ καιρό έβλεπαν τη δουλειά τους να εκτιμάται -και να επιβραβεύεται- αποκλειστικά με όρους «άσχημης παραγωγής»[2].

Τόσο για την «Γκριν Πις», όσο και για το «Τάιμ», το μεγαλύτερο έγκλημα των ανατολικών χωρών ήταν το ότι εκβιομηχανίστηκαν με πολύ γρήγορους ρυθμούς. Σε αυτό το άρθρο θα προσπαθήσουμε να αποκαταστήσουμε ένα πιο ισορροπημένο οικολογικό ισοζύγιο γι’ αυτές τις χώρες. Για να το επιτύχουμε, θα εκτιμήσουμε διαδοχικά:

1.Την πείρα του σοσιαλισμού,

2.Την κατανάλωση ενέργειας, για την οποία λέγεται πάντοτε ότι προκαλούσε σπατάλη,

3.Τα πραγματικά οικολογικά προβλήματα και τις αιτίες τους,

4.Τις εξελίξεις σε αυτές τις χώρες, από τη στιγμή που έγιναν καπιταλιστικές.

 

Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ

Οι σοσιαλιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης μπορούν να χρεωθούν με ένα μεγάλο αριθμό αδιαμφισβήτητων θετικών πρωτοβουλιών στο πεδίο του περιβάλλοντος. Συνηθέστατα τις αποσιωπούν, επειδή δείχνουν με προφανή τρόπο την ανωτερότητα του σοσιαλιστικού συστήματος. Χωρίς να έχουμε την πρόθεση να σας κουράσουμε, παραθέτουμε αμέσως μετά πέντε πλευρές. Θα μπορούσαμε επίσης να παραθέσουμε και άλλα σημεία, όπως τη διευθέτηση του εδάφους.

 

Ενα προοδευτικΟ περιβαλλοντικΟ θεσμικΟ πλαΙσιο

Ενα σοσιαλιστικό κράτος χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι το θεσμικό του πλαίσιο αντικατοπτρίζει τα συμφέροντα των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένου του πεδίου του περιβάλλοντος. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι σοσιαλιστικές χώρες ήταν ανάμεσα στις πρώτες που υιοθέτησαν ένα ευρύ νομοθετικό πλαίσιο σχετικό με το περιβάλλον.

Ας πάρουμε το παράδειγμα της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας. Η προστασία της φύσης και του περιβάλλοντος είχαν εγγραφεί στο Σύνταγμα (άρθρο 5): «Το έδαφος της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας είναι ένα από τα σημαντικά στοιχεία που συγκροτούν τον εθνικό της πλούτο. Πρέπει να προστατεύεται και η εκμετάλλευσή του να γίνεται ορθολογικά. Το έδαφος που προορίζεται για τη γεωργία και τη δασοκαλλιέργεια δεν πρέπει να προορίζεται για άλλους σκοπούς πέρα από εκείνους που ορίζουν οι αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους. Για την προστασία του κοινού καλού, το κράτος και η κοινωνία προστατεύουν τη φύση. Η μάχη εναντίον της ρύπανσης των υδάτων και του αέρα, η προστασία της πανίδας και της χλωρίδας, καθώς και τα φυσικά τοπία της πατρίδας ανατίθενται στην υπευθυνότητα των αρμοδίων υπηρεσιών. Ολοι οι πολίτες καλούνται να πάρουν μέρος...»[3].

Στη δεκαετία του ’60 -όταν σε μας είχαν μόλις αρχίσει να μιλούν για τα περιβαλλοντικά προβλήματα- ψηφίστηκε μία σειρά νόμων: εναντίον της ρύπανσης των υδάτων (1963), για την προστασία των αγροτικών γαιών (1964) και για τα δάση (1965). Αυτοί οι νόμοι πήγαιναν αρκετά μακριά. Ακόμα και το σημερινό βελγικό οπλοστάσιο δεν περιλαμβάνει τίποτα συγκρίσιμο.

Ετσι, το άρθρο 11 του νόμου εναντίον της ρύπανσης των υδάτων καθορίζει: «Οι επιχειρήσεις και οι εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν νερό για την παραγωγή τους υποχρεώνονται να εφαρμόσουν τεχνικές παραγωγής συμβατές με τη σημερινή κατάσταση των επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων... και που θα προορίζονται για την ανακύκλωση του νερού. Για να παλέψουμε εναντίον της ρύπανσης των υδάτων, να διαφυλάξουμε την υγεία του πληθυσμού και της πανίδας, οι χρήσεις των υδάτων δεν μπορούν να ασκούνται παρά μέσα στο πλαίσιο προδιαγεγραμμένων ορίων...»[4].

Ενα εκτελεστικό διάταγμα του νόμου για το περιβάλλον, που χρονολογείται από το 1975, καθορίζει: «Οι επιχειρήσεις που παράγουν απορρίμματα είναι υπεύθυνες για την ανακύκλωσή τους. Οι επιχειρήσεις που παρασκευάζουν προϊόντα δημιουργώντας απορρίμματα έξω από την κοινωνική και ατομική κατανάλωση, υποχρεώνονται επίσης να τα ανακυκλώνουν»[5].

Το 1969 ένας κώδικας για την εκμετάλλευση των ορυχείων ετίθετο σε ισχύ. Ο νόμος του 1970 εξανάγκαζε τις εξορυκτικές εταιρείες να επαναφέρουν τις περιοχές που είχαν ήδη εκμεταλλευτεί σε μια κατάσταση επωφελή για την κοινωνία, σα γεωργικά εδάφη, δάση ή παραγωγικές ζώνες[6]. Εάν η εταιρεία αμελούσε το καθήκον της, έβλεπε να της επιβάλλεται ένα πρόστιμο που μπορούσε να φτάσει μέχρι τα 7.500 μάρκα ΓΛΔ για κάθε εκτάριο το χρόνο[7].

Θα μπορούσε να αντιπαραθέσει κανείς ότι πρακτικά οι ωραίοι αυτοί νόμοι έμεναν συχνά νεκρό γράμμα. Εάν τα γεγονότα ήταν όντως έτσι, αυτό οφειλόταν λιγότερο στο σοσιαλισμό και περισσότερο στον αναθεωρητισμό, ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του οποίου ήταν η ρήξη ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις. Εξάλλου, ο ιμπεριαλισμός άφηνε μικρά περιθώρια επιλογής σε αυτές τις χώρες. Θα επανέλθουμε σε αυτό το ζήτημα αργότερα. Οπως και να έχουν τα πράγματα, το ζήτημα είναι ότι η ύπαρξη αυτών των προοδευτικών νομοθετικών πλαισίων μαρτυρά σε όλους το ελάχιστο μιας πρώιμης περιβαλλοντικής φροντίδας στη ΓΛΔ.

 

Προστασια τησ φυσησ και των τοπιων

Η ιμπεριαλιστική προπαγάνδα επισείει την προσοχή πάνω στη σοβαρή πραγματική ρύπανση στα βιομηχανικά κέντρα της Ανατολικής Ευρώπης, όπως στη Σιλεσία και στο Γκντάνσκ της Πολωνίας, στα περίχωρα της Λειψίας στη ΓΛΔ... Αλλά ξεχνούν ότι αυτές οι περιοχές δεν αποτελούν παρά ένα μικρό μέρος της επιφάνειας της χώρας, ενώ ευρείες ζώνες της Ανατολικής Ευρώπης είναι πρακτικά απαραβίαστες.

Τόσο στη ΓΛΔ, όσο και στη Σοβιετική Ενωση, τα προστατευόμενα τοπία αντιπροσωπεύουν περίπου το 20% της συνολικής επιφάνειας της χώρας.[8] Στη Σοβιετική Ενωση, με την προσωπική παρέμβαση του Λένιν, δημιουργήθηκε το πρώτο προστατευόμενο φυσικό πάρκο στο Δέλτα του Βόλγα.[9] Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι δυτικοί εραστές της φύσης αγαπούν τα ταξίδια στην Ανατολική Ευρώπη. Βρίσκει κανείς εκεί ακόμα αναρίθμητα ζωικά είδη και σπάνια φυτά που έχουν εξαφανιστεί από τις περιοχές μας. Δύο παραδείγματα για να το αποδείξουμε.

Βγάζοντας έξω τη Σκανδιναβία, στις όχθες του Ελβα πάνω στο έδαφος της τέως ΓΛΔ ζει η μεγαλύτερη αποικία καστόρων στην Ευρώπη. Μπορεί να βρει κανείς ένα σημαντικό πληθυσμό στις όχθες του Ρήνου, αλλά αλλού, στην Ευρώπη το μεγαλύτερο τρωκτικό της ηπείρου έχει εξαφανιστεί. Το 1945 ο κάστορας απειλούνταν επίσης σοβαρά. Δεν υπήρχαν πάνω από 100 με 200 ζωντανοί εκπρόσωποι του είδους. Ο κάστορας μπόρεσε να σωθεί επειδή τοποθετήθηκε στην προστατευόμενη περιβαλλοντικά περιοχή του Μέσου Ελβα, που καθιερώθηκε ως τέτια από το 1949. Αντίθετα με αυτό που πρακτικά συμβαίνει σε όλα τα μεγάλα ποτάμια της Δυτικής Ευρώπης, στον Ελβα δεν έγιναν κρηπιδώματα, παρόλο που αποτελούσε έναν πολύ σημαντικό υδάτινο δρόμο για την ανατολικογερμανική οικονομία. Οι ζώνες ανύψωσης των υδάτων και τα υγρά δάση είναι ακόμα πολυάριθμα στην κοιλάδα του Ελβα. Αυτοί οι βιότοποι που έχουν καταστεί σπάνιοι δίνουν καταφύγιο σε μια ιδιαίτερη πανίδα και χλωρίδα, κυρίως στον κάστορα και το λουτρ. Εκτιμάται σήμερα ότι ο συνολικός πληθυσμός των καστόρων περιλαμβάνει 4.300 εκπροσώπους.[10] Οι κάστορες του Ελβα χρησιμοποιήθηκαν για να επανεισαχθεί το είδος στη Δυτική Γερμανία, στην Ολλανδία, στο Βέλγιο στη Δανία και στο Λουξεμβούργο. Να σημειώσουμε τέλος ότι, παρά το γεγονός ότι η ποιότητα των νερών του Ελβα υπήρξε εδώ και πολύ καιρό αξιοθρήνητη (όπως εκείνη των περισσότερων από τους υδάτινους δρόμους της Ευρώπης), η πανίδα αποκαταστάθηκε αμέσως και γρήγορα, καθώς οι σημαντικοί παραπόταμοι διατήρησαν την καλή τους ποιότητα.[11]

Από τα 4.155 ζευγάρια κύκνων που μετρήθηκαν στη Γερμανία το 1994, το λιγότερο 3.402 -περισσότερο από το 81%- έχουν τις φωλιές τους στο έδαφος της τέως Ανατολικής Γερμανίας, παρόλο που η Δυτική Γερμανία είναι περίπου δύο φορές μεγαλύτερη.[12] Ο κύκνος είναι ένας καλός δείκτης της ποιότητας του περιβάλλοντος, καθώς επίσης και άλλα είδη πουλιών (για παράδειγμα τα αρπακτικά), που είναι σε αξιοσημείωτο βαθμό περισσότερα στην Ανατολική από τη Δυτική Ευρώπη.

 

Περισσοτερα μεσα μαζικησ μεταφορασ

 

Μεταφορεσ στη δεκαετια του ’80

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ1

ΗΠΑ

ΕΣΣΔ

Δημόσιες χερσαίες μεταφορές

372

4.706

Ιδιωτικές χερσαίες μεταφορές

44.440

χωρίς στοιχεία

Τρένο

203

4.022

Αεροπλάνο

6.993

2.267

Ατομα ανά αυτοκίνητο

2

20

1 Εκφράζεται σε εκατοντάδες χιλιάδες επιβάτες ανά χιλιόμετρο το χρόνο.

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ2

ΗΠΑ

ΕΣΣΔ

Φορτηγά

11.247

5.080

Τρένο

16.541

39.248

Πλοία

7.047

2.512

Αεροπλάνο

14.650

2.645

2 Εκφράζεται σε εκατοντάδες χιλιάδες τόνους εμπορευμάτων ανά χιλιόμετρο το χρόνο. Η μεταφορά με το αεροπλάνο εκφράζεται σε χίλιους τόνους ανά χιλιόμετρο.[13]

 

Στο πεδίο της οικονομικής υποδομής, ο σοσιαλισμός δείχνει επίσης την ανωτερότητά του. Στη Σοβιετική Ενωση, οι ταξιδιώτες διένυαν 13 φορές περισσότερα χιλιόμετρα με τα χερσαία μέσα μαζικής μεταφοράς από ό,τι συνέβαινε στις ΗΠΑ και, όσον αφορά τις μεταφορές με το σιδηρόδρομο, αυτές ήσαν εικοσαπλάσιες. Αντίθετα, στις ΗΠΑ κυριαρχούν οι μορφές μεταφοράς που βλάπτουν περισσότερο το περιβάλλον: οι ιδιωτικές μεταφορές με το αυτοκίνητο και το αεροπλάνο. Τηρουμένων των αναλογιών, μπορούμε να απαριθμήσουμε δεκαπλάσια οχήματα από όσα υπήρχαν στη Σοβιετική Ενωση. Τα μικρά ανατολικοευρωπαϊκά αυτοκίνητα (Lada, Trabant...) ήσαν ίσως πιο ρυπαντικά από τα σημερινά δυτικά μοντέλα, αλλά αφού ήσαν πιο ολιγάριθμα και λιγότερο χρησιμοποιούμενα, η ρύπανση εξ αιτίας της κυκλοφορίας στους δρόμους ήταν πολύ λιγότερη από την αντίστοιχη της Δυτικής Ευρώπης.

Οσον αφορά τη μεταφορά των εμπορευμάτων, η κατάσταση είναι παρόμοια. Η ποσότητα των εμπορευμάτων που μεταφέρονταν με τα χερσαία μέσα μεταφοράς στη Σοβιετική Ενωση δεν έφτανε ούτε το μισό από την αντίστοιχη των ΗΠΑ και, όσον αφορά τις μεταφορές με αεροπλάνο, ήταν λιγότερες από το 1/5. Αντίθετα, οι μεταφορές με το σιδηρόδρομο ήταν 1,5 φορά περισσότερες. Το γεγονός ότι οι ποτάμιες μεταφορές στη Σοβιετική Ενωση δεν ήσαν τόσο συχνές, οφείλεται στη μεγάλη διάρκεια και τη δριμύτητα των χειμώνων.

Το αποτέλεσμα της κατάστασης που περιγράψαμε παραπάνω είναι ότι, σε όλες τις δυτικές χώρες, οι μεταφορές καταβροχθίζουν 20 με 40% της κατανάλωσης ενέργειας. Στην Ανατολική Ευρώπη η κατανάλωση αυτή έφτανε μετά βίας το 13%. Στην Τσεχοσλοβακία για παράδειγμα, μόνο το 7% της ενέργειας καταναλωνόταν για τις μεταφορές.[14]

Αυτά τα νούμερα, που έχουν συγκεντρωθεί από αστικά ιδρύματα, καθιστούν φανερό το ποια μορφή κοινωνίας είναι ανώτερη σε ό,τι αφορά τις μεταφορές και τη ρύπανση που συνδέεται με αυτές. Εξ άλλου, το οικολογικό κίνημα όφειλε οπωσδήποτε να αναγνωρίσει το γεγονός αυτό, βλέποντας τα αποτελέσματα της αντεπανάστασης. Μετά από μία συνάντηση μαχητικών οικολόγων από 15 χώρες, δυτικοευρωπαϊκές και ανατολικοευρωπαϊκές, ξεκαθαρίστηκε η ακόλουθη εικόνα: «Γενικά, πριν από την πολιτική ανατροπή, οι χώρες είχαν ένα σύστημα δημοσίων μεταφορών εκτεταμένο και λειτουργικό, παρόλο που τα τρένα, τα λεωφορεία και τα τραμ δεν ήταν πολύ γρήγορα ούτε και πολυτελή. Μετά τις επαναστάσεις, οι κυβερνήσεις, για τις ανάγκες της οικονομικής ανάπτυξης, προτρέπουν κυρίως στη χρήση των ιδιωτικών οχημάτων και των φορτηγών. Συχνά, χάρη στο δυτικό χρήμα, κατασκευάστηκαν νέοι δρόμοι και δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας. Οι δαπάνες για τους κρατικούς σιδηροδρόμους -ήδη αδύναμες σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα- μειώθηκαν (...). Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα πρότεινε σχέδια ενός διευρωπαϊκού οδικού δικτύου, ώστε να επανενώσει τη Δυτική Ευρώπη με την περιφέρεια της Ανατολής και του Νότου. Για το λόγο αυτό πρέπει να δημιουργηθούν 12.000 χιλιόμετρα καινούργιων αυτοκινητόδρομων». Και οι μαχητικοί οικολόγοι καταλήγουν: «Το ευρύ δίκτυο δημοσίων μεταφορών, κληρονομιά των κομμουνιστικών καθεστώτων, πρέπει να βελτιωθεί και όχι να εξαρθρωθεί, αυτή είναι η γενική γνώμη».[15] Ισχυρίζονται ότι θέλουν να αποφύγουν οι χώρες τους να διαπράξουν τα ίδια σφάλματα με τις δυτικές χώρες. Αλλά δεν κατανοούν ότι το «ευρύ δίκτυο δημοσίων μεταφορών» αποτελούσε συστατικό τμήμα του σοσιαλιστικού συστήματος και ήταν αναπόσπαστα δεμένο μαζί του. Το να σκεφτόμαστε ότι ένα τέτιο σύστημα μπορεί να υπάρξει σε μια καπιταλιστική χώρα, είναι ουτοπία.

 

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΘΕΡΜΟΤΗΤΑΣ

Ενα άλλο παράδειγμα της πρωτοπορίας του ανατολικού συνασπισμού είναι το σύστημα της οικονομίας της θέρμανσης. Σε ένα κλασικό κεντρικό εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της δύσης, το 60% της ενέργειας που παράγεται διασπαθίζεται από την ψύξη του αέρα ή του νερού, που βλάπτει το περιβάλλον. Αρκεί να σκεφτούμε τους μεγάλους πύργους ψύξης που παρουσιάζονται κοντά σε όλα σχεδόν τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της δύσης. Τα πράγματα είναι διαφορετικά στην ανατολική Ευρώπη. Από τη δεκαετία του ’50, βελτιώθηκε εκεί ένα ευφυές σύστημα εξοικονόμησης της θερμότητας. Τα εργοστάσια παραγωγής ενέργειας μικρού και μεσαίου μεγέθους εγκαταστάθηκαν κοντά σε βιομηχανικά συμπλέγματα και/ή σε πόλεις. Παρήγαν ηλεκτρισμό με τον κλασικό τρόπο: έκαιγαν κάποιο ορυκτό καύσιμο ώστε να μετασχηματιστεί το νερό ή ο ατμός χαμηλής πίεσης σε ατμό υψηλής πίεσης που έκανε να γυρίζουν οι τουρμπίνες και να παράγουν ηλεκτρισμό. Εδώ χωρίζουν οι δρόμοι ανάμεσα στην καπιταλιστική και τη σοσιαλιστική τεχνολογία. Η καθυστερημένη καπιταλιστική τεχνολογία το μόνο που ήξερε να κάνει με τον ατμό που ξέφευγε ήταν να τον ψύχει με τα νερά των ποταμών -με όλα τα καταστρεπτικά αποτελέσματα για τους βιότοπους των ποταμών- ή με πύργους ψύξης. Με αυτόν τον τρόπο πήγαινε χαμένη ενέργεια μέχρι 2,5 φορές πάνω από το κανονικό, για να παραχθεί μια μονάδα χρήσιμης ενέργειας. Ο τρίτος κόσμος έγινε αντικείμενο εξοντωτικής εκμετάλλευσης, η ενέργεια ήταν σκανδαλωδώς καλή αγορά...

Η προηγμένη σοσιαλιστική τεχνολογία, σε ό,τι την αφορά, χρησιμοποιούσε με επωφελή τρόπο κάθε απόθεμα ενέργειας για να τροφοδοτήσει τα βιομηχανικά συμπλέγματα, είτε άμεσα, με τη μορφή του ατμού είτε εμμέσως, με τη μορφή κεντρικής θέρμανσης - κατά κυριολεξία. Εξ άλλου, υπήρχαν πολύ εκτεταμένα συστήματα αστικής κεντρικής θέρμανσης: ένα ευφυές σύστημα διαύλων μοίραζε το «χρησιμοποιημένο» ατμό προς τα συγκροτήματα κατοικιών. Με αυτό τον τρόπο, ένας ίδιος τύπος κεντρικού ηλεκτρικού συστήματος μπορούσε στην Ανατολική Ευρώπη να παράγει 98% χρήσιμης ενέργειας, την ίδια στιγμή κατά την οποία στο καπιταλιστικό σύστημα δεν παρήγαγε πάνω από 40%. Και να σκεφτεί κανείς ότι στη Δύση ορισμένοι οικολόγοι εκτιμούσαν με περιφρόνηση «την κακή λειτουργία της αστικής κεντρικής θέρμανσης στο παλιό ανατολικό μπλοκ...». Χωρίς αμφιβολία, αυτά τα συστήματα θα μπορούσαν να έχουν βελτιωθεί, κυρίως με τη χρήση θερμοστατών. Ομως, ακόμη και ένα σύστημα αστικής κεντρικής θέρμανσης με προβλήματα είναι πολύ πιο αποτελεσματικό από τις μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του καπιταλιστικού κόσμου που σπαταλούν ενέργεια και τις ατομικές «κεντρικές θερμάνσεις».

Εδώ και πολύ καιρό, μετά την κρίση του ΟΠΕΚ, οι τιμές των ορυκτών καυσίμων πήραν φωτιά. Κάτω από αυτή την πίεση του τρίτου κόσμου, σε συνδυασμό με την πάλη ενός ολοένα και πιο δυνατού οικολογικού κινήματος, ο καπιταλισμός αναγκάστηκε να διαχειριστεί την ενέργειά του με έναν πιο αποτελεσματικό τρόπο. Και μισό αιώνα περίπου μετά το σοσιαλισμό, ο καπιταλισμός ανακαλύπτει ξαφνικά το ζεύγος θέρμανση/παραγωγή ηλεκτρισμού, μια διαδικασία συνδυασμένης παραγωγής, καθώς τα δύο προϊόντα χρησιμοποιούνται με επωφελή τρόπο. Οι αποτεφρωτήρες των απορριμμάτων είναι εγκαταστάσεις αυτού του τύπου. Ή αλλιώς: πως μια σύγχρονη τεχνολογία τίθεται σε εφαρμογή για να προκαλέσει ένα άλλο οικολογικό πρόβλημα, δεδομένου ότι στον καπιταλισμό ένα μόνο πράγμα μετράει: το κέρδος. Το κέρδος είναι επίσης η αιτία για την οποία αντιδικούμε τώρα, στα πλαίσια του καπιταλισμού, για τις οικονομίες της ενέργειας. Ορισμένες επιχειρήσεις δίνουν πριμ στους μηχανικούς τους για να εξοικονομούν ενέργεια.

 

Χωρισ βουνα απορριμματων.

Εδώ και χρόνια, οι πράσινοι, αλλά και άλλα κυβερνητικά κόμματα, δε σταματούν να μιλούν για «πρόληψη»: πρόκειται για την αποφυγή της παραγωγής απορριμμάτων. Και παρόλα αυτά, σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες, το βουνό των απορριμμάτων παίρνει γιγαντιαίες διαστάσεις, επειδή αποφέρει χρήματα, εξ αιτίας της παραγωγής προϊόντων μετρίων ή αναλώσιμων. Σκουπίδια και καπιταλισμός πάνε μαζί.

Μία γνήσια πολιτική πρόληψης δεν μπορεί να υπάρξει παρά σε ένα κράτος, όπου η λαϊκή εξουσία ελέγχει ή ρυθμίζει αποφασιστικά την παραγωγή και την προσανατολίζει στην ικανοποίηση των συμφερόντων του πληθυσμού.

Οι πράσινοι δεν ανακάλυψαν τίποτα: η πρόληψη υπήρχε ήδη στις σοσιαλιστικές χώρες. Οι συσκευασίες που πετιούνται ήταν σχεδόν ανύπαρκτες στην Ανατολική Ευρώπη, καθώς και οι διαφημιστικές εταιρείες που κερδίζουν εκατομμύρια και το μόνο που παράγουν είναι άχρηστα χαρτιά. Τα νούμερα δεν κάνουν λάθος: στο τέλος της δεκαετίας του ’80, η Ρωσία παρήγε 186 κιλά απορριμμάτων κατά άτομο, απέναντι σε 660 για τις ΗΠΑ και 473 για τη Δυτική Γερμανία.[16] Το «Μιλιεράμα», η επιθεώρηση του Μποντ Μπέτερ-Λέεφ - Περιβάλλον, αναγνωρίζει και αυτό την ανωτερότητα του σοσιαλισμού σε αυτό το πεδίο: «Παρόλα αυτά, αυτή η περιοχή ήταν ευνοημένη στο πεδίο των απορριμμάτων. Το επιβλητικό βουνό των απορριμμάτων συσκευασίας, που προκαλεί τόσες φροντίδες σε πολλούς υπεύθυνους για τη διαχείριση των σκουπιδιών, δεν αντιπροσωπεύει εδώ παρά ένα πολύ μικρό τμήμα, αυτού που υπάρχει σε μας. Οι γοητευτικές και περιττές συσκευασίες ήσαν απολύτως απαράδεκτες μέσα σε ένα κεντρικά σχεδιασμένο σύστημα. (...) Τα τρόφιμα συσκευάζονταν σε γυάλινα μπουκάλια που επιστρέφονταν: γάλα, κρέμα, λάδια, νερά και ανθρακούχα ποτά, χυμοί φρούτων, κονσέρβες λαχανικών...»[17]

Αλλά και όσον αφορά την ανακύκλωση, η Ανατολική Ευρώπη ήταν μπροστά. Ετσι, το 1988 στη ΓΛΔ το 75% των πλαστικών απορριμμάτων ανακυκλωνόταν. Στη Φλάνδρα σήμερα ανακυκλώνεται μόνο το 18%.[18] Στην Ανατολική Γερμανία είχαν δημιουργηθεί εξειδικευμένες επιχειρήσεις, των οποίων το καθήκον ήταν η ανακύκλωση και οι οποίες τροφοδοτούνταν από ένα πολύ πυκνό δίκτυο συλλεκτήρων λυμάτων.[19]

Στο σοσιαλιστικό σύστημα, η διανομή σε μεγάλη κλίμακα μπορεί θαυμάσια να συνδυαστεί με μια αποκέντρωση των σημείων πώλησης. Ενα τέτιο σύστημα διανομής επιτρέπει την καθιέρωση ενός συστήματος επιστροφής για τις συσκευασίες πολλαπλής χρήσης. Και για τους ηλικιωμένους και τα άτομα με ειδικές ανάγκες είναι δυνατό να οργανωθεί η κατ’ οίκον παράδοση, χωρίς επιβάρυνση στο κόστος.

 

Με αφορμη τα πραγματικα οικολογικα προβληματα του σοσιαλισμου

ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: Η ΛΙΜΝΗ ΑΡΑΛΗ

Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί τα γεγονότα: στο σοσιαλιστικό σύστημα επίσης υπάρχουν οικολογικά προβλήματα, μερικές φορές μάλιστα δραματικά. Αλλά φίλοι και αντίπαλοι του σοσιαλισμού κάνουν μια διαφορετική ανάλυση των αιτίων και των πιθανών λύσεων.

Ενα γνωστό παράδειγμα είναι η λίμνη Αράλη.[20] Αυτή η εσωτερική θάλασσα στην πρώην Σοβιετική Ενωση ήταν άλλοτε η τέταρτη σε σπουδαιότητα λίμνη στον κόσμο. Σήμερα, η επιφάνειά της έχει μειωθεί περισσότερο από 27.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, κυρίως μετά τα σχέδια αρδευτικών έργων σε μεγάλη κλίμακα. Δημιουργήθηκε έτσι μια έρημος, που είχε σαν αποτέλεσμα τη διάβρωση από τον άνεμο και κλιματικές μεταβολές. Η αύξηση της αλατότητας επίσης προκάλεσε το θάνατο σχεδόν όλων των ψαριών και το τέλος της αλιείας. Αυτό το πρόβλημα ήταν το αποτέλεσμα μιας απόφασης που πάρθηκε κατά τη δεκαετία του ’50, που απέβλεπε στην ταχύτερη δυνατή αύξηση του καλλιεργήσιμου εδάφους για την παραγωγή τροφίμων και κυρίως βαμβακιού.

Η θετική πλευρά ήταν ότι η επιφάνεια των αρδευόμενων αγροτικών γαιών αυξήθηκε από 29.000 σε 75.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, εξ αιτίας της πορείας του νερού ορισμένων ποταμών μέσω ενός συστήματος διωρύγων. Αλλά η λίμνη της Αράλης, λιγότερο τροφοδοτούμενη, ξεράθηκε.

Η διάβρωση από τον αέρα, οι κλιματικές μεταβολές και η αλάτωση του εδάφους είναι τα πραγματικά προβλήματα που εν καιρώ προκάλεσαν επίσης ζημιά στην αγροτική παραγωγή. Το λάθος είναι ότι καμία λύση (ή μέτρο πρόληψης) δεν αναζητήθηκε. Οι αντίπαλοι του σοσιαλισμού χρησιμοποιούν αυτά τα λάθη του σοσιαλισμού σαν υποτιθέμενη «απόδειξη» της αποτυχίας του σοσιαλισμού. Σε αυτό, μπορούμε να απαντήσουμε ως εξής:

― Ενώ διατρανώνουν με μεγάλες κραυγές ένα πραγματικό πρόβλημα, όπως αυτό της λίμνης Αράλης, υποβαθμίζουν το 100 φορές πιο σημαντικό πρόβλημα που αντιπροσωπεύει η ερημοποίηση στις ζώνες που βρίσκονται υπό ιμπεριαλιστικό έλεγχο. Κάθε χρόνο, τα παρθένα δάση της νότιας Αμερικής, της Αφρικής και της νοτιοανατολικής Ασίας χάνουν έδαφος που αντιστοιχεί σε ένα πολλαπλάσιο της ερήμου που περιβάλλει τη λίμνη Αράλη. Η Σαχάρα και άλλες έρημοι εξαπλώνονται με επιταχυνόμενο ρυθμό. Ξέρετε ότι στην Κένυα μία λίμνη βρίσκεται σε διαδικασία αποξήρανσης, εξ αιτίας της άρδευσης δεκάδων χιλιάδων εκταρίων προορισμένων για την ανθοκαλλιέργεια; Αντίθετα από τα αρδευόμενα εδάφη γύρω από τη λίμνη της Αράλης, που προορίζονταν για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής του σοβιετικού λαού, αυτές οι περιβαλλοντικές καταστροφές μεγαλώνουν αποκλειστικά προς όφελος των εξαγωγικών καλλιεργειών που προορίζονται για την καπιταλιστική Δύση. Ακόμα και την ίδια την Ευρώπη λυμαίνεται η ερημοποίηση: είναι η περίπτωση της Ισπανίας, όπου κατά την περίοδο 1990-1995 περισσότεροι από 27 τόνοι γης χάθηκαν ανά εκτάριο αγροτικού εδάφους.[21] Αλλά δε διατρανώνουμε τόσο καθαρά την αποτυχία της καπιταλιστικής οικονομίας...

― Ο ιμπεριαλισμός ξεχνά πολύ γρήγορα να συνυπολογίσει το συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, γιατί έτσι θα φανερώνονταν οι δικές τους ευθύνες. Το ιστορικό πλαίσιο είναι ότι ο ιμπεριαλισμός δεν έχασε καμιά ευκαιρία να καταστρέψει το νεαρό σοβιετικό κράτος. Από την αρχή, η Σοβιετική Ενωση αντιμετωπίστηκε με μια δολοφονική επέμβαση: λίγο αργότερα, αντιμετώπισε τη ναζιστική απειλή και εισβολή και έπειτα βυθίστηκε στον ψυχρό πόλεμο. Ολο αυτό προκάλεσε την αναγκαιότητα μιας γρήγορης ποσοτικής ανάπτυξης της οικονομίας και της στρατιωτικής μηχανής προς ζημία της ποιοτικής και διαρκούς βελτίωσής της. Να ένα καλό παράδειγμα για το σύνολο των χωρών της Ανατολής: «Στο έδαφος της ΓΛΔ, η πλειοψηφία των εργοστασίων είχε καταστραφεί το Μάιο του 1945, ημερομηνία κατά την οποία νικήθηκε ο φασισμός. Σαν προτεραιότητα, έπρεπε να ξαναξεκινήσει η παραγωγή, ώστε να δοθούν στον πληθυσμό αυτά που είχε περισσότερη ανάγκη... Ορισμένα καθήκοντα πάλης ενάντια στη ρύπανση των υδάτων και του αέρα τοποθετήθηκαν σε δεύτερο πλάνο».[22]

Οταν αναλύσει κανείς τα οικολογικά προβλήματα της Ανατολικής Ευρώπης, πρέπει να παίρνει υπ’ όψη του το γεγονός ότι επρόκειτο για χώρες υπό ανάπτυξη. Μετά την επανάσταση, οι κομμουνιστές ανέλαβαν το καθήκον -κυριολεκτικά- να βελτιώσουν τη (βαριά) βιομηχανία και να ανυψώσουν γρήγορα το επίπεδο ζωής. Και τα κατάφεραν: μέχρι τη δεκαετία του ’70, οι δείκτες της οικονομικής ανάπτυξης ήταν πολύ υψηλοί. Μέσα σε λίγες δεκαετίες, η Σοβιετική Ενωση πέρασε από την κατάσταση της φεουδαρχικής, μεσαιωνικής χώρας, σε εκείνη της υπερδύναμης, όχι μόνο της στρατιωτικής, αλλά και της οικονομικής. Αυτή η οικονομική ανάπτυξη δεν μπορούσε παρά να έχει επιπτώσεις στο περιβάλλον. Ενώ στη Δύση τα ποικίλα οικονομικά προβλήματα εμφανίστηκαν σε φάσεις, προοδευτικά, στις χώρες με ταχεία ανάπτυξη εμφανίστηκαν ταυτόχρονα, με αποτελέσματα που είχαν πολύ μεγαλύτερη οξύτητα.[23]

Επιπλέον, αυτές οι χώρες με τη χαμηλή ανάπτυξη διέθεταν και μια πιο καθυστερημένη τεχνολογία. Η βιομηχανία στην ανατολική Ευρώπη ήταν εξ ίσου ρυπαντική με τη δική μας στη δεκαετία ’50 - ‘60. Οχι παραπάνω. Ας πάρουμε για μάρτυρες τα πολυάριθμα «μαύρα» σημεία στο Βέλγιο. Το να εισαχθεί από τη Δύση η περιβαλλοντική τεχνολογία ήταν κάτι σχεδόν αδύνατο εξ αιτίας του μποϊκοτάζ και της ανάγκης να πληρώνουν σε σκληρό νόμισμα (που ήταν επίσης απαραίτητο για συγκεκριμένα καταναλωτικά προϊόντα, για την αγορά τροφής, άλλων τεχνολογιών κλπ.). «Επρεπε να ξαναανακαλύψουμε τα πάντα», λέει ο Χανς Βάουερ, του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ανατολικής Γερμανίας. Εχει λοιπόν και η Δύση τη δική της ευθύνη για τα περιβαλλοντικά προβλήματα της Ανατολικής Ευρώπης. Η αναγκαιότητα μιας γρήγορης οικονομικής ανάπτυξης έκανε ώστε, ενώ χτίστηκαν εργοστάσια που μόλυναν λιγότερο, τα παλιά συνέχιζαν να παράγουν και να μολύνουν. Ετσι, στη Λέουνα και στη Μπούνα (ΓΛΔ) κατασκευάστηκαν χημικά εργοστάσια στο τέλος της δεκαετίας του ’50. Τα παλιά όμως, που χρονολογούνταν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συνέχισαν να λειτουργούν. Η παραγωγή διπλασιάστηκε.

Πρέπει να προσθέσουμε σε αυτό ότι ο ανταγωνισμός των εξοπλισμών, στον οποίο αυτές οι χώρες αναγκάστηκαν να εμπλακούν, ανάλωσε πολλές δυνάμεις, κυρίως στο πεδίο της έρευνας και της τεχνολογικής εξέλιξης. Δυνάμεις που δε μπόρεσαν να αφιερωθούν στην προστασία του περιβάλλοντος ή σε άλλους κοινωνικούς σκοπούς.

- Περιβαλλοντικά προβλήματα τίθενται εξ ίσου στον καπιταλισμό και στο σοσιαλισμό. Για να πάρουμε το παράδειγμα της Αράλης, μπορούμε να αναρωτηθούμε εάν ο σοσιαλισμός προσφέρει καλύτερες εγγυήσεις από τον ιμπεριαλισμό για να αντιμετωπιστούν αυτά τα προβλήματα. Ακόμα και αν εμφανίζεται μια έρημος, ο σοσιαλισμός διαθέτει ακόμη καλύτερα ατού από τον ιμπεριαλισμό για την αποκατάσταση τέτιων περιοχών ή για να αντιμετωπίσει την ερημοποίηση, όπως δείχνουν τα παραδείγματα της αναδάσωσης και της πάλης ενάντια στην ερημοποίηση που καθοδηγήθηκαν από το Μάο.

Ωστόσο, πρέπει να παραδεχτούμε ότι στη Σοβιετική Ενωση δεν ανελήφθησαν σημαντικές πρωτοβουλίες, τη στιγμή που ο χώρος γύρω από τη λίμνη της Αράλης ερημοποιούνταν. Είναι φανερό ότι τα οικολογικά αποτελέσματα της διαχείρισης του νερού γύρω από τη λίμνη Αράλη δεν προβλέφτηκαν και αυτό ήταν ένα λάθος.

- Τέλος, πρέπει ακόμα να πούμε αυτό: Είναι τελείως πιθανό ότι στο σοσιαλιστικό σύστημα, ακόμα και μετά από μία βαθιά μελέτη των οικολογικών επιπτώσεων, φτάνει κανείς στο συμπέρασμα ότι τα αρδευτικά σχέδια μεγάλης κλίμακας είναι απαραίτητα και ότι μία Αράλη με μειωμένο μέγεθος, αντιπροσωπεύει την καλύτερη επιλογή, υπό τον όρο ότι λαμβάνονται συνοδευτικά μέτρα. Μέτρα που μπορούν να είναι: η άμεση αναδάσωση των απογυμνωμένων εδαφών, με είδη που αντέχουν στο αλάτι, η εξαγωγή του αλατιού σε μεγάλη κλίμακα για να αποφευχθεί η αλάτωση κλπ. Να γιατί μια κοινωνία που σκέφτεται μακροπρόθεσμα είναι ανώτερη. Αλλά το γεγονός ότι δεν αντιμετωπίστηκε το πρόβλημα μέχρι τη στιγμή που άρχισε να εκδηλώνεται, καταλογίζεται στο καθεστώς αναθεωρητισμού της Σοβιετικής Ενωσης στις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Είναι λάθος να αποδίδουμε όλα τα λάθη ή τις ελλείψεις στο σοσιαλισμό, από τη στιγμή που ο αναθεωρητισμός είχε τότε την εξουσία...

 

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΣΜΟΥ

«Αυτό οδήγησε σε μια δεύτερη προτεραιότητα, στη διάδοση του ιμπεριαλισμού, ως μοντέλου για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. (...) Αυτή η γραμμή... δεν είχε πια σαν αντικείμενο την ενδυνάμωση της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού, αλλά ακριβώς την όσο το δυνατό ταχύτερη ανάπτυξη της κατανάλωσης».[24]

Ο Χρουτσώφ διακήρυξε ότι ο κομμουνισμός κατακτήθηκε στη Σοβιετική Ενωση και ότι η Σοβιετική Ενωση θα έφτανε τις ΗΠΑ από τις αρχές της δεκαετίας του ’50. Με αυτή τη θεωρία, όχι μόνο αρνούνταν τον ουσιώδη ρόλο που παίζει η πάλη των τάξεων στο σοσιαλιστικό καθεστώς, αλλά μείωνε επίσης τους στόχους του σοσιαλισμού μόνο στο οικονομικό πεδίο. Ο ιμπεριαλισμός έγινε ένας στόχος στον οποίο απέβλεπαν και ο οποίος έπρεπε να κατακτηθεί. Αυτό μεταφράστηκε σε μία «πρόοδο» χωρίς κριτική, με κάθε τίμημα, στο πεδίο της οικονομίας, παραμερίζοντας όλα τα άλλα στοιχεία που θεωρήθηκαν ως εμπόδιο.

Μπορούμε έτσι ήδη να αντιληφθούμε, στο φιλάσθενο σοσιαλισμό, τα συμπτώματα αυτού που παράγεται, μετά την εκδήλωση της αντεπανάστασης. Και να δύο παραδείγματα:

I.Μπορούμε να αναρωτηθούμε σοβαρά πάνω στη μη -ανάπτυξη ή την ανεπαρκή ανάπτυξη ορισμένων τεχνολογιών. Ετσι, στην πρώην ΓΛΔ, ο λιγνίτης ήταν η κύρια πηγή ενέργειας. Γνωρίζουμε ωστόσο, εδώ και πολύ καιρό, σε ποιο σημείο αυτή η καύσιμη ύλη συνεισφέρει στη ρύπανση με το διοξείδιο του άνθρακα, σοβαρή αιτία των όξινων βροχών. Οι συνολικές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα έφταναν κάθε χρόνο στα 5,2 εκατομμύρια τόνους στη ΓΛΔ, (313 γραμμάρια ανά κάτοικο), 9,3 εκατομ. τόνοι στη Σοβιετική Ενωση (32 γραμμάρια ανά κάτοικο) και 21 εκατομ. τόνοι στις ΗΠΑ (83,2 γραμμάρια ανά κάτοικο).[25] Το ότι η ΓΛΔ εκμεταλλευόταν το λιγνίτη δικαιώνεται στο πολιτικό - οικονομικό επίπεδο, αλλά το ότι ταυτόχρονα δε βελτίωνε μια ανώτερη τεχνολογία φιλτραρίσματος του διοξειδίου του άνθρακα - κάτι που θα μπορούσε να είναι ωφέλιμο για τη δημόσια υγεία - πρέπει να αποδοθεί σε ένα καθεστώς που, λίγο - λίγο, απομακρύνθηκε από τα λαϊκά συμφέροντα. Ειρήσθω εν παρόδω, οι εκπομπές της Σοβιετικής Ενωσης ήσαν κατώτερες από εκείνες των ΗΠΑ.

II.Η αναδάσωση ήταν θρυλική επί Μάο. Αλλά κάτω από το καθεστώς του Ντενγκ Χσιάο Πινγκ, ο οποίος υιοθέτησε μια σοβαρή αναθεωρητική άποψη, διαπιστώνεται μια αντιστροφή της κατάστασης. Η συνολική δασωμένη επιφάνεια στην Κίνα ήταν, το 1989, 126.848.000 εκτάρια, περίπου μια μείωση της τάξης του 7,7% σε σχέση με το 1979, κατά την εποχή περίπου της ανόδου του Ντενγκ στην εξουσία.[26] Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού εργασίας τον Ιούλιο του 1989, ένα μήνα μετά την Τιεν - Εν - Μεν, πολλοί κινέζοι υπεύθυνοι από το Κόμμα, αναγνώρισαν ότι οι μεταρρυθμίσεις των δέκα τελευταίων ετών άσκησαν μία αρνητική επιρροή πάνω στα συλλογικά έργα. Αυτά τα συλλογικά έργα δεν επέσυραν στην πραγματικότητα κανένα άμεσο αποτέλεσμα πάνω στις μάζες των αγροτών που ήσαν ατομικοί παραγωγοί, αλλά δεν μπορούσαν παρά να έχουν μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Σημείωναν την κατασκευή φραγμάτων, τα αρδευτικά κανάλια και την αναδάσωση. Κατά την ίδια περίοδο, η δασωμένη επιφάνεια της Κούβας αυξήθηκε κατά ...11,8%!

 

ΤΑ ΚΑΛΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΑΓΟΡΑΣ...

Ο σοσιαλισμός παρέχει τις καλύτερες εγγυήσεις για την προστασία του περιβάλλοντος: αυτό προκύπτει επίσης από τις αρνητικές εξελίξεις που δημιουργούνται από τότε που οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης έγιναν καπιταλιστικές. Για να φωτίσουμε το γεγονός, παραθέτουμε ορισμένες «μη ύποπτες» πηγές - τις οργανώσεις προστασίας του περιβάλλοντος οι οποίες, στην εποχή τους, στήριξαν τις αντεπαναστάσεις:

«Περιμένουμε ότι ο αριθμός των ιδιωτικών αυτοκινήτων στην Πολωνία- σήμερα εκτιμάται γύρω στα 5.000.000- θα διπλασιαστεί μέσα στα 20 επόμενα χρόνια και ότι ο αριθμός των χιλιομέτρων που διατρέχει κάθε όχημα μέσα σε ένα χρόνο θα περάσει από τα 7.000 χλμ. το χρόνο, που είναι τώρα, σε ...10.000 το 2010.[27] Με λίγα λόγια, ο αριθμός των χιλιομέτρων που διατρέχονται από τα ιδιωτικά αυτοκίνητα στην Πολωνία θα τριπλασιαστεί μέσα σε 20 χρόνια... Οι δυτικοί κατασκευαστές αυτοκινήτων, που αντιμετωπίζουν μια δομική δυνατότητα υπερπαραγωγής, βρήκαν στην Ανατολική Ευρώπη μια καλοδεχούμενη αγορά». Και συνεχίζει: «Το δόγμα της ελεύθερης αγοράς της Ευρωπαϊκής Ενωσης ευνοεί τη συγκεντροποίηση της παραγωγής, οδηγώντας σε μία αύξηση της μεταφοράς των εμπορευμάτων και σε μία αυξανόμενη επιβάρυνση για το περιβάλλον».[28] Αυτό οδηγεί το συγγραφέα του άρθρου «Καρποί του καπιταλισμού» στο ακόλουθο συμπέρασμα: «Οι επενδύσεις στην παραγωγή αυτοκινήτων και στην κατασκευή νέων δρόμων, αφαιρούν έσοδα από τις δημόσιες μεταφορές».[29] Οι εξελίξεις στο πεδίο των μεταφορών μεταφράζεται λοιπόν με μια ρυπαντική αύξηση των χερσαίων μεταφορών, προς ζημία του δημοσίου τομέα μεταφορών. Το πρόβλημα των απορριμμάτων είναι εξ ίσου σοβαρό: «Τα κουτάκια αλουμινίου μιας χρήσης και τα ασηπτικά χαρτόνια, τύπου Τέτρα Πακ, υπέσκαψαν την παραδοσιακή πρακτική των συσκευασιών σε μπουκάλια που επιστρέφονται και ξαναχρησιμοποιούνται και δημιουργούν καινούργια προβλήματα απορριμμάτων (...). Οι καμπάνιες που διεξήγε η Γκριν Πις και άλλοι, στις αρχές της δεκαετίας του ’90 για να ελαφρώσει το εμπόριο των απορριμμάτων -το ντάμπινγκ των δυτικών απορριμμάτων μετά το άνοιγμα των συνόρων- δημιούργησε έναν υγιή σκεπτικισμό, όσον αφορά τις προθέσεις των δυτικών».[30]

Ακόμα και ένας Λέστερ Μπράουν δε μπορεί να αρνηθεί ορισμένες προφανείς διαπιστώσεις. «Παρόλο που οι χώρες της περιοχής έχουν μια μοναδική ευκαιρία να αποφύγουν ορισμένα λάθη της Δύσης, οι μεγάλες δυνάμεις τις ωθούν να επαναλάβουν αυτά τα λάθη».[31] Μία από αυτές τις δυνάμεις είναι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο, σύμφωνα με το λόγο ύπαρξής του, εμποδίζει τις χώρες να καθορίσουν μόνες τους την ίδια τους την ανάπτυξη: «Θεσμοί όπως το ΔΝΤ ...εμπόδισαν τις χώρες να βρουν μόνες τους δρόμους για τη δική τους ανάπτυξη.»[32] Αλλοι μικροαστοί συγγραφείς κάνουν διαπιστώσεις εξ ίσου επώδυνες: «Η ριζική υποστήριξη άμεσων περιβαλλοντικών μέτρων υπονομεύτηκε, κυρίως με την ανάδυση προβλημάτων όπως η μαζική ανεργία, η πολιτική αστάθεια και η πολύ εξαπλωμένη φτώχεια».[33] Η κοινή ρίζα αυτών των κακών, η καπιταλιστική παλινόρθωση στο ανατολικό μπλοκ, δεν κατονομάζεται. Ούτε καν όταν ο συγγραφέας φτάνει την ανάλυσή του μέχρι το βάθος: «Η έλλειψη προσοχής προς το περιβάλλον είναι το αποτέλεσμα της απουσίας ενός σχετικού νομοθετικού πλαισίου και μιας δυνατής πίεσης για ιδιωτικοποιήσεις. Σε ορισμένες χώρες της περιοχής, ... οι νομοθέτες αισθάνονται ότι οι πιο αυστηρές περιβαλλοντικές προδιαγραφές θα κάνουν πιο δύσκολη την εξεύρεση αγοραστών και την πραγματοποίηση των πωλήσεων».[34] Με λίγα λόγια είναι η μετάβαση από τη συλλογική στην ατομική ιδιοκτησία που εξαρθρώνει τις φροντίδες απέναντι στο περιβάλλον, παρόλο που ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι αυτό το «ελάττωμα» μπορεί να διορθωθεί με καλύτερους νόμους.

Η μόνη βελτίωση που ο καπιταλισμός έφερε στην Ανατολική Ευρώπη, στο πεδίο του περιβάλλοντος είναι ότι η ρύπανση του αέρα και των υδάτων μειώθηκε αισθητά ... εξ αιτίας του μαζικού κλεισίματος των επιχειρήσεων, με το τίμημα δηλαδή της μαζικής ανεργίας και της φτώχειας. Με αυτή του την πράξη, ο ιμπεριαλισμός είναι υπεύθυνος για μια προοδευτική γενοκτονία στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Σε σχέση με παλαιές προβλέψεις, η Σοβιετική Ενωση μετρούσε, το 1998. 11 εκατομμύρια λιγότερους κατοίκους, εξ αιτίας της δραματικής μείωσης του προσδόκιμου ζωής και του αριθμού των γάμων και των γεννήσεων. Πώς θα μπορούσε να συμπεριφερθεί το περιβάλλον μέσα σε ένα κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο που έχει οδηγήσει το πιο προηγμένο είδος σε κατάσταση γενοκτονίας; Μόνο ο οικο-ιμπεριαλιστικός μακιαβελισμός μπορεί να χαίρεται για μια εξέλιξη που προκρίνει την αναδίπλωση του πληθυσμού στο όνομα της λιγότερης ρύπανσης...



[1] Andre Ruwet: Εγκλημα στην Ανατολή, Γκριν Πις, ν. 1, 1990, σελ. 9

[2] Dick Thomson, Το πρασίνισμα της Σοβιετικής Ενωσης, «Τάιμ», 2/1/,89, σελ. 42.

[3] «Προστασία του περιβάλλοντος. Πληροφορίες, γεγονότα και αριθμοί για τη ΓΛΔ.». Πανόραμα ΓΛΔ, Βερολίνο, 1980, σελ. 53..

[4] Οπου και πριν, σελ. 56.

[5] Ο.π. σελ.57

[6] Ο.π. σελ. 53, 57, 58.

[7] Ο.π., σελ. 16.

[8] «Παρατηρητής της φύσης στις σοσιαλιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης», IUCN, 1986, σελ. 56 - 97.

[9] Ο.π. σελ. 95.

[10] Διεθνής Επιτροπή για την Προστασία του Ελβα, «Ο Ελβας, ένα δώρο που αξίζει να διατηρηθεί στην Ευρώπη,» Μαγδεμβούργο, 1999, σελ. 40 και 62.

[11] Φραντς Σαιλ και Γιόζεφ Φούκσα, «Η μακροζωοπανίδα του Ελβα, από τα Γιγάντια Ορη ως το Κούξχαβεν», Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Υδάτων, Κόμπλεντς και Ιδρυμα Ερευνας Υδάτων, Τ.Γ. Μάζαρκα, Πράγα, 2000, σελ. 15.

[12] Διεθνής Επιτροπή για την Προστασία του Ελβα, ό.π., σελ. 52.

[13] Ινστιτούτο Παγκοσμίων Πόρων, «Παγκόσμιοι Πόροι, 1992 - 1993», εκδ. Πανεπιστημίου Οξφόρδης, Νέα Υόρκη/Οξφόρδη, 1992, σελ. 266 - 267.

[14] Ο.π., σελ. 318 - 319.

[15] Σ. Τίλενς, «Αγωνιστές χτυπούν τη μεγάλη κυκλοφορία αυτοκινήτων», Η Ανατολική Ευρώπη σταματά τους σιδηροδρόμους, Υπεράσπιση του περιβάλλοντος, 2/93, σελ. 26.

[16] Λέστερ Μπράουν: «Προς τα πού πηγαίνει ο κόσμος;» Ιδρυμα Ευρώπης για την Παγκόσμια Παρακολούθηση», Μπερχάαρ, 1991, σελ. 74 και 166.

[17] Ντ. Γιάκομπς, «Η Τέτρα - Πακ ανακαλύπτει την Ανατολική Ευρώπη. Το γάλα δεν θα «τρέχει» πια». Milieurama, Οκτώβρης 1992, σελ. 10 -11. Περιοδικό του «Συνδέσμου για καλύτερο περιβάλλον ζωής», Ενωση πρστασίας του περιβάλλοντος στη Φλάνδρα.

[18] «Σύνδεσμος για καλύτερο περιβάλλον ζωής», Δημόσια έρευνα σχεδίου διαχείρισης οικιακών απορριμμάτων..., 1997, σελ. 4.

[19] ΓΛΔ - Επιθεώρηση, αριθμός 8, 1988, σελ. 18.

[20] Ινστιτούτο Παγκόσμιων Πόρων, «Παγκόσμιοι Πόροι 1990 - 91», εκδ. Πανεπιστημίου Οξφόρδης, Νέα Υόρκη/Οξφόρδη, 1990, σελ. 171.

[21] Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος: «Το περιβάλλον στην Ευρωπαϊκή Ενωση στη στροφή του αιώνα», Δελτίο περιβαλλοντικών εκτιμήσεων αρ. 2», Γραφείο για τις επίσημες δημοσιεύσεις των Ευρωπαϊκών κοινοτήτων», Λουξεμβούργο, 1999, σελ. 189.

[22] Σύνταξη «κατ` αποκλειστικότητα», ό.π. σελ. 12.

[23] M.Meybeck, D.Chapman, R. Helmer, « Η προοδευτική εμφάνιση προβλημάτων ρύπανσης στις χώρες, ανάλογα με το επίπεδο και την ταχύτητα της ανάπτυξής τους», Σύστημα Παγκόσμιας Περιβαλλοντικής Παρακολούθησης της Ποιότητας του Παγκόσμιου Ποσίμου Νερού: Μια πρώτη εκτίμηση, Basil Blackwell, Ltd. Oxford, 1989, σελ. 306.

[24] Kurt Gossweiler, «Για την υπεράσπιση του σοσιαλισμού, σφάλματα και επιτυχίες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης», «Μαρξιστικές Σπουδές», αρ. 19, 1993, σελ. 41.

[25] Παγκόσμιοι Πόροι, 1992 - 93, σελ. 60.

[26] Ο.π. σελ. 262 - 263.

[27] Ο.π. σελ. 63.

[28] Επαφή για το Περιβάλλον, Ανατολική Ευρώπη, «Ετήσια Εκθεση», 1998, σελ. 7.

[29] Ο.π., σελ. 6.

[30] Ο.π., σελ. 6 - 8.

[31] Λέστερ Μπράουν, ό.π. σελ. 169.

[32] Επαφή για το περιβάλλον, Ανατολική Ευρώπη, Ετήσια Αναφορά, ό.π. σελ. 6.

[33] Περιφερειακό περιβαλλοντικό κέντρο για την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, Ετήσια Αναφορά, 1992, σελ. 5.

[34] Ο.π. σελ. 10.