ΠΡΟΣΥΝΕΔΡΙΑΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ 16ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΚΚΕ

 

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ιωάννης Βεντούρας

 «ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΕΟΚ ΤΩΝ ΜΟΝΟΠΩΛΙΩΝ». Τέλη της δεκαετίας του ’70, το σύνθημα ξεσηκώνει τους Ελληνες απ’ άκρη σε άκρη. Από την επικείμενη ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, η αστική τάξη προσμένει το ξεπέρασμα των αδυναμιών του συστήματος και την παραπέρα ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα. Τα οφέλη για την άρχουσα τάξη τεράστια. Τεράστια και η καμπάνια που κάνει για να πείσει τον ελληνικό λαό. Οι συνέπειες, όμως για το λαό από την επικείμενη ένταξη είναι βαριές. Η καμπάνια του ΚΚΕ «ΜΑΘΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΟΚ - ΠΑΘΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΟΚ» ξεσκεπάζει τους υποστηριχτές της ένταξης, δεξιούς και «αριστερούς», οι οποίοι προσπαθούν να κρύψουν τις συνέπειες που θα υπάρξουν. Αποβιομηχάνιση της χώρας, αύξηση της ανεργίας, ανάπτυξη του τομέα των υπηρεσιών σε βάρος της μεταποίησης, χτύπημα της μικρής και μεσαίας επιχείρησης με τη συγκέντρωση του κεφαλαίου και της παραγωγής σε λίγα χέρια, καταστροφή της βιοτεχνίας, δραματική μείωση του αγροτικού πληθυσμού λόγω της καταστροφής της μικρής παραγωγής και αύξηση των μεγάλων ιδιοκτησιών κλπ.

Το προχώρημα του καπιταλισμού σημαίνει την καταστροφή και προλεταριοποίηση εκατοντάδων χιλιάδων αγροτών, επαγγελματιών και μικρών καπιταλιστών. Οι συνέπειες, προμηνύονται βαριές για τα μεσαία στρώματα της πόλης και του χωριού, καθώς και για τη μικρή και μεσαία αστική τάξη. Το ΠΑΣΟΚ, που την εποχή εκείνη εμφανίζεται να εκφράζει τα συμφέροντα όλων αυτών των ομάδων, εκμεταλλευόμενο την αγωνία τους, υιοθετεί και προβάλλει το σύνθημα αυτό καταφέρνοντας να τους συσπειρώσει και να καταλάβει την κυβερνητική εξουσία.

Σήμερα, είκοσι χρόνια μετά διαπιστώνουμε ότι το ΚΚΕ είχε απόλυτο δίκιο όταν προειδοποιούσε το λαό για τις συνέπειες που θα είχε η ένταξη στην ΕΟΚ. Ολα όσα είχε προβλέψει ότι θα γίνουν, τα είδαμε να πραγματώνονται μέρα με τη μέρα, χρόνο το χρόνο.

Για ποιο λόγο όμως το ΚΚΕ, το κόμμα της εργατικής τάξης αντιτάχθηκε στην είσοδο της χώρας στην ΕΟΚ και στη συνέχεια την αποχώρηση από τον οργανισμό αυτό; Ηταν οι επικείμενες συνέπειες η πραγματική αιτία της αντίδρασης; Ή μήπως αυτές απλώς χρησιμοποιήθηκαν για να συσπειρώσει κόσμο έχοντας κατά νου και κάτι άλλο;

Σίγουρα ο λόγος δεν ήταν να σώσει τις μεσαίες τάξεις από την επικείμενη καταστροφή. Δεν είναι αυτός ο λόγος ύπαρξης του κόμματος της εργατικής τάξης. Ας θυμηθούμε εξ άλλου τα λόγια του ΜΑΡΞ: «Οι μεσαίες τάξεις, ο μικροβιομήχανος, ο μικρέμπορος, ο χειροτέχνης, ο αγρότης, όλοι τους πολεμούν την αστική τάξη, για να σώσουν την ύπαρξή τους από τον αφανισμό σαν μεσαίες τάξεις. Συνεπώς δεν είναι επαναστατικές, αλλά συντηρητικές. Κάτι παραπάνω, είναι αντιδραστικές, προσπαθούν να γυρίσουν προς τα πίσω τον τροχό της ιστορίας».

Η εργατική τάξη δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από την καταστροφή των μικρομεσαίων και τη συγκέντρωση του κεφαλαίου. Ισα-ίσα που έτσι γίνεται πιο πολυάριθμη, πιο δυνατή, ενώ η μεγαλύτερη συγκέντρωση του κεφαλαίου φέρνει πιο κοντά το σοσιαλισμό. Ας θυμηθούμε τα λόγια του ΛΕΝΙΝ: «Εργο της αστικής τάξης είναι ν’ αναπτύσσει τα τραστ, να σπρώχνει τα γυναικόπαιδα στις φάμπρικες, να τα βασανίζει εκεί, να τα διαφθείρει και να τα καταδικάζει στην έσχατη φτώχεια. Εμείς δε «διεκδικούμε» μια τέτια ανάπτυξη, δεν την «υποστηρίζουμε», παλεύουμε ενάντιά της. Μα πως παλεύουμε; Ξέρουμε ότι τα τραστ και η δουλιά των γυναικών στα εργοστάσια αποτελούν πρόοδο. Δε θέλουμε να πάμε πίσω, στη χειροτεχνία, στον προμονοπωλιακό καπιταλισμό, στη σπιτική δουλιά των γυναικών. Εμπρός μέσω των τραστ κλπ. και πέρα απ’ αυτά προς το σοσιαλισμό» (Β.Ι. Λένιν: Απαντα, τομ. 30ος, σελ. 151-156).

Μήπως ο λόγος ήταν ότι οι επιχειρήσεις θα περνούσαν σε «ξένα» χέρια; Ούτε να το σκεφτόμαστε. Γιατί οι προλετάριοι δεν έχουν κανένα λόγο να διαλέξουν τον καπιταλιστή που θα τους εκμεταλλευτεί. Ο καπιταλιστής είναι καπιταλιστής, είτε είναι Ελληνας είτε είναι Τούρκος. Για τον εργάτη της «ΠΕΤΡΟΛΑ» δεν έχει σημασία αν το αφεντικό λέγεται ΛΑΤΣΗΣ ή ΜΠΡΑΟΥΝ. Τον υπάλληλο του πολυκαταστήματος δεν τον νοιάζει αν θα του πίνει το αίμα το αφεντικό του ΤΡΟΦΟ ή το αφεντικό του ΚΟΝΤΙΝΕΤ. Αυτό μπορεί να καίει τους καπιταλιστές, αλλά σίγουρα τους προλετάριους δεν τους αφορά.

Με την είσοδο της Ελλάδας στην ΕΟΚ θ’ άνοιγε διάπλατα ο δρόμος για τα ξένα εμπορεύματα να κατακτήσουν την ελληνική αγορά με αποτέλεσμα πολλές ελληνικές επιχειρήσεις να οδηγηθούν στο κλείσιμο και πολλοί εργάτες στην ανεργία. Ηταν τελικά αυτός ο κύριος λόγος αντίδρασης στην ένταξη;

Σκεφτείτε το εξής παράδειγμα. Ενα εργοστάσιο στην Πάτρα απασχολεί 100 εργάτες και παράγει το Χ προϊόν. Κάποια στιγμή ανοίγει ένα άλλο εργοστάσιο στη Λάρισα για να παράγει το ίδιο προϊόν Χ, που μπορεί να το προωθήσει καλύτερα στην αγορά, και προσλαμβάνει 100 άνεργους εργάτες. Λόγω του ανταγωνισμού, το εργοστάσιο της Πάτρας αναγκάζεται να κλείσει και οι 100 εργάτες του μένουν άνεργοι. Στην ουσία για την εργατική τάξη, σαν σύνολο, δεν άλλαξε τίποτα. Από τη μια 100 άνεργοι βρήκαν δουλιά και από την άλλη 100 εργάτες μπήκαν στην ανεργία. Τώρα εάν κάποιος καπιταλιστής καταστράφηκε αυτό δεν κόφτει καθόλου τους προλετάριους. Τους εργάτες δεν τους ενδιαφέρει καθόλου εάν ο καπιταλιστής που θα γιγαντωθεί θα είναι Αθηναίος, Θεσσαλονικιός ή Λονδρέζος. Με την είσοδο λοιπόν στην ΕΟΚ, στο παράδειγμά μας θα έχουμε, αντί για το εργοστάσιο της Λάρισας, ένα άλλο εργοστάσιο σε κάποια άλλη χώρα, που για να μπορέσει να καλύψει τη ζήτηση για αγαθά Χ στη χώρα μας, θα προχωρήσει στην αύξηση της παραγωγής του και συνεπώς στην πρόσληψη άνεργων εργατών. Ετσι μπορεί να χάσουν τη δουλιά τους κάποιοι εργάτες στην Ελλάδα, κάποιοι άλλοι όμως, σε ένα άλλο μέρος θα βρουν δουλιά. Ισως, βέβαια, βρεθούν μερικοί που ν’ αγανακτήσουν και να φωνάξουν «όχι να χάνουν τη δουλιά τους οι Ελληνες, να την παίρνουν οι Γερμανοί ή οι Τούρκοι ή οι Αλβανοί και σεις να λέτε ότι δε συμβαίνει τίποτα»! Προσοχή όμως. Αυτό δεν είναι προλεταριακός διεθνισμός. Για τους συνειδητούς προλετάριους τέτια ψευτοδιλήμματα δεν μπορούν να υπάρχουν. Αυτά είναι επιχειρήματα των μικροαστών, των μικρών καπιταλιστών, που βλέπουν να κινδυνεύει η επιχείρησή τους και προσπαθούν να βρουν τρόπους να αποτρέψουν το κακό. Η καταστροφή των πιο αδύναμων καπιταλιστών είναι νόμος του συστήματος και θα σταματήσει μόνο με την ανατροπή του ίδιου του συστήματος, όταν δηλαδή δε θα υπάρχουν πια καπιταλιστές. Και όσο καταστρέφονται καπιταλιστές και προχωράει η συγκεντροποίηση της παραγωγής, τόσο πιο κοντά ερχόμαστε στο τέλος του καπιταλισμού. «Το μονοπώλιο του κεφαλαίου μετατρέπεται σε δεσμά του τρόπου παραγωγής που άνθισε μαζί του και κάτω από αυτό. Η συγκεντροποίηση των μέσων παραγωγής και η κοινωνικοποίηση της εργασίας φτάνουν σε σημείο που δεν μπορούν να συμβιβαστούν με το καπιταλιστικό τους περίβλημα. Το περίβλημα αυτό σπάει. Σημαίνει το τέλος της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας. Οι απαλλοτριωτές απαλλοτριώνονται» (Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. Ι).

Υπήρχε λοιπόν κάποια βαθύτερη αιτία που οδήγησε το κόμμα της εργατικής τάξης να εναντιωθεί στην ΕΟΚ; Σίγουρα υπήρχε. Ο σοβαρότερος λόγος που μπορεί να υπάρξει για ένα κόμμα βαθιά διεθνιστικό και επαναστατικό όπως ήταν και είναι το ΚΚΕ. Ο λόγος αυτός ήταν η υπεράσπιση του σοσιαλισμού τόσο στη Σοβιετική Ενωση όσο και στις υπόλοιπες σοσιαλιστικές χώρες. Η υπεράσπιση των χωρών, που προσπαθούσαν να οικοδομήσουν το σοσιαλισμό, με τα όσα προβλήματα και διαστρεβλώσεις. Το επαναστατικό καθήκον μας επέβαλε να φέρουμε όσα εμπόδια και δυσκολίες μπορούσαμε στην παραπέρα ανάπτυξη του καπιταλισμού, να τον κάνουμε όσο γίνεται λιγότερο ισχυρό για να μπορέσει να προχωρήσει η οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Μετά όμως τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που έγιναν και τη διάλυση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, τα δεδομένα άλλαξαν. Τα καθήκοντα των επαναστατικών κομμάτων θα πρέπει να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες. Το «ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΟΚ» ή το «ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΕΕ» είναι πλέον άνευ ουσίας. Πάρτε για παράδειγμα τον ΟΗΕ. Ο ΟΗΕ έχει εξελιχτεί πλέον σε ένα ιμπεριαλιστικό οργανισμό, καθαρό όργανο της Αμερικανικής ολιγαρχίας. Κανείς επαναστάτης όμως, δε θα σκεφτόταν να προτάξει ως καθήκον του κινήματος τη διάλυση του ΟΗΕ. Η διάλυση ενός ιμπεριαλιστικού οργανισμού στις σημερινές συνθήκες δεν έχει να προσφέρει σχεδόν τίποτα γιατί στη θέση του θα δημιουργηθεί κάποιος άλλος. Το θέμα είναι να μπορέσουμε να περιορίζουμε τη δράση τους και ν’ αντιμετωπίζουμε τις συνέπειες που δημιουργούνται από την ύπαρξη αυτών των οργανισμών, μέχρι την ανατροπή του συστήματος και την τελική διάλυσή τους. Το να προτείνεις σήμερα την πάλη για τη διάλυση ενός ιμπεριαλιστικού οργανισμού έχει σαν αποτέλεσμα ν’ αποπροσανατολίζεις τον κόσμο και να συσκοτίζεις τον τελικό στόχο, που είναι η καταστροφή του καπιταλιστικού συστήματος.

Η πάλη της εργατικής τάξης σήμερα θα πρέπει να επικεντρωθεί στην αντιμετώπιση των οξυμένων προβλημάτων που αντιμετωπίζει, όπως είναι το δικαίωμα στη δουλιά, στη μόρφωση, στη ζωή. Το ζήτημα είναι το πώς θ’ αναπτυχθούν οι αγώνες π.χ. για τη μείωση της ανεργίας, που στα επόμενα χρόνια με τη συνέχιση της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου και την παραπέρα εξέλιξη της τεχνολογίας, οι θέσεις εργασίας θα μειωθούν ραγδαία. Και επειδή το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό αλλά διεθνές, είναι σίγουρο πως μόνο ενωμένη η εργατική τάξη, πάνω από έθνη και κράτη, με τη διεθνιστική της αλληλεγγύη, μπορεί να καταφέρει κάτι. Ολα τα προβλήματα σήμερα απαιτούν διεθνή δράση. Η ΕΕ δίνει την ευκαιρία στην εργατική τάξη της Ευρώπης να δράσει ενιαία και αυτό πρέπει να το εκμεταλλευτεί.

Για τους συνειδητούς προλετάριους, για τους κομμουνιστές είναι ξεκάθαρο ότι η οριστική λύση στα προβλήματα των εργαζομένων θα δοθεί με την ανατροπή του συστήματος, με τη σοσιαλιστική επανάσταση. Με αυτή την προοπτική θα πρέπει να διαπαιδαγωγούνται οι εργαζόμενοι στους καθημερινούς αγώνες. Και η σοσιαλιστική επανάσταση για να είναι επιτυχής, θα πρέπει να ξεσπάσει οπωσδήποτε, όχι μόνο στις πιο προηγμένες αλλά και στις πιο μεγάλες καπιταλιστικές χώρες, αλλιώς είναι καταδικασμένη ν’ αποτύχει. Με τα σημερινά δεδομένα επιτυχημένη επανάσταση μπορεί να γίνει είτε στις ΗΠΑ, είτε σε μια μεγάλη και ισχυρή ΕΕ. Η εμπειρία της Οκτωβριανής Επανάστασης και της Σοβιετικής Ενωσης είναι πολύτιμη. Ο ΛΕΝΙΝ έλεγε σχετικά:

«...Το προλεταριάτο όμως, όχι μόνο δεν αναλαβαίνει την υποχρέωση να υπερασπίζει την εθνική ανάπτυξη κάθε έθνους, μα αντίθετα προειδοποιεί τις μάζες για τον κίνδυνο που κλείνουν μέσα τους τέτιες αυταπάτες, υποστηρίζει την πιο πλέρια ελευθερία της καπιταλιστικής κυκλοφορίας και χαιρετίζει κάθε αφομοίωση των εθνών, εκτός από κείνη που γίνεται με τη βία ή στηρίζεται σε προνόμια... Οι μαρξιστές, όπως είναι ευνόητο, κρατούν εχθρική στάση απέναντι στην ομοσπονδία και την αποκέντρωση, για τον απλούστατο λόγο ότι ο καπιταλισμός απαιτεί για την ανάπτυξή του όσο το δυνατό πιο μεγάλα και όσο το δυνατό πιο συγκεντρωτικά κράτη. Στην περίπτωση που οι υπόλοιποι όροι θα είναι ίσοι, το συνειδητό προλεταριάτο θα υποστηρίζει πάντα ένα πιο μεγάλο κράτος... Το μεγάλο συγκεντρωτικό κράτος είναι ένα τεράστιο ιστορικό βήμα από το μεσαιωνικό κατατεμαχισμό προς τη μελλοντική σοσιαλιστική ενότητα όλου του κόσμου και δεν υπάρχει ούτε μπορεί να υπάρξει δρόμος προς το σοσιαλισμό που να μην περνά μέσα από ένα τέτιο κράτος (που συνδέεται με τον καπιταλισμό)...» («Κριτικά Σημειώματα πάνω στο εθνικό ζήτημα 1913».

Ναι λοιπόν. Τώρα πια που δεν υπάρχει το σοσιαλιστικό στρατόπεδο, η παραπέρα ενοποίηση και ισχυροποίηση της ΕΕ δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ν’ ανοίξει ο δρόμος προς το σοσιαλισμό. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να παλεύουμε ενάντια στις συνέπειες που δημιουργούνται. Ισα-ίσα που ο αγώνας μας ενάντια στο κεφάλαιο, ελληνικό ή ευρωπαϊκό, γίνεται πιο σκληρός και θα πρέπει να δυναμώσει, αναπτύσσοντας και την αλληλεγγύη μεταξύ των εργαζομένων της Ευρώπης, δείχνοντάς τους να καταλάβουν στην πράξη, ότι το πρόβλημα δεν είναι η κακιά «ΕΟΚ» αλλά ο καπιταλισμός. Εξηγώντας τους ότι δεν αρκεί να διαλύσουμε την «ΕΕ» αλλά να ανατρέψουμε το καπιταλιστικό σύστημα. Τα λόγια του ΛΕΝΙΝ είναι προφητικά και διδακτικά:

«...Εμείς οι Ρώσοι κομμουνιστές είμαστε για την ώρα μονάχοι... έχουμε αποκοπεί από τους άλλους συντρόφους έπρεπε όμως να δράσουμε πρώτοι... Η επανάστασή μας εκδηλώθηκε σαν επανάσταση γενική, κι εμείς θα εκπληρώσουμε τα καθήκοντά μας με τη βοήθεια των εργατών και των αγροτών όλων των χωρών... Ο καπιταλισμός είναι δύναμη διεθνής και γι’ αυτό δεν μπορούμε να τον εκμηδενίσουμε οριστικά, παρά μόνο νικώντας σε όλες τις χώρες και όχι σε μια... Οι προλεταριακές μάζες θα εξασφαλίσουν στη Σοβιετική Δημοκρατία τη νίκη... και τη δυνατότητα να κρατήσουμε ώσπου να ξεσπάσει η παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση» (Απαντα, 24/8/1918, τομ. 37ος).

«...Ζούμε όχι μόνο σε κράτος, αλλά και σε σύστημα κρατών, και η ύπαρξη της Σοβιετικής Δημοκρατίας δίπλα στα ιμπεριαλιστικά κράτη για ένα μακρόχρονο διάστημα είναι αδύνατη. Στο τέλος-τέλος θα νικήσει είτε το ένα σύστημα είτε το άλλο» (Απαντα, 24/8/1918, τ. 38ος).

Γίνεται λοιπόν φανερό, ότι όσο μεγαλώνει η ΕΕ, όσο πιο ισχυρή γίνεται σε σχέση με τα άλλα καπιταλιστικά κράτη, όσο περισσότερο συγκεντρώνεται η διοίκηση, τόσο περισσότερο ωριμάζουν οι όροι για μια ΕΠΙΤΥΧΗΜΕΝΗ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ.

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Βαγγέλης Καραδήμας - ΚΟΒ Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Στις σημερινές συνθήκες, ο δρόμος που προβάλλει το κόμμα μας είναι πραγματικά ο μονόδρομος της εργατικής τάξης, του λαού συνολικότερα. Είναι ο δρόμος που μπορεί να βγάλει τον τόπο από τη μέγγενη της εκμετάλλευσης από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, που θα αποτελέσει το μοχλό για να πάψει η Ελλάδα να είναι ένα ακόμα γρανάζι στη μεγάλη ιμπεριαλιστική μηχανή. Είναι ο δρόμος που οδηγεί στο Σοσιαλισμό στην Ελλάδα. Θεωρώντας ότι ο ρόλος του Κόμματος σε αυτή την υπόθεση είναι ο κυριότερος, αφού ανάλογα με τη δύναμή του, ποσοτικά και ποιοτικά, θα επηρεάζεται και η συνείδηση της εργατικής τάξης και του λαού, θέλω να επισημάνω ορισμένες αδυναμίες, όπως τουλάχιστον τις θεωρώ εγώ, που φέρνουν πίσω τη δράση μας για τη συγκρότηση του μετώπου. Αδυναμίες κυρίως ιδεολογικές.

Οι κινητοποιήσεις των προηγούμενων χρόνων μέχρι και σήμερα, ενώ ήταν δυναμικές, δεν είχαν ένα απαραίτητο γνώρισμα που κρίνω απαραίτητο για τη συγκρότηση του Μετώπου. Ελειπε λοιπόν, η διάρκεια. Είχαν έναν, κατά κάποιο τρόπο, «καμπανιακό» χαρακτήρα. Τα αιτήματα έδιναν μια προοπτική, είχαν βάθος, δε φάνηκε όμως να κατακτούν σε ικανό βαθμό τις συνειδήσεις, ώστε να γίνουν στόχος πάλης των κινημάτων αυτών. Επιπλέον, φάνηκε αρκετά δύσκολο το να πετύχουμε τη σύνδεση των διαφόρων κινημάτων, του εργατικού, του αγροτικού, του μαθητικού και σπουδαστικού. Είναι εύκολο να λέμε ότι ο φοιτητής έχει κοινά προβλήματα με τους γονείς του που είναι εργαζόμενοι, από τη στιγμή που αυτοί πληρώνουν για τις σπουδές του και η συνολική πολιτική χτυπά την τσέπη τους αλύπητα. Ομως, αυτό δεν έχει γίνει συνείδηση ούτε καν των συντρόφων, πόσο μάλλον να γίνει των φοιτητών, έστω και αυτών που έχουν αγωνιστική διάθεση. Τουλάχιστον αυτό συμπεραίνω από τη εμπειρία μου στα Γιάννενα. Και δεν πιστεύω ότι η αιτία είναι τόσο οι αντικειμενικοί παράγοντες, που υπάρχουν και αυτοί, όσο η δική μας αδυναμία να κατανοήσουμε την αναγκαιότητα της σύμπραξης του κινήματος κάθε χώρου, η αδυναμία μας κατά συνέπεια να πείσουμε τον κόσμο στους χώρους δράσης μας για την αναγκαιότητα αυτή. Ετσι, ενώ στις κλαδικές ανακοινώσεις μας τονίζουμε το θέμα αυτό, η πράξη μας χωλαίνει. Και δεν μπορεί εύκολα κάποιο μέλος να τεκμηριώσει αυτό που γράφεται στο χαρτί, δηλαδή την αναγκαιότητα της σύμπραξης και του μετώπου. Θεωρώ ότι το πρόβλημα ξεκινά από τα κομματικά στελέχη και κατεβαίνει στη βάση του Κόμματος. Η λύση αυτού του προβλήματος θα δώσει μεγάλη ώθηση στην υπόθεσή μας.

Από την τοπική πείρα, πάλι, διακρίνω προβλήματα στην οργάνωση της ΚΟΒ. Αυτά ίσως ξεκινούν από την κακή εισήγηση, φτάνουν όμως και μέχρι το απαράδεκτο σημείο της μη τήρησης διαδικασιών στη συνεδρίαση της ΚΟΒ. Αυτό γίνεται κύρια με ευθύνη των στελεχών και υποδηλώνει υποτίμηση της δουλειάς της ΚΟΒ. Από εδώ ξεκινάνε (ή μήπως εδώ καταλήγουν) μια σειρά ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία της ΚΟΒ. Π.χ. υπάρχουν περιπτώσεις συνεδριάσεων που η συζήτηση αφορά την εκλογική ή άλλη συνεργασία με πρόσωπα, για τα οποία τα μέλη της ΚΟΒ έχουν προσωπική αντίληψη κακή και τεκμηριώνουν τη θέση τους. Αυτή η θέση αρκετά συχνά δε λαμβάνεται υπόψη και, το χειρότερο, δε γίνεται προσπάθεια να δοθούν οι απαραίτητες εξηγήσεις, αλλά η καθοδήγηση περνάει «με το στανιό» σχεδόν την απόφαση του παραπάνω οργάνου. Αποτέλεσμα, η άμβλυνση της συνειδητότητας του μέλους που μπορεί να φτάσει και στην αδρανοποίησή του.

Ενα ακόμα σημαντικό πρόβλημα είναι η έλλειψη συντονισμού των ΚΟΒ μιας Νομαρχιακής ή η έλλειψη συντονισμού ΚΟΒ με τις αντίστοιχες ΟΒ. Αποτέλεσμα αυτού είναι η δημιουργία συγχύσεων που μπορεί να φανούν και στη δράση μας. Π.Χ. έχει τύχει να πάρει κάποια απόφαση κάποια φοιτητική ΟΒ και η ΚΟΒ του πανεπιστημίου να μην έχει ενημέρωση. Ετσι, μπορεί να βρεθούμε προ απροόπτου στο χώρο δράσης μας, όταν κάποια ΟΒ πάρει μία πρωτοβουλία για κάποια κινητοποίηση ή κάποια καμπάνια και η ΚΟΒ δεν το γνωρίζει. Η σύγχυση στις γραμμές μας θα έχει αντίκτυπο και στον κόσμο στον οποίο απευθυνόμαστε.

Ενα ακόμα ζήτημα που δεν απαντά μόνο σε μία ΚΟΒ ή σε μεμονωμένους συντρόφους. Τα κομματικά έντυπα δε γίνονται μέλημα των οργανώσεων και, κατά συνέπεια, των συντρόφων. Πολύ συχνά το κύριο μέλημα είναι να «ευημερούν» οι αριθμοί (π.χ. να δώσουμε τόσους Ριζοσπάστες) ή, ακόμη χειρότερα, αδιαφορούν τελείως για αυτά. Δεν είναι τυχαίο που ένας σημαντικός αριθμός μελών δε μεριμνούν καθόλου για τη μελέτη (ίσως ούτε για την αγορά) του Ριζοσπάστη. Το πρόβλημα αυτό είναι πολύ έντονο στη Νεολαία.

Σχετικό είναι και το επόμενο ζήτημα. Φαίνεται ότι συχνά επιδιδόμαστε σε ένα κυνήγι των δεικτών, οι οποίοι μπορεί κάποτε να θριαμβεύουν, δεν αποτελούν όμως αλάνθαστο κριτήριο. Πρέπει γρήγορα να αρχίσουμε να συζητάμε το κατά πόσο μιλάμε με τους ανθρώπους, τι τους λέμε, τι μας λένε. Μέχρι τώρα δε νομίζω ότι ανταλλάσσεται τέτια εμπειρία. Η επαφή με τον κόσμο μπορεί, λοιπόν, να είναι πολύ καλή από ποσοτικής απόψεως, είναι όμως εξαιρετικά αδύναμη από ποιοτικής.

Από την εμπειρία μου και το επόμενο θέμα. Δυστυχώς, υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες τα παραπάνω όργανα συζητούν για κάποιο πρόβλημα που προέκυψε με κάποιον σύντροφο και, παρότι δεν του γίνεται κάποια συνεργασία στο θέμα που προέκυψε, η αντίληψη για το πρόσωπό του υπάρχει. Ακόμα χειρότερα, υπάρχει το παράδειγμα να γίνεται συζήτηση για ένα κομματικό μέλος σε όργανα της ΚΝΕ. Οταν μάλιστα ο σύντροφος, τον οποίο το θέμα αφορά, μαθαίνει για αυτό, δυστυχώς όχι πάντα δια της κομματικής οδού, και θέτει το ζήτημα και ο υπεύθυνος λέει ότι δεν υπήρξε ποτέ κάποιο πρόβλημα, τότε υπάρχει μεγάλος κίνδυνος ο σύντροφος αυτός να γίνει καχύποπτος. Με λίγα λόγια, υπάρχουν ζητήματα που δεν ανοίγονται ή ανοίγονται με λάθος τρόπο ή όταν ανοίγονται αφήνονται ανοιχτά και μολύνονται...

Ολα τα παραπάνω είναι βασικά ζητήματα ιδεολογικά, καθώς το οργανωτικό πρόβλημα κρύβει ιδεολογικό. Τόσο ο τρόπος λειτουργίας της ΚΟΒ όσο και τα προβλήματα, ιδεολογικής-οργανωτικής φύσεως και η οδός που λύνονται (ή δε λύνονται) αφορούν άμεσα τα λενινιστικά χαρακτηριστικά της λειτουργίας μας. Πρέπει το Συνέδριο και τα καθοδηγητικά όργανα που θα εκλεγούν ύστερα από αυτό να δουν πολύ σοβαρά τη βελτίωση της ιδεολογικής δουλειάς στο Κόμμα, να πάρουν συγκεκριμένα μέτρα και να ελέγχουν το κατά πόσο εφαρμόζονται. Ετσι, θα γίνουν χειροπιαστά τα αποτελέσματα της μαζικής δουλειάς, έτσι θα ατσαλωθούν τα κομματικά μέλη, ιδίως τα νεώτερα, έτσι θα σπάσει η καθηκοντολογία και θα αποκτήσουμε τη νοοτροπία στρατιώτη συνειδητού και όχι φαντάρου.

Η δουλειά που ξεκίνησε εδώ και αρκετά χρόνια, σχετικά με την προσφορά του Σοσιαλισμού που γνωρίσαμε αλλά και τις αιτίες ανατροπής του, πρέπει να γίνει ακόμα πιο εντατική. Η ιδεολογική επίθεση που θα δεχτούμε σαν Κόμμα, ιδιαίτερα μετά τις τελευταίες εξελίξεις στη Γιουγκοσλαβία, θα είναι όλο και εντονότερη, όλο και πιο επικίνδυνη. Επιβάλλεται να εξοπλιστούμε κατάλληλα. Ειδικά σε χώρους όπως τα πανεπιστήμια, πρέπει να βγούμε πολύ επιθετικά, καθώς τα ιδεολογήματα που κυκλοφορούν από τους καθηγητές και τα οποία οι φοιτητές δέχονται σαν μασημένη τροφή, προλειαίνουν το έδαφος για ακόμη μεγαλύτερη επιθετικότητα τα επόμενα χρόνια, όταν αυτοί οι φοιτητές θα απασχοληθούν είτε στη μέση εκπαίδευση είτε στην ανώτερη είτε στον ερευνητικό τομέα. Στο ίδιο θέμα μπορούν και πρέπει να αξιοποιηθούν τα υλικά της συνάντησης των Κομμουνιστικών Κομμάτων. Μετά την ολοκλήρωση της παρουσίασης των θέσεών τους από το Κομματικό όργανο, θα μπορούσε να ξεκινήσει μια συζήτηση στις ΚΟΒ (γιατί όχι και στις ΟΒ) με την παρουσία μέλους της ΚΕ, έτσι ώστε να έχουν μια καλύτερη εικόνα για το διεθνές Κομμουνιστικό κίνημα όλοι οι σύντροφοι.

Στο ίδιο πνεύμα, πρέπει να δούμε πολύ πιο συγκεκριμένα το ζήτημα της προπαγάνδας μας. Αυτό, βέβαια, εξαρτάται άμεσα και από τις οικονομικές μας δυνατότητες. Εκεί όμως που είναι δυνατό, πρέπει να εξετάσουμε το θέμα της έκδοσης τοπικής εφημερίδας. Π.χ. μια καλή ιδέα είναι το «Νέο Εμπρός» της Μυτιλήνης, μια εφημερίδα που, εκτός των άλλων, καθόλου δε λειτούργησε σε βάρος του Ριζοσπάστη. Ακόμα, το γεγονός ότι πολλοί σύντροφοι έχουμε τη δυνατότητα της αξιοποίησης των ηλεκτρονικών υπολογιστών, μας ανοίγει τα χέρια ώστε να έχουμε πολύ συχνή παρέμβαση στους τόπους εργασίας μας. Στα ΑΕΙ-ΤΕΙ έχει αποδειχτεί πολύ επωφελής η έκδοση μιας εφημερίδας ή ενός περιοδικού. Η ίδια ευχέρεια μας δίνει τη δυνατότητα για συνεχές σφυροκόπημα στους χώρους εργασίας.

Τέλος, εκεί όπου υπάρχει διάθεση για κοινή δράση, π.χ. στους μεταπτυχιακούς ή σε συνεργασία με κάποιους καθηγητές πανεπιστημίου, δεν είναι άσκοπο να παλέψουμε για μια έκδοση ενός τακτού εντύπου, αρκεί να έχουμε τον έλεγχό του σε έναν ικανό βαθμό (κάτι που αναπόφευκτα σημαίνει ότι πρέπει να έχουμε τον πρώτο λόγο σε μια τέτια συνεργασία, να περνάμε τη λογική μας σε έναν βαθμό τουλάχιστον).

Στο χώρο των ΑΕΙ και ΤΕΙ, πάλι, μπορούμε να συγκροτήσουμε ομάδες εργασίας αποτελούμενες από Κομματικό και Κνίτικο δυναμικό (από τις αντίστοιχες ΚΟΒ και ΟΒ) όπου την κύρια ευθύνη, την καθοδηγητική, θα έχει βέβαια η ΚΟΒ. Οι ομάδες αυτές θα επεξεργάζονται επιστημονικά ζητήματα και θα προσπαθούν, με διάφορες πρωτοβουλίες να προωθήσουν τις ιδέες του Μαρξισμού-Λενινισμού, της μαρξιστικής-λενινιστικής επιστημονικής σκέψης στο χώρο αυτό, δίνοντας έτσι την απάντηση στην αντικομμουνιστική-αντισοβιετική-αντιεπιστημονική επίθεση της αστικής διανόησης. Οσο πιο σοβαρά δείγματα γραφής δείξει αυτή η προσπάθεια, τόσο πιο εύκολο θα είναι να απομακρύνουμε έναν αριθμό προοδευτικών καθηγητών από την προσπάθεια που γίνεται για εμπορευματοποίηση της γνώσης, για ταξικούς φραγμούς και στην ανώτατη εκπαίδευση, για εξαγορά συνειδήσεων μέσω προγραμμάτων κ.ά.. Μια τέτια δράση από μέρους μας θα ωθούσε το ΚΜΕ, το οποίο δεν έχει αξιοποιηθεί στο βαθμό που θα έπρεπε, στην ανάπτυξη της δραστηριότητάς του και, αντίστροφα, οι ΚΟΒ θα είχαν αντίστοιχη πίεση από αυτό. Επιπλέον, τα μέλη της Νεολαίας μας θα αποκτούσαν τα πρώτα εφόδια της πραγματικά επιστημονικής προσέγγισης των επιστημών που σπουδάζουν. Ταυτόχρονα, οι ΚΟΒ που έχουν χώρο δράσης τα Πανεπιστήμια πρέπει να δουν πιο επιτακτικά το ζήτημα της προσέγγισης με τους εργαζόμενους σε αυτά, και δεν αναφέρομαι μόνο στους διοικητικούς υπαλλήλους, αλλά και στους εργαζόμενους στην καθαριότητα, στη σίτιση, κλπ. διαφορετικά, ενέχεται ο κίνδυνος δημιουργίας ελιτίστικης αντίληψης στις γραμμές μας.

Ο δρόμος του Μετώπου, όπως χαράχτηκε στο 15ο Συνέδριο, δίνει τη διέξοδο. Στο χέρι μας είναι να βελτιώσουμε τις συνθήκες λειτουργίας μας, να βγούμε με μεγαλύτερη ορμή στην υλοποίησή του. Στο χέρι μας είναι να αποκτήσουμε τη γνώση, άρα και την αυτοπεποίθηση, για το δίκαιο του αγώνα μας. Τότε, θα είμαστε πιο πειστικοί με την εργατική τάξη και το σύνολο των λαϊκών στρωμάτων.

 

ΜΑΚΡΑ ΚΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ

Δημήτρης Κατσορίδας - Μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής του Μαρξιστικού Ομίλου και της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού «Θέσεις»

Oι Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ. για το 16ο Συνέδριο, επιχειρώντας να περιγράψουν τις εξελίξεις στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα με διατυπώσεις του τύπου ότι ο καπιταλισμός είναι ένα «…σύστημα που γερνάει…» και που «…έχει την τάση της στασιμότητας και της σήψης» (σελ. 4, Θέση 3), τείνουν μοιραία στον καταστροφισμό και στη θεωρία της γενικής κρίσης του καπιταλισμού. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την ακόλουθη παράγραφο, η οποία υποστηρίζοντας ότι ο καπιταλισμός «…δεν μπορεί να ξεπεράσει τις κρίσεις και τις συνέπειές τους» (σελ. 4, Θέση 3), καταλήγει, κατά τη γνώμη μου, στο λάθος συμπέρασμα που λέει ότι υπάρχει «…δυσκολία αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου, που εκδηλώθηκε με την κρίση υπερπαραγωγής στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και την πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους» (σελ. 6, Θέση 5).

Η θεωρία της «γενικής κρίσης» και του καταστροφισμού, της οποίας οι ρίζες βρίσκονται στον ηττημένο μαρξισμό της Β΄ Διεθνούς και στην εποχή που στην ηγεσία της ΕΣΣΔ ήταν ο Στάλιν, στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καπιταλισμός αποτελεί μια ενοποιημένη παγκόσμια οικονομία (βλέπε και τις πρόσφατες θεωρίες περί «παγκοσμιοποίησης»), η οποία μάλιστα βρίσκεται σε μια φάση «σαπίσματος» και «αποσύνθεσης». Εδώ, όμως, θα πρέπει να επισημάνουμε πως οι εν λόγω αντιλήψεις βρίσκονται σε αντίθεση με τη λενινιστική θεωρία της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας και του κράτους, καθώς επίσης και με τη θέση του Μαρξ, ο οποίος πάντα υπογράμμιζε την ιδιαιτερότητα της καπιταλιστικής ώθησης για επαναστατικοποίηση των παραγωγικών δυνάμεωνΤο Κεφάλαιο», τόμος 1ος , σελ. 504).

Ομως, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

 

Η ΚΑΜΠΥΛΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Παρ’ ότι οι περισσότεροι αναλυτές της παγκόσμιας οικονομίας αποφεύγουν να προβούν σε προβλέψεις πέραν του συμβολικού χρονικού ορίου του έτους 2000, εντούτοις, όλες οι πρόσφατες αναλύσεις της διεθνούς οικονομίας εμφανίζονται αισιόδοξες για τα αμέσως επόμενα έτη. Η περίοδος της διαρθρωτικής κρίσης του καπιταλισμού που είχε ως σημείο εκκίνησης το 1973, μάλλον πλησιάζει προς το τέλος της (Η. Ιωακείμογλου, 2000). Ετσι, εκτός απρόοπτου, το μεγαλύτερο τμήμα της διεθνούς οικονομίας θα αρχίσει, κατά πως φαίνεται, να εισέρχεται σε μια νέα φάση ανάκαμψης. Η εν λόγω εκτίμηση δεν αναφέρεται στις βραχυχρόνιες και μεσοπρόθεσμες εξελίξεις, αλλά στην μακροχρόνια διάρκεια. Αυτό σημαίνει ότι στο πλαίσιο των δεκαετών κύκλων της οικονομικής δραστηριότητας θα συνεχίσουν να παρουσιάζονται οι περιοδικές υφέσεις.

Για να μπορέσουμε να δούμε αν οι προαναφερθείσες απόψεις έχουν κάποια βάση θα ανατρέξουμε σε δύο σημαντικούς παράγοντες: Πρώτον, στη θεωρία των μακρών κυμάτων και, Δεύτερον, στο βασικό δείκτη που χρησιμοποιούσαν παραδοσιακά οι μαρξιστές προκειμένου να εκτιμήσουν σε ποια φάση βρισκόμαστε, δηλαδή το ποσοστό κέρδους.

Ξεκινώντας από το δεύτερο παράγοντα είναι αναγκαίο να επισημάνουμε ότι όλες οι μέχρι τώρα ενδείξεις συνηγορούν ότι έχει αρχίσει η αποκατάσταση του ποσοστού κέρδους, το οποίο αυτή τη στιγμή βρίσκεται, περίπου, στα ίδια επίπεδα με αυτό της δεκαετίας του 1960 (Shaikh A., 1999). Αν, λοιπόν, δεχτούμε τα στοιχεία και τις μελέτες που αποδεικνύουν του λόγου το αληθές, τότε θα πρέπει να απορριφθεί όχι μόνο η θέση που ισχυρίζεται ότι έχουμε πτώση του ποσοστού κέρδους, αλλά και ότι η κρίση υπερπαραγωγής εκδηλώθηκε «…στις αρχές της δεκαετίας του ’90» (σελ. 6, Θέση 5). Και αυτό διότι η κρίση υπερσυσσώρευσης-υπερπαραγωγής, για τον καπιταλιστικό κόσμο, δεν εκδηλώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όπως ισχυρίζονται οι Θέσεις, αλλά με την έναρξη της κρίσης το 1973. Αντιθέτως, αυτό που θα πρέπει να συζητήσουμε, σήμερα, είναι μήπως βρισκόμαστε στο σημείο μεταστροφής, όπου θα σημάνει και την έξοδο από την κρίση υπερσυσσώρευσης;

Οσον αφορά τον πρώτο παράγοντα, δηλαδή τη θεωρία των μακρών κυμάτων στην καπιταλιστική ανάπτυξη, έχει παρατηρηθεί μια έξαρση των εργατικών κινητοποιήσεων κατά τις περιόδους μετάβασης (δηλαδή του σημείου μεταστροφής) από τη φάση της ανάκαμψης στη φάση της ύφεσης ενός μακρού κύματος και αντιστρόφως. Συγκρίνοντας, κατά κύριο λόγο στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, την καμπύλη της οικονομικής ανάπτυξης, με μια καμπύλη των εργατικών κινητοποιήσεων, φαίνεται ότι μεταξύ των δύο μεγεθών υπάρχει σημαντική συσχέτιση (J. Kelly 1998).

Κατά συνέπεια, εάν αυτή η σχέση επαληθευθεί εκ νέου, καθώς θα πλησιάζουμε στο σημείο μεταστροφής του κύματος, θα βρεθούμε πιθανόν, σε μια έξαρση των απεργιακών κινητοποιήσεων και όξυνση της ταξικής πάλης.

 

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΜΑΚΡΩΝ ΚΥΜΑΤΩΝ

Ομως, τι ακριβώς ισχυρίζεται η θεωρία των μακρών κυμάτων στην οικονομική ανάπτυξη ή αλλιώς κύκλοι Κοντράντιεφ[1].

Ο Κοντράντιεφ υποστήριξε ότι η διάρκεια ενός μακρού οικονομικού κύκλου κυμαίνεται από 40 έως 60 χρόνια, με μέσο όρο τα 50 χρόνια, περίπου, όπου κάθε κύκλος χαρακτηρίζεται από μία περίοδο επέκτασης και μία περίοδο ύφεσης.

Αλλοι μαρξιστές θεωρητικοί, όπως ο Τρότσκι και ο Μαντέλ (1975), οι οποίοι προχώρησαν ακόμη παραπέρα την σκέψη του Κοντράντιεφ, επιχείρησαν να καταδείξουν την εσωτερική λογική του μακρού κύματος, όπως αυτή προσδιορίζεται από τις μακρόχρονες διακυμάνσεις στο ποσοστό κέρδους, υποστηρίζοντας ότι η φάση ύφεσης ενός μακρού κύματος οφείλεται στην πτώση του ποσοστού κέρδους στο σύνολο του επενδυμένου κεφαλαίου. Επιπλέον, υποστήριξαν πως ο χαρακτήρας και η διάρκεια της καμπύλης της καπιταλιστικής ανάπτυξης δεν καθορίζεται μόνο από την εσωτερική αλληλεπίδραση των καπιταλιστικών δυνάμεων, αλλά και από εξωγενείς παράγοντες όπως πολέμους, επαναστάσεις, εργατικές κινητοποιήσεις, ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς για νέες σφαίρες επιρροής κλπ., αλλά και σε κοινωνικούς και πολιτικούς παράγοντες, όπως κάποια στοιχεία του εποικοδομήματος, καθώς επίσης από τους τρόπους αντιμετώπισης της ύφεσης από τη μεριά των κυβερνήσεων και από την αντίστοιχη αντίδραση της εργατικής τάξης.

Αυτοί, λοιπόν, οι εξωγενείς παράγοντες λειτουργούν ως έναυσμα έτσι, ώστε το ποσοστό του κέρδους να αρχίσει, πάλι, να αυξάνεται και να ακολουθήσει το επόμενο μακρύ κύμα, το οποίο εννοείται ότι θα έχει διαφορετικό τρόπο ανάπτυξης από το προηγούμενο.

Επιπλέον, οι νέες τεχνολογίες και οι καινοτομίες είναι οι πιο βασικοί παράγοντες της οικονομικής ανάπτυξης, διότι δημιουργούν ευκαιρίες για κέρδη, και εφόσον προσελκύουν και άλλους μιμητές, οι οποίοι με τη σειρά τους προβαίνουν σε νέες επενδύσεις, δημιουργούν μια νέα πιο δυναμική φάση επέκτασης, δηλαδή ένα νέο μακρύ κύμα. Αυτό με τη σειρά του οδηγεί σε σκληρό ανταγωνισμό και - άρα μειωμένο επιχειρηματικό κέρδος - με συνέπεια μια νέα φάση ύφεσης, μέχρι του σημείου που θα αρχίσει η εφαρμογή νέων καινοτομιών, οι οποίες θα δημιουργήσουν το επόμενο μακρύ κύμα κ.ο.κ..

Βέβαια, επειδή η συμπεριφορά ενός μακρού κύματος δεν μπορεί να προβλεφθεί με απόλυτη ακρίβεια, είμαστε υποχρεωμένοι να γινόμαστε προσεκτικοί στις προγνώσεις μας. Διότι, από τη φύση της, η πρόβλεψη για τις οικονομικές προοπτικές θα επιδέχεται, πάντα, ένα ευρύ περιθώριο λάθους.

Ως πρώτο συμπέρασμα μπορούμε να πούμε ότι η θεωρία των μακρών κυμάτων στηρίζεται πιο πολύ σε εμπειρικά στοιχεία και αξιοποιείται περισσότερο ως περιγραφικό σχήμα για να προσδιορίσει τις φάσεις εξέλιξης του καπιταλισμού ως «ιστορικές εποχές», παρά ως οικονομικούς κύκλους, όπως είναι αυτοί της βιομηχανίας.

 

ΜΑΚΡΑ ΚΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΗ ΠΑΛΗ

Οι τεράστιες επενδύσεις σε εξοπλισμούς στα τέλη της δεκαετίας του 1930 και στις αρχές της δεκαετίας του 1940, καθώς επίσης και η προηγούμενη σφοδρότητα του οικονομικού κραχ του 1929, μέσω του οποίου εκκαθαρίστηκε η καπιταλιστική οικονομία από τα συσσωρευμένα προβλήματά της, έφεραν το ξεκίνημα του τέταρτου μακρού αναπτυξιακού κύματος (βλέπε το σχετικό Πίνακα), το οποίο ξεκίνησε την ανοδική του πορεία, ουσιαστικά, από το τέλος του Β΄ παγκόσμιου πόλεμου (για ευκολία θα μπορούσαμε να πούμε από το 1945), αναδεικνύοντας τις ΗΠΑ ως κυρίαρχη δύναμη και ως ατμομηχανή της παγκόσμιας οικονομίας.

 

Τα μακρά κύματα στην παγκόσμια οικονομία

Ανοδική φάση

Καθοδική φάση

Μεταβατικές Περίοδοι

Στα τέλη της δεκαετίας 1840αρχές δεκαετίας 1870 Αρχές Δεκαετίας 1870αρχές δεκαετίας 1890 1870-18751890-1896
Στις αρχές της δεκαετίας του 1890 τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο Α΄ Παγκόσμιος ΠόλεμοςΒ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος 1914-19201939-1945
Από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμοτις αρχές της Δεκαετίας του 1970 Αρχές δεκαετίας 1970 - σήμερα 1967-19751990-;;;

Πηγή: Kelly J. (1998)

 

Αντίθετα, η απαρχή της φάσης ύφεσης του τέταρτου μακρού κύματος χρονολογείται στα τέλη της δεκαετίας του 1960, δηλαδή την εποχή που ο στασιμοπληθωρισμός αρχίζει να αυξάνεται. Επιπλέον, ένας εξωγενής παράγοντας, όπως ήταν οι δύο πετρελαϊκές κρίσεις (η μία το 1973 και η άλλη το 1979), επαύξησαν τα ήδη συσσωρευμένα προβλήματα της διεθνούς οικονομίας. Η μείωση των επενδύσεων και το κλείσιμο επιχειρήσεων, ως αποτέλεσμα της πτώσης του ποσοστού κέρδους και της κρίσης υπερσυσσώρευσης, η οποία, πάλι σχηματικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι εκδηλώθηκε το 1974 και όχι στις «αρχές της δεκαετίας του ’90» όπως λένε οι Θέσεις, είχαν άμεσες συνέπειες στην απασχόληση και στην αύξηση της ανεργίας. Ταυτόχρονα, η επιβράδυνση των επενδύσεων συνοδεύτηκε (εξαιτίας της αύξησης του ανταγωνισμού) από υποκατάσταση της εργασίας από κεφάλαιο, λόγω της εισαγωγής των νέων τεχνολογιών στην παραγωγική διαδικασία, η οποία επιδείνωσε ακόμη περισσότερο την κατάσταση στην απασχόληση και στην αγορά εργασίας.

Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη ότι το τέταρτο μακρύ κύμα άρχισε το 1945, το ερώτημα που τίθεται προς απάντηση είναι το εξής: Μήπως βρισκόμαστε κοντά στο τέλος του εν λόγω μακρού κύματος και στη φάση μεταστροφής, γεγονός που υποδηλώνει ότι μπορεί να μπούμε σε μια εποχή κοινωνικών αναταράξεων;

Πάντως, οι πρόσφατες κινητοποιήσεις των Ευρωπορειών, του Σιάτλ, της Ουάσιγκτον, της Πράγας και όσες ακόμη ετοιμάζονται, φαίνεται να προαναγγέλλουν τις απαρχές ενός νέου κοινωνικού ριζοσπαστισμού.

Συγκεκριμένα, τα εμπειρικά στοιχεία και τα αποτελέσματα των εργασιών διαφόρων συγγραφέων, σχετικά με τα διεθνή και εθνικά κύματα απεργιών κατά τη διάρκεια των ετών 1870-1974, διαπιστώνουν ότι τα μεγαλύτερα απεργιακά κύματα συνέβησαν κατά τη φάση μεταστροφής του μακρού κύματος, δηλαδή, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1870 (καθοδική φάση), στις αρχές της δεκαετίας του 1890 (κατά τη φάση από την ύφεση στην ανοδική πορεία της οικονομίας), το χρονικό διάστημα 1910-1920 (μεταβατική περίοδος από την άνοδο στην κάθοδο, όπου, μεταξύ άλλων, είχαμε δύο υψίστης σημασίας κοσμοϊστορικά γεγονότα: τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο το 1914 και τη Ρώσικη Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917) και τέλος, την περίοδο 1968-1974 (μεταβατική περίοδος από την ανοδική φάση της οικονομίας στην καθοδική).

Από την παράθεση των παραπάνω εμπειρικών στοιχείων επιβεβαιώνεται η αρχική μας προσέγγιση ότι, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου από τη φάση της ανάκαμψης στη φάση της ύφεσης και αντίστροφα, υπάρχει ένταση των κοινωνικών κινητοποιήσεων. Επιπλέον, ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνύεται και από ορισμένα χαρακτηριστικά ιστορικά γεγονότα, όπως αυτά των εργατικών κινητοποιήσεων του Παρισιού το 1871, των εργατικών αγώνων της περιόδου 1917-1920, των κινημάτων εθνικής αντίστασης κατά την διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και τέλος, των απεργιακών κινητοποιήσεων της μεταβατικής, πάλι, περιόδου 1967-1974 στη Γαλλία, στις ΗΠΑ, στη Γερμανία, στη Χιλή, στη Πορτογαλία, στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες.

 

ΜΑΚΡΑ ΚΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ

Ουσιαστικά, η μελέτη των μακρών κυμάτων μεταθέτει το βάρος της προσοχής μας από τους καθαρά οικονομικούς παράγοντες στις σχέσεις παραγωγής και στην ταξική εκμετάλλευση και πάλη.

Αν, λοιπόν, δεχτούμε ότι η περίοδος μετάβασης ενός μακρού κύματος από την καθοδική φάση στην ανοδική (και αντίστροφα) συμπίπτει με την όξυνση της ταξικής πάλης ή ακόμη και με ένα νέο επαναστατικό κύμα, τότε για να αποφευχθεί μια νέα ήττα της εργατικής τάξης θα πρέπει οι δυνάμεις που αναφέρονται στον μαρξισμό να έχουν μια ορθή επαναστατική θεωρία, πράγμα το οποίο σημαίνει μια επιστημονική επεξεργασία της ίδιας της στρατηγικής. Και για την επεξεργασία μιας επαναστατικής στρατηγικής βασική προϋπόθεση είναι η οικοδόμηση ενός πλατιού αντικαπιταλιστικού Μετώπου πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό και τη ‘’νέα τάξη’’, όμως προτού η ανοδική φάση του κύματος φέρει απροετοίμαστες τις δυνάμεις της εργασίας απέναντι σε ένα νέο άλμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης (Δ. Κατσορίδας, 2000).

Στην προκειμένη περίπτωση, τα ερωτήματα που τίθενται, σήμερα, είναι τα εξής: εάν υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε στο μεταβατικό σημείο όπου θα έχουμε τη μεταστροφή του μακρού μεταπολεμικού κύματος από τη φάση της ύφεσης στη φάση μιας νέας ανάκαμψης της οικονομίας, μήπως θα πρέπει να περιμένουμε, τα επόμενα χρόνια την επανασυσπείρωση του κόσμου της εργασίας στα συνδικάτα; Και αν ναι, τότε ποια απαιτείται να είναι η αναγκαία προετοιμασία των πολιτικών και συνδικαλιστικών δυνάμεων, έχοντας πάντα ως δεδομένο τις σημερινές τους αδυναμίες;

Κατά συνέπεια, η μελέτη του ζητήματος των μακρών κυμάτων στην καπιταλιστική ανάπτυξη δεν είναι μια αφηρημένη θεωρητική διαμάχη, όπως, ίσως αρκετοί στο χώρο της Αριστεράς ισχυριστούν, αλλά μια πολύ συγκεκριμένη θεωρητική προσέγγιση, η οποία αξιοποιώντας τα μαρξιστικά εργαλεία βοηθά την, από τα πριν, πολιτική, θεωρητική και οργανωτική προετοιμασία των δυνάμεων της εργασίας σε μια επερχόμενη ταξική σύγκρουση.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 Ιωακείμογλου Η: (Δεκέμβριος 1999-Ιανουάριος 2000), «Τέλος του αιώνα, τέλος της κρίσης;». Περιοδικό «Σπάρτακος», τεύχος 54. Βλέπε επίσης και το περιοδικό «Μανιφέστο», Οκτώβρης 2000, τεύχος 1.

  • Κατσορίδας Δ: «Τα μακρά κύματα στην καπιταλιστική ανάπτυξη και οι χρόνοι της πολιτικής προετοιμασίας» (μπροσούρα), έκδοση του Μαρξιστικού Ομίλου…, Αθήνα 2000.
  • Kelly J. «Rethinking Industrial Relations», Routledge, Chapitre 6, 1998
  • Μαντέλ Ε: «Ο ύστερος καπιταλισμός» (βλέπε στο κεφάλαιο με τίτλο: «Τα ‘’μακρά κύματα’’ στην ιστορία του καπιταλισμού»), εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 1975.
  • Μαρξ Κ: «Το Κεφάλαιο», τόμος πρώτος, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1978.
  • Shaikh A: «Eξηγώντας τον πληθωρισμό και την ανεργία: Μια εναλλακτική πρόταση στη νεοφιλελεύθερη οικονομική θεωρία», στο συλλογικό τόμο με γενικό τίτλο: «Σύγχρονη οικονομική θεωρία. Ριζοσπαστικές κριτικές του νεοφιλελευθερισμού». (Επιμέλεια: Ανδριάνα Βλάχου). Τυπωθήτω-Γιώργος Δάρδανος, Αθήνα 1999.

 

Η ΔΟΥΛΙΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ, ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΑΔΜ

Δημήτρης Κυπραίος - Αχτίδα Εργατοϋπαλλήλων της ΚΟΑ

Η πολιτική πρόταση του ΚΚΕ για τη συγκρότηση του αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού δημοκρατικού μετώπου πάλης αντικειμενικά πρέπει να ενδιαφέρει την εργατική τάξη, τους συμμάχους της, κάθε πρωτοπόρο που θέλει να δυναμώσει η πάλη ενάντια στην εκμετάλλευση και την εξουσία του κεφαλαίου.

Η προοπτική που προβάλλει το ΚΚΕ μέσα από τις θέσεις του 16ου Συνεδρίου θα δώσει τώρα και πολύ περισσότερο στο άμεσο μέλλον ισχυρό χτύπημα στην πολιτική των «μονόδρομων» που προωθούν από κοινού η συμμαχία των αστικών κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, απεγκλωβίζοντας από την επιρροή τους μεγάλα τμήματα λαϊκών δυνάμεων κύρια από την εργατική τάξη, θα γίνονται αποφασιστικά βήματα στην αγωνιστική-ταξική συσπείρωση ώστε το μέτωπο να παίρνει σάρκα και οστά κινητοποιώντας πλατιές δυνάμεις αποφασισμένες να δώσουν τη μάχη έως το τέλος, δηλαδή: να δεχτεί χτύπημα η κυριαρχία των δυνάμεων του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου στη χώρα μας αλλά και διεθνώς.

Το κοινωνικό-πολιτικό μέτωπο θα προωθεί τη συμμαχία της εργατικής τάξης με τα μικροαστικά στρώματα, θα ενισχύσει την προοπτική και την άνοδο της ταξικής πάλης και της σύγκρουσης με την εξουσία της αστικής τάξης, θα συμβάλει στην ανατροπή του καπιταλισμού βάζοντας τα θεμέλια της λαϊκής εξουσίας των εργατών και συμμάχων.

Η παραπάνω προοπτική, ο δρόμος που προβάλλει το ΚΚΕ έχει ανησυχήσει όλους τους υπηρέτες των συμφερόντων του κεφαλαίου στη χώρα μας. Γι’ αυτό παρεμβαίνουν με κάθε πρόσφορο μέσο, επιδιώκοντας να βάλουν εμπόδια στην προσέγγιση του κόμματος με ευρύτερα στρώματα λαϊκά. Στόχος τους είναι να αποκόψουν την απήχηση της πολιτικής μας γραμμής από αρκετό κόσμο που το διάστημα αυτό προβληματίζεται και δειλά-δειλά συσπειρώνεται μέσα από την προοπτική της σύγκρουσης και της ανατροπής. Το σίγουρο είναι πως θα οξύνουν την παρέμβασή τους στο άμεσο διάστημα, όμως εμείς μπορούμε να τους βάλουμε εμπόδια εξασφαλίζοντας την άνοδο της δράσης στο μεγαλύτερο βαθμό όλων των κομμουνιστών, των οπαδών κάθε αγωνιστικής φωνής που συνταυτίζεται ή συνεργάζεται μαζί μας, για να μπει φραγμός στην παρέμβαση του κεφαλαιοκρατικού ιμπεριαλισμού, για να γίνουν πράξη τα οράματα της κοινωνικής δικαίωσης και του σοσιαλισμού.

Οι Θέσεις του 16ου Συνεδρίου τονίζουν πως ο ελληνικός κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός έχει μπει σε τροχιά όξυνσης των αντιθέσεών του. Από τη σκοπιά της παραπάνω θέσης οι εργαζόμενοι, όλα τα λαϊκά στρώματα δεν πρέπει να περιμένουν τίποτα θετικό από την προώθηση της πολιτικής του κεφαλαίου, απεναντίας η επίθεση θα οξυνθεί απέναντι στα εργασιακά-κοινωνικά δικαιώματα. Η κυβέρνηση, τα κόμματα της καπιταλιστικής προσαρμογής έχουν σα στόχο να δώσουν νέα προνόμια στους κεφαλαιοκράτες ώστε μέσω της αύξησης της εκμετάλλευσης να ανεβάσουν - αυξήσουν τα κέρδη τους, να μειώσουν την αξία της εργατικής δύναμης, είναι ο μονόδρομος γι’ αυτούς στην προσπάθειά τους να ξεπεράσουν τις αντιθέσεις και την κρίση που περνά το καπιταλιστικό σύστημα.

Με βάση την παραπάνω διαπίστωση θα έχουμε στο επόμενο διάστημα την προώθηση πιο αντιδραστικών αλλαγών στο χώρο της παραγωγής, των υπηρεσιών όπου αυτές επιδρούν αρνητικά στη ζωή των εργαζομένων. Για παράδειγμα, έχουμε τη συγκέντρωση σε λιγότερα χέρια καπιταλιστών περισσότερων μέσων παραγωγής με αύξηση των δυνατοτήτων τους να ελέγχουν τη διακίνηση των προϊόντων - υπηρεσιών - εργασίας, να παρεμβαίνουν πιο αποτελεσματικά για τον έλεγχο των κρίσεων κάθε μορφής, στην προσπάθειά τους αυτή εντείνουν την εκμετάλλευση.

Παράδειγμα στο χώρο του μετάλλου 2-3 κεφαλαιοκράτες ελέγχουν τα Ναυπηγεία, την πολεμική βιομηχανία, την παραγωγή τηλεπικοινωνιακού υλικού, τις κατασκευές, στον τουρισμό-επισιτισμό ο έλεγχος της παροχής των υπηρεσιών είναι κάτω από την εποπτεία-έλεγχο του πολυεθνικού κεφαλαίου και 2-3 επιχειρηματιών εκλεκτών της κυβέρνησης. Το ίδιο γίνεται στο χώρο του εμπορίου τροφίμων ποτών κλπ.

Η συγκέντρωση των κεφαλαίων, η ξέφρενη κούρσα για την αύξηση των κερδών δημιουργεί νέα αύξηση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, αλλά και όξυνση των αντιθέσεων μεταξύ των κεφαλαιοκρατών. Συνέπεια του γεγονότος αυτού είναι η ένταση της τρομοκρατίας στους χώρους δουλειάς, οι καθημερινές απολύσεις, το πάγωμα των ημερομισθίων-μισθών, η παραβίαση, η κατάργηση ακόμη και των στοιχειωδών εργασιακών δικαιωμάτων. Ταυτόχρονα παρατηρείται η ένταση της παρέμβασης να χτυπηθεί κάθε αγωνιστική συσπείρωση, ο έλεγχος κάποιων συνδικαλιστικών οργανώσεων από την εργοδοσία και το κεφάλαιο. Με βάση την παραπάνω κατάσταση ένας είναι ο δρόμος που ωφελεί την εργατική τάξη, είναι η συσπείρωση, η κοινή δράση των λαϊκών σύμμαχων στρωμάτων, είναι η αντεπίθεση με πλαίσιο δράσης και αιτήματα που θα αμφισβητούν την εξουσία του κεφαλαίου και θα συγκεντρώνει δυνάμεις για μια εξουσία, όπου ο παραγόμενος πλούτος θα είναι κάτω από τον έλεγχο του λαού. «Εργατική τάξη - Μικρομεσαία στρώματα» σε βάρος και σε αντίθεση με τα συμφέροντα της αστικής τάξης.

Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση, η προώθηση του κοινωνικού-πολιτικού μετώπου και των στόχων της Λαϊκής Οικονομίας, της Λαϊκής Εξουσίας είναι Μονόδρομος για την εργατιά και τους συμμάχους της. Γι’ αυτό αντικειμενικά η εργατική τάξη θα παίξει τον κύριο-βασικό ρόλο σαν την κινητήρια δύναμη ανατροπής-ρήξης με τον καπιταλισμό. Εμείς οι κομμουνιστές πρέπει να συμβάλουμε, όσο περνά από τα δικά μας χέρια, για να ξεπεραστούν δυσκολίες, αδυναμίες στη συσπείρωση, ταξική ενότητα και κοινή δράση της εργατικής τάξης. Μέσα από τη μόνιμη σταθερή ιδεολογικο-πολιτική παρέμβαση να βοηθήσουμε αποτελεσματικά να υπάρξουν άμεσα αποτελέσματα στην οργάνωση χιλιάδων εργατών μέσα από κάθε μορφής συσπειρώσεις, κύρια στα συνδικάτα. Να ανέβουν περισσότερο οι αγώνες. Να συντονιστούν όλες οι κοινωνικές δυνάμεις που συνειδητοποιούν σήμερα την ανάγκη της ρήξης και ανατροπής της πολιτικής που αναπαράγει την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης. Σε αυτόν το δρόμο η πρόταση για τη συγκρότηση του ΑΑΔΜ θα γίνεται πιο ορατός από τη σκοπιά της αναγκαιότητας.

Από την εμπειρία της δράσης μας φαίνεται πως μπορούν να λύνονται διάφορα προβλήματα που απασχολούν την πάλη του εργατικού κινήματος. Συμβολή σε αυτό ήταν το ξεκαθάρισμα ακόμη περισσότερο της τακτικής μας απέναντι στις συμβιβασμένες-ξεπουλημένες πλειοψηφίες των ανωτέρων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Αυτό βοήθησε να προσανατολιστεί η εργατική τάξη και το εργατικό κίνημα σε πιο αγωνιστική ταξική κατεύθυνση.

Η δημιουργία του ΠΑΜΕ ήταν μεγάλη συμβολή απέναντι στην ιδεολογική επίθεση των αντιπάλων της εργατικής τάξης που τη θέλουν μακριά από τα συνδικάτα και τους αγώνες. Εδωσε ισχυρό χτύπημα στη λογική της ταξικής συνεργασίας των «κοινωνικών διαλόγων» απάτης, αποκάλυψε τη θεωρία της ψευτο-ενότητας απέναντι στο πρόβλημα, αφού όλα αυτά οδηγούν στο συμβιβασμό και στην υποταγή της εργατικής τάξης. Το ΠΑΜΕ, η δράση του, η συσπείρωση νέων δυνάμεων ανησυχεί τους ταξικούς αντιπάλους ακόμη και αυτούς που θέλουν να λένε πως πιστεύουν στο σοσιαλισμό, αρκεί να μη χτυπηθεί η εξουσία του κεφαλαίου. Η ανησυχία τους είναι σίγουρο πως θα δεθεί με όξυνση της αντικομμουνιστικής επίθεσης, εμείς όμως να είναι σίγουροι πως θα δυναμώσουμε τη δράση μας, την ιδεολογική - πολιτική παρέμβαση για να ανέβει αποτελεσματικά η παρουσία της δράσης του Κόμματος στα μεγάλα εργοστάσια, στους κλάδους που αναπτύσσονται. Η δράση αυτή πρέπει να κινητοποιεί πολλούς πρωτοπόρους εργάτες που είναι διατεθειμένοι να βοηθήσουν σήμερα. Αυτό μπορεί να παίρνει αγωνιστικά χαρακτηριστικά σε κάθε χώρο, από την απλή συζήτηση έως τη δημιουργία των πρώτων πυρήνων που θα αναπτύσσουν δράση για την ενημέρωση των εργατών, θα βοηθούν στην αγωνιστική συσπείρωση και δράση. Αυτή η δουλειά είναι σίγουρο πως θα συμβάλει στη μαζικοποίηση των συνδικάτων, θα δυναμώσει την θέληση για συντονισμό κάθε αγωνιστικής παρέμβασης στον κλάδο ή ομάδα ομοειδών επιχειρήσεων.

Η εμπειρία να συγκροτήσουμε συντονιστικές επιτροπές σε διάφορους κλάδους στην Αθήνα π.χ. εμπόριο - μέταλλο - ιδιωτικοί - επισιτισμό δείχνει πως πέρα από την άνοδο της κοινής δράσης για τα προβλήματα κλαδικά ή επιχειρησιακά, ενίσχυσε την ανάγκη για γενίκευση της πάλης ενάντια στις κεντρικές πολιτικές επιλογές, στην ανάγκη της ανατροπής και της ρήξης.

Αυτό που πρέπει να λύσουμε άμεσα είναι η αξιοποίηση όλων των δυνατοτήτων, της θετικής εμπειρίας από σημαντικούς αγώνες «ναυτεργατών - ζώνη Περάματος - καθηγητών - αγροτών - μαθητών» ξεπερνώντας αποφασιστικά τις δυσκολίες που συνυπάρχουν, που όμως δεν πρέπει να μας βάζουν εμπόδια.

Τα παραπάνω ζητήματα, μαζί με τη σύνδεση και προώθηση της τακτικής και της στρατηγικής του κόμματος προϋποθέτουν πιο ισχυρό ΚΚΕ στην εργατική τάξη, ικανό να επιδρά στη διαμόρφωση αγωνιστικής συνείδησης, στην άνοδο του ιδεολογικού - πολιτικού επιπέδου, ιδιαίτερα στα πιο πρωτοπόρα τμήματα του λαού.

Επιβεβαιώνεται κάθε μέρα η αναγκαιότητα της μόνιμης-σταθερής παρέμβασης. Αυτό βοηθά στη δουλειά μας στο μαζικό - εργατικό κίνημα αλλά και στην αύξηση της επιρροής μας.

Βασική όμως προϋπόθεση για να προχωρήσει η προοπτική που προβάλει το 16ο Συνέδριο είναι η ισχυροποίηση οργανωτικά των γραμμών του κόμματος. Στην υλοποίηση του στρατηγικού στόχου μας χρειάζονται πολύ περισσότεροι πρωτοπόροι κομμουνιστές να στρατεύονται με αυτοθυσία για την υπεράσπιση των ιδανικών της εργατικής τάξης, για το σοσιαλισμό.

Αυτό που εμείς πρέπει να λύσουμε σαν κύριο ζήτημα οργανωτικής σημασίας είναι από τη μια ο σταθερός προσανατολισμός σε αυτό το καθήκον και από την άλλη η οργάνωση με συγκεκριμένους στόχους των νέων στρατολογιών. Τα περιθώρια υπάρχουν αρκεί να αξιοποιηθεί η δράση που αναπτύσσεται παρά τις δυσκολίες όλο το προηγούμενο διάστημα, να πάμε με ενθουσιασμό σε πρωτοπόρους εργάτες που συσπειρώνονται δίπλα μας, στα σωματεία, στα ψηφοδέλτια, στον κόσμο που στηρίζει το κόμμα μέσα στα εργοστάσια, σε όλους αυτούς που θέλουν ισχυρό ΚΚΕ οργανωτή της πάλης για την ανατροπή της καπιταλιστικής κοινωνίας. Προς το Συνέδριο του Κόμματος, αλλά και μετά δυναμώνει η ανάγκη να κάνουμε αποφασιστικά βήματα. Οι συσκέψεις, οι περιοδείες του ΚΚΕ στους χώρους δουλιάς να είναι μόνιμη δουλιά των ΚΟΒ. Ο «Ριζοσπάστης» που διακινούμε στους κλαδικούς χώρους πρέπει να συμβάλει στην ιδεολογική συζήτηση στην καθοδήγηση όλων των συντρόφων. Αυτό όμως που θα κρίνει τα αποτελέσματα είναι η συγκεκριμενοποίηση των στόχων, η οργάνωση της υλοποίησης του πλάνου μας, η καθημερινή ενασχόληση με το ζήτημα αυτό.

 

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ, ΙΔΕΟΛΟΓΗΜΑ Ή ΣΚΛΗΡΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ;

Νίκος Κυτόπουλος - ΚΟΒ Λογοτεχνών

Η Κεντρική Επιτροπή στις Θέσεις της για το 16ο Συνέδριο του κόμματος βάζει για συζήτηση τρία κυρίαρχα θέματα: Το οργανωτικό, το ιδεολογικό και την ανάπτυξη του ΑΑΔΜ. Χαιρετίζω τις Θέσεις για την αναβάθμιση των ΚΟΒ. Ηταν καιρός. Ετσι θα διορθωθούν πολλά κακώς κείμενα. Εγώ θα ήθελα να ασχοληθώ λιγάκι με το Ιδεολογικό.

Σύντροφοι, στην τελευταία δεκαετία έχω πάθει τρία σοκ. Το πρώτο ήταν εκείνο που δοκιμάσαμε όλοι με την αυτοκαταστροφή ή την ανατροπή του σοσιαλισμού. Το δεύτερο, όταν διάβασα στο «Ριζοσπάστη» κατά τη συνάντηση των κομμουνιστικών κομμάτων, την ομιλία ενός αντιπροσώπου στην οποία λέει «οι κομμουνιστές είναι «οι ληστές», αντί «υλιστές». Πήρα αμέσως στο τηλέφωνο τον αρμόδιο και του είπα: «Αυτό δεν είναι απλά δουλειά του δαίμονα του τυπογραφείου, προσέξτε το»! Το τρίτο ήταν, όταν είδα το «Ριζοσπάστη» της 27 Σεπτέμβρη να βγαίνει με τον τίτλο: «Οχι στην απάτη της Παγκοσμιοποίησης!». Φυσικά κάπως μετριάστηκε το σοκ όταν διαπίστωση ότι ήταν σύνθημα των οικοδόμων, που χρειάστηκαν την «απάτη» για να ριμάρουν με τον «εργάτη»: «Η παγκοσμιοποίηση είναι μια απάτη - νόμος είναι το δίκιο του «εργάτη».

Δυστυχώς, όμως και στις θέσεις είδα να επιβεβαιώνεται η ομοιοκαταληξία των οικοδόμων: Στο άρθρο πέντε (5) λέμε: «Η αστική ιδεολογία και προπαγάνδα χρησιμοποιεί τον αταξικό όρο «Παγκοσμιοποίηση» για να συσκοτίζει τον ταξικό χαρακτήρα του διεθνούς ιμπεριαλισμού». Είναι λοιπόν αταξικός όρος; Και εγώ πίστευα ως εκείνη τη στιγμή ότι η παγκοσμιοποίηση ήταν αυτονόητη πραγματικότητα, νομοτελειακή εξέλιξη του καπιταλισμού! Βρέθηκα σε λογικό αδιέξοδο. Γιατί έχω την αίσθηση όχι μόνο ως κομμουνιστής, αλλά και ως απλός πολίτης, ότι γύρω μου, από τότε που ανατράπηκε ο σοσιαλισμός, μαίνονται τα στοιχεία της παγκοσμιοποίησης: από τους βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας και άλλων λαών, ως το χάρτη του ΝΑΤΟ που καθορίζει τα όρια της Νέας Εποχής και τους κανόνες της νέας τάξης πραγμάτων.

Ολα αυτά είναι απάτη; Είναι προπαγάνδα; Ηθελα μια αξιόπιστη απάντηση. Ανέτρεξα «εις τα γραφάς». Ξαναδιάβασα το Λένιν, για τον ιμπεριαλισμό. Και πού κατέληξα; Τι «ανακάλυψα»! Θα σας το αναφέρω αμέσως, αφού παραθέσω ένα λαμπρό και πολύ επίκαιρο τσιτάτο του Λένιν: «Ως τώρα, δεν ξέρω γιατί, έχουμε συνηθίσει όλοι να γράφουμε αποφάσεις. Λένε, ότι όλα τα είδη του γραπτού λόγου είναι καλά, εκτός από τα πληκτικά. Νομίζω πως τις αποφάσεις πρέπει να τις κατατάξουμε στα πληκτικά είδη του γραπτού λόγου. Θα ήταν καλύτερα αν ...γράφαμε λιγότερες αποφάσεις και περισσότερες μπροσούρες, έστω και με τόσα πολλά λάθη...».

Τώρα, αφού ευχαριστήσω τον άγνωστό μου σύντροφο Χρήστο Σελιανίτη για το τσιτάτο αυτό που το επικαλείται στον προσυνεδριακό διάλογο, πρέπει να πω ότι παίρνω κουράγιο όχι για να γράψω μπροσούρες, αλλά για να καταθέσω μερικές σκέψεις, κρίσεις και προτάσεις, «έστω και με τόσα πολλά λάθη». Πρώτα-πρώτα «ανακάλυψα» ότι ο Λένιν, που σε πολλά σημεία συμπλήρωσε το Μαρξ, ήταν διαλεκτικός! Χρησιμοποιούσε πάντα τη διαλεκτική μέθοδο, που ένα από τα στοιχεία της είναι η μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα. Ετσι, κατά την ανάλυση των φαινομένων του αναπτυγμένου καπιταλισμού, έβγαλε το συμπέρασμα ότι το σύνολο των φαινομένων που παρουσιάστηκαν «σήμαινε μετάβαση από την ποσότητα στην ποιότητα, από τον αναπτυγμένο καπιταλισμό στον ιμπεριαλισμό». (Απαντα 5η ρωσική έκδ., τομ. 27).

Το δεύτερο που ανακάλυψα ήταν ότι όλες οι μετασταλινικές ηγεσίες στη Σοβιετική Ενωση, με τη συνδρομή των αυθεντικών τσιτατολόγων ακαδημαϊκών του μαρξισμού λενινισμού, εγκατέλειψαν τη διαλεκτική για να οδηγήσουν το σοσιαλισμό στην αυτοκαταστροφή και ν’ αφήσουν το Παγκόσμιο Κομμουνιστικό Κίνημα αφοπλισμένο ιδεολογικά, στη σύγχυση και τον πανικό. Λαμπρή απόδειξη της ιδεολογικής τους φτώχειας είναι το ακόλουθο τσιτάτο της Σοβιετικής Εγκυκλοπαίδειας: «Στον ιμπεριαλισμό οξύνονται οι εσωτερικές αντιθέσεις του καπιταλισμού στον ανώτατο βαθμό, γεγονός που οδηγεί στην κατάρρευση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος». Σήμερα αυτά ηχούν θλιβερά και παράξενα. Αλλά και τότε που γράφονταν, ο ιμπεριαλισμός ήταν πολύ συσπειρωμένος κάτω από τον κίνδυνο της ανατροπής, αλλά και γιατί είχαν κιόλας δημιουργηθεί οι μηχανισμοί εκτόνωσης των υφιστάμενων αντιθέσεων. Η δε κύρια αντίθεση ήταν: καπιταλισμός - σοσιαλισμός.

Υστερα απ’ όλα αυτά έρχεται αμείλικτα το ερώτημα: Από το Μαρξ ως το Λένιν μεσολάβησαν εξήντα χρόνια. Στο διάστημα αυτό ο αναπτυγμένος καπιταλισμός με τις ποσοτικές αυξήσεις αλλάζει ποιοτικά και μετατρέπεται στο τέλος του 19ου αιώνα σε ιμπεριαλισμό με τα πέντε χαρακτηριστικά γνωρίσματά του, που επεσήμανε ο Λένιν. Από το Λένιν μέχρι σήμερα μεσολάβησαν εκατό ολόκληρα χρόνια. Ενας αιώνας! Ενας αιώνας ραγδαίας, επιταχυνόμενης ανάπτυξης. Κοσμογονικός. Με δυο παγκόσμιους πολέμους. Με θύελλες επαναστάσεων. Με πρώτη τη Μεγάλη Οχτωβριανή Επανάσταση που στάθηκε ο πυρήνας του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Ενας αιώνας δορυφόρων διαστημικών σταθμών μεγάλων ελπίδων. Αλλά και τραγικών απογοητεύσεων και εκπλήξεων. Σε αυτόν λοιπόν το μεγάλο αιώνα δεν άλλαξε καθόλου ο Ιμπεριαλισμός; Εμεινε ίδιος και απαράλλακτος, όπως τον έβλεπε ο Λένιν;

Δυστυχώς εμείς λέμε: «Ναι έμεινε ο ίδιος. Δεν άλλαξε»! Μήπως επειδή ο Λένιν είπε ότι αυτό είναι το «ανώτερο και τελευταίο του στάδιο»; Και αφού είναι το τελευταίο, σταμάτησε εκεί η ιστορία; Και φυσικά δε σταμάτησε. Δημιούργησε ένα νέο στάδιο. Το έσχατο, μπορούμε να πούμε, που οι τρομερές ποσοτικές αυξήσεις άλλαξαν την ποιότητά του έτσι που δεν μπορούμε να τον γνωρίσουμε. Μπορεί να είναι λάθος ο συλλογισμός και μάλιστα μεγάλο. Αλλά πρέπει να το ψάξουμε. Φυσικά ένα τέτοιο θεωρητικό θέμα δεν είναι σήμερα για τα κότσια μόνο ενός κόμματος. Ομως όλα μαζί μπορούν να το λύσουν. Να, λοιπόν, ένα επιτακτικό θεωρητικό καθήκον της εποχής: «Η παγκοσμιοποίηση είναι ή δεν είναι ένα νέο στάδιο του ιμπεριαλισμού ποιοτικά διάφορο από τον ιμπεριαλισμό της εποχής του Λένιν;».

Να λοιπόν γιατί πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή και βάρος στο ανέβασμα του ιδεολογικού μας επιπέδου. Να γιατί πρέπει να ενισχυθεί το ΚΜΕ για να γίνει πραγματικό κέντρο μαρξιστικών ερευνών και όχι κέντρο μαρξιστικών... εκδρομών. Θα μου πείτε, πώς τολμάς! Ποιος είσαι! Δεν είμαι τίποτα! Είμαι ένας απλός μαχητής του μεγάλου οράματος. Για το οποίο, ως την κατάρρευση σκέφτονταν οι διάφοροι Γκορμπατσόφ και Χρουστσόφ. Ενας στρατιώτης των ιδανικών, που μετά την ανώμαλη προσγείωση άρχισε να σκέφτεται μόνος του, αμφισβητώντας τη σοφία των μεγαλόσχημων ακαδημαϊκών και αυθεντιών του μαρξισμού - λενινισμού.

Πρέπει λοιπόν να ερευνήσουμε την ποιοτική αλλαγή για την οποία μερικά στοιχεία μου δίνουν το δικαίωμα να έχω βάσιμες υποψίες. Ο σημερινός ιμπεριαλισμός έχει τα ίδια γνωρίσματα που επεσήμανε ο Λένιν, αλλά σε διαφορετική ποιότητα, που προήλθε από τη μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα. Σε συγκεντροποίηση να πούμε, του κεφαλαίου: Το 1969, όπως αναφέρει η Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, στις ΗΠΑ υπήρχαν 13.473 τράπεζες με συνολικό κεφάλαιο 521 δισεκατομμύρια δολάρια. Σήμερα μια μόνο αμερικανική επιχείρηση, η VIACOM CBS του τηλεοπτικού δικτύου ΜΤΥ, που συγχωνεύτηκε με την CBS κορπορέισιον, διαθέτει 80 δισεκατομμύρια δολάρια.

Στο θέμα των οικονομικών κρίσεων: Κρίσεις υπήρξαν και τότε και τώρα. Τότε και τώρα είναι κυκλικές. Ο Μαρξ μάλιστα τις προσδιόρισε σε κάθε εφτά χρόνια. Τότε κάθε κρίση ήταν και ένας σεισμός με πολλές συνέπειες, όπως η οικονομική κρίση του 1929-’31. Μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο ο καπιταλισμός δε γνώρισε τέτια κρίση. Οι κρίσεις του ήταν πολύ πιο πυκνές, αλλά μικρής έντασης. Τις μαθαίναμε μόνο από τους οικονομικούς αναλυτές. Είναι ενδεικτικό ότι οι κρίσεις και τα αδιέξοδα από τους ανταγωνισμούς ξεπερνιούνται σήμερα όχι με πολεμικές συρράξεις, αλλά με συγχωνεύσεις. Από το «Βήμα» της 12-7-1998 μαθαίνουμε ότι το 1998 που ήταν χρόνος οικονομικής ύφεσης, δηλαδή κρίσης, 500 μεγάλες επιχειρήσεις στον κόσμο έχασαν κέρδη 2,6%. Από αυτές δεν έχασαν, όσες προχώρησαν σε συγχωνεύσεις. Και αυτές ήταν εκείνη τη χρονιά περισσότερες από 12.500! Αλλαξε λοιπόν εντελώς η ποιότητα των κρίσεων. Η αναρχία στην παραγωγή δεν είναι πια η ίδια. Εγινε προγραμματισμένη.

Τώρα για το θέμα των ενδοκαπιταλιστικών αντιθέσεων. Νομίζω πως ποιοτικά είναι πολύ διαφορετικές από την εποχή του Λένιν. Αυτό φαίνεται και από τις αναλύσεις των θέσεων. Οταν λέμε στο κεφάλαιο παρ. 1 των Θέσεων ότι «δυνάμωσε και αναβαθμίστηκε ο ρόλος των διακρατικών ρυθμίσεων», τι επιβεβαιώνουμε; Οτι το κράτος περνά σε δεύτερη μοίρα. Παλιότερα κέντρο εξόρμησης και επέκτασης του κεφαλαίου ήταν το κράτος και πιο συγκεκριμένα το κρατικομονοπωλιακό κράτος, όπως λέει ο Λένιν. Τώρα με την παγκοσμιοποίηση το κράτος όχι μόνο έχασε εκείνες τις λειτουργίες του, αλλά αποτελεί και εμπόδιο στις πολυεθνικές. Γι’ αυτό και ο καταστατικός χάρτης της νέας τάξης πραγμάτων το κατάργησε όχι μόνο θεωρητικά αλλά και πρακτικά με τις βίαιες επεμβάσεις του, ενώ η ΕΕ με την αποψίλωση πολλών λειτουργιών του.

Χαρακτηριστικό σήμερα γνώρισμα του ιμπεριαλισμού είναι να αμβλύνονται διαρκώς οι εσωιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και να μετακινούνται προς τις αντιθέσεις Κεφαλαίου και Εργασίας. Επομένως μειώνεται διαρκώς η πιθανότητα μιας γενικής ιμπεριαλιστικής σύρραξης ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Και μεγαλώνει η βεβαιότητα για τοπικούς, περιφερειακούς πολέμους, μάρτυρες των οποίων είμαστε σήμερα. Γι’ αυτό νομίζω πως είναι άστοχη η κατηγορηματική θέση. «Καμιά αυταπάτη ότι ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος μπορεί να έχει περιορισμένο χαρακτήρα». Θα μπορούσε να τροποποιηθεί.

Η σωστή εκτίμηση του σημερινού ιμπεριαλισμού θα εξηγήσει πολλά σημερινά φαινόμενα που φαντάζουν δυσεξήγητα. Θα μας βοηθήσει και στην καλύτερη οικοδόμηση του ΑΑΔΜ, να βρούμε καλύτερες και περισσότερες συμμαχίες. Η σωστή ανάλυση της παγκοσμιοποίησης δε θα οδηγήσει στη χαλάρωση, στην απογοήτευση του μονόδρομου, αλλά στη συσπείρωση. Σήμερα το σύνθημα «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε» δεν είναι απλά διεθνιστικό καθήκον, αλλά ζωτική ανάγκη. Ζήτημα ζωής ή θανάτου. Και όχι μόνο για την εργατική τάξη και τα κόμματά της, αλλά και για ολόκληρους λαούς. Ο σωστός προσανατολισμός θα διευκολύνει και πολλές άλλες πτυχές της τακτικής μας. Οσο για τη στρατηγική ο τελικός στόχος μας είναι δεδομένος. Είναι ο σοσιαλισμός, τον οποίο θέτει η ιστορία στην ημερήσια διάταξη πολύ πιο επιτακτικά από την εποχή του Μαρξ.

 

ΑΤΑΛΑΝΤΕΥΤΑ ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ

Θοδωρής Λαπαναΐτης - ΚΟΒ Πανεπιστημίου Αθήνας, Συμβούλιο Σπουδάζουσας Αθήνας της ΚΝΕ

Τα 4-4,5 χρόνια που πέρασαν από το 15ο Συνέδριο ήταν σίγουρα χρόνια πολύ διαφορετικά από τα προηγούμενα, που ακολούθησαν τις ανατροπές του ‘89-‘91. Ηταν χρονικό διάστημα στο οποίο από τη μια μπήκε στην ημερήσια διάταξη η συνολική αναδιάρθρωση και γενικευμένη επίθεση στις κατακτήσεις και τα δικαιώματα του λαού και από την άλλη είχαμε τα πρώτα σκιρτήματα ανασύστασης, ανασυγκρότησης του λαϊκού κινήματος. Αλλοτε η προσπάθεια ανάπτυξης αγώνων και αντιστάσεων γινόταν με εξάρσεις που ξεπερνούσαν και την πιο αισιόδοξη προσδοκία, άλλοτε με αργούς βασανιστικούς ρυθμούς και αρκετές φορές και με υποχωρήσεις. Aλλες φορές με περιεχόμενο διεκδικητικό που οριοθετούνταν από τις κυβερνητικές επιλογές και άλλες φορές με θολό περιεχόμενο που έσπερνε αυταπάτες και καλλιεργούσε συγχύσεις που τελικά σε κρίσιμες καμπές οδηγούσαν στην ηττοπάθεια και την απογοήτευση.

Κατ’ αρχήν πρέπει να δούμε ότι το 1996 που πραγματοποιείται το 15ο Συνέδριο είναι μια χρονιά σημαντική για το κόμμα. Το Πρόγραμμα, το Καταστατικό και η πολιτική απόφαση που εγκρίθηκε τότε κρατούσαν όρθιο το κόμμα μας, πιστό στην προοπτική του Σοσιαλισμού, στην αποδοχή του μαρξισμού-λενινισμού και στην υπεράσπιση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Πολύ περισσότερο η σωστή και σε βάθος ανάλυση της συγκεκριμένης πραγματικότητας έβαζε πολύ καλά το δρόμο μέσα από τον οποίο θα οδηγηθούμε στους μακροπρόθεσμους στόχους μας. Πράγματι η πολιτική πρόταση του ΑΑΔΜ ήταν μια κατάκτηση, δεδομένης της κατάστασης που βρισκόταν το κόμμα μας μετά την κρίση και τα πέτρινα χρόνια που ακολούθησαν τις ανατροπές στις πρώην Λαϊκές Δημοκρατίες και τη ΣΕ.

Νομίζω πως η ζωή επιβεβαίωσε σε γενικές γραμμές την πρόταση του ΚΚΕ για την αναγκαιότητα της λαϊκής εξουσίας και το ΑΑΔΜ. Κατ’ αρχήν ότι το κόμμα «ήταν μέσα» προβλέποντας τα σημαντικότερα πολιτικά γεγονότα και εξελίξεις έγκαιρα σε διεθνές και εθνικό επίπεδο, τη στιγμή που τα άλλα κόμματα πελαγοδρομούσαν πότε από δω και πότε από κει, είναι δείκτης που αποδείχνει την ορθότητα της πολιτικής μας.

Eνα δεύτερο ζήτημα είναι ότι η γενικευμένη δυσαρέσκεια από την άσκηση αυτής της αντιλαϊκής πολιτικής, εκφράστηκε με αντιστάσεις και κινητοποιήσεις παρά την αναντιστοιχία που παρουσιάζουν. Υπάρχουν, νομίζω, σε αυτό το σημείο γεγονότα που δίνουν μια καλή βάση για συζήτηση. Υπάρχει πείρα στο Αγροτικό κίνημα με τις κινητοποιήσεις του ‘96-’97, στο εκπαιδευτικό κίνημα (καθηγητές ’97, μαθητικό κίνημα). Υπάρχει πείρα στο αντιιμπεριαλιστικό-φιλειρηνικό κίνημα. Υπάρχει πείρα, νους και γνώση στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα (ΠΑΜΕ). Υπάρχει πείρα που πρέπει ν’ αξιοποιηθεί από το Συνέδριο αλλά και το λαϊκό κίνημα από τις 4 εκλογικές διαδικασίες του προηγούμενου διαστήματος (Βουλευτικές ’96 και 2000 Δημοτικές - Νομαρχιακές ’98, Ευρωεκλογές ’99).

Κυρίαρχο στοιχείο που σωστά επισημαίνουν οι Θέσεις είναι η αποσπασματικότητα των αγώνων αυτών. Σε αυτό το σημείο πρέπει να δούμε ορισμένα στοιχεία. Ενα από αυτά είναι κατ’ αρχήν ότι σε αρκετούς χώρους από τους παραπάνω η δύναμη του κόμματος όπως αυτή εκφράζεται στις εκλογικές διαδικασίες είναι μεγαλύτερη από τον αριθμό αυτών που συσπειρώνονται στις παρατάξεις και τις κινήσεις που στηρίζει το κόμμα στους χώρους αυτούς. Ενα δεύτερο στοιχείο είναι η λογική της αναποτελεσματικότητας των αγώνων η οποία όμως, ως αντίληψη μέχρι πριν δύο χρόνια, συνυπήρχε με τη λογική από πλευράς των μαζών -που δεν άφηνε ανέπαφο και το δυναμικό μας- ότι δεν υπάρχει εναλλακτική πρόταση. Αντίθετα τα δύο τελευταία χρόνια ενώ δείχνει να υποχωρεί αυτή η αντίληψη, υπάρχει ακόμα σε μεγάλο βαθμό, ταυτόχρονα -και εδώ είναι το κρίσιμο ζήτημα που καλούμαστε να λύσουμε- με την αποδοχή της ορθότητας της πολιτικής πρότασης αλλά και της στάσης του κόμματος απέναντι στα λαϊκά προβλήματα. Νομίζω πως τα δύο αυτά στοιχεία είναι αλληλοτροφοδοτούμενα και συνδέονται διαλεκτικά. Κατά τη γνώμη μου αυτό που αναδείχνεται από τα παραπάνω είναι η αδυναμία που παρουσιάζει σήμερα το κόμμα μας να συγχωνεύεται με πλατύτερες λαϊκές μάζες. Είναι νομίζω ξεκάθαρο πως δεν πρέπει να δούμε αυτό το ζήτημα ως οργανωτικό, αλλά ως πρόβλημα εκλαΐκευσης και εξειδίκευσης της πολιτικής μας ανά χώρο - δηλαδή λειψής κατανόηση της πολιτικής μας, τη σχέση της πολιτικής μας με τη δράση μας. Η αναγκαιότητα συνδυασμού και των δύο, η επίδρασή τους στη λαϊκή συνείδηση, το όφελος των κομματικών μελών από τη διαδικασία αυτή.

Ταυτόχρονα όμως, το κλειδί στη λύση του παραπάνω σύνθετου προβλήματος είναι να οριοθετήσουμε τη σχέση τριών υποκειμένων: Κόμματος-παρατάξεων, κινήσεων που στηρίζει το κόμμα στο μαζικό κίνημα - λαϊκό κίνημα, λαϊκές μάζες.

Για παράδειγμα το Παλαιστινιακό ή το Γιουγκοσλαβικό είναι ζητήματα στα οποία πρέπει να πάρουν πρωτοβουλίες συμπαράστασης των λαών αυτών και καταδίκης του ρόλου των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, το ΠΑΜΕ στο εργατικό κίνημα, η ΛΑΕ στο Αγροτικό κίνημα, το ΣΑΣΑ στο μαθητικό κίνημα, η ΠΚΣ στο φοιτητικό κίνημα, οι Δημοτικές - Νομαρχιακές κινήσεις; Η απάντηση είναι καταφατική, αλλά γιατί; Γιατί πολύ απλά σύντροφοι η διεκδίκηση 7ωρου, 5μερου, 35ωρου από τον εργάτη, η συνεταιριστική οργάνωση της αγροτικής οικονομίας, το 12χρονο σχολείο, η ΕΝΙΑΙΑ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ για να γίνουν πράξη απαιτούν λαϊκή οικονομία, άρα λαϊκή εξουσία. Επόμενα απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό είναι το να διεκδικεί ο λαός, να αποφασίζει ο ίδιος το δρόμο εξέλιξης της χώρας του. Αρα η στήριξη των άλλων αγωνιζόμενων λαών έμπρακτα είναι συμφέρον του αγρότη, του εργάτη, του φοιτητή, του επιστήμονα γιατί έτσι υπερασπίζεται και το δικό του δικαίωμα της επιλογής του δρόμου εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας. Αλλά γιατί να πάρουν πρωτοβουλίες οι παρατάξεις μας στο μαζικό κίνημα και να μη το λέμε απλά σα γενική προπαγάνδα ως κόμμα στο λαό; Μήπως στενεύουμε τα όρια συσπείρωσης γύρω μας στο συνδικαλιστικό επίπεδο;

Για ν’ απαντήσουμε σε αυτό το ζήτημα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τα επιχειρήματα του κόσμου, αλλά και τη σκέψη του που είτε την εκφράζει είτε όχι συγκλίνει στο εξής: Οτι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γιατί είμαστε μόνοι μας. Αν αυτό το συνδέσουμε με το γεγονός της απόδοσης της πολιτικής μας, ταυτόχρονα με τη μικρή και αποσπασματική ανάπτυξη αγώνων λόγω της αδυναμίας άμεσων λύσεων πρέπει να βγάλουμε το εξής συμπέρασμα: Οτι η πολύμορφη δράση των παρατάξεων που στηρίζουμε όχι μόνο δε στενεύει τα όρια συσπείρωσης, αντίθετα τα πλαταίνει και τα πολλαπλασιάζει. Πρέπει ως κομμουνιστές να έχουμε ξεκάθαρο πως η λαϊκή συνείδηση διαμορφώνεται και επηρεάζεται από τα πάντα που συμβαίνουν γύρω μας, απλά αυτό γίνεται εν αγνοία της πλειοψηφίας του λαού. Αρα η πολύμορφη και πολυμέτωπη δράση των παρατάξεών μας στο μαζικό κίνημα βοηθάει στη συσπείρωση ευρύτερων δυνάμεων γιατί θα αισθάνονται (χωρίς να είναι απαραίτητο ότι θα μπορούν να το ερμηνεύσουν) το ρεαλισμό της προοπτικής της λαϊκής εξουσίας. Στο βαθμό λοιπόν που θα αποκτούν συνείδηση της προοπτικής αυτής μέσα από την προσωπική πείρα των αγώνων θα κατανοείται καλύτερα και η αναγκαιότητα του μετώπου.

Παρά το σωστό προσανατολισμό του κόμματος στο κίνημα, η έλλειψη ικανότητας συσπείρωσης, με βάση τις σημερινές συνθήκες, οδηγεί πολλές φορές «να κοιτάμε από την κορφή ως τα νύχια» το συνεργαζόμενο - συναγωνιστή μας. Ετσι, στενεύουμε τα όρια συσπείρωσης γιατί πολύ απλά μπλοκάρουμε τις όποιες θετικές διεργασίες στη συνείδησή του. Υπάρχει θετική και αρνητική εμπειρία, για παράδειγμα στις Δημοτικές - Νομαρχιακές εκλογές. Αν λοιπόν, δεν εκτιμήσουμε αυτά τα γεγονότα και την πείρα του προηγούμενου διαστήματος σε αυτή τη βάση είναι λογικό να αντιλαμβανόμαστε όλη αυτή τη διαδικασία έξω από τη δική μας ευθύνη και φυσικά ν’ ασχολούμαστε με το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ σε λάθος βάση, να δημιουργούμε συγχύσεις γύρω από την πολιτική των συνεργασιών και να ερωτοτροπούμε με το ΣΥΝ ή το ΔΗΚΚΙ, βάζοντας στο περιθώριο τη λαϊκή πρωτοβουλία και αυτενέργεια. Είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι.

Ενα βασικό χαρακτηριστικό του ιμπεριαλισμού σήμερα, όσον αφορά τη λαϊκή συνείδηση, είναι ο κατακερματισμός της κάτω από το βάρος της μη συνειδητοποιημένης, αλλά ενιαίας αντίληψης που έχει ο κάθε εργαζόμενος για το μαύρο μέλλον που του ετοιμάζουν. Το γεγονός επίσης της κακής -οργανωτικά και ιδεολογικά- κατάστασης στην οποία βρίσκεται το μαζικό λαϊκό κίνημα, τον κάνει να βλέπει τα πράγματα έξω από τη δράση των μαζών και κατά συνέπεια και έξω από τη δική του ευθύνη.

Επόμενα, όσον αφορά τη μεθοδολογία - και σε αυτό έρχονται ν’ απαντήσουν οι Θέσεις - πρέπει να ξεκινάμε από το τι κοινωνικές ανάγκες υπάρχουν. Μέσα από τον αγώνα για την ικανοποίηση αυτών των αναγκών μπορεί ο λαός να τραβιέται στην πάλη για γενικότερες αλλαγές. Ετσι, νομοτελειακά η ανάπτυξη αγώνων συνδέεται διαλεκτικά και αλληλοτροφοδοτείται από την προσπάθειά μας για τον προσανατολισμό τους.

Για παράδειγμα το τι πρόταση θα έχει η ΠΑΝΣΠΟΥΔΑΣΤΙΚΗ Κ.Σ. σε πανεπιστημιακά τμήματα Πολιτικών Επιστημών ή Δημόσιας Διοίκησης απορρέει από το χαρακτήρα της κρατικής μηχανής και του Δημόσιου Τομέα στη λαϊκή οικονομία. Ανάλογα σε κάθε χώρο. Σε αυτό λοιπόν, πρέπει να επικεντρώσει η παρέμβαση της ΚΝΕ για τον προσανατολισμό και τη δράση της ΠΚΣ στο φοιτητικό κίνημα. Αλλά για να κατακτά αυτή την ικανότητα η ΚΝΕ (σπουδάζουσα στην προκειμένη περίπτωση) στην πράξη, πρέπει να δουλεύει στην κατεύθυνση επεξεργασίας του ρόλου του Πανεπιστημίου συνολικά στη λαϊκή οικονομία, η ΚΟΒ Πανεπιστημίου. Αρα, να πως λύνεται το ζήτημα που βάζουν οι Θέσεις για ενασχόληση του κόμματος με τις ανάγκες της νεολαίας και ολόπλευρη βοήθεια προς την ΚΝΕ.

Κατ’ επέκταση αποκτά και ένα άλλο, ποιοτικά ανώτερο περιεχόμενο η εσωκομματική λειτουργία και ζωή έτσι ώστε η συνεδρίαση της ΚΟΒ για τα στελέχη της ΚΝΕ που είναι κομματικά μέλη να μην είναι χάσιμο χρόνου, διότι τα ίδια πράγματα θα έχουν συζητήσει στα όργανα της ΚΝΕ πιο πριν, κάτι που γίνεται κατά κόρον μέχρι σήμερα.

Με αυτή την έννοια σήμερα η διάταξη των δυνάμεών μας στο χώρο και η κομματική οικοδόμηση, αλλά και η αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού αποκτάνε μια άλλη διάσταση -που επιτρέψτε μου να πω- πως οι ανάγκες της ταξικής πάλης δεν την έδιναν παλιότερα. Αρα και η υπεράσπισή τους σήμερα με αδιαλλαξία είναι όπλο στα χέρια μας μεγάλο, που μαζί με το δίκιο της εργατικής τάξης και του λαού, είναι και τα μοναδικά που έχουμε.

Σε αυτά τα ζητήματα νομίζω πως οι Θέσεις απαντούν και αποτελούν βάση για συζήτηση - για αξιοποίηση της πείρας που υπάρχει και από αυτή την άποψη τις εγκρίνω και τις υπερψηφίζω.

 

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΟ 16ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΚΑΙ Η ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ

Δώρα Μόσχου - Μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ

Η πάλη ενός κομμουνιστικού κόμματος για την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού στη χώρα του είναι μια θέση που κινείται στα όρια του αυτονόητου. Φυσικά, το ίδιο ισχύει και για το ΚΚΕ, το οποίο εξ άλλου από τις πρώτες στιγμές της παρουσίας του στην κοινωνική και πολιτική ζωή της Ελλάδας δεν έκρυψε το στόχο του που άλλος δεν ήταν από την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος και τη μετάβαση στο σοσιαλισμό. Ωστόσο, κατά την 80χρονη ιστορική του πορεία, υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες οι επεξεργασίες του κόμματος προέβλεπαν την ύπαρξη ενός ενδιάμεσου, μεταβατικού σταδίου, στη διάρκεια του οποίου μία φιλολαϊκή εξουσία θα μπορούσε να προετοιμάσει το οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό έδαφος για το σοσιαλισμό.

Μέσα στη δεκαετία του ‘90, ιδιαίτερα από το 15ο Συνέδριο και μετά, το ΚΚΕ (και παρά τις ιδιαίτερα αντίξοες εσωτερικές και διεθνείς συνθήκες και τα προβλήματα που ταλάνισαν το Κόμμα στις αρχές της) έδειξε ότι μπορεί να δει με μια πραγματικά φρέσκια ματιά την ελληνική κοινωνία, τα προβλήματα και τις προοπτικές της. Φρέσκια όμως δε σημαίνει χωρίς παρελθόν: ίσα-ίσα, οι πιο πρόσφατες επεξεργασίες του ΚΚΕ έδειξαν και δείχνουν ότι οι αναλύσεις που επιχειρεί στηρίζονται στην εμβάθυνση της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας, την οποία αναπτύσσει και εφαρμόζει στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα με διεισδυτικότητα και σαφήνεια.

Κομβικό στοιχείο στις αναλύσεις αυτές είναι η διατύπωση ότι ο καπιταλισμός βρίσκεται στο ανώτατο και τελευταίο στάδιό του, το ιμπεριαλιστικό. Ο καπιταλισμός δεν έχει ιστορικό μέλλον, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι θα εκπνεύσει αυτόματα και χωρίς τη δράση του υποκειμενικού παράγοντα. Εάν αυτό στα πρώτα χρόνια μετά τις αντεπαναστατικές ανατροπές των αρχών της δεκαετίας του ‘90 φαινόταν ασύμβατο με την πραγματικότητα (αν και οπωσδήποτε δεν ήταν) σήμερα το κύρος αυτής της άποψης έχει εδραιωθεί, μεταξύ άλλων και εξ αιτίας των τελευταίων οικονομικών - κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο που έχουν καταστήσει εντελώς φανερά τα αδιέξοδα του συστήματος.

Το ΚΚΕ λοιπόν χαρακτηρίζει την εποχή μας ως εποχή μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Τις εκτιμήσεις του αυτές επαναλαμβάνει και στις «Θέσεις» της ΚΕ για το 16ο Συνέδριο, περιγράφοντας και αποκαλύπτοντας την όξυνση των αντιθέσεων του συστήματος. Οσον αφορά τη χώρα μας και την ένταξή της στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, αποκτά όλο και μεγαλύτερο κύρος η διατύπωση του 15ου Συνεδρίου που ορίζει τη θέση της ως «ενδιάμεση και εξαρτημένη». Η Ελλάδα είναι οργανικά ενταγμένη στο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα: από τη μια, η οικονομία της υφίσταται την κρίση του συστήματος πολύ εντονότερα από όσο την υφίστανται οι χώρες που συμμετέχουν από καλύτερη θέση σε αυτό. Από την άλλη όμως, η ισχνή τάση ανάκαμψης που εμφάνισε η ελληνική οικονομία μετά το 1994 (και μάλιστα σε ορισμένους κατ’ εξοχήν βιομηχανικούς κλάδους - ηλεκτρισμός, φυσικό αέριο, μεταφορές, τηλεπικοινωνίες) εκφράζεται, μεταξύ άλλων, και με την προσπάθεια διείσδυσης της ελληνικής αστικής τάξης στις βαλκανικές κυρίως αγορές. Το γεγονός αυτό έχει και την πολιτική του αντανάκλαση σε πολλές από τις επιλογές των ελληνικών κυβερνήσεων των τελευταίων χρόνων.

Εκεί που βέβαια δεν αντανακλάται η όποια «πρόοδος» της ελληνικής οικονομίας είναι το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων που επιδεινώνεται με ταχείς ρυθμούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι τελευταίες μεταρρυθμίσεις στα συστήματα της παιδείας, της υγείας και της κοινωνικής ασφάλειας. Δεν πρόκειται για απλές μεταβολές του τρόπου με τον οποίο οργανώνει το καπιταλιστικό κράτος την παροχή αυτών των «κοινωνικών αγαθών». Αποτελούν αντίθετα αναγκαστικές πια επιλογές για το καπιταλιστικό σύστημα που τείνει να εξαντλήσει τα περιθώριά του παροχών προς τους εργαζομένους, ενώ, από μια άλλη πλευρά, αποκαλύπτουν ότι η οργάνωσή των συστημάτων αυτών σε φιλολαϊκή βάση απαιτεί μια διαφορετική οργάνωση της οικονομίας και της κοινωνίας.

Αυτή η νέα οργάνωση δεν μπορεί παρά να βρίσκεται σε ρήξη με τα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό. Και όχι μόνο: Προϋποθέτει την ύπαρξη λαϊκής εξουσίας και λαϊκής οικονομίας που, για το ΚΚΕ, ταυτίζονται ως έννοιες με το σοσιαλισμό και τη δικτατορία του προλεταριάτου. Το πρόγραμμα που προέκυψε από το 15ο Συνέδριο του ΚΚΕ ορίζει σαφώς ότι: «Η επαναστατική αλλαγή στην Ελλάδα θα είναι σοσιαλιστική» και αυτή η διατύπωση δεν αναιρείται, αντίθετα ενισχύεται από το συνολικό πνεύμα των «Θέσεων» για το 16ο Συνέδριο. Στη Θέση υπ. Αριθμόν 20 αναφέρεται συγκεκριμένα: «Το ΚΚΕ εκτιμά ότι σήμερα ο αντιιμπεριαλιστικός αντιμονοπωλιακός αγώνας συνδέεται περισσότερο και εντάσσεται οργανικά στον αγώνα κατά του καπιταλισμού, αφού από τη φύση του περικλείει ρήξεις που υπονομεύουν τα θεμέλια της καπιταλιστικής κυριαρχίας».

Δεν πρέπει ωστόσο να λησμονούμε ότι μετάβαση από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό σημαίνει ανατροπή. Στη διαδικασία της ανατροπής αυτής θα πρωταγωνιστήσει νομοτελειακά η εργατική τάξη, καθοδηγημένη από το κόμμα της. Ωστόσο, δεν μπορεί να χαράξει μόνη της αυτό το δρόμο, χωρίς τις κοινωνικές, κατ’ εξοχήν, συμμαχίες της. Την πολιτική αυτή των συμμαχιών επεξεργάστηκε το 15ο Συνέδριο του ΚΚΕ και επιχειρούν να εμβαθύνουν οι «Θέσεις» για το επικείμενο 16ο, προτείνοντας τη συγκρότηση του αντιιμπεριαλιστικού, αντιμονοπωλιακού, δημοκρατικού μετώπου. Επιτυχώς, κατά τη γνώμη μου, το ΚΚΕ τοποθετεί τη βάση του ΑΑΔΜ «στην κοινωνική συμμαχία της εργατικής τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων του χωριού και της πόλης» (αλλά και στη συμμαχία με κοινωνικά κινήματα, όπως είναι των γυναικών, της νεολαίας, της παιδείας, για το περιβάλλον κλπ., κινήματα των οποίων τα αιτήματα δεν μπορούν να βρουν αντικειμενικά τη λύση τους μέσα στα καπιταλιστικά πλαίσια). Το σχετικά καινούργιο στοιχείο στη διατύπωση αυτή είναι το ότι οι συμμαχίες ορίζονται με μεγαλύτερη ταξική σαφήνεια. Δεδομένου, για παράδειγμα, ότι η αγροτιά, ως κοινωνικό μόρφωμα - κατάλοιπο παλαιότερων κοινωνικών συστημάτων, βρίσκεται σε διαδικασία οριστικής αποσύνθεσης, θεωρώ ότι βρίσκεται πολύ κοντύτερα στη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα η έκφραση «μικροαστικά στρώματα του χωριού και της πόλης» αφού αντανακλά σαφέστερα τη σχέση με τα μέσα παραγωγής και όχι το είδος της εργασίας.

Οι κοινωνικές δυνάμεις που θα κληθούν να συμμετάσχουν στο μέτωπο (για να το πω αλλιώς: που έχουν συμφέρον να ενταχθούν στο μέτωπο) εκκινούν από διαφορετικό επίπεδο συνείδησης, κάτι απόλυτα λογικό, αφού εκκινούν και από διαφορετική ταξική θέση. Θα τολμούσα μάλιστα να διατυπώσω την εξής άποψη: για τη μεν εργατική τάξη, η ανατροπή και η μετάβαση στο σοσιαλισμό είναι μια διαδικασία αναγκαία και αναγκαστική για τη χειραφέτηση και απελευθέρωσή της και απορρέει από την ίδια τη θέση της στην παραγωγή. Τα υπόλοιπα στρώματα των εργαζομένων που σήμερα πλήττονται από τον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό δεν έχουν μεγάλο ιστορικό μέλλον, ως κοινωνικά μορφώματα, ούτε στον καπιταλισμό ούτε στο σοσιαλισμό. Στην περίπτωση όμως του σοσιαλισμού, μέσα από τη δημιουργία συνεταιρισμών, θα μπορούν, για ένα χρονικό διάστημα και να συμβάλλουν στη σοσιαλιστική οικονομία αλλά και να λύσουν τα βασικά βιοτικά τους προβλήματα. Στο καπιταλιστικό σύστημα, η αδυναμία τους να ανταγωνιστούν τα μονοπώλια, τα οδηγεί στην αδυναμία ικανοποίησης βασικών κοινωνικών και βιοτικών τους αναγκών. Αυτές οι πρωτογενείς ανάγκες είναι ένα πρώτο υλικό για τη διαμόρφωση αντικαπιταλιστικής συνείδησης σε αυτά τα στρώματα, τα οποία ωστόσο δεν μπορούν να απεκδυθούν εύκολα την πρόσδεσή τους στη μικρή ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Ηδη λοιπόν, η συνειδησιακή τους αφετηρία για τη συμμετοχή τους στο Μέτωπο είναι αντικειμενικά πολύ χαμηλότερη από εκείνη της εργατικής τάξης.

Αυτό δε σημαίνει ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν ανήκουν εξ αντικειμένου στο Μέτωπο: αντίθετα, μέσα από την ένταξή τους σε αυτό, τους δίνεται η δυνατότητα να καταχτήσουν ένα ανώτερο επίπεδο συνείδησης, που θα τους βοηθήσει να «σπάσουν» τη συνείδηση του «μικρού νοικοκύρη». Βεβαίως, αυτή η ρήξη δεν είναι νομοτελειακή: μπορεί να συμβεί, μπορεί και όχι, ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης του κινήματος, τη δυναμική του Μετώπου, την καθοδηγητική, εν τέλει δουλειά μέσα σε αυτό, του Κόμματος της εργατικής τάξης. Και δεν υποτιμώ, από την άλλη, το πόσο ισχυρή είναι η συνειδησιακή πρόσδεση στην ιδιοκτησία ή ακόμα και την επίδραση της άρχουσας τάξης και των μηχανισμών της στις κοινωνικές αυτές δυνάμεις.

Η νομοτέλεια και ο στόχος είναι ο σοσιαλισμός. Δεν είναι όμως και προϋπόθεση της συμφωνίας για τη συγκρότηση του Μετώπου, ακριβώς λόγω της ανομοιογένειας των δυνάμεων που μπορούν να το απαρτίσουν και που η ικανότητά τους να ακολουθήσουν μέχρι το τέλος την κεντρική, καθοδηγητική του δύναμη θα κριθεί στην πορεία συγκρότησης και πάλης του. Ως προς τα ζητήματα αυτά, οι «Θέσεις» για το 16ο Συνέδριο του ΚΚΕ δίνουν σαφείς απαντήσεις. Εκείνο το οποίο, όμως, κατά τη γνώμη μου, θα ήθελε μια ουσιαστικότερη επεξεργασία και τελική διατύπωση, είναι το ζήτημα που θέτει η τελευταία παράγραφος της Θέσης υπ. Αριθμόν 20.

«Σε συνθήκες ταξικών αναμετρήσεων και μεγάλης φθοράς της επιρροής των αστικών κομμάτων και των συμμάχων τους, και ενώ δε θα έχουν διαμορφωθεί όροι για ριζική κοινωνική ανατροπή και επαναστατικό πέρασμα, μπορεί να προκύψει κυβέρνηση αντιιμπεριαλιστικών, αντιμονοπωλιακών δυνάμεων, με βάση το Κοινοβούλιο. Η κυβέρνηση θα κριθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα κατά πόσο, με όπλο τη μέγιστη λαϊκή κινητοποίηση, θα καταφέρει να αντιμετωπίσει την αντίδραση της κυρίαρχης τάξης, με στόχο την ανατροπή ή την εξουδετέρωσή της και να συμβάλει στην ωρίμανση και την έναρξη της επαναστατικής διαδικασίας (...).»

Η προοπτική της συγκρότησης μιας κυβέρνησης με τέτιο προσανατολισμό στηριγμένη στο κοινοβούλιο, αναφέρεται ως πιθανότητα. Και είναι αλήθεια ότι εντελώς θεωρητικά η πολυπλοκότητα των κοινωνικών και πολιτικών πραγματικοτήτων δεν μπορεί να αποκλείσει και τέτιου είδους σχήματα. Ωστόσο, οι κομμουνιστές δεν δρουν σε ιστορικό κενό. Η πλούσια πείρα του 20ου αιώνα έχει αποδείξει ότι χωρίς την εδραίωση της εργατικής τάξης και του κόμματός της στην εξουσία, χωρίς τις βαθιές και βίαιες (με ιστορικούς αλλά και τεχνικούς όρους) ρήξεις με το καπιταλιστικό σύστημα και τις εκφάνσεις του στο εποικοδόμημα, το μέλλον της επαναστατικής διαδικασίας είναι από αμφίβολο έως και απολύτως σκοτεινό. Το πολυχρησιμοποιημένο, αλλά πάντως διδακτικό, παράδειγμα της Χιλής αποδεικνύει την αλήθεια του αξιώματος «ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με αγαθές προθέσεις».

Κλείνοντας τούτο το σύντομο σημείωμα θα ήθελα να επισημάνω το εξής: κατά τη γνώμη μου, το ΚΚΕ αποδεικνύει, με τις «Θέσεις» του για το 16ο Συνέδριο ότι έχει κάνει πολύ σοβαρά περαιτέρω βήματα στη θεώρηση της ελληνικής (και παγκόσμιας) πραγματικότητας με βάση τη μαρξιστική - λενινιστική θεωρία. Εμβαθύνει την πολιτική των συμμαχιών του, ενταγμένη μέσα στη συνολικότερη πολιτική του αντίληψη για τη συγκρότηση του ΑΑΔΜ. Αντίθετα δε με όσα του καταλογίζουν ορισμένοι «άσπονδοι φίλοι», δεν απεκδύεται, αντίθετα εδραιώνει στην προοπτική του την αναγκαιότητα μετάβασης στο σοσιαλισμό, χωρίς ενδιάμεσα στάδια, αφού ρήξη με το καπιταλιστικό σύστημα δεν μπορεί, από τις ίδιες τις ιστορικές νομοτέλειες, να σημαίνει οτιδήποτε άλλο.

 

ΝΑ ΕΜΒΑΘΥΝΟΥΜΕ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΑΡΝΗΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στέλιος Μπεβεράτος - ΚΟΒ Καρύστου

Θα ήθελα πριν απ’ όλα να εκφράσω τη γενική συμφωνία μου πάνω στις εκτιμήσεις που γίνονται και τις προοπτικές που χαράζονται στις θέσεις της ΚΕ για το 16ο Συνέδριο του Κόμματός μας, που πιστεύω μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν τη βάση για να εμβαθύνουμε παραπάνω στα προβλήματα του τόπου και του λαού μας, στη δράση του Κόμματός μας στην τετραετία που πέρασε, έτσι που το Κόμμα να συγκεκριμενοποιήσει παραπέρα τα μεγάλα καθήκοντα που μπαίνουν μπροστά μας στην τετραετία που έρχεται και τη δράση που πρέπει να αναπτύξει, ανταποκρινόμενο στο μοναδικό επαναστατικό ρόλο του. Η πολιτική πρόταση του ΚΚΕ για τη δημιουργία του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου αποτελεί πραγματικά το κλειδί για να βγει ο τόπος και ο λαός μας απ’ τα σημερινά ασφυκτικά «αδιέξοδα», απ’ τη μέγγενη του ιμπεριαλισμού και των υπηρετών του, που τον σφίγγει και τον καταπιέζει ολοένα και πιο βασανιστικά.

Σ’ αυτό το πλαίσιο και μ’ αυτούς τους στόχους πιστεύω ωστόσο ότι οι θέσεις παρουσιάζουν μια σοβαρή αδυναμία. Το δεύτερο μέρος τους, που τιτλοφορείται «Οι εξελίξεις στην Ελλάδα» είναι άνισα αδύνατο σε σχέση με τα υπόλοιπα. Πέρα από τον σχετικά μικρό όγκο του (συνολικά 4½ σελίδες για ένα τόσο μεγάλο θέμα), το ουσιαστικό είναι οι σημαντικές παραλείψεις στοιχείων και εξελίξεων που είχαμε και που κυριολεκτικά σημαδεύουν την τετραετία που πέρασε. Τις παραθέτω:

1. Η ανεργία. Δε δίνονται στοιχεία για την εξέλιξή της, για την τρομακτική έκταση που πήρε στα τελευταία χρόνια, για τις περιοχές που αργοπεθαίνουν (Ελευσίνα, Πειραιάς, Πάτρα, Λαύριο, Μαντούδι), για την εξάπλωσή της ιδιαίτερα στις γυναίκες και στους νέους (στη θέση 17 για προβλήματα της νεολαίας γίνεται μια αναφορά στην ανεργία αλλά αυτό νομίζω δε φτάνει), για τις αρνητικές επιπτώσεις της στην οικονομική ζωή και στο σύνολο των λαϊκών στρωμάτων κλπ.

2. Οικονομική και Νομισματική Ενοποίηση (ΟΝΕ). Δεν αναφέρεται πουθενά η πιο σημαντική ίσως εξέλιξη μετά την είσοδο στην ΕΟΚ στην πορεία κατάργησης της Εθνικής Ανεξαρτησίας της Ελλάδας, αφού με την ΟΝΕ ανοίγεται ακόμα πιο διάπλατα ο δρόμος στα μονοπώλια και, μαζί με το εθνικό νόμισμα, καταργούνται και οι τελευταίες δυνατότητες άσκησης εθνικής οικονομικής πολιτικής, ώστε και κάθε εθνικής πολιτικής.

3. Ιδιωτικοποιήσεις. Δε δίνονται στοιχεία και δεν αναπτύσσεται η σημασία που έχει το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας (που συγκεντρώθηκε με το μόχθο των Ελλήνων εργαζομένων) στο ιδιωτικό κεφάλαιο, ελληνικό και ξένο.

4. Η διείσδυση του ξένου κεφαλαίου, ο αφελληνισμός της οικονομίας: Στη θέση 12 γίνεται λόγος για «μεγάλη εισαγωγική διείσδυση στην ελληνική αγορά». Μένει όμως ακάλυπτο το μεγάλο θέμα της εξαγοράς ολόκληρων επιχειρήσεων από ξένα μονοπώλια, της παραπέρα διείσδυσης ξένων κεφαλαίων, του αφελληνισμού της οικονομίας, κατά πρώτο λόγο της βιομηχανίας, και μέσω του Χρηματιστηρίου, από τους ξένους «θεσμικούς επενδυτές».

5. Χρηματιστήριο. Δεν πιάνεται το ίδιο το θέμα του Χρηματιστηρίου, με τις δυο τεράστιας σημασίας πλευρές τους: Η μία είναι η απομύζηση (ουσιαστικά κλοπή) των προσωπικών αποταμιεύσεων (και όχι μόνο) των εργαζομένων, αλλά και της συλλογικής περιουσίας τους (των αποθεματικών των ταμείων τους), με το παιχνίδι του Χρηματιστηρίου. Η άλλη πλευρά -επίσης πολύ σημαντική- είναι η προσπάθεια εκτροπής της προσοχής των εργαζομένων απ’ τα προβλήματά τους, της απομάκρυνσής τους από τους αγώνες, της παραπλάνησής τους με φαντασιώσεις ότι με τα παιχνίδια του Χρηματιστηρίου θα έλυναν τα καυτά προβλήματά τους. Η «προσγείωση» ήρθε πολύ σύντομα. Αλλά δε χωρά αμφιβολία ότι για ένα διάστημα έγινε σημαντική ζημιά.

6. Για το «ολοκληρωμένο πακέτο αντεργατικών μέτρων» γίνεται λόγος στη θέση 13, που αναφέρεται στην ιδεολογική επίθεση, στην ένταση της κρατικής βίας και την κατευθυνόμενη παραπληροφόρηση από την πλευρά της άρχουσας τάξης. Νομίζω ότι για τα αντεργατικά μέτρα (σχεδιαζόμενα, και αυτά που ήδη εφαρμόζονται) θα έπρεπε να υπάρχει ξεχωριστό σημείο και να περιγράφεται αναλυτικά. Επίσης θα έπρεπε να περιγράφεται αναλυτικά η επίθεση στα ασφαλιστικά ταμεία, η εξάπλωση της ανασφάλιστης εργασίας κλπ.

7. Το ίδιο, σαν ξεχωριστό θέμα, νομίζω ότι θα έπρεπε να πιάνεται και η αντιεκπαιδευτική μεταρρύθμιση και η επίθεση στο δημόσιο χαρακτήρα της υγείας.

8. Δημόσιο χρέος. Νομίζω ότι και αυτό είναι ένα μέγεθος που ενδιαφέρει γιατί χαρακτηρίζει την πρόσδεση, την υποταγή της ελληνικής οικονομίας (και της χώρας) στα ιμπεριαλιστικά κέντρα.

9. Στρατιωτικές δαπάνες. Ανεβαίνουν σε αστρονομικά ποσά. Μετριούνται σε τρισεκατομμύρια, όταν π.χ. τα 20 δισεκατομμύρια που χρειάζονταν για να ικανοποιηθούν στοιχειώδη αιτήματα των συνταξιούχων ήταν αδύνατο να βρεθούν και τους ξυλοκόπησαν. Και ακόμα, όταν με τα νέα (και συνεχώς ανανεούμενα) εξοπλιστικά προγράμματα δεν πετυχαίνεται βέβαια καμιά προστασία και υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων.

10. Η θορυβώδης και χοντροκομμένη παρέμβαση της Εκκλησίας στα πολιτικά και εθνικά ζητήματα και η αναμόχλευση του θρησκευτικού φανατισμού αποτελεί, στην έκταση που παίρνει, νέο στοιχείο στην ελληνική πραγματικότητα. Και είναι συγκεκριμένη επιλογή ορισμένων κύκλων, με απρόβλεπτες και εξαιρετικά επικίνδυνες προεκτάσεις και προοπτικές, που πρέπει να μας απασχολούν.

11. Σε ό,τι αφορά την αγροτική οικονομία, δε δίνεται η αρνητική παρέμβαση των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ενωσης σε βάρος της ελληνικής αγροτικής παραγωγής, το ότι αποτελεί δική της εντολή το ξεκλήρισμα των μικρών ελληνικών νοικοκυριών. Δεν περιγράφονται τα μέτρα εναντίον συγκεκριμένων ελληνικών προϊόντων (γάλα, βαμβάκι) με τα πρόστιμα «συνυπευθυνότητας», τις «ποσοστώσεις» κλπ., που αποβλέπουν στο να περιοριστεί η ελληνική αγροτική παραγωγή στα πλαίσια που συμφέρουν τους ισχυρούς της ΕΕ.

Επισημαίνω τις πιο πάνω παραλείψεις γνωρίζοντας βέβαια ότι τα αντίστοιχα θέματα βρίσκονται στην αιχμή της πολιτικής του Κόμματός μας, της αρθρογραφίας του «Ριζοσπάστη», «902» κλπ. Ορισμένα μάλιστα απ’ αυτά αποτελούν και το αντικείμενο ξεχωριστών ντοκουμέντων του Κόμματος. Νομίζω όμως ότι θα έπρεπε α υπάρχουν και να αναλύονται και στις Θέσεις, που, πέρα απ’ το ότι αποτελούν τη βάση για τη διαμόρφωση των τελικών ντοκουμέντων του Συνεδρίου μας, αποτελούν ήδη ένα κείμενο προσέγγισης των ευρύτερων στρωμάτων των εργαζομένων και εκλαΐκευσης της πολιτικής μας.

 

Επισημαίνω δυο διατυπώσεις, που κατά τη γνώμη μου πρέπει να προσεχθούν:

1. Στη θέση 13 διαβάζουμε: «Κάτω από την πίεση γενικών κατευθύνσεων των ιμπεριαλιστικών οργανισμών, και ιδιαίτερα των ΗΠΑ, διαμορφώνεται ένα ολόκληρο σύστημα μορφών και μέσων καθυπόταξης του λαού, εκβιασμού, βίας, τρομοκρατίας, χειραγώγησης και εξαγοράς».

Είναι φανερό (αυτό είναι άλλωστε και το συνολικό πνεύμα των Θέσεων), ότι η τοποθέτηση αυτή είναι «επιεικής» για τους κυβερνώντες και την ελληνική άρχουσα τάξη. Τα αντιδημοκρατικά μέτρα τα θέλουν και οι ίδιοι, για να στηρίζουν την εντεινόμενη αντιλαϊκή πολιτική τους. Οσο αναπτύσσεται αυτή η πολιτική αποτελούν νομοτέλεια. Πιέσεις γίνονται βέβαια απ’ τους ιμπεριαλιστικούς κύκλους, κυρίως όμως για δικούς τους πρόσθετους λόγους, για να μπάσουν στη χώρα και τους δικούς τους μηχανισμούς ελέγχου και καταπίεσης κλπ.

2. Στη θέση 50 διαβάζουμε: «Μόνο αν υπάρχουν τέτιες τοπικές πρωτοβουλίες που να αγκαλιάζουν ένα ευρύτερο χώρο εδαφικά ή κλαδικά είναι δυνατό να βρει χώρο δράσης και η κάθε ΚΟΒ, που με τη σειρά της πρέπει να στηρίξει και να εμπλουτίσει με ευρύτερες τοπικές δυνάμεις τις γενικότερες πρωτοβουλίες». Νομίζω ότι υπάρχει εδώ μια υπερβολή. Η ανάγκη τα καθοδηγητικά όργανα να επεξεργάζονται μέτωπα πάλης κλπ. στο χώρο της ευθύνης τους είναι οπωσδήποτε υπαρκτή. Αλλά και οι ΚΟΒ πρέπει να μπορούν να βρίσκουν «χώρο δράσης» ακόμα και αν το πιο πάνω όργανο -για κάποιο λόγο- δεν κάνει, για κάποιο διάστημα, αυτό που πρέπει να κάνει, και να αναπτύσσουν τη δική τους πρωτοβουλία, για την οποία σωστά γίνεται λόγος στη θέση 46.

 

Για τα αριθμητικά στοιχεία, θα πρότεινα τα σημαντικά μεγέθη, όπως ανεργία, ξεκλήρισμα των αγροτών κλπ., να δίνονται και σε απόλυτους αριθμούς, όχι μόνο σε ποσοστά που ευρύτερα δεν είναι εύκολα κατανοητά.

 

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΑΘΟΔΗΓΗΤΙΚΗΣ ΔΟΥΛΙΑΣ

Ελένη Μπέλλου - Μέλος της Γραμματείας της ΚΕ του ΚΚΕ

Στη δεκαετία του 1990 συμπυκνώθηκαν πολύ σημαντικές εξελίξεις. Ακριβέστερα οι αντεπαναστατικές ανατροπές, η μεγάλη αρνητική για το εργατικό κίνημα αλλαγή στο συσχετισμό δυνάμεων παγκοσμίως αποκάλυψαν με τρόπο τραγικό και αιφνίδιο τη συσσώρευση εξελίξεων της μεταπολεμικής περιόδου και ιδιαίτερα των τελευταίων δύο δεκαετιών (’70 - ’80). Οι εξελίξεις αφορούσαν τόσο την πορεία του καπιταλισμού όσο και του σοσιαλισμού, στη διαπάλη μεταξύ τους.

Στο τέλος της δεκαετίας του 1980, ωρίμασε σε βαθιά κρίση η αδυναμία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος να μελετά σε συνθήκες κυοφορίας τις εξελίξεις και κυρίως να αναλύει στη βάση των ταξικών αντιθέσεων και πάλης τις διαφαινόμενες τάσεις, να επιχειρεί επιστημονικές προβλέψεις. Κατά συνέπεια εμφανίσθηκαν φαινόμενα στασιμότητας της επαναστατικής θεωρίας του επιστημονικού σοσιαλισμού (Μ-Λ), διάβρωσής της από την αστική ιδεολογία και επομένως άμβλυνσης της ιδεολογικοπολιτικής ταξικής πάλης. (Η εκτίμηση αυτή δε μηδενίζει την όποια δουλιά έγινε και την αντανάκλασή της σε επίπεδο διαπάλης στο κομμουνιστικό κίνημα).

Φυσικά στη γκάμα των κρισιακών φαινομένων (του βάθους και της έκτασης των αδυναμιών, προβλημάτων και καθυστερήσεων ή της οπορτουνιστικής διάβρωσης ή και της ανοικτής προδοσίας) το κάθε ΚΚ βρέθηκε από διαφορετικό σημείο προσέγγισης. Γι’ αυτό και διαφορετική ήταν η επίδραση της κρίσης στην πορεία του κάθε κομμουνιστικού κόμματος.

 

Η ΠΟΡΕΙΑ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ

Το Κόμμα μας, βγαίνοντας από την κρίση του ‘89-’91, μετά το 14ο συνέδριό του ακολούθησε μια δύσκολη και επώδυνη αλλά ανοδική πορεία.

Μάτωσε να συγκεντρώσει, να αξιοποιήσει και να αναπτύξει θεωρητικά και ιδεολογικά ένα σημαντικό τμήμα των δυνάμεών του: Ωριμων μαρξιστών επιστημόνων, με πολύχρονη και δοκιμασμένη πορεία κομματικής ζωής και δράσης. Οργανωτικών στελεχών με ταξική προσήλωση αλλά και καλλιεργημένο ενδιαφέρον για μαρξιστική αυτομόρφωση και μελέτη. Ειδικών επιστημόνων που δε συμβιβάστηκαν και δεν ενσωματώθηκαν στο σύστημα. Νέων επιστημόνων που η κομματικότητά τους λαμπάδιασε την ερευνητική ανησυχία του επιστημονικού ενδιαφέροντος, θέτοντας τη ζωντάνιά τους στην υπηρεσία της συλλογικής κομματικής προτεραιότητας. Εργατών που βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή της ταξικής πάλης με την καπιταλιστική εργοδοσία, που ταυτόχρονα διέθεταν ιδεολογικοπολιτικό επίπεδο και ικανότητα γενίκευσης των εμπειριών της καθημερινής πάλης.

Μ’ αυτές τις δυνάμεις, σε συλλογικές διαδικασίες, υπό την καθοδήγηση των ανώτερων οργάνων του Κόμματος και τη δράση των κομματικών οργάνων και δυνάμεων, πραγματοποίησε το Κόμμα μια μεγάλη προσπάθεια επεξεργασίας της πολιτικής του, σύνδεση της τακτικής με τη στρατηγική, που συμπυκνώνεται: Στις αποφάσεις του 14ου συνεδρίου (για τον χαρακτήρα της κρίσης, διδάγματα από την πολιτική συμμαχιών). Στις δυο Πανελλαδικές Συνδιασκέψεις για την ΕΕ και τις αιτίες ανατροπής του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη. Στο Πρόγραμμα του 15ου συνεδρίου. Στην Πανελλαδική Συνδιάσκεψη για τη δουλιά στην εργατική τάξη και το συνδικαλιστικό κίνημα της, στις αναλυτικότερες θέσεις για σύμμαχα κοινωνικά στρώματα, όπως η φτωχομεσαία αγροτιά, για μεγάλα κοινωνικά προβλήματα όπως της λαϊκής παιδείας και υγείας.

Συνέχεια και καταστάλαγμα αυτής της δουλιάς αποτελούν σήμερα οι Θέσεις της ΚΕ για το 16ο συνέδριο.

Εχουμε πλήρη συνείδηση των αδυναμιών, των ελλείψεων π.χ. μιας ουσιαστικότερης μελέτης της διάρθρωσης των μικροαστικών στρωμάτων της πόλης, που από άποψη συμφερόντων μπορούν να συμπορευτούν με την εργατική τάξη στην α.α.δ. πάλη, των ελλείψεων στη βαθύτερη γνώση για τον τρόπο που οι πολιτικές δυνάμεις του κεφαλαίου προσεταιρίζονται και κρατούν τους κοινωνικούς συμμάχους δέσμιους της πολιτικής τους.

Ακόμη περισσότερο, αναγνωρίζουμε την ανεπάρκεια στην ανάπτυξη της θεωρίας, στη διερεύνηση σύγχρονων φιλοσοφικών θεμάτων, σε θέματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, των λειτουργιών της λαϊκής οικονομίας, στην πιο εξειδικευμένη γνώση της ελληνικής κοινωνικο-οικονομικής πραγματικότητας.

 

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΑΦΟΜΟΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ

Ωστόσο η συνειδητοποίηση των αναγκών, των καθυστερήσεων και ανεπαρκειών, των νέων θεωρητικών προκλήσεων δεν πρέπει να μας οδηγεί είτε στην υποτίμηση των αποτελεσμάτων στην επεξεργασία της στρατηγικής, της πολιτικής του Κόμματος, στη βάση των πραγματικών δεδομένων, είτε στη μη αναγνώριση υπαρκτών προβλημάτων στην αφομοίωση της.

Ως προς τα αποτελέσματα, στη δικαίωση ή όχι της γραμμής, το ασφαλέστερο κριτήριο είναι η ίδια η ζωή στην εξέλιξή της. Π.χ. επιβεβαιώθηκε ο αντιλαϊκός χαρακτήρας της ΕΕ αλλά και των αντιθέσεών της, ο αντεπαναστατικός χαρακτήρας των εξελίξεων ‘89-’91 και η αρνητική επίδρασή του σε όλα τα πεδία συσχετισμού δυνάμεων παγκοσμίως.

Επιβεβαιώθηκε η εκτίμηση ότι το τμήμα του κομμουνιστικού κινήματος που αρνήθηκε την ταυτότητά του, διατηρώντας ή όχι τη μορφή, θα ενσωματωνόταν στο σύστημα χωρίς καμιά θετική επίδραση ούτε στη συγκράτηση κατακτήσεων του εργατικού κινήματος, της συνδικαλιστικής πάλης κλπ. Επιβεβαιώθηκε ότι μόνο η κατά μέτωπο επίθεση στην κυβερνητική πολιτική, στα ιμπεριαλιστικά κέντρα, στις δυνάμεις και θεσμούς ενσωμάτωσης μπορεί να συγκρατήσει τη γραμμή άμυνας από νέα οπισθοχώρηση.

Ομως, η θετική επιβεβαίωση της πολιτικής μας από την πράξη, δε θα πρέπει να αμβλύνει την αναζήτηση και εκτίμηση για το βαθμό αφομοίωσης της, για το βάθος στην επεξεργασία και αναπαραγωγή της μέσα στη δράση, στους καθημερινούς αγώνες, στα μέτωπα πάλης, στην ιδεολογική αντιπαράθεση μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, στις μαζικές οργανώσεις και τα άλλα κινήματα, στη διαπάλη με τον ταξικό αντίπαλο μέσα στους καπιταλιστικούς θεσμούς (Τ.Α, Βουλή, Ευρωβουλή), σε θεσμούς εν πολλοίς ενσωματωμένους στο σύστημα (π.χ. διάφορα επαγγελματικά επιμελητήρια και ενώσεις).

Οι Θέσεις για το 16ο συνέδριο δίνουν το ερέθισμα να αναπτυχθεί ουσιαστικός διάλογος, ανάδειξη των υποκειμενικών αδυναμιών, αλλά και κατευθύνσεις για την αντιμετώπισή τους.

Για να γίνει κάτι τέτιο, κατ’ αρχήν χρειάζεται μεγαλύτερος βαθμός συνειδητοποίησης ότι υπάρχουν σοβαρά προβλήματα στην αφομοίωση της γραμμής, στην κατάκτηση ενός επιπέδου αναγκαίου για τη δημιουργική εφαρμογή και αναπαραγωγή της. Οτι πρώτ’ απ’ όλα, τα προβλήματα αυτά εκδηλώνονται ως ταλαντεύσεις, δισταγμοί, αναβλητικότητα, συγχύσεις, αδράνεια στην ιδεολογική και πολιτική σκέψη, χαλάρωση και μειωμένη επαγρύπνηση στη διείσδυση της αστικής ιδεολογίας, τυποποίηση, ρουτίνα και διεκπεραιωτισμός στην καθημερινή δουλιά. Προβλήματα που επιδρούν αποφασιστικά στην αποτελεσματικότητα της πολιτικής εφαρμογής.

Τα παραπάνω προβλήματα αφορούν πρώτα και κυρίως, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, όργανα αποφασιστικής σημασίας για την καθοδηγητική δουλιά του κόμματος, κομματικές ομάδες που ευθύνονται για τη δράση των κομμουνιστών σε κινήματα και θεσμικά όργανα, σε τελευταία ανάλυση συνιστούν προβλήματα της καθοδηγητικής δουλιάς της ΚΕ.

Βεβαίως και αυτή η τοποθέτηση είναι πολύ γενική. Γιατί η ίδια η δράση των οργάνων, των κομματικών οργανώσεων, των κεντρικών κομματικών ομάδων έχει ήδη δείξει και την ικανότητα δημιουργικής εφαρμογής της πολιτικής μας, την τροφοδότηση και τον εμπλουτισμό της από τη πρωτοπόρα δράση για οργάνωση των αγώνων του λαού, πάλη με το συμβιβασμό και τη μοιρολατρία, ζωντανή ιδεολογική αναμέτρηση, εμπνευσμένες και εμψυχωμένες συγκρούσεις με τον ταξικό αντίπαλο.

Επομένως το ζητούμενο είναι να συζητηθούν και να φωτισθούν τα προβλήματα της καθοδηγητικής δουλιάς στις κομματικές Συνδιασκέψεις και από τη σκοπιά της συλλογικής αλλά και της ατομικής ευθύνης καθώς και από τη σκοπιά της γενίκευσης της θετικής δουλιάς.

 

ΚΡΙΚΟΣ ΑΦΟΜΟΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ

Η πρώτη και πολύ σημαντική αδυναμία συλλογικής ευθύνης είναι ότι τα όργανα δε συζητούν διεξοδικά τις θέσεις και τις επεξεργασίες. Για παράδειγμα, ενώ στα πλαίσια της δουλιάς της ΚΕ και με την ευθύνη του ΠΓ διαμορφώνονται εκτιμήσεις-θέσεις για την ελληνική οικονομία, καθυστερεί η διεξοδική συζήτηση τουλάχιστον στις κλαδικές αχτιδικές οργανώσεις που δρουν σε ανάλογους κοινωνικοοικονομικούς χώρους των μεγάλων αστικών κέντρων (π.χ. Κατασκευών, Μεταφορών, Ενέργειας, Τηλεπικοινωνιών, Πίστης), στις Κομματικές Ομάδες για δυνάμεις που δρουν σε θεσμικά όργανα. Ετσι ο προσανατολισμός και το κριτήριο πολιτικής, συνδικαλιστικής παρέμβασης και η κατεύθυνση της δράσης δεν εναρμονίζεται πλήρως με την α.α. γραμμή, τις συσπειρώσεις που οι στόχοι τους θα συμβάλλουν στην αποκάλυψη των αιτιών και των πολιτικών αυταπατών, στη συνειδητοποίηση του ταξικού χαρακτήρα των λύσεων, της σχέσης τους με το χαρακτήρα της εξουσίας.

Η κατάκτηση του προσανατολισμού απαιτεί επιτελική δουλιά στα όργανα: αυτοτελή συζήτηση της γραμμής, εμβάθυνση στις ιδεολογικές πτυχές της, εξειδίκευση και εμπλουτισμό της στο σχεδιασμό της υλοποίησής της. Και ως τρόπος δουλιάς αφορά πρώτ’ απ’ όλους τους κρίκους της καθοδηγητικής δουλιάς (γραμματείς οργάνων, καθοδηγητές κομματικών ομάδων).

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΣΤΕΛΕΧΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ

Η ανάδειξη της ατομικής ευθύνης είναι υποχρέωση του κάθε κομματικού οργάνου και σώματος, γιατί αποτελεί στοιχείο για τη βελτίωση της συλλογικής δουλιάς. Κατά την εξέτασή της, ο εντοπισμός των αιτιών, των παραγόντων για την ύπαρξη του ενός ή του άλλου προβλήματος καθοδηγητικής δουλιάς και η αξιολόγησή τους είναι που θα καθορίσει και τη συλλογική στάση απέναντι στο συγκεκριμένο μέλος του οργάνου που ευθύνεται.

Είναι φανερό ότι στο θέμα που μας απασχολεί (προβλήματα της καθοδηγητικής δουλιάς από τη σκοπιά των ανεπαρκειών, ταλαντεύσεων, κλπ.) δεν αναφερόμαστε σε περιπτώσεις που τις χαρακτηρίζει το στοιχείο της πολεμικής προς την πολιτική γραμμή.

Και στην αξιολόγηση των στελεχών, η εκτίμηση για το αποτέλεσμα της δημιουργικής εφαρμογής της πολιτικής παρ’ όλο που οφείλει να γίνεται με ίδια κριτήρια, είναι αναγκαίο να υπάρχει διαβάθμιση. Δηλαδή, ενώ τα γενικά κριτήρια είναι ίδια για το μέλος της Αχτιδικής Επιτροπής και το μέλος της Επιτροπής Περιοχής, η απαίτηση-αξιολόγηση οφείλει να είναι αυστηρότερη για το μέλος της Επιτροπής Περιοχής ή για τον υπεύθυνο μιας κεντρικής κομματικής ομάδας σ’ ένα κίνημα ή κλάδο εργαζομένων ή σ’ ένα κεντρικό αστικό θεσμό. Σ’ αυτό το επίπεδο, που εκ των πραγμάτων το στέλεχος με τη συγκεκριμένη ευθύνη βρίσκεται πολύ κοντά στην πηγή επεξεργασίας και παραγωγής της πολιτικής του κόμματος, βαραίνει η προσωπική του ευθύνη για τις συγχύσεις, την αδράνεια ως προς τις νέες επεξεργασίες, την έλλειψη επαγρύπνησης, την τυποποίηση ή το διεκπεραιωτικό πνεύμα. Βαραίνει η έλλειψη προσωπικής ευθύνης για εμβάθυνση πάνω στις θέσεις, την πολιτική γραμμή, την παρακολούθηση των εξελίξεων, την έλλειψη ανοικτής και τεκμηριωμένης γνώμης, με τον α΄ ή β΄ βαθμό συμφωνίας. Το αποτέλεσμα είναι η αναπαραγωγή συνθηκών δισταγμών και αναβλητικότητας που φρενάρουν τη δημιουργική εφαρμογή και το θετικό αποτέλεσμα.

Βεβαίως η βαρύτητα στην κρίση των καθοδηγητικών προβλημάτων, ως προς την αφομοίωση της πολιτικής μας, εξαρτάται και από το ποιο είναι το στοιχείο της στο οποίο εκδηλώνονται τα προβλήματα. Οχι γιατί μπορούμε να αντιλαμβανόμαστε τη πολιτική και τις αποφάσεις, κατακερματισμένες σε ασύνδετα τμήματα. Ωστόσο η εξέταση της αφομοίωσης και εφαρμογής χρειάζεται να γίνεται στα στοιχεία της.

Ετσι, είναι άλλου μεγέθους η ταλάντευση απέναντι στην πολιτική θέση για αποδέσμευση από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ (διότι έχει συσσωρευτεί εμπειρία για το χαρακτήρα των αλλαγών που συνιστούν), για το ρόλο του ΣΥΝ (γιατί υπάρχει πλέον εμπειρία από την πρακτική του) και άλλου μεγέθους οι ταλαντεύσεις και οι δισταγμοί ή και η οργανωτικίστικη αντίληψη στο προχώρημα της οργανωτικής αναδιάταξης.

 

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗΣ ΑΝΑΔΙΑΤΑΞΗΣ

Μεγάλο μέρος των προβλημάτων στην εφαρμογή της σχετικής απόφασης είναι αποτέλεσμα λειψής επεξεργασίας του ζητήματος: Πού παρουσιάζεται νέα συγκέντρωση και για ποια τμήματα της εργατικής τάξης, τι σχέση έχει αυτή η συγκέντρωση με την κλαδική συγκέντρωση, αν η συγκέντρωση γίνεται στον ιστό της πόλης που κατοικείται ή απομακρύνεται απ’ αυτόν, αν ο ευρύτερος περιβαλλοντικός χώρος εργασίας συμπίπτει ή εν μέρει ταυτίζεται με εκείνον της κατοικίας. Τι διαστρωμάτωση της εργατικής τάξης εκδηλώνεται σε μεγάλους χώρους εργασιακής συγκέντρωσή της και πόσο επηρεάζει τη διάθεση για συνδικαλιστική οργάνωση της. Πώς μελετώνται αυτά τα ζητήματα από τα όργανα, πώς διαμορφώνονται ιεραρχήσεις και διάταξη στελεχών και δυνάμεων. Κατά πόσο τα όργανα αξιοποιούν τις υπάρχουσες έρευνες και μελέτες ώστε να πλουτίζεται η εμπειρική γνώση, να καλλιεργείται η διαίσθηση, η διορατικότητα, να αμβλύνεται ο πρακτικισμός.

Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος των αδυναμιών στην εφαρμογή της πολιτικής της οργανωτικής αναδιάταξης των κομματικών δυνάμεων είναι ευθύνη συλλογική, η οποία δε θα μπορέσει να αναπτυχθεί δημιουργικά αν δεν ξεχωρίζει η ατομική ευθύνη στους αποφασιστικής σημασίας καθοδηγητικούς κρίκους.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΒΟΗΘΗΤΙΚΩΝ ΤΜΗΜΑΤΩΝ

Το ίδιο ισχύει για καθυστερήσεις όπως η συγκρότηση βοηθητικών τμημάτων στις Οργανώσεις Πόλεων και Περιοχών, ο προσανατολισμός της δουλιάς τους, η συγκρότηση μηχανισμού ιδεολογικής και προπαγανδιστικής δουλιάς.

Από τα άμεσα ζητήματα προς αντιμετώπιση από την ΚΕ είναι όχι μόνο η στελέχωσή τους αλλά η ενιαιοποίηση της αντίληψης στον προσανατολισμό τους, η διαμόρφωση προϋποθέσεων για να αναπτυχθεί η διεπιστημονική διερεύνηση των εξελίξεων, η οργάνωση αξιόπιστου και ευκίνητου δικτύου πληροφοριών, πηγών, τεχνικής υποστήριξης. Πρόκειται για τομέα οργάνωσης της δουλιάς των επιτελείων της ΚΕ, το δυναμικό του οποίου πρέπει να διακρίνεται από υπευθυνότητα, πειθαρχία, πρωτοβουλία, ευκινησία, απαλλαγμένο από διεκπεραιωτική αντίληψη. Είναι τομέας με σημαντική συμβολή στην καλή οργάνωση του χρόνου και της αποτελεσματικότητας της δουλιάς της ΚΕ και των Τμημάτων της.

Τέλος, η στελέχωση των Τμημάτων της ΚΕ προϋποθέτει την κατανόηση αυτής της αναγκαιότητας από τα καθοδηγητικά όργανα, τουλάχιστον στο λεκανοπέδιο της Αττικής. Στην ευθύνη τους είναι να κάνουν προτάσεις σκεπτόμενοι τις συνολικές ανάγκες του κόμματος και όχι μόνο τις τοπικές. Μόνο σ’ αυτό το πνεύμα θα μπορέσουν να αξιολογήσουν και να προτείνουν συντρόφους κατάλληλους για δουλιά Τμημάτων. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται για την αξιολόγηση/ πρόταση με βάση τη συνδυασμένη ύπαρξη δυο κριτηρίων: Την ύπαρξη ενός ορισμένου επιπέδου δοκιμασμένης κομματικότητας, ιδεολογικοπολιτικής συνείδησης, εμπειρίας από τη γενική καθοδηγητική δουλιά, που να αντισταθμίζει τη σχετική απόσπαση η οποία είναι αναπόφευκτη. Το εκδηλωμένο ενδιαφέρον για αυτομόρφωση, για μελετητική δουλιά ή την ιδιαίτερη επιστημονική γνώση. Τα κριτήρια αυτά σε συνδυασμό με τα γενικότερα.

 

ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ..., ΟΧΙ - ΑΝΤΙΘΕΣΗ..., ΝΑΙ - ΘΕΣΗ

Πέτρος Παπαγεωργίου - Γυμναστής, Προπονητής

Συνδυάζοντας το γεγονός της πορείας του κόμματος προς το 16ο Συνέδριό του, με την αποκρυσταλλωμένη και από πολλούς διατυπωμένη άποψη ότι για την κυρίαρχη Αστική τάξη:

Ο «αθλητισμός» από χρόνια, δεκαετίες τώρα, λειτούργησε και λειτουργεί ως «μοχλός» έκφρασης, εδραίωσης και ενίσχυσης της «ιδεολογίας» που την εμπνέει και την καθοδηγεί (καπιταλισμός).

Αισθάνθηκα την ανάγκη να διατυπώσω, με τη μέθοδο του ΟΧΙ-αντίθεση και του ΝΑΙ-θέση, μερικά από τα αρνητικά του σύγχρονου αθλητισμού, όπως αυτά έχουν καταγραφεί στη δική μου συνείδηση, δημοσιοποιώντας τα για ευρύτερο προβληματισμό. Οπως δηλαδή, έζησα, ζω και σπουδάζω δεκαετίες τώρα, το σύγχρονο αυτό «παγκόσμιο ψέμα» που κορυφώνεται με την κάθε τέσσερα χρόνια διεξαγωγή των χωρίς ντροπή καλούμενων Ολυμπιακών Αγώνων...

Και τώρα στο προκείμενο:

ΟΧΙ στον «ανταγωνιστικό αθλητισμό», που χωρίζει αθλητές και φιλάθλους, μετατρέποντάς τους σε «αντίπαλους», έτοιμους ο ένας να κατασπαράξει τον άλλο, συνήθως, για κατασκευασμένα και έξυπνα καμουφλαρισμένα, ακόμα και με «εθνικό μανδύα», αλλονών «συμφέροντα»...

ΝΑΙ στο «συναγωνιστικό αθλητισμό» που συνενώνει αθλητές και φιλάθλους, τους καθιστά «συλλειτουργούς» σε μια «πανανθρώπινη κοινωνική εκδήλωση», που στόχο της έχει, μέσα από τους άδολους, ανιδιοτελείς και ανυστερόβουλους σωματικούς αγώνες, τη Συναδέλφωση των Λαών και, σε επέκταση, την πολυπόθητη Παγκόσμια Ειρήνη...

ΟΧΙ στους «επιδοτούμενους» από το Δημόσιο Ταμείο αθλητικούς (;) παράγοντες που λειτουργούν ως πολιτικάντηδες παλιάς και σύγχρονης εποχής, για λογαριασμό της εκάστοτε ασκούμενης αθλητικής (;) πολιτικής...

ΝΑΙ στη Φίλαθλο Ιδιωτική Πρωτοβουλία σε όλα της τα επίπεδα που μπορεί και αυτοζεί από τον οβολό των δικών της μελών, που έρχεται αρωγός στις προσπάθειες που πρέπει η ίδια η Ελληνική Πολιτεία να καταβάλει, για την ανάπτυξη της Σωματικής Αγωγής, σε όλες της τις εκφράσεις, σε ΟΛΗ την Επικράτειά της και για ΟΛΟΥΣ τους Ελληνες πολίτες...

ΟΧΙ στους «αθάνατους» (sic), πρίγκιπες, μεγαλοαστούς και κάθε λογής τσιράκια τους που συγκροτούν τη ΔΟΕ και τις επιμέρους ΕΟΑ, των διαφόρων κρατών καθώς όλοι τους ευθύνονται για τη μετατροπή του «Ολυμπιακού Κινήματος» σε «μπίζνες»...

ΝΑΙ στην εξ αρχής και με λαϊκή συμμετοχή συγκρότησή τους, με τρόπο που δε θα αφήνει «πόρτες» και «παράθυρα» ανοικτά, για σαλταδόρους και κάθε λογής «αθλητικούς πολιτικάντηδες» που ηθελημένα παραμυθιάζουν τον κόσμο, μιλώντας για «αρχαίο πνεύμα αθάνατο» και τα παρόμοια...

ΟΧΙ στην «αθλητική υπερεξειδίκευση», αγοριών και κοριτσιών, που αλλοτριώνει την προσωπικότητά τους και τα ενσωματώνει σε έναν «κόσμο» που όχι μόνο δεν ελέγχουν ή έχουν άποψη για τη διαμόρφωσή του, αλλά και που κυριαρχούνται από αυτόν, χειραγωγούμενα, ώστε: είτε παθητικά, είτε ενεργά να τον στηρίζουν...

ΝΑΙ στη μέσω της άσκησης και άθλησης ολοκλήρωση μιας ελεύθερης, αυτοδύναμης και δημιουργικής προσωπικότητας, στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου, με την ουσιαστική ένταξη της Σ.Α. σε όλες τις βαθμίδες της Σχολικής Ζωής.

ΟΧΙ στην επί τούτου προετοιμασία κύρια νεαρών ατόμων, για το βάθρο των νικητών από όπου έντεχνα θα προβληθούν και θα μεταβληθούν σε κερδοφόρο εμπόρευμα.

ΝΑΙ στη χωρίς εξαίρεση για άντρες και γυναίκες, στη «δια βίου», ουσιαστική κατάκτηση του δικαιώματος για άσκηση και άθληση, με τη διεύρυνση των προσφερόμενων προς αυτούς και για το σκοπό αυτό, από την ίδια την Πολιτεία, χρόνου, χώρων και μέσων...

ΟΧΙ στο: «Ολα για το Πατριαρχείο και τις Μητροπόλεις του»..., δηλαδή για την κατασκευή σποραδικά, μερικών και εντυπωσιακά μεγάλων αθλητικών έργων-εγκαταστάσεων, που εξυπηρετούν πολλούς καθήμενους, αλλά λίγους ασκούμενους ή αθλούμενους...

ΝΑΙ στους «ενοριακούς ναούς». Δηλαδή, στα πολλά μικρά, κάθε λογής και ποικίλης γυμναστικής και αθλητικής χρήσης ασκητήρια και προπονητήρια που θα εξυπηρετούν, αντίθετα, λίγους καθήμενους, αλλά πολλούς ασκούμενους ή αθλούμενους...

ΟΧΙ στους αντικοινωνικά συμπεριφερόμενους παρακολουθητές, οπαδούς-θεατές, ατομικής ή ομαδικής αγωνιστικής δραστηριότητας... που είναι έτοιμοι να αλληλοεξοντωθούν, πασχίζοντας έτσι, «όχι για το δικό τους το ψωμί, αλλά για το παντεσπάνι των χορτάτων»...

ΝΑΙ στους πραγματικούς φιλάθλους που αισθάνονται «συλλειτουργοί» στις άδολες, ανιδιοτελείς και ανυστερόβουλες προσπάθειες και που, με την όλη τους δραστηριότητα μέσα και έξω από τους αγωνιστικούς χώρους, συμβάλλουν και αυτοί στη διάδοση του αθλητισμού...

ΟΧΙ στο «χρηματίτη αγώνα» που λειτουργεί σαν το «τυρί στη φάκα»... Αφού, εκατομμύρια νέοι στον κόσμο στην προσπάθειά τους να φτάσουν το «τυρί», (δηλαδή το έπαθλο των χιλιάδων δολαρίων ή των πλακών από χρυσάφι, που λογικά είναι μόνο για λίγους από τη Φύση «προικισμένους» πρώτους...), δε βλέπουν τη «φάκα» και αργά ή γρήγορα πιάνονται σε αυτήν... Αλλοι ως θύματα του «ντόπινγκ» και άλλοι ως θύματα μιας καθημερινής και μακρόχρονης υπεραπασχόλησης, που ευνόητα τους αφήνει έξω, είτε από την ολοκληρωτική εκπλήρωση των σχολικών τους υποχρεώσεων, είτε από μια έγκαιρη και με απόδοση επαγγελματική τους προετοιμασία και αποκατάσταση...

ΝΑΙ στο «στεφανίτη αγώνα», που αναγάγει σε ιδανικό την «ευγενή άμυλα», και δίνει τη δυνατότητα στον καθένα να βελτιώσει τα «βιολογικά του όρια» που είναι και το πιο σημαντικό, όσο και να ικανοποιήσει την ενδιάθετη τάση του, για αγωνιστική του διάκριση, χωρίς κανένα υλικό αντάλλαγμα για νικητές και ηττημένους, με παράλληλη απομυθοποίηση του «αθλητικού κατορθώματος»...

ΟΧΙ στο αίσχος του «ντόπινγκ κοντρόλ» που καταρρακώνει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, καθώς εξισώνει τους αθλητές με τα άλογα του Ιπποδρομίου, με την κάθε τόσο κλήση τους από αρμόδιους να δώσουν ούρα τους (σύντομα και αίμα τους...) για να διαπιστωθεί ή όχι ότι: «η συμμετοχή τους στους αγώνες ήταν τίμια και ότι αποσκοπούσε στην από μέρους τους επίδειξη ιπποτικού πνεύματος, για την τιμή της πατρίδας τους και τη δόξα του αθλητισμού»...

ΝΑΙ στο «λόγω τιμής», που για ένα πραγματικό φίλαθλο-εραστή της άθλησης-αθλούμενο έχει «αντίκρισμα» και που εξυπακούεται ότι ο ίδιος και προς τον εαυτόν του δίνει, πριν από τη συμμετοχή του για ένα απλό δάφνινο στεφάνι.

ΟΧΙ στη νοοτροπία του «πρωταθλητισμού»... που περιορίζεται στους, από τη Φύση «προικισμένους», κορυφαίους και κατ’ «επάγγελμα αγωνιστές», επειδή αυτοί μόνο πουλάνε...

ΝΑΙ στην αναζήτηση, δημιουργία και εκμετάλλευση κάθε νέας ευκαιρίας, για τη διοργάνωση αθλητικών αγώνων με μαζική, κατά το δυνατόν, συμμετοχή.

ΟΧΙ στις επικρατούσες απόψεις, από μέρους εκείνων που διαχειρίζονται Δημόσιο Χρήμα και στο χώρο του αθλητισμού και, που συνοψίζονται τόσο στο, «να κάνουμε έξοδα για να έχουμε έσοδα», όσο και στο «δώσε σήμερα και έχει (;) ο Θεός για αύριο»...

ΝΑΙ στο μακράς πνοής προγραμματισμό, με βάση την «αρχή της προτεραιότητας», πυραμιδική οικοδόμηση του αθλητισμού στη χώρα μας, στοχεύοντας, πάντοτε, στην όσο γίνεται διεύρυνση και στο βάθεμα των θεμελίων του...

ΟΧΙ στην ιδιοτελή προσπάθεια αύξησης του «φιλοθεάμονος κοινού», όχι μόνο για οικονομική εκμετάλλευσή του, αλλά και γιατί, έτσι έντεχνα, το αποπροσανατολίζει, το αποχαυνώνει και το οπαδοποιεί, παρακολουθώντας το «αγωνιστικό θέαμα» ζωντανά ή από τα ΜΜΕ, τέρποντάς το «κατ’ επί πολλοίς» και να ξεχνά τα «εν τω βάθει» βάσανά του...

ΝΑΙ στην αφύπνιση και την παρακίνησή του, για ενεργό συμμετοχή του σε κάθε λογής δραστηριότητες άσκησης και άθλησης, με στόχο την κατάκτηση του σχετικού «δικαιώματος»..., χωρίς την υποχρέωση καταβολής «ανταποδοτικών τελών»...

ΟΧΙ σε αυτούς που πληρώνονται, για να δοξαστούν και δοξάσουν αυτούς που τους πληρώνουν... και την έντεχνη αναγωγή τους σε «λαϊκούς αγωνιστές» και «εθνικούς ήρωες»...

ΝΑΙ στην ηθική και κοινωνική στήριξη και αναγνώριση όλων αυτών που εμπνεόμενοι από αλτρουισμό, προσπάθησαν και «επρώτευσαν» αξιοποιώντας το οποιοδήποτε ταλέντο, που η ίδια η Φύση και κανένας άλλος τους έδοσε, προς όφελος του κοινωνικού συνόλου...

ΟΧΙ στους «αθλητικούς απατεώνες»... Σε αυτούς δηλαδή, που ενώ από τη μια μιλούν για «αρχαίο πνεύμα αθάνατο», για «αθλητικά» και «ολυμπιακά ιδεώδη» και άλλα παρόμοια ηχηρά, από την άλλη έχουν πλήρως αποδεχτεί τον «χρηματίτη αγώνα» και είναι, συνεπώς, έτοιμοι να στεφανώσουν τον οποιονδήποτε νικητή, ακόμα και αυτόν που αφού τα «πήρε» μόλις χθες, άλλαξε πατρίδα...

ΝΑΙ στην κατάργηση των «εθνικών μεταγραφών», και ο νοών νοείτο...

Οχι στον εμπειρισμό και στους «κατά δήλωσή τους» γυμναστές-προπονητές και στη λειτουργία ομώνυμων «παρασχολών»... Μέχρι εδώ και μη παρέκει.

ΝΑΙ στην επιστήμη, στους πτυχιούχους των Τ.Ε.Φ.Α.Α. και άλλων ισότιμων με αυτά Τμημάτων Πανεπιστημίων του εξωτερικού, με έμφαση στην παιδαγωγική τους κατάρτιση...

ΟΧΙ στην κοροϊδία της «σχολικής αυλής», που στη μεγάλη τους πλειοψηφία δεν προσφέρονται για την ουσιαστική γυμναστική και αγωνιστική ενεργοποίηση των μαθητών... Γεγονός που αχρηστεύει το ρόλο των γυμναστών, καθιστώντας τους ανήμπορους να ασκήσουν με επιτυχία το επάγγελμα, το λειτούργημα και την επιστήμη τους.

ΝΑΙ στη γυμναστηριακή οργάνωση, όσων προσφέρονται για το σκοπό αυτό και στην κατασκευή νέων Σχολείων που, ή τα ίδια θα πληρούν όλους τους όρους για άσκηση και άθληση των μαθητών τους ή, θα γειτνιάζουν με υπάρχουσες κιόλας ή προβλεπόμενες να κατασκευαστούν στο μέλλον, εξωσχολικές αθλητικές εγκαταστάσεις, ώστε να μπορούν προγραμματισμένα να κάνουν χρήση τους...

ΟΧΙ στον «ανδροποιημένο γυναικείο αθλητισμό»... Αφού αυτό που ενδιαφέρει όσους τον διαφημίζουν, είναι το προσδοκώμενο κέρδος από το δημόσιο θέαμα, αγωνιστικό και μη, που φυσιολογικά προκύπτει από τη δραστηριοποίηση των γυναικών στους κάθε λογής αγωνιστικούς χώρους...

ΝΑΙ στη δυνατότητα συμμετοχής τους, σε όλες τις μορφές και τα είδη άσκησης και άθλησης, στο «μέτρο» που επιτρέπει η ιδιαίτερή τους φύση και χωρίς «υλικά κίνητρα» που οδηγούν αναπόφευκτα σε ακρότητες, στο όνομα μιας δήθεν ισότητας των δύο φύλων...

ΟΧΙ στα θεσπισμένα από τον καιρό της χούντας και συνεχώς ενισχυόμενα «αθλητικά κίνητρα» (στην ουσία «αντιαθλητικά»...) για τη συμμετοχή, κύρια νέων παιδιών, σε γυμναστικο-αθλητικές δραστηριότητες. Γεγονός που επιβεβαιώνει την αποτυχία εκείνων που είχαν και, έχουν μέχρι σήμερα, τη σχετική ευθύνη να πείσουν με λόγια και με έργα τους νέους να κάνουν αυτό που είναι και το σωστό...

ΝΑΙ στην καταβολή κάθε δυνατής προσπάθειας προκειμένου να τους πείσουμε να το κάνουν ελεύθερα, αυτόβουλα, χωρίς «ανταλλάγματα» ή εξάρτηση προσφέροντάς τους τον απαιτούμενο ελεύθερο χρόνο, χώρο και μέσα...

ΟΧΙ στην «άναρχη ανάπτυξη» των διάφορων μορφών άσκησης και άθλησης, με γνώμονα τη φιλοσοφία της «οικονομίας της αγοράς» που θέλει και τη Σ.Α, ένα ακόμα είδος προς εμπορίαν...

ΝΑΙ στην ορθολογική ανάπτυξή της με βάση τις τοπικές ανάγκες και δυνατότητες επιμένοντας, προ παντός, στον «ανθρωποκεντρικό» της χαρακτήρα...

ΟΧΙ στη χωρίς λόγο χρήση ξενόφερτων γυμναστικο-αθλητικών όρων, ιδιαίτερα στο γραπτό λόγο...

ΝΑΙ στην περιορισμένη χρήση τους και εφόσον αυτό είναι αναπόφευκτο....

ΟΧΙ στην κατηγοριοποίηση των αθλουμένων με βάση σωματικές, διανοητικές, ψυχο-φυσιολογικές κλπ. ιδιαιτερότητές τους και, σύμφωνα με αυτές, οργάνωση και διεξαγωγή ξεχωριστών αθλητικών αγώνων, υποστηρίζοντας, τάχα, ότι πρέπει όλοι να έχουν την ευκαιρία ανάδειξής τους, ακόμα και στο επίπεδο του Ολυμπιονίκη...!

ΝΑΙ στη χωρίς διάκριση και στον ίδιο αθλητικό αγώνα συμμετοχή του οποιουδήποτε που το επιθυμεί, αρκεί προηγούμενα να του έχει δοθεί η δυνατότητα να γευτεί την αγαθή επίδραση της συμμετοχής του σε προγράμματα Σ.Α, χωρίς ανταλλάγματα...

ΟΧΙ στο συνεχώς μεγεθυνόμενο «πολυθέαμα» αγωνιστικό και μη των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων... Γεγονός που «απαγορεύει» λόγω του υπερβολικού κόστους τους, την τέλεσή τους από μικρές και φτωχές χώρες, χωρίς τη μεσολάβηση των γνωστών «χορηγών»...

ΝΑΙ στον περιορισμό του, τόσο στο τελετουργικό έναρξης και λήξης των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, σε μια καθαρά αθλητικού περιεχομένου εκδήλωση, όσο και στο αγωνιστικό τους πρόγραμμα, με τον επίσης περιορισμό του στα πραγματικά και παραδοσιακά αθλήματα... Ενώ έμφαση πρέπει να δίνεται και σε διεθνείς πολιτιστικές εκδηλώσεις, στη διάρκεια κάθε Ολυμπιάδας.

ΟΧΙ στις επιμέρους ανακρούσεις Εθνικών Υμνων και στις αντίστοιχες σε αυτούς επάρσεις σημαιών, στους διάφορους αθλητικούς αγώνες προς τιμήν των νικητών, καθώς και στο μέτρημα των κατακτηθέντων από αυτούς μεταλλίων..., τόσο γιατί έτσι υποδαυλίζεται ο «εθνικισμός» σε ανυποψίαστους και εθελοτυφλούντες, όσο και γιατί η διεθνής μόδα των «αθλητικών μεταγραφών» από καιρό ξεπέρασε το επίπεδο των σωματείων και κατέκτησε και αυτό των εθνικών ομάδων...!

ΝΑΙ στην ανάκρουση του Ολυμπιακού Υμνου και στην έπαρση της ομώνυμης Σημαίας, σε κάθε αθλητικό αγώνα, που με επιτυχία συνεκφράζουν την οικουμενικότητα της «αθλητικής λειτουργίας»...

ΟΧΙ στον «αθλητικό τζόγο» με όποιο πρόσχημα και αν αυτός νομιμοποιείται...(;).

ΝΑΙ στην οικονομική στήριξη της ανάπτυξης της Σ.Α. από τον Κρατικό Προϋπολογισμό και για όλο το Λαό...

ΟΧΙ στην επί πληρωμή παρακολούθηση των «αθλητικών αγώνων»...

ΝΑΙ στη δωρεάν παρακολούθησή τους, εφόσον χαρακτηρίζονται «αθλητικοί»...

ΟΧΙ στους «πολυεθνικούς αγωνιστικούς θιάσους», που χωρίς ντροπή αποκαλούν «αθλητικούς συλλόγους»...

ΝΑΙ στο ξεκαθάρισμα της ήρας από το σιτάρι, με την ένταξή τους εκεί όπου υπάγονται επιχειρήσεις και εργαζόμενοι...

ΟΧΙ στο «αθλητικό ρετιρέ» που δε βασίζεται σε γερά «θεμέλια», αλλά σε μια μικρή ομάδα καλά επιλεγμένων και από τη Φύση προικισμένων νέων και οι οποίοι, πέρα από τις κλασικές μεθόδους προπόνησης, στη μεγάλη τους πλειοψηφία τυγχάνουν και ειδικής «φαρμακοδίαιτας», έστω νόμιμης...

ΝΑΙ στην καταβολή κάθε δυνατής προσπάθειας για το «βιολογικό ανέβασμα ολόκληρου του ελληνικού λαού» που είναι και το πιο σημαντικό και πραγματική «εθνική μας υπόθεση»...

ΟΧΙ σε αυτούς που στην πράξη έχουν κάνει: το «παίζω», το «αθλούμαι» και το «εργάζομαι» συνώνυμα....

ΝΑΙ σε αυτούς που επιμένουν στη διάκριση των εννοιών τους...

Και τέλος: Οι αθλητικές σελίδες του «Ρ» καθώς και οι αθλητικές, ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές του 902, να αποκτήσουν ιδεολογικό περιεχόμενο, σε μόνιμη βάση...

 

ΚΑΠΟΙΕΣ ΑΛΛΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 9ης ΑΠΡΙΛΗ

Αντώνης Παρούσης

Η παρέμβασή μου αυτή, πιστεύω πως δε θα είναι αποδεχτή απ’ όλους τους αναγνώστες. Ομως νομίζω, έστω κι έτσι, μπορώ να βοηθήσω στη συζήτηση για το συνέδριο του ΚΚΕ.

Πιστεύω αν το ΚΚΕ είχε μια άλλη προσέγγιση για το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε και παρακολουθούσε με τη δέουσα προσοχή τις απόψεις του άγραφου λόγου, ίσως οδηγούμασταν σ’ ένα συμπέρασμα πιο βαθύ, υπεύθυνο και ώριμο. Αρα και σε καλύτερα αποτελέσματα στις πρόσφατες εκλογές. Αυτό όμως, δεν είναι εφικτό, διότι καθηλωθήκαμε από την πρώτη στιγμή στην αυταπάτη ότι: «ο σοσιαλισμός που γνωρίσαμε είναι η Λυδία λίθος του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος». Σ’ αυτό το σκεπτικό παγιδευτήκαμε. Αν προσπαθούσαμε ν’ αναπτύξουμε θεωρητικά το οπλοστάσιο του μαρξισμού-λενινισμού, από τη μελέτη ...της ήττας, χωρίς ν’ αναζητούμε αυτές σε αντεπαναστάσεις, ανατροπές και εξωγενείς παράγοντες, θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε σε πιο ασφαλή συμπεράσματα, επομένως και σε διδάγματα. Θα έδινε τη βάση για επεξεργασίες και μελέτες με σκόρπιες τοποθετήσεις, με πάρα πολλές παραπομπές στους κλασικούς, δεν μπορέσαμε να τοποθετηθούμε στις καινούργιες συνθήκες. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια περίπου εγκλωβιστήκαμε και επαναλαμβάνουμε τα ίδια πράγματα. Αδυνατούμε να αναδείξουμε καινοτομίες. Αν τοποθετούμασταν πιο ψύχραιμα θα είχαμε απελευθερωθεί από τη μη τεκμηριωμένη άποψη περί αντεπανάστασης και ανατροπής. Αν πιο ψύχραιμα, χωρίς συναισθηματισμούς και θρήνους αντιμετωπίζαμε την απώλεια αυτού του σοσιαλισμού, ερευνούσαμε όπως ο Μαρξ, Ενγκελς και Λένιν για την Κομμούνα του Παρισιού, με τα θαυμάσια συμπεράσματά τους, θα οδηγούμασταν στη λεωφόρο ανοιχτών μαχών με συμμετοχή πυκνότερων μαζών. Από τις ήττες, οι επαναστάτες, οι μάζες διδάσκονται, μελετούν, γράφουν, οργανώνονται σε νέα επίπεδα. Αυτό που κάναμε και μεις μετά την ήττα μας το 1949, αμέσως μετά την υποχώρηση του ΔΣΕ. Εκείνος ο πανέξυπνος κομμουνιστής ΓΓ του ΚΚΕ Ν. Ζαχαριάδης, παρά τους συναισθηματισμούς του έδοσε καινούργιο προσανατολισμό με το άρθρο του «καινούργια κατάσταση, καινούργια καθήκοντα». Δεν πρέπει να είμαστε περισσότερο συναισθηματικοί όταν το πρόβλημα μπαίνει τόσο τσεκουράτα. Το ότι καταφέραμε να κρατήσουμε τα ποσοστά μας σ΄ αυτές τις εκλογές δεν πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι (αν και δεν είμαστε). Είναι δύσκολο να μεταβάλλεις την πολιτική συνείδηση με απαρχαιωμένες συνταγές σαν κι αυτές του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε. Αυτές σε κάποια έκρυθμη κατάσταση μπορεί να παρουσιαστούν κάποιες εξάρσεις, όμως μόνιμου επιπέδου συνείδηση δεν πετυχαίνεις.

Η επιμονή μας να κατευθύνουμε την πάλη των μαζών σε μαξιμαλιστική κατεύθυνση (λαϊκή εξουσία) απέσπασε την προσοχή των μαζών από τις καθημερινές εκλογικές συμπεριφορές. Δεν μπορεί ν΄ αλλάξουμε κάθε φορά τον όρο «λαϊκή εξουσία» να δίνουμε άλλο περιεχόμενο επειδή αδυνατούμε να εμπνευστούμε. Θα έπρεπε να μπορούσαμε να εμπνευστούμε. Τουλάχιστον στη μορφή με μια άλλη ορολογία. Δεν μπορεί κάθε φορά ν’ αλλάξουμε τον όρο «λαϊκή εξουσία» και να δίνουμε άλλο περιεχόμενο. Λαϊκή εξουσία = Δημοκρατικό Λαϊκό Μέτωπο, Λαϊκή Αυτοδιοίκηση = ΕΑΜ και Λαϊκή Εξουσία = Λαϊκή Δημοκρατία. Μην τα ξεχνάμε αυτά....

Στην εκλογική περίοδο δεν είναι σκόπιμο το αντιιμπεριαλιστικό μένος να έχει την πρώτη θέση. Εχουμε καιρό γι’ αυτό. Αυτό το προβάλλουμε στο γενικότερο προσανατολισμό του λαού και έχει διαπαιδαγωγικό χαρακτήρα. Επρεπε στην προεκλογική περίοδο να γίνεται λόγος περισσότερο, πολύ περισσότερο στα μερικότερα αιτήματα, όπως η ανεργία, τα εισοδήματα, την εκπαίδευση, τους αγρότες, τους σεισμόπληκτους κλπ. Πάνω σ’ αυτά έπρεπε να μαλλιάσει η γλώσσα μας. Τα άμεσα προβλήματα που έχει ο λαός είναι αυτά που τσούζουν. Οι γενικότητες οδηγούν σε αποστροφή. Οι πυκνές λέξεις μετά το αποτέλεσμα δεν ταιριάζουν σε μας. Πρέπει ν’ αμφιβάλουμε την ορθότητα της πολιτικής μας, όπως διαμορφώθηκε, όπως είναι διατυπωμένη, γιατί αλλιώς δεν μπορούν να μεταβληθούν οι τοποθετήσεις των μαζών. Ως προς την πτώση του σοσιαλισμού που έχουμε υπόψη μας την χρησιμοποιούμε σαν άλλοθι, δεν πρόκειται ν’ αλλάξουν πολλά πράγματα. Μετά το 1991 ήταν ανάγκη μια υποχώρηση ταχτικής, όπως ο Λένιν το 1905 με τους μπολσεβίκους, ανεξάρτητα αν η συγκυρία ήταν διαφορετική. Ολοι μας γνωρίζουμε τα λόγια του Λένιν ότι «δεν μπορεί να νικήσει κανείς αν δεν έμαθε σωστά να επιτίθεται και σωστά να υποχωρεί». Αλλού πάλι ο Λένιν γράφει: «Να λέμε την αλήθεια κατ’ ευθείαν, όσο πικρή κι αν είναι, έτσι μαθαίνουμε να νικάμε όλες τις κάθε λογής δυσκολίες». Πρέπει να διδαχθούμε και από τη δική μας πείρα, αυτή μετά την ήττα του ΔΣΕ το 1949. Παρά, με όλα τα παρά, πετύχαμε άνοδο του λαϊκού κινήματος, αλλάζοντας τις μορφές πάλης και είχαμε επιτυχίες, διότι δημιουργήσαμε νόμιμα φορέα, παρά τις μεγάλες δυσκολίες. Η ήττα γράφει ο Ενγκελς εμπεριέχει το έμβρυο της νίκης. Πώς όμως θα αναπτύξουμε το έμβρυο αυτό που είναι περιτυλιγμένο μέσα στην ήττα αν δεν την αναγνωρίσουμε; Δεν πρέπει φυσικά να θεωρηθεί πως οι εκλογικές αναμετρήσεις είναι πανάκεια, αλλά όμως είναι καθρέφτης της δραστηριότητάς μας. Αλλο είναι να ’χεις μια δεκάδα βουλευτές κι άλλο μια πενηνταριά.

Δεν πρέπει να μεγαλοπιανόμαστε και να παίρνουμε άκαρπες πρωτοβουλίες. Η ανασύσταση της ΚΔ δεν είναι επί του παρόντος, ποτέ δεν ευδοκίμησε τέτοια ενέργεια χωρίς κάποια σχετική άνοδο του εργατικού κινήματος. Ας θυμηθούμε ξανά την ιστορία των τριών Διεθνών. Δηλ. η Νέα ΚΔ θα είναι η συνέχεια των διασκέψεων της Μόσχας; Μα αυτές διεύρυναν τη διάσπαση του Κ. Κινήματος! Αν δημιουργηθεί μια νέα ΚΔ, αμέσως πρέπει να αναδεχθεί κόμμα μάνα και συνεπώς και κόμματα κόρες. Εξ άλλου η ιστορία διδάσκει κέντρο του επαναστατικού κινήματος δεν ήταν ποτέ σε μικρή χώρα, ας θυμηθούμε την ιστορία των τριών Διεθνών. Δεν είναι τυχαίο που οι κινέζοι κομμουνιστές δε θέλουν ν’ αναλάβουν τέτοιες πρωτοβουλίες. Σήμερα η διεθνής αλληλεγγύη εκφράζεται πρώτα απ΄ όλα ηθικά. Η νοσταλγία δεν έχει όφελος. Δε λέει κανένας πως η προσδοκία δεν ωφελεί, αλλά σήμερα είναι έξω από την πραγματικότητα. Τώρα χρειάζονται μικρά, πολύ μικρά βήματα. Μικρά αλλά θαυματουργά, μακριά από κάθε βερμπαλισμό. Δεν είναι καλή η υπεροψία.

 

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

Γιώργος Πολυμερίδης - Μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ

Πιστεύω ότι σήμερα δεν υπάρχει καλοπροαίρετος και υγιώς σκεπτόμενος προοδευτικός άνθρωπος, που να μην καταλαβαίνει την ανάγκη, την επικαιρότητα και τη σημασία της συγκρότησης του αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού δημοκρατικού μετώπου (ααδμ) στη χώρα μας.

Αλλωστε, η πολιτική πρόταση της ΚΕ του ΚΚΕ για το 16ο Συνέδριο αναφέρεται σε αυτό το θέμα.

Λόγω του περιορισμένου χώρου, θα καταθέσω μόνο τους προβληματισμούς μου που αφορούν την πολιτική πρόταση του ΚΚΕ, για τη συγκρότηση του Μετώπου.

1) Επί του προκειμένου, το όλο ζήτημα συνίσταται στο ότι η οικοδόμηση, το δυνάμωμα και η ανάπτυξη του Μετώπου στις σημερινές συνθήκες είναι κάτι περισσότερο από εθνική ανάγκη και επιταγή των καιρών. Αν το ααδμ δε συγκροτηθεί και δεν πάρει σάρκα και οστά πρώτα στο πρόσωπο της εργατοαγροτικής συμμαχίας και τη συσπείρωση γύρω από αυτήν και των άλλων μικροαστικών στρωμάτων της πόλης, των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, η πατρίδα μας και ο λαός μας δεν πρόκειται να δουν προκοπή και άσπρη μέρα.

2) Για να πετύχουμε τον τελικό μας σκοπό -το σοσιαλισμό- εξαιρετικά μεγάλη σημασία αποκτάει το γεγονός ότι προτού συνεργαστούμε και για να συμπαραταχτούμε με άλλες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, επιβάλλεται από την αρχή να ξεκαθαρίσουμε προς όλες τις κατευθύνσεις: τι είναι αυτό το Μέτωπο και τι θέλουμε από αυτό;

3) «Το ΚΚΕ εκτιμά ότι σήμερα ο αντιιμπεριαλιστικός αντιμονοπωλιακός αγώνας συνδέεται περισσότερο και εντάσσεται οργανικά στον αγώνα κατά του καπιταλισμού, αφού από τη φύση του περικλείει ρήξεις που υπονομεύουν τα θεμέλια της καπιταλιστικής κυριαρχίας»[2]. (Η υπογράμμιση δική μου - Γ.Π.)

4) Σήμερα όμως η πάλη κατά του καπιταλισμού είναι ταυτόχρονα και πάλη για το σοσιαλισμό και το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Μέσα στις υπάρχουσες συνθήκες δεν μπορεί να πάει κανείς μπροστά, αν δεν τραβάει προς το σοσιαλισμό. Γι’ αυτό και το τρένο του Μετώπου πρέπει να σταματήσει μόνο στο σιδηροδρομικό σταθμό που λέγεται Σοσιαλισμός.

Εκτιμώ ότι οι Θέσεις δεν απαντούν ή σχεδόν δεν απαντούν με σαφήνεια και πληρότητα στα ερωτήματα!

α) Αν το Μέτωπο δεν οδηγεί στο σοσιαλισμό, τότε γιατί το κάνουμε;

β) Ο άμεσος σκοπός δεν πρέπει να τείνει και να υποτάσσεται στον τελικό σκοπό του Κόμματος;

γ) Μπορεί σήμερα το Μέτωπο να είναι σκοπός μας, όταν, μάλιστα, η σπονδυλική του στήλη θα αποτελείται από τη συμμαχία της εργατικής τάξης και της φτωχομεσαίας αγροτιάς;

5) Προϋπόθεση για τη δημιουργία του Μετώπου είναι:

α) Οτι πρέπει να κάνουμε απόλυτα σαφές στο λαό τον άμεσο και τον απώτερο σκοπό του ΚΚΕ.

β) Από την αρχή ακόμα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι το προτσές του αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού αγώνα στις σύγχρονες συνθήκες συγχωνεύεται και ταυτίζεται άμεσα όλο και περισσότερο με την πάλη για το σοσιαλισμό.

γ) Δεν επιτρέπεται στο όνομα της συγκρότησης του Μετώπου ο τελικός στρατηγικός σκοπός του ΚΚΕ να μπαίνει σε δεύτερο πλάνο, να μένει αιωρούμενος και να περιμένει, όπως λέει και το ριζίτικο τραγούδι, «πότε θα κάνει ξαστεριά».

Ο Κ. Μαρξ, συνδέοντας στενά την αναγκαιότητα της πάλης για τα άμεσα ζητήματα με την πάλη για τον απώτερο σκοπό, για την οριστική κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας, υπογράμμιζε ότι αν το προλεταριάτο δεν διεξήγαγε καθημερινά πάλη ενάντια στους σφετερισμούς του κεφαλαίου και δεν αξιοποιούσε σωστά τις υπάρχουσες δυνατότητες για τη βελτίωση της κατάστασής του, τότε: «Θα ξέπεφτε στην κατάσταση μιας άμορφης μάζας από αφανισμένους φτωχούς διαβόλους που τίποτα δεν μπορεί να τους σώσει»[3] και οι εργάτες «αν υποχωρούσαν άνανδρα στην καθημερινή σύγκρουσή τους με το κεφάλαιο, θα αποδείχνονταν ανίκανοι να επιχειρήσουν ένα οποιοδήποτε πλατύτερο κίνημα»[4].

Ταυτόχρονα ο Κ. Μαρξ προειδοποιούσε την εργατική τάξη ότι οι συνδικαλιστικές της οργανώσεις: «Αποτυχαίνουν μερικά στο σκοπό τους, όταν δεν κάνουν σωστή χρήση της δύναμής τους. Αποτυχαίνουν ολοκληρωτικά στο σκοπό τους, όταν περιορίζονται σ΄ ένα μικροπόλεμο ενάντια στα αποτελέσματα του σημερινού συστήματος, αντί να προσπαθούν ταυτόχρονα να το αλλάξουν, αντί να χρησιμοποιούν τις οργανωμένες δυνάμεις τους σαν ένα μοχλό για την τελική απελευθέρωση της εργατικής τάξης»[5]. (Η υπογράμμιση δική μου - Γ.Π).

Νομίζω ότι πρέπει παντού και πάντα με σαφήνεια και έμφαση να προπαγανδίζουμε περισσότερο και καθημερινά τόσο τον άμεσο, όσο και τον απώτερο σκοπό του ΚΚΕ, για να γνωρίζουν και οι άλλες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που θα συμμετέχουν στο Μέτωπο: Τι θέλουν, πού θα πάνε και ως πού θα πάνε όλες μαζί;

Το ΚΚΕ πρέπει να κάνει το παν σε αυτή την κατεύθυνση, ώστε να επιτευχθεί η τόσο αναγκαία συνεργασία και με άλλες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, που είναι διατεθειμένες να αγωνιστούν μαζί του ενάντια στο διεθνή ιμπεριαλισμό, στα μονοπώλια και στον καπιταλισμό, για την υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας και για την εθνική ανεξαρτησία και το σοσιαλισμό.

Και επειδή το Μέτωπο δεν είναι αυτοσκοπός, το κοινό έδαφος μέσα στο οποίο μπορούν να συναντηθούν και να συνεργαστούν οι τόσο ανομοιογενείς από κοινωνική και ιδεολογικοπολιτική άποψη κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις και να ξεδιπλώσουν τις δυνάμεις τους, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι ένα οποιοδήποτε προγραμματικό πλαίσιο. Ακόμα περισσότερο δεν είναι δυνατόν και δεν επιτρέπεται σε καμιά περίπτωση να είναι ένα πλαίσιο διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος στη χώρα μας.

Το κοινό πρόγραμμα του ααδμ, οπωσδήποτε πρέπει να εκφράζει τη θέληση και τους πόθους, να αντανακλά τη δυναμική και το βαθμό ωρίμανσης αυτών των αντιιμπεριαλιστικών, αντιμονοπωλιακών δυνάμεων, να συμβάλλει στη στερέωση και στο δυνάμωμα της ενότητας δράσης τους.

Στην κατεύθυνση αυτή ο ρόλος του ΚΚΕ θα είναι εξαιρετικής σημασίας, αφού θα αποτελεί εξ αντικειμένου, την καρδιά και το νου αυτής της συμμαχίας, για τη διατήρησή της και τους δεσμούς του όσο το δυνατόν με τις περισσότερες αντιιμπεριαλιστικές αντιμονοπωλιακές δυνάμεις που έχουν κατανοήσει την ανάγκη των βαθιών, ριζικών και επαναστατικών αλλαγών στη χώρα μας, για να συνεχίσουν να παλεύουν και παραπέρα από κοινού για την επίτευξη του τελικού σκοπού μας - το σοσιαλισμό.

5) Διαβάζοντας τις Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 16ο Συνέδριο, διαπίστωσα το πνεύμα και το γράμμα της λογικής των δύο σταδίων της ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας στη χώρα μας, που περιέχονταν στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ που τροποποίησε και ενέκρινε το 10ο Συνέδριο του Κόμματος, το Μάη του 1978.

Στο Πρόγραμμα εκείνο αναφέρεται ότι: «Η Ελλάδα θα φτάσει στο σοσιαλισμό μέσα από μια ενιαία επαναστατική διαδικασία που θα περιλαμβάνει δύο στάδια επαναστατικών μετασχηματισμών... Ενα αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό δημοκρατικό και ένα σοσιαλιστικό στάδιο»[6].

Για του λόγου το αληθές, αναφέρω τη Θέση 20, στην οποία βλέπει κανείς ότι πρώτο, πρόκειται για μια θέση που δεν είναι καθόλου σαφής. Δεύτερο, η θέση αυτή αντί να αποσαφηνίζει, συσκοτίζει ακόμα πιο πολύ τα πράγματα. Τρίτο, ενώ δε γίνεται λόγος ανοικτά για στάδια, ωστόσο, έτσι όπως είναι διατυπωμένη αυτή η θέση, στην ουσία φωτογραφίζονται τα δύο στάδια της ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας στη χώρα μας.

Τι άλλο περισσότερο χρειάζεται να γράψει κανείς για να γίνει κατανοητό ότι πρόκειται για το πρώτο, το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό στάδιο, όταν λέγεται ότι: α) «Ο αγώνας του Μετώπου δεν οδηγεί υποχρεωτικά και αναπόφευκτα στο σοσιαλισμό»[7] και, ότι: «Η συγκρότηση άλλωστε του ΑΑΔΜ δε γίνεται με προϋπόθεση τη συμφωνία για το σοσιαλισμό»[8].

β) Οτι «σε συνθήκες ταξικών αναμετρήσεων και μεγάλης φθοράς της επιρροής των αστικών κομμάτων και των συμμάχων τους και ενώ δε θα έχουν διαμορφωθεί όροι για ριζική κοινωνική ανατροπή και επαναστατικό πέρασμα, μπορεί να προκύψει κυβέρνηση αντιιμπεριαλιστικών, αντιμονοπωλιακών δυνάμεων, με βάση το Κοινοβούλιο»[9]. (Η υπογράμμιση δική μου - Γ.Π).

γ) Μήπως δε διαγράφεται καθαρά το δεύτερο σοσιαλιστικό στάδιο, όταν τονίζεται ότι: «Μέσα σε αυτόν τον αγώνα με την πείρα και την αποφασιστικότητα της λαϊκής πλειοψηφίας, διαμορφώνονται νέοι λαϊκοί θεσμοί, που μπορεί να φτάσουν ως το επίπεδο και μιας επαναστατικής κυβέρνησης. Με τη νικηφόρα έκβαση της πάλης αυτής θα ολοκληρωθούν και θα σταθεροποιηθούν τα χαρακτηριστικά της επαναστατικής κυβέρνησης ως εξουσίας της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, δηλαδή της δικτατορίας του προλεταριάτου, που αποτελεί τον αντίποδα της δικτατορίας της αστικής τάξης και των μονοπωλίων»[10]. (Η υπογράμμιση δική μου - Γ.Π).

Αν αυτό δεν είναι το σοσιαλιστικό στάδιο, τότε τι άλλο μπορεί να είναι;

Το 16ο Συνέδριο πρέπει να πάρει και να διαλέξει ένα από τα δύο: Ποιο είναι το σωστό: «Ή τα όσα αναφέρονται στο Πρόγραμμα ότι, «Η επαναστατική αλλαγή στην Ελλάδα θα είναι σοσιαλιστική»;[11], ή αυτά που τονίζονται στις Θέσεις για το 16ο Συνέδριο του ΚΚΕ, στις σελίδες 18-19;

Κλείνοντας τους προβληματισμούς μου θέλω να τονίσω και τα εξής:

1) Οι Θέσεις χρειάζονται αρκετή δουλειά ακόμα για την παραπέρα επεξεργασία τους, για την καλύτερη διατύπωσή τους και για την αποσαφήνισή τους.

2) Το κείμενο των Θέσεων είναι σχετικά μεγάλο (48 σελίδες) και δυσκολεύει την κατανόησή τους. Μπορεί να γίνει μικρότερο, αν συντομεύσει το μέρος των Θέσεων που αναφέρονται στην Πολιτική Πρόταση του ΚΚΕ για το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό μέτωπο, (αποτελεί το 1/3 του συνολικού κειμένου - 15 από τις 48 σελίδες).

3) Προτάσεις:

α) Θεωρώ ότι είναι λάθος το τσουβάλιασμα, η κατάταξη και η συγχώνευση της αγροτιάς στη χώρα μας με τα άλλα μικροαστικά στρώματα της πόλης.

Σε διάκριση από τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπου το ειδικό βάρος της αγροτιάς είναι μικρό, στη χώρα μας είναι συγκριτικά μεγάλο. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ενωσης για το 1997, στην Ελλάδα οι απασχολούμενοι στην αγροτική οικονομία ανέρχονταν στα 765.000 άτομα και αποτελούσαν το 19,9% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ των 15, ήταν 5% και της Αγγλίας το 1,9%.

Σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, από το 19,9% το μεγαλύτερο μέρος - το 80% περίπου - είναι η φτωχομεσαία αγροτιά, η οποία αντικειμενικά είναι και ο κυριότερος σύμμαχος της εργατικής τάξης. Προτείνω η Θέση 18, εδάφιο 2, να διατυπωθεί ως εξής: «Το Μέτωπο θα βασίζεται στη συμμαχία της εργατικής τάξης με τη φτωχομεσαία αγροτιά, στα μικροαστικά στρώματα της πόλης και σε άλλες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις της χώρας».

β) Η νεοεκλεγμένη ΚΕ από το 16ο Συνέδριο σε μια από τις Ολομέλειές της να ασχοληθεί μόνο με το θέμα: «Η ιδεολογική πάλη στις σύγχρονες συνθήκες και τα καθήκοντα του ΚΚΕ».

 

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΜΠΛΟΚ ΣΕ ΑΑΔ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ, ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ

Ηλέκτρα Ραΐζη - Μέλος της Αντιπολεμικής Επιτροπής

Είναι γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ, ύστερα από 20 χρόνια διακυβέρνησης απεμπόλησε κάθε όραμα για το οποίο εκλέχθηκε το 1981 και έχει δημιουργήσει πανίσχυρους κύκλους συμφερόντων γύρω του. Οχι μόνο στον οικονομικό τομέα αλλά και μεταξύ των διανοουμένων και των καλλιτεχνών κλπ., οι οποίοι αντιλαμβάνονται ότι κάθε δυνατότητα κοινωνικής προβολής τους περνά αναγκαστικά μέσα από αυτόν τον κομματικό μηχανισμό.

Η όλο και μεγαλύτερη συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια μιας χούφτας επαγγελματιών πολιτικών, οι οποίοι δεν αισθάνονται πια την ανάγκη να απολογούνται αλλά ούτε καν να δικαιολογούνται για τις πολιτικές τους επιλογές, όπως η παράδοση του Οτσαλάν στους δήμιούς του, η άμεση συμμετοχή στο έγκλημα κατά του Γιουγκοσλαβικού λαού και το κυριότερο, η με κάθε τρόπο συντριβή του λαϊκού κινήματος ενάντια στη νεοφιλελεύθερη πολιτική, που η ΟΝΕ θα κάνει ακόμη πιο σκληρή.

Ομως έχουν αλλάξει και έχουν μεταλλαχθεί πολλά πράγματα από την είσοδο του κυβερνώντος κόμματος μέσα στη σημερινή συγκυρία εντελώς διαφορετικού από ό,τι η παραδοσιακή μεταπολιτευτική σοσιαλδημοκρατία.

Μεγάλες μερίδες των επιχειρηματικών στρωμάτων, μικρών και μεγάλων, που έχουν σαφή επίγνωση της «κοινωνικής επικινδυνότητας» και σημαντικά τμήματα των νέων μικροαστικών στρωμάτων που στο παρελθόν στήριζαν πολιτικά την καθαρόαιμη δεξιά παράταξη, σήμερα στρέφονται προς την κεντροαριστερή-νεοφιλελεύθερη πολιτική της κυβέρνησης, δηλαδή εντάσσουν τις κοινωνικές και οικονομικές-αναπτυξιακές προοπτικές τους υπό την αιγίδα του εργοδοτικού και χρηματιστηριακού κεφαλαίου.

Τα στρώματα του ευρύτερου κόσμου της μισθωτής εργασίας που -απολαμβάνουν- σε σχέση με την υπόλοιπη εργατική τάξη μια σχετικά «προνομιακή εργασιακή κατάσταση» (εργαζόμενοι στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο, στις ΔΕΚΟ, στις τράπεζες, στους διάφορους οργανισμούς κ.ά.), δε στρέφονται ενάντια στις επιλογές της κυβέρνησης, αντίθετα γίνονται τις περισσότερες φορές και φορείς αυτής της πολιτικής.

Πρόκειται για μια «κοινωνική» συμμαχία, εντελώς διάφορη από εκείνη που μέχρι τώρα ξέραμε. Που δεν έχει καμία σχέση με τις παραδοσιακές εκπροσωπήσεις των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που συσπείρωναν πλειοψηφικά την άρχουσα τάξη και τη μικροαστική τάξη. Τώρα συσπειρώνονται μέσα σ’ αυτήν και κατ’ εξοχήν εργατικά στρώματα.

Αυτό είναι ένα κοινωνικό-πολιτικό γεγονός, που εμφανίστηκε στην ελληνική κοινωνία. Η κεντρώα παράταξη κλέβει την κεντροδεξιά πολιτική της Δεξιάς, τη μεταβάλει στη συνέχεια σε νεοφιλελεύθερη και την ονομάζει κεντροαριστερή.

Ετσι πέτυχαν δύο πράγματα:

Το χάσιμο της ιδεολογικής-πολιτικής-οικονομικής βάσης της ΝΔ προς το μέρος του ΠΑΣΟΚ. Μέχρι τώρα η ΝΔ εκπροσωπούσε κυρίως τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου παραδοσιακά τμήματα της καπιταλιστικής εργοδοσίας, μεσοαστικά στρώματα της μικροαστικής διαστρωμάτωσης-μεγαλογιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί κ.ά., παραδοσιακά στρώματα της πόλης (υπαλλήλους του σκληρού πυρήνα του αστικού κράτους: αστυνομικούς, στρατιωτικούς, δικαστικούς κ.ά.) και στην παραγωγική διαδικασία το διευθυντικό στρώμα της ιεραρχίας, όπως προϊσταμένους και διευθυντές.

Αυτό το ταξικό υπόβαθρο της ΝΔ μετακινήθηκε σημαντικά προς τη μεριά της κυβέρνησης (κυρίως το μεγάλο κεφάλαιο και η καπιταλιστική εργοδοσία), κατανοώντας τα συμφέροντά του και από τα δύο μέρη: κυβέρνηση, οικονομική πολιτική διευκολύνσεων στη δανειοδότηση, κατάσταση των εργαζόμενων και κατάσταση του λαϊκού κινήματος.

Τη συρρίκνωση της αριστερής έκφρασης με διεκδικητικούς όρους της εργατικής τάξης και κύρια των εργαζόμενων με εξαρτημένη σχέση εργασίας.

Πρόκειται για μια κοινωνική συμπαράταξη κάτω από την εξουσία του βιομηχανικού και χρηματιστηριακού κεφαλαίου, που πρωτίστως προωθεί την ενσωμάτωση στην ΟΝΕ, γιατί το ίδιο διαθέτει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα μέσα στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, που πολιτικά εκφράζεται μέσα από την κεντροαριστερή διαχείριση, η οποία είναι όμοια πολιτικά και κοινωνικά με τη συντηρητική παραδοσιακή πολιτική, χωρίς όμως λεκτικά να ταυτίζεται με αυτήν. Στην ουσία μόνο εκφραστικά δεν υπάρχει ταύτιση, διότι στην πράξη η αποδοχή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής είναι απόλυτη.

Η αστική τάξη και η πλειοψηφία των μικροαστών αποτελούσαν τις ταξικές συνιστώσες του κυρίαρχου μπλοκ εξουσίας εξαιτίας των αντικειμενικών οικονομικών και κοινωνικών τους συμφερόντων. Δε συμβαίνει όμως το ίδιο και με τα τμήματα του κόσμου της μισθωτής εξαρτημένης εργασίας, που τοποθετούνται σήμερα σ’ αυτή τη συμμαχία του συνασπισμού της κυβερνητικής εξουσίας είτε με ενεργητικό είτε με παθητικό τρόπο.

Αυτό είναι το νέο χαρακτηριστικό που δίνει κοινωνική σταθερότητα στη νεοφιλελεύθερη πολιτική της σοσιαλδημοκρατίας, όπως άλλωστε και η κοινωνική της υποστήριξη από τμήματα της μικροαστικής τάξης που τα προηγούμενα χρόνια βρίσκονταν ακόμα και στις παρυφές της αριστεράς.

Το διάστημα αυτό έχουμε ύφεση του λαϊκού κινήματος. Κατά τη γνώμη μου οι λόγοι είναι παρακάτω:

- Μη συγχρονισμός, μη ενότητα των κινητοποιήσεων των εργαζόμενων ακόμα και σε παρεμφερείς κλάδους.

- Μη οργανωτική συγκρότηση του κινήματος.

Η πολιτική και κοινωνική στάση που υιοθετούν αυτά τα μισθωτά μικροαστικά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας στις διάφορες κοινωνικές-πολιτικές και κοινωνικές αντιπαραθέσεις τα τελευταία 10 χρόνια, είναι μια σαφής κοινωνική διαφοροποίηση που έχει αντανακλάσεις και στο συνειδησιακό επίπεδο αυτών των στρωμάτων, επιφέροντας τη συγκυριακή μάλλον μετατόπισή τους στο κυρίαρχο μπλοκ της σημερινής εξουσίας.

Πρέπει μάλλον σοβαρά να ασχοληθούμε: Γιατί άραγε κανένας σοβαρός απεργιακός αγώνας δεν έγινε τα τελευταία χρόνια στον καθαρά ιδιωτικό τομέα. Τι φταίει άραγε για αυτό;

Σίγουρα φταίει η στάση της ηγεσίας της ΓΣΕΕ. Σίγουρα έχει αλλάξει και η στάση των εργαζόμενων απέναντι στα συνδικαλιστικά όργανα, από τα πρωτοβάθμια έως και τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ. Παρ’ όλα αυτά όμως δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι το συνδικαλιστικό κίνημα αποτελεί για τους εργαζόμενους το μέσο για τον περιορισμό της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, το οποίο όμως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να εξαλείψει την ίδια την εκμετάλλευση. Και γεγονός είναι ότι δε βρισκόμαστε σε εποχή ανόδου αλλά ύφεσης των αγώνων, γι’ αυτό και ο αγώνας γίνεται δυσκολότερος.

Γιατί έχουν χειροτερεύσει οι αντικειμενικές συγκυρίες της αγοράς για την εργατική δύναμη. Γιατί η ζήτηση έγινε ελάχιστη και η προσφορά εργασίας συνεχώς πολλαπλασιάζεται. Ετσι το κεφάλαιο ξαναπαίρνει πίσω ένα μέρος των κοινωνικών παροχών και των κατακτήσεων των εργαζόμενων. Σε πολλές περιπτώσεις προχωράει ακόμα και σε περικοπές μισθών και σε μέτρα που επιδεινώνουν τη θέση των εργαζόμενων.

Οπως έχουν τα πράγματα και ο συνδικαλιστικός αλλά και ο κοινοβουλευτικός αγώνας θα κατανοηθούν μόνο σαν μέσα για να οδηγούν και να διαπαιδαγωγούν βαθμιαία τον κόσμο της εργασίας για την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας. Χωρίς να παραβλέπεται η μεγάλη σημασία που έχουν και τα δύο στο να κοινωνικοποιούν τη γνώση και διαμορφώνουν συνειδήσεις, δεν μπορούν από μόνα τους να κοινωνικοποιήσουν την καπιταλιστική οικονομία και να οδηγήσουν τους εργαζόμενους στην κοινωνική επανάσταση.

Μετά την ανατροπή των σοσιαλιστικών χωρών, ο κόσμος της μισθωτής εργασίας έχασε το όραμα της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής αλλαγής της ζωής του προς το καλύτερο. Αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει μια πραγματικότητα που ήταν ουτοπία στη σκέψη του πριν λίγα χρόνια, σίγουρος ότι δε θα αντιμετώπιζε ποτέ αυτό το γεγονός και βρέθηκε απροετοίμαστος και υποσυνείδητα προδομένος.

Ο ατομικισμός και η αναζήτηση προσωπικών λύσεων στα προβλήματά του πήρε τη θέση της μαζικής ταξικής πάλης. Ετσι επήλθε διάρρηξη των συμμαχικών του σχέσεων και επαφών με τις δυνάμεις εκείνες που ήταν πρωτοπόρες στους διεκδικητικούς αγώνες. Αποτέλεσμα αυτής της ιστορικής συμμαχικής απώλειας για το εργατικό κίνημα ήταν το χάσιμο της ελπίδας, η απογοήτευση ότι τίποτε δεν μπορεί να γίνει πια γι’ αυτούς. Ετσι στράφηκαν σ’ εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να τους δώσουν λύσεις σε ατομικά τους προβλήματα.

Ακόμα και οι εργαζόμενοι που δεν πίστευαν απόλυτα στην αλλαγή του συστήματος από καπιταλιστικό σε σοσιαλιστικό, έστω και σ’ αυτό το μοντέλο που εφαρμόστηκε στις χώρες αυτές, είχαν πάντα την ελπίδα και την πίστη ότι αν εφαρμόζονταν στη χώρα μας θα ήταν καλύτερα τα πράγματα γι’ αυτούς.

Αυτή η συνειδησιακή τους άποψη σε συνδυασμό με την πολύχρονη πολιτική παρουσία της κεντροαριστερής στα λόγια αλλά νεοφιλελεύθερης στην πράξη κυβέρνησης, τον καθημερινό βομβαρδισμό από τα ΜΜΕ, τη διάσπαση για άλλη μια φορά της αριστεράς (αποτυχία του Συνασπισμού), ενίσχυσε σχεδόν απόλυτα την απογοήτευσή τους και τους ώθησε σε πολλές περιπτώσεις και στην απόρριψη των προηγούμενων ιδεολογικών σχημάτων που πίστευαν.

Ετσι οι ταξικές δυνάμεις που συνθέτουν το λαϊκό και κοινωνικό μπλοκ, εμφανίζουν καινούργια χαρακτηριστικά σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία:

Παρουσιάζουν το χαμηλότερο βαθμό κοινωνικής και συνδικαλιστικής δράσης και συγκρότησης, ο δε κοινωνικός ιστός συλλογικής οργάνωσης βρίσκεται σχεδόν σε αποσύνθεση.

Τα κοινωνικά στρώματα που συνθέτουν το λαϊκό και κοινωνικό μπλοκ είναι πολύ δύσκολο να έχουν οργανωτική και κοινωνική υπόσταση, εξ αιτίας του ότι βρίσκονται εκτός παραγωγικής διαδικασίας (άνεργοι μακράς διάρκειας), είτε γιατί δεν τους αναγνωρίζονται στοιχειώδη εργασιακά δικαιώματα (μετανάστες, εργαζόμενοι σε άτυπες μορφές εργασίας, φασόν κ.ά.) είτε γιατί θεσμικά τίθενται στο περιθώριο (αδιόριστοι) είτε γιατί απασχολούνται στην αγορά παράνομα και είναι ανασφάλιστοι.

Η ανεργία που συνεχώς αυξάνεται και η επίσημη ξεπερνάει το 13%, συνέπεια της νεοφιλελεύθερης πολιτικής της κυβέρνησης και του εκσυγχρονισμού του καπιταλισμού, επιδρά εντελώς αρνητικά στον ενεργό εργαζόμενο κόσμο της παραγωγής, αποτρέποντάς τον ή ακόμα και εμποδίζοντάς τον στη δραστηριοποίησή του στα συνδικάτα και γενικότερα στην πολιτική και κοινωνική ζωή του τόπου.

Το κυριαρχούμενο αυτό λαϊκό μπλοκ εμφανίζει τα τελευταία 10 χρόνια τις πιο ασθενείς οργανωτικές διασυνδέσεις και διαύλους επικοινωνίας και με το ΚΚΕ, αλλά και με πιο πλατιές κοινωνικοπολιτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις. Μια σειρά γεγονότα (η υπόθεση ΟΤΣΑΛΑΝ, ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία με την ωμή επέμβαση του ΝΑΤΟ) που ευαισθητοποίησαν εκατοντάδες-χιλιάδες πολίτες και τους οδήγησαν πολλές φορές σε μεγαλειώδης συγκεντρώσεις, οργανωμένες την τελευταία στιγμή, που γέννησαν στις ψυχές μας την ελπίδα ότι κάτι μπορεί ν’ αλλάξει, δεν είχαν την απαιτούμενη συνέχεια. Δεν υπήρξε παραπέρα δράση, τέτια που να οδηγήσει αυτό το κίνημα σε κάτι άλλο.

Χρειαζόμαστε μια νέα ενότητα της Εργατικής Τάξης, μέσα από την πολυμορφία της. Μια πλατιά κοινωνική συμμαχία του κόσμου της μισθωτής και εξαρτημένης εργασίας με τα πιο αδύναμα στρώματα του επαγγελματοβιοτεχνικού και αγροτικού κόσμου. Σε μια κατεύθυνση αντεπίθεσης στους νεοφιλελεύθερους σχεδιασμούς της κυρίαρχης τάξης, ενάντια στη Νέα Τάξη Πραγμάτων, ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, στην ΟΝΕ και σε κάθε κατασταλτική πράξη που θα προσπαθεί να επιβάλλει κάθε φορά η κυρίαρχη τάξη.

Οι πολιτικές και κοινωνικές προϋποθέσεις μιας τέτιας προσπάθειας για την αναδιάταξη των κοινωνικών συμμαχιών απαιτούν ΝΕΟ βάθος και προοπτική αν δε θέλουμε αυτή η προσπάθεια να εκφυλιστεί, να μετατραπεί σε ευκαιριακή συγκόλληση κορυφών και δια μέσου κάποιων μικροβελτιώσεων διαχείρισης που να ηττηθεί τελικά σε μικρό χρονικό διάστημα, δίνοντας τη θέση της σε ακόμα πιο ακραίες και επιθετικές επιλογές.

Ενα νέο πολιτικό και κοινωνικό μπλοκ δυνάμεων σε αντιμονοπωλιακή και αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση και η δημιουργία μιας νέας κοινωνικής πλειοψηφίας που θα είναι αποτέλεσμα σκληρών αγώνων και προσπαθειών, ουσιαστικών συγκλίσεων και ανακατατάξεων και ριζικής αλλαγής των πολιτικών συσχετισμών έχει ανάγκη ο τόπος και οι εργαζόμενοι.

Ενα μπλοκ που θα σημαίνει ρήξη με το σημερινό πολιτικό σύστημα και τις κυρίαρχες επιλογές στα μεγάλα οικονομικά, πολιτικά και εθνικά προβλήματα, που να σηματοδοτεί προσπάθεια αλλαγής των συνειδήσεων και μια νέα ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων που θα στηρίζουν αυτή την προσπάθεια.

Η δημιουργία και του ΑΑΔΜ και του Μ-Λ κινήματος πρέπει να είναι ταυτόχρονη και συγχρόνως με πολιτική δράση. Που να μην αφορά μόνον κοινωνικές μεταρρυθμίσεις αλλά να στοχεύει στην κοινωνική επανάσταση. Και αυτό πρέπει να το πούμε και να το εκλαϊκεύσουμε σε όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο και όσο πιο απλά μπορούμε για να γίνει καλύτερα κατανοητό.

Χωρίς να αποκλείουμε ή να υποβαθμίζουμε τον καθημερινό πρακτικό αγώνα για τη βελτίωση της θέσης των εργαζόμενων και του λαού, μέσα στα πλαίσια του υπάρχοντος συστήματος, για δημοκρατικούς θεσμούς, το μοναδικό ίσως δρόμο για να καθοδηγήσει τον προλεταριακό, ταξικό αγώνα.

Πρέπει να προσανατολίσουμε το λαό προς τον τελικό στόχο, που είναι η κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ετσι ώστε οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις να αποτελούν το μέσο και η κοινωνική επανάσταση τον σκοπό: Την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας.

 

ΘΑ ΕΙΧΕ ΑΝΑΤΡΑΠΕΙ Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΑΝ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΔΙΑΒΡΩΘΕΙ ΑΠΟ ΤΑ ΜΕΣΑ; ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ ΤΙ ΔΙΔΑΧΘΗΚΑΜΕ ΑΠΟ ΤΑ ΛΑΘΗ ΜΑΣ;

Γεώργιος Μ. Σαρηγιάννης

Ακριβώς πριν από τέσσερα χρόνια, (1.11.96) υπέβαλα στην ΚΟΒα μου και στη συνέχεια στην ΚΟΜΕΠ τις τελικές παρατηρήσεις μου πάνω στην έκδοση της ΚΕ «εκτιμήσεις και προβληματισμοί για τους παράγοντες που καθόρισαν την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος...» ενώ είχε προηγηθεί ένα κείμενό μου στο ενδιάμεσο διάστημα, που συζητήσαμε στο ΚΜΕ με την ευκαιρία της δημοσιοποίησης του σχεδίου κειμένου της ΚΕ τον Μάρτη του 1995 για την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη τον Ιούλη του ίδιου έτους. Το κείμενο δεν έγινε δεκτό από την Σύνταξη της ΚΟΜΕΠ γιατί «είχε κλείσει αυτήν την εποχή ο διάλογος», όπως μου ανακοινώθηκε. Το ίδιο συνέβη και με άλλα κείμενά μου για άλλα θέματα, για τα οποία μου συστήθηκε να περιμένω τον προσυνεδριακό διάλογο. Κατά την γνώμη μου, αυτό ήταν αντίθετο και με την ίδια την απόφαση της ΚΕ που τόνιζε ότι τα σχετικά κείμενά της «…είναι κείμενα-βάση για να συνεχιστεί η διερεύνηση και συζήτηση…» (όπ. παρ. σελ. 109).

Υποβάλλω το κείμενο εκείνης της εποχής, συντομευμένο, με κάποια νεώτερες συμπληρώσεις, και με την παρατήρηση ότι διάλογος στο Κόμμα μια φορά στα τέσσερα χρόνια με 1200 λέξεις από τη μια μεριά και από την άλλη -για την επίσημη θέση- με απεριόριστο χώρο στα κομματικά έντυπα όλο το διάστημα, είναι έξω από κάθε στοιχειώδη έννοια διαλόγου, αλλά και έξω από το ίδιο το Καταστατικό του Κόμματος.

Τα κείμενα της ΚΕ που αναφέρθηκαν, τα χαρακτηρίζει ανισομέρεια και αντιφάσεις. Σε άλλα σημεία ξεπερνάν αδιάφορα ή και λανθασμένα τα προβλήματα, σε άλλα οι επισημάνσεις είναι σωστές, αλλά κάτι τις εμποδίζει να μπουν σε βάθος, με τελικό αποτέλεσμα το κείμενο να τα λέει όλα και να μη λέει τίποτα τελικά, δεδομένου ότι όταν από κεφάλαιο σε κεφάλαιο αλλάζει η οπτική τους θεώρηση, τελικά είναι κείμενο με θέσεις αλλά χωρίς Θέση.

Για παράδειγμα, κάποιες ειδικές παρατηρήσεις:

σελ.16. Ως επιτεύγματα του σοσιαλισμού αναφέρονται «...ο τερματισμός του πολέμου της Κορέας…». Ηταν κάποιος αδιάφορος πόλεμος που τον σταμάτησε η Σοβιετική Ενωση στα πλαίσια της φιλειρηνικής της πολιτικής; Ως τώρα είχα την εντύπωση ότι επρόκειτο για απελευθερωτικό πόλεμο των Κορεατών με την βοήθεια της Λαϊκής Κίνας στον οποίο επενέβησαν οι ιμπεριαλιστές μέσω του ΟΗΕ που τότε τον είχαν (όπως και τώρα) στα χέρια τους και ανάγκασαν σε υποχώρηση τις λαϊκές δυνάμεις.

σελ. 17. Το Αφγανιστάν δεν αναφέρεται. Δεν ήταν παροχή βοήθειας έπειτα από έκκληση της νόμιμης κυβέρνησής του (του σ. Ταράκι). Και φυσικά δεν αναφέρεται πώς κατέληξε έπειτα από συνεχείς δολοφονικές εισβολές ισλαμιστών από στρατόπεδα της ΣΙΑ στο Πακιστάν; Υιοθετούμε την ιμπεριαλιστική θέση για «εισβολή της ΣΕ στο Αφγανιστάν»;

σελ.19. (υποσημείωση) το ΑΕΠ της ΣΕ ήταν το 1985 το 55% των ΗΠΑ. Πριν; Μήπως ήταν μεγαλύτερο, ή αν όχι με ποιους ρυθμούς μεταβαλλόταν η διαφορά; Και έτσι κι αλλιώς, γιατί τόση υστέρηση; Αυτή ήταν η υπεροχή του σοσιαλιστικού συστήματος ή είχαν αρχίσει ήδη οι στρεβλώσεις που οδήγησαν στην «στασιμότητα της εποχής Μπρέζνιεφ»;

σελ. 23 κ. εφ. στο ερώτημα «γιατί οι λαοί δεν υπερασπίστηκαν τον σοσιαλισμό», αναφέρονται ότι «προωθήθηκε η περεστρόικα από τα κομματικά και κυβερνητικά όργανα και βασιζόταν στο κύρος τους και στην εμπιστοσύνη που έτρεφαν οι μάζες γι’ αυτά..», όμως η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική, οι μάζες είχαν αποκοπεί από το Κόμμα και του είχαν γυρίσει την πλάτη, δεδομένου ότι τα κομματικά στελέχη είχαν διαφθαρεί και είχαν οικοδομήσει την «κομματική νομενκλατούρα» (που το ομολογεί το κείμενο πιο κάτω στην σελίδα 26).

σελ. 24 «...από κει και πέρα … διαμορφώθηκε το στρώμα των κερδοσκόπων…». Μετά την περεστρόικα γεννήθηκαν οι κερδοσκόποι; Πριν δεν υπήρχαν;

σελ. 45. Για τα γεγονότα της Γιουγκοσλαβίας (1948), Τσεχοσλοβακίας (1968), Πολωνίας (1980), τα αιτιολογεί στο ότι «…οι διαφορετικές μέθοδοι και πολιτικές αντανακλούσαν και ιδεολογικές διαφωνίες στα θέματα οικοδόμησης του σοσιαλισμού…». Ηταν τέτιες διαφωνίες ή άλλες θέσεις καπιταλιστικής πορείας; (κάπου ομολογείται κι αυτό στη συνέχεια στις σελ. 47-48, τελικά το κείμενο τα λέει όλα και δεν αφήνει κανέναν παραπονεμένο…) Και βέβαια δε λέει λέξη για τα όσα επακολούθησαν το 20ό Συνέδριο όπως στην Ουγγαρία του 1956 όπου τοποθετήθηκαν από τους χρουστσοφικούς άνθρωποι όπως ο Νάγκυ που τους είχαν φυλακίσει οι κομμουνιστές για αντεπαναστατικές ενέργειες, κ.ά..

Στο κεφάλαιο «οι ευθύνες του υποκειμενικού παράγοντα» (σελ. 100 κ.εφ.) αναφέρονται (αλλά δεν αναλύονται σοβαρά όπως θα όφειλαν) το 20ο Συνέδριο, η σχέση δημοκρατίας και συγκεντρωτισμού στο Κόμμα κ.ά. ιδιαίτερα σημαντικά προβλήματα. Ηταν όμως «υποκειμενικά» προβλήματα ή δομικά που είχαν αλλού τις ρίζες τους, και σ’ αυτό νομίζω ότι πρέπει να ρίξουμε το βάρος της συζήτησης, ακόμη και για τον πρόσθετο λόγο ότι μας αφορά για να μην κάνουμε τα ίδια ολέθρια στραβοπατήματα, είτε οφείλονται σε «υποκειμενικούς παράγοντες» είτε σε δομικά χαρακτηριστικά μιας στρεβλής αντίληψης για το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, κυρίως.

Γενική θέση. Ο Σοσιαλισμός διαβρώθηκε από τα μέσα λόγω των στρεβλών δομών του Κόμματος και στη συνέχεια έγινε αναπόφευκτη η ανατροπή του. Το φαινόμενο θα πρέπει να μας απασχολήσει δεδομένου ότι το αντιμετωπίζουμε και εμείς και θα διανύσουμε την ίδια πορεία (κατά την γνώμη μου τη διανύουμε ήδη) αν δε δούμε με ειλικρινή αυτοκριτική διάθεση την κατάσταση.

Να επισημάνω δυο-τρία χαρακτηριστικά γεγονότα.

Δεν προβληματίζει κανέναν το γεγονός ότι όλοι οι διευθυντές (και ιδιοκτήτες) μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων στις χώρες της πρώην ΣΕ υπήρξαν στελέχη (και μάλιστα ανώτερα και ανώτατα) του Κόμματος και της Κομσομόλ; Ούτε ότι το ίδιο συμβαίνει και στις ηγεσίες της ρώσικης, της τσετσένικης ή της γεωργιανής κλπ. Μαφίας;

Δεν προβληματίζει κανέναν το γεγονός ότι ενώ το Καταστατικό του Κόμματος, είχε ένα σωρό ασφαλιστικές δικλείδες για να μη συμβούν αυτά, τελικά συνέβησαν κατά τον χειρότερο τρόπο;

Με ποιο τρόπο οικοδομήθηκε η «κομματική νομενκλατούρα» από την χρουστσωφική εποχή και μετά, και τελικά κατέληξε το Κόμμα να είναι μέσο για εξέλιξη και επαγγελματική επιτυχία και όχι για αγωνιστική δουλειά για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού;

Κανείς δεν ανησύχησε για την αποκοπή των μαζών από το Κόμμα, γεγονός που ήταν ήδη ορατό από τα μέσα της δεκαετίας του ’70;

Κανείς δεν ανησύχησε ποτέ για την υστέρηση της σοβιετικής επιστήμης μετά την πρωτοπορία της με τον Σπούτνικ του 1957, κυρίως στις νέες τεχνολογίες;

Κανείς δεν ανησύχησε για την υστέρηση της οικονομίας; Δεν παραγνωρίζει κανείς το ασύγκριτο επίπεδο των κοινωνικών παροχών (αλλοίμονο αν δεν υπήρχαν και αυτές) όμως το γενικό οικονομικό επίπεδο ήταν ιδιαίτερα χαμηλό.

Γιατί να συμβούν όλα αυτά;

Στο Καταστατικό του Κόμματος, προβλέπεται ότι οι αποφάσεις του συζητούνται δημοκρατικά μέσα στις ΚΟΒες, όμως οι συζητήσεις αυτές αντιμετωπίζονται σαν τυπική διαδικασία που τελειώνουν με τη φράση «συμφωνώ με την Εισήγηση», τυχόν αντιρρήσεις ή διαφωνίες από τα μέλη της ΚΟΒας ή αντιμετωπίζονται ως «αντικομματικές ενέργειες» και κατά κανόνα υβρίζονται ή λοιδωρούνται από τα παρευρισκόμενα ανώτερα στελέχη π.χ. της Αχτιδικής Επιτροπής ή με παράβαση του καταστατικού πνίγονται στα επόμενα ανώτερα όργανα και ποτέ δε δίνονται απαντήσεις. Και αν δοθούν απαντήσεις είναι με το ύφος του παντογνώστη που βάζει στη θέση του τον σύντροφο που έχει αντιρρήσεις.

Στο Κόμμα, ισχύει το ότι όσο πιο ανώτερο στέλεχος είσαι τόσο πιο σωστή γνώμη έχεις και μάλιστα επί παντός επιστητού, όποια και αν είναι η ειδικότητα του στελέχους.

Ο Διάλογος, η Ερευνα, η Δημοκρατία τελικά είναι απαγορευμένα μέσα στο Κόμμα, το Σωστό είναι αυτό που κατεβαίνει από τα πάνω, και τέρμα. Η αστική τάξη όμως, ψάχνει, μελετά ακόμη και δικές μας θεωρίες και σώζει το τομάρι της, δε σας κάνει εντύπωση ότι μετά το 1929 όχι μόνο δεν ξανάγινε Παγκόσμια Οικονομική Κρίση αλλά και οι κυκλικές κρίσεις χρησιμεύουν για τη δυνάμωσή της; Μήπως αυτό έγινε με τη μελέτη του μαρξισμού από τους ίδιους τους αστούς οι οποίοι κατανοώντας την μαρξιστική άποψη για την οικονομία έλαβαν τα μέτρα τους; Ο σοσιαλισμός, ταύτισε την επιστήμη με την κρατούσα ερμηνεία της μαρξιστικής ιδεολογίας η οποία πάρα πολλές φορές ήταν χοντροκομμένα λανθασμένη, (π.χ. του Λυσένκο), και καταδίωξε ως «αιρετική» κάθε άλλη άποψη, απαγορεύοντας ουσιαστικά την έρευνα, με αποτέλεσμα η Δύση να έχει περάσει σε επιστημονική επανάσταση π.χ. στη βιοϊατρική, τη βιολογία, τη γενετική, την πληροφορική, και στη Σοβιετική Ενωση να προσπαθούν στη δεκαετία του ‘70 να κλέψουν σχέδια από μικροτσίπς που τα είχαν όλοι οι άλλοι (γιαπωνέζοι, αμερικάνοι και άλλοι).

Να αναφερθώ σε ένα προσωπικό παράδειγμα. Διατύπωσα μια άλλη άποψη για το Μεσανατολικό. Επειδή η άποψη αυτή ήταν σε άλλη κατεύθυνση από την επίσημη θέση του Κόμματος, όχι μόνο δεν δημοσιεύτηκε στην ΚΟΜΕΠ, αλλά μου απαγορεύτηκε να τη δημοσιεύσω και οπουδήποτε αλλού. Αν η άποψη αυτή ήταν αντικομματική, έξω από την μαρξιστική ιδεολογία, έξω από το καταστατικό του κόμματος, το καταλαβαίνω. Ομως οι αρμόδιοι σύντροφοι, αρνήθηκαν ακόμη και να συζητήσουν για την ουσία της άποψης, (μία μάλιστα ομολόγησε ότι δεν ήταν και της ειδικότητάς της και δεν ήξερε το θέμα) απλά τέθηκε σε καραντίνα επειδή δεν ήταν σύμφωνη με τη θέση του Κόμματος. Στο ερώτημά μου πού βασίζεται η θέση του Κόμματος, μου απαντήθηκε ότι στηρίζεται στις θέσεις των αρμόδιων αδελφών Κομμάτων, και όταν τους ρώτησα αν σκέφτονται μήπως κάνουν το ίδιο λάθος που κάναμε παλιότερα που στηρίζαμε θέσεις με μοναδικό κριτήριο τις θέσεις των αδελφών κομμάτων, μου απάντησαν ότι το Κόμμα έχει κάνει αυστηρή κριτική σε θέσεις άλλων κομμάτων. Στην παρατήρησή μου ότι αυτό έγινε μετά την εκάστοτε Καταστροφή, (Πολωνία 1980, Σοβιετική Ενωση μετά το 1991 κλπ) δεν πήρα απάντηση. Και είναι φυσικό, όταν ανώτατο στέλεχος του Κόμματος επαινούσε ακόμη και τον Ιούλιο του 1991 την καλή πορεία της περεστρόικα, (προφανώς επειδή έτσι έλεγε το αδελφό Κόμμα), και το στέλεχος αυτό (και αγαπητός φίλος) όχι μόνο δεν έκανε αυτοκριτική αλλά παραμένει και επικεφαλής του αρμόδιου τμήματος του Κόμματος.

Ακόμη, δείτε και τον χειρισμό των υποθέσεων Ντρέκου, Κωστόπουλου και Θεωνά. Σε καμία ΚΟΒα ούτε σε κομματικό έντυπο δόθηκαν οι θέσεις των συντρόφων αυτών, ενώ στηλιτεύονταν για αντικομματικές και αντικαταστατικές ενέργειές τους . Το αποτέλεσμα, ήταν η σύγχυση των συντρόφων, και χρειάστηκε να δημοσιευτούν στον αστικό τύπο οι απόψεις τους για να καταλάβουμε τι ακριβώς συμβαίνει. Διαφωνώ με τους συντρόφους αυτούς, σχετικά με τις συμμαχίες που προβάλλουν με συγκεκριμένα τμήματα του πολιτικού φάσματος (Κωστόπουλος) ή τις σχέσεις μας με την ΕΕ (Θεωνάς), όμως τα παράπονά τους για την κομματική γραφειοκρατία και τη μεταχείρισή τους από το Κόμμα τα θεωρώ εντελώς βάσιμα (το ανέλυσα ήδη πιο πάνω). Πράγματι ο Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός, ιδίως σε κρίσιμα θέματα (εκεί ακριβώς που χρειάζεται) έχει εκφυλιστεί σε σκέτο Συγκεντρωτισμό και κάτι χειρότερο. Ο Δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, σημαίνει ότι συζητάμε μέσα στο Κόμμα, με δημοκρατία και χωρίς τον καταναγκασμό του αλάθητου του εκάστοτε ανώτερου οργάνου, αποφασίζουμε επίσης δημοκρατικά, και από κει και πέρα εκτελούμε όλοι την απόφαση χωρίς ενδοιασμούς, πλειοψηφίσαντες και μειοψηφίσαντες. Εδώ όμως έχει αναχθεί σε δόγμα του μαρξισμού, η οποιαδήποτε θέση του ΠΓ ή της ΚΕ ή ακόμη και μεσαίου στελέχους του Κόμματος, στην οποία απαγορεύεται και ο διάλογος ακόμη και σε επιστημονικά ή ιστορικά θέματα. Γίνονται ημερίδες, και ομιλίες συντρόφων και μη, αποσιωπούνται επειδή αντιβαίνουν στις όποιες αποφάσεις του Κόμματος. Τότε γιατί γίνονται οι ημερίδες; Ας κάνουμε πιο έντιμα, συγκεντρώσεις για παρουσίαση των αποφάσεων, να μην έχουμε και αυταπάτες διαλόγου.

Και δε μιλάμε για ημερίδες με θέματα δικτατορίας του προλεταριάτου ή αν ο μαρξισμός λενινισμός είναι το θεμέλιο του Κόμματος, όπου προφανώς δε σηκώνει συζήτηση, (οποιανού δεν του αρέσει να πάει σε άλλο κόμμα) αλλά για θέματα όπως οι ολυμπιακοί αγώνες, η τρομοκρατία, η πορεία της ελληνικής οικονομίας κ.ά. τρέχοντα.

Είναι χαρακτηριστική και η θέση του Κόμματος για το ΚΜΕ, όπου ακόμη δεν έχει ξεκαθαρίσει το αντικείμενο του ΚΜΕ, όσα είναι φλέγοντα, αποτελούν «πολιτικό πρόβλημα» και είναι της αρμοδιότητας της ΚΕ. Ποια τότε ερευνά το Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών; Εκεί πρότεινα τη διάλυση του ΚΜΕ και την ένταξη των ερευνητών του στις αντίστοιχες ομάδες δουλιάς της ΚΕ, ελπίζοντας ότι εκεί τουλάχιστον, έστω και κεκλεισμένων των θυρών, θα διεξάγεται ουσιαστική έρευνα, αλλά φαίνεται ότι το ΚΜΕ τελικά συνεχίζει την πορεία του ως εκτελεστής και επεξεργαστής των θέσεων της ΚΕ, χωρίς να του επιτρέπεται καμία παρέκκλιση, όμως αυτό δεν είναι έρευνα.

Μήπως όμως αν ανοίξει ο διάλογος και λειτουργήσει ο Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός, αν ερευνηθούν σε βάθος τα αίτια της αποσύνθεσης και ανατροπής του σοσιαλισμού τότε θα βγάλουμε τις δικές μας αδυναμίες και ενοχές στην επιφάνεια; Γι’ αυτό απαγορεύεται η έρευνα; Αν έτσι είναι, θα καταλήξουμε σε μπρεζνιεφική και μετά σε γκορμπατσωφική περίοδο και τελειώσαμε.

Με θάρρος σύντροφοι, αντί να συνεχίσουμε τον δρόμο της επαγγελματικής αποκατάστασης ή της αυτοϊκανοποίησης του αλάθητου και της πλασματικής εξουσίας, ας επιλέξουμε τον δρόμο της λενινιστικής κομματικής ηθικής, της αυτοκριτικής, του διαλόγου, της επιστημονικής έρευνας, της αγωνιστικής ένταξης στο Κόμμα, γιατί αλλιώς χαθήκαμε.

 

ΑΝΤΙΜΟΝΟΠΩΛΙΑΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ Ή ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ;

Ταρπάγκος Ανέστης - Μέλος της Γραμματείας Σύνταξης του περιοδικού «ΘΕΣΕΙΣ» και του ESPACE MARX Θεσσαλονίκης

Αντιμονοπωλιακή διαταξική συμμαχία (εργατικής τάξης και μικροαστικών στρωμάτων) ή ριζοσπαστικό μέτωπο των δυνάμεων του κυριαρχούμενου λαϊκού συνασπισμού (μισθωτής εργασίας, νεολαιίστικης πλειονότητας, μισοπρολετάριων της αγροτικής παραγωγής, μεταναστών); Να ένα από τα καίρια ζητήματα του σύγχρονου ελληνικού αριστερού κινήματος που ουσιαστικά φτάνει να επικαθορίζει την πολιτική του στρατηγική (αντιμονοπωλιακή ή αντικαπιταλιστική), έρχεται εκ νέου στην επικαιρότητα με τις επεξεργασίες του ΚΚΕ, εν όψει του 16ου Συνεδρίου, του Δεκεμβρίου 2000 και αντιπροσωπεύει κομβικό ζήτημα διαφοροποίησης των δυνάμεων της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Και αντίστοιχα αυτός ο προσανατολισμός επικαθορίζει και την ίδια την κοινωνική σύνθεση των κομμάτων του αριστερού κινήματος και ταυτόχρονα αυτή η σύνθεση επαναδρά και επηρεάζει την πολιτική τους στρατηγική. Σε κάθε περίπτωση οι πολιτικές και οικονομικές απολήξεις αυτών των δύο οπτικών είναι εντελώς διαφορετικές:

- Στην πρώτη περίπτωση (αντιμονοπωλιακή) ως στόχευση αυτής της διαταξικής συμμαχίας αναδεικνύεται ένα «ενδιάμεσο στάδιο» λαϊκής εξουσίας και οικονομίας, απεξάρτησης από το διεθνή ιμπεριαλισμό, με επίκεντρο την αντίθεση στα «μονοπώλια», όπου «όρος της μετωπικής αυτής συνεργασίας δεν είναι η συμφωνία για το σοσιαλισμό». Το ζήτημα «καπιταλισμός ή σοσιαλισμός» παραπέμπεται για μια ακόμη φορά στο ιστορικό ενδιαφέρον «όταν διαμορφωθούν επαναστατικές συνθήκες». Μέχρι τότε το ζήτημα είναι η «συγκέντρωση των παραγωγικών μέσων» σ’ ένα μονοπωλιακό επίπεδο που πλήττει όχι μόνον τους μισθωτούς εργαζόμενους, αλλά και τα ενδιάμεσα στρώματα (μικροί και μεσαίοι επιχειρηματίες).

- Στη δεύτερη περίπτωση (αντικαπιταλιστική) ως κυρίαρχη στρατηγική στόχευση κλιμακωμένη μέσα από τις τακτικές παρεμβάσεις στα σύγχρονα πεδία της πάλης των τάξεων αναδεικνύεται η αντιπαλότητα προς τις πολιτικές (οικονομικές, εκπαιδευτικές, κοινωνικές) που εξυπηρετούν την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής (λ.χ. εισοδηματική αποψίλωση της μισθωτής εργασίας, αξιοκρατική ταξική επιλογή στη μέση παιδεία κλπ.) με στρατηγική κατεύθυνση το σοσιαλιστικό κοινωνικό μετασχηματισμό, που αντικειμενικά ανταποκρίνεται καθολικά μόνον στα συμφέροντα χειραφέτησης της εργατικής τάξης και της νεολαίας.

Το κριτήριο προσδιορισμού της αριστερής πολιτικής δεν μπορεί να είναι το μέγεθος της κεφαλαιακής συγκέντρωσης (εναντίωση στα «μονοπώλια» και μέτωπο με τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις), αλλά απεναντίας ολόκληρο το πλέγμα και οι μηχανισμοί και θεσμοί που συγκροτούν και αναπαράγουν τις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις που είναι και το επίδικο αντικείμενο της ταξικής πάλης. Αλλωστε η κυβερνητική πολιτική του νεοφιλελευθερισμού σε ολόκληρη τη διάρκεια της 10ετίας του 1990 αντιπροσωπεύει ακριβώς την ισορροπία και το συνδυασμό των αναγκών και επιδιώξεων όλων των μερίδων της ελληνικής αστικής τάξης, οι οποίες βέβαια από την ίδια τους την οικονομική φύση βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, ωστόσο όμως ενοποιούνται σε κοινές στοχεύσεις (π.χ. εισοδηματική λιτότητα και συνδικαλιστική καταστολή της εργατικής τάξης, ενσωμάτωση της ελληνικής οικονομίας στην ΟΝΕ, απελευθέρωση της αγοράς εργασίας κλπ.) στα πλαίσια του ηγεμονικού μπλοκ εξουσίας και της κυρίαρχης κρατικής πολιτικής.

Και βέβαια αυτή η «αντιμονοπωλιακή» εκτροπή των αριστερών στοχεύσεων δεν σηματοδοτεί μόνον το ΚΚΕ, αλλά εξίσου και το ΣΥΝ ο οποίος συστηματικά υποστηρίζει την «υιοθέτηση κλαδικών και περιφερειακών πολιτικών ανάπτυξης με μοχλό έναν ορθολογικό δημόσιο τομέα με σύγχρονες τεχνολογικές υποδομές (ο ΟΤΕ και η ΔΕΗ δε διαθέτουν σύγχρονα δίκτυα και τεχνολογικό εξοπλισμό;)» και τη «στήριξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων που θα συντελέσει στην αύξηση της απασχόλησης κλπ.». Και στις δύο περιπτώσεις η «αναπτυξιολογία» σε «αντιμονοπωλιακή» κατεύθυνση είναι κοινός τόπος: «Θετική εξέλιξη της οικονομίας όταν βασίζεται σε παραγωγικές επενδύσεις με σωστή οργάνωση, διοίκηση, σύγχρονη τεχνολογία» εκτιμά ο ΣΥΝ (αυτό δεν κάνουν οι σημερινές ελληνικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις;). «Η Ελλάδα διαθέτει πλουτοπαραγωγικές πηγές για παραγωγή βιομηχανικών προϊόντων, ικανότητα παραγωγής σύγχρονων ειδών διατροφής και συσκευών, έμπειρο και μορφωμένο εργατικό δυναμικό» υποστηρίζει το ΚΚΕ ως βάση μιας «ανεξάρτητης αναπτυξιακής πορείας» της χώρας (αυτό ακριβώς δεν κάνει ο σημερινός ελληνικός καπιταλισμός, αξιοποιώντας φυσικούς πόρους, μέσα παραγωγής και εργατική δύναμη μέσα στα πλαίσια των αστικών σχέσεων παραγωγής;).

Αλλωστε οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα μικροαστικά στρώματα μπορεί να βρίσκονται σε ορισμένες συγκυρίες και επιμέρους μέτωπα σε αντίθεση με πλευρές του κυβερνητικού νεοφιλελευθερισμού και με την οικονομική επέκταση των ηγεμονικών μερίδων της ελληνικής αστικής τάξης, αυτό όμως δε σημαίνει ότι τίθενται σε συμμαχική τροχιά με το εργατικό κίνημα, ούτε ότι η οπτική αντιπολίτευσής τους τέμνεται με αριστερές στοχεύσεις. Λ.χ. οι νέες μικροαστικές τάξεις (τεχνοκρατικά ελευθεροεπαγγελματικά στρώματα) στηρίζουν κοινωνικά τη νεοφιλελεύθερη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και τον «κλειστό» χαρακτήρα της πανεπιστημιακής παιδείας και των επιστημονικών επαγγελμάτων. Εξίσου τα παραδοσιακά τμήματα της μικροαστικής τάξης των πόλεων και της υπαίθρου, όπως και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, είναι αυτές που εκμεταλλεύονται απεριόριστα την εργασία των ξένων οικονομικών μεταναστών και έτσι μετακυλίουν σε αυτούς τις δυσμενείς συνέπειες του κυβερνητικού νεοφιλελευθερισμού (μεσαίοι αγρότες, βιοτέχνες, μικροί εργολάβοι κ.λπ.). Επίσης δεν ήταν άλλα από τα στρώματα και τις μερίδες των μικροαστικών τάξεων που τροφοδότησαν ολόκληρο το κύμα των εισροών και επενδύσεων στη χρηματιστηριακή αγορά (ανεξάρτητα από τη δυσμενή κατάληξη αυτού του ρεύματος που αξιοποιήθηκε από τις εισηγμένες καπιταλιστικές επιχειρήσεις) τον προηγούμενο χρόνο, πράγμα που δείχνει ακριβώς τον καιροσκοπικό (μη-παραγωγικό) τους χαρακτήρα.

Σε κάθε περίπτωση ένα τέτιο διαταξικό μέτωπο που να διεκδικεί να καταστεί μάλιστα λαϊκή πλειοψηφία είναι ανέφικτο στην πραγματοποίησή του γιατί οι όποιες αντιθέσεις εμφανίζουν οι μικροαστικές τάξεις σε πλευρές της κρατικής πολιτικής και της «κυριαρχίας των μονοπωλίων», αυτές δεν τις οδηγούν έξω από τις συμμαχίες του κυρίαρχου κοινωνικού μπλοκ εξουσίας (αστικής τάξης και μικροαστικών τάξεων), ούτε πολύ περισσότερο τις εξαναγκάζουν σε στροφή των πολιτικών τους προσανατολισμών προς το αριστερό κίνημα, κι ακόμη περισσότερο σε κοινωνικό μέτωπο με την εργατική τάξη. Κι ακόμη περισσότερο στη σημερινή περίοδο όπου η πολιτική επένδυση των μικρομεσαίων στρωμάτων δεν κατευθύνεται μόνον στη ΝΔ (όπως γινόταν παραδοσιακά), αλλά τροφοδοτεί εξίσου πολιτικά το νεοφιλελεύθερο εκσυγχρονισμό του ΠΑΣΟΚ, και σε καμία περίπτωση δεν καταγράφονται ενδείξεις αριστερής της στροφής. Πραγματικά σε όλους τους παραγωγικούς κλάδους προωθείται με την καπιταλιστική ανάπτυξη η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, οι συγχωνεύσεις και η ανάδειξη ολιγοπωλιακών επιχειρηματικών συγκροτημάτων, η μετατόπιση των πεδίων του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού, ωστόσο όμως αυτό δε διανοίγει κανένα πλαίσιο και δυνατότητα μετωπικής συσπείρωσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων με το μισθωτό εργαζόμενο κόσμο. Ετσι, για να πάρουμε έναν καπιταλιστικό τομέα που βρίσκεται σε ανάπτυξη και εμφανίζει τέτια οικονομικά χαρακτηριστικά, αυτού των Τεχνικών Κατασκευών, πραγματικά καταγράφονται αυτές οι οικονομικές τάσεις.

Ετσι η καπιταλιστική συσσώρευση οδήγησε στο σχηματισμό του ηγεμονικού πυρήνα των 40 τεχνικών εταιριών Η΄ Τάξης που είναι οι περισσότερες εισηγμένες στο Χρηματιστήριο και έχουν «μοιραστεί» μεταξύ τους τις εργολαβίες των μεγάλων έργων, εκτοπίζοντας τις υπόλοιπες 90 εταιρίες Ζ΄ Τάξης, ενώ κάτω από αυτές βρίσκονται άλλες 170 εργοληπτικές εταιρίες Δ΄, Ε΄ και ΣΤ΄ Τάξης μαζί με άλλες 165 τεχνικές εταιρίες χωρίς ιδιαίτερα εργοληπτικά πτυχία. Και ακόμη περισσότεροι οι 40 ηγεμονικές τεχνικές επιχειρήσεις προχωρούν σε μεταξύ τους εξαγορές και συγχωνεύσεις, δημιουργώντας ολιγοπωλιακά τεχνικά συγκροτήματα που δεν υπερβαίνουν τη 10άδα (Ομιλοι ΑΕΓΕΚ, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗΣ, ΑΤΠ-ΚΑΤ κ.λπ.) που κυριαρχούν στα μεγάλα έργα. Και τα οικονομικά μεγέθη συνηγορούν σε αυτήν την κατεύθυνση: Οι 40 ηγεμονικές εταιρίες του κλάδου ελέγχουν το 43% του κύκλου εργασιών (383 δισ. σε σύνολο 898 δισ. των 465 εταιριών κατασκευών) και το 36% των καθαρών κερδών (37 δισ. σε σύνολο 102 δισ.). Ωστόσο, όμως, αυτές οι ενδοκαπιταλιστικές αντιθέσεις ολιγοπωλιακών κατασκευαστικών συγκροτημάτων και μικρομεσαίων τεχνικών εταιριών (που έχουν εξίσου αθροιστικά 515 δισ. δρχ. κύκλο εργασιών και 65 δισ. κέρδη), σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί τις τελευταίες (και για ποιο λόγο άλλωστε) σε οποιαδήποτε πρακτική, ουδέ καν σκέψη μετωπικής αριστερής συμμαχίας με το μισθωτό εργαζόμενο κόσμο των Τεχνικών Κατασκευών. Μια τέτια προοπτική ούτε ως σκέψη δεν περνάει τόσο από το νου των μικρομεσαίων εργολάβων, όσο και από το μυαλό της εργατικής τάξης.

Βέβαια είναι άλλο το ζήτημα της προβαλλόμενης από τις αναπτύξεις του ΚΚΕ «κοινωνικοποίησης» των στρατηγικών τομέων στα πλαίσια της οριζόμενης «λαϊκής οικονομίας» (υπάρχει και άλλη μορφή οικονομικής οργάνωσης πέραν της καπιταλιστικής και σοσιαλιστικής;), που ως στόχευση καθεαυτή αντιπροσωπεύει μια ορισμένη μορφή μετάβασης σε μια σοσιαλιστική οικονομική οργάνωση (εφ' όσον συνοδεύεται με εργατική διαχείριση, οριζόντιο καταμερισμό εργασίας, λειτουργία με κοινωνικά κριτήρια κλπ.). Η κοινωνικοποιημένη απαλλοτρίωση αυτών των στρατηγικής σημασίας επιχειρηματικών συγκροτημάτων, συνοδευόμενη από θεσμούς εργατικού ελέγχου και δημοκρατικής διαχείρισης σηματοδοτεί στα σίγουρα μια ρήξη-τομή με το οικονομικό σύστημα αστικής κυριαρχίας, που εκ των πραγμάτων αλλάζει τους συσχετισμούς δυνάμεων και θέτει ζήτημα ευρύτερου κοινωνικού μετασχηματισμού. Αυτό όμως εφ’ όσον περιλαμβάνει τα κυρίαρχα επιχειρηματικά συγκροτήματα στους βασικούς κλάδους παραγωγής (κλωστοϋφαντουργία, τεχνικές εταιρίες, βιομηχανία τροφίμων, σιδηρουργία, πλαστικά κλπ.) και δεν πρόκειται για μια απλή απόπειρα επιστροφής στο παραδοσιακό καθεστώς των ΔΕΚΟ μόνον (ενέργεια, επικοινωνίες, μεταφορές). Ωστόσο, όμως, μια τέτια στόχευση που έχει εν δυνάμει επαναστατικά χαρακτηριστικά, κλονίζει καίρια τον αστικό θεσμό της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και με αυτή την έννοια μπορεί να υιοθετηθεί μόνον από το μισθωτό εργαζόμενο κόσμο: Οι μικρομεσαίες τάξεις και επιχειρήσεις βρίσκονται μακριά και γενικά στον κοινωνικό αντίποδα μιας τέτιας επιδίωξης που έχει ριζοσπαστικό χαρακτήρα.

Και ακόμη περισσότερο σε μια ιστορική συγκυρία όπως η σημερινή όπου το κίνημα της εργατικής τάξης έχει υποστεί καίρια πλήγματα παραφθοράς, αποψίλωσης και αποδιάρθρωσης (συνδυασμένο αποτέλεσμα της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, της παρατεταμένης εισοδηματικής λιτότητας και μαζικής ανεργίας, του μακρόχρονου κυβερνητικού νεοφιλελευθερισμού και της δράσης των μηχανισμών του εργοδοτικού συνδικαλισμού), η συμμαχική συμπαράταξη με τις μικροαστικές τάξεις και τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες κλπ. στα πλαίσια ενός «αντιμονοπωλιακού» μετώπου, ουσιαστικά επιχειρείται με όρους ηγεμονίας των τελευταίων εξ αιτίας άλλωστε της μεγαλύτερης κοινωνικής ισχύος τους έναντι της μισθωτής παραγωγικής εργασίας. Ριζικά διαφορετικά τίθεται το ζήτημα στην περίπτωση που το ελληνικό αριστερό κίνημα κατορθώνει να συμβάλει γόνιμα και αποτελεσματικά στην ανάδειξη ενός πλατειού ριζοσπαστικού και ταξικού εργατικού συνδικαλιστικού ρεύματος-μετώπου, το οποίο στην προοπτική διαμόρφωσης μιας εναλλακτικής στρατηγικής κοινωνικού μετασχηματισμού χρειάζεται να προχωρήσει σε κοινωνικές απευθύνσεις στα ενδιάμεσα στρώματα που βρίσκονται στο μεταίχμιο ανάμεσα στους δύο κοινωνικούς συνασπισμούς. Και σε αυτήν όμως την περίπτωση, αυτό δεν μπορεί να γίνεται για τις αριστερές εργατικές και νεολαιίστικες δυνάμεις παρά κάτω από ορισμένους όρους και συγκεκριμένα:

Πρώτα απ' όλα, η μετωπική απεύθυνση δεν μπορεί να είναι συνολικά προς τις μικροαστικές τάξεις και ακόμη περισσότερο προς το μικρομεσαίο επιχειρηματικό κεφάλαιο. Απεναντίας αυτή χρειάζεται να κατευθύνεται προς συγκεκριμένες μερίδες του μικροαστικού σύμπαντος (νέα μισθωτή μικροαστική τάξη, εργαζόμενοι αγρότες παραγωγοί, διανοητικά στρώματα, ατομικά παραγωγικά εργαζόμενοι επαγγελματίες κ.λπ.) που στη συγκεκριμένη συγκυρία της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης μπορούν εν-δυνάμει να συμπαραταχθούν με το ταξικό εργατικό κίνημα και τη ριζοσπαστική νεολαία.

Στη συνέχεια, οι οποιεσδήποτε μετωπικές στοχεύσεις αναδεικνύονται δεν μπορούν να ακυρώνουν θεμελιακές εργατικές και νεολαιίστικες ανάγκες και επιδιώξεις, στο όνομα της διατήρησης των συμμαχικών ισορροπιών (λ.χ. η αναγκαία ριζική αύξηση της αμοιβής της εργατικής δύναμης δεν μπορεί να υποθηκεύεται από τις ανάγκες των μη-μονοπωλιακών επιχειρήσεων για χαμηλό ανταγωνιστικό εργατικό κόστος ή, σε άλλη περίπτωση, η αντίδραση των νέων μικροαστικών τεχνοκρατικών τάξεων δεν μπορεί να δρα ανασταλτικά στην αναγκαιότητα καθολικής πρόσβασης των νέων και των εργαζομένων στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση κλπ.).

Σε κάθε περίπτωση το ελληνικό αριστερό κίνημα δεν μπορεί στο όνομα ευρύτατων διαταξικών κοινωνικών συμμαχιών και αμβλύνει τα πεδία και τις στοχεύσεις παρέμβασης στον εργαζόμενο και νεολαιίστικο κόσμο και μέσα από τις αντιθέσεις και ανάγκες της συγκυρίας της ταξικής πάλης να αναδεικνύει τις στρατηγικές κατευθύνσεις του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού (που αποτελούν και το συνεκτικό πολιτικο-ιδεολογικό υποστήριγμα της αριστερής κοινωνικής υπόστασης), και απεναντίας να τις διαλύει μέσα σε «αντιμονοπωλιακούς» προσανατολισμούς.

Σίγουρα το ελληνικό αριστερό κίνημα βρίσκεται σε αυτό το μεταίχμιο 20ού και 21ου αιώνα σε εξαιρετικά δυσμενείς συσχετισμούς και συνθήκες (πολιτικο-εκλογική περιθωριοποίηση της Αριστεράς, μεγάλων διαστάσεων αποδιάρθρωση του εργατικού συνδικαλισμού, ισχυρές μορφές ηγεμονίας της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας). Σίγουρα απουσιάζουν οι υλικοί υποκειμενικοί όροι που να θέτουν το ζήτημα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού (και όποιων άλλων μεταρρυθμιστικών μεταβατικών παρεμβάσεων) ως άμεση εναλλακτική λύση στο επίπεδο της εξουσίας και της παραγωγής. Σίγουρα τα μέτωπα αριστερής πάλης βρίσκονται στα πεδία της προάσπισης των συνδικαλιστικών ελευθεριών στην καπιταλιστική παραγωγή, της διεκδίκησης ριζικών αυξήσεων της εργατικής τάξης, της διασφάλισης των μορφωτικών δικαιωμάτων της εφηβικής νεολαίας, της προστασίας του κοινωνικού χαρακτήρα του ασφαλιστικού συστήματος των εργαζομένων, της επανακατάκτησης του ιστορικού εργατικού 8ωρου κλπ. Ωστόσο, όμως, μέσα στις συνθήκες του κυρίαρχου δικομματικού νεοφιλελευθερισμού, αυτές οι αναγκαίες ταξικές αντιπαραθέσεις, εκ των πραγμάτων δε μπορούν να διεξαχθούν, δε μπορούν να έχουν αποτελεσματικότητα, δε μπορούν να αποκτήσουν αξιοπιστία και φερεγγυότητα, δεν μπορούν να προσλάβουν μαζικά χαρακτηριστικά, παρά αποκαλύπτοντας την ταυτότητα που τους δίνει η ίδια η πραγματικότητα, δηλαδή εντασσόμενες στη σοσιαλιστική στρατηγική προοπτική, συμπυκνώνοντας μέσα σε αυτήν και τη δημοκρατική αντίσταση, και τις μεταρρυθμιστικές τομές, και την αντικαπιταλιστική οπτική και πρακτική.

 

ΟΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ;

Αλέξανδρος Τομπουλίδης - West Palm Beach, Florida USA

Σε αρκετά σημεία στα κεφάλαια 1, 2, 4 και 5 των Θέσεων για το 16ο Συνέδριο, γίνεται λόγος για ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και για ανταγωνισμό μεταξύ των μεγαλύτερων καπιταλιστικών χωρών. Δίνεται η εντύπωση ότι η εργατική τάξη, οι λαοί των χωρών, ανεπτυγμένων και υπανάπτυκτων, που αγωνίζονται κατά του ιμπεριαλισμού και κατά της εκμετάλλευσης, μπορούν να ωφεληθούν από αυτές τις αντιθέσεις και τους ανταγωνισμούς μεταξύ των ιμπεριαλιστικών χωρών.

Κατά τη γνώμη μου, αυτή η εκτίμηση είναι λανθασμένη και δημιουργεί αυταπάτες στην εργατική τάξη και σε κάθε λαό που αγωνίζεται για την πρόοδο, την ειρήνη και το σοσιαλισμό. Και να για ποιο λόγο.

Οταν ένα ζαρκάδι το έχουν αρπάξει επτά λύκοι και το έχουν ξαπλώσει στο έδαφος και έχουν αρχίσει να ξεσκίζουν τις σάρκες του, που και που ένας λύκος γυρίζει και γαβγίζει στο διπλανό του λύκο, γιατί εκείνος άρπαξε κάποιο εκλεκτό κομμάτι από τα εντόσθια. Αυτό όμως δεν είναι παρηγοριά για το άμοιρο ζαρκάδι που βλέπει τις σάρκες του να ξεσκίζονται και να τρώγονται από τους επτά λύκους που, παρά τις μικροδιαφορές τους για τα εκλεκτά κομμάτια, ο σκοπός τους παραμένει ένας και σταθερός: να αποτελειώσουν το ζαρκάδι και να καταπιούν και την τελευταία ίνα της σάρκας του.

Στη θέση των αιμοδιψών λύκων είναι οι επτά μεγαλύτερες καπιταλιστικές χώρες μέλη του G-7. Και στη θέση του ζαρκαδιού είναι οι λαοί, οι εργαζόμενοι αυτής της γης.

Με το τέλος του Β΄ παγκόσμιου πολέμου οι ΗΠΑ αναδείχτηκαν ως η ισχυρότερη χώρα οικονομικά και στρατιωτικά όλου του καπιταλιστικού κόσμου. Οι εκμεταλλεύτριες τάξεις όλων των χωρών, νικητών και ηττημένων, είδαν ότι μετά από κάθε παγκόσμιο πόλεμο όλο και περισσότεροι λαοί άνοιγαν τα μάτια τους και καταλάβαιναν τη βαρβαρότητα του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού και διάλεγαν το δρόμο της κοινωνικής απελευθέρωσης, της ειρήνης και του σοσιαλισμού.

Κατά τη διάρκεια του Α΄ παγκόσμιου πολέμου, πρώτη η Ρωσία έσπασε τα προαιώνια δεσμά της εκμετάλλευσης και άνοιξε το δρόμο για την ειρήνη, τη δικαιοσύνη και το σοσιαλισμό. Με το τέλος του Β΄ παγκόσμιου πολέμου, μια σειρά από χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης ακολούθησαν το παράδειγμα της Ρωσίας. Στα χρόνια που ακολούθησαν και άλλες χώρες σε άλλες ηπείρους προχώρησαν στη ρήξη με τον καπιταλισμό, όπως η Κίνα, το Βιετνάμ και η Κούβα. Και δεκάδες άλλες χώρες, κυρίως στην Αφρική και την Ασία, έσπασαν τα δεσμά αιώνων αποικιοκρατίας.

Ολες αυτές οι εξελίξεις του πρώτου μισού του 20ού αιώνα έκαναν τις κυρίαρχες τάξεις στις καπιταλιστικές-ιμπεριαλιστικές χώρες να προχωρήσουν σε μια νέα μορφή εκμετάλλευσης των λαών. Οχι πια με τρόπο άναρχο και καταστρεπτικό για τις ίδιες.

Κάτω από τη μπότα της κυρίαρχης τάξης των ΗΠΑ και για την επιβίωση του καπιταλιστικού εκμεταλλευτικού συστήματος, όλες οι καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης μαζί με τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία έχουν προχωρήσει σε στρατηγική συνεννόηση και συνεργασία με στόχο πάντα την εκμετάλλευση των λαών και τη συνεχώς μεγαλύτερη συγκέντρωση πλούτου στα χέρια των μονοπωλίων. Τον τυφλό ανταγωνισμό μεταξύ των μονοπωλίων και των κυρίαρχων τάξεων των ιμπεριαλιστικών χωρών έχει αντικαταστήσει τώρα η συνεννόηση και η συνεργασία.

Ετσι, με υπόδειξη και κάτω από την πίεση των ΗΠΑ δημιουργήθηκε στη Δυτική Ευρώπη η Κοινή Αγορά, η σημερινή Ευρωπαϊκή Ενωση, με στόχο να σωθεί το καπιταλιστικό σύστημα στην Ευρώπη και ταυτόχρονα να δημιουργηθεί μια οικονομική βάση για τη στήριξη του στρατιωτικού επιθετικού οργανισμού του ΝΑΤΟ. Αλλά δεν ήταν αυτή η μόνη έμπρακτη έκφραση συνεργασίας των καπιταλιστών. Οι ιμπεριαλιστικές χώρες έχουν προχωρήσει στη δημιουργία μιας σειράς οργανισμών, συναντήσεων και συνεννοήσεων με σκοπό να κάνουν αποτελεσματικότερη την εκμετάλλευση των λαών, αλλά και ταυτόχρονα να την κάνουν και λιγότερο ορατή από τους ολοένα και περισσότερο αφυπνιζόμενους λαούς.

Ετσι δημιούργησαν πολιτικές συνεννοήσεις: παλιότερα την Τριμερή Επιτροπή (ΗΠΑ, Καναδάς, Δυτική Ευρώπη, Ιαπωνία) και τα τελευταία 15 χρόνια τη Λέσχη των επτά πλουσιότερων χωρών, G-7.

Δημιούργησαν οικονομικούς οργανισμούς, άλλους περιφερειακούς όπως την ΕΟΚ στη Δυτική Ευρώπη και τη NAFTA στη Βόρεια Αμερική και άλλους παγκόσμιους, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Παγκόσμια Τράπεζα, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (πρώην GATT) και τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).

Εχουν στήσει ακόμα και διεθνείς συναντήσεις από εκπροσώπους του μεγάλου κεφαλαίου και των κυρίαρχων τάξεων των ιμπεριαλιστικών χωρών που γίνονται στο μισοσκόταδο, όπως η λέσχη Μπίλντεμπεργκ.

Και τέλος, βέβαια, έχουν στήσει και τους στρατιωτικούς οργανισμούς για την περίπτωση που οι άλλοι μέθοδοι καθυπόταξης και εκμετάλλευσης των λαών δεν φέρουν αποτέλεσμα. Τέτιοι οργανισμοί είναι το ΝΑΤΟ ανάμεσα στη Δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ, το ΣΕΑΤΟ ανάμεσα στις ΗΠΑ και χώρες του Ειρηνικού Ωκεανού.

Με τη δημιουργία και εδραίωση όλων αυτών των οργανισμών και συνεννοήσεων οι ΗΠΑ και οι άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες της Ευρώπης έχουν διαπράξει τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά των λαών, από το 1945 και μετά.

Πρώτη πράξη στη σειρά των εγκλημάτων των ΗΠΑ, σε συνεργασία με την Αγγλία, ήταν η επέμβαση στην Ελλάδα και ο εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε (1946-1949). Και ακολούθησαν :

- Η επέμβαση στην Κορέα (1950-1953).

- Ο σφαγιασμός των λαών της Ινδοκίνας (Βιετνάμ, Λάος, Καμπότζη) από τη Γαλλία (1945-1955) και εν συνεχεία από τις ΗΠΑ (1955-1975).

- Η επέμβαση στο Κογκό και η δολοφονία του Πατρίς Λουμπούμπα (1960), σε μια συνδυασμένη ενέργεια των ΗΠΑ, Γαλλίας και Βελγίου.

- Επεμβάσεις, ανατροπές κυβερνήσεων και δολοφονίες πολιτικών ηγετών σε μια σειρά από χώρες: Περσία, Ιράκ, Ινδονησία, Κούβα, Αϊτή, Παναμάς, Γουατεμάλα, Νικαράγουα, Γρενάδα, Χιλή, Λιβύη, Σομαλία.

Το 1991 όλες οι ιμπεριαλιστικές χώρες επιτέθηκαν με πρωτοφανή μανία κατά του Ιράκ. Με την ίδια μανία επιτέθηκαν πέρυσι, την άνοιξη του 1999, κατά της Γιουγκοσλαβίας. Ολα αυτά τα τελευταία 55 χρόνια, σε όλες τις επεμβάσεις που έχουν κάνει οι ΗΠΑ ή κάποια άλλη ιμπεριαλιστική χώρα ή όλες μαζί, δεν ακούστηκε ποτέ καμιά διαφωνία από τις ολιγαρχίες του πλούτου των ιμπεριαλιστικών χωρών. Ολοι είχαν και έχουν μια φωνή, μια γνώμη, έναν σκοπό. Πώς θα γονατίσουν τους λαούς, πως θα τους εκμεταλλευτούν περισσότερο. Ολες οι καπιταλιστικές χώρες υποστηρίζουν σταθερά, κατά τα τελευταία 55 χρόνια, άλλες ανοιχτά και άλλες καλυμμένα, όλες τις επεμβάσεις των ΗΠΑ, το καθεστώς του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική, την ανατροπή νομίμων κυβερνήσεων και την εγκαθίδρυση στρατιωτικών - φασιστικών δικτατοριών, τις δολοφονίες πολιτικών ηγετών, τη βία και την τρομοκρατία που ασκούν οι ΗΠΑ και χώρες-όργανά τους, πάνω σε όλους τους φτωχούς και αδύναμους λαούς της γης.

Ακόμα και ο ΟΗΕ που πολλοί λαοί τον είδαν ως προστάτη των μικρών και αδύναμων χωρών, έχει καταντήσει υποχείριο και συνένοχος των ΗΠΑ και των άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Αλλοτε με τη σιωπή του και άλλοτε με την ανοιχτή συμμετοχή του, ο ΟΗΕ έχει γίνει συνεργός σε εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας (Ελλάδα 1946-1949, Παλαιστίνη 1948-σήμερα, Κορέα 1950-1953, Βιετνάμ 1955-1975, Κογκό 1960, Ανατολικό Τιμόρ 1975-1999, Ιράκ 1991-σήμερα, Γιουγκοσλαβία 1991-σήμερα).

Με ένα μέρος από τα τεράστια κέρδη που αποκομίζουν οι ιμπεριαλιστικές χώρες, έχουν δημιουργήσει μια παγκόσμια υποκουλτούρα για την πνευματική αποχαύνωση και τον εκφυλισμό των λαών. Εντυπα, τηλεόραση, κινηματογράφος, θρησκεία, ναρκωτικά, αθλητισμός προς θέαμα. Ολα τα χρησιμοποιούν προκειμένου να τυφλώσουν τους εργαζόμενους, τους λαούς της γης, για να μην αντιλαμβάνονται την εκμετάλλευση και τα εγκλήματα που διαπράττουν εις βάρος τους.

Στις χώρες δε που αντιστέκονται σε αυτή τη βαρβαρότητα της νέας τάξης πραγμάτων, οι ιμπεριαλιστές υποκινούν τον εθνικιστικό σοβινισμό και το θρησκευτικό φανατισμό, για να προκαλέσουν διαίρεση των λαών και αναταραχή και να εμφανιστούν εν συνεχεία οι ίδιοι οι υποκινητές, ως σωτήρες και ειρηνοποιοί και να επιβάλουν τη στρατιωτική παρουσία τους και τις λύσεις που συμφέρουν τα διεθνή μονοπώλια (Κύπρος, Παλαιστίνη, Κοσσυφοπέδιο, Τσετσενία, Ανατολικό Τιμόρ, Λιβερία, Σιέρα Λεόνε, Κογκό, Ινδικό Κασμίρ).

Απ΄ όλα τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι η εγκληματικότητα, η βία και η τρομοκρατία είναι καθαρά δημιουργήματα και αναπόσπαστα συστατικά στοιχεία του ιμπεριαλισμού και σκοπό έχουν τον εκφοβισμό των λαών και τη δικαιολόγηση όλο και περισσότερων δυνάμεων καταστολής.

Οι ιμπεριαλιστές πιπιλίζουν το μυαλό των εργαζόμενων, των λαών της γης, με τη θεωρία ότι η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση είναι η φυσική τάξη πραγμάτων, η αναπόφευκτη εξέλιξη της κοινωνίας και ότι είναι μία ιστορική εξέλιξη μη αναστρέψιμη. Ετσι προσπαθούν να αποκοιμίσουν τους λαούς και να τους ενσταλάξουν την ηττοπάθεια και τη μοιρολατρία.

Ομως, όλες οι κυρίαρχες ιμπεριαλιστικές τάξεις γνωρίζουν πολύ καλά ότι η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση είναι αναστρέψιμη και ότι οι μέρες του καπιταλισμού είναι μετρημένες.

Οι λαοί έχουν αποκτήσει και πείρα και γνώσεις και κάθε μέρα αφυπνίζονται όλο και περισσότερα θύματα της καπιταλιστικής σκλαβιάς.

Μπορεί η διάλυση των σοσιαλιστικών χωρών στην Ευρώπη να ήταν μια οπισθοδρόμηση στον αγώνα των λαών για κοινωνική και οικονομική απελευθέρωση, όμως η ιστορία δε σταμάτησε.

Οι λαοί θα επανέλθουν σύντομα ορμητικότεροι, καλύτερα προετοιμασμένοι και οργανωμένοι. Οι ολιγαρχίες του πλούτου το γνωρίζουν καλά αυτό και γι’ αυτό οργανώνουν την άμυνά τους. Φτιάχνουν συνεχώς νέους στρατούς και νέες αστυνομίες, χαλκεύουν νέα δεσμά για τους εργαζόμενους και τους λαούς του κόσμου. Προσπαθούν να απομακρύνουν όσο γίνεται περισσότερο το τέλος του καπιταλισμού.

Ας μην έχουμε αυταπάτες. Οι ιμπεριαλιστικές χώρες δεν έχουν μεταξύ τους καμιά διαφορά παρά μόνο μερικές στιγμές για κάποιο εκλεκτό φιλέτο. Είναι ενωμένες, οργανωμένες και αδίστακτες. Πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε σαν μια αγέλη αιμοδιψών λύκων.

Οι ιμπεριαλιστές έχουν ένα μόνο στόχο: την εκμετάλλευση και την καταλήστευση των λαών της γης.

Και οι λαοί πρέπει να έχουν έναν και μόνο ξεκάθαρο στόχο. Την οργανωμένη, συνεχή και σταθερή αντίσταση και πάλη για την κατάργηση της καπιταλιστικής και ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας, την αφαίρεση της εξουσίας από την ολιγαρχία του πλούτου και τη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας που θα στηρίζεται στην ανθρωπιά και στη λογική, με στόχο την παντοτινή και πανανθρώπινη ειρήνη και το σοσιαλισμό.

 

ΕΝΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΔΥΟ

Παναγιώτης Τσαπόγας - Χολαργός, Αθήνα

Σύντροφοι.

Τα πράγματα έχουν αλλάξει από το 15ο συνέδριο σχετικά με τον προσυνεδριακό διάλογο. Τότε τα μέλη, τα στελέχη, οι οπαδοί και οι φίλοι του Κόμματος με σωρεία γραμμάτων προς την επιτροπή προσυνεδριακού διαλόγου και τη συζήτηση μέσα στις ΚΟΒ προσπαθούσαμε να διαμορφώσουμε το «άχρωμο» πρώτο κείμενο, σχέδιο προγράμματος, σε επαναστατική - επιστημονική κατεύθυνση. Η πραγματική γόνιμη εκείνη διαδικασία έφερε τους αναμενόμενους καρπούς. Το 15ο Συνέδριο ψήφισε πρόγραμμα επαναστατικό, απόλυτα σύμφωνο με τις σύγχρονες συνθήκες, πρόγραμμα οδηγό ενός επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος.

Τώρα, οι θέσεις της ΚΕ που δόθηκαν πρόσφατα στη δημοσιότητα για το 16ο Συνέδριο επαναβεβαιώνουν και εξειδικεύουν στη σωστή κατεύθυνση τις αποφάσεις του 15ου Συνεδρίου. Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς ο προσυνεδριακός διάλογος να εστιαστεί στην ανταλλαγή εμπειρίας, στον εντοπισμό των αδυναμιών μας και την προβολή προτάσεων για το ξεπέρασμά τους.

Ωστόσο, βρέθηκα πραγματικά σε μεγάλη αμηχανία, όταν από τις πρώτες κιόλας μέρες του δημόσιου διαλόγου μέσα από το «Ριζοσπάστη» είδα να διατυπώνονται απόψεις που διακατέχονταν από μια σύγχυση πάνω σε βασικά ζητήματα της πολιτικής μας (χαρακτήρας του Μετώπου, συνεργασίες, ΕΕ). Προκαλεί αίσθηση το γεγονός ότι μπορεί να βρει κανείς συγκεντρωμένες όλες αυτές τις απόψεις σε ένα (!) άρθρο που δημοσιεύτηκε στο «Ριζοσπάστη» στις 14/10/2000 στα πλαίσια του δημόσιου διαλόγου για το 16ο Συνέδριο - αν είναι τυχαίο ή όχι δεν είμαι σε θέση να κρίνω. Πρόκειται για το άρθρο του Γιάννη Θεωνά με τίτλο: «Να αναληφθούν οι ευθύνες», στο οποίο θα επιχειρήσω να απαντήσω καθώς από ό,τι φαίνεται τα «ευκόλως εννοούμενα» δεν πρέπει να παραλείπονται.

Ο Γιάννης Θεωνάς πιστεύει «ότι δεν πάμε καλά», ότι η ΚΕ κάνει λάθος στις εκτιμήσεις της για τον απολογισμό της δράσης του κόμματος και ότι αυτό φαίνεται από αντικειμενικούς δείκτες.

Πρώτος αντικειμενικός δείκτης η «πολιτική επιρροή του Κόμματος». Πολύ σωστά! Συνεχίζει όμως ο σύντροφος για να μας πληροφορήσει ότι: «Οπως αυτή (η πολιτική επιρροή) εκφράζεται με τα ποσοστά των εκλογών του 1996 και του 2000 είναι επικίνδυνα στάσιμη». Μέγα λάθος και βάναυσος ακρωτηριασμός της Λενινιστικής διδασκαλίας! Από πότε, σύντροφε, κύριο στοιχείο για την πολιτική επιρροή ενός επαναστατικού κόμματος είναι τα ποσοστά στις αστικές εκλογές; Φαίνεται ότι οι μεγαλειώδεις αγροτικές κινητοποιήσεις, ο αντιιμπεριαλιστικός πυρετός που κατέλαβε από άκρη σε άκρη όλη τη χώρα, άφησαν ασυγκίνητο το σύντροφο! Ακόμα και τα ίδια αυτά εκλογικά ποσοστά δεν τα μελέτησε καλά ο σύντροφος. Δεν είδε, σε συνθήκες ολομέτωπης επίθεσης, τις χιλιάδες κόκκινες ψήφους νέων ανθρώπων που είδαν στο ΚΚΕ την προοπτική του αγώνα και της επίλυσης των προβλημάτων τους.

Δεύτερος αντικειμενικός δείκτης «Η πορεία των αγώνων της εργατικής τάξης». Πάρα πολύ σωστά! Στη συνέχεια όμως πάλι μας τα χαλάει ο σύντροφος. Υποστηρίζει ότι εδώ υπάρχει φθίνουσα πορεία, αν συγκρίνουμε τις κινητοποιήσεις της εξαετίας 1989-1994 με αυτές της περιόδου 1995-2000 (έμμεση επίθεση κατά του 15ου Συνεδρίου). Δεν ξέρω από πού το έβγαλε αυτό το συμπέρασμα ο σύντροφος, καθώς θα μπορούσε κανείς να αναφερθεί σε σειρά δυναμικών-μαζικών κινητοποιήσεων κατά την περίοδο 1995-2000. Η μόνη διαφορά ανάμεσα στις δύο περιόδους είναι ότι κατά την πρώτη περίοδο ήταν πιο εύκολο το κατέβασμα των εργαζομένων στο δρόμο, καθώς το ΠΑΣΟΚ που επηρέαζε τη μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων στο μεγαλύτερο τμήμα της πρώτης περιόδου, ήταν στην αντιπολίτευση και είχε κάνει κεντρικό ζήτημα της αντιπολιτευτικής του πολιτικής τις εργατικές κινητοποιήσεις (ΕΑΣ, ΕΑΣ ΝΑ ΦΥΓΕΙ Ο ΚΕΡΑΤΑΣ). Από αυτήν την άποψη οι κινητοποιήσεις που ακολούθησαν, χωρίς τη στήριξη, αλλά αντίθετα με την ανοιχτή υπονόμευση της συνδικαλιστικής ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ και κάτω από ακόμα πιο οξυμένη επίθεση του Κεφαλαίου, είχαν σαφώς ποιοτικά χαρακτηριστικά. Ελεος! Στην ίδια χώρα ζούμε και δεν έχουν περάσει δα και πολλά χρόνια!

Στη συνέχεια ο Γιάννης Θεωνάς αναφέρεται επιδερμικά (μόλις σε έξι γραμμές) στα υπαρκτά προβλήματα της οργανωτικής ανάπτυξης και λειτουργίας των ΚΟΒ (πρόβλημα για το οποίο δηλώνει αναρμοδιότητα!) και της χαμηλής κυκλοφορίας του «Ριζοσπάστη». Προβλήματα τα οποία αναλύονται διεξοδικά στις θέσεις της ΚΕ και μάλιστα προτείνονται και συγκεκριμένες λύσεις, κάτι που ξέχασε να κάνει ο σύντροφος Θεωνάς.

Και τώρα έρχεται η σειρά του Μετώπου, ο χαρακτήρας του οποίου «διαφοροποιείται», με αποτέλεσμα να «συρρικνώνεται η συσπειρωτική δυναμική του», και όλα αυτά εξαιτίας της στρατηγικής θέσης που δίνει η ΚΕ στο Μέτωπο, στα πλαίσια της διαδικασίας σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της χώρας μας. Πραγματικά, πόσο ενοχλητική μπορεί να γίνει αυτή η ΚΕ που το μόνο που σκέφτεται είναι η πραγμάτωση του σοσιαλισμού! Τα επιχειρήματα του συντρόφου δεν είναι τίποτα άλλο από μεταγραφή των επιχειρημάτων της αστικής τάξης που μέσω των κονδυλοφόρων της χύνει κροκοδείλια δάκρυα (και το φαρμάκι της), περί δήθεν απομονωτισμού και περιχαράκωσης του ΚΚΕ. Τι να κάνουμε σύντροφε Θεωνά, ο σοσιαλισμός, ευτυχώς για την εργατική τάξη - δυστυχώς για τους εχθρούς της, παραμένει ο στρατηγικός στόχος του Κόμματός μας και το μέτωπο πρέπει να παίξει το ρόλο του για την υλοποίηση αυτού του στόχου. Δε θέλουμε το μέτωπο για το μέτωπο.

Στη συνέχεια στο στόχαστρο του Γιάννη Θεωνά μπαίνει η πολιτική του Κόμματός μας στο συνδικαλιστικό κίνημα. Πώς άλλωστε θα μπορούσε να μείνει στο απυρόβλητο ένα τόσο κεντρικό ζήτημα. Ο σύντροφος ούτε λίγο ούτε πολύ κατηγορεί το κόμμα για σεχταριστική πολιτική και ισχυρίζεται ότι με την τακτική που ακολουθεί οδηγεί στη διάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος. Σίγουρα ο κύριος Πολυζωγόπουλος δε θα μπορούσε με τόσο εύγλωττο τρόπο να διατυπώσει την ταυτόσημη επιχειρηματολογία του! Αυτό που δε βλέπει ο σύντροφος Θεωνάς είναι το τόσο απλό, ότι δηλαδή οι εκπρόσωποι του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος - του ταξικού πόλου -στον οποίο αναφέρεται με φανερή ειρωνεία στη 17η σειρά του άρθρου του- δε θα μπορούσαν να κάθονται στο ίδιο τραπέζι με τους καλοπληρωμένους εκπροσώπους του κεφαλαίου, όπως έχουν καταντήσει οι υψηλές ηγεσίες των ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ, ΣΥΝ και να μιλούν για το «καλό» της εργατικής τάξης. Κάτι τέτιο θα ήταν πραγματική κοροϊδία απέναντι στην εργατική τάξη, που ας μην την υποτιμάμε, έχει αρχίσει και καταλαβαίνει τι παίζεται. Το ΠΑΜΕ όχι απλά δεν αποτελεί διασπαστική κίνηση, αλλά αντίθετα δίνει νέα πνοή στο συνδικαλιστικό κίνημα της χώρας μας και βοηθάει τους εργαζόμενους να ξεπεράσουν τις αυταπάτες τους και να αναπτύξουν την ταξική τους συνείδηση.

Αλλο ένα ζήτημα για το οποίο το ΚΚΕ δέχεται σωρεία επιθέσεων από την αστική τάξη είναι η πάγια θέση του για αποδέσμευση της χώρας μας από τον ιμπεριαλιστικό σχηματισμό της ΕΕ. Και τι περίεργο (!), ο σύντροφος Θεωνάς υιοθετεί αυτήν την πολεμική περιβάλλοντάς την με αριστερή φρασεολογία. Θεωρεί ότι «η θέση για αποδέσμευση δε βοηθά σήμερα το κόμμα να αναπτύξει καλύτερα την παρέμβασή του σε ευρωπαϊκό επίπεδο». Πραγματικά δεν υπάρχει ίχνος λογικής στο παραπάνω. Πότε ο στόχος της αποδέσμευσης, που εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο προτάσεων του ΚΚΕ, εμπόδισε την ουσιαστική και πρωτόβουλη δράση του κόμματός μας σε ανάπτυξη συσπειρώσεων (βλ. προσφάτως Πράγα) τις οποίες επικαλείται ο σύντροφος. Το ΚΚΕ χωρίς να κρύβει τη θέση του για αποδέσμευση σε όλα τα fora και τις ευρωπαϊκές συνδιασκέψεις αριστερών και εργατικών κομμάτων, συνδικαλιστικών οργανώσεων, όχι απλά δεν απομονώθηκε, αλλά αντίθετα αναδείχτηκε και αναγνωρίστηκε ως ουσιαστικός παράγοντας με μεγάλη επίδραση στην προσπάθεια ανανέωσης και ανάπτυξης του αριστερού κινήματος στην Ευρώπη. Οι εκπρόσωποι της αστικής τάξης δε θέλουν να το καταλάβουν αυτό. Ελπίζω ο σύντροφος Θεωνάς, απλά να μη μπορεί να το καταλάβει.

Φυσικό και αναμενόμενο, μετά από όλα αυτά, το άρθρο του Γιάννη Θεωνά να κλείνει με τη μόνιμη και μονότονη επωδό της αστικής τάξης περί έλλειψης δημοκρατίας στους κόλπους του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο σύντροφος μιλάει για αποκλεισμό των διαφορετικών απόψεων και καταγγέλλει μεθόδευση στο 15ο Συνέδριο, «προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο αποκλεισμός»! Είχα την πολύ μεγάλη τιμή να είμαι σύνεδρος στο 15ο Συνέδριο, το οποίο θεωρώ ένα από τα πιο σημαντικά συνέδρια της ιστορίας του Κόμματος. Ο σύντροφος Θεωνάς γνωρίζει ότι η τροποποίηση στο καταστατικό υπαγορεύτηκε από πρακτικούς-ουσιαστικούς λόγους. Επίσης γνωρίζει πολύ καλά ότι και αν ακόμα δε γινόταν η αλλαγή στο καταστατικό τα «ορισμένα στελέχη» που «αποκλείστηκαν», έτσι και αλλιώς δε θα εκλέγονταν στην ΚΕ, καθώς βρίσκονταν πολύ κάτω στις προτιμήσεις των συνέδρων! Οι αποφάσεις του 15ου Συνεδρίου είναι αποτέλεσμα απολύτως δημοκρατικών διαδικασιών, πριν και κατά τη διάρκεια των εργασιών του συνεδρίου.

Δυστυχώς, σύντροφοι, ένα άρθρο στα πλαίσια του δημόσιου διαλόγου για το 16ο συνέδριο «σπαταλήθηκε» για να δείξω ότι ένα και ένα κάνουν δύο! Τέλος πάντων, ίσως χρειάζεται και αυτό. Ελπίζω οι απόψεις αυτές του συντρόφου Γιάννη Θεωνά να εκφράζουν απλά μια προσωπική πικρία, που του εύχομαι να ξεπεράσει, και τίποτα παραπάνω.

 

ΤΟ 16ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΕΛΠΙΔΑΣ ΚΑΙ ΑΓΩΝΩΝ

Ευάγγελος Κ. Τσούκας - ΚΟ Νεάπολης - Θεσσαλονίκης

Αγαπητοί σύντροφοι,

Αποτελεί «κοινό τόπο» για μας τους κομμουνιστές ιδιαίτερα και για ολόκληρο τον εργαζόμενο λαό γενικότερα, προ πάντων για την εργατική τάξη και τη συνειδητή της πρωτοπορία, η είδηση της αναγγελίας πραγματοποίησης του κομματικού συνεδρίου, ως ενός πολύ σημαντικού πολιτικού και κοινωνικού γεγονότος της δημόσιας ζωής του λαού.

Ομως το 16ο συνέδριό μας, πιστεύω, πως αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία, όχι μόνο για την ελληνική δημόσια συγκυρία, αλλά και μια ιστορικότητα με παγκόσμια πλατύτητα, εξ αιτίας της διεθνούς ακτινοβολίας που εκπέμπει και του κύρους που απολαμβάνει, λόγω του ιστορικού του ρόλου -μέσα στις σύγχρονες συνθήκες της παγκοσμιοποιημένης ταξικής πάλης- από το παγκόσμιο κομμουνιστικό, εργατικό και προοδευτικό κίνημα.

Οι ίδιες οι θέσεις της ΚΕ του κόμματος ξεπέρασαν κάθε προσδοκία πολιτικής ωριμότητας και κοινωνικής προοπτικής για μια πορεία της Ε.Τ. και των συμμάχων της, ως μονόδρομου, ενάντια στο σύγχρονο μεσαίωνα της καπιταλιστικής βαρβαρότητας των μονοπωλίων.

Για πρώτη φορά διατυπώνονται οι θέσεις της ΚΕ του κόμματος σε προσυνεδριακό διάλογο με τόση ιδεολογικο-πολιτική καθαρότητα, τόσο στο επίπεδο της ανάλυσης όσο και στον τομέα της σύνθεσης. Του καθορισμού, δηλαδή της Στρατηγικής της Ε.Τ. και της συνειδητής της πρωτοπορίας σε διαλεκτική σχέση πάντοτε με την Τακτική πάλης του άμεσου και επείγοντα στόχου. Της συγκρότησης του ΑΑΔΜ, ως αντίπαλου δέους, του οργανωμένου λαϊκού κινήματος, ενάντια στην υπάρχουσα και καλπάζουσα βαρβαρότητα, σε κάθε μορφή της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ζωής του λαού, που θέλει να επιβάλλει με κάθε ανήθικο μέσο και άνομο τρόπο η παγκόσμια νέα τάξη πραγμάτων, πολυεθνικών μονοπωλίων του κεφαλαίου. Θα έλεγα πως: Η Μ-Λενινιστική υλιστική θεωρία που διατρέχει το σύνολο των θέσεων της ΚΕ, σε όλο το πλάτος και το βάθος τους, βρίσκεται σε τόση ακρίβεια ερμηνείας, σε πλήρη αντιστοιχία με την αντικειμενική πραγματικότητα, που χρόνια έχει να γνωρίσει το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα.

Το δεύτερο και πολύ σημαντικό μήνυμα που προκύπτει άμεσα από τις θέσεις της ΚΕ του κόμματος είναι ότι:

Απ’ όλα τα ελληνικά κόμματα διαχειριστικά ή μη του συστήματος του μονοπωλιακού καπιταλισμού, μόνο το ΚΚΕ με απόλυτη ειλικρίνεια, νηφαλιότητα και σταθερότητα τοποθετεί τη σύγχρονη πραγματικότητα στις πραγματικές της διαστάσεις.

Με σύγχρονους πολιτικούς και κοινωνικο-οικονομικούς όρους περιγράφει, επισημαίνει και καταγγέλλει τα πράγματα με τ’ όνομά τους προς κάθε κατεύθυνση:

1) Με την πολιτική του πρόταση για συμπαράταξη όλων των καταπιεζομένων τάξεων και λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων για τη συγκρότηση του ΑΑΔΜ πάλης, δείχνει το μονόδρομο, στο οργανωμένο λαϊκό κίνημα της αντίστασης, αντεπίθεσης-ρήξης με τα μονοπώλια.

2) Ξεκαθαρίζει το πολιτικό τοπίο της ταξικής πάλης της Ε.Τ. και των συμμάχων της, οριοθετώντας με σαφήνεια τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ των εργαζομένων - της πόλης και της υπαίθρου - συνολικά από τη μια πλευρά και από την άλλη των καπιταλιστών του πολυεθνικού μονοπωλίου.

3) Με ευθύτητα και χωρίς μισόλογα και υπονοούμενα, διαλύει κάθε σκεπτικισμό, κάθε απόπειρα συσκοτισμού και θολής εκμετάλλευσης από τους ταξικούς εχθρούς του Λαού, που με την αζημίωτη βοήθεια των χρυσοκάνθαρων κονδυλοφόρων, παραδοσιακών και νεοφώτιστων απολογητών του συστήματος, θα επιχειρήσει η άρχουσα τάξη των καπιταλιστών, στην προσπάθειά της να αποξενώσει τους εργαζόμενους από το συνεπή σύμμαχό τους, την Ε.Τ. και την πολιτική της πρωτοπορία το ΚΚΕ.

4) Χωρίς μεγαλοστομίες και επιπόλαιες επάρσεις, υποδείχνει προς την Ε.Τ. και τ’ άλλα εργαζόμενα στρώματα ότι ο μοναδικός δρόμος αντίστασης, είναι ο δρόμος του αγώνα χωρίς αναστολές, χωρίς δισταγμούς και συμβιβασμούς. Η αφύπνιση και η απεγκλώβιση από κάθε είδους χειραγώγηση της καπιταλιστικής ιδεολογίας, αλλά και της νοοτροπίας του εφησυχασμού, της απομόνωσης, της παθητικότητας που καθημερινά ενσταλάζουν στη συνείδηση του λαού, αποτελούν πρώτης προτεραιότητας μέλημα του κόμματος και του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος. Και τέλος:

5) Αφυπνιζόμενος ο εργαζόμενος ελληνικός λαός να ενταχθεί συνειδητά, μαζικά και αποφασιστικά στις γραμμές του ΑΑΔΜ πάλης, στηρίζοντας τη μεγάλη κοινωνικοπολιτική συμμαχία των τάξεων, καθώς και των διαφόρων στρωμάτων, ομάδων, εργαζομένων της πόλης και του χωριού, που στην εποχή μας γίνονται ο στόχος της βάρβαρης καταπίεσης και ληστρικής εκμετάλλευσης από τον ιμπεριαλισμό των μονοπωλίων.

Οι Θέσεις της ΚΕ όπως διατυπώνονται και προβάλλονται σε δημόσιο διάλογο, δεν αποτελούν διακήρυξη αρχών και στόχων μιας εφήμερης πολιτικής κίνησης ή κάποιας κοινωνικής οργάνωσης. Αντίθετα φωτισμένες κάτω από το άπλετο φως της υλιστικής Μ-Λενινιστικής κοσμοθεωρίας και πρακτικής και βασισμένες στο στέρεο έδαφος της πολύχρονης εμπειρίας αγώνων και δοκιμασιών, αποτελούν το καταστάλαγμα μιας τόσο σοβαρής, όσο και υπεύθυνης πολιτικής πρότασης. Συγκροτούν συνολικά τη μοναδική έως τα σήμερα προοπτική της δημιουργίας των κατάλληλων και ώριμων προϋποθέσεων για το άνοιγμα του δρόμου προς τη Λαϊκή Εξουσία, που θα αναπτύσσεται πολιτικά και κοινωνικά βασισμένη σε παλιούς και νέους θεσμούς λαϊκής, συμμετοχικής εξουσίας. Για την εφαρμογή της Λαϊκής Οικονομίας, που θ’ αναπτύσσει ισόρροπα και σχεδιασμένα κάθε κλάδο της παραγωγής και θ’ αξιοποιεί κάθε πρωτόβουλη και παραγωγική ιδέα για την ευτυχία των λαϊκών στρωμάτων των εργαζομένων, που σταδιακά και μεθοδικά θα οδηγούν προς την οικοδόμηση του Σοσιαλισμού.

Και είναι οι θέσεις της ΚΕ πειστικές και με προοπτική για τον απλό λόγο ότι: Δεν είναι αφηρημένες ή αιθεροβάμονες, αόριστες ή γενικόλογες. Δεν καλλιεργούν αυταπάτες και ουτοπίες. Αντίθετα. Ανοικτά και ξεκάθαρα η ΚΕ υπογραμμίζει πως η ανατροπή της σημερινής πραγματικότητας, σε εθνικό, διεθνές ή και παγκόσμιο επίπεδο ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΖΗΤΗΜΑ ΕΝΟΣ ΜΟΝΟΥ ΛΑΟΥ, μιας χώρας ξεχωριστά παρμένης. Σαν προϋπόθεση νίκης του οργανωμένου λαϊκού κινήματος, ελληνικού ή ευρωπαϊκού, ενάντια στην κυριαρχία του καπιταλισμού των μονοπωλίων, αποτελεί ο συγχρονισμένος συντονισμός πολλών ή και όλων των εργατικών κινημάτων, με ιδιαίτερο βάρος και προσοχή του ευρωπαϊκού των χωρών-μελών της ΕΕ, σε μια διεθνή ή παγκόσμια συμπαράταξη της εργατικής τάξης και γενικά όλων των καταπιεζόμενων, ώστε να δυναμώσει και ν’ αυξηθεί ο συσχετισμός των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων υπέρ της εργατικής τάξης και των συμμάχων της.

Για την επιτυχία αυτού του Στόχου απαιτείται:

Ι) Η ανασυγκρότηση σε κάθε χώρα του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος, με ξεκαθαρισμένες τις γραμμές του από τα οπορτουνιστικά ή ρεφορμιστικά στοιχεία που, είτε συνυπάρχουν εξ αρχής, είτε διεισδύουν ως προβοκάτσια για να δράσουν την κατάλληλη στιγμή σε βάρος του κινήματος και υπέρ των μονοπωλίων.

ΙΙ) Την ανασυγκρότηση του Παγκόσμιου Κομμουνιστικού κινήματος με την ισχυροποίηση και ανανέωση όσων υπάρχουν και την ίδρυση καινούργιων όπου το επιτρέπουν και το επιβάλλουν οι συνθήκες και οι ανάγκες.

ΙΙΙ) Την άμεση δημιουργία ενός συντονιστικού οργάνου με στόχο την ανάδειξη μιας νέας Μ-Λενινιστικής σύγχρονης ΔΙΕΘΝΟΥΣ!

ΙV) Το ευρωπαϊκό συνδικαλιστικό κίνημα είναι καιρός πια ν’ απαλλαγεί από τη ρεφορμιστική ηγεσία του, που στηρίζει τη συνεργασία των τάξεων στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος. Να ανασυγκροτηθεί σε ταξική βάση ώστε να αποτελέσει και πάλι πόλο έλξης και συσπείρωσης των ταξικών δυνάμεων σε μια κοινή πορεία αντίστασης και ρήξης με τα μονοπώλια με στόχο την ανατροπή της Ευρώπης των πολυεθνικών και την αντικατάστασή της από την Ευρώπη των εργαζομένων με κατεύθυνση τη δημιουργία της Σοσιαλιστικής Ευρώπης.

Η προηγούμενη αναφορά αποτελεί μονόδρομο για τις ταξικές και Λαϊκές δυνάμεις. Γιατί όπως, ο ιμπεριαλισμός, ανεξάρτητα από τις σύμφυτες σε αυτόν αντιθέσεις επιτίθεται ενωμένος ενάντια στους λαούς, έτσι και οι εργαζόμενοι ενωμένοι με μπροστάρη ένα ενιαίο ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, με καθοδήγηση μια Μ-Λενινιστική, κομμουνιστική Διεθνή, θα κάνει δυνατή την ανατροπή της σύγχρονης καπιταλιστικής βαρβαρότητας της νέας τάξης πραγμάτων.

Οι θέσεις της ΚΕ στην ενότητα: «Απολογισμός δράσης του κόμματος, της ΚΕ, και του Πολιτικού Γραφείου», αποδείχνουν και στον πλέον κακόπιστο «του πράγματος το αληθές».

Με μοναδικό κριτήριο το συμφέρον του κόμματος, με νηφαλιότητα, χωρίς επάρσεις και μεγαλοστομίες, με πνεύμα και διάθεση κριτικής και αυτοκριτικής, κάνει τον απολογισμό της δράσης του δημόσια, αποδίδοντας το μερίδιο της κομματικής και πολιτικής ευθύνης στον κάθε ένα ανάλογα κατά πώς του ανήκει.

Όλα στο φως της ημέρας, όλα στη διάθεση του τεράστιου κόσκινου της κομματικής και λαϊκής κρίσης. Χωρίς υποκρισίες και μικροϋπολογισμούς κομματικού ή πολιτικού κόστους. Από τα κορυφαία στελέχη ίσαμε το απλό μέλος της ΚΟΒ. Δεκτή κάθε καλόπιστη κριτική, κάθε θετική ή και αρνητική πρόταση, ακόμα και από μη κομματικά μέλη. Αρκεί να βοηθάει στην προώθηση των Στόχων της Στρατηγικής και Τακτικής του κόμματος. Στην εφαρμογή της πιο αποτελεσματικής πολιτικής για την υπεράσπιση των Εργατικών και Λαϊκών συμφερόντων.

Από τα σοβαρότερα καθήκοντα του Κόμματος στην περίοδο που θ’ ακολουθήσει μέχρι το επόμενο συνέδριο, θα πρέπει να είναι:

1) Η ολόπλευρη, αμέριστη και απλόχερη στήριξη των ΚΟΒ, οργανωτικά και ιδεολογικοπολιτικά. Είναι αλήθεια, πως στο χρονικό διάστημα που ανασκοπούμε, έγιναν μια-δυο προσπάθειες και σε Νομαρχιακό και σε Πανελλαδικό επίπεδο. Ομως, οι όποιες αποφάσεις ποτέ δεν υλοποιήθηκαν φτάνοντας μέχρι τις ΚΟΒ. Εμειναν στα χαρτιά καλά φυλαγμένα στα συρτάρια κάποιων. Με αποτέλεσμα σήμερα να υπάρχει μέγα πρόβλημα στη λειτουργία των ΚΟΒ. Αν τα «κύτταρα» του κόμματος δεν παραμείνουν ζωντανά και ικανά, τότε η αφυδάτωση θα είναι γεγονός και οι συνέπειες ολέθριες.

2) Να ενταθεί με επιμονή η πολιτική ανάδειξης στελεχών του κόμματος κατά προτεραιότητα στη μεσαία βαθμίδα της κομματικής ιεραρχίας. Με σύγχρονη αντίληψη και νοοτροπία, που να συνδυάζουν στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό την ιδεολογικο-πολιτική (θεωρητική) κατάρτιση, με την αμεσότητα της πρακτικής-κομματικής και πολιτικής-δουλιάς. Στο χρονικό διάστημα που πέρασε, διαπιστώσαμε χειροπιαστά την αναντιστοιχία στον τρόπο δουλιάς των ανώτατων κομματικών οργάνων σε όλα τα επίπεδα, πολιτικής, ιδεολογικής, συνδικαλιστικής, οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής δραστηριότητας του κόμματος, και της μεγάλης ανεπάρκειας με την οποία κατέβαιναν ή εκλαϊκεύονταν οι αποφάσεις των οργάνων.

Επόμενα. Η ανασυγκρότηση των κομματικών δυνάμεων - συνδυασμένη με μια καλά οργανωμένη καμπάνια στρατολόγησης νέων μελών - σε γερά και βαθειά θεμέλια (ΚΟΒ).

Η ανάδειξη νέων στελεχών, με δοκιμασμένη αγωνιστικότητα, πίστη και συνέπεια στη Μ-Λενινιστική θεωρία και πράξη, που να τα χαρακτηρίζει η συντροφικότητα και η κομματικότητα. Η συλλογικότητα στην κομματική και πολιτική δουλιά, αποτελούν την καλύτερη και ασφαλέστερη προοπτική δημιουργίας εκείνων των προϋποθέσεων που, και το κομματικό ιδεολογικο-πολιτικό επίπεδο θα ανεβάσουν και την ικανότητα του κόμματος να συνδέει αποτελεσματικά τη διαλεκτική σχέση της Στρατηγικής του με την Ταχτική των άμεσων στόχων του.

Η ενίσχυση του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος που εκφράζεται με το ΠΑΜΕ καθώς και η ανάπτυξη ενός αντίστοιχου κινήματος στο χώρο της μικρής και μεσαίας αγροτιάς με ένα συγχρονισμό κοινής πάλης ταξικών δυνάμεων, θα αποτελέσουν την καλύτερη εγγύηση για την επιτυχή ανάδειξη και ολοκλήρωση της πολιτικής πρότασης συγκρότησης του ΑΑΔΜ.

Και τέλος αγαπητοί σύντροφοι:

Η ενότητα του κόμματος σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής και δημόσιας δραστηριότητάς του, η περιφρούρηση της ακεραιότητάς του, θα πρέπει να απασχολεί όλους μας. Η κοινωνική και οικονομική αντίδραση δεν πρόκειται να μας συγχωρήσει το γεγονός ότι της δημιουργούμε αντιστάσεις στην αντιλαϊκή της πολιτική. Πάντα θα προσπαθεί να βρίσκει τρόπους και μεθόδους για να μας πλήξει και να μας μειώσει στο Λαό. Αντίθετα.

Η σφυρηλάτηση της αρραγούς ενότητας του κόμματος θα αυξήσει το κύρος του Κόμματος και της επιρροής του στη συνείδηση των εργαζομένων. Με συνέπεια η αξιοπιστία της πολιτικής του πρότασης, της συγκρότησης και δράσης του ΑΑΔΜ πάλης να κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος, ως μονόδρομου αντίστασης-ρήξης και ανατροπής της μονοπωλιακής δικτατορίας.

Με συντροφικούς χαιρετισμούς

Με τις πιο ειλικρινείς ευχές

Για ένα πετυχημένο και παραγωγικό Κομμουνιστικό Συνέδριο.

 

ΠΙΟ ΣΤΑΘΕΡΑ, ΠΙΟ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΑ, ΠΙΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΑ

Χρονάς Τάσος - Μέλος του Γραφείου της Επιτροπής Περιοχής Αν. Στερεάς - Εύβοιας του ΚΚΕ

Το κείμενο των Θέσεων της ΚΕ για το 16ο Συνέδριο είναι ένα σύγχρονο ντοκουμέντο. Οχι μόνο γιατί ασχολείται με προβλήματα και εξελίξεις της εποχής μας, αλλά γιατί τα αντιμετωπίζει παίρνοντας υπόψη την πρόοδο των επιστημών και τα πιο καινούργια επιτεύγματά τους, στη βάση αρχών που η ιστορική εξέλιξη έχει πολύπλευρα επιβεβαιώσει και επαληθεύσει, υπογραμμίζοντας τη διαχρονική αξία του μαρξισμού - λενινισμού και της διαλεκτικής σκέψης.

Φυσικά η λέξη «σύγχρονο» χαρακτηρίζει σκέψεις, προτάσεις, μεθοδολογία, πρακτική και αποτέλεσμα. Αποτελεί επιθετικό προσδιορισμό, χρονικής σημασίας, που δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το ταξικό περιεχόμενο των εννοιών στις οποίες αναφέρεται. Δεν είναι δυνατόν από μόνη της και χωρίς ταξικά κριτήρια να θεωρηθεί θετική και σαν τέτοια αποδεκτή από την κοινωνία.

Σ’ αυτή ακριβώς την βάση, το κείμενο των Θέσεων της ΚΕ είναι ένα σύγχρονο ταξικό ντοκουμέντο, αφού, ό,τι πραγματεύεται το εξετάζει σε όφελος της εργατικής τάξης και των συμμάχων της και στην προοπτική της κοινωνικής τους απελευθέρωσης. Πειστικό στις εκτιμήσεις του και ρεαλιστικό στις προτάσεις του, που στηρίζονται στη δυνατότητα των πιο δραστήριων παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας.

Θεωρώ πως αυτή η αναφορά οφείλει να χαρακτηρίζει τις τοποθετήσεις των κομμουνιστών, που πρέπει με αυτοπεποίθηση και αίσθηση ιδεολογικής υπεροχής να τις προβάλλουν στην κοινωνία. Δε μας ταιριάζει η μίζερη, η μισοκακόμοιρη, η απολογητική μορφή παρουσίας, όταν το ιδεολογικό μας υπόβαθρο, ο διαλεκτικός υλισμός, είναι ταυτόσημο με το σύγχρονο, το αντικειμενικό, το ολόπλευρο, το πραγματικό που εξετάζεται στη συνεχιζόμενη εξέλιξή του. Οταν η ιστορική διαδρομή του Κόμματός μας είναι στενά δεμένη με κάθε αγώνα σε όφελος του λαού και του τόπου.

Η σταθερή προσήλωση του Κόμματός μας στο στρατηγικό του στόχο και η υιοθέτηση μιας απόλυτα συμβατής τακτικής, όπως αυτές διαφαίνονται στα κομματικά ντοκουμέντα, σε συνδυασμό με το γεγονός της επιβεβαίωσης της πολιτικής και των εκτιμήσεών μας είναι αρκετά για να πείσουν κάθε καλόπιστο εργαζόμενο πως βαδίζουμε στο σωστό δρόμο. Εχουμε την πορεία που οφείλει να έχει ένα κομμουνιστικό κόμμα στις σημερινές συνθήκες προκειμένου να εκπληρώσει την ιστορική του αποστολή.

Η πολιτική των συσπειρώσεων, σωστά αναπτυγμένη και προσανατολισμένη στη λογική της σύγκρουσης με τη σημερινή κατάσταση, με τα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό, συνδέεται, οδηγεί και αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση στην ανάπτυξη των προσπαθειών για την οικοδόμηση του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου, που δυναμώνοντας και εξελισσόμενο στη βάση της ωρίμανσης του υποκειμενικού παράγοντα θα μας οδηγήσει στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας μας.

Με ικανοποίηση βλέπει κανείς στο κείμενο των Θέσεων της ΚΕ για το 16ο Συνέδριο, να παρουσιάζονται κριτήρια για την αξιολόγηση των εξελίξεων κάθε στιγμή, για τις αναγκαίες προϋποθέσεις που οφείλει το κίνημα να εκπληρώσει σε κάθε φάση της εξέλιξής του. Η ολόπλευρη εξέταση των βασικών ζητημάτων και η πληρότητα του κειμένου δυσκολεύουν, ευχάριστα, την προσπάθεια να επιλέξει κανείς ζητήματα και πλευρές που δεν χρειάζεται να αναφέρει στις συζητήσεις του με τους συντρόφους, τους συναγωνιστές, τους φίλους του.

Εντυπωσιακή είναι η αναφορά του ντοκουμέντου, σε προβλήματα και δυσκολίες. Στον αυτοκριτικό του χαρακτήρα, που με ολοφάνερη προσπάθεια επικέντρωσης στο κύριο, το ουσιαστικό, το πρωτεύον, επιχειρεί να δώσει τη δυνατότητα σε ολόκληρο το Κόμμα να βγει απ’ αυτό το Συνέδριο πιο δυνατό, με λιγότερες αδυναμίες, ικανό να κατακτήσει νέα - ανώτερα επίπεδα λειτουργίας και δράσης.

Αγαπητοί σύντροφοι, διατυπώνοντας την άποψή του κανείς για ένα τόσο ευρύ και πολύπλευρο, αλλά ενιαίας πολιτικής λογικής κείμενο, οφείλει να παίρνει υπόψη του πως αυτό αποτυπώνει μια συλλογική προσπάθεια που αναπτύχθηκε στα πλαίσια της κοινά αποδεκτής κομματικής διαδικασίας. Πως εμπεριέχει τη συλλογική εμπειρία του Κόμματος, απέναντι στην οποία δεν ταιριάζουν μηδενιστικές λογικές, απολυτότητες και υποκειμενισμοί που υποσημαίνουν λαθεμένες αντιλήψεις για την κατοχή του μονοπωλίου της αλήθειας ή του ορθού. Δεν αρμόζουν λογικές που υποτιμούν τις συλλογικές διαδικασίες και το αποτέλεσμά τους.

Τα όποια αρνητικά φαινόμενα μας δημιουργούν λύπη, αλλά δεν πρέπει να μας απογοητεύουν. Δεν πρέπει να μειώνουν την αποφασιστικότητά μας στην αντιμετώπισή τους, αφού η ύπαρξη και η δράση του Κόμματος αποτελούν ώριμη ανάγκη της εργατικής τάξης και όχι ζήτημα προσωπικής θέλησης ή διάθεσης ορισμένων φωτισμένων προσωπικοτήτων.

Θέλω να σταθώ, ιδιαίτερα, στον αποφασιστικό τρόπο αντιμετώπισης φαινομένων ιδεολογικο-πολιτικών παρεκκλίσεων ή φαινομένων υποκειμενισμού που στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης πάντα υπάρχουν και εκδηλώνονται, στα πλαίσια των δυσκολιών που υπάρχουν και οξύνονται, στα περιθώρια που αφήνουν ιδεολογικο-πολιτικά κενά και αδυναμίες μας.

Ιδιαίτερα αυστηρά θα πρέπει να είναι τα κριτήριά μας απέναντι σε συντρόφους με στελεχική πείρα και δυνατότητες γνώσης.

Σε κάθε περίπτωση τα μέτρα που πρέπει να παίρνουμε θα πρέπει να έχουν ιδεολογικο-πολιτικό χαρακτήρα και διαπαιδαγωγητική κατεύθυνση. Δεν πρέπει να αποκλείουμε και τα οργανωτικά μέτρα, όταν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις διαμορφώνονται προϋποθέσεις για παραβίαση των αρχών και των κανόνων λειτουργίας του κόμματος. Πολύ περισσότερο, τέτια μέτρα επιβάλλονται όταν κάποιοι δημιουργούν συνθήκες που ευνοούν τη στοίχιση των μελών του και των οπαδών του πίσω από πρόσωπα και υποκειμενικές λογικές, σε κατεύθυνση αντιπαράθεσης με τη συλλογική διαμορφωμένη άποψη του Κόμματος.

Η ανοχή σε τέτιες καταστάσεις που εκφράζεται με τη σιωπή ή ακόμα χειρότερα η αντίληψη πως τέτιες λογικές επιτρέπονται στα πλαίσια της δημοκρατικής διαδικασίας ισοδυναμούν με διαλυτικές αντιλήψεις για το Κόμμα και δείχνουν υποτίμηση της πραγματικής δημοκρατίας ή και στρεβλές αντιλήψεις για την έννοια της δημοκρατίας. Η υπεράσπιση του Κόμματος και του χαρακτήρα του, των θέσεων και της τακτικής του, της ΚΕ και των καθοδηγητικών οργάνων που είναι συλλογική επιλογή, είναι συλλογική υπόθεση του Κόμματος αλλά και προσωπική υποχρέωση κάθε κομμουνιστή που δεν πρέπει να την εκχωρεί ή να την εμπιστεύεται σε κανέναν άλλο...

Προχωρώντας για το 16ο Συνέδριο αλλά και μετά απ’ αυτό, κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερο βάρος σε ορισμένα ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία και τη δράση του Κόμματος, που η βελτίωσή τους αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την υλοποίηση των στόχων μας παράλληλα πάντα με την επίμονη πάλη για την πραγματοποίησή τους:

- Στον εμπλουτισμό της καθημερινής πρακτικής δουλιάς και δράσης μας με όλα εκείνα τα απαραίτητα ιδεολογικο-πολιτικά στοιχεία που την αιτιολογούν και την υποστηρίζουν.

- Στο ανέβασμα του επιπέδου της καθοδηγητικής δουλειάς, που πρέπει να ασχολείται με το σήμερα καλύπτοντας τις ανάγκες του αλλά και να βλέπει στο μέλλον υπογραμμίζοντας τη σημασία της προοπτικής.

- Στην αναβάθμιση του ρόλου της ΚΟΒ, που πρέπει να εκφράζεται άμεσα και συγκεκριμένα στη δράση που αναπτύσσει στο χώρο ευθύνης της, συσπειρώνοντας δυνάμεις με βάση την πολιτική του Κόμματος.

- Στην καλύτερη κατανόηση του κοινωνικο-πολιτικού ρόλου του κομμουνιστή και στην άμεση έκφρασή της στο περιβάλλον της δουλιάς, της κατοικίας, σε όλους τους χώρους που κινείται και δρα.

- Στην προπαγάνδα μας, που αποκαλύπτει την πραγματικότητα σε αντίθεση με την προπαγάνδα των αντιπάλων μας που αποσκοπεί στη συγκάλυψη, τον αποπροσανατολισμό και τη διαστρέβλωση, αλλά χρειάζεται διεύρυνση σε όλα τα θέματα, βάθεμα για την ανάδειξη των αιτιών και περισσότερο ορατή προοπτική. Τα περί δήθεν ξύλινης γλώσσας δεν μπορούν και δεν πρέπει να εκτρέψουν την προσοχή μας από την ουσία του προβλήματος που είναι η αντικειμενική αλήθεια και το εφικτό των καλύτερων προοπτικών για την εργατική τάξη και όλους τους καταπιεσμένους από το καπιταλιστικό σύστημα. Αυτά τα ζητήματα αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, συστατικά στοιχεία μιας ποιοτικής στροφής στη δουλειά του κόμματος που θα βελτιώσει τη δράση του και θα κάνει πιο αποτελεσματικές τις προσπάθειές μας μέσα στο λαό. Αυτό την άποψη κρίνεται αναγκαία η απαιτητικότητά μας για να προχωρήσουμε σε αυτή την κατεύθυνση, εξασφαλίζοντας ευρείας έκτασης δεσμούς με το λαό και άνοιγμα της διαδικασίας για το βάθεμά τους. Στην ίδια λογική θα πρέπει να προχωρήσουμε και στην ΚΝΕ, ανάλογα και στα μέτρα του δικού της ρόλου και των ξεχωριστών χαρακτηριστικών της. Με διαφορετικά κριτήρια και ρυθμούς στις ίδιες όμως αρχές και με τη λογική παροχής της μεγαλύτερης δυνατής βοήθειας.

Εκτιμώντας τη μέχρι σήμερα ανοδική πορεία της ΚΝΕ είναι αναγκαίο να την διευκολύνουμε ανοίγοντας δρόμους για την ανάπτυξη της δράσης της και την ανάπτυξη των δεσμών της με τη νεολαία. Εκείνο που χρειάζεται σήμερα από τη μεριά μας η ΚΝΕ είναι σωστός προσανατολισμός και επιμονή στην περιεκτική λειτουργία και πολύπλευρη δράση, χωρίς εμμονές και απολυτότητες, χωρίς τη νοοτροπία του «πατέρα πολύπειρου αγωνιστή» αλλά με λογική έμπειρων συναγωνιστών που έχουν απαιτητικότητα αλλά και κατανόηση.

Αγαπητοί σύντροφοι, κλείνοντας την παρέμβασή μου θέλω να σταθώ λίγο στην ιδιότητα του μέλους του Κόμματος που δεν πρέπει κατά τη γνώμη μου να είναι «λάστιχο». Αλλιώτικα να εμφανίζεται στις συνεδριάσεις, διαφορετικά στη δουλιά και με άλλη μορφή στην υπόλοιπη ζωή μας.

Χρειάζεται να επιμείνουμε πως η επιλογή της ιδιότητας του κομμουνιστή είναι στάση ζωής και πρέπει να αποδείχνεται σε κάθε φάση και πλευρά της ζωής μας. Ο κομμουνιστής πρέπει να είναι υπόδειγμα σε κάθε περίπτωση. Να λειτουργεί με βάση τις αρχές μας, βελτιώνοντας κάθε μέρα την ικανότητά του να συσπειρώνει γύρω του εργαζόμενους, ανθρώπους της δουλιάς και του αγώνα, που θέλουν να μάθουν, να παλέψουν, να γίνουν καλύτεροι και να αλλάξουν την κοινωνία... Να διευκολύνει την αντίληψη για κοινωνική αλληλεγγύη... Να συμβάλλει αποφασιστικά στην κατάκτηση της ταξικής συνείδησης, που θα εμπεδώνεται στους λαϊκούς αγώνες και την ταξική πάλη.

Είμαι αισιόδοξος πως σ’ αυτό το συνέδριο το Κόμμα θα κάνει ένα βήμα ακόμα μπροστά. Πως από καλύτερες θέσεις, πιο δυναμωμένοι θα συνεχίσουμε πιο σταθερά, πιο αποφασιστικά και με καλύτερα αποτελέσματα την πορεία μας ανταποκρινόμενοι στις απαιτήσεις των καιρών.



[1] Ο Νικολάι Ντμίτριεβιτς Κοντράντιεφ γεννήθηκε το 1892 στη Ρωσία και διετέλεσε Διευθυντής ενός οικονομικού Ινστιτούτου στη Μόσχα, το 1921, όπου εκεί ανακάλυψε και μελέτησε το μεγάλο οικονομικό κύκλο, κατά τη διάρκεια του οποίου ο καπιταλισμός γνωρίζει αρχικά μια άνθιση και στη συνέχεια μια πτώση. Οι εργασίες του βοήθησαν πάρα πολύ στη διάδοση της ιδέας της ύπαρξης των μακρών κυμάτων, με τους οποίους έμελλε να συνδεθεί το όνομά του.

[2] Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 16ο Συνέδριο, Σεπτέμβρης 2000, σελ. 18.

[3] Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Μισθός, τιμή και κέρδος». Διαλεκτά Εργα, τ. 1, σελ. 529-530.

[4] Στο ίδιο, σελ. 530.

[5] Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Μισθός, τιμή και κέρδος». Διαλεκτά Εργα, τ. 1, σελ. 531.

[6] «Πρόγραμμα του ΚΚΕ». Εκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ. Αθήνα, 1978, σελ. 20.

[7] Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 16ο Συνέδριο. Σεπτέμβρης 2000, σελ. 18.

[8] Στο ίδιο.

[9] Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 16ο Συνέδριο. Σεπτέμβρης 2000, σελ. 19.

[10] Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 16ο Συνέδριο. Σεπτέμβρης 2000, σελ. 19.

[11] «Πρόγραμμα του ΚΚΕ». Εκδοση ΚΕ του ΚΚΕ. Αθήνα, 1996, σελ. 25.