ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ

Μια νέα Συνθήκη συμφωνήθηκε το Δεκέμβρη του 2000 στα πλαίσια της ΕΕ, σαν συνέχεια της Συνθήκης του Αμστερνταμ. Είναι η συνθήκη της Νίκαιας, με κυρίαρχο στοιχείο τις θεσμικές αλλαγές προσαρμοσμένες στις ανάγκες ενίσχυσης του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού, στον ανταγωνισμό του με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα ΗΠΑ-Ιαπωνία. Η πορεία της Διακυβερνητικής Διάσκεψης και η ίδια η σύνοδος κορυφής της Νίκαιας σφραγίστηκε από οξυμένες ενδοκοινοτικές αντιθέσεις και ανταγωνισμούς, κυρίως μεταξύ των ηγετικών ιμπεριαλιστικών χωρών, αλλά και με τις λιγότερο ισχυρές. Η χρονική διάρκεια διαπραγμάτευσης - «σκληρού παζαριού», μεταξύ των εκπροσώπων των εθνικών κυβερνήσεων των κρατών-μελών (κυρίως σοσιαλδημοκρατικών και κεντροαριστερών) ήταν μεγαλύτερη σε σύγκριση με τις προηγούμενες συνθήκες και κατέληξε στον ελάχιστο «κοινό παρανομαστή» θεσμικών αλλαγών, σύμφωνα και με τις εκτιμήσεις τους.

Οι θεσμικές αυτές αλλαγές αφορούν κυρίως:

- Το ξαναμοίρασμα των ψήφων (ανάλογα με τον πληθυσμό) υπέρ των ισχυρών χωρών. Η αναλογία ψήφων ήταν 2:1 έγινε 2,4:1. Υπήρξε έντονη αντιπαράθεση μεταξύ Γαλλίας-Γερμανίας για το ποια από τις δύο θα έχει την πρωτοκαθεδρία στον αριθμό των ψήφων. Τελικά συμβιβάστηκαν να έχουν ίδιες ψήφους 4 χώρες, οι πληθυσμιακά πιο μεγάλες Γαλλία-Γερμανία-Βρετανία-Ιταλία θα έχουν 29 ψήφους από 10 που είχε κάθε χώρα, η Ελλάδα θα έχει 12 από 5 που είχε ενώ το σύνολο των ψήφων αυξάνεται από 87 σε 345. Αντιδράσεις στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων εκδηλώθηκαν επίσης από τις λιγότερο ισχυρές χώρες που έβλεπαν να αυξάνεται η ανισοτιμία σε βάρος της δικής τους πλουτοκρατίας, διατυπώνοντας μάλιστα ορισμένες αλήθειες. Π.χ. ο Πορτογάλος πρόεδρος Αντόνιο Γκουτιέρες αναφώνησε για την αντιστάθμιση των ψήφων «λυπάμαι αλλά η πρόταση ισοδυναμεί με πραξικόπημα» και ο αντίστοιχος Φινλανδός Π. Λίπονεν «είναι η ώρα της αλήθειας, στο εξής, οι μεγάλοι θα κυριαρχούν στο Συμβούλιο των Υπουργών και στο κοινοβούλιο»[1]. Η ενίσχυση των πιο ισχυρών επιβεβαιώθηκε και από τον Υπουργό Εξωτερικών της Γερμανίας Γιόσκα Φίσερ σε συνέντευξη του στη «Ντι Βελτ» που με καθαρό τρόπο τόνισε: «Η αναστάθμιση ψήφων μεταξύ μεγάλων και μικρών έγινε προς όφελος των μεγάλων και αυτό είναι αναγκαίο, γιατί θα μπουν πάρα πολλοί μικροί»[2].

- Τέσσερις (4) χώρες μπορούν να μπλοκάρουν μία απόφαση, αφού απαιτείται να συγκεντρώνει 93 ψήφους. Αυτό σημαίνει 3 ισχυρές (29 ψήφοι/χώρα) και μία μικρότερη μπλοκάρουν αποφάσεις που αντίκεινται ή δεν προωθούν τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης τους.

- Επέκταση της ειδικής πλειοψηφίας σε τομείς που υπήρχε ομοφωνία, με την κατάργηση του βέτο. Αφορά 39 νέες περιπτώσεις. Ωστόσο η κυβέρνηση του κάθε κράτους-μέλους προστάτεψε τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης της, επιτυγχάνοντας τη διατήρηση του βέτο σε τομείς που την ενδιέφεραν ιδιαίτερα. Ετσι η Ελλάδα εξασφάλισε τη διατήρηση του βέτο στη ναυτιλία (προστασία εφοπλιστικού κεφαλαίου), η Βρετανία στην κοινωνική πολιτική και τη φορολογική εναρμόνιση (εξυπηρετεί την κερδοφορία του βρετανικού κεφαλαίου), η Γερμανία στην πολιτική μετανάστευσης και παροχής ασύλου, η Γαλλία στον τομέα υπηρεσιών, επενδύσεων και πνευματικής ιδιοκτησίας, η Ισπανία στη διαρθρωτική πολιτική (διαρθρωτικά ταμεία και ταμείο συνοχής μέχρι το 2007) κ.ο.κ..

- Την έγκριση της ενισχυμένης συνεργασίας ή ευελιξίας, όπου ομάδα χωρών θα αποφασίζει και θα υλοποιεί δράσεις στον τομέα που τις ενδιαφέρει, χωρίς οι υπόλοιπες να μπορούν φέρνουν εμπόδια, προχωρώντας έτσι την ενοποίηση με ταχύτερους ρυθμούς (8 κράτη-μέλη μπορούν να ξεκινήσουν συνεργασία από την ημέρα που η συνθήκη τεθεί σε ισχύ). Ετσι ενισχύεται ο σκληρός πυρήνας για να υλοποιεί τις αποφάσεις που θα παίρνει. Ωστόσο εξαιρείται από την ενισχυμένη συνεργασία ο τομέας της κοινής άμυνας κατόπιν κυρίως της Βρετανικής άρνησης και επιμονής.

- Ενίσχυση των εξουσιών του προέδρου, π.χ. διορίζει αντιπροέδρους ή ζητεί παραίτηση μέλους της Επιτροπής.

- Μέγεθος και σύνθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής: μέχρι το 2005 θα ισχύει ένας επίτροπος για κάθε κράτος-μέλος. Οταν αυξηθεί ο αριθμός των χωρών και γίνει 27, τότε οι επίτροποι θα είναι εκ περιτροπής.

- Ανακατανομή ευρωκοινοβουλευτικών εδρών. Η Ελλάδα θα έχει 22 από 25 που έχει σήμερα. Για την κατανομή των εδρών αν και το κριτήριο ήταν ο πληθυσμός κάθε χώρας, αυτό καταπατήθηκε προκειμένου να συμβιβαστούν αντιθέσεις και διεκδικήσεις σε άλλους τομείς. Χαρακτηριστικά αναφέρει ο εκπρόσωπος του ευρωκοινοβουλίου στη διακυβερνητική Δ. Τσάτσος, σε επίσημο σημείωμα του (ΡΕ 294.739) προς τους ευρωβουλευτές, ότι «η συμφωνηθείσα κατανομή εδρών δεν ανταποκρίνεται πάντα στη βασική αρχή της ισότητας και δημοκρατίας, αφού ο αριθμός των εδρών της Τσεχίας και Ουγγαρίας είναι μικρότερος από τον αριθμό των κρατών-μελών με λιγότερο πληθυσμό». Δηλαδή η παραπέρα ένταση της ανισοτιμίας και οι διαφορετικές ταχύτητες χωρών εκφράστηκαν σε κάθε θεσμική αλλαγή της Νίκαιας.

- Eυρωπαϊκά κόμματα: Προβλέπεται η δημιουργία καθεστώτος των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων καθώς και η χρηματοδότηση τους. Αυτό θα προκαλέσει την αποδυνάμωση της εκπροσώπησης στο Ευρωκοινοβούλιο, μικρών κομμάτων, κυρίως από μικρές πληθυσμιακά χώρες που ασκούν επιρροή στους αγώνες της εργατικής τάξης και αντιτίθενται στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις σαν την ΕΕ.

Οι νέοι θεσμοί, αν και υπολείπονται από τους αρχικούς προγραμματισμούς, ωστόσο αποτελούν τις προϋποθέσεις για τη θεσμική κατοχύρωση του σκληρού πυρήνα των ηγετικών ιμπεριαλιστικών χωρών, που γύρω του θα κινούνται χώρες διαφορετικών ταχυτήτων. Με την ευρεία χρήση της ενισχυμένης συνεργασίας μεταξύ ορισμένων κυβερνήσεων θα δυναμώσει παραπέρα η δικτατορία των μονοπωλίων και η ήδη υπάρχουσα ανισόμετρη ανάπτυξη, στα πλαίσια της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ενοποίησης. Πρόκειται για θεσμικά εργαλεία που χρειάζονται τα ευρωπαϊκά μονοπώλια στις οξυνόμενες οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές αντιπαραθέσεις στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, αλλά και για την αντιμετώπιση του διογκούμενου λαϊκού μαζικού κινήματος. Είναι σε βάρος των δικαιωμάτων και ελευθεριών των ευρωπαϊκών λαών και του ελληνικού λαού. Θα δημιουργήσουν και νέα δεσμά για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα των λαών της Ευρώπης.

 

ΟΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΥΡΙΑΡΧΟΥΝ

Οι αντιθέσεις δεν επέτρεψαν την, σύμφωνα με τους προγραμματισμούς, ολοκλήρωση των θεσμικών αλλαγών. Ετσι παραπέμφθηκαν σε νέα διακυβερνητική το 2004. Η διεύρυνση ουσιαστικά πάγωσε, καθυστερεί και δεν προχωράει η πολιτική ένωση, με τη μη ενσωμάτωση της ΚΕΠΠΑ στη συνθήκη και μένει η Χάρτα θεμελιωδών δικαιωμάτων σε διακηρυχτικό επίπεδο. Στοιχεία σημαντικά που κάνουν τους υποστηριχτές της ΕΕ να μιλούν για αποτυχία της Νίκαιας, να εκφράζουν φόβους και ανησυχίες για το μέλλον της, ενώ την ήδη υπάρχουσα συνθήκη τη θεωρούν ανεπαρκή, φτωχή και αποτέλεσμα φόβου για ανεξέλεγκτες εξελίξεις. Εκφράζεται αυτό και σε διάλογους που έγιναν στη διάρκεια των διαβουλεύσεων. Ο πρόεδρος της Γαλλίας Ζαν Σιράκ έλεγε στη διάρκεια των διαβουλεύσεων «αν δεν καταλήξουμε σε συμφωνία, θα ενσκήψει σοβαρή κρίση για την Ενωση και για το ευρώ, και η διεύρυνση θα αναβληθεί απ’ άπειρον», ενώ ο Ιταλός Τζουλιάνο Αμάτο προειδοποιούσε: «Σκεφτείτε να εμφανιστούμε μπροστά στα κοινοβούλια μας με μια αποτυχία, αναβάλλοντας τη διεύρυνση και αφήνοντας το ευρώ να πέσει στα 50 σεντς»[3].

Χαρακτηριστικές εξάλλου είναι οι αναφορές του εκπροσώπου του ευρωκοινοβουλίου στη σύνοδο κορυφής για τη συνθήκη Δ. Τσάτσου: «Η μη ολοκλήρωση της θεσμικής μεταρρύθμισης αναγνωρίστηκε επίσημα με την προσθήκη στη συνθήκη ενός δεύτερου μέρους με τίτλο «Η ΜΕΤΑ ΤΗ ΝΙΚΑΙΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ», που προβλέπει ότι οι επόμενες προεδρίες (σουηδική και βελγική) του 2001 θα αρχίσουν διάλογο με το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο και την Επιτροπή με στόχο τη διόρθωση λανθασμένων και ανεπαρκών αποφάσεων της Νίκαιας». (Επίσημο κείμενο Δ. Τσάτσου προς τους Ευρωβουλευτές ΡΕ 294.739)

Σε αυτό το ενημερωτικό σημείωμα αναφέρει ότι «η συνθήκη της Νίκαιας δεν προχωρεί αρκετά, ... το αποτέλεσμα είναι απογοητευτικό και ότι λίγες μέρες μετά τη Νίκαια, ... επικρατεί και στους 2 εκπροσώπους του ευρωκοινοβουλίου, οδυνηρή απογοήτευση, ... αφού τα αποτελέσματα της Νίκαιας είναι πράγματι ισχνά και σε πολλά σημεία ανεπαρκή». Επίσης, ότι «η Ενωση δεν είναι ακόμη ικανή για τη διεύρυνση» ενώ για άλλα σημεία επισημαίνει ότι «για τη λήψη αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία αυξάνουν στο σύνολο του το δημοκρατικό έλλειμμα αντί να το μειώνουν», ακόμη στο θέμα «στάθμιση των ψήφων και σύνθεση του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, ... αποκορυφώθηκαν οι συγκρούσεις συμφερόντων και το σύστημα γίνεται πιο αδιαφανές». Παρότι εκτιμά ως αρνητικό το αποτέλεσμα, ωστόσο προτρέπει στην έγκριση της συνθήκης γιατί μαζί με αυτή έχει εγκριθεί και αποτελεί αδιάσπαστο πολιτικό σύνολο το κεφάλαιο «Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗ ΝΙΚΑΙΑ», για διόρθωση των προαναφερομένων λανθασμένων και ανεπαρκών αποφάσεων της Νίκαιας.

Οι αντιθέσεις αναπτύσσονται κυρίως στους τομείς της ΚΕΠΠΑ, της διεύρυνσης και της Χάρτας Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.

 

ΚΕΠΠΑ

Η προώθηση της ΚΕΠΠΑ συγκεντρώνει τις πιο σημαντικές αντιθέσεις ενδοκοινοτικά αλλά και μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ. Η ΚΕΠΠΑ δεν ενσωματώθηκε στη διακυβερνητική και δεν προβλέπεται να γίνει, λόγω αντιδράσεων τόσο της Μ. Βρετανίας (τα συμφέροντα της είναι πιο κοντά στις ΗΠΑ), όσο και της Γαλλίας. Σε καμία περίπτωση δεν σκοπεύουν να βάλουν στην υπηρεσία των «συμμάχων» και ειδικά του γερμανικού κεφαλαίου την πυρηνική τους δύναμη και υπεροχή. Ταυτόχρονα όμως ενδιαφέρονται και προωθούν την ανάπτυξη της ΚΕΠΠΑ για την ενίσχυση του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού, μέσα από συμβούλια υπουργών εξωτερικών, άμυνας κλπ. Προωθείται η δυνατότητα ανάληψης στρατιωτικών επιχειρήσεων από την ΕΕ και γίνονται σημαντικά βήματα σε βάρος των ελευθεριών και των δικαιωμάτων των λαών με τη δημιουργία της δύναμης ταχείας αντίδρασης (ευρωστρατού) από το 2003 για διαχείριση κρίσεων. Αναφέρει σχετικά ο Γερμανός στρατηγός Καρλ Νάουμαν: «Ο ευρωπαϊκός στρατός θα έχει σημαντικό πολιτικό ρόλο, … αφού, … ο στρατιωτικός διάλογος θα είναι σημαντικός είτε πρόκειται για την αντιπυραυλική άμυνα, τη δημιουργία δύναμης άμεσης επέμβασης, τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ, την αστυνόμευση των Βαλκανίων, την παροχή εξοπλισμού ή την ετοιμότητα επέμβασης σε θερμά σημεία… Αυτό ασφαλώς απαιτεί τεράστια προσπάθεια και πρόσθετες δαπάνες, έτσι ώστε να προσεγγιστούν τεχνολογικοί τομείς, κυρίως στον τομέα της αντίληψης του πεδίου μάχης. Μόνο έτσι ο ευρωστρατός θα είναι αποτελεσματικός»[4]. Πρόβα τζενεράλε έχει γίνει στα Βαλκάνια. Οι κυβερνήσεις της ΕΕ έβγαλαν τα συμπεράσματα τους και δημιουργούν αυτήν τη στρατιωτική δύναμη που θα επεμβαίνει σαν μέρος του ΝΑΤΟ ή χωριστά, με προτεραιότητα την ηγεμονία στη δική της περιοχή.

Η δημιουργία του ευρωστρατού έχει προκαλέσει τη δυσαρέσκεια και τις αντιρρήσεις των ΗΠΑ, που δηλώνουν την απαίτηση να είναι υπό την ομπρέλα του ΝΑΤΟ. Ο Γερμανός υπουργός άμυνας Ρούντολφ Σάρπινγκ σε συνέντευξη του στην «Μπερλίντερ Τσάιουνγκ» διευκρίνιζε: «Θα λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η γνώμη των εταίρων (δηλαδή, ΝΑΤΟ)... αλλά... η ΕΕ θα είναι αυτή που σε τελευταία ανάλυση θα λαμβάνει τις αποφάσεις σε σχέση με τις όποιες στρατιωτικές δραστηριότητες στο πλαίσιο της ευρωάμυνας» και για να καθησυχάσει τις ΗΠΑ και να συμβιβάσει παροδικά τις αντιθέσεις συνεχίζει «δεν υπάρχει λόγος να κάνει κανείς διπλή δουλειά, όταν έχει έναν κοινό στόχο»[5]. Αλλά και η Γαλλία στη Νίκαια πίεσε για μια ανεξάρτητη ευρωστρατιωτική δύναμη που θα είναι σε συνεργασία με το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ. Η αντίθεση ΕΕ-ΗΠΑ για τον ευρωστρατό θα συνεχιστεί. Ωστόσο το κύριο δεν είναι κάτω από τις διαταγές ποιου θα είναι, αλλά το πόσο επικίνδυνη είναι η δημιουργία του για τους λαούς, τις επιλογές και τα κυριαρχικά τους δικαιώματα.

 

XAΡTA ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

Είναι ένα αντιδραστικό κείμενο που περιορίζει και υποσκάπτει ακόμα και σημερινά δικαιώματα και ελευθερίες των εργαζομένων. Είναι πολύ πίσω από την «Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων» του ΟΗΕ που ισχύει από το 1948.

Η Χάρτα αυτή προωθεί τα συμφέροντα του ευρωπαϊκού κεφαλαίου και αποτελεί τη βάση για το σύνταγμα σε μια ομόσπονδη ΕΕ, όμως οι αγεφύρωτες αντιθέσεις δεν επέτρεψαν την ενσωμάτωσή της σε αυτή τη Διακυβερνητική. Βεβαίως έχουν επενδύσει σε αυτή και την προωθούν σοσιαλδημοκρατικά και κεντροαριστερά κόμματα, που θέλουν να αποπροσανατολίσουν και να κρύψουν τους σχεδιασμούς και τα μέτρα για τη στρατιωτικοποίηση, την πιο αυταρχική και κατασταλτική πορεία της ΕΕ. Χύνουν μαύρα δάκρυα και συγκεντρώνουν όλη την κριτική, το ενδιαφέρον και τη δράση τους (οργανώνοντας ημερίδες και πορείες) στη Χάρτα, για να ξεχνιούνται και τα άλλα σημαντικά. Οι αντιδράσεις για την ενσωμάτωση της Χάρτας στη διακυβερνητική εκδηλώθηκαν κύρια από τη Βρετανία που δε θέλει εμβάθυνση, τις Σκανδιναβικές χώρες που δε θέλουν εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων (έχουν ήδη αντιδράσεις και πιέσεις από τους λαούς τους) και της Γαλλίας που δεν επιθυμεί την ομοσπονδιοποίηση τύπου Φίσερ, γιατί θα έχει την πρωτοκαθεδρία σε αυτή τη φάση το γερμανικό κεφάλαιο.

 

ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ

Αν και οι θεσμικές αλλαγές της Νίκαιας γίνονται ενόψει της διεύρυνσης, ωστόσο δεν έδοσαν ημερομηνία πιθανής ένταξης στις υποψήφιες χώρες στη Σύνοδο κορυφής της Νίκαιας. Εκφράζεται η ελπίδα από τη Γερμανία αυτό να γίνει τον προσεχή Ιούνη 2001 στη Σύνοδο κορυφής στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας. Παρόλο ότι το ευρωπαϊκό κεφάλαιο ενδιαφέρεται για την κατοχύρωση και επέκταση των θέσεων του προς ανατολάς με την ένταξη νέων χωρών και έχει προωθήσει τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στις χώρες αυτές με την προενταξιακή πορεία, η διεύρυνση εξακολουθεί να αποτελεί ένα θέμα-αγκάθι κυρίως μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας. Τη διεύρυνση αποφεύγει προς στιγμή το γαλλικό κεφάλαιο, γιατί τα περισσότερα υπό ένταξη κράτη είναι στην επιρροή του γερμανικού κεφαλαίου, οπότε η ένταξη τους θα το δυναμώσει περισσότερο. Ο δημοσιολόγος Χέρμπερτ Κρεμπ περιγράφοντας την αντίθεση Γαλλίας-Γερμανίας για την επίσπευση της διεύρυνσης προς ανατολάς, ανέφερε: «Οι Γάλλοι βλέπουν με δυσπιστία τη διεύρυνση επειδή αυτή θα μετέφερε το κέντρο βάρους της κοινότητας από το Παρίσι στο Βερολίνο»[6].

Αλλά και ο εκπρόσωπος του Ευρωκοινοβουλίου στη διακυβερνητική της Νίκαιας για τη διεύρυνση, δίνοντας συγκεκαλυμμένα τις εκδηλούμενες αντιθέσεις, αναφέρει τα εξής: «Η Ενωση δεν είναι ακόμη ή εν πάση περιπτώσει είναι περιορισμένα μόνο ικανή για τη διεύρυνση. Σε περίπτωση ολοκλήρωσης της διεύρυνσης χωρίς να έχει η ίδια την ικανότητα προς τούτο την απειλεί ο κίνδυνος της αυτοκαταστροφής. Σε περίπτωση καθυστέρησης ...για να πραγματοποιηθούν και άλλες θεσμικές μεταρρυθμίσεις, τότε θα καθίστατο εντελώς αναξιόπιστη έναντι των υποψηφίων προς ένταξη χωρών».

 

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ

Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ είναι στρατηγική επιλογή της ντόπιας ολιγαρχίας, γιατί ενισχύει την εξουσία, τη δύναμη και την κερδοφορία της. Γι’ αυτό πολύ συχνά παρουσιάζεται από τα κόμματα που είναι υπέρ της ΕΕ και την κυβέρνηση σαν «επένδυση της ασφάλειας για τη χώρα και το μέλλον της» και ότι «Η Ελλάδα του 2001 έχει πρωτόγνωρες δυνατότητες να μεγιστοποιεί από τη συμμετοχή της στην ΕΕ τα οφέλη της»[7]. Φυσικά τα οφέλη και η ασφάλεια αφορούν την πλουτοκρατία και όχι τον ελληνικό λαό.

Για τη Συνθήκη της Νίκαιας επίσημα εκφράστηκαν τα κόμματα στη συζήτηση που έγινε στη Βουλή, για «την πορεία της Ελλάδας στην ΕΕ», στις 23.1.2001. Τόσο η κυβέρνηση όσο και τα άλλα κόμματα που στηρίζουν την ΕΕ κινήθηκαν στην ίδια ρότα. Κοινή ήταν η απογοήτευση γιατί δεν προχώρησε η ομοσπονδιοποίηση της ΕΕ και αποδείχθηκαν, όπως επανειλημμένα εξάλλου, φρούδες οι ελπίδες για αμυντική εξασφάλιση στα πλαίσια των ευρωενωσιακών δομών.

Πιο ειδικά από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, ο κ. Σημίτης ανέφερε ότι η «Η συνθήκη δε δημιουργεί την ΕΕ που μετεξελίσσεται σε πολιτική ένωση, σε μια πολιτική ένωση ομοσπονδιακού δημοκρατικού χαρακτήρα, ... η χάρτα συγκεντρώνει σε ένα ενιαίο κείμενο ατομικά, πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών και ...έπρεπε να αποτελέσει ένα νομικά δεσμευτικό κείμενο, τμήμα της συνθήκης ... και ... η Ελλάδα θα καταβάλλει κάθε προσπάθεια, ώστε ο χάρτης να προσλάβει νομικό δεσμευτικό χαρακτήρα». Ομως η Νίκαια «ικανοποιεί τις ειδικές επιδιώξεις μας, αφού πετύχαμε να κατοχυρώσουμε τα ειδικότερα συμφέροντα μας, όπως π.χ. στους τομείς της ναυτιλίας ή των διεθνών οικονομικών σχέσεων της Ενωσης», δηλαδή του εφοπλιστικού κεφαλαίου στην Ελλάδα. Τάχθηκε υπέρ της εμβάθυνσης και μετεξέλιξης της ΕΕ σε πολιτική ένωση ομοσπονδιακού χαρακτήρα, και υπέρ της διεύρυνσης. Μάλιστα έχει αναλάβει ειδικό ρόλο μέσα στο σύστημα του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού. Το επιβεβαίωσε ο κ. Σημίτης στη Βουλή όπου υποστήριξε «αποδίδουμε ιδιαίτερη σημασία στην ενσωμάτωση όλων των Βαλκανικών χωρών στην ευρωπαϊκή οικογένεια, εργαζόμαστε σταθερά για την εκπλήρωση αυτού του στόχου. Είμαστε ικανοποιημένοι γιατί η Ενωση αναγνώρισε, μετά από δικές μας πρωτοβουλίες, την επιλεξιμότητα όλων των Βαλκανικών κρατών συμπεριλαμβανομένων και των κρατών των Δ. Βαλκανίων».

Ο Καραμανλής από τη ΝΔ εκτίμησε ότι «Οι αποφάσεις αποτελούν βήμα προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ...θα προσυπογράψουμε την κύρωση της νέας συνθήκης ...όμως ...λείπει από την πολιτική ηγεσία της Ευρώπης η αναγκαία βούληση και αποφασιστικότητα για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ... αφορά την πολιτική ενοποίηση και ειδικότερα τον πυλώνα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και της κοινής ασφάλειας». Ενώ σε άλλο σημείο «οι ηγεσίες των μεγάλων χωρών δεν κινήθηκαν στο δρόμο της ευρωπαϊκής ενοποίησης, ... η κοινή άμυνα, η Χάρτα για τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα έμειναν ουσιαστικά στο περιθώριο και εγκαταλείφθηκαν για το μέλλον. ...Το σύστημα των ενισχυμένων συνεργασιών, προσφέρει δυνατότητες για τη συμμετοχή στο σκληρό πυρήνα, αποκλείστηκε όμως από το σύστημα αυτό η συνεργασία στην άμυνα για χώρες όπως εμείς, που θέλουμε μiα αυτόματη ευρωπαϊκή άμυνα».

Ο Ν. Κωνσταντόπουλος από το ΣΥΝ υποστήριξε «σαν μεγάλο και σημαντικό στόχο» ότι «η Ελλάδα έχει ενσωματωθεί σε σημαντικό βαθμό στην ΕΕ και έστω και με προβλήματα μπορεί να παρακολουθεί τη διαδικασία ενοποίησης» και επανέλαβε όπως το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ ότι η Νίκαια άφησε «μεγάλα ελλείμματα ως προς την πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης», διευκρινίζοντας ότι ο ΣΥΝ «έχει ταχθεί με σαφήνεια υπέρ της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης σε ομοσπονδιακή προοπτική και η ΕΕ δεν μπορεί να μείνει στο επίπεδο της διακυβερνητικής συνεργασίας». Συγκαλύπτοντας τον ταξικό χαρακτήρα της ΕΕ, ως συνασπισμό των κυρίαρχων καπιταλιστικών τάξεων για την ένταση της εκμετάλλευσης και καταπίεσης μέσα και έξω από την Ενωση, ο πρόεδρος του «αριστερού» ΣΥΝ προτρέπει σε παραπέρα ενδυνάμωση του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κέντρου «η ελληνική τακτική πρέπει να συμβάλλει ώστε η ομοσπονδιακή προοπτική να αποκτήσει γνήσιο ευρωπαϊκό περιεχόμενο και να αναδείξει τα κοινά ευρωπαϊκά συμφέροντα και όχι να βοηθήσει στο καμουφλάζ εθνικών συμφερόντων με ευρωπαϊκό μανδύα, ... η Ευρώπη χρειάζεται ένα σύνταγμα ...η Ελλάδα πρέπει να υποστηρίξει την ιδέα του ευρωπαϊκού συντάγματος και να εργαστεί συστηματικά για την επεξεργασία του ...η ομοσπονδιακή προοπτική της Ευρώπης αναγκαστικά συνδέεται με την αμυντική χειραφέτηση της Ευρώπης από τις ΗΠΑ και άρα αναγκαστικά περνάει μέσα από την αμφισβήτηση της αμερικανικής ηγεμονίας». Χαρακτηρίζει τη Συνθήκη «μίζερη, θεσμικά και πολιτικά άχρωμη» παρόλο που είναι σαφής η ενίσχυση του σκληρού πυρήνα, οι διαφορετικές ταχύτητες χωρών, η αύξηση της ανισοτιμίας.

Το ΔΗΚΚΙ με ανακοίνωση του για τη Νίκαια κάνει κριτική «για το διευθυντήριο των Βρυξελλών, την Ευρώπη των τριών ταχυτήτων προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα των ισχυρών σε βάρος των μικρομεσαίων ευρωπαϊκών χωρών και της πλειοψηφίας των ευρωπαίων πολιτών, ...θεωρώντας, συνυπεύθυνη και την ελληνική κυβέρνηση...», ωστόσο δεν οριοθετείται από τη στρατηγική της ιμπεριαλιστικής ένωσης και τον ταξικό της χαρακτήρα. Η θέση του για την πολιτική ενοποίηση της ΕΕ ότι τα προβλήματα που προκύπτουν οφείλονται στο ότι προηγήθηκε η οικονομικο-νομισματική ένωση της πολιτικής, κινούνται στη λογική του μονόδρομου, συσκοτίζουν τις πραγματικές διαχωριστικές γραμμές και δυσκολεύουν τη ριζοσπαστικοποίηση λαϊκών μαζών, τη συγκέντρωση αντιμονοπωλιακών, αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Για το ΚΚΕ η συνθήκη της Νίκαιας είναι η συνέχεια του Μάαστριχτ και του Αμστερνταμ. Οπως επισημαίνει η ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του ΚΚΕ «Είναι αποτέλεσμα της ανισόμετρης ανάπτυξης χωρών στο καπιταλιστικό σύστημα και αποτυπώνει με πιο καθαρό τρόπο τις έντονες αντιθέσεις... Οι μαραθώνιες διαβουλεύσεις δεν αφορούσαν τα μεγάλα προβλήματα των εργαζομένων, αλλά είχαν στόχο την ακόμη μεγαλύτερη οικονομική και πολιτική ενίσχυση της κυριαρχίας του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, για να γίνει πιο αποτελεσματική η επίθεση κατά των λαών. ... Οι παραπάνω εξελίξεις θα είναι ιδιαίτερα δυσμενείς για τον ελληνικό λαό. Η ενδιάμεση θέση της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό ιμπεριαλιστικό οικοδόμημα σηματοδοτεί και το ρόλο της ως θύτη και θύματος, ως υποδοχέα της κρίσης που μαστίζει το καπιταλιστικό σύστημα, που τις συνέπειες της θα πληρώσει η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα»[8].

Το Κόμμα κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες για την οργάνωση της λαϊκής αντίστασης και πάλης, για την κοινή δράση στα σοβαρά προβλήματα που προκύπτουν από τη συμμετοχή της χώρας στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις και τους σχεδιασμούς της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Διατήρησε και διατηρεί ανοιχτό το μέτωπο αντίθεσης στις επιλογές της ΕΕ και με τη δράση του θα συνεχίσει να συμβάλει στην αποκάλυψη του αντιλαϊκού αντιδραστικού χαρακτήρα και της σημερινής εξέλιξης της διακρατικής αυτής περιφερειακής καπιταλιστικής ένωσης. Οπως επισημαίνει η ΑΠΟΦΑΣΗ του 16ou Συνεδρίου του ΚΚΕ: «Οι σημερινές πολιτικές εξελίξεις επιβεβαιώνουν την πολιτική γραμμή του κόμματος για την ανάγκη μετωπικής αντιπαράθεσης και ανατροπής της αντιλαϊκής πολιτικής. Επιβεβαιώνουν την ανάγκη της ρήξης με τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς του ΝΑΤΟ και της ΕΕ και την ανατροπή του καθεστώτος των μονοπωλίων. Ο άλλος δρόμος της αντίστασης, της σύγκρουσης με αυτή την πολιτική, η αναγκαιότητα του ΑΑΔ Μετώπου και του σοσιαλισμού γίνεται πιο αναγκαίος»[9]. Ακριβώς γι’ αυτό «στόχος είναι το Κόμμα συνολικά, μέχρι την ΚΟΒ, να είναι ικανό να παρακολουθεί τις εξελίξεις του καπιταλιστικού συστήματος διεθνώς και στη χώρα μας, ώστε να αποκαλύπτει, να συσπειρώνει, να προωθεί συμμαχίες, να αναπτύσσει την ταξική πάλη, ενισχύοντας την αντίθεση του λαού με τα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό, για το ΑΑΔΜ και το σοσιαλισμό»[10].

 

ΜΕΤΑ ΤΗ ΝΙΚΑΙΑ

Το κύριο ερώτημα που τίθεται πιο έντονα μετά τη Νίκαια είναι αν η ΕΕ θα προχωρήσει στη μορφή της ομοσπονδίας κρατών σύμφωνα με την πρόταση που πρωτοδιατύπωσε ο Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών Γιόσκα Φίσερ και διευκρίνισε πρόσφατα στο Λονδίνο ότι αποτελεί «εγγύηση για την αποτροπή δημιουργίας ευρωπαϊκού υπερκράτους»[11]. Στην ίδια κατεύθυνση ο καγκελάριος Γκέρχαντ Σρέντερ, σε συνέδριο που έγινε στο Βερολίνο με θέμα «Ευρώπη χωρίς σύνορα», επανέλαβε το αίτημα για ένα ευρωπαϊκό σύνταγμα που θα αποτελεί τη βάση της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας, πιέζοντας ταυτόχρονα όλες τις χώρες να αποφασίσουν αν θέλουν ή όχι την ομοσπονδία[12].

Μετά τη Νίκαια φαίνεται να έχει προβάδισμα η Γερμανία και να ασκεί πιέσεις για την ομοσπονδιοποίηση της ΕΕ, όμως μια τέτοια προοπτική δείχνει εξαιρετικά δύσκολη. Το γερμανικό κεφάλαιο επεκτείνεται μέσα στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική αλλά και την Ανατολική Ευρώπη «όπου κάθε μήνα αρκετές εγχώριες επιχειρήσεις εξαγοράζονται από γερμανούς επενδυτές»[13] και μέσω της ομοσπονδίας η ισχύς του μπορεί να ενισχυθεί περισσότερο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι οι συζητήσεις για την προοπτική της ομοσπονδιοποίησης της ΕΕ θα είναι γεμάτος με αντιθέσεις και συγκρούσεις. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση για το θέμα αυτό (κατά τη γαλλογερμανική συνάντηση στο Στρασβούργο στις 31.1.2001) του γάλλου Υπουργού για τις Ευρωπαϊκές Υποθέσεις Πιερ Μοσκοβισί «σε τόσο νευραλγικά θέματα όπως το Σύνταγμα και η εμβάθυνση έχουμε διαφωνίες. Γι’ αυτό προέχει ο διάλογος»[14]. Οι αντιθέσεις θα οξυνθούν περαιτέρω, όπως θα οξυνθεί και η βασική αντίθεση κεφαλαίου εργασίας.

Οι αντιθέσεις και ανταγωνισμοί των ιμπεριαλιστών μπορεί και πρέπει να αξιοποιηθούν από το αντιιμπεριαλιστικό κίνημα, ώστε με την παρέμβασή του να βάζει εμπόδια στην ενίσχυση του συνασπισμού του κεφαλαίου ενάντια στους λαούς, να προωθεί τον ευρωπαϊκό και διεθνή συντονισμό των κινημάτων, που μπορεί να είναι τόσο πιο αποτελεσματικός, όσο πιο ισχυρά θα γίνονται τα κινήματα σε εθνικό επίπεδο.

 


Η Διαμάντω Μανωλάκου είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνη του Τμήματος Ευρωπαϊκής Πολιτικής.

[1] «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 21.12.2000.

[2] «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 17.12.2000.

[3] Δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Ελ Παΐς, «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 21.12.2000.

[4] «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 20.1.2001.

[5] «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 20.12.2000.

[6] «ΒΗΜΑ». 4.2.2001

[7] Ομιλία Σημίτη στη Βουλή, 23.1.2001.

[8] Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της ΚΕ του ΚΚΕ, «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ», 12.12.2000.

[9] Απόφαση: «Τα καθήκοντα του Κόμματος μέχρι το 17ο Συνέδριο», σημείο Α, σελ. 3.

[10] Απόφαση: «Τα καθήκοντα του Κόμματος μέχρι το 17ο Συνέδριο», σημείο Β, σελ. 5.

[11] «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 28.1.2001.

[12] «ΒΗΜΑ», 28.1.2001.

[13] GUARDIAN άρθρο του MARTIN WOOLLACOTT - «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 4.2.2001.

[14] «ΒΗΜΑ», 4.2.2001.