ΕΥΡΩΕΝΩΣΙΑΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

«Η ανθρωπότητα ζει ζοφερές στιγμές, εξαιτίας της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας που εκδηλώνεται σε έκταση και βάθος στην οικονομία, στις εργασιακές σχέσεις, στην κοινωνική πολιτική, στο πολιτικό σύστημα, τον ιδεολογικό, πολιτιστικό τομέα, τις διεθνείς σχέσεις, το περιβάλλον ... Γίνεται πιο έκδηλη η αντίθεση ανάμεσα στις δυνατότητες για την κοινωνική ευημερία που ξανοίγει η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνικής και στην καπιταλιστική αξιοποίησή τους ... Οι αντικειμενικές συνθήκες μιας πιο γενικευμένης κρίσης που υπάρχουν, θα διαμορφώσουν στην πορεία αντικειμενικά στοιχεία πανεθνικής κρίσης σε μια ή περισσότερες χώρες, αλλού νωρίτερα, αλλού αργότερα».

Είναι αποσπάσματα από την Απόφαση του 16ου Συνεδρίου του ΚΚΕ για το Αντιμονοπωλιακό Αντιιμπεριαλιστικό Δημοκρατικό Μέτωπο (ΑΑΔΜ) με σημαντικές εκτιμήσεις της σημερινής πραγματικότητας, αλλά και της δυνατότητας αξιοποίησής της από τα λαϊκά κινήματα των χωρών.

Στη χώρα μας αυτή τη δυνατότητα η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της είναι ανάγκη να προσεγγίζουν και μέσα από την πορεία της διακρατικής ιμπεριαλιστικής ένωσης, της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΕΕ), για να αναπτυχθεί η ταξική πάλη ενάντια στα μονοπώλια και στην κατεύθυνση ανατροπής της εξουσίας τους σε κάθε κράτος, αλλά και της ίδιας της Ενωσης.

Η επιθετικότητα των μονοπωλίων ενάντια στους εργαζόμενους είναι ακριβώς η επιθετικότητα του καπιταλισμού στο τελευταίο στάδιο ανάπτυξής του, στην κρατικομονοπωλιακή του βαθμίδα. Συνεπώς ανάλογα πρέπει να αντιμετωπισθεί αυτή η πολιτική από την παγκόσμια εργατική τάξη, η αντιιμπεριαλιστική πάλη δεν είναι διαφορετική από την αντικαπιταλιστική. Η κατανόηση αυτής της αλήθειας θα βοηθήσει αποφασιστικά στη διαμόρφωση ισχυρών ταξικών κινημάτων σε εθνικό επίπεδο και στο συντονισμό τους στο ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΕΠΙΘΕΣΗΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ

Σε ένα ευνοϊκότερο συσχετισμό δυνάμεων για την εργατική τάξη, ως αποτέλεσμα βέβαια των ταξικών αγώνων, της ύπαρξης των σοσιαλιστικών χωρών και σε καλύτερη οικονομική συγκυρία, το καπιταλιστικό σύστημα υποχρεώθηκε σε ορισμένες παραχωρήσεις, ιδιαίτερα σε χώρες της Ευρώπης με τους μεταπολεμικούς ταξικούς αγώνες.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα βρέθηκε πιο έντονα μπροστά στις αντιφάσεις του:

- Δυσκολία αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου και πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους, περιορισμένη και ασθενής αναζωογόνηση, ως φάση, στον κύκλο της κρίσης.

- Δυσκολία σε αναπτυγμένες δυτικές καπιταλιστικές οικονομίες να ασκήσουν κυβερνητική πολιτική γενικευμένων παροχών ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης και προσέλκυσης σε συμμαχία πλατιών τμημάτων των μεσαίων στρωμάτων.

Παγκοσμίως ο συσχετισμός των δυνάμεων διαμορφώνεται ευνοϊκότερος για τις δυνάμεις του κεφαλαίου, προς το τέλος της δεκαετίας του ’80. Ετσι, καθίστανται πιο αποφασιστικές και επιθετικές για να προωθήσουν από καιρό ώριμες καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στρατηγικής σημασίας για τη διατήρηση του συστήματος.

Οι εκτιμήσεις αυτές έγιναν στην Ημερίδα της ΚΕ του ΚΚΕ, το Νοέμβρη του 1999, για τις «Εξελίξεις, τάσεις και προοπτικές της ελληνικής οικονομίας» και έχουν μεγάλη σημασία στην κατανόηση της τακτικής της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

- Το καλοκαίρι του 1992 η Συνθήκη του Μάαστριχτ ήταν αποφασιστικό βήμα για τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις με βασικό στόχο την «ευελιξία της αγοράς» και τις προτάσεις του τότε Προέδρου της Κομισιόν Ζακ Ντελόρ μέσα από την περιβόητη Λευκή Βίβλο. Η κατάργηση για μεγάλο μέρος των εργαζομένων της μονιμότητας και σταθερότητας της εργασίας, στο βαθμό που υπήρχε, του κοινωνικού χαρακτήρα της ασφάλισης, της δημόσιας υγείας και παιδείας είναι ανάγκη του κεφαλαίου για να πραγματοποιείται η προσαρμογή του στη λεγόμενη κοινωνία της πληροφορίας ή αλλιώς στη «νέα οικονομία». Αυτή η Συνθήκη επέβαλε συγκεκριμένα «κριτήρια» οικονομικών επιδόσεων που έπρεπε να πληρούν τα κράτη-μέλη μετά τα δύο στάδια της ΟΝΕ, το αρχικό (1990-1994) και το μεταβατικό (1994-1998), ώστε να συμμετάσχουν από 1.1.1999 στο τρίτο στάδιο και τη «Ζώνη Ευρώ».

Ολες οι πολιτικές δυνάμεις, πλην ΚΚΕ, χαρακτήρισαν εθνικό στόχο, το στόχο της ΟΝΕ. Και ο στόχος επετεύχθη! Από 1.1.2001 η χώρα μας είναι πλήρες μέλος της ΟΝΕ. Από τις αρχές του 2002 θα έχουμε ενιαίο νόμισμα. Το τοπίο αλλάζει. Η συσσώρευση κεφαλαίου, η ηγεμονία των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών ενισχύθηκαν ραγδαία στον ίδιο βαθμό που αποδυναμώνονταν οι μισθοί, η ασφάλιση, τα δικαιώματα των εργαζομένων.

«Η χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας έναντι των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας, οφείλεται στο υψηλό «κόστος εργασίας». Αυτό είναι το επιχείρημα τώρα των δυνάμεων του κεφαλαίου. Γι’ αυτό και οι εργαζόμενοι, ούτε καν αναφέρονται ως εργαζόμενοι, έχουν μετατραπεί σε απασχολήσιμους.

Το Σύμφωνο Σταθερότητας του Αμστερνταμ (Ιούνης 1997) αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα της αρχικής Συνθήκης του Μάαστριχτ (1992) και αποφασίζει δρακόντεια μέτρα για τη «διατηρησιμότητα» της «σύγκλισης». Στο στόχαστρο βρίσκεται η κοινωνική πολιτική που πρέπει να συμβάλλει στην «προσαρμοστικότητα» της αγοράς εργασίας και στον έλεγχο των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Ελεγχος των δημοσιονομικών ελλειμμάτων σημαίνει μείωση των δημοσίων δαπανών και αυτή με τη σειρά της σημαίνει θυσία των κοινωνικών δαπανών στο βωμό της ΟΝΕ. Οι δαπάνες για την κοινωνική προστασία το 1997 αντιστοιχούσαν στο 28,5% του κοινοτικού ΑΕΠ και το μεγαλύτερο τμήμα τους (63%) απορροφάται από τις συντάξεις και τις υπηρεσίες υγείας.

«Θα χρειαστεί να ισχυροποιήσουμε τους δεσμούς μιας επιτυχούς και βιώσιμης ΟΝΕ, μιας σωστής λειτουργούσης εσωτερικής αγοράς και της απασχόλησης. Για το σκοπό αυτό θα πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό στόχο να αναπτυχθεί ειδικευμένο, καταρτισμένο και ευπροσάρμοστο εργατικό δυναμικό και να καταστούν οι αγορές εργασίας ευαίσθητες στις οικονομικές μεταβολές. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις πρέπει να είναι γενικής εμβέλειας σε αντιδιαστολή με περιορισμένα ή ευκαιριακά μέτρα. Οι οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές αλληλοενισχύονται. Τα συστήματα κοινωνικής προστασίας θα πρέπει να εκσυγχρονιστούν ... Τα συστήματα φορολόγησης και κοινωνικής προστασίας θα πρέπει να γίνουν ευνοϊκότερα για την απασχόληση και να συμβάλλουν έτσι στη βελτίωση της λειτουργίας των αγορών εργασίας ...»[1].

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κολωνίας (3-4 Ιούλη 1999) αποφασίζει ομόφωνα τη «στενότερη συνεργασία για την προώθηση της απασχόλησης και των οικονομικών μεταρρυθμίσεων στην Ευρώπη». Εδώ ιδιαίτερη σημασία έχει «η αναθεώρηση των φορολογικών συστημάτων και των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης». Ετσι τα κράτη-μέλη καλούνται να επανεξετάσουν:

α) Τα συνταξιοδοτικά συστήματα και τα συστήματα υγείας, ώστε να «ανταποκριθούν στη χρηματοοικονομική επιβάρυνση που συνιστά για τις δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας η γήρανση του πληθυσμού».

β) Και να προσαρμόσουν τα φορολογικά συστήματα και τα συστήματα παροχών.

Στις 14.7.1999 η Κομισιόν εκδίδει ανακοίνωση με τον τίτλο «συντονισμένη στρατηγική για τον εκσυγχρονισμό της κοινωνικής προστασίας». Οι επιταγές του «Γενικού Επιτελείου» των Βρυξελλών είναι σαφείς, «τα συστήματα κοινωνικής προστασίας πρέπει να αντανακλούν και να ανταποκρίνονται στην εμφάνιση νέων εργασιακών διευθετήσεων, όπως οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου και μερικής απασχόλησης». Ο σχεδιασμός και η μεταρρύθμιση των συνταξιοδοτικών συστημάτων «προϋποθέτουν την εξεύρεση σωστής ισορροπίας μεταξύ κεφαλοποιητικών και διανεμητικών (PAYG) συστημάτων», δηλαδή μεταξύ ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιριών και κρατικών ταμείων «πρέπει να αποθαρρύνουν την πρόωρη έξοδο από την αγορά εργασίας και να ενθαρρύνουν την ευελιξία των συνταξιοδοτικών ρυθμίσεων».

Στις 28.2.2000 η Κομισιόν εκδίδει νέα «Ατζέντα για την οικονομική και κοινωνική ανανέωση της Ευρώπης». Εδώ οι στόχοι της ΕΕ διατυπώνονται πολύ συγκεκριμένα: «Τα συστήματα κοινωνικής προστασίας μπορούν να βοηθήσουν τους εργαζόμενους να αποδεχτούν τις νέες μορφές οργάνωσης της εργασίας και ρύθμισης του εργασιακού χρόνου, ενισχύοντας με τον τρόπο αυτό την προσαρμοστικότητα μέσα στην αγορά εργασίας». Και παρακάτω: «... η χρηματοδότηση της κοινωνικής προστασίας πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ανάγκη να αποφευχθούν τυχόν επιπτώσεις στην απασχόληση από τις υπερβολικές επιβαρύνσεις και την υπερβολική φορολόγηση της εργασίας, καθώς και την ανάγκη για δημοσιονομική πειθαρχία». Δηλαδή, προσαρμογή των εργαζομένων στις νέες εργασιακές και παραγωγικές συνθήκες και παράλληλα απαλλαγή της εργοδοσίας από τις υποχρεώσεις προς τους εργαζόμενους. Συνεπώς, οι ίδιοι οι εργαζόμενοι είναι υπεύθυνοι για τη λύση κοινωνικών προβλημάτων μέσω του εθελοντισμού ή άλλων πρωτοβουλιών. Οσο για τη φορολόγηση, η πολιτική της ΕΕ είναι η καθιέρωση νέων φόρων για το λαό από διάφορες χρήσεις όπως του περιβάλλοντος, της ενέργειας κλπ., ενώ η φορολόγηση των κερδών του κεφαλαίου να γίνεται επικουρικά.

Πριν ένα χρόνο στο έκτακτο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβόνας ένα «νέο κοινωνικό μοντέλο», που θα επιφέρει μεγαλύτερα κέρδη και δύναμη στο κεφάλαιο, μπαίνει σε εφαρμογή. Η ΟΝΕ του Μάαστριχτ και οι ανταγωνισμοί του μονοπωλιακού κεφαλαίου προϋποθέτουν «επιτάχυνση» του ρυθμού εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, μεγαλύτερη φτώχεια, ανεργία, σχετική και απόλυτη εξαθλίωση. Οι «στρατηγικοί στόχοι» για τις πανευρωπαϊκές σχέσεις κεφαλαίου-εργασίας είναι η «προώθηση της ανάπτυξης και της απασχόλησης μέχρι το 2010».

Το Συμβούλιο της Νίκαιας το Δεκέμβρη του 2000 συνεδριάζει για άλλη μια φορά με θέμα την «απασχόληση», αλλά και την «ανταγωνιστικότητα» του κεφαλαίου. Δε θα κατορθώσει όμως να καταλήξει σε συμφωνία. Απέδειξαν «ότι δεν είναι συμμαχία εταίρων για το συμφέρον όλων των μελών, αλλά συνεταιρισμός όπου οι κυρίαρχοι αποφασίζουν και η κάθε χώρα κοιτάζει να βγάλει το μάτι της άλλης», όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε η Γενική Γραμματέας του ΚΚΕ Αλέκα Παπαρήγα στη συζήτηση στη Βουλή για την πορεία της Ελλάδας στην ΕΕ[2]. Διαπιστώσεις όμως γίνονται: «Οι Ευρωπαίοι ζουν περισσότερο, τεκνοποιούν σπανιότερα και δουλεύουν λιγότερο ... Τα κράτη-μέλη έχουν την ευθύνη επεξεργασίας και εφαρμογής του εκσυγχρονισμού του κράτους-πρόνοιας και των συνταξιοδοτικών συστημάτων, ώστε να καταστούν βιώσιμα ... Η ΕΕ και ιδιαίτερα η Κομισιόν έχουν ευθύνη, όσον αφορά το γενικό πλαίσιο υλοποίησης». Είναι δήλωση του Προέδρου της Κομισιόν Ρομάνο Πρόντι και ακολουθούν τα λόγια του Ολλανδού Επίτροπου (και πρώην υπαλλήλου της SHELL) Φρ. Μπολκεστάιν για την ανάγκη να πειστεί η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη «να πληρώνουμε περισσότερα, να δουλεύουμε πιο πολλά χρόνια και να εισπράττουμε λιγότερα»[3]. Αυτό το μέλλον επιφυλάσσουν στους εργαζόμενους, παρά τη μεγάλη αλήθεια ότι από τη δική τους και μόνο δουλιά δημιουργείται όλος ο πλούτος που υπάρχει γύρω μας.

 Μετά ένα χρόνο από την επίσημη ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ, η Σύνοδος Κορυφής στη Στοκχόλμη, 23 - 24.3.2001, έρχεται να απαιτήσει για άλλη μια φορά «περισσότερες προσπάθειες».

Η «ανταγωνιστικότητα» της οικονομίας της ΕΕ είναι πάνω από όλα. Οι δείκτες και οι στόχοι είναι μέσα στα πλαίσια της συνεχούς προσπάθειας της ΕΕ να ανταπεξέλθει στον ανταγωνισμό της με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία. Στην απόφαση της Συνόδου της Στοκχόλμης αναφέρεται αυτό πολύ συγκεκριμένα. Η ΕΕ πρέπει να γίνει η «πιο ανταγωνιστική και η πιο δυναμική οικονομία» στον κόσμο. Και επειδή ο πληθυσμός της ΕΕ παρουσιάζει γήρανση πρέπει να δώσουμε σε όσο γίνεται περισσότερους ηλικιωμένους τη «δυνατότητα» να συμμετέχουν στην αγορά εργασίας. Ο στόχος της αύξησης του ποσοστού απασχόλησης των ηλικιωμένων ανδρών και γυναικών σε 50% πρέπει να επιτευχθεί μέχρι το 2010. Και όχι μόνον αυτό, αλλά θα πρέπει «να μειωθούν τα σημεία συμφόρησης στην αγορά εργασίας». Και αυτά τα «σημεία συμφόρησης» είναι οι κοινωνικές παροχές που υπάρχουν ακόμη και όσες κατακτήσεις έχουν παραμείνει στις εργασιακές σχέσεις.

Αυτές οι προτεραιότητες πρέπει να ανησυχήσουν και συγχρόνως να κινητοποιήσουν τους λαούς των χωρών της ΕΕ, γιατί είναι αυτές που θα ισχυροποιήσουν παραπέρα την εξουσία των μονοπωλίων. Το μαρκάρισμα είναι στενό. Κάθε χρόνο από εδώ και πέρα κατά την ανοιξιάτικη σύνοδό του, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα εξετάζει την πορεία εφαρμογής της λεγόμενης Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Ατζέντας, που αποφασίστηκε στη Σύνοδο της Λισσαβόνας. Στο Γκέτεμποργκ, θα ελεγχθούν οι τάσεις μείωσης των κρατικών ενισχύσεων και θα παρουσιαστεί μελέτη σχετικά «με τη βιωσιμότητα των συνταξιοδοτικών συστημάτων». Εν τω μεταξύ η Κομισιόν έχει ήδη χρεωθεί να συντάξει έκθεση για την «απελευθέρωση» των Σιδηροδρομικών Μεταφορών και των Ταχυδρομικών υπηρεσιών μέχρι το Δεκέμβρη 2001. Και, βέβαια η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ όχι μόνο δεν έχει καμιά αντίρρηση, αλλά «απολογείται» για τη μικρή καθυστέρηση που ενδεχομένως υπάρξει με το ξεπούλημα των ΕΛΤΑ και του ΟΣΕ, που θα οφείλεται στο γεγονός ότι θέλει να τα απαλλάξει πρώτα από τα ελλείμματα για να τα δώσει σε ιδιώτες.

 

Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η προπαγάνδα που χρησιμοποιήθηκε για να προωθηθούν οι αναδιαρθρώσεις έχει να κάνει με τον αγώνα δρόμου για να καλυφθούν τα κριτήρια «σύγκλισης» της οικονομίας της χώρας μας με των άλλων κρατών-μελών. Μόνο που και μετά την «επιτυχία» της ένταξής μας στην ΟΝΕ τα προγράμματα λιτότητας εξακολουθούν να εφαρμόζονται, τώρα όμως με στόχο της «διατηρησιμότητα»! Η εργατική τάξη και όλοι οι εργαζόμενοι είναι καθαρό ότι δεν ωφελήθηκαν στο ελάχιστο από την επίτευξη των στόχων του κεφαλαίου. Η κοινωνική «ευημερία» δεν αποτυπώνεται ούτε στα στοιχεία που κατά καιρούς δημοσιεύουν. Πολύ περισσότερο αυτό δε συμβαίνει στην καθημερινή ζωή.

Στην περίοδο από το 1980 μέχρι το 1999 ο πληθωρισμός αυξήθηκε κατά 182,8%. Τα κονδύλια που διατέθηκαν για την υγεία, την παιδεία, την κοινωνική ασφάλιση αυξήθηκαν κατά 162,8%. Δηλαδή 20 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από την επίσημη αύξηση του πληθωρισμού.

Η αύξηση του ΑΕΠ προπαγανδίζεται ως δείκτης της λαϊκής «ευημερίας», δεν καταφέρνει να κρύψει τη διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο. Η σχετική ή και απόλυτη εξαθλίωση εντείνονται με την υπερεκμετάλλευση των εργαζομένων. Οσο η εργατική δύναμη γίνεται φθηνότερη, τόσο επιταχύνεται η συσσώρευση του κεφαλαίου. Εδώ άλλωστε βρίσκεται η καρδιά του ζητήματος, της περίφημης «ανταγωνιστικότητας» της καπιταλιστικής οικονομίας.

Σύμφωνα με μελέτη του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ κατά την περίοδο 1984-92, τα κατώτερα μεροκάματα και οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα μειώθηκαν κατά 17,03%, ενώ την περίοδο 1995-97 αυξήθηκαν μόλις κατά 1,68%. Ετσι βρίσκονται σε πραγματικές τιμές στα επίπεδα του ‘85.

Ενας στους πέντε Ελληνες ζούσε το 1995 κάτω από το «όριο της φτώχειας», σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ο αριθμός των ατόμων των οποίων το εισόδημα ήταν κατώτερο του 60% του κατά κεφαλήν εθνικού εισοδήματος, σύμφωνα με το διεθνή ορισμό του ορίου φτώχειας, κάθε άλλο παρά μειώνεται μετά τη μεταβίβαση των πάσης φύσεως κοινωνικών παροχών στις πλέον ευαίσθητες αυτές κοινωνικές ομάδες[4]. Την ίδια στιγμή τα κέρδη των βιομηχάνων, των εφοπλιστών και των τραπεζιτών αυξάνονται κατακόρυφα. Ενδεικτικά να σημειώσουμε ότι σύμφωνα με τους ισολογισμούς που δημοσιεύονται στις εφημερίδες και με την επεξεργασία των στοιχείων τους, το πρώτο τρίμηνο του 2000 μια σειρά εταιρίες και όμιλοι επιχειρήσεων έχουν αυξήσεις κερδών και πάνω από 3.770%[5].

Οι επιπτώσεις στην εργατική τάξη από την «απελευθέρωση της αγοράς εργασίας» είναι οδυνηρές. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, σύμφωνα με έρευνα του Εθνικού Ινστιτούτου Εργασίας μόνον το 47,5% των Ελλήνων μισθωτών στον ιδιωτικό τομέα εργάζεται πλέον με την αυστηρή τήρηση των όρων των συλλογικών συμβάσεων. Η ετήσια ποσοστιαία αύξηση της μέσης πραγματικής αμοιβής σύμφωνα με στοιχεία του ίδιου του ΥΠΕΘΟ πέφτει από 8,4% το 1989 σε 1,5% το 1998 και 1,4% το 1999 αντίστοιχα. Ενώ σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς το ποσοστό ετήσιας μεταβολής του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος πέφτει από το 11,6% το 1995 σε 2,9% το 1998[6].

Η ανεργία, παράγοντας απόλυτης επιδείνωσης της κατάστασης της εργατικής τάξης αυξήθηκε κατακόρυφα. Οι υποσχέσεις για δημιουργία θέσεων εργασίας είναι το μόνιμό μοτίβο κάθε κυβέρνησης είτε του ΠΑΣΟΚ, είτε της ΝΔ. Η ανεργία βέβαια αυξάνεται σταθερά. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 η ΝΔ υπόσχεται εκατό χιλιάδες θέσεις εργασίας. Ας υπολογίσουμε και θα δούμε: Το 1990 οι απασχολούμενοι ήταν 3.719.000, το 1991: 3.632.000, το 1992: 3.684.000 και το 1993: 3.720.000. Δηλαδή η αυξητική διαφορά στην απασχόληση 1990-1993 είναι μόλις 1.000 (!) θέσεις εργασίας. Αυτή ήταν όλη και όλη η δραστική μείωση της ανεργίας[7].

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία η ανεργία το 1980 ήταν 2,5%, το 1981 ανέβηκε στο 4%, το 1990 στο 7% και έφθασε το 1999 στο 9,7%. Στα τέλη δε του 1999 ανέβηκε στο 12,4%, γεγονός που έφερε την Ελλάδα στη δεύτερη ευρωπαϊκή θέση μετά την Ισπανία, όπου το ποσοστό της ανεργίας είναι στο 14%.

Αντί λοιπόν για υλοποίηση των υποσχέσεών της, η κυβέρνηση της ΝΔ φέρνει στη Βουλή και ψηφίζεται ο νόμος 1892/90 «για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη». Με αυτόν το νόμο προωθείται η μερική απασχόληση και η διευθέτηση του χρόνου εργασίας, ενώ το μεγάλο κεφάλαιο ωφελείται από μια σειρά προνόμια με το πρόσχημα της συμβολής στην «αντιμετώπιση της ανεργίας». Ετσι οι βάσεις για τη συνολική επίθεση στις κατακτήσεις της εργατικής τάξης στη χώρα μας μπήκαν σε μια περίοδο ιδιαίτερα αρνητική για το εργατικό κίνημα, αλλά και για το παγκόσμιο.

Το μονοπωλιακό κεφάλαιο κερδίζει πόντους μετά την προσωρινή οπισθοχώρηση του διεθνούς επαναστατικού κινήματος με την ανατροπή των σοσιαλιστικών καθεστώτων. Για άλλη μια φορά επιβεβαιώνεται η μαρξιστική αλήθεια ότι στον καπιταλισμό οι κατακτήσεις των εργαζομένων είναι προσωρινές και πάντα κατώτερες των πραγματικών αναγκών τους.

Με τους νόμους 2639/98 και 2874/00 που προώθησε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, έχουμε την αντιδραστική αναδιάρθρωση του ημερήσιου εργάσιμου χρόνου, δηλαδή τη «συνολική διευθέτηση», που στοχεύει στην αύξηση του πρόσθετου χρόνου εργασίας, στην παραγωγή μεγαλύτερης απλήρωτης εργασίας, στην εντατικοποίηση της δουλιάς, στην απαλλαγή από το κόστος των υπερωριών, τελικά στην παραπέρα μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης και συνεπώς στην αύξηση των καπιταλιστικών κερδών. Το 8ωρο ουσιαστικά έχει καταργηθεί. Μετατρέπεται σε 9ωρο, 10ωρο ή και παραπάνω, χωρίς πληρωμή υπερωριών. Ο εργαζόμενος μετατρέπεται σε απασχολήσιμο, δηλαδή σκλάβο στη διάθεση του εργοδότη. Θα δουλεύει όποτε και όσο θέλει αυτός, σύμφωνα με το συμφέρον της επιχείρησής του.

Οι γυναίκες αποτελούν το 64,5% των απασχολούμενων στις ευέλικτες μορφές απασχόλησης καθώς και στη «μαύρη» εργασία. Εδώ και πολλά χρόνια έχει καταργηθεί η απαγόρευση της νυκτερινής εργασίας των γυναικών στο όνομα της «ισότητας» των δυο φύλων, έτσι όπως την κατανοεί το ευρωπαϊκό κεφάλαιο. Αλλωστε η υγεία και η ασφάλεια των εργαζομένων στον καπιταλισμό θυσιάζονται στο βωμό της εργοδοτικής ασυδοσίας και του μέγιστου κέρδους.

Οσον αφορά τη μείωση του εργάσιμου χρόνου με την εφαρμογή του 35ωρου, εμείς το θεωρούμε αναγκαίο και ρεαλιστικό μέτρο. Οταν όμως προωθείται μέσα από τη «διευθέτηση του εργάσιμου χρόνου», όπως συμβαίνει στη χώρα μας, αλλά και σε άλλες χώρες της ΕΕ, τότε είναι σε βάρος του εργαζόμενου γιατί καταργείται ο σταθερός ημερήσιος χρόνος εργασίας.

Οι αλλαγές αυτές δημιουργούν σοβαρότατα προβλήματα στην προσωπική, οικογενειακή ζωή του εργαζόμενου, εμποδίζουν τη συνδικαλιστική και πολιτική του δράση, προβάλλουν νέα εμπόδια στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης. Στοχεύουν στο χτύπημα της συλλογικής διαπραγμάτευσης, στην αποδυνάμωση της οργανωμένης συλλογικής διεκδίκησης και καλλιεργούν τον ατομικισμό. Αποσκοπούν στη χειραγώγηση συνειδήσεων και υπονομεύουν το ίδιο το συνδικαλιστικό κίνημα.

Τα επίσημα στοιχεία της ΕΣΥΕ αναφέρουν ότι η μερική απασχόληση στη χώρα μας είναι στο 13,8% του συνόλου της μισθωτής απασχόλησης. Το 25% των νέων θέσεων εργασίας και το 60% στον τομέα του εμπορίου αντιστοιχεί σε θέσεις μερικής απασχόλησης.

Βέβαια, η επίθεση του κεφαλαίου μέσω των αναδιαρθρώσεων του καπιταλιστικού συστήματος δεν περιορίζεται μόνο στα εργασιακά δικαιώματα. Η εμπορευματοποίηση τομέων όπως της Υγείας, της Πρόνοιας, της Παιδείας, της Ασφάλισης επεκτείνεται, ενώ ήταν μέχρι τώρα κάτω από μια ορισμένη κρατική οργάνωση. Από χρόνο σε χρόνο μικραίνουν τα κονδύλια από τον κρατικό προϋπολογισμό για κοινωνική πολιτική και υπολείπονται σημαντικά της αύξησης του πληθωρισμού. Ο κρατικός προϋπολογισμός του 2001 περικόπτει τις συνολικές δαπάνες στο 31,9% του ΑΕΠ από 32,7% το 2000. Και αυτό για να «εξαλειφθούν τα ελλείμματα» όπως προβλέπεται στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, στην «εντός ΟΝΕ εποχή».

Η «κοινωνική» διάσταση του κρατικού προϋπολογισμού 2001 σημαίνει δαπάνη 450 δισ. δρχ. Πρόκειται για κάποια ψίχουλα που θα επιστραφούν σε κοινωνικές κατηγορίες χαμηλόμισθων, π.χ. 75 δισ. δρχ. για το επίδομα πετρελαίου, όταν τα έσοδα του κράτους από την αύξηση της τιμής του πετρελαίου και την αύξηση του ΦΠΑ που εισπράχτηκε, έφτασαν σε 100 δισ. δραχμές.Αντίθετα η επιχορήγηση στο ΙΚΑ παραμένει καθηλωμένη στο ποσό που δόθηκε και πέρυσι, που σημαίνει μείωση αφού ο πληθωρισμός αυξήθηκε. Οι επιδοτήσεις όμως στους εφοπλιστές για δρομολόγηση πλοίων στις άγονες γραμμές θα αυξηθούν κατά 32,6% δηλαδή θα ξεπεράσουν τα 3 δισ. δραχμές[8].

Οσο αφορά την εισοδηματική πολιτική, οι ονομαστικές αυξήσεις των μισθών είναι 2,5% τη στιγμή που ο πληθωρισμός τρέχει με 3,5% και η προβλεπόμενη αύξηση του ΑΕΠ είναι 5%. Καμιά σχέση βέβαια δεν έχει η πραγματικότητα με τη δήλωση του Υπουργού Οικονομικών ότι «η εισοδηματική πολιτική του 2001 καλύπτει τον πληθωρισμό και εξασφαλίζει για τους εργαζόμενους ουσιαστική συμμετοχή στην αύξηση του ΑΕΠ».

Οσο για τις σοβαρές αλλαγές που σχεδιάζονται στην Κοινωνική Ασφάλιση, αυτές δεν γίνονται τυχαία. Ούτε γιατί υπάρχουν ελλείμματα στα ασφαλιστικά ταμεία, γεγονός για το οποίο ευθύνονται αποκλειστικά το κράτος και η εργοδοσία και καθόλου οι εργαζόμενοι. Αν ήταν έτσι, το πρόβλημα θα λυνόταν με την καταβολή των κλεμμένων. Και αυτές οι αλλαγές εντάσσονται μέσα στις συνολικές αναδιαρθρώσεις του καπιταλισμού και στοχεύουν να κάνουν την εργατική δύναμη πιο φθηνή. Μεταφέρουν το πρόβλημα της Κοινωνικής Ασφάλισης στην ευθύνη του κάθε εργαζόμενου ξεχωριστά, στην ατομική λύση, υποδεικνύοντας την ιδιωτική ασφάλιση, αφού προηγούμενα έχουν υποβαθμίσει όλες τις κρατικές κοινωνικές παροχές που ήταν στο κράτος.

Η Κομισιόν είναι σαφής όταν επισημαίνει ότι: «Η Ελλάδα έχει ήδη προβεί σε ορισμένες διαρθρωτικές ρυθμίσεις της αγοράς εργασίας, ενώ για το 2001 ανακοινώθηκε μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Η Επιτροπή θεωρεί ότι μια τολμηρότερη προσέγγιση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας θα αποβεί προς όφελος της ελληνικής οικονομίας». Αυτό ακριβώς το απόσπασμα από το «Σύμφωνο Σταθερότητας» για την περίοδο 2000-2004 τα λέει όλα. Στην τετραετία που βαδίζουμε είναι εξασφαλισμένη η «φιλολαϊκή» πολιτική της ΕΕ σε βάρος των εργαζομένων.

Οσο αφορά επίσης τα λεγόμενα πακέτα των διαφόρων προγραμμάτων της ΕΕ είναι γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκαν για πλουτισμό των λίγων και για εξαγορά συνειδήσεων. Για παράδειγμα στα πλαίσια του επιχειρησιακού προγράμματος «καταπολέμηση του αποκλεισμού από την αγορά εργασίας» του Β΄ ΚΠΣ για τα έτη 1996-1999 εγκρίθηκαν 3.200 νέες θέσεις εργασίας, (οι άνεργοι ξεπερνούν σήμερα τις 550.000), που αφορούσαν τόσο στην επιχορήγηση των επιχειρήσεων που θα απασχολήσουν ανέργους, όσο και στην επιχορήγηση νέων ελεύθερων επαγγελματιών, ατόμων ηλικίας από 16 - 65 χρόνων. Η δαπάνη θα καλυπτόταν κατά 80% από το Ευρωπαϊκό κοινωνικό ταμείο και κατά 20% από τον ΟΑΕΔ. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού της ΕΕ όμως παρεμβαίνει ευθέως σε παντός είδους και τύπου ενισχύσεις για την «αντιμετώπιση» της ανεργίας, σύμφωνα με δημοσίευμα της Ελευθεροτυπίας[9], θέτοντας πλαφόν στις συνολικές επιχορηγήσεις ίσον με 10.000 ΕΥΡΩ (34 εκατ. δραχμές) την 3ετία ανά επιχείρηση. Το ποσό αυτό αφορά τα ευρωπαϊκά κονδύλια, τους εθνικούς πόρους, αλλά και τους κοινωνικούς πόρους.

Για να αναφέρουμε και ένα παράδειγμα από κράτος-μέλος που εμφανίζεται μάλιστα ως υπόδειγμα, την Ολλανδία, χώρα με το μικρότερο ποσοστό ανεργίας (3,3%) η μερική απασχόληση ξεπερνά το 40%. Είναι η χώρα με «μηδέν ποσοστό μη συμμόρφωσης» στην κατευθυντήρια γραμμή της ΕΕ, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην κοινή έκθεση για την Απασχόληση 2000 (6.9.2000).

Πιο κάτω αναφέρεται το εξής:

«Η πολιτική της απασχόλησης επιτυγχάνεται μέσω της συγκράτησης των ονομαστικών μισθών και εφ’ όσον είναι δυνατόν, των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης των εργοδοτών. Οι κοινωνικοί εταίροι υποστηριζόμενοι από την κυβερνητική νομοθεσία συνήψαν πολλές συμφωνίες σχετικά με την κατάρτιση και την ευελιξία της αγοράς εργασίας, αρχής γενομένης με την προώθηση της μερικής απασχόλησης και την ευρέως διαδεδομένη χρήση των υπηρεσιών ανεύρεσης έκτακτης εργασίας».

Είναι τέτια η έκταση της ευέλικτης εργασίας ώστε η κυβέρνηση της Ολλανδίας πέρυσι αναγκάστηκε να δηλώσει ότι οι ελαστικοποιημένες μορφές εργασίας υποβάθμισαν την ποιότητα της προσφερόμενης απασχόλησης, δημιουργώντας παράλληλα σημαντικά κοινωνικά προβλήματα[10].

 

ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΤΑΞΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Συμπέρασμα όλων των παραπάνω είναι ότι οι αναδιαρθρώσεις του καπιταλισμού δεν αποτελούν απλά μια διαχειριστική επιλογή σε κάποιους τομείς, αλλά είναι μια στρατηγική επιλογή του κεφαλαίου που διαπερνά όλους τους τομείς της οικονομίας και της κοινωνίας σε κρατικό και διακρατικό επίπεδο και εφαρμόζεται μέσω συμφωνιών και συνθηκών σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες, στο όνομα της «παγκοσμιοποίησης» και του διεθνούς ανταγωνισμού.

Η παραπέρα στρατιωτικοποίηση της ΕΕ, η δημιουργία του Ευρωστρατού και όποια άλλη κινητικότητα παρατηρείται δεν έχουν να κάνουν με τίποτ’ άλλο παρά με την ανησυχία τους για την αντίδραση των εργαζομένων. Αλλωστε από ποιόν άλλο μπορούν να κινδυνεύσουν οι δυνάμεις του κεφαλαίου, παρά από την αποφασιστικότητα των λαϊκών κινημάτων και πρώτ’ απ’ όλα του εργατικού κινήματος.

Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στη χώρα μας για πολλά χρόνια ακολουθεί πορεία συμβιβασμού, ταξικής συνεργασίας, αδράνειας και απαξίωσης. Τα ανώτατα συνδικαλιστικά όργανα με τη δράση της πλειοψηφίας τους μετατράπηκαν από όργανα πάλης σε μηχανισμούς περάσματος της πολιτικής του κεφαλαίου στους εργαζόμενους. Το αυτονόητο ότι τα συνδικάτα πρέπει να υπερασπίζονται τα συμφέροντα της εργατικής τάξης είναι σήμερα ένα εξαιρετικά αναγκαίο ζητούμενο. Για μας τους κομμουνιστές δεν είναι μόνο αυτό. Τα συνδικάτα είναι οι πλατειές οργανώσεις της εργατικής τάξης και εκεί μέσα οι εργάτες διαπαιδαγωγούνται για να συνειδητοποιήσουν την ιστορική αποστολή της τάξης τους, να ανατρέψουν το εκμεταλλευτικό σύστημα και να οικοδομήσουν το σοσιαλισμό.

Το ΠΑΜΕ ως συνεπής, ταξικά, συσπείρωση σωματείων, Ομοσπονδιών, Εργατικών Κέντρων, αγωνιστών συνδικαλιστών στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, δημιουργήθηκε από την ανάγκη κοινής δράσης της εργατικής τάξης ενάντια στην αντεργατική πολιτική που εφαρμόζεται και την ανάγκη βαθέματος της ταξικής συνείδησης των εργαζομένων. Εδώ συσπειρώνονται εργατικοί φορείς και πρόσωπα που θέλουν να αγωνιστούν για πλήρη δικαιώματα στην εργασία και στην ασφάλιση, στην υγεία, στην παιδεία, στον πολιτισμό. Εδώ συσπειρώνονται όσοι θέλουν να αγωνιστούν για την υπεράσπιση της ειρήνης από τη δράση των ιμπεριαλιστικών οργανισμών. Εδώ συσπειρώνονται όσοι δεν έχουν αυταπάτες ότι μπορεί να υπάρχει κακή και λιγότερη κακή εκμετάλλευση, ότι τίποτε δεν έχει κατακτηθεί δίχως ταξικές συγκρούσεις.

Η απάντηση της εργατικής τάξης και των λαϊκών κινημάτων, τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό ή διεθνές επίπεδο είναι η ανάπτυξη της ταξικής πάλης και η κοινή δράση ενάντια στη νέα τάξη πραγμάτων.

Οι κομμουνιστές και οι κομμουνίστριες έχουν ξεκάθαρο προσανατολισμό δράσης. Να ισχυροποιήσουν το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα με την ανάπτυξη ταξικών αγώνων για την υπεράσπιση και διεύρυνση των κατακτήσεων και δικαιωμάτων τους. Ταυτόχρονα, προβάλλουν στην εργατική τάξη και σε όλους τους εργαζόμενους την πρόταση του ΚΚΕ για συσπείρωση και κοινή πάλη για τη λαϊκή εξουσία που θα οικοδομήσει τη λαϊκή οικονομία όπου μπορούν να βρουν τη λύση τους τα προβλήματα της εργατικής τάξης, των άλλων καταπιεζόμενων στρωμάτων.



Η Αιμιλία Αγκαβανάκη είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και του Εργατικού Συνδικαλιστικού Τμήματος.

[1] Από το Σύμφωνο Σταθερότητας τον Ιούνη του 1997 στο Αμστερνταμ.

[2] «Ριζοσπάστης», 24.1.2001.

[3] «Καθημερινή», 22.1.2001.

[4] «Βήμα», 14.9.2000.

[5] «Ριζοσπάστης», 4.6.2000.

[6] Από την Ημερίδα της ΚΕ του ΚΚΕ: «Εξελίξεις, τάσεις, προοπτικές της ελληνικής οικονομίας», 1999.

[7] ΕΣΥΕ - Ερευνα Εργατικού Δυναμικού.

[8] «Ριζοσπάστης», 5.11.2000.

[9] «Ελευθεροτυπία», 19.1.2001.

[10] «Εξουσία», 22.8.2000.