ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ

Οι διαχειριστές, οι απολογητές του καπιταλισμού χρόνια ολόκληρα δίνουν μια άνιση μάχη με την πραγματικότητα. Προσπαθούν να παρουσιάσουν την ανεργία σαν ένα προσωρινό φαινόμενο από το οποίο θα απαλλαγεί -κάποτε- το εκμεταλλευτικό σύστημα και θα επικρατήσουν συνθήκες πλήρους απασχόλησης. Η ζωή τους διαψεύδει συνεχώς. Το σύστημα δεν μπορεί να απαλλαγεί από την ανεργία γιατί είναι συστατικό στοιχείο της φύσης του, αποτέλεσμα των νόμων που διέπουν τη λειτουργία του.

Οι καπιταλιστές κυνηγώντας το κέρδος, καταφεύγουν στη νέα τεχνική και σε αντίστοιχες οργανωτικές μεθόδους για να αυξήσουν την παραγωγικότητα της εργασίας, να εντείνουν το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, να επικρατήσουν έναντι των ανταγωνιστών τους. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Η αύξηση δηλαδή του σταθερού κεφαλαίου (το κεφάλαιο υπό μορφή μέσων παραγωγής, πρώτων υλών) έναντι του μεταβλητού κεφαλαίου που προορίζεται για την αγορά της εργατικής δύναμης. Ταυτόχρονα κάθε καπιταλιστική προσπάθεια να αποσπάσει όσο το δυνατό μεγαλύτερη υπεραξία από την εργατική δύναμη που μισθώνει. Παρά την τάση αύξησης του αριθμού των απασχολούμενων που προκαλεί η διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου, αυξάνεται η μάζα των εργατών που εκτοπίζονται από την παραγωγική διαδικασία και δεν μπορούν να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη. Παρουσιάζεται πλεόνασμα εργατικών χεριών, γεννιέται και τροφοδοτείται η ανεργία που λειτουργεί ως μοχλός συσσώρευσης κεφαλαίου και είναι όρος ύπαρξης του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.

Ανεξάρτητα από τη μορφή που εμφανίζεται το πρόβλημα, το περιεχόμενο του προβλήματος αφορά τις ξεπερασμένες καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, την αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την ατομική καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της. Η απόσπαση, για παράδειγμα, του φαινομένου των νέων τεχνολογιών -που εκφράζει την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων- της χρησιμοποίησης στην παραγωγή, από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής οδηγεί στο αβάσιμο συμπέρασμα ότι για την ανεργία ευθύνεται η νέα τεχνολογία. Εάν ληφθεί υπόψη ο εκμεταλλευτικός χαρακτήρας των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και ότι κίνητρο της καπιταλιστικής ανάπτυξης είναι το κέρδος, τότε θα προβάλλει η αλήθεια που λέει ότι: «…οι μηχανές εξεταζόμενες αυτές καθ’ αυτές περιορίζουν το χρόνο εργασίας, ενώ όταν χρησιμοποιούνται καπιταλιστικά αυξάνουν την εντατικότητά της… ότι αυτές καθ’ αυτές αυξάνουν τον πλούτο του παραγωγού, ενώ όταν χρησιμοποιούνται καπιταλιστικά εξαθλιώνουν τον παραγωγό» - οδηγούν στην ανεργία.

Αν επίσης, σε αυτή τη βάση εξεταστεί το φαινόμενο των «συγχωνεύσεων» που αποτελεί στοιχείο των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, τότε θα καταρριφθεί ο κυβερνητικός ισχυρισμός περί αύξησης των θέσεων εργασίας και θα διαπιστωθεί ότι ακόμη και αν δε γίνουν απολύσεις τη στιγμή της συγχώνευσης, πράγμα μάλλον απίθανο, η συγκεντροποίηση της παραγωγής και του κεφαλαίου που επιτυγχάνεται οδηγεί στην αύξηση και επιτάχυνση της συσσώρευσης του κεφαλαίου, άρα προοπτικά σε ανατροπές στην οργανική σύνθεση (σε αύξηση του σταθερού μέρους σε βάρος του μεταβλητού) μειώνοντας έτσι τη ζήτηση εργασίας - αυξάνοντας την ανεργία.

 

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

Η όξυνση του προβλήματος της ανεργίας στις αρχές της δεκαετίας του ’90 θορύβησε το επιτελείο των Βρυξελλών, αλλά η αστική απολογητική συγκαλύπτοντας την πραγματική αιτία του προβλήματος, αναφέρεται σε μορφές, πως επιφανειακά εμφανίζεται το πρόβλημα και κατατάσσει - όπως αναφέρεται στη Λευκή Βίβλο - την ανεργία σε τρία είδη:

- «Συγκυριακή Ανεργία» που την αποδίδει στη μείωση της οικονομικής δραστηριότητας.

- «Διαρθρωτική Ανεργία» εξ’ αιτίας του ότι «ακόμα και υπό τις πλέον ευνοϊκές περιστάσεις στα τέλη της δεκαετίας του ’80, η ανεργία συνεχίζει να πλήττει εκατομμύρια άτομα», αποδίδοντας το γεγονός αυτό στην «παραμέλιση των αγορών του μέλλοντος, στο υψηλό κόστος της ελάχιστα ειδικευμένης εργασίας, στα πεπαλαιωμένα συστήματα απασχόλησης»!!

- «Τεχνολογική Ανεργία» που συνδέεται με τη «δυσαρμονία μεταξύ της ταχύτητας μιας τεχνικής προόδου από τη μια και τις νέες ανάγκες ή τα νέα προϊόντα που θα εξασφαλίζουν την εκ νέου αύξηση των θέσεων απασχόλησης».

Η απάντηση που έδωσε η Ευρωπαϊκή Ενωση απέναντι στην απαίτηση των εργαζομένων για πλήρη-σταθερή απασχόληση είναι οι ελαστικές μορφές απασχόλησης και η μισοανεργία. Η πορεία από τη Λευκή Βίβλο του 1993 μέχρι σήμερα αποδεικνύει ότι ο βασικός στόχος των αποφάσεων-κατευθύνσεων των Συνόδων Κορυφής, γενικότερα των κοινοτικών οργάνων είναι η προώθηση των αντιδραστικών αλλαγών στην αγορά εργασίας, η ανατροπή των εργασιακών κατακτήσεων, η υποκατάσταση της πλήρους-σταθερής απασχόλησης από διάφορες μορφές υποαπασχόλησης.

Οι υπερασπιστές της ΕΕ διατυμπανίζουν ότι στην Ευρωπαϊκή Ενωση το ποσοστό της ανεργίας μειώθηκε από 10,7% το 1994 στο 9,2% το 1999.

Κατ’ αρχήν δε δικαιολογείται καμιά ευφορία γιατί το ποσοστό αυτό μεταφράζεται σε τουλάχιστον 15 εκατομμύρια ανέργους, σε εκατομμύρια οικογένειες που στερούνται στοιχειώδη μέσα επιβίωσης.

Δεύτερο στοιχείο είναι η ανοδική τάση της μακροχρόνιας ανεργίας, που βρίσκεται σε πολύ υψηλά επίπεδα και το 1999 αντιστοιχούσε στο 4,2% του εργατικού δυναμικού. Αυτοί που δεν εργάστηκαν για περισσότερο από 12 κατά σειρά μήνες αντιπροσωπεύουν το 45% του συνολικού αριθμού των ανέργων.

Τρίτο, αυξάνεται η μερική και η προσωρινή απασχόληση. Χαρακτηριστικές είναι οι διαπιστώσεις που γίνονται στην Εκθεση της Ευρωπαϊκής Ενωσης για την Απασχόληση (2000). Αναφέρονται μεταξύ των άλλων και τα εξής:

«… οι θέσεις προσωρινής απασχόλησης εξακολουθούν να αυξάνονται το 1999 αντιπροσωπεύοντας σήμερα σχεδόν το 30% του συνολικού αριθμού των θέσεων εργασίας στην ΕΕ».

«Η αύξηση στο ποσοστό των εργαζομένων με καθεστώς πλήρους απασχόλησης ήταν πολύ λιγότερο έντονη. Το 1999 το ποσοστό αυτό ανερχόταν κατά μέσο όρο στο 56,5% του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας, μόνο μια ποσοστιαία μονάδα υψηλότερο από εκείνο του 1994».

«Η μερική απασχόληση από το 1994 έως το 1999 αντιπροσώπευε σχεδόν το 64% της καθαρής δημιουργίας θέσεων εργασίας».

«Για τις γυναίκες πάνω από το 70% των καθαρών νέων θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν κατά την πενταετία 1994-1999 ήταν με καθεστώς μερικής απασχόλησης. Οι μισές από τις καθαρές νέες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν για άνδρες μεταξύ 1994-1999 ήταν με καθεστώς μερικής απασχόλησης».

Το ποσοστό των μερικώς απασχολούμενων ήταν το 1999 19,5% έναντι 16% το 1994. Η τάση είναι ολοφάνερη και προδιαγράφει μια πιο οδυνηρή κατάσταση για το μέλλον εκατομμυρίων εργαζομένων και ιδιαίτερα νέων ανθρώπων στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Αποδεικνύεται ότι είναι εντελώς αβάσιμο και παραπλανητικό το σύνθημα για μια «Ευρώπη της ανάπτυξης με πλήρη απασχόληση» που χρησιμοποιούν οι πολιτικοί, αλλά και οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι του κεφαλαίου.

 

Η ΑΝΕΡΓΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στη χώρα μας για το 1999 το σύνολο των απασχολούμενων ήταν 3.932.861 - (2.460.512 άνδρες και 1.472.350 γυναίκες) ενώ οι άνεργοι ανέρχονταν στις 532.587 ποσοστό (11.9%) από τους οποίους οι 210.168 είναι άνδρες και οι 322.419 γυναίκες.

Εχει σημασία να σημειωθεί εδώ ότι το τέταρτο τρίμηνο του 1999 η ανεργία αυξήθηκε και έφτασε τους 553.000 ανέργους, ποσοστό 12.4%.

Εάν εξεταστεί η πορεία της ανεργίας κατά τη διάρκεια της περιόδου 1988-1999 διαπιστώνεται ότι ο αριθμός των ανέργων από 283.000 (7.2%) το 1988 έφθασε στις 533.000 (11.9%) το 1999. Οι άνεργοι δηλαδή αυξήθηκαν κατά 250.000 και σε ποσοστό κατά 88%, ενώ την ίδια περίοδο το εργατικό δυναμικό αυξήθηκε κατά 13.5%.

Αυξητική ήταν και η πορεία των μακροχρόνια άνεργων που από 132.814 το 1988 έφτασαν τους 303.273 το 1999, δηλαδή αυξήθηκαν κατά 128%.

Οι νεοεισερχόμενοι άνεργοι -που αναζητούν εργασία για πρώτη φορά- κατέχουν το 1999 το 45% του συνόλου των ανέργων.

Οι γυναίκες ενώ το 1999 αποτελούσαν το 40% του εργατικού δυναμικού κατέλαβαν το 60,5% των ανέργων και το 65% των μακροχρόνια ανέργων.

Οι άνεργες γυναίκες από 167.787 ανήλθαν στις 322.419.

Το ποσοστό ανεργίας στους νέους ηλικίας 15-19 χρονών είναι στο ύψος του 42%, από 20-24 χρονών στο 30% και από 25-29 χρονών στο 18,5%.

Με βάση το επίπεδο εκπαίδευσης η ανεργία παρουσιάζει την εξής κατάσταση:

Απόφοιτοι ΑΕΙ 8%.

Απόφοιτοι ΤΕΙ 15% - Λυκείου 15,5%.

Απόφοιτοι γυμνασίου 14,3% και απόφοιτοι δημοτικού σχολείου 8,7%.

Η συγκριτική εξέταση της απασχόλησης κατά τομέα οικονομικής δραστηριότητας (σύμφωνα με την καταταξική αστική στατιστική) δείχνει ότι υπάρχει σημαντική αρνητική μεταβολή της απασχόλησης στον πρωτογενή (αγροτική οικονομία κ.ά.) και δευτερογενή τομέα (βιομηχανία και κατασκευές) και θετική στον τριτογενή (υπηρεσίες).

Συγκεκριμένα:

 

Αυξάνεται τόσο η ανεργία όσο και η μερική και η προσωρινή απασχόληση.

Την περίοδο 1988-1999 οι θέσεις μερικής απασχόλησης αυξήθηκαν με πολύ πιο υψηλούς ρυθμούς από ό,τι οι θέσεις πλήρους απασχόλησης.

Η πλήρης απασχόληση αυξήθηκε κατά 7,3% και η μερική απασχόληση κατά 15%. Παρά το γεγονός ότι τα επίσημα στοιχεία είναι αναξιόπιστα και δε δίνουν τη συνολική εικόνα της υποαπασχόλησης και της προσωρινής απασχόλησης η τάση είναι εμφανής, αφού οι μερικώς απασχολούμενοι από 139.168 το 1991 ανήλθαν στις 228.721 το 1999 και το ποσοστό τους ανέρχεται στο 5,8% της συνολικής απασχόλησης.

Η προσωρινή απασχόληση ανέρχεται στο 12% στο σύνολο της χώρας, ενώ σε ορισμένες περιοχές όπως τα νησιά του Νοτίου Αιγαίου, τη Θεσσαλία, τα νησιά του Ιονίου κυμαίνεται αντίστοιχα στο 27,9%, 21,1% και 21,0%.

Η πολιτική για την «απασχόληση» που εφαρμόζει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είναι κατ’ εικόνα και ομοίωση της πολιτικής που εφαρμόζεται στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Υλοποιούνται οι κατευθύνσεις της Λευκής Βίβλου και των Συνόδων Κορυφής. Προωθούνται προγράμματα κατάρτισης και υποαπασχόλησης που είναι άμεσα συνδεδεμένα με τα μέτρα ανατροπής των εργασιακών σχέσεων, την υπονόμευση των Συλλογικών Συμβάσεων εργασίας και των ασφαλιστικών-κοινωνικών δικαιωμάτων. Από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργαζομένων οι λεγόμενες πολιτικές «απασχόλησης» είναι επώδυνες και αναποτελεσματικές. Λειτουργούν ως υποκατάστατο του δικαιώματος εργασίας, αδυνατούν να καλύψουν όχι μόνο τις σύγχρονες αλλά και τις πιο ελάχιστες ανάγκες των εργαζομένων. Ταυτόχρονα μέσα από αυτές τις μορφές οικοδομείται το καθεστώς του «απασχολήσιμου». Από τη σκοπιά όμως των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου είναι πολύ προσοδοφόρες γιατί αυξάνουν το βαθμό εκμετάλλευσης, τροφοδοτούν τα θησαυροφυλάκια της χρηματιστικής ολιγαρχίας με τεράστια ποσά. Είναι γνωστό ότι τα προγράμματα της υποαπασχόλησης επιχορηγούν τους εργοδότες, κυρίως το μεγάλο κεφάλαιο.

Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΑΕΔ η εξέλιξη του προγράμματος επιδότησης των εργοδοτών για την περίοδο 1990-1998 έχει ως εξής:

Η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί είναι τόσο προκλητική που δεν μπορεί να κρυφθεί. «Στη διεθνή βιβλιογραφία επισημαίνεται μεταξύ των άλλων ότι τα προγράμματα επιδότησης θέσεων εργασίας προκαλούν είτε άσκοπες επιδοτήσεις εργοδοτών, επιδοτούνται δηλαδή προσλήψεις που ούτως ή άλλως θα είχαν γίνει είτε την υποκατάσταση εργαζομένων από επιδοτούμενους άνεργους»[1]. Οι λεγόμενες ενεργητικές πολιτικές επιχορήγησης του κεφαλαίου βρίσκονται στον αντίποδα της άθλιας κατάστασης που επικρατεί στον τομέα της προστασίας των ανέργων.

Από τον ΟΑΕΔ επιδοτείται μόνο ένας στους τέσσερις ανέργους, το πολύ για 12 μήνες, με ποσόν που δεν ξεπερνάει το 50% του Ημερομίσθιου του Ανειδίκευτου Εργάτη (ΗΑΕ).


Η χρησιμοποίηση του ΟΑΕΔ για την επιχορήγηση και την προώθηση των γενικότερων σχεδίων των καπιταλιστών εκφράζεται και στις αλλαγές που προωθούνται στον οργανισμό, με τον κατακερματισμό των υπηρεσιών του και τη δημιουργία Ανώνυμων Εταιρειών. Ο τομέας που καταγράφεται σαν τομέας της εξεύρεσης εργασίας παραδίνεται στο κεφάλαιο μέσα από τα ιδιωτικά - δουλεμπορικά γραφεία που δημιουργούνται με ευθύνη της κυβέρνησης. «Τα κράτη μέλη θα πρέπει να αναπτύξουν τις σωστές συνθήκες για τις δημόσιες υπηρεσίες απασχόλησης, ώστε να εργάζονται σε μια αγορά με αυξανόμενο αριθμό φορέων που παρέχουν υπηρεσίες απασχόλησης. Τώρα οφείλουν να επιτύχουν σε ένα ανταγωνιστικότερο περιβάλλον και να οικοδομήσουν τη θέση τους στην αγορά, εξυπηρετώντας τους πελάτες τους»!! δηλαδή τους ανέργους - αναφέρει η οδηγία 641 της Ευρωπαϊκής Ενωσης στην οποία στηρίζεται το «επιχειρησιακό σχέδιο» για την ιδιωτικοποίηση του ΟΑΕΔ.

Ενα από τα βασικά δημαγωγικά τεχνάσματα που χρησιμοποιεί η κυβέρνηση για την παραπλάνηση εργαζομένων αφορά την προβολή της ανάπτυξης της οικονομίας, ως πανάκεια για την αντιμετώπιση της ανεργίας. Οι αντιφάσεις του συστήματος είναι αμείλικτες και φέρνουν σε αμηχανία ακόμα και μερίδα του αστικού προπαγανδιστικού μηχανισμού που δεν μπορεί να κρύψει ότι -όχι μόνο στη φάση της κρίσης αλλά και στη φάση της ανόδου του καπιταλιστικού κύκλου- η καπιταλιστική ανάπτυξη γεννάει ανεργία και υποαπασχόληση. «Αν ίσχυε η διαπίστωση ότι η ανάπτυξη απορροφά την ανεργία, τότε έπρεπε στη χώρα μας το ποσοστό ανεργίας να είχε μειωθεί, τουλάχιστον από το 1994, από 9,7% σε περίπου 7% το 1998», σημειώνει ο «Οικονομικός Ταχυδρόμος» (22.4.2000) και καταλήγει με βάση τα στοιχεία ότι «όσο επιτείνεται η ανάπτυξη στη χώρα μας αυξάνεται η ανεργία». Είναι χαρακτηριστικό ότι η ανεργία αυξήθηκε, παρά το γεγονός ότι το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) αυξήθηκε. Επίσης, πρόκειται για μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα που δίνεται καθαρά από τα παρακάτω στοιχεία:


Το ερώτημα «ποιόν ωφελεί» η καπιταλιστική ανάπτυξη είναι καταλύτης. Αυξήθηκε η ανεργία, η υποαπασχόληση και η φτώχεια που βασανίζει πάνω από το 20% των λαϊκών στρωμάτων (σύμφωνα με τον ταξικά προκατειλημμένο τρόπο που προσδιορίζει το όριο φτώχειας η αστική μεθοδολογία), ιδιαίτερα την εργατική τάξη ενώ, ταυτόχρονα αυξήθηκαν με ραγδαίους ρυθμούς τα κέρδη της πλουτοκρατίας.

Γεγονός είναι ότι πίσω από τα παχιά κυβερνητικά λόγια προβάλλει η ανησυχία: Γιατί οι ιδιωτικοποιήσεις και οι συγχωνεύσεις, η προσαρμογή της στις ανάγκες της ΟΝΕ, η αύξηση των εισαγωγών και η ένταση του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, το ξεκλήρισμα χιλιάδων μικρομεσαίων αγροτών αλλά και το κλείσιμο χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων διαμορφώνουν προϋποθέσεις αύξησης της ανεργίας και αυτό χωρίς να υπολογίζεται πιθανή οικονομική κρίση συνδεδεμένη και με τα προβλήματα της αμερικάνικης οικονομίας. Σε κάθε περίπτωση η κυβέρνηση προδίδεται, προετοιμάζοντας μηχανισμό, «δίκτυο» ελέγχου-χαλιναγώγησης της φτώχειας που προσπαθεί να το παρουσιάσει σαν επίτευγμα!

Οι εργαζόμενοι διεκδικούν πλήρη-σταθερή απασχόληση, γενικευμένη εφαρμογή του 7ωρου - 5νθημέρου - 35ωρου με αναβάθμιση των μισθολογικών, ασφαλιστικών - κοινωνικών δικαιωμάτων. Αντιπαλεύουν τις απολύσεις, διεκδικούν ουσιαστική προστασία των ανέργων.

Αντικειμενικά έχει ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση. Η μάστιγα της ανεργίας και της υποαπασχόλησης θερίζει εκατοντάδες χιλιάδες εργατικές, λαϊκές οικογένειες. Δοκιμάστηκαν όλες οι διαχειριστικές πολιτικές, αλλά το πρόβλημα παραμένει και οξύνεται. Προβάλλει η ανάγκη βαθιών αλλαγών, ανατροπών στο επίπεδο της εξουσίας και της οικονομίας.

Το ΚΚΕ θέτει στους εργαζόμενους την πολιτική του πρόταση για τη συγκρότηση του Αντιμονοπωλιακού - Αντιιμπεριαλιστικού - Δημοκρατικού Μετώπου Πάλης για να ανοίξει ο δρόμος για τη Λαϊκή Εξουσία και τη Λαϊκή Οικονομία. Στα πλαίσια της Λαϊκής Οικονομίας με την κοινωνική ιδιοκτησία των βασικών, συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, την οργάνωση των παραγωγικών συνεταιρισμών, τον κεντρικό - πανεθνικό σχεδιασμό της οικονομίας και την εφαρμογή των κατάλληλων κλαδικών, περιφερειακών πολιτικών διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις για την εξασφάλιση του δικαιώματος της εργασίας. Η λύση βρίσκεται στην οικοδόμηση του Σοσιαλισμού που αποτελεί φωτεινό παράδειγμα γιατί μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα εξασφάλισε το δικαίωμα στη δουλειά και εξαφάνισε τη μάστιγα της ανεργίας που βασανίζει το καπιταλιστικό σύστημα κοντά τέσσερις αιώνες.

 

ΠΗΓΕΣ:

Πηγή των στοιχείων για την Ανεργία στην ΕΕ είναι η Εκθεση της Κομισιόν για την Απασχόληση (2000).

Πηγή για την Ανεργία στην Ελλάδα είναι η ΕΣΥΕ. Ερευνα Εργατικού Δυναμικού για το έτος 1999.

 


Ο Γιώργος Μαρίνος είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνος του Εργατικού Συνδικαλιστικού Τμήματος.

[1] Πηγή: «Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση». Ετήσια Εκθεση 2000-ΙΝΕ.