ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΕΣ ΕΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΚΟΛΟΜΒΙΑΣ - ΛΑΪΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ - 37 ΧΡΟΝΙΑ ΜΑΧΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΑ ΚΟΛΟΜΒΙΑ

Πριν από 37 χρόνια, το Μάη του 1964, 16.000 άντρες του επίσημου στρατού της Κολομβίας, με την υποστήριξη μαχητικών αεροσκαφών και στρατιωτικών ελικόπτερων, εκτόξευσαν θανατηφόρες βόμβες και πυροβόλησαν αδιάκριτα τους αγρότες κατοίκους της περιοχής Μαρκετάλια του νομού Τολίμα, για να τους διώξουν από εκεί με τη φωτιά και το σίδερο, με την πρόφαση ότι ήθελαν να τελειώνουν μια και καλή με τις λεγόμενες ανεξάρτητες δημοκρατίες. Η αποφασιστική απάντηση 46 αντρών και δύο γυναικών, κάτω από τις εντολές του συντρόφου Μανουέλ Μαρουλάντα, που ήταν όλοι τους οπλισμένοι με αξιοπρέπεια και επαναστατικό ηρωισμό, οδήγησε σ’ ένα νέο στάδιο τον πόλεμο των κινητών αντάρτικων ομάδων, που σήμερα εξακολουθεί να βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη απ’ άκρου σ’ άκρο στην Κολομβία.

Εκείνη την εποχή, δε ζητούσαν από την κυβέρνηση άλλο παρά υλική βοήθεια για την πρόοδο της περιοχής και εγγυήσεις ενάντια στη δράση των δυνάμεων καταστολής και των τραμπούκων τους που δε σταματούσαν ούτε λεπτό τις επιθέσεις ενάντια στους κατοίκους αυτής της πλούσιας αγροτικής περιοχής.

Και τότε τέθηκε το θέμα του διαλόγου για να βρεθούν αναίμακτες λύσεις στην κατάσταση. Ομως, οι αιώνιοι μιλιταριστές, ενσωματωμένοι μέσα στην κυβέρνηση και στην πολεμική μηχανή της, ζήτησαν βοήθεια σε όπλα, λυμένα χέρια και προϋπολογισμό για να εξοντώσουν με τα όπλα τον «κομμουνιστικό πυρήνα της Μαρκετάλια». Γι’ αυτούς, αυτό που υπήρχε στην περιοχή ήταν ανατρεπτικό, ήταν ιδέες ξένες, ήταν κάποιοι ληστοσυμμορίτες που έπρεπε να συντριβούν με τη βία. Ηταν ο «εσωτερικός εχθρός» που ήδη από τις 9 Απρίλη του 1948, την ημέρα που δολοφονήθηκε ο φιλελεύθερος ηγέτης Χόρχε Ελιέσερ Γαϊτάν, «αποσκοπούσαν στο χάος για να επιβάλουν την εξουσία τους».

Με αυτή τη φιλοσοφία, με αυτή την ίδια την αντίληψη του κράτους, από το 1948 οι διάφορες κυβερνήσεις προσπάθησαν να διαλύσουν με τη βία των όπλων την πολιτική αντιπολίτευση και να κάνουν τη διαμαρτυρία των πολιτών να σωπάσει. Προώθησαν, ανάπτυξαν και προήγαγαν την εγκληματική πολιτική του «εσωτερικού εχθρού» που λύνει τα χέρια στις Ενοπλες Δυνάμεις για να εφαρμόζουν το βρώμικο πόλεμο, εξαφανίζοντας, δολοφονώντας, βασανίζοντας και ποδοπατώντας όλους εκείνους που εκφράζουν την αντίθεσή τους στο καθεστώς.

Και έτσι, στο όνομα των «θεσμών», της «δημοκρατίας», του «κράτους του δικαίου» και του «δυτικού πολιτισμού», πότισαν το έδαφος της Κολομβίας με το αίμα χιλιάδων από τα καλύτερα παιδιά της. Δολοφόνησαν, βασάνισαν και εξαφάνισαν εργάτες, αγρότες, διανοούμενους, φοιτητές, δημοσιογράφους, γιατρούς, ιθαγενείς, συνδικαλιστές, πολιτικά στελέχη, άνεργους, νοικοκυρές, επαγγελματίες, σ’ ένα τρελό κυνηγητό ενάντια στην πρόοδο και τη συνύπαρξη των πολιτών.

Με το πρόσχημα να τελειώνουν μια και καλή με τον κομμουνισμό, έσπειραν την «κρατική τρομοκρατία» στην κοινωνία της Κολομβίας, πότε ντυμένοι με τη στρατιωτική τους στολή, πότε ντυμένοι με πολιτικά, κάτω από τις ονομασίες «τραμπούκοι», «αυτοάμυνα», «παραστρατιωτικοί», «χαφιέδες» ή απλά «μυστικές υπηρεσίες», όλοι τους με ειδική άδεια να σκοτώνουν επίσημα αγωνιστές του λαϊκού κινήματος, τους κομμουνιστές και τους ηγέτες τους.

Ποτέ στη λεγόμενη δημοκρατική ζωή της χώρας μας δε σταμάτησαν να χρησιμοποιούν το πολιτικό έγκλημα σαν φυσικό τρόπο άσκησης της εξουσίας.

Ενάντια σε όλες αυτές τις παρεκκλίσεις και κακοήθειες ξεσηκωθήκαμε, οι άντρες και οι γυναίκες που αποτελούμε τις Επαναστατικές Ενοπλες Δυνάμεις της Κολομβίας-Λαϊκός Στρατός (FARC-EP), σπέρνοντας οράματα και ελπίδες με την κάνη των όπλων μας, γιατί το κολομβιανό κράτος δεν άφηνε εναλλακτική λύση για πολιτικό αγώνα στην πραγματική αντιπολίτευση στο κυβερνητικό σύστημα.

Η Μαρκετάλια ήταν απλά η επιβεβαίωση ότι στη χώρα μας, για να πετύχουμε τους στόχους της δημοκρατικής συνύπαρξης, ήταν ανάγκη να οργανωθούμε και να αρπάξουμε τα όπλα ενάντια σε όλη αυτή την αναξιοπρέπεια των φιλελεύθερων και συντηρητικών κυβερνήσεων. Γι’ αυτό και σήμερα, ο βασικός προμαχώνας της πολιτικής αντιπολίτευσης στο καθεστώς της ολιγαρχίας βρίσκεται στα βουνά, με το όπλο στο χέρι, είναι το αντάρτικο, οι άντρες και οι γυναίκες του λαού που παλεύουν για τα δικαιώματά του. Αυτά τα τελευταία χρόνια, δύο ολόκληρες γενιές λαϊκών ηγετών σφαγιάστηκαν από την ένοπλη κρατική μηχανή και τις κυβερνήσεις της, που δε σταμάτησαν ποτέ τη βρώμικη δουλειά τους, να δολοφονούν, δηλαδή, όλους εκείνους που ανυπεράσπιστοι και άοπλοι εκδήλωναν τη θέλησή τους για κοινωνικές αλλαγές και μετασχηματισμούς.

Γι’ αυτό ακριβώς, η αντάρτικη επαναστατική πάλη εξακολουθεί να αποτελεί πολύτιμο μαχητικό όπλο για τις δημοκρατικές αλλαγές στη χώρα μας, και θα συνεχίσει να είναι.

Στο μεταξύ, το κράτος και οι κυβερνήσεις του εμμένουν στην πολιτική του «εσωτερικού πολέμου».

Το κολομβιανό κράτος έχει δημιουργήσει μια μηχανή εγκληματικού πολέμου, με ιδεολογικά στηρίγματα προερχόμενα από τις ΗΠΑ, γεμάτη αντεθνικές αρχές, που εμποτίζουν με διχαστικό μίσος τις διαφορές ανάμεσα στους συμπατριώτες και η οποία προστατεύεται από την ατιμωρησία, που της εξασφαλίζει τη σιωπή για τις δολοφονικές δραστηριότητες των δημίων του λαού.

Αυτή η πολεμική μηχανή βρίσκεται στην υπηρεσία μιας ολιγαρχικής κοινωνικο-οικονομικής, δηλαδή αντιλαϊκής και επιπλέον αντιπατριωτικής και αντεθνικής πολιτικής, που προκαλεί μια πελώρια κοινωνική αδικία και την παράδοση των τεράστιων εθνικών πόρων μας στις διεθνικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ.

Τόσος πόλεμος και τόση βία ενάντια στο λαό εδώ και τόσα χρόνια έχουν σαν θεμελιώδη στόχο να επιβάλουν στην Κολομβία την πειθαρχία των μονοπωλίων και της ολιγαρχίας, για να μπορούν να την καταληστεύουν περισσότερο χωρίς κανείς να τους αντιστέκεται και να διαμαρτύρεται.

Οι Λόπες Μίτσελσεν, οι Γκαβίρια, οι Σαμπέρ, οι Παστράνα, οι Σέρπα, οι Ουρίμπε Βέλες ή οι Νοεμί Σανίν, οι Ραμίρες Οκάμπο, όλοι το ίδιο είναι: σαν μισθωτοί του μεγάλου κεφαλαίου και εξαγορασμένοι υπηρέτες του μιλιταρισμού, αναζητούν πάντα επιχειρήματα και λόγους για να προστατεύουν τους πλουσίους με τα μέσα τους και να θέτουν τον εθνικό προϋπολογισμό στην υπηρεσία του πολέμου, γιατί ακριβώς γι’ αυτό τους αναθέτουν το «πρώτο δημόσιο λειτούργημα».

Γι’ αυτό και διαθέτουν τα δικά τους φερέφωνα: τις εφημερίδες τους «Ελ Τιέμπο», «Ελ Εσπεκταδόρ», τα τηλεοπτικά τους κανάλια «Καρακόλ», «RCN», «QAP», τα περιοδικά τους «Σεμάνα» και «Κάμπιο», για να χειροκροτούν τα βασικά μέτρα που παίρνουν, για να λένε όσα ψέματα χρειάζεται, για να αποσιωπούν αλήθειες, για να συκοφαντούν το αντάρτικο και τους λαϊκούς αγωνιστές, για να ενισχύουν το καθεστώς της κυριαρχίας που τους προσφέρει τόσο πλούσια πολιτικά και οικονομικά οφέλη, γιατί τους δίνει την επίσημη γραμμή προπαγάνδας, συζητήσεις και προσκλήσεις, τις καλύτερες ώρες στην τηλεόραση, παίρνουν υπόψη τους τους «οικονομικούς ομίλους» τους στο τρελό παιχνίδι των ιδιωτικοποιήσεων των κρατικών επιχειρήσεων, για να δημοσιεύουν με κάθε λεπτομέρεια όλες τις παραλλαγές των στρατιωτικών μυστικών υπηρεσιών και των ψυχολογικών επιχειρήσεών τους αποτροπής και δράσης ενάντια στην ένοπλη αντιπολίτευση στο κράτος και για τα εθνικά γεγονότα.

Για να επιμένουν και να πείσουν τους εργαζόμενους της χώρας να μη ζητάνε δουλειά και μισθολογικές αυξήσεις πάνω από 18%, για να μην τους παίρνουν υπόψη τους στις σοβαρές αποφάσεις και για να πετσοκόβουν τα αιτήματά τους, ενώ αυξάνονται οι τιμές όλων των βασικών προϊόντων, η φορολογία, τα δίδακτρα των σχολείων και πανεπιστημίων, τα έξοδα για τις δημόσιες υπηρεσίες και για τις όλο και πιο ιδιωτικοποιημένες ιατρικές και εκπαιδευτικές υπηρεσίες και τα επιτόκια να ξεπερνάνε το απίστευτο φράγμα του 60%.

Γι’ αυτό και οι αφέντες του χρήματος, οι πλούσιοι, το λεγόμενο χρηματιστικό κεφάλαιο, είναι αυτοί που καθορίζουν και επιβάλλουν τι πρέπει να γίνει στην Κολομβία.

Ωστε ο λαός να μη ζητάει τίποτα περισσότερο, να μη γίνονται κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις, κανείς να μη φωνάζει «Κάτω ο βασιλιάς κι η κακή κυβέρνηση», κανείς να μη δείχνει τη ναρκο-ολιγαρχία σαν υπεύθυνη για την κρίση, ώστε οι αγρότες να μην ξεσηκώνονται ενάντια στο «οικονομικό άνοιγμα», ούτε καν η μικρή και μεσαία βιομηχανία, ώστε κανείς να μη διαμαρτύρεται ενάντια σε όλη αυτή την αδικία, γιατί μεταβάλλεται αυτόματα σε εχθρό της χώρας, σε πράκτορα της κομμουνιστικής ανατροπής.

Και ταυτόχρονα, το αντάρτικο των FARC-EP να προχωρήσει σε χειρονομίες ειρήνης απελευθερώνοντας μονομερώς τους στρατιωτικούς και αστυνομικούς που έχει συλλάβει αιχμαλώτους σε μάχες, να αναστείλει την είσπραξη του φόρου σύμφωνα με το νόμο 002 και να υπογράψει κατάπαυση του πυρός και των εχθροπραξιών.

Στο μεταξύ, η κυβέρνηση ιδιωτικοποιεί επιχειρήσεις αυξάνοντας την ανεργία, βάζει υποθήκη τη χώρα στην Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και καταθορυβημένη προετοιμάζει μαζί με την κυβέρνηση των ΗΠΑ άλλον ένα πόλεμο ενάντια στο λαό της Κολομβίας με το λεγόμενο Σχέδιο Κολομβία και με το πρόσχημα της καταπολέμησης των ναρκωτικών.

Και ο καθένας επιβιώνει μ’ όποιον τρόπο μπορεί, κλέβοντας το κράτος ή τους γείτονές του ή κάνοντας θελήματα στους εμπόρους ναρκωτικών ή σαν λαθρέμπορος ή σαν καταδότης ή ξεπλένοντας δολάρια ή σαν πληρωμένος δολοφόνος ή μπαίνοντας σε κάποιο από τα τόσα καρτέλ των ναρκωτικών, και πληρώνοντας τότε χωρίς αντίρρηση την εξαγορά της αντίστοιχης αρχής, ώστε να αποφύγει να πέσει σε δυσμένεια και να εκδοθεί στις ΗΠΑ.

Το σημαντικό είναι ότι όταν αυτός ο θεσμός επίσημης προπαγάνδας που στόχο έχει τη διάδοση ψευδών, η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία (DANE), κάνει την αντίστοιχη δημοσκόπηση, η ερώτηση είναι αν έχει κάποιος δουλειά και όχι αν πεθαίνει από πείνα, ώστε να πέσουν οι σκανδαλώδεις αριθμοί της ανεργίας στα αστικά κέντρα και στην ύπαιθρο.

Ενάντια σε όλη αυτή τη στρατιωτική, πολιτική, κοινωνική και ηθική βία πήραμε τα όπλα, ενάντια σε όλα αυτά τα ψέματα και την ατιμωρησία, ενάντια σε όλη αυτή την καταστολή της δημοκρατικής συνύπαρξης, ενάντια σε όλη αυτή την καταπίεση των μεγάλων μέσων μαζικής ενημέρωσης, που κρίνουν, χαρακτηρίζουν, αποφασίζουν και καταδικάζουν χωρίς τίποτα και κανείς από την άλλη μεριά να αξίζει έστω και τον ελάχιστο σεβασμό. Ενάντια σε τόση διαφθορά, ενάντια σε τόση αδικία, με κλειστές όλες τις δυνατότητες προόδου, ενάντια σε όλη αυτή την επίσημη δημαγωγία, ενάντια στην παράδοση της κυριαρχίας μας είναι που παραμένουμε σταθεροί στην πάλη μας για τη Νέα Κολομβία.

Πάντα πιστεύαμε ότι αυτή η βαθιά κρίση της κοινωνίας μας μπορεί να ξεπεραστεί πολιτικά, αν με σοβαρότητα, ρεαλισμό και θέληση συμφωνήσουμε ανάμεσα σε όλες τις μορφές πάλης να προχωρήσουμε στη λύση αυτής της σύγκρουσης, βάζοντας την Κολομβία στο δρόμο της κοινωνικής δικαιοσύνης, της δημοκρατικής συνύπαρξης και της εθνικής κυριαρχίας, κάτω από τους ηθικούς κανόνες της αξιοπρέπειας, της αλληλεγγύης και της διαφάνειας.

Πάντα εκφράζαμε τη διάθεσή μας για συνομιλίες γύρω από πολιτικές εξόδους από την κρίση, μια διάθεση που επαναλαμβάνουμε και σήμερα. Η Κολομβία δεν αντέχει να συνεχιστεί η κατάσταση της μόνιμης αντιπαράθεσης, το μέλλον της δεν μπορεί να είναι το μέλλον του εμφύλιου πολέμου. Η κυβέρνηση πρέπει να αντιληφθεί πόσο εσφαλμένα είναι τα βήματά της. Να κατανοήσει ότι ο παραστρατιωτικός στρατός της πρέπει να εξαφανιστεί σαν πολιτική, με την ταυτόχρονη παραδειγματική τιμωρία των δολοφόνων του λαού, ότι η αύξηση του στρατιωτικού προϋπολογισμού με στόχο τον πόλεμο οδηγεί στη διεύρυνση της σύγκρουσης, γιατί προωθεί ακόμα περισσότερο το «βρώμικο πόλεμο», τους συνταγματάρχες με τα ηλεκτρικά πριόνια, τις παραστρατιωτικές συμμορίες, τις εξαφανίσεις, τις δολοφονίες, τους ξεριζωμένους, τους εξόριστους και τα βασανιστήρια, τις θηριωδίες, τους βομβαρδισμούς και τους μαζικούς πυροβολισμούς κατά του άμαχου πληθυσμού, πράγμα που απλά πολλαπλασιάζει τα στοιχεία της σύγκρουσης, όπως μας δείχνει η ιστορία της χώρας τα τελευταία 37 χρόνια αντιπαράθεσης.

Το Σχέδιο Κολομβία ή η Πρωτοβουλία των Ανδεων δεν είναι παρά μια ακόμα μορφή πολέμου και επέκτασης των κρατικών και κυβερνητικών συμφερόντων των ΗΠΑ στην Κολομβία και σε όλη την περιοχή του Αμαζονίου, που είναι γνωστή σαν ο πνεύμονας του κόσμου και όπου υπάρχει η πιο σημαντική βιόσφαιρα και ο πιο διαφορετικός ενεργειακός πλούτος για το μέλλον ολόκληρης της ανθρωπότητας. Δεν είναι αλήθεια ότι το λεγόμενο Σχέδιο Κολομβία έχει στόχο να καταπολεμήσει τη μάστιγα του εμπορίου ναρκωτικών. Ο στόχος του είναι ο εκφοβισμός των αγροτών που καλλιεργούν το φύλλο της κόκας και να τελειώνουν μια και καλή με τις επισφαλείς μορφές επιβίωσης. Το Σχέδιο Κολομβία είναι το πρόσχημα των ΗΠΑ για να επέμβουν στρατιωτικά στην εσωτερική σύγκρουση των Κολομβιανών, σε ανοιχτή μάχη με το αντάρτικο των FARC-EP, επειδή πρόκειται για ένα αντάρτικο κίνημα που πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηρίζεται μαρξιστικό-λενινιστικό, τρέφεται από τις ιδέες του απελευθερωτή Σιμόν Μπολίβαρ και επειδή μάχεται ακούραστα για την πολιτική εξουσία, για τη διακυβέρνηση της Κολομβίας.

Εμείς δεν έχουμε σχέσεις ούτε δουλειές με κανένα καρτέλ ναρκωτικών. Οι FARC-EP απορρίπτουν το εμπόριο ναρκωτικών για λόγους αρχής και ηθικής. Στον οικονομικό τομέα θα συνεχίσουμε την πολιτική μας του να εισπράττουμε το «φόρο για την οικοδόμηση της Νέας Κολομβίας», σύμφωνα με τα όσα προβλέπει ο «νόμος 002» από εκείνα τα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, που η περιουσία τους ξεπερνάει το ένα εκατομμύριο δολάρια, γιατί ο αγώνας μας διεξάγεται ενάντια σ’ ένα κράτος άδικο και ενάντια στους πλούσιους που το διατηρούν και το νέμονται. Κι αν αυτοί δίνουν χρήματα στο κράτος για να προωθεί τον πόλεμο ενάντια στο λαό, πρέπει να τα δίνουν και στον ίδιο το λαό για να αμύνεται ενάντια στην τάξη που βρίσκεται στην εξουσία. Τα υπόλοιπα αποτελούν παραπληροφόρηση και ανώμαλες μορφές πολέμου που χρησιμοποιούνται από τους κεφαλαιοκράτες ενάντια στις επαναστατικές και κομμουνιστικές δυνάμεις του κόσμου.

Ο κολομβιανός λαός πληρώνει με άμεσους και έμμεσους τρόπους πολυάριθμους φόρους στο κράτος. Με τα χρήματα αυτά θα έπρεπε να εξασφαλίζεται η συνύπαρξη και η πρόοδος. Τα πράγματα δεν έχουν όμως έτσι, γιατί πέρα από την καταλήστευση ενός μεγάλου μέρους, οι κυβερνήσεις επενδύουν βασικά στην πολεμική μηχανή, με την οποία ποδοπατούν τα θεμελιώδη δικαιώματα του πληθυσμού. Λαμβάνουν την εντολή, την εξουσία και τον προϋπολογισμό από μερικούς εκλογείς κι αυτό που κάνουν είναι να βιαιοπραγούν ενάντια σε όσους διαφωνούν. Με την ιδεολογία του περί εθνικής ασφάλειας, με την πολιτική του του «εσωτερικού εχθρού» και τη γραμμή του «να αφαιρούμε το νερό από το ψάρι», το κολομβιανό κράτος απλά αρνείται τη δυνατότητα της πολιτισμένης συμβίωσης και ενθαρρύνει την παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, που έχει την υποχρέωση να προασπίζει.

Για τις Επαναστατικές Ενοπλες Δυνάμεις της Κολομβίας-Λαϊκός Στρατός (FARC-EP) η υπεράσπιση του λαού είναι η ουσία της ύπαρξής τους. Τα συμφέροντά τους είναι κοινά. Αποτελούν τμήμα του. Δεν υπερασπίζουμε τα συμφέροντα των πολυεθνικών ούτε του ιμπεριαλισμού ούτε της ολιγαρχίας ούτε των πλούσιων ούτε των μεγαλογαιοκτημόνων. Αν στη σκληρή σύγκρουση που ζούμε θίγονται ενδεχόμενα και άτομα που δεν έχουν σχέση με τη σύγκρουση, αυτό δεν είναι αποτέλεσμα της πολιτικής μας ή του προσανατολισμού μας. Γι’ αυτό ακριβώς και ενδιαφερόμαστε περισσότερο, κοιτάζοντας κατάματα τη χώρα μας, να προσεγγίσουμε χωρίς άλλες καθυστερήσεις όλα τα θέματα της κοινής ημερήσιας διάταξης που έχει καθορίσει η Επιτροπή Διαλόγου στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων για τη δημιουργία της Νέας Κολομβίας.

Επαναβεβαιώνουμε τη θέλησή μας να βρεθούν οι δρόμοι πολιτικής λύσης στην κοινωνική και ένοπλη σύγκρουση, καθώς επίσης και την ακλόνητη απόφασή μας να συνεχίσουμε την πάλη μας για μια νέα, αγαπημένη πατρίδα, με κοινωνική δικαιοσύνη και δημοκρατία, με εθνική κυριαρχία και ανεξαρτησία. Τίποτα δε θα μας κάνει να πισωγυρίσουμε στην αναζήτηση των στόχων της αξιοπρέπειας και του σεβασμού, που υψώσαμε εδώ και 37 χρόνια στη Μαρκετάλια και που συγκεντρώνει μεγάλα διαστήματα παράδοσης, βασάνων και αγώνα του λαού μας για να πετύχει, επιτέλους, την ειρήνη με κοινωνική δικαιοσύνη για όλους.

Καλούμε τους Κολομβιανούς να κρατήσουν ψηλά τα λάβαρα της δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της κυριαρχίας. Να εξακολουθήσουν ν’ αγωνίζονται γι’ αυτές, να οργανώνονται και να κινητοποιούνται, γιατί μονάχα με την κοινή προσπάθεια θα καταφέρουμε να πετύχουμε την ειρήνη που εδώ και χρόνια επιδιώκουμε αποφασιστικά.

Χαιρετίζουμε τους φυλακισμένους μας συμπολεμιστές και τους πολιτικούς κρατούμενους που γεμίζουν τα μπουντρούμια της χώρας και που το μοναδικό τους έγκλημα είναι ότι υπηρέτησαν την υπόθεση για μια νέα πατρίδα.

Θυμόμαστε όλους εκείνους που έδωσαν τη ζωή τους σ’ αυτό τον αγώνα πεισμένοι ότι κάποια μέρα τα οράματα και τα ιδανικά τους θα επιτευχθούν για το καλό της Κολομβίας. Ολους αυτούς τους διαβεβαιώνουμε ότι εμείς εδώ συνεχίζουμε με την ίδια στράτευση, εμμονή και αισιοδοξία που είχαμε πάντα. Μπροστά στους τάφους τους «ούτε ένα λεπτό σιγής, μια ολόκληρη ζωή πάλης».



Ο Ραούλ Ρέγες είναι μέλος της Γραμματείας του Κεντρικού Γενικού Επιτελείου των Επαναστατικών Ενόπλων Δυνάμεων Κολομβίας - Λαϊκού Στρατού (FARC-EP). Το παρόν άρθρο γράφτηκε στα βουνά της Κολομβίας τον Ιούνη του 2001.