Η ΜΕΓΑΛΗ ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ - 84 ΧΡΟΝΙΑ

Ανάμεσα στα εξαιρετικά γεγονότα που χάραξαν ανεξίτηλα την πορεία της ανθρωπότητας αδιαμφισβήτητη και κορυφαία θέση κατέχει η Μεγάλη Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση. Πρόκειται για το πιο σημαντικό κοσμοϊστορικό γεγονός του εικοστού αιώνα και τη μεγαλύτερη επανάσταση στην ιστορία των κοινωνικών, απελευθερωτικών, λαϊκών επαναστάσεων.

Το θεμελιώδες γνώρισμα που σφραγίζει την Οκτωβριανή Επανάσταση είναι ότι εγκαινιάζει μια νέα ιστορική εποχή, την εποχή της μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, την εποχή της κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, που η ανθρωπότητα περνά από την προϊστορία στην πραγματική ιστορία.

Η μετάβαση αυτή υλοποιείται με την ανάδειξη στην πολιτική εξουσία της πιο επαναστατικής τάξης από τις καταπιεσμένες τάξεις που εμφανίστηκαν στην εξέλιξη της κοινωνίας. Της εργατικής τάξης. Που ως κυρίαρχη τάξη ασκεί την εξουσία σε συμμαχία με τα άλλα καταπιεσμένα στρώματα, πριν απ’ όλα, με τους φτωχούς αγρότες.

Αυτή η ιστορική διαφοροποίηση, σε σχέση με όλες τις προηγούμενες επαναστάσεις, που έφθαναν μόνο μέχρι την εναλλαγή των εκμεταλλευτριών τάξεων, σηματοδοτεί και τη ριζική στροφή στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ριζική στροφή που αφορά μια σειρά παραγόντων αλληλοσυνδεόμενων και αλληλοεξαρτώμενων με κυρίαρχο απ’ αυτούς το μέλλον του εκμεταλλευτικού καπιταλιστικού συστήματος. Αλλά και τον ιστορικό ρόλο και την προοπτική του παγκόσμιου προλεταριακού κινήματος, την πολιτική, την ιδεολογία και τον πολιτισμό των καταπιεσμένων τάξεων, τις σχέσεις μεταξύ των λαών και των εθνών-κρατών, τη διαμόρφωση του νέου ανθρώπου.

Και είναι εδώ ακριβώς που αποτυπώνεται ο διεθνής χαρακτήρας της Οκτωβριανής Επανάστασης. Η κοσμοϊστορική της σημασία. Η ανατροπή του καπιταλισμού δεν μπορούσε να αποτελέσει μια στενά εθνική υπόθεση της Ρωσίας. Οπως, αντίστοιχα, και η αστική επανάσταση δεν αποτέλεσε μια αποκλειστική υπόθεση της Γαλλίας ή της Αγγλίας ή των ΗΠΑ.

Ουσιαστικά δηλαδή, η πραγματοποίηση της Οκτωβριανής Επανάστασης είναι ένα κοσμογονικό γεγονός, που έρχεται ως ένας παγκόσμιος επαναστατικός κήρυκας να μας αναγγείλει για λογαριασμό της Ιστορίας, ότι έχουμε εισέλθει ανεπιστρεπτί στην εποχή του τέλους του καπιταλισμού. Οτι την ιστορική πρωτοβουλία γι’ αυτήν την κοινωνική ανατροπή την έχει στα χέρια της η εργατική τάξη, στη διαχρονική της εξέλιξη, με τους συμμάχους της. Αναπόδραστος στόχος αυτής της ιστορικής πρωτοβουλίας είναι η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας για την εγκαθίδρυση του εργατικού κράτους, γεγονός που προϋποθέτει και αντικειμενικά απαιτεί την πολιτική της έκφραση μέσα από την ύπαρξη του κόμματός της, τη δική της κοσμοθεωρία και ιδεολογία, το δικό της πολιτισμό.

Από αυτή την άποψη η Οκτωβριανή Επανάσταση είναι μια ιστορική επιβεβαίωση του επιστημονικού σοσιαλισμού, που με την επιστημονική του ανάλυση και την αντίστοιχη πρόβλεψη μας έχει ήδη μιλήσει για την εξέλιξη των κοινωνιών στα γενικά τους χαρακτηριστικά.

Επιβεβαιώνει κατ’ αρχήν ότι η επανάσταση ως μορφή κοινωνικής ανάπτυξης είναι το νομοτελειακό και αναπόφευκτο αποτέλεσμα της κοινωνικής εξέλιξης. «Οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας -σημειώνει ο Κ. Μαρξ στον πρόλογο του έργου του «Σχετικά με την κριτική της πολιτικής οικονομίας»- έρχονται σε ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξής τους, σε αντίθεση με τις υφιστάμενες παραγωγικές σχέσεις ή -πράγμα που είναι μόνο νομική έκφραση των τελευταίων- με τις σχέσεις ιδιοκτησίας, που στα πλαίσιά τους αναπτύσσονταν ως τότε. Οι σχέσεις αυτές, από μορφές των παραγωγικών δυνάμεων, γίνονται τα δεσμά τους. Τότε σημαίνει η ώρα της κοινωνικής επανάστασης».

Περαιτέρω όμως επιβεβαιώνει μέσα από τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της τη διαλεκτική της ιστορικής κίνησης, που προσδιορίζεται με βάση τις αλλαγές που σημειώνονται στον ίδιο τον καπιταλισμό.

Οπως συμβαίνει με κάθε κοινωνική επανάσταση ο χαρακτήρας της καθορίζεται από τις συνθήκες του κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού που έρχεται να καταργήσει και τη φύση του κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού που πρόκειται να εγκαθιδρύσει.

Στις αρχές του 20ού αιώνα ο καπιταλισμός έχει διαμορφωθεί σε μονοπωλιακό καπιταλισμό, σε ιμπεριαλισμό. «Το μονοπώλιο είναι πέρασμα από τον καπιταλισμό σ’ ένα ανώτερο σύστημα», μας λέει ο Β. Ι. Λένιν στο κορυφαίο του έργο «Ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», για να καταλήξει και να μας δώσει την ιστορική θέση του ιμπεριαλισμού, από την άποψη της οικονομικής του ουσίας, ότι είναι μεταβατικός καπιταλισμός που πεθαίνει.

Το θέμα είναι ύψιστης σημασίας γιατί αφορά στη θέση που πρέπει να πάρει η εργατική τάξη και το κόμμα της στην πολιτική διαπάλη. Αν δηλαδή θα προχωρήσει μπροστά, προς το σοσιαλισμό ή θα αποδεχτεί μια μακρόχρονη ανάπτυξη του καπιταλισμού (για την περίπτωση της Ρωσίας χωρίς την τσαρική απολυταρχία) και τις αστικές δυνάμεις να καταλαμβάνουν την πολιτική εξουσία ως κυρίαρχες των πολιτικών εξελίξεων.

Αρκετό χρόνο πριν, όταν ο Λένιν έγραφε το βιβλίο του «Ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», υπέβαλε τις απόψεις του Κάουτσκι σε αυστηρότατη κριτική, γιατί με τη θεωρία του για τον υπερ-ιμπεριαλισμό συγκάλυπτε την πραγματική φύση του ιμπεριαλισμού και τις αντιθέσεις που αναπτύσσονται στο εσωτερικό του. Ουσιαστικά δηλαδή ο Κάουτσκι καταργούσε την αναγκαιότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Ο Λένιν σε αντίθεση προς την άποψη του Κάουτσκι αποδέχεται πλήρως τη θέση του Χίλφερντινγκ, θέση που δεχόταν και ο Κάουτσκι πριν εγκαταλείψει το μαρξισμό, η οποία αναφέρει συγκεκριμένα: «Δεν είναι δουλειά του προλεταριάτου να αντιπαραθέσει στην πιο προοδευτική καπιταλιστική πολιτική την ξεπερασμένη πολιτική της εποχής του ελεύθερου εμπορίου και την εχθρική στάση απέναντι στο κράτος. Η απάντηση του προλεταριάτου στην οικονομική πολιτική του χρηματιστικού κεφαλαίου, στον ιμπεριαλισμό, δεν μπορεί να είναι το ελεύθερο εμπόριο (σ. σ. σήμερα θα λέγαμε την κατοχύρωση του υγιούς ανταγωνισμού στα πλαίσια της ελεύθερης αγοράς) αλλά μόνο ο σοσιαλισμός. Σκοπός τώρα της προλεταριακής πολιτικής δεν μπορεί να είναι το ιδανικό της αποκατάστασης του ελεύθερου ανταγωνισμού, που έχει μετατραπεί σε αντιδραστικό ιδανικό, αλλά αποκλειστικά και μόνο η ολοκληρωτική εξάλειψη του ανταγωνισμού με την κατάργηση του καπιταλισμού».

Αλλά τα παραπάνω ο Λένιν δεν τα υιοθετεί βγάζοντας έξω από τη συγκεκριμένη ανάλυση τη Ρωσία, η οποία σε σχέση με άλλες μεγάλες δυνάμεις, όπως η Γερμανία, οι ΗΠΑ, η Αγγλία, ήταν πράγματι σχετικά καθυστερημένη. Μελετώντας ο Λένιν τις οικονομικές εξελίξεις στη Ρωσία, καταλήγει στο σαφές και κατηγορηματικό συμπέρασμα, απ’ το 1916, ότι «η συγχώνευση του τραπεζικού και βιομηχανικού κεφαλαίου, σε σχέση με τη δημιουργία καπιταλιστικών μονοπωλίων, έχει κάνει και στη Ρωσία τεράστια βήματα προς τα μπρος». Αλλά και λίγες ημέρες πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση στα μέσα του Σεπτέμβρη του 1917 στο άρθρο του «Η καταστροφή που μας απειλεί και πώς πρέπει να την καταπολεμήσουμε», αναφέρει συγκεκριμένα: «Ολοι μιλάνε για ιμπεριαλισμό. Ο ιμπεριαλισμός δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά μονοπωλιακός καπιταλισμός. Οτι και στη Ρωσία ο καπιταλισμός έχει γίνει μονοπωλιακός, αυτό το δείχνουν αρκετά παραστατικά οι εταιρίες «Προντούγκολ», «Προνταμέτ», της ζάχαρης κλπ. Η ίδια η εταιρία της ζάχαρης μας δείχνει ξεκάθαρα τη μετεξέλιξη του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό». Για να καταλήξει σε μια τοποθέτηση που δεν επιδέχεται καμιά αμφισβήτηση. «Αυτή ακριβώς είναι η διαλεκτική της ιστορίας. Οτι ο πόλεμος επιτάχυνε σε εξαιρετικό βαθμό τη μετατροπή του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό και έφερε έτσι την ανθρωπότητα στο σοσιαλισμό. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι η παραμονή της σοσιαλιστικής επανάστασης. Και αυτό όχι μόνο γιατί ο πόλεμος γεννάει με τις φρίκες του την προλεταριακή εξέγερση - καμιά εξέγερση δεν θα δημιουργήσει το σοσιαλισμό, αν δεν έχει ωριμάσει οικονομικά - αλλά και γιατί ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός είναι η πληρέστερη υλική προετοιμασία του σοσιαλισμού, είναι τα πρόθυρά του, είναι το σκαλοπατάκι εκείνο της ιστορικής κλίμακας που ανάμεσα σ’ αυτό και στο σκαλοπατάκι που λέγεται σοσιαλισμός, δεν υπάρχουν άλλα ενδιάμεσα σκαλοπάτια».

Η Οκτωβριανή Επανάσταση λοιπόν είναι η επανάσταση που πραγματοποιείται κατά την εξέλιξη της ιμπεριαλιστικής εποχής. Και ο τονισμός αυτού του γεγονότος θα μπορούσε να θεωρηθεί περιττός, αν δεν υπήρχαν οι συστηματικές προσπάθειες των απολογητών του ιμπεριαλισμού να υπονομεύσουν το κρυστάλλινο μήνυμα της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Η υπονόμευση αυτή επιχειρείται μέσα από δύο διαφορετικά επιχειρήματα. Το πρώτο αφορά την ωριμότητα των αντικειμενικών συνθηκών. Υποστηρίζεται ότι η επανάσταση δεν έπρεπε να μετεξελιχτεί σε σοσιαλιστική και να διεκδικήσει η εργατική τάξη και η αγροτιά την πολιτική εξουσία γιατί οι αντικειμενικές συνθήκες δεν ήταν ώριμες μια και η Ρωσία δεν μπορούσε να «σηκώσει» μια σοσιαλιστική αλλαγή.

Το επιχείρημα αυτό στερείται από κάθε επιστημονική αλήθεια, δεδομένου ότι η «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης» στο επίπεδο της οικονομίας, που μόλις προηγήθηκε, αποδεικνύει ότι ο μονοπωλιακός καπιταλισμός στη Ρωσία είχε μετεξελιχτεί σε κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό, πράγμα, που προσδιορίζει και το χαρακτήρα της επανάστασης και την προοπτική της πάλης.

Η θέση αυτή βέβαια υποστηρίζει ότι η Ρωσία έπρεπε να παραμείνει στα πλαίσια του καπιταλισμού και της αστικής δημοκρατίας. Ουσιαστικά θεωρεί ότι, από την άποψη των αντιθέσεων, ήταν η αντίθεση ανάμεσα στην τσαρική απολυταρχία και την αστική δημοκρατία που θα έπρεπε να επιλυθεί αγνοώντας και το απλό γεγονός ότι τσαρισμός, τσιφλικάδες, καπιταλιστές, καντέτοι, εσέροι και μενσεβίκοι βρέθηκαν σε ένα ενιαίο μέτωπο και στο επίπεδο της κυβέρνησης αντιμαχόμενοι τους μπολσεβίκους, παρακάμπτοντας την επίλυση βασικών προβλημάτων των εργατών και των αγροτών και των ναυτών, όπως ήταν το σταμάτημα του ιμπεριαλιστικού πολέμου, η πείνα, το μοίρασμα της γης, οι σχέσεις μεταξύ των εθνοτήτων. Προβλήματα για τα οποία οι μπολσεβίκοι υποστήριζαν αταλάντευτα τη λύση τους και πάλευαν για αυτή καθημερινά. Εκείνο που έχει σημασία, και για το σήμερα, είναι ότι ακριβώς λόγω της συμμετοχής της Ρωσίας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, δεν προωθούνταν η επίλυσή τους. Γιατί πώς η κυβέρνηση θα σταματούσε τον πόλεμο όταν επεδίωκε τις προσαρτήσεις και δεν κατάγγειλε τις μυστικές συμφωνίες για το μοίρασμα των σφαιρών επιρροής; Αυτό το γεγονός επέβαλε την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη σε συμμαχία με τους αγρότες, δηλαδή την πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Το δεύτερο επιχείρημα αφορά τον υποκειμενικό παράγοντα και υποστηρίζει ότι η επανάσταση πραγματοποιήθηκε από μια καλά προετοιμασμένη και οργανωμένη μειοψηφία, που διέθετε έναν επιφανή ηγέτη, με μεγάλες ικανότητες, που εκμεταλλεύτηκε τη συγκυρία -εννοεί την επαναστατική κατάσταση- και απέσπασε την εξουσία, μέσα από μια βολονταριστική και τυχοδιωκτική κίνηση, χωρίς να εκφράζει τις πραγματικές διαθέσεις των λαϊκών μαζών. Και αυτό το επιχείρημα στερείται ιστορικής αλήθειας. Ο Β. Ι. Λένιν κατ’ επανάληψη είχε τονίσει ότι οι μπολσεβίκοι δε θέλουν να «αρπάξουν την εξουσία» χωρίς τη λαϊκή υποστήριξη. Αυτή η ευκαιρία δόθηκε στους μπολσεβίκους και δεν το αποτόλμησαν γιατί δεν είχαν συσπειρώσει την πλειοψηφία των αντιπροσώπων των Σοβιέτ, που με μια άλλη ανάγνωση σήμαινε ότι δεν είχε σφυρηλατηθεί η συμμαχία μεταξύ της εργατικής τάξης και της αγροτιάς, γενικότερα με την τεράστια μάζα των μικροαστών. Η απόφαση για την κατάληψη της εξουσίας μέσα από την ένοπλη εξέγερση, παίρνεται όταν η επαναστατική κατάσταση γενικεύεται και όταν στα Σοβιέτ της Πετρούπολης και της Μόσχας, οι μενσεβίκοι και οι εσέροι χάνουν την πλειοψηφία και αρχίζει η μαζική μετατόπιση προς τους μπολσεβίκους όπου αναδεικνύονται η ισχυρότερη και η πλειοψηφούσα δύναμη. Οι μετατοπίσεις αυτές σημειώθηκαν και στα άλλα Σοβιέτ της χώρας.

Για να δούμε πως εξελίχτηκε το πρόβλημα της εξουσίας στη Ρωσία, πρέπει να πούμε ότι το θέμα αυτό έγινε στοιχείο του κινητοποιημένου λαού στην καθημερινότητά του. Η αντιπαράθεση λίγες ημέρες πριν την επανάσταση περιλαμβάνει επίσημα επιχειρήματα, διατυπωμένα ακόμη και από υπουργούς, του τύπου ότι «εσείς οι μπολσεβίκοι δεν είστε αρκετοί ώστε να μπορείτε να σχηματίσετε κυβέρνηση και να επανδρώσετε τον κρατικό μηχανισμό». Και η απάντηση από την πλευρά των μπολσεβίκων ήταν ότι διαθέτει 250.000 κομματικά μέλη και εκατομμύρια ψηφοφόρους και συμπαθούντες και μέσα απ’ αυτούς όχι μόνο θα σχηματίσει κυβέρνηση αλλά θα κινητοποιήσει και τον κρατικό μηχανισμό, που σαφώς είναι εχθρικός απέναντι στους μπολσεβίκους. Ηταν αδύνατον εκ των πραγμάτων η κατάκτηση της εξουσίας να εξελιχτεί ως μια συνωμοτική υπόθεση. Πολύ περισσότερο που μετά την απαράδεχτη απερισκεψία των Καμένεφ - Ζηνόβιεφ να προδώσουν την απόφαση για ένοπλη εξέγερση, οι πάντες γνώριζαν γι’ αυτή και προπαντός η κυβέρνηση, που όπως ήταν φυσικό αυτήν την απόφαση θα μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει για την άμεση μεταστροφή του κλίματος μεταξύ των επαναστατημένων.

Αυτό δείχνει το βάθος και την έκταση της πολιτικής και ιδεολογικής παρέμβασης που έκαναν οι μπολσεβίκοι, τον αναντικατάστατο ρόλο του κόμματος σε καθημερινή βάση. Η επανάσταση δεν πραγματοποιήθηκε μόνο μέσα από έναν γενικό σχεδιασμό που βασίστηκε στην αρχή της συγκεκριμένης ανάλυσης για τη συγκεκριμένη κατάσταση. Η αρχή αυτή εφαρμοζόταν καθημερινά. Απόδειξη η ταχύτητα με την οποία εναλλάσσονταν τα συνθήματα και η εξασφάλιση εκείνης της οργανωτικής ικανότητας, ώστε τα συνθήματα να γίνουν κτήμα των εργατών και των αγροτών, των στρατιωτικών και των ναυτών και κινητήρια δύναμη για την επανάσταση.

Αν αναφερθήκαμε σ’ αυτές τις δύο απόψεις για την Οκτωβριανή Επανάσταση ειδικώς, το κάνουμε γιατί έχουν την καταγωγή τους στις ημέρες της επανάστασης και αντιπροσωπεύουν δύο διαφορετικά ιδεολογικοπολιτικά ρεύματα τα οποία είναι συνδεδεμένα με το σήμερα. Το ένα αφορά το σαφώς αστικό ρεύμα που είχε καθαρή στάση απέναντι στην επανάσταση, δεν την ήθελε, την αντιπάλεψε, θεωρούσε ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είναι αναντικατάστατος. Είναι το ρεύμα που ουσιαστικά μας φέρνει μπροστά στο «τέλος της ιστορίας», ότι η εξέλιξη της κοινωνίας περιορίζεται μόνο στην εξέλιξη της αγοράς, της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος μέσα από τις συνθήκες άκρατου ανταγωνισμού και πλήρους απελευθέρωσης του κεφαλαίου.

Το δεύτερο ρεύμα είναι αυτό που θα το ονομάζαμε σήμερα της σοσιαλδημοκρατίας και της εκσυγχρονιστικής αριστεράς. Ανεξάρτητα αν στις αρχές του αιώνα έκανε λόγο για το σοσιαλισμό αλλά προτιμούσε την «ωριμότητα» των μεταρρυθμίσεων, σήμερα έχει περιοριστεί στις μεταρρυθμίσεις που αφορούν ανοιχτά πλέον την ικανοποίηση των απαιτήσεων του μεγάλου κεφαλαίου στα πλαίσια της «παγκοσμιοποίησης», έστω και αν γίνεται λόγος για την ανάγκη εξανθρωπισμού του καπιταλισμού και το κοινωνικό πρόσωπο της πολιτικής του.

Και τα δύο ρεύματα αξιοποιούν την ανατροπή των σοσιαλιστικών καθεστώτων στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, τις εξελίξεις στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων -ιδιαίτερα στον τομέα των λεγόμενων νέων τεχνολογιών- για να καλλιεργήσουν την άποψη ότι κάθε ανάλογη επαναστατική προσπάθεια, όπως έγινε με την Οκτωβριανή Επανάσταση είναι μάταιη.

Απαραίτητο συμπλήρωμα αυτής της επιχειρηματολογίας είναι ο πλήρης μηδενισμός των επιτυχιών του σοσιαλιστικού συστήματος και η εξαφάνιση της προσφοράς του στην ανάπτυξη της παγκόσμιας κοινωνίας και πριν απ’ όλα στις χώρες όπου οικοδομούνταν ο σοσιαλισμός, η ενοχοποίησή του για τη σημερινή κατάσταση που επικρατεί μετά την καπιταλιστική παλινόρθωση.

Τα δυο αυτά ρεύματα τον καιρό της Οκτωβριανής Επανάστασης, κράτησαν ενιαία στάση. Εναν αιώνα, σχεδόν, αργότερα κρατούν πάλι ενιαία στάση και αξιοποιούν με τον ίδιο τρόπο τα «πρόσθετα» επιχειρήματα από την ανατροπή του σοσιαλισμού ενάντια στο κομμουνιστικό ιδεολογικό ρεύμα. Η μόνη κίνηση που έγινε ήταν να μειώσουν τις διαφορές τους. Γεγονός που σημαίνει ότι τα δυο αυτά ρεύματα έχουν την καταγωγή τους από την ίδια ρίζα.

Σε ό,τι όμως αφορά την αξιοποίηση της ανατροπής του σοσιαλισμού από την πλευρά τους η πραγματικότητα δεν μπορεί να αποκρυφτεί. Και ο λόγος είναι πάρα πολύ απλός. Οσο και αν κάνουν προσπάθειες να παραπλανήσουν, να διαστρεβλώσουν, να τρομοκρατήσουν, να αποσιωπήσουν, οι επιτυχίες είναι τόσο καταλυτικές που έχουν γίνει ακατάλυτες. Δεν αποσυντίθενται. Εχουν κατασταλάξει σαν κοινωνική συνείδηση.

Τι μπορεί να αντιπαραθέσουν μπροστά στο αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο σοσιαλισμός έλυσε το πρόβλημα της ανεργίας. Ενώ σήμερα ο καπιταλισμός με πολύ περισσότερες παραγωγικές δυνατότητες αυξάνει τα ποσοστά ανεργίας. Γιατί στη Σοβιετική Ενωση οι εργάτες δούλευαν 6 και 7 ώρες από το 1956, ενώ σήμερα στον καπιταλισμό για να κερδίσεις όσα κέρδιζες στο 8ωρο πρέπει να δουλεύεις 10 και 12 ώρες;

Γιατί ο σοσιαλισμός παρέλαβε μια χώρα σε διάλυση, την ένωσε, την ανάπτυξε, την έκανε πυρηνική δύναμη, την έβγαλε στο διάστημα, την έφτασε να έχει περίπου το 1/4 της παγκόσμιας παραγωγής, της έλυσε το πρόβλημα της εκπαίδευσης, της υγείας, της τροφής, της αναψυχής, του πολιτισμού, της σύνταξης, των γηρατειών, της σιγουριάς, της ασφάλειας, της αύξησε το μέσο όρο ζωής, της κατοχύρωσε την εθνική ανεξαρτησία και ακεραιότητα, όρισε τον παραγωγικό πλούτο, τους φυσικούς πόρους. Και ο καπιταλισμός διέλυσε μια χώρα, αποδιοργάνωσε την παραγωγή, έριξε το μέσο όρο ζωής στα 59 χρόνια, δημιούργησε ανεργία, ανασφάλεια, εμφάνισε την πείνα, αρρώστιες που είχαν οριστικά αντιμετωπιστεί, μείωσε τον πληθυσμό μέσα σε 10 χρόνια κατά 10 εκατομμύρια, επανέφερε την υποτέλεια και τη δουλοπρέπεια, εκποίησε τους φυσικούς πόρους, το επιστημονικό δυναμικό, κατέστρεψε το σύστημα υγείας και παιδείας.

Πώς συμβαίνει επί σοσιαλισμού η κοινωνική εγκληματικότητα, τα ναρκωτικά να μην υπάρχουν ή να βρίσκονται σε πολύ χαμηλά επίπεδα και με τον καπιταλισμό να εκτινάσσονται στα ύψη;

Ποιος θα μας εξηγήσει γιατί όταν υπήρχε το ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό σύστημα υπήρχαν περισσότερα δικαιώματα, περισσότερες ελευθερίες, περισσότερες κοινωνικές κατακτήσεις, διεθνής ασφάλεια, καλύτερες ανθρώπινες σχέσεις στη Δύση, ενώ τώρα τα πάντα έχουν γίνει της «αρπαχτής»;

Γιατί στη γειτονιά μας οι λαθρέμποροι λευκής σαρκός, πετρελαίου, ναρκωτικών, όπλων, ξεπλύματος μαύρου χρήματος γίνονται προνομιακοί συνομιλητές της «χώρας της ελευθερίας και της δημοκρατίας» και καταλαμβάνουν υπουργικές, πρωθυπουργικές και προεδρικές θέσεις;

Οταν η σοβιετική κυβέρνηση στα πρώτα χρόνια σοβιετικής εξουσίας έστειλε τους δασκάλους στις μουσουλμανικές περιοχές της, οι μουλάδες τους σκότωναν. Σ’ αυτές τις περιοχές γινόταν και εμπόριο ναρκωτικών. Η σοβιετική εξουσία έστειλε τον Κόκκινο Στρατό οι μουλάδες δεν ξαναδολοφόνησαν και η εμπορία ναρκωτικών σταμάτησε. Στη Δύση το γεγονός αυτό αποδόθηκε ως χαρακτηριστικό στοιχείο της καταπίεσης που ασκούσε η σοβιετική εξουσία.

Δίπλα στο Αφγανιστάν δεκαετίες αργότερα η λαϊκή εξουσία έστελνε τους δασκάλους στα νεοδημιουργημένα σχολεία και οι μουλάδες τους δολοφονούσαν. Η Σοβιετική Ενωση διαλύθηκε, η λαϊκή εξουσία στο Αφγανιστάν έπεσε, οι μουλάδες πήραν την εξουσία, έκλεισαν τα σχολεία και το πρώτο πράγμα που αποκαταστάθηκε με την αμερικάνικη αγορά ήταν τα ναρκωτικά και όλη αυτή η ιστορία αποδόθηκε ως πράξη απελευθέρωσης.

Ασφαλώς ως προσεκτικοί παρατηρητές, θα έχετε επισημάνει πως όσο οξύνεται η ταξική διαπάλη, όσο πιο έντονα μπαίνουν τα ερωτήματα και η ιδεολογική αντιπαράθεση εντείνεται, οι αντίπαλοι του σοσιαλισμού αποσύρουν μερικά από τα ψεύτικα επιχειρήματά τους γιατί είναι τόσο προκλητικά που δεν γίνονται πιστευτά. Μέχρι και τον ψυχρό πόλεμο προσπαθούν να τον πάρουν πίσω και να τον παρουσιάσουν ως παρελθόν.

Τελικώς, εκεί που συνήθως καταφεύγουν είναι τα ζητήματα ελευθερίας και δημοκρατίας. Αλλά εδώ είναι που καταλήγουν σε έναν παραλογισμό. Ο σοσιαλισμός, χωρίς ελευθερία και δημοκρατία δήθεν, έλυσε ζωτικά προβλήματα του ανθρώπου, που αγωνίζεται ο άνθρωπος να τα επιλύσει από τότε που δημιούργησε οργανωμένη κοινωνία. Ενώ ο καπιταλισμός, με ελευθερία και δημοκρατία υποτίθεται, αυτά τα προβλήματα τα οξύνει, παρά το γεγονός ότι ποτέ μέχρι σήμερα δεν υπήρχαν περισσότερες δυνατότητες για την επίλυσή τους. Αν μοιραστούν τα τρόφιμα που παράγονται σε όλον τον κόσμο θα είχε αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του επισιτισμού. Παρ’ όλα αυτά η εξαθλίωση και η πείνα οξύνονται όλο και πιο πολύ. Δεν είναι δημοκρατικό δικαίωμα και ζήτημα ελευθερίας η κατάργηση της ανεργίας; Της πείνας; Δεν είναι δημοκρατικό δικαίωμα η μόρφωση, η υγεία, ο πολιτισμός; Η ειρήνη; Η Εθνική Ανεξαρτησία και η εθνική ακεραιότητα; Να μην αλλάζουν τα σύνορα; Τώρα όμως γνωρίζουμε πολύ καλά τι εννοείται ως δημοκρατία και ως ελευθερία. Το ζήσαμε στην πράξη. Και δεν μπορούμε να έχουμε αυταπάτες. Είναι το δικαίωμα και η ελευθερία της εκμετάλλευσης για την εξαγωγή κέρδους. Ο σοσιαλισμός που κατάργησε την εκμετάλλευση θεωρήθηκε ανελεύθερος. Και ο καπιταλισμός που νομιμοποίησε την εκμετάλλευση θεωρείται ελεύθερος. Και πράγματι ο καπιταλισμός χρειάζεται την «ελευθερία» και τη «δημοκρατία» για να μπορεί να εκμεταλλεύεται τους εργαζόμενους και τους λαούς. Ο σοσιαλισμός με τη δική του ελευθερία και δημοκρατία που κόβει τον αέρα στον καπιταλισμό για την εκμετάλλευση πρέπει να λείψει. Το ζήτημα είναι ταξικό και κάθε κοινωνικό σύστημα προσδιορίζει την ελευθερία του και τη δημοκρατία του σύμφωνα με τα ταξικά συμφέροντα που εκπροσωπεί.

Ογδόντα τέσσερα χρόνια μετά τη Μεγάλη Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση και όλοι όσοι είμαστε στρατευμένοι στην υπόθεση του σοσιαλισμού αλλά και ευρύτερα οι άλλοι εργαζόμενοι και οι λαοί, έχουμε μείνει με έναν κόμπο στο λαιμό μετά την ανατροπή του. Είναι ένας παράγοντας που χρησιμοποιούν οι αντίπαλοί μας για να εξασκούν πίεση, να αποπροσανατολίζουν, να ματαιώνουν μετατοπίσεις, να θολώνουν τα νερά.

Οι ανατροπές που σημειώθηκαν δε μειώνουν σε τίποτα την προσφορά του σοσιαλισμού που οικοδομήθηκε. Αν οι σοσιαλιστικές χώρες ήταν μόνο κατ’ όνομα σοσιαλιστικές τότε από την εμφάνιση του σοσιαλισμού δε θα είχε σημειωθεί τόσο μεγάλη πρόοδος. Ούτε ο καπιταλισμός θα εξασκούσε τόση μεγάλη πίεση, δε θα χρειαζόταν τον ψυχρό πόλεμο ούτε την καπιταλιστική περικύκλωση και τις επεμβάσεις, στρατιωτικές, πολιτικές, ιδεολογικές, διπλωματικές.

Δεν πρέπει να υποτιμάμε το ταξικό κριτήριο του κεφαλαίου. Ως κύριο αντίπαλο θεωρούσε τη Σοβιετική Ενωση και τις χώρες του σοσιαλισμού. Αυτό μπορούμε να το συμπεράνουμε και από τα γεγονότα και μετά τις ανατροπές.

Το κομμουνιστικό κίνημα στη χώρα μας υπερασπίστηκε τις χώρες του σοσιαλισμού και σωστά έκανε. Την ορθότητα αυτής της θέσης μπορούμε να την αντιληφθούμε καλύτερα τώρα που λείπει το αντίπαλο δέος. Και είναι πολλοί εκείνοι που το αναζητούν, πολλοί περισσότεροι και από εμάς. Αν θέλετε την ορθότητα της θέσης μας, μας την υποδεικνύει με το δικό του τρόπο ο αντίπαλος. Βέβαια δεν αποφύγαμε ωραιοποιήσεις και εξιδανικεύσεις. Παρ’ ότι συνειδητοποιούσαμε ορισμένα προβλήματα τα αποδίδαμε σε αντικειμενικές δυσκολίες, τα εξηγούσαμε ως προβλήματα ανάπτυξης του σοσιαλισμού και όχι ως παρεκκλίσεις και παραμορφώσεις.

Οι ανατροπές όμως έφεραν ένα θέμα μεγάλης σημασίας. Οι κομμουνιστές πρέπει να διδάσκονται από τις εξελίξεις και κυρίως από τις ήττες τους. Είναι φανερό πως η στάση μας δεν μπορεί να είναι άλλη από το να μελετήσουμε τις αιτίες των ανατροπών, τους παράγοντες που διαμόρφωσαν ένα τέτιο αποτέλεσμα. Η θέση αυτή δεν μπορεί να μας οδηγήσει στην άρνηση του σοσιαλισμού γενικά, ούτε του σοσιαλισμού ειδικά, αυτού δηλαδή που γνωρίσαμε μέχρι τώρα. Η δική μας στάση ξεκινάει από πολύ μακριά. Από τη στάση του Κ. Μαρξ απέναντι στην Κομμούνα. Το να αρνηθείς την Κομμούνα, αρνείσαι το σοσιαλισμό. Το να αρνηθείς τη Σοβιετική Ενωση και τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες αρνείσαι την Οκτωβριανή Επανάσταση. Αρνείσαι το σοσιαλισμό. Πολύ περισσότερο που αυτές οι εξελίξεις δεν ήταν αναπόφευκτες.

Πιστεύουμε πως η στάση των διάφορων ιδεολογικών ρευμάτων που υπάρχουν, και όπως δείξαμε προηγουμένως με πολύ μικρές παραλλαγές υπήρχαν και τις παραμονές της Οκτωβριανής Επανάστασης, δεν καθορίζεται από το εάν υπήρξε δημοκρατία και ελευθερία στις χώρες του σοσιαλιστικού συστήματος. Αυτό είναι το πρόσχημα. Καθορίζεται από την άρνηση του σοσιαλισμού γενικά. Γιατί διαφορετικά θα μπορούσαμε λόγου χάρη να ρωτήσουμε τους σοσιαλδημοκράτες σήμερα γιατί δεν κοινωνικοποιούν τα μέσα παραγωγής στις χώρες που είναι κυβέρνηση. Την κυβέρνηση την έχουν, δε χρειάζεται να κάνουν ένοπλες εξεγέρσεις, ούτε να επαναλάβουν την Οκτωβριανή Επανάσταση.

Θα μπορούσαμε επίσης να ρωτήσουμε τους εκπροσώπους της εγχώριας «ανανέωσης» και του «εκσυγχρονισμού», που αποσπάστηκαν από το κομμουνιστικό κίνημα, γιατί χαιρέτισαν τις ανατροπές ως κοσμογονικές. Μήπως δεν καταλάβαιναν ότι η ιδιωτικοποίηση των μέσων παραγωγής θα οδηγούσε στον καπιταλισμό, ανεξάρτητα από εάν πίστευαν, τότε, ότι τα κρατικοποιημένα μέσα παραγωγής δεν είναι και κοινωνικοποιημένα. Από την ιδιωτικοποίηση όμως προέκυψαν μονοπώλια.

Σοσιαλισμός χωρίς κοινωνικοποιημένα μέσα παραγωγής δεν μπορεί να υπάρξει. Αυτή είναι η βάση της εκμετάλλευσης.

Εμείς οφείλουμε να μελετήσουμε τις αιτίες της ανατροπής του σοσιαλισμού για να τον υπερασπιστούμε καλύτερα. Και σε αυτή την κατεύθυνση το ΚΚΕ προσπάθησε να αποτυπώσει ορισμένες πρώτες εκτιμήσεις και συμπεράσματα, αφήνοντας θέματα ανοικτά για παραπέρα διερεύνηση.

Από το σύνολο των αναφορών που γίνονται για τις αιτίες ανατροπής του σοσιαλισμού εμείς θα περιοριστούμε σ’ ορισμένες απ’ αυτές:

α) Υποτιμήθηκε το σύστημα των εσωτερικών αντιθέσεων του σοσιαλισμού. Ο σοσιαλισμός είναι μια μεταβατική περίοδος που δεν είναι απαλλαγμένη από αντιθέσεις. Συνεπώς στο βαθμό που δεν επιλύονται έγκαιρα ή και καθόλου μπορούν να εκδηλωθούν ακόμη και με τη μορφή μιας βαθιάς κρίσης. Οι αντιθέσεις στο σοσιαλισμό επιλύονται στο πλαίσιο της εναρμόνισης των σχέσεων παραγωγής προς το βαθμό ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Η εναρμόνιση αυτή είναι ένα συνεχές και διαχρονικό καθήκον που χαρακτηρίζει την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

β) Σημαντικό λάθος αποτέλεσε η άποψη για το κράτος. Η θέση που εκφράστηκε μέσα από την έννοια του «παλλαϊκού κράτους» οδήγησε σε αλλοίωση του πραγματικού περιεχομένου του κράτους ως δύναμης ταξικής κυριαρχίας του προλεταριάτου. Γεγονός που παραπέμπει στις σχέσεις του Κόμματος με το κράτος, στη λειτουργία των Σοβιέτ και στην ταξική πάλη στο σοσιαλισμό.

γ) Η ενότητα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος ήταν χαλαρή, ανεπαρκής. Πράγμα που οδήγησε στο να μην αντιπαρατάσσει στην ενιαία αντίληψη του ιμπεριαλισμού την ενιαία αντίληψη του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος.

Δέκα χρόνια περίπου πέρασαν από τις ανατροπές και οι θριαμβικοί τόνοι από τους πολιτικούς μας αντιπάλους έχουν πέσει σημαντικά. Κάτι παραπάνω. Οι εργαζόμενοι και οι λαοί συνειδητοποίησαν πως η έλλειψη του σοσιαλιστικού συστήματος δεν τους βοήθησε να λύσουν κανένα από τα προβλήματά τους. Αντίθετα, διαπίστωσαν ότι η ανατροπή του σοσιαλισμού χρησίμευσε για να εξαπολυθεί μια πρωτόγνωρη επίθεση ενάντια στις κατακτήσεις τους. Την ίδια στιγμή η πολιτική των κυβερνήσεων, είτε πρόκειται για κυβερνήσεις της κεντροδεξιάς είτε της κεντροαριστεράς σε μια ενιαία πολιτική, ευνοεί και ικανοποιεί σκανδαλωδώς τις απαιτήσεις του μεγάλου κεφαλαίου. Ο ιμπεριαλισμός εξαπολύει πολέμους, αλλάζει τα σύνορα, κατανέμει τις ζώνες επιρροής, δε σέβεται την εθνική ανεξαρτησία και την ακεραιότητα των εθνών-κρατών. Η ύφεση είναι στην ημερήσια διάταξη και είναι προφανές ότι τις συνέπειες θα τις πληρώσουν πάλι οι λαοί.

Οι λόγοι που γέννησαν την Οκτωβριανή Επανάσταση είναι υπαρκτοί και πολύ περισσότεροι σήμερα καθιστώντας το μήνυμά της ακόμη πιο επίκαιρο, ακόμη πιο αναγκαίο.

Οι λαοί δεν έχουν άλλη επιλογή. Παρά να βαδίσουν το δρόμο της αντίστασης, της αντεπίθεσης, της ρήξης και της ανατροπής, το δρόμο της επανάστασης και του σοσιαλισμού.

Γι' αυτό πιο επίκαιρα από ποτέ είναι τα λόγια του μεγάλου επαναστάτη:

«Γι' αυτό στην ημερήσια διάταξη της εποχής που ζούμε μπαίνει, λόγω των αντικειμενικών συνθηκών, η ολόπλευρη άμεση προετοιμασία του προλεταριάτου για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, με σκοπό την εφαρμογή των οικονομικών και πολιτικών μέτρων που αποτελούν το περιεχόμενο της σοσιαλιστικής επανάστασης».

«Οποιες κι αν είναι οι δυσκολίες της επανάστασης και οι πιθανές προσωρινές αποτυχίες της ή τα κύματα της αντεπανάστασης- η τελική νίκη του προλεταριάτου είναι αναπόφευκτη».[1]

Θα νικήσουμε - αυτό είναι βέβαιο και αδιαμφισβήτητο.

 


Το κείμενο είναι η ομιλία του Παναγιώτη Γεωργιάδη, μέλους της ΚΕ του ΚΚΕ και Διευθυντή του ΚΜΕ, στην εκδήλωση που οργάνωσε το ΚΜΕ για την Οκτωβριανή Επανάσταση, στις 12.11.2001.

[1] Από το Σχέδιο τροποποίησης του Προγράμματος των μπολσεβίκων, Απρίλης-Μάης του 1917.