ΠΤΥΧΕΣ ΑΦΟΜΟΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ - ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

ΑΝΑΓΚΗ ΓΕΝΙΚΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΠΕΙΡΑΣ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ

Σε απόσταση μικρότερη του έτους από το 16ο Συνέδριο του Κόμματος και ενώ κυοφορούνταν νέα εκδήλωση ιμπεριαλιστικού πολέμου από τις ΗΠΑ, αυτή τη φορά εναντίον του Αφγανιστάν, η ΚΕ εξέτασε τη δουλιά της και έθεσε τα συμπεράσματά της σε συζήτηση στα καθοδηγητικά όργανα και στις Κομματικές Οργανώσεις του Κόμματος.

Στόχος της διαδικασίας να αναδειχτούν, να συνειδητοποιηθούν και να αντιμετωπιστούν οι δυσκολίες και οι υστερήσεις στο περιεχόμενο και τις μεθόδους της καθοδηγητικής δουλιάς της ΚΕ, ώστε να προσαρμοστούν, να εναρμονιστούν πιο ουσιαστικά και αποφασιστικά με τις αποφάσεις του 16ου Συνεδρίου. Δηλαδή, να κατακτηθεί στην πράξη ενιαία αντίληψη για τη στρατηγική του Κόμματος και για τον τρόπο που προωθείται.

Αξονα της αυτοκριτικής εξέτασης της δουλιάς της ΚΕ αποτέλεσε η πείρα από τη δράση του Κόμματος στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες. Στον απολογισμό δράσης της η ΚΕ εκτιμά:

«Καταφέραμε σε αρκετά ικανοποιητικό βαθμό να επεξεργαστούμε τις θέσεις μας για την κοινωνική πολιτική, διατυπώσαμε στόχους και αιτήματα που μπορούν να κινητοποιήσουν και να ενώσουν στη δράση σήμερα τις εργατικές, τις λαϊκές μάζες. Αιτήματα που δεν περιορίζονται στη διατήρηση των λεγόμενων κεκτημένων, αλλά προβάλλουν απαιτητικά και τις σύγχρονες ανάγκες σε συνδυασμό με την κερδοφορία του μεγάλου κεφαλαίου, των ελληνικών και διεθνικών επιχειρήσεων. Δίνουν προοπτική, καθώς καλλιεργούν το έδαφος για ανάπτυξη της πολιτικής συνείδησης υπέρ αλλαγών στο επίπεδο της εξουσίας... Να εξετάζουμε συνεχώς, με βάση τις εξελίξεις και τα αποτελέσματα, πώς δουλεύουμε, για να κατανοηθεί η ανάγκη να επιτευχθούν βαθιές πολιτικές αλλαγές ως το επίπεδο της εξουσίας, για το ρόλο του Μετώπου.

Υπάρχουν περιθώρια που δεν έχουμε εξαντλήσει στην πιο έγκαιρη και μελετημένη παρακολούθηση των εξελίξεων, ώστε έγκαιρα να αναπροσαρμόζεται, εκεί που χρειάζεται, και να εμπλουτίζεται η δράση μας. Η διαπίστωση του 16ου Συνεδρίου ότι εξακολουθούμε να δουλεύουμε σε αρκετές περιπτώσεις με βάση αντιλήψεις και εμπειρίες που ταίριαζαν σε προηγούμενες φάσεις και περιόδους του αγώνα, διατηρεί και σήμερα την επικαιρότητα και τη σημασία της»[1].

Θα απαιτηθεί επίμονη, επίπονη και σύνθετη δουλιά για να αναδειχτούν τα συμπεράσματα, τα αποτελέσματα από τη συζήτηση της παραπάνω εκτίμησης.

Σε τελευταία ανάλυση, η ανάπτυξη της ικανότητας μας να γενικεύουμε την πείρα αυτής της σημαντικής συζήτησης από τα κάτω προς τα πάνω είναι σημαντικό στοιχείο αφομοίωσης της γραμμής και ανάπτυξης της ικανότητας δημιουργικής εφαρμογής της, όπερ και το ζητούμενο.

Βεβαίως, η ζωή, η πράξη αποτελεί το αλάνθαστο κριτήριο επιβεβαίωσης ή όχι της πολιτικής γραμμής. Το πρόσφατο παρελθόν επιβεβαίωσε πολλές φορές την ορθότητα, από τη σκοπιά των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων, των πολιτικών εκτιμήσεων και θέσεων του Κόμματος. Γι’ αυτό και παρά τον τραγικό απόηχο της ήττας και οπισθοχώρησης στη σοσιαλιστική οικοδόμηση, στο συσχετισμό δυνάμεων, παρά τις πολύπλευρες και πολυποίκιλες αντι-ΚΚΕ επιχειρήσεις, δεν έγινε εφικτό να σταθεροποιηθεί ένα κλίμα απομόνωσης του ΚΚΕ.

Ωστόσο, η έλλειψη ουσιαστικών οργανωτικών αποκρυσταλλωμάτων σε μετρήσιμους δείκτες (π.χ. στην ένταξη νέων δυνάμεων στο Κόμμα, στην κυκλοφορία του Ριζοσπάστη, της ΚΟΜΕΠ, των εκδόσεων του Κόμματος, στη δύναμη του Κόμματος στις συνδικαλιστικές εργατικές οργανώσεις κλπ.) επιβεβαιώνει ότι για το εύρος και την αποτελεσματικότητα της ταξικής πάλης, τουλάχιστον από την άποψη της ωρίμανσης του υποκειμενικού παράγοντα, δεν αρκεί μόνο η εύστοχη προγραμματική ετοιμότητα, αλλά χρειάζεται και η ικανότητα σύνδεσης με το Πρόγραμμα όλων των πτυχών της καθημερινής πολιτικής δουλιάς. Προϋποθέτει υψηλό βαθμό τόσο ενιαίας αντίληψης της στρατηγικής όσο και σύνδεσης της καθημερινής δουλιάς, ανάλογη ιδεολογική θωράκιση, αποτελεσματικότητα στην προώθηση της πολιτικής δράσης μέσα στις μαζικές οργανώσεις, τα συνδικάτα, τις συσπειρώσεις, τα μέτωπα πάλης. Απαιτεί οργανωτική δύναμη, διάταξη και εσωκομματική λειτουργία που σφυρηλατούν τη συλλογικότητα, την αποτελεσματικότητα, την ενότητα θέλησης και δράσης.

Είναι βέβαιο ότι στην ανάλυσή του αυτό το καθήκον συνεπάγεται την επεξεργασία της κεντρικής πολιτικής ανά τομέα, π.χ. οργανωτικής πολιτικής, στόχων εσωκομματικής ιδεολογικής δουλιάς και ανάπτυξης του ιδεολογικού μετώπου, επιλογής αξόνων-στόχων και μορφών συσπειρώσεων αλλά και εξειδίκευση αυτών των πολιτικών κατά παραγωγικό κλάδο και τομέα οικονομίας, με βάση μεγάλα κοινωνικά προβλήματα αλλά και σε επίπεδο πόλεων ή και μικρότερων μονάδων κοινωνικής-οικονομικής συγκρότησης.

Στο παρόν άρθρο θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε την πείρα από τις δυσκολίες, συγχύσεις και υστερήσεις της δράσης μας στη βάση των οξυμένων κοινωνικο-οικονομικών προβλημάτων, όπως αναδεικνύονται σε στρατηγικής σημασίας βιομηχανικούς κλάδους (π.χ. ενέργειας, τηλεπικοινωνιών, μεταφορών) και σημαντικούς τομείς της οικονομίας (χρηματοπιστωτικό σύστημα).

 

Η ΣΥΝΔΕΣΗ ΤΗΣ ΤΑΚΤΙΚΗΣ ΜΕ ΤΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΙΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΕΙΣ, ΤΙΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Ο απολογισμός της ΚΕ αναφέρει:

«Κάτω από την πίεση των προβλημάτων που δημιουργούν οι ιδιωτικοποιήσεις, παρατηρείται το φαινόμενο να μην προβάλλεται σωστά και ολοκληρωμένα η θέση μας για την παραμονή στον κρατικό τομέα, πράγμα που μπορεί να ερμηνευτεί ως υπεράσπιση του κρατικού καπιταλιστικού τομέα, ως εξιδανίκευση της πολιτικής των κρατικοποιήσεων, όπως πραγματοποιήθηκαν και λειτούργησαν από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, ή στις άλλες καπιταλιστικές χώρες. Η πάλη κατά των ιδιωτικοποιήσεων, η προβολή των αιτημάτων για δημόσιο χαρακτήρα επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας και τομέων κοινωνικών υπηρεσιών, μπορεί και πρέπει να γίνεται μέσα από συγκεκριμένα αιτήματα και μέτωπα πάλης, που συσπειρώνουν ευρύτερες λαϊκές μάζες και ταυτόχρονα βοηθούν στην κατανόηση της αναγκαιότητας του Μετώπου και της πάλης για λαϊκή οικονομία. Θα τα καταφέρουμε καλύτερα σ’ αυτή την κατεύθυνση αν δώσουμε περισσότερο βάρος ως ΚΕ αλλά και οι ΚΟ στην πληρέστερη επεξεργασία των θέσεών μας, με βάση τις εξελίξεις, κατά τομέα και κλάδο οικονομίας»[2].

Τα βασικά προβλήματα που συναντάμε εδώ είναι τα εξής:

Πρώτον: Συχνά δεν έχουμε έγκαιρα και ολοκληρωμένα την καταγραφή και αξιολόγηση των εξελίξεων, πρόβλημα κεντρικό που αφορά την ΚΕ και τα Τμήματά της, με αποτέλεσμα να αιφνιδιάζονται οι κομματικές δυνάμεις σε στροφές των εξελίξεων. Ετσι, βρίσκονται ανέτοιμες μπροστά στις εναλλαγές της αστικής διαχείρισης, στις αντιδράσεις μικροαστικών δυνάμεων ή μεσαίων στρωμάτων με κίνητρο το ατομικό «συντεχνιακό» συμφέρον.

Ακόμη και όταν με μια ορισμένη εγρήγορση παρεμβαίνουμε σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο, δεν υπάρχει ο χρόνος και οι εμπεδωμένες στην κομματική λειτουργία διαδικασίες για αφομοίωση, δημιουργική εφαρμογή στη δράση.

Ετσι, στη δράση μας με ευρύτερες από την άμεση πολιτική επιρροή μας δυνάμεις πιεζόμαστε από διλήμματα μεταξύ επιλογών της αστικής πολιτικής, από «αδιέξοδα» στο μονόδρομο του κεφαλαίου, «αμυντική» υπεράσπιση μιας ορισμένης κρατικής ρύθμισης απέναντι στη προώθηση μιας νέας, αναγκαίας για τη στερέωση ή αύξηση της εκμετάλλευσης του κεφαλαίου.

Στην καθημερινότητα, στον τόπο δουλιάς, στον κλάδο, τα διλήμματα και αδιέξοδα παρουσιάζονται με ερωτήματα όπως: Καθεστώς επίσκεψης στο γιατρό του ΕΣΥ στο ιδιωτικό του ιατρείο (ή «φακελάκι») ή καθορισμένης αμοιβής στο απογευματινό ιατρείο εντός του δημοσίου νοσοκομείου; Κρατικό μονοπώλιο στις τηλεπικοινωνίες (στις μεταφορές ή στην ενέργεια) ή απελευθέρωση αγορών και συμμετοχή σε ευρύτερη περιφερειακή αγορά, ευρωενωσιακή συμμαχία για τη συμμετοχή στις συμφωνίες διεθνούς εμπορίου (π.χ. ΠΟΕ); Εθνικός απομονωτισμός της οικονομίας ή βελτίωση των όρων συμμετοχής (ανταγωνισμού) στις περιφερειακές και στη διεθνή αγορά;

Δεύτερον: Οπου και όσο έχουμε επεξεργασίες ανάλυσης-εκτίμησης των εξελίξεων και ανάδειξης των τάσεων, δεν είναι σε έκταση και βάθος αφομοιωμένες από το κομματικό δυναμικό, ώστε να αποτελούν βάση ενός άμεσου, αιχμηρού και πειστικού ιδεολογικού μετώπου με αιχμές - αφορμές τα νέα γεγονότα.

Eνα παράδειγμα: Την απόφαση συγχώνευσης των τραπεζών Εθνικής-Alpha ακολούθησαν πρωτοβουλίες, όχι μόνο από τις διοικήσεις αλλά και από «συνδικαλιστικά» στελέχη, ανάλυσης των θετικών σημείων για τους εργαζόμενους. Οξύνθηκε η ιδεολογική διαπάλη στα όργανα του συνδικαλιστικού κινήματος των τραπεζοϋπαλλήλων. Προβλήθηκαν νέα ερωτήματα και διλήμματα, όπως: Η νέα συγχώνευση είναι εξέλιξη προς την ιδιωτικοποίηση ή προς την κρατικοποίηση; Αποτελεί προοδευτική ή αντιδραστική τάση; Είναι «φιλολαϊκός» ή όχι, υπέρ του δημοσίου ή υπέρ των ιδιωτών ο καθορισμός της σχέσης ανταλλαγής μετοχών μεταξύ των δυο υπό συγχώνευση τραπεζών; Θα υπερισχύσει το καθεστώς των εργασιακών σχέσεων της Alpha ή της Εθνικής στη νέα τράπεζα; Ορισμένες συλλογικές κατακτήσεις των τραπεζοϋπαλλήλων θα μπορούσαν να διασωθούν με μεγαλύτερα ποσοστά συμμετοχής του δημόσιου στην Εθνική και επομένως χρειάζεται ένα κοινωνικοπολιτικό μέτωπο υπέρ της κρατικής τράπεζας ή όχι;

Θα είμαστε έξω από την πραγματικότητα αν θεωρήσουμε αυτονόητη για τους εργαζόμενους τη λαθεμένη βάση των διλημμάτων, αν υποτιμήσουμε τη δυνατότητα να εγκλωβίσουν ευρύτερα τμήματα των εργαζομένων, να διοχετευθούν και να πιέσουν ακόμη και δυνάμεις του Κόμματος.

Βάση αυτής της δυνατότητας επίδρασης είναι η περιορισμένη αντίληψη για το χαρακτήρα των συντελούμενων καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, επομένως και για τους στόχους και τα μέσα για την ανατροπή των υφιστάμενων εργασιακών σχέσεων και του ασφαλιστικού συστήματος.

Η διαδικασία συγκεντροποίησης του κεφαλαίου είναι εξίσου νομοτελειακή με τον ανταγωνισμό στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Το προοδευτικό στοιχείο, δηλαδή αυτό που οδηγεί προς τα εμπρός, είναι η συγκεντροποίηση της παραγωγής, το βάθεμα της κοινωνικοποίησης της εργασίας, ενώ το αντιδραστικό στοιχείο είναι ότι συντελείται σε βάρος της εργασίας. Το κριτήριο αυτό δεν αλλάζει επειδή στην προκειμένη περίπτωση αναφερόμαστε στο πιστωτικό σύστημα, τις τράπεζες και όχι στην παραγωγή. Γιατί ο νέος βαθμός συγκεντροποίησης στο πιστωτικό σύστημα στην Ελλάδα αντανακλά τις ανάγκες για νέο βαθμό συγκεντροποίησης στην παραγωγή.

Εχουμε λοιπόν μια νομοτελειακή κίνηση στην καπιταλιστική ανάπτυξη στην οποία βαθαίνει και η εκδήλωση της αντίθεσης: Από τη μια βαθαίνει ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας, της παραγωγής και αυξάνει η παραγωγικότητα της εργασίας. Από την άλλη η συγκεντροποίηση συντελείται σε βάρος της εργασίας, διατηρώντας την ατομική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της ξένης εργασίας, προς όφελος του συγκεντροποιημένου κεφαλαίου. «Σε βάρος της εργασίας» σημαίνει ακριβώς ότι οι μισθωτοί εργαζόμενοι πουλάνε με χειρότερους όρους την εργατική τους δύναμη, σε σχέση με την παραγωγική τους δυνατότητα και το επίπεδο κοινωνικών αναγκών που συνεπάγεται. Αυτό συμβαίνει είτε το αντιλαμβάνονται οι εργαζόμενοι με απόλυτους όρους επιδείνωσης είτε με σχετικούς είτε σε συνδυασμό τους. Και υπό την ιδεολογική και πολιτική κυριαρχία του κεφαλαίου οι εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται στρεβλά τον χαρακτήρα και τις αιτίες της νέας τους κατάστασης. Στο παράδειγμά μας, οι εργαζόμενοι θεωρούν τη συγχώνευση ή τον περιορισμό της συμμετοχής του δημόσιου στο μετοχικό κεφάλαιο της μεγαλύτερης τράπεζας ως τη βασική αιτία της επιδείνωσης της θέσης τους μέσα στο υπάρχον σύστημα.

Μια βασική αιτία αυτής της αντίληψης είναι ότι στηρίζεται στην επιφανειακή εμπειρία: «Είχα καλύτερες εργασιακές σχέσεις και αμοιβή με το κρατικό μονοπώλιο στην ηλεκτρική ενέργεια, στις τηλεπικοινωνίες, με την κρατική τράπεζα, απ’ ό,τι με το νέο καθεστώς, άρα το κρατικό μονοπώλιο ή η κρατική (έστω καπιταλιστική) ιδιοκτησία μου εξασφαλίζει καλύτερες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης στο σύστημα». (Και η επόμενη σκέψη «άρα παλεύω για την επανακρατικοποίηση», σκέψη με την οποία θα ασχοληθούμε σε επόμενο υποθέμα).

Η σκέψη αυτή ανάγει σε αιτία αυτό που βλέπει εμπειρικά. Αγνοεί ή παραγνωρίζει το γεγονός ότι η περίοδος βελτίωσης των εργασιακών σχέσεων και μισθών απλώς συνέπεσε με την περίοδο κρατικοποιήσεων, που ξεκίνησε μεταπολιτευτικά η ΝΔ και ολοκλήρωσε το ΠΑΣΟΚ. Ηταν χρονική περίοδος κατά την οποία πραγματοποιήθηκε μια ορισμένη ενσωμάτωση στους μισθούς των αποτελεσμάτων μιας σχετικά μακρόχρονης και δυναμικότερης καπιταλιστικής ανάπτυξης[3]. Βεβαίως η ενσωμάτωση έρχεται με χρονική υστέρηση και κυρίως με πολιτική - κυβερνητική παρέμβαση. Ενίοτε έρχεται ως στοιχείο μια συνολικότερης πολιτικής ενσωμάτωσης στο σύστημα πλατύτερων τμημάτων εργαζομένων, όχι μόνον ως εισοδηματική (μισθολογική) πολιτική αλλά και ως μηχανισμός επέκτασης και σύσφιξης της σχέσης κυβερνώντος κόμματος-κρατικών υπαλλήλων (π.χ. κατά την κυβερνητική εξουσία του ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του 1980).

Οι ιστορικές συνθήκες και επομένως οι ανάγκες για τη διευρυμένη καπιταλιστική αναπαραγωγή είναι που καθορίζουν την επιλογή χρόνου, τρόπου, μέσων ενσωμάτωσης ορισμένων αποτελεσμάτων της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην αξία και στη τιμή της εργατικής δύναμης. Ο χρόνος ενσωμάτωσης, καθώς και το μέγεθος και οι διακυμάνσεις της τιμής της εργατικής δύναμης γύρω από την αξία της, οι επιλογές κλάδων εργαζομένων για μεγαλύτερες τιμές διακύμανσης, οπωσδήποτε επηρεάζονται από το συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ εργασίας έναντι κεφαλαίου στο επίπεδο του δοσμένου κράτους, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή και διεθνώς. Ο βαθμός οργάνωσης, ενότητας, προσανατολισμού του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος μπορεί να επιδρά και στην προσωρινή παρεμπόδιση ή αναχαίτιση των πολιτικών που εκφράζουν τα γενικά συμφέροντα του κεφαλαίου στις εκάστοτε συγκυρίες, ακόμη να αποσπά και κατακτήσεις.

Ποια, όμως, μπορεί να είναι η έκταση και η σταθερότητα της αναχαίτισης ή κατάκτησης, ιδιαίτερα στη σύγχρονη ιστορική περίοδο του καπιταλισμού, μετά τις τρεις πρώτες μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο δεκαετίες; Στην περίοδο της μακροχρόνιας επιβράδυνσης των καπιταλιστικών ρυθμών ανάπτυξης; Σε ποιο δρόμο, με ποια ευελιξία αιτημάτων και στόχων, διαμόρφωσης συμμαχιών μπορεί να επιτυγχάνεται το αμεσότερο και σταθερότερο αποτέλεσμα; Μήπως το αίτημα-στόχος συσπείρωσης και πολιτικής συμμαχίας για «επανακρατικοποίηση» μιας μεγάλης τράπεζας ή για κρατικό μονοπώλιο στην ενέργεια και στις τηλεπικοινωνίες αποτελεί δρόμο αναχαίτισης των αντιδραστικών σε βάρος της εργασίας συνεπειών των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων αλλά και εφαλτήριο για την κατάκτηση της εξουσίας;

Για να απαντήσουμε, θα πρέπει να επανέρθουμε στην όξυνση της αντίθεσης μεταξύ κοινωνικοποίησης της εργασίας και ατομικής ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της.

Ο νέος βαθμός κοινωνικοποίησης της εργασίας που επιδιώκεται με τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στα πλαίσια της ευρωενωσιακής αγοράς περικλείει ή οδηγεί άμεσα σε αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, στη μείωση του αναγκαίου χρόνου εργασίας. Πώς όμως αντιμετωπίζει αυτή τη δυνατότητα το κεφάλαιο; Σε βάρος της εργασίας, διατηρώντας ή και αυξάνοντας τον πρόσθετο χρόνο εργασίας σε σχέση με τον αναγκαίο. Στην πράξη αυτό προκύπτει με διαφορετικούς τρόπους, όπως με περιορισμό του αριθμού εργαζομένων με ευνοϊκότερες εργασιακές σχέσεις και διεύρυνση του αριθμού εργαζομένων με τις λεγόμενες ευέλικτες, με μείωση του συνολικού αριθμού των εργαζομένων αντί της μείωσης του χρόνου εργασίας για όλους τους εργαζόμενους, με συνδυασμό των παραπάνω περιπτώσεων και άλλων.

Ετσι οι εργαζόμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με το αντιδραστικό στοιχείο της συγκεντροποίησης (συγχώνευσης) αλλά και με τον κίνδυνο αποπροσανατολισμού της δράσης τους. Είναι πολύ εύκολο να αντιδράσουν όπως αντέδρασαν οι εργάτες στην επαναστατικοποίηση των μέσων παραγωγής, στα νέα μηχανήματα της βιομηχανίας πριν κάποιους αιώνες. Στην προκειμένη περίπτωση, οι εργαζόμενοι δε διαμορφώνουν βαθιά και ολοκληρωμένη αντίληψη της νομοτελειακής κίνησης της καπιταλιστικής εξέλιξης, δε συνειδητοποιούν βαθιά ότι αυτή η αντίθεση μπορεί να λυθεί μόνο με την κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων και αναπτυγμένων μέσων παραγωγής, των τραπεζών αλλά σε κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που θα επιβάλουν την ανατροπή, την κατάργηση, την απαγόρευση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας σε αυτά (τα συγκεκριμένα μέσα παραγωγής). Ακόμη και αν συνειδητοποιήσουν την ανάγκη κοινωνικοποίησης, την αντιλαμβάνονται στρεβλά, ως κρατική ιδιοκτησία (π.χ. μια ισχυρή κρατική τράπεζα, όπως υποστηρίζει το ΔΗΚΚΙ) ή και αποκλειστικά κρατική (π.χ. κρατικό μονοπώλιο στην ηλεκτρική ενέργεια) στο οικονομικό έδαφος της μεγάλης καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, των μεγάλων μετοχικών επιχειρήσεων. Οπωσδήποτε, η αντίληψη αυτή εδράζεται σε μια ορισμένη εμπειρία: Στο γεγονός ότι η νέα εξέλιξη, η ιδιωτικοποίηση, διευκολύνει την αστική πολιτική να εφαρμόσει γενικευμένα και θεσμοθετημένα τις νέες εργασιακές σχέσεις που ανταποκρίνονται στο στόχο της έντασης του βαθμού εκμετάλλευσης. Αποδεσμεύουν το δημόσιο, ως συλλογικό καπιταλιστή, από δεσμεύσεις που οδήγησαν σε αύξηση της τιμής της εργατικής δύναμης ή δεσμεύσεις (π.χ. νομιμότητας) που κατοχύρωναν καλύτερους όρους διαπραγμάτευσης των εργαζομένων (π.χ. απεργίες χωρίς τον κίνδυνο της απόλυσης). Ομως ως εμπειρική αντίληψη είναι μονομερής. Δε συνυπολογίζει το στοιχείο της «ευελιξίας» στην άσκηση της αστικής πολιτικής, ευελιξία που υπηρετεί το γενικό συμφέρον του κεφαλαίου, αναλόγως με την ιστορική φάση και τις ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής. Δηλαδή, η μονομέρεια στην αντίληψη πατά και σε θέματα γνώσης και σε ιδεολογικοπολιτικό αποπροσανατολισμό, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται και στρεβλή διάθεση, στάση ζωής, που σε τελευταία ανάλυση εκφράζει το επίπεδο της πολιτικής ταξικής συνείδησης.

Δηλαδή, διαμορφώνεται η διάθεση, στάση υπέρ των κινητοποιήσεων για την «επανακρατικοποίηση», όχι όμως υπέρ ταξικών αγώνων για τη λαϊκή κρατική κοινωνικοποίηση, αίτημα που αναδεικνύει την ανάγκη της λεϊκής εξουσίας και της κοινωνικοποίησης των βασικών μέσων παραγωγής. Οπωσδήποτε είναι διαφορετικός ο «κίνδυνος» της άρχουσας τάξης από τους αγώνες της πρώτης κατηγορίας σε σχέση με της δεύτερης. Σε τελευταία ανάλυση, ακόμη και αν δεν είναι σε φάση επιλογής της εκτεταμένης κρατικής ιδιοκτησίας, δεν κινδυνεύει η οικονομική κυριαρχία του κεφαλαίου και η πολιτική του εξουσία από κάποια καθυστέρηση ή και περιορισμό στην εφαρμογή της πολιτικής των ιδιωτικοποιήσεων. Αντιθέτως, στην περίπτωση των ταξικών αγώνων για λαϊκή κρατική κοινωνικοποίηση προϋποτίθεται ταξική σύγκρουση για ανατροπή τόσο της πολιτικής εξουσίας όσο και της οικονομικής κυριαρχίας του κεφαλαίου. Δηλαδή, ταξικοί αγώνες που οδηγούν σε πλήρη σύγκρουση και ρήξη μέχρι την ανατροπή της παλιάς (ταξικής) εξουσίας και εγκαθίδρυση της νέας. Ο υποκειμενικός παράγοντας είναι καθοριστικός για τη μετατροπή της δυνατότητας (κοινωνική κρατική ιδιοκτησία) σε πραγματικότητα. Είναι η μόνη δυνατότητα απάντησης, από τη σκοπιά των εργατικών συμφερόντων, στις αντεργατικές συνέπειες της νομοτελειακής καπιταλιστικής εξέλιξης. Βεβαίως, η ανάπτυξη του υποκειμενικού παράγοντα, δηλαδή πρώτ’ απ’ όλα του εργατικού κινήματος δεν είναι υπόθεση «μιας ημέρας». Ακόμη περισσότερο, η πορεία ανάπτυξής του (οργανωτική δύναμη, ενότητα, προσανατολισμός, ικανότητα περιφρούρησης των δυνάμεων στις συγκρούσεις, διάθεση για αποφασιστικές συγκρούσεις κλπ.) επιταχύνεται σε συνθήκες πανεθνικής κρίσης. Αποκτά επαναστατικά χαρακτηριστικά μόνο σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης (γενικευμένης απότομης επιδείνωσης, αδυναμίας ελιγμών από την πολιτική εξουσία του κεφαλαίου, αδυναμίας να επηρεάζει μαζικά όχι μόνο πολυπληθή τμήματα της εργατικής τάξης αλλά και καταπιεζόμενα τμήματα των μεσαίων στρωμάτων). Ωστόσο, ο πυρήνας του εργατικού κινήματος που θα μπορέσει να πολλαπλασιαστεί σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης διαμορφώνεται σε σχετικά «ειρηνικές» περιόδους. Και αυτός ο πυρήνας δεν αφορά μόνο τη θεωρητικά και πρακτικά συνειδητή πρωτοπορία του εργατικού κινήματος -στην Ελλάδα το ΚΚΕ - πρέπει να αφορά και σημαντικά τμήματα του συνδικαλιστικού εργατικού κινήματος. Επομένως, είναι ζήτημα ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης με την αστική πολιτική, τις μικροαστικές και οπορτουνιστικές εκφορές της στο κίνημα, αντιπαράθεσης για επικράτηση ως στόχου πάλης της «κρατικής κοινωνικής ιδιοκτησίας με κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής» και όχι της «επανακρατικοποίησης».

Αυτό το αρκετά δύσκολο ζήτημα, δηλαδή να ανακαλύψουμε μέσα από ένα φαινόμενο της οικονομίας το νομοτελειακό στοιχείο της καπιταλιστικής εξέλιξης, να διαχωρίσουμε σ’ αυτή το αντιδραστικό από το προοδευτικό στοιχείο, με βάση αυτή τη γνώση να επεξεργαστούμε τη γραμμή πάλης, αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα λόγω των πρόσφατων εξελίξεων-ιδιωτικοποιήσεων, εξαγορών και συγχωνεύσεων -στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Γι’ αυτό το λόγο μεταφέρουμε εκτεταμένο μέρος από το όσο ποτέ επίκαιρο και ανεπανάληπτο έργο του Κ. Μαρξ, «Το Κεφάλαιο»:

«Το τραπεζικό σύστημα είναι, σύμφωνα με την τυπική οργάνωση και συγκεντροποίηση, όπως ειπώθηκε ήδη το 1697 στο «Some Thoughts of the Interests of England», το πιο τεχνητό και το πιο διαμορφωμένο προϊόν, που μπορεί γενικά να δώσει ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής. Από δω η τεράστια εξουσία ενός ιδρύματος σαν την Τράπεζα της Αγγλίας στο εμπόριο και στη βιομηχανία, παρ’ όλο που η πραγματική κίνησή τους παραμένει εντελώς έξω από τη δική της σφαίρα δραστηριότητας και μένει παθητική απέναντι στην κίνηση αυτή. Είναι αλήθεια ότι με το τραπεζικό σύστημα δίνεται η μορφή μια γενικής λογιστικής και κατανομής των μέσων παραγωγής σε κοινωνική κλίμακα, αλλά πάλι μόνο η μορφή. Εχουμε δει ότι το μέσο κέρδος του κάθε ξεχωριστού κεφαλαιοκράτη, ή κάθε ξεχωριστού κεφαλαίου καθορίζεται όχι από την υπερεργασία, που το κεφάλαιο αυτό ιδιοποιείται από πρώτο χέρι, αλλά από την ποσότητα της συνολικής υπερεργασίας, που ιδιοποιείται το συνολικό κεφάλαιο, και από την οποία το κάθε ξεχωριστό κεφάλαιο παίρνει το μερίδιό του, ανάλογα μόνο με το μέρος του συνολικού κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει. Αυτός ο κοινωνικός χαρακτήρας του κεφαλαίου πετυχαίνεται και πραγματοποιείται πέρα για πέρα μόνο με την πλήρη ανάπτυξη του πιστωτικού και τραπεζικού συστήματος. Από την άλλη μεριά, το σύστημα αυτό εξελίσσεται παραπέρα. Θέτει στη διάθεση των βιομηχάνων και εμπόρων κεφαλαιοκρατών όλο το διαθέσιμο, μαζί και το δυνητικό κεφάλαιο της κοινωνίας, που αδρανεί ακόμα, έτσι που ούτε ο δανειστής αυτού του κεφαλαίου ούτε αυτός που το χρησιμοποιεί είναι οι ιδιοκτήτες ή οι παραγωγείς του. Καταργεί έτσι τον ιδιωτικό χαρακτήρα του κεφαλαίου και περικλείνει έτσι μέσα του, αλλά μόνο μέσα του, την κατάργηση του ίδιου του κεφαλαίου. Με το τραπεζικό σύστημα η κατανομή του κεφαλαίου και σαν ιδιωτική επιχείρηση και σαν κοινωνική λειτουργία αποσπάται από τα χέρια των ιδιωτών κεφαλαιοκρατών και των τοκογλύφων. Η τράπεζα και η Πίστη, όμως γίνονται ταυτόχρονα το πιο ισχυρό μέσο, για να οδηγηθεί η κεφαλαιοκρατική παραγωγή πέρα από τα δικά της όρια και ένας από τους πιο αποτελεσματικούς μοχλούς των κρίσεων και της απάτης.

Το τραπεζικό σύστημα, υποκαθιστώντας το χρήμα με διάφορες μορφές πιστωτικής κυκλοφορίας, δείχνει ακόμα, ότι το χρήμα δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτα άλλο από μια ιδιαίτερη έκφραση του κοινωνικού χαρακτήρα της εργασίας και των προϊόντων της, που, επειδή βρίσκεται σε αντίθεση με τη βάση της ατομικής παραγωγής, οφείλει να εμφανίζεται πάντα σε τελευταία ανάλυση σαν ένα πράγμα, σαν ένα ιδιαίτερο εμπόρευμα δίπλα σε άλλα εμπορεύματα.

Τέλος, δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι το πιστωτικό σύστημα θα χρησιμεύσει σαν ισχυρός μοχλός κατά τη διάρκεια του περάσματος από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής στον τρόπο παραγωγής της συνεταιρισμένης εργασίας, όμως μονάχα σαν ένα στοιχείο σε συνάρτηση με άλλες μεγάλες οργανικές ανατροπές του ίδιου του τρόπου παραγωγής. Αντίθετα, οι αυταπάτες, σχετικά με τη θαυματουργό δύναμη του πιστωτικού και τραπεζικού συστήματος με τη σοσιαλιστική έννοια, απορρέουν από την πλήρη άγνοια του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και του πιστωτικού συστήματος σαν μια από τις μορφές του. Από τη στιγμή που τα μέσα παραγωγής θα έχουν παύσει να μετατρέπονται σε κεφάλαιο (πράγμα που περιλαμβάνει και την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας της γης), η Πίστη σαν τέτια δεν θα έχει πια κανένα νόημα, πράγμα εξάλλου που το κατανόησαν ακόμα και οι σαινσιμονιστές»[4].

 

ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ, ΥΣΤΕΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ

Ο απολογισμός δράσης της ΚΕ και η καθημερινή δουλιά του Κόμματος φέρνει συνεχώς στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της θεωρητικής μας κατάρτισης, της πολιτικής ικανότητας, της αποτελεσματικότητάς μας στην προετοιμασία των κομματικών δυνάμεων για μια σύνθετη δουλιά στο κίνημα, σε δύσκολες συνθήκες συσχετισμού δυνάμεων.

Παρά τα σημαντικά και εμφανή βήματά μας, ιδιαίτερα τα τελευταία 1-2 χρόνια, οι δυσκολίες μας είναι εξίσου σημαντικές. Ορισμένες από αυτές εκδηλώνονται ως προβλήματα αφομοίωσης της θεωρίας και του Προγράμματος του Κόμματος, ως προβλήματα αφομοίωσης των αναλύσεων και εκτιμήσεων του Κόμματος για τις σύγχρονες εξελίξεις. Αλλες πάλι εκδηλώνονται ως προβληματισμοί στη διαδικασία δημιουργικής αφομοίωσης και εφαρμογής του 16ου αλλά και του 15ου Συνεδρίου του Κόμματος.

Η «Απόφαση του 16ου Συνεδρίου του ΚΚΕ για το Αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό δημοκρατικό μέτωπο» αναφέρει:

«Μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό προβάλλει πλέον πιο δυναμικά η εκτίμηση του 15ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, ότι δύο είναι οι δρόμοι που ανοίγονται μπροστά στη χώρα και το λαό: Ο δρόμος της προσαρμογής, της ενσωμάτωσης στην ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων. Δηλαδή ο δρόμος, με την μια ή την μορφή, της μεγαλύτερης και πιο ληστρικής εκμετάλλευσης των εργαζομένων από τη μια μεριά και από την άλλη, ο δρόμος της αντίστασης και της ρήξης με αυτήν την πολιτική. Ο δρόμος της συγκρότησης του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου πάλης, που υπηρετεί τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, των πλατιών λαϊκών στρωμάτων της πόλης και του χωριού, της πλειοψηφίας του λαού. Ο δρόμος που δίνει τη δυνατότητα στο λαό να πάρει στα δικά του χέρια την τύχη του, την πορεία της χώρας, το αύριο των παιδιών του.

Είναι ο δρόμος του αγώνα για την αξιοποίηση των υπαρκτών, αντικειμενικών δυνατοτήτων της χώρας και των πλουτοπαραγωγικών πηγών της, για ριζικά διαφορετική προοπτική για το λαό, για τη λαϊκή εξουσία και τη λαϊκή οικονομία. Ο δρόμος που φέρνει τον ελληνικό στο πλευρό όλων των λαών και δυνάμεων που έχουν συμφέρον να αντιπαλέψουν τα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό σε εθνική και παγκόσμια κλίμακα. Είναι ο δρόμος που δημιουργεί δυνατότητες για τη σοσιαλιστική αναγέννηση της χώρας»[5].

Και παρακάτω: «Προϋπόθεση για την ανάπτυξη της λαϊκής οικονομίας είναι οι πλουτοπαραγωγικές πηγές και τα βασικά και συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής να περάσουν στην ιδιοκτησία της κοινωνίας, να ανατραπεί η οικονομική κυριαρχία των μονοπωλίων, η μεγάλη καπιταλιστική ιδιοκτησία. Ο λαός έχει συμφέρον να αγωνιστεί γι’ αυτό. Γιατί κίνητρο και σκοπός της λαϊκής οικονομίας είναι η ευημερία του λαού, δείκτες της οποίας είναι: Η ανάπτυξη και εφαρμογή των επιστημονικοτεχνικών επιτευγμάτων προς όφελος των εργαζομένων. Το επίπεδο εκπαίδευσης και επαγγελματικής ειδίκευσης, το επίπεδο της υγείας και πολιτιστικής ανάπτυξης, του μη εργάσιμου χρόνου και του τρόπου αξιοποίησής του, της προστασίας του κοινωνικού και φυσικού περιβάλλοντος. Η με όρους ισοτιμίας πρόσβαση στην κοινωνική εργασία κάθε ικανού και ικανής προς εργασία αποτελεί θεμέλιο της λαϊκής οικονομίας, βασική υποχρέωση και έκφραση της λαϊκής εξουσίας»[6].

Και στη συνέχεια:

«Κοινωνικές, οικονομικές προτάσεις και προγράμματα ριζικής διεξόδου σε όφελος του λαού χωρίς πολιτική πρόταση στο επίπεδο της εξουσίας δεν υπάρχουν. Η αναγκαιότητα της λαϊκής οικονομίας θα προχωρήσει στη ζωή στο βαθμό που ο λαός με τη θέλησή του και τον αγώνα του επιβάλλει ριζικές ανατροπές στο επίπεδο της εξουσίας»[7].

«Το ΚΚΕ υποστηρίζει ότι λαϊκή εξουσία είναι η σοσιαλιστική εξουσία. Αυτή μπορεί να αντιμετωπίσει και να απαλλάξει το λαό από τα δεσμά των μονοπωλίων, της ιμπεριαλιστικής καταπίεσης και εξάρτησης. Δεν θεωρούμε όμως αυτή τη θέση ως όρο για τη συγκρότηση του Μετώπου, αφού αυτό δεν θα συγκροτηθεί στη βάση της συμφωνίας για το σοσιαλισμό. Η κάθε δύναμη του Μετώπου θα διατηρεί τη δική της αντίληψη για το χαρακτήρα της εξουσίας»[8].

Νομίζουμε, λοιπόν, ότι προγραμματικά το ζήτημα είναι καθαρά τοποθετημένο.

Η ευελιξία του ΚΚΕ στα θέματα της αντίληψης των συμμάχων για το βάθος και την έκταση της ταξικής πάλης, που θα οδηγήσει στην (επαναστατική για το ΚΚΕ) κατάκτηση της εξουσίας, δεν αναιρεί την κατεύθυνση της προγραμματικής συμμαχικής συμφωνίας. Δεν την υποβιβάζει στα προγραμματικά πλαίσια υπεράσπισης μιας προηγούμενης φάσης πολιτικής διαχείρισης του καπιταλισμού.

Οταν, όμως, δεν υφίσταται ζήτημα κομματικής διαφωνίας, πού οφείλονται προβληματισμοί που ενδεχομένως περικλείουν και κάποιες συγχύσεις;

Κατά τη γνώμη μας, οι αιτίες είναι και γνωσιοθεωρητικού χαρακτήρα αλλά και δυσκολιών, αδυναμιών στην επεξεργασία της γραμμής για αυτοτελή ιδεολογική και πολιτική δράση των κομμουνιστών αλλά και ανάλογη μέσα στα κινήματα, τις συσπειρώσεις, τα μέτωπα πάλης.

Ως προς την πρώτη κατηγορία αιτιών θα λέγαμε ότι υπάρχουν σοβαρά κενά στη γνώση των ιστορικών συνθηκών και των αναγκαιοτήτων για τη διευρυμένη καπιταλιστική αναπαραγωγή που διαμόρφωσαν και οδήγησαν στην επικράτηση της μιας ή της άλλης μορφής αστικής πολιτικής διαχείρισης. Ετσι, οι όροι πώλησης της εργατικής δύναμης (ύψος μισθών, ωράριο και άλλες κατακτήσεις κατοχυρωμένες σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας, όροι συνταξιοδότησης) θεωρούνται ως αποτέλεσμα μιας ορισμένης μορφής της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, αυτής του κρατικού μονοπωλίου, την οποία θεωρούμε ότι επέβαλε η ταξική πάλη. Η πίεση, λοιπόν, εκδηλώνεται με τη μορφή της ενδιάμεσης πολιτικής, των ενδιάμεσων στόχων πάλης μεταξύ της (νεο)φιλελεύθερης αστικής πολιτικής και της πολιτικής της λαϊκής εξουσίας. Το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης ανάπτυξης του καπιταλισμού, π.χ. μεταπολεμικά στην Ελλάδα, και η έκφρασή του στο βιοτικό επίπεδο των μισθωτών ταυτίζεται με ορισμένες μεσοπρόθεσμες αλλαγές πολιτικής διαχείρισης (π.χ. διεύρυνση του κρατικού παραγωγικού τομέα).

Το πρόβλημα αυτό αναδεικνύει την ελλειπή εσωκομματική ιδεολογική δουλιά, την αδυναμία να ιδεολογικοποιείται η καθοδηγητική δουλιά σε όλους της τους κρίκους. Ο πρόσφατος κύκλος συζήτησης στα καθοδηγητικά όργανα και στις κομματικές οργανώσεις αναδεικνύει την πλούσια θετική πείρα αλλά και τις σε έκταση αδυναμίες μας. Για παράδειγμα, δε συζητιέται διεξοδικά, δεν αναδεικνύεται η δυσκολία, ίσως και η ιδεολογικοπολιτική ανεπάρκεια, που μας οδηγούν σε άμβλυνση απέναντι στις (νεο)κεϋνσιανές αστικές πολιτικές. Δεν αναδεικνύονται όλοι οι παράγοντες, οι δυσκολίες αλλά και οι δυνατότητες προκειμένου να επιλεγούν στόχοι πάλης οι οποίοι θα συνδέονται και με τους στόχους προοπτικής. Αδυνατίζει η παρέμβασή μας στην ιδεολογικοπολιτική πάλη μέσα στο κίνημα, οδηγούμαστε σε αυτοπεριορισμό των κομμουνιστών χωρίς να διευκολύνεται ουσιαστικά η κοινή δράση με δυνάμεις άλλου πολιτικοϊδεολογικού προσανατολισμού.

Ως προς τη δεύτερη κατηγορία, υπάρχουν προβλήματα ενότητας αλλά και διαχωρισμού της αυτοτελούς ιδεολογικοπολιτικής δράσης του Κόμματος και της δράσης του στα κινήματα, τις συσπειρώσεις, στα μέτωπα πάλης.

Να επανέλθουμε στο παράδειγμα των ιδιωτικοποιήσεων:

Το ΚΚΕ αντιπάλεψε τις ιδιωτικοποιήσεις με τη μεγαλύτερη συνέπεια, αφού ανέδειξε τη σχέση τους και με την επιλογή ένταξης στην ΕΕ και αντιπάλεψε και αυτή την επιλογή. Αυτό σημαίνει ότι πήρε μέρος, αλλού ανέπτυξε πρωτοβουλία για εργατικές κινητοποιήσεις. Οι κομματικές μας δυνάμεις είχαν το ενδιαφέρον, την αγωνία να επιτύχουν τη μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση δυνάμεων, ανεξαρτήτως του βαθμού συνειδητοποίησης. Ωστόσο, επεξεργασία στόχων πάλης, τακτικής στη συσπείρωση εργατικών και λαϊκών δυνάμεων δε σημαίνει υιοθέτηση του πολιτικού στόχου, όπως τον αντιλαμβάνονται λιγότερο συνειδητοποιημένες δυνάμεις στο κίνημα. Αυτές, για παράδειγμα, που θέλουν κοινωνική και πολιτική συσπείρωση με στόχο την επανακρατικοποίηση του αεροδρομίου των Σπάτων ή της ΔΕΗ, χωρίς να θέτουν ζήτημα ρήξης με τα μονοπώλια. Πέραν του ουτοπικού χαρακτήρα της πολιτικής αντίληψης για εκτεταμένο κρατικό μονοπώλιο σε σημαντικούς βιομηχανικούς κλάδους, με βάση τις μετά το 1971-73 μακρόχρονες συνθήκες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, οφείλουμε να βγάλουμε συνολικότερα συμπεράσματα για τα αποτελέσματα άσκησης μιας τέτιας πολιτικής. Να αναδεικνύουμε τις συνέπειες στην οργάνωση, διάθεση, στάση ζωής ακόμη και απέναντι στη συνδικαλιστική πάλη - όχι μόνο στη συνείδηση - και επομένως στην έλλειψη μέσων και ετοιμότητας για την υπεράσπιση και όσων κατακτήθηκαν.

Ισως προκύψει το ερώτημα: Και πώς θα τοποθετηθούμε μέσα στο κίνημα στο αίτημα της «επανακρατικοποίησης» ή στην υπεράσπιση του καμποτάζ απέναντι στην απελευθέρωση των ακτοπλοϊκών μεταφορών; Μήπως βάζοντας το στρατηγικό στόχο του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό ή έστω την πολιτική προγραμματική αντίληψη για λαϊκή οικονομία/λαϊκή εξουσία; Και αν ναι, δεν αποτελεί μετάθεση στο μέλλον των δυνατοτήτων μιας πιο άμεσης συσπείρωσης, συμμαχίας, διεξόδου;

Αν και το ερώτημα εν μέρει παραπέμπει σε συγχύσεις στις οποίες ήδη αναφερθήκαμε, υπάρχει και η πλευρά της επεξεργασίας των αιτημάτων - κρίκων στη σύνδεση της καθημερινής πάλης με τη στρατηγική, αλλά και βαθύτερης αφομοίωσης προγραμματικών ζητημάτων.

Για παράδειγμα, το στόχο διεκδίκησης/συσπείρωσης για «σωτηρία της ΔΕΗ» στην απελευθερωμένη αγορά ενέργειας, για «επανακρατικοποίηση» της Εθνικής Τράπεζας ή του ΟΤΕ ή των Ναυπηγείων ή για υπεράσπιση του καμποτάζ τον αντιμετωπίζουμε με συνέπεια αφ’ ενός συμμετέχοντας στους αγώνες εναντίον της ιδιωτικοποίησης, αφ’ ετέρου ζυμώνοντας στο κίνημα το στόχο της αποκλειστικής κρατικής κοινωνικής ιδιοκτησίας ταυτόχρονα στην ενέργεια, στις τηλεπικοινωνίες, στις αναπτυγμένες μαζικές μεταφορές, στις τράπεζες, στις μεγάλες επιχειρήσεις της βιομηχανίας. Αυτό σημαίνει αναβάθμιση του ιδεολογικοπολιτικού αγώνα μέσα στο κίνημα.

Επιδιώκουμε να συνδεθεί ο στόχος - αίτημα για αποκλειστικά δημόσια κρατική κοινωνική ιδιοκτησία στην ενέργεια με το στόχο για αποκλειστικά δημόσια παιδεία, για ενιαία δημόσια δωρεάν υγεία. Αντί της περιορισμένης πάλης για διατήρηση του καμποτάζ προβάλλουμε το αίτημα για εθνικά προστατευμένη κρατική κοινωνική ιδιοκτησία στην ακτοπλοϊα. Πρωτοστατούμε, συμμετέχουμε ή διευκολύνουμε μια συσπείρωση που παλεύει εναντίον των απολύσεων, υπέρ της επιδότησης των ανέργων κλπ. αλλά δεν εξαντλούμε τις πρωτοβουλίες δράσης σε αυτά. Δεν υποβιβάζουμε τις πρωτοβουλίες για μέτωπα πάλης αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού χαρακτήρα, έτσι ώστε και οι πιο αμυντικές διεκδικήσεις και συσπειρώσεις να αποκτούν μια προοπτική.

Βεβαίως ο δρόμος αυτός δε συγκεκριμενοποιείται μέσα από ένα ή πολλά άρθρα. Συγκεκριμενοποιείται με τον ολόπλευρο προβληματισμό, σε όλα τα επίπεδα, για τα ζητήματα της καθημερινής πολιτικής δουλιάς. Παίζει όμως το ρόλο της η ανάπτυξη της ικανότητάς μας να είμαστε προσηλωμένοι σ’ αυτό το δρόμο.

Ο δρόμος αυτός δεν είναι εύκολος, αλλά ούτε και μαξιμαλιστικός. Θέτει τις διεκδικήσεις σε ρεαλιστικές διαστάσεις γιατί τις συνδέει με προϋποθέσεις ανάπτυξης του ίδιου του υποκειμενικού παράγοντα που θα οδηγήσουν στις ανάλογες πολιτικές προϋποθέσεις. Αυτός ο δρόμος δεν ταυτίζεται εκ προοιμίου με όλο το ζήτημα της πάλης για την εξουσία, είναι όμως δίοδος για την ανάπτυξη του αντιιμπεριαλιστικού, αντιμονοπωλιακού μετώπου.

Μόνο σε αυτό το δρόμο μπορεί το εργατικό κίνημα να διατηρεί ή να αποσπά κατακτήσεις, όπως για περιορισμούς στη διαμόρφωση τιμολογίων στην λαϊκή κατανάλωση ενέργειας, εισιτηρίων μεταφοράς, αύξηση μισθών κλπ.

Με βάση την επιλογή ενός στόχου μπορεί να γίνει μια συσπείρωση πιο άμεσης ή επίκαιρης αντίδρασης ή σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου. Η μια δε σημαίνει ότι εκ προοιμίου έρχεται σε αντιπαράθεση με την άλλη συσπείρωση, αλλά έχει διαφορετική βαρύτητα και προοπτική. Παραδείγματος χάριν, στα ζητήματα της ειρήνης και του πολέμου μπορούν να υπάρχουν πιο σταθερές συσπειρώσεις, με αντιΝΑΤΟϊκούς στόχους, (έξοδος από το ΝΑΤΟ κλπ.), μπορούν να υπάρχουν και πιο άμεσες/επίκαιρες όπως για μη συμμετοχή σε μια συγκεκριμένη ΝΑΤΟϊκή στρατιωτική επέμβαση, μη χρησιμοποίηση βάσεων, διαδρόμων, εναντίωση στην εμπλοκή του ελληνικού λαού κλπ. Το ένα δεν έρχεται σε αντίθεση με το άλλο, αλλά στη δεύτερη περίπτωση ή θα ενταχτούν προοπτικά στη βαθύτερη, αντιιμπεριαλιστικού χαρακτήρα συσπείρωση ή, θα αποδυναμωθούν έως διαλυθούν.

Υπάρχει, λοιπόν, ζήτημα επιλογής αιτημάτων-στόχων πάλης που προωθούν όχι μια ευκαιριακή συγκέντρωση δυνάμεων αλλά ανεβάζουν το επίπεδο οργάνωσης και συνείδησης των μαζών.

Το ζήτημα λοιπόν της επιλογής των αιτημάτων/στόχων πάλης που να μην εξαντλούνται στις συγκυριακές επιλογές διαχείρισης του συστήματος, αλλά να συνδέουν ένα άμεσα επιδιωκόμενο αποτέλεσμα με την ανάπτυξη της συνείδησης και στάσης για την προοπτική, δε σημαίνει μονοκόμματη μεταφορά των στρατηγικών στόχων σε όλο το φάσμα των συσπειρώσεων.

Αλλά και η ιδεολογικοπολιτική διαπάλη μέσα στο κίνημα, στις συσπειρώσεις δε συνεπάγεται ταύτιση της συσπείρωσης με το στόχο του σοσιαλισμού ή και της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Αλλωστε, αν πάρουμε υπ’ όψη μας και την ιστορική πείρα, η επιλογή της χρονικής περιόδου για την επανάσταση (ως απόλυτα συνειδητή και σχεδιασμένη ενέργεια) αφορά το Κόμμα και όχι γενικά τις μάζες ή και άλλες σύμμαχες πολιτικές δυνάμεις. Το Κόμμα, ο πολιτικός φορέας της επανάστασης, επιστημονικά συνεκτιμά την ύπαρξη και το επίπεδο ωρίμανσης των προϋποθέσεων για την επανάσταση, με εξέχουσα θέση το επίπεδο οργάνωσης, ετοιμότητας, διάθεσης των μαζών. Η ανάπτυξη, η κλιμάκωση της επανάστασης γίνεται με συγκεκριμένους στόχους, ακόμη και η τελική εξέγερση επικεντρώνεται σε στόχο ολικής σύγκρουσης, ρήξης και ανατροπής και όχι ως αφηρημένο σύνθημα για την επανάσταση, σε συνθήκες όχι μόνο επαναστατικής κατάστασης αλλά και επιλογής της πιο ευνοϊκής της στιγμής.

 

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Είναι βέβαιο ότι ένα άρθρο μπορεί εν μέρει να γενικεύσει περισσότερο ή λιγότερο επιτυχώς πλευρές της καθημερινής πάλης του Κόμματος σε όλα τα επίπεδα. Δεν υπάρχει, όμως, περίπτωση να αποδώσει τη συνθετότητα, την ποικιλία και πολυμορφία με την οποία συναντάται το κομματικό δυναμικό στην πραγματικότητα της καθημερινής πάλης.

Σκοπός του άρθρου ήταν απλώς και μόνο να ερεθίσει τη σκέψη, να προκαλέσει το κίνητρο μελέτης (και όχι ενός διαβάσματος) αποφάσεων και προγραμματικών κειμένων του Κόμματος, σε συνδυασμό με τη μελέτη των θεμελειακών έργων της επαναστατικής μας θεωρίας. Να υπογραμμίσει ότι η πείρα, τα προβλήματα από τη καθημερινή πάλη, σ’ όλους τους κρίκους της καθοδηγητικής δουλιάς πρέπει να συζητούνται και να φωτίζονται με το φακό του Προγράμματος και της θεωρίας μας. Τα στελέχη που έχουν καταμεριστεί στους τομείς επεξεργασίας των θέσεων θα πρέπει άμεσα να αποκτούν αντίληψη των προβλημάτων της καθημερινής πάλης και να επιχειρούν να ενσωματώνουν την πείρα στην εκλαΐκευση των θέσεων και αντιστρόφως: Οι κομματικές ομάδες συνδικαλιστών, τα καθοδηγητικά όργανα των οργανώσεων, κυρίως στην παραγωγή, να δουλεύουν ερευνητικά, ιδεολογικά. Πρόκειται για ζήτημα ποιότητας της καθοδήγησης, που είναι και το ζητούμενο.



Η Ελένη Μπέλλου είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνη του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ

[1] Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ: «Για τον απολογισμό δράσης της ΚΕ, συμπεράσματα από τη δράση του Κόμματος, τις κατευθύνσεις και τον προγραμματισμό δουλιάς το επόμενο διάστημα». Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τεύχος 5, 2001, σελ. 142, 146.

[2] Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ: «Για τον απολογισμό δράσης της ΚΕ, συμπεράσματα από τη δράση του Κόμματος, τις κατευθύνσεις και τον προγραμματισμό δουλιάς το επόμενο διάστημα». Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τεύχος 5, 2001, σελ. 142-143.

[3] Προκειμένου για την Ελλάδα, αξίζει να δώσουμε ορισμένα στοιχεία: Κατά την περίοδο 1960-1972, ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ ήταν 7,7% (με υπολογισμούς του ΑΕΠ σε τιμές και ισοτιμίες δολαρίου του 1985), ρυθμός από τους μεγαλύτερους διεθνώς και πολύ λίγο υπολειπόμενος εκείνου (9,8%) της Ιαπωνίας. Είχε προηγηθεί μέση ετήσια μεταβολή του ΑΕΠ κατά 8,3% κατά την οκταετία 1949-1956. Χαρακτηριστική είναι και η μέση ετήσια μεταβολή ΑΕΠ (μετρήσεις σε τιμές 1970) στη μεταποίηση με 9,3% για τη χρονική περίδο 1957-1972 (με 7,6% για 1957-1964 και 11,0% για 1965-1972). Είναι δε θεαματική η μείωση της συμμετοχής του πρωτογενούς τομέα στο ΑΕΠ (το 1957 30,3% ενώ το 1972 μόνο 18,4%) και της αύξησης της συμμετοχής της δευτερογενούς παραγωγής (το1957 20,4% και το 1972 με 32,1%), με την μεγαλύτερη άνοδο της συμμετοχής οφειλόμενη στην άνοδο της μεταποίησης (το 1957 13,1%, το 1972 19,4%). Κατά τη χρονική περίοδο 1949-1973 δεν παρουσιάστηκε αρνητική μεταβολή του ΑΕΠ και μόνο σε δύο έτη στασιμότητα (0,3% το 1952 και 0,6% το 1962), ενώ στην επόμενη χρονική περίοδο 1974-1995, εκτός από τους χαμηλότερους θετικούς ρυθμούς μεταβολής του ΑΕΠ, σε τέσσερα έτη αρνητική η μεταβολή (-1,8 το 1974, -0,5 το 1987, -3,5 το 1990, -0,5 το 1993) και σε άλλα τέσσερα κάτω του 1% (0,2 το 1981, 0,6 το 1982, 0,4 το 1983, 0,8 το 1992). Πηγή: Κωνσταντίνος Δρακάτος, Ο μεγάλος κύκλος της ελληνικής οικονομίας (1945-1995), εκδόσεις Παπαζήση 1997.

Αν παρακολουθήσουμε αντιστοίχως την εξέλιξη των μισθών, θα γίνει απολύτως κατανοητή η με χρονική υστέρηση ενσωμάτωση των αποτελεσμάτων της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην αξία της εργατικής δύναμης. Ορισμένα στοιχεία της διαχρονικής εξέλιξης (1958-1981) του ποσοστού υπεραξίας μπορεί να βρει ο αναγνώστης στο αντίστοιχο κεφάλαιο της μελέτης του ΚΜΕ, Η καπιταλιστική εκμετάλλευση στην Ελλάδα, Σύγχρονη Εποχή, 1984, σελ. 242-248.

Επίσης η έκδοση του ΙΝΕ «Η ελληνική οικονομία και απασχόληση», Ετήσια Εκθεση 2001, σελ. 76, δίνει στοιχεία απόκλισης της διαχρονικής εξέλιξης (1981-1999) μεταξύ παραγωγικότητας της εργασίας και μέσων πραγματικών αποδοχών, σε βάρος των δεύτερων.

[4] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος τρίτος, σελ. 757-758.

[5] Απόφαση του 16ου Συνεδρίου: «Για τα αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό δημοκρατικό μέτωπο πάλης». Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τεύχος 1, 2001, σελ. 12-13.

[6] Απόφαση του 16ου Συνεδρίου: «Για το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό δημοκρατικό μέτωπο πάλης». Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τεύχος 1, 2001, σελ. 15.

[7] Απόφαση του 16ου Συνεδρίου: «Για το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό δημοκρατικό μέτωπο πάλης». Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τεύχος 1, 2001, σελ. 18-19.

[8] Απόφαση του 16ου Συνεδρίου: «Για το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό δημοκρατικό μέτωπο πάλης». Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τεύχος 1, 2001, σελ. 20.