ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Οι μεγάλοι αγώνες της εργατικής τάξης, του εργαζόμενου λαού γενικότερα, για την Κοινωνική Ασφάλιση και άλλα προβλήματα, το προηγούμενο διάστημα, καθώς και η αντιπαράθεση στα πλαίσια του εργατικού κινήματος για τον προσανατολισμό και την προοπτική του, έφεραν στο επίκεντρο των συζητήσεων ανάμεσα σ’ άλλα και το πολύ σημαντικό θέμα του επιπέδου και του εύρους των αιτημάτων που πρέπει να θέτει στους αγώνες της η εργατική τάξη.

Ακούγονται απόψεις ότι πρέπει να τίθενται περιορισμένα αιτήματα, να γίνεται αγώνας «αμυντικός», ώστε να περιορίζονται οι απώλειες από την επίθεση του κεφαλαίου. Οτι το επίπεδο των αιτημάτων πρέπει να είναι τέτιο ώστε να επιτυγχάνεται ευρύτερη συστράτευση δυνάμεων. Οτι κριτήριο σε τελική ανάλυση είναι ο συσχετισμός δύναμης και αυτός σήμερα είναι δυσχερής για τους εργαζόμενους.

Τα τελευταία χρόνια ο πήχης των διεκδικήσεων της εργατικής τάξης είναι ιδιαίτερα χαμηλός. Είναι επίσης γνωστές οι αιτίες γι’ αυτό. Η κυριαρχία και η εξάπλωση των αντιλήψεων της ταξικής συνεργασίας, του διαλόγου και της συνεννόησης μεταξύ των «κοινωνικών εταίρων» σε αντιπαράθεση με τις κινητοποιήσεις και την ταξική πάλη, του κοινού συμφέροντος εργαζομένων και εργοδότη για την πορεία της επιχείρησης και της οικονομίας γενικότερα. Συνέβαλε σ’ αυτό η συνεχής μείωση των δυνάμεων του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, ο αρνητικός συσχετισμός σε βάρος των ταξικών δυνάμεων στα πλαίσια του, οι ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις σε συνδυασμό με την τακτική της πλειοψηφίας τους.

Η εισήγηση της ΚΕ στο 16ο Συνέδριο αναφέρει: «Είναι γνωστοί οι λόγοι που οδηγούν τους εργαζόμενους να διεκδικούν περιορισμένα και αμυντικά αιτήματα σε σύγκριση με αιτήματα που είχαν προβληθεί και ωριμάσει πριν από 10 και 15 χρόνια.

Αδύνατα διεκδικούνται και σπάνια προβάλλονται: προβλήματα υγιεινής και ασφάλειας, αν και είμαστε μια χώρα με ρεκόρ εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών, αιτήματα δημοκρατίας στους χώρους δουλιάς, αιτήματα για ισότιμη μεταχείριση και χειραφέτηση των γυναικών, ώριμα αιτήματα για τη μόρφωση των παιδιών των εργαζομένων, για σύγχρονες δωρεάν παροχές υγείας, για την προστασία του περιβάλλοντος. Ακόμα και οι οικονομικές διεκδικήσεις κινούνται σε πολύ χαμηλό επίπεδο απαιτήσεων.

Αυτό όμως δε σημαίνει απαλλαγή από την υποχρέωση να προβάλλονται οι σύγχρονες ανάγκες των εργαζομένων, οι δυνατότητες που υπάρχουν να ζήσουν καλύτερα, οι πραγματικές αιτίες που τους καταδικάζουν σε οπισθοδρόμηση από άποψη συνθηκών ζωής και εργασίας».

Προσπάθειες που γίνονται κατά διαστήματα -είναι αλήθεια όχι όσο πρέπει επίμονες- να προβληθούν από τα συνδικάτα, μαζί με τις μισθολογικές διεκδικήσεις και αιτήματα που αφορούν την παιδεία, την υγεία, άλλα δικαιώματα δεν έχουν ουσιαστικά αποτέλεσμα. Και αυτό δεν εξηγείται τόσο από το δύσκολο συσχετισμό όσο από μια ριζωμένη αντίληψη στα συνδικάτα ότι τα αιτήματα αυτά είναι έξω από το περιεχόμενο των διεκδικήσεων, δεν είναι θέματα του συνδικαλιστικού κινήματος. Αυτή όμως η αντίληψη δεν είναι σωστή.

 

ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Είναι γνωστό από την πολιτική οικονομία ότι η αύξηση της αξίας, η αύξηση του κεφαλαίου δε συντελείται στη σφαίρα της κυκλοφορίας, στη διαδικασία της ανταλλαγής, αλλά μέσα στη διαδικασία της παραγωγής.

Μέσα στην παραγωγική διαδικασία οι εργάτες δουλεύουν τα υλικά, τις πρώτες ύλες, χρησιμοποιούν τις μηχανές και τις εγκαταστάσεις, καταναλώνουν δηλαδή το σταθερό κεφάλαιο και την εργατική δύναμη (μεταβλητό κεφάλαιο) και δημιουργούν τα προϊόντα τα οποία περιέχουν αξία μεγαλύτερη από αυτή που κατανάλωσαν.

Η εργατική δύναμη, το σύνολο των σωματικών και πνευματικών ικανοτήτων του εργάτη που αγοράζει ο καπιταλιστής έχει την ικανότητα να αυξάνει το κεφάλαιο, να γεννάει περισσότερο κεφάλαιο. Κανένα άλλο εμπόρευμα δεν έχει αυτή την ικανότητα. Ολες οι αξίες, όλα τα αγαθά, ο πλούτος είναι δημιούργημα του εργαζόμενου ανθρώπου.

Ο Κ. Μαρξ σημειώνει: «Για να μπορεί ο κάτοχος του χρήματος να βγάζει αξία από την κατανάλωση έπρεπε να είναι τόσο τυχερός ώστε να ανακαλύψει μέσα στην σφαίρα της κυκλοφορίας, στην αγορά, ένα εμπόρευμα που η ίδια η αξία του χρήσης να χει την ιδιόμορφη ιδιότητα να είναι πηγή αξίας, που η ίδια η πραγματική του κατανάλωση να είναι αντικειμενοποίηση της εργασίας, και επομένως προτσές δημιουργίας νέας αξίας. Και ο κάτοχος του χρήματος βρίσκει στην αγορά ένα τέτιο εμπόρευμα, την ικανότητα για εργασία, την εργατική δύναμη».

Στα πλαίσια της επιχείρησης, του κλάδου και συνολικά της εθνικής οικονομίας, στην αξία των παραγομένων προϊόντων (Α) περιέχεται η αξία των μέσων παραγωγής που καταναλώθηκαν (Σ), η οποία μεταφέρεται αναλλοίωτη σ’ αυτά, καθώς και μια νέα αξία (Μ+Υ) που αποτελείται από την αναπαραγμένη αξία της εργατικής δύναμης (Μ) που καταναλώθηκε (δηλαδή το Μ είναι νέα αξία, αλλά όχι παραπάνω αξία από αυτή που υπήρχε πριν τη διαδικασία παραγωγής), καθώς και την υπεραξία, (είναι η επιπλέον αξία που παράγεται) που η εργασία δημιούργησε και την οποία καρπώνεται ο επιχειρηματίας (Α=Σ+[Μ+Υ]).

Γι’ αυτό το μέγεθος [Μ+Υ], τη νέα αξία, γίνεται λόγος. Αυτή η νέα αξία είναι που θα κατανεμηθεί μεταξύ του καπιταλιστή και των εργαζομένων. Γύρω από την κατανομή της νέας αξίας διεξάγεται μια μεγάλη διαπάλη μεταξύ της εργατικής τάξης και της αστικής, που πολλές φορές παίρνει οξύτατο χαρακτήρα. Από τη μια ο καπιταλιστής ο μεμονωμένος ή συνολικά η αστική τάξη και το κράτος της και από την άλλη οι εργαζόμενοι μέσα από τα συνδικάτα. Πρόκειται γι’ αυτό που προσδιορίζουμε ως οικονομικό επίπεδο της ταξικής πάλης η οποία ως γνωστό διεξάγεται σε τρία αλληλοσυνδεόμενα επίπεδα ή μορφές: οικονομικό, πολιτικό, ιδεολογικό. Συγκρούεται από τη μια η αστική τάξη με τα δικαιώματα που της δίνει η ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και από την άλλη η εργατική τάξη ως ο παραγωγός του πλούτου που διεκδικεί τουλάχιστον συνολικά την αξία της εργατικής δύναμης στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος.

Η αστική τάξη όπως λέει ο Μαρξ «με το τυφλό πάθος της και με την πείνα δράκου για υπερεργασία σπάει όχι μόνο τα ηθικά μα και τα ανώτατα φυσικά όρια της εργάσιμης μέρας. Σφετερίζεται τον χρόνο που είναι απαραίτητος για την ανάπτυξη, την εξέλιξη και την διατήρηση της υγείας του σώματος. Ο χρόνος για την μόρφωση του ανθρώπου, για την πνευματική του ανάπτυξη, για την εκπλήρωση των κοινωνικών λειτουργιών, για την κοινωνική συναναστροφή, για το ελεύθερο παιχνίδι φυσικών και πνευματικών δυνάμεων όλα αυτά για την αστική τάξη είναι καθαρή ανοησία»[1].

Η εργατική τάξη δίνει τον αγώνα της για να εξασφαλίσει ανθρώπινες συνθήκες ζωής, διαβίωσης, μόρφωσης, να πάρει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος από τον πλούτο που παρήγαγε.

Η ένταση της ταξικής πάλης, όπως τη διαμορφώνει ο συσχετισμός δυνάμεων στη συγκεκριμένη στιγμή, η δύναμη του συνδικαλιστικού κινήματος, ο ταξικός προσανατολισμός του είναι ο παράγοντας εκείνος που θα κρίνει που θα γείρει η ζυγαριά, τι μέρος της νέας αξίας θα αποσπάσει η εργατική τάξη σαν πληρωμή της αξίας της εργατικής δύναμης ανάμεσα σε ένα ανώτατο και ένα κατώτατο όριο όπως θα αναφέρουμε στη συνέχεια.

Οπως όλα τα εμπορεύματα η εργατική δύναμη έχει και αυτή μια αξία. Ο μισθός του εργάτη είναι η χρηματική έκφραση της αξίας της εργατικής δύναμης. Η αξία αυτή καθορίζεται από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή του συνόλου των αγαθών που είναι απαραίτητα για την παραγωγή και την αναπαραγωγή της.

Στον πρώτο τόμο του κεφαλαίου ο Κ. Μαρξ σημειώνει:

«Το ποσό των μέσων συντήρησης πρέπει να επαρκεί το εργαζόμενο άτομο στην φυσιολογική κατάσταση της ζωής του. Οι ίδιες οι φυσικές ανάγκες, όπως η τροφή, ο ιματισμός, η θέρμανση, η κατοικία κλπ. διαφέρουν ανάλογα με την κλιματικές και άλλες φυσικές ιδιομορφίες μιας χώρας.

Από την άλλη η ίδια η έκταση των λεγόμενων απαραίτητων αναγκών, όπως και ο τρόπος της ικανοποίησης τους είναι ιστορικό προϊόν και για αυτό εξαρτάται κατά ένα μεγάλο μέρος από την βαθμίδα του πολιτισμού μιας χώρας και ανάμεσα στ’ άλλα ουσιαστικά από το μέσα σε ποιες συνθήκες και επομένως με τι συνήθειες και απαιτήσεις της ζωής σχηματίστηκε η τάξη των ελεύθερων εργατών.

Ετσι αντίθετα από τα άλλα εμπορεύματα, ο καθορισμός της αξίας της εργατικής δύναμης, περιέχει ένα ιστορικό και ηθικό στοιχείο. Ωστόσο για μια ορισμένη χώρα και για μια ορισμένη περίοδο είναι δοσμένο το μέσο σύνολο των αναγκαίων μέσων συντήρησης»[2].

Η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζεται από τα εξής στοιχεία:

Την αξία των αγαθών για να διατηρηθεί ο εργαζόμενος όχι απλά στη ζωή, αλλά σε κατάσταση που να μπορεί να διαθέτει την εργατική του δύναμη. Στο μέγεθος της αξίας αυτής επιδρούν οι συνθήκες στις οποίες ζει ο άνθρωπος, το πολιτιστικό και γενικότερα το επίπεδο ανάπτυξης της συγκεκριμένης χώρας και κοινωνίας, οι συνήθειες και οι απαιτήσεις.

Την αξία των αγαθών για την επιβίωση και την ανάπτυξη της οικογένειας του, να γεννηθούν και να μεγαλώσουν τα παιδιά του, αυτοί δηλαδή που θα πάρουν την θέση του όταν ο ίδιος φύγει από την παραγωγή.

Το κόστος της μόρφωσης, της εκπαίδευσης, της εξειδίκευσης του εργάτη και των παιδιών του, στοιχείο που το υπαγορεύουν οι ανάγκες της παραγωγής, το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, της οργάνωσης της παραγωγής και γενικότερα της οικονομίας.

Η αξία της εργατικής δύναμης δεν είναι ένα σταθερό μέγεθος. Κυμαίνεται. Οι καπιταλιστές έχουν σαν μόνιμη επιδίωξή τους να αυξήσουν την υπεραξία, μειώνοντας το μισθό, άρα μειώνοντας την αξία της εργατικής δύναμης όσο το δυνατόν περισσότερο. Αυτή η αυξομείωση της αξίας της εργατικής δύναμης έχει και τα όριά της. Προς τα κάτω το όριο είναι η επιβίωση του εργάτη και η δυνατότητά του να εργάζεται. Κάτω από το όριο αυτό απειλείται η ύπαρξή του και η δυνατότητα να παράγει υπεραξία. Αυτό το κατώτερο όριο, το φυσικό κατώτερο όριο συμπίπτει με την απόσπαση της μέγιστης υπεραξίας. Αν η τιμή της εργατικής δύναμης πέσει σ’ αυτό το ελάχιστο όριο, τότε πέφτει κάτω από την αξία της, γιατί έτσι μπορεί να συντηρείται και να αναπτύσσεται μόνο σε φθίνουσα μορφή. Ομως η αξία ενός εμπορεύματος καθορίζεται από το χρόνο εργασίας που απαιτείται για να προσφέρεται σε κανονική ποιότητα[3].

Η εργατική τάξη όμως αντιδρά, αγωνίζεται, διεκδικεί. Πολλές φορές κερδίζει αυξήσεις και μάλιστα σημαντικές, έχει κατακτήσεις, μπορεί να φτάσει την αξία της εργατικής δύναμης στα ανώτατα όριά της. Αυτά τα ανώτατα όρια συμπίπτουν με την απόκτηση από τους καπιταλιστές της χαμηλότερης υπεραξίας.

Και σε αυτή όμως την περίπτωση ικανοποιούνται οι απαραίτητες ανάγκες για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης ως αντικείμενο εκμετάλλευσης. Καθόλου δεν ταυτίζεται η κάλυψη της αξίας της εργατικής δύναμης με την κάλυψη των συνολικών αναγκών των εργαζομένων. Οι συνολικές ανάγκες είναι πολύ μεγαλύτερες. Εξαρτώνται από το επίπεδο ανάπτυξης της κοινωνίας, τις δυνατότητες που υπάρχουν. Ακόμα και στην περίπτωση που ο μισθός ανταποκρίνεται στην ανώτατη δυνατή αξία της εργατικής δύναμης στις δοσμένες συνθήκες αυξάνεται «η εξαθλίωση με την κοινωνική έννοια, με την έννοια της αναντιστοιχίας ανάμεσα στο ανερχόμενο επίπεδο των αναγκών της αστικής τάξης και των αναγκών ολόκληρης της κοινωνίας από το ένα μέρος και στο βιοτικό επίπεδο των εργαζόμενων μαζών από το άλλο»[4]. Το ποσοστό των εργαζομένων στο εθνικό προϊόν μειώνεται, παρά το γεγονός ότι μπορεί οι αποδοχές τους να αυξάνουν σχετικά με προηγούμενες περιόδους. Η ολοκληρωμένη ικανοποίηση των αναγκών των εργαζομένων σχετίζεται με τη δυνατότητα να εξουσιάσουν αυτοί τα αποτελέσματα του μόχθου τους, με την κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, θα γίνει στο σοσιαλισμό.

Τα ανώτατα όρια που πληρώνεται η εργατική δύναμη δεν μπορεί να υπερβαίνουν και μάλιστα για πολύ καιρό το όριο εκείνο που θα έθετε σε κίνδυνο τα κέρδη, την ίδια την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, του μεμονωμένου επιχειρηματία και συνολικότερα της τάξης των επιχειρηματιών, του ίδιου του συστήματος. Οπως σημειώνει ο Μαρξ: «... ο νόμος της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης ... εκφράζει στην πραγματικότητα μόνο ότι η φύση της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης αποκλείει κάθε ελάττωση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργασίας ή κάθε αύξηση της τιμής της εργασίας, που θα μπορούσε να απειλήσει σοβαρά τη διαρκή αναπαραγωγή της σχέσης του κεφαλαίου και την αναπαραγωγή της σε διαρκώς διευρυνόμενη κλίμακα»[5].

Για να απειληθεί η ίδια η αναπαραγωγή και η σταθερότητα του συστήματος δε φτάνει μόνο ο οικονομικός αγώνας. Χρειάζεται το πολιτικό υποκείμενο και η δράση του, να πείσει και να συσπειρώσει τις λαϊκές μάζες για τα γενικά συμφέροντά τους, ώστε το σύστημα να απειληθεί και να ανατραπεί. Ο οικονομικός όμως αγώνας της εργατικής τάξης, ο αγώνας για μισθολογικές αυξήσεις, για οικονομικές κατακτήσεις και για δικαιώματα, έχει μεγάλη σημασία. Εφόσον υπάρχει σωστή ιδεολογικοπολιτική παρέμβαση των κομμουνιστών, συμβάλλει στην αγωνιστική διαπαιδαγώγηση της εργατική τάξης, τη βοηθάει να συνειδητοποιεί τη δύναμη και τις δυνατότητές της αλλά και τα ίδια τα όρια αυτής της μορφής πάλης. Στο βαθμό που η πάλη για τα επιμέρους, η πάλη για τις οικονομικές διεκδικήσεις εντάσσεται στη γενικότερη πάλη για βαθιές αλλαγές σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, τότε διαμορφώνονται προϋποθέσεις για την ικανοποίηση αναγκών, αλλά και για την οριστική απαλλαγή των εργαζομένων από τον καπιταλιστικό ζυγό.

Στις σημερινές συνθήκες η ανάπτυξη των αγώνων για την αντιστοίχηση των μισθών με την αξία της εργατικής δύναμης εξακολουθεί να έχει μεγάλη σημασία για τον πρόσθετο λόγο ότι η γενικευμένη επίθεση στις αποδοχές και τις κατακτήσεις της εργατικής τάξης τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μετά το 1985 με το πρώτο σταθεροποιητικό πρόγραμμα του κ. Σημίτη, έχει περιορίσει τις αποδοχές σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Εκτεταμένα τμήματα της εργατικής τάξης, νέοι, χαμηλόμισθοι, γυναίκες, απασχολούμενοι με ελαστικές μορφές τείνουν όλο και πιο πολύ προς τα κατώτερα επίπεδα της αξίας της εργατικής δύναμης και τα φαινόμενα απόλυτης εξαθλίωσης πολλαπλασιάζονται. Πολύ περισσότερο υποφέρουν οι άνεργοι και ιδίως οι μακροχρόνια άνεργοι. Η αστική τάξη έχει πάρει πίσω σημαντικές κατακτήσεις. Η υψηλή ανεργία συμπιέζει τις αποδοχές σε πολύ χαμηλά επίπεδα.

Η αξία όμως της εργατικής δύναμης δεν εκφράζεται μόνο στις αποδοχές και το ύψος τους σε κάθε συγκεκριμένη φάση. Εκτός από το μέρος εκείνο που το παίρνουν οι εργαζόμενοι ως καθαρό μισθό στο χέρι υπάρχει και εκείνο το μέρος που τους δίνεται με τη μορφή διαφόρων «παροχών», που η κατάκτησή τους απαίτησε πολύχρονους αγώνες και αιματηρούς πολλές φορές. Αυτό το μέρος σήμερα δέχεται και τη μεγαλύτερη επίθεση από το κεφάλαιο και το κράτος του. Η αντιπαράθεση του ενός στο άλλο, η προσπάθεια για διεκδίκηση μόνο μισθολογικών αυξήσεων χωρίς παράλληλα να μπαίνουν με την ίδια ένταση αιτήματα και να αναπτύσσονται αγώνες για την προάσπιση κοινωνικών παροχών που σήμερα είναι στο στόχαστρο, είναι σοβαρό πρόβλημα.

Ο στενός τρόπος που κατανοούν αυτό το ζήτημα σήμερα ακόμη και ταξικά συνδικάτα δίνει μια εξήγηση χωρίς και να εξαντλεί το πρόβλημα, γιατί αιτήματα που αφορούν στην παιδεία, υγεία, ασφαλιστικά, συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας δεν είναι στο κέντρο των διεκδικήσεών τους.

 

ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΚΑΙ Η ΠΑΛΗ ΤΩΝ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ

Η στενότητα στην επεξεργασία, προβολή και διεκδίκηση αιτημάτων με βάση τις συνολικές ανάγκες της εργατικής οικογένειας έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο να αδυνατίζει η πάλη για την πληρωμή της αξίας της εργατικής δύναμης, αλλά και να περιορίζεται συνολικά ο ορίζοντας διεκδικήσεων της εργατικής τάξης για την ικανοποίηση των αναγκών της, που όπως προαναφέραμε υπερβαίνουν σε κάθε περίπτωση την αξία της εργατικής δύναμης. Ετσι αδυνατίζουν και οι προϋποθέσεις για την ταξική συνειδητοποίηση, για να κατανοείται στην πορεία της πάλης ο θεμελιακός όρος ικανοποίησης των αναγκών, η ανατροπή των εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής και η σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Η γκάμα των υλικών αγαθών που είναι απαραίτητα για τη διαβίωση σήμερα είναι πολύ μεγαλύτερη από ό,τι πριν 20 ή 30 χρόνια. Είδη που ήταν πολυτελείας τότε, σήμερα είναι πρώτης ανάγκης και μάλιστα με μια απαίτηση για αντικατάστασή τους τακτικά, ανάλογα με την εξέλιξη της τεχνολογίας τους και τις «σύγχρονες απαιτήσεις».

Η εντατικοποίηση της παραγωγής, η χρήση νέων τεχνολογιών, οι αυξημένες απαιτήσεις από τον εργαζόμενο δημιουργούν μεγάλη ψυχική και νευρική ένταση. Η μεγάλη ένταση και η ανασφάλεια, το καθημερινό άγχος από τα εκρηκτικά προβλήματα και τα αδιέξοδα που συνεχώς μεγαλώνουν, αυξάνουν κατακόρυφα τις νευρολογικές και ψυχικές νόσους. Μέσα σε ένα χρόνο, από το 1999 στο 2000 η κατανάλωση φαρμάκων που αφορούν στο νευρικό σύστημα αυξήθηκε κατά 24% και το 25% αυτών των δαπανών είναι για αντικαταθλιπτικά. Η ανάγκη της ξεκούρασης, των διακοπών, της αυξημένης άδειας είναι σήμερα πολύ μεγαλύτερη. Η αύξηση του καθημερινού χρόνου ξεκούρασης απαιτεί τη μείωση του ημερήσιου χρόνου απασχόλησης. Το αίτημα για 35ωρο (30ωρο για τα βαριά και ανθυγιεινά) είναι επιτακτικό και εφικτό, λόγω της μεγάλης αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας. Η μείωση του χρόνου συνταξιοδότησης απαντάει στην ένταση που προκαλούν οι σύγχρονες εργασιακές σχέσεις που επιβάλλει το κεφάλαιο και οδηγούν στη γρήγορη φθορά της εργατικής δύναμης, αλλά επίσης ανταποκρίνεται στο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

Οι ανάγκες για τη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής υγείας των εργαζομένων μεγαλώνουν καθημερινά. Απαιτείται ένα σύγχρονο σύστημα υγείας δωρεάν και δημόσιο στην υπηρεσία της εργατικής τάξης και του λαού. Αντί γι’ αυτό στο σύστημα υγείας προωθούνται βαθιές αντιλαϊκές αλλαγές που ατομικοποιούν τις ανάγκες αυτές, ανατρέποντας το δημόσιο χαρακτήρα και μεταφέροντας ένα μεγάλο κομμάτι της δαπάνης από τον κρατικό προϋπολογισμό άμεσα στις τσέπες των εργαζομένων. Με βάση στοιχεία από πρόσφατη μελέτη από ομάδα με επικεφαλής τον κοσμήτορα της Εθνικής σχολής υγείας Γ. Κυριόπουλο φαίνεται καθαρά ότι τα μισά χρήματα που ξοδεύονται κάθε χρόνο για την υγεία στη χώρα βγαίνουν κατευθείαν από τις τσέπες των εργαζόμενων. Το 2000 η ιδιωτική δαπάνη για την υγεία ανήλθε σε 1,7 τρισ. δρχ. που αντιστοιχεί στο 42,66% των συνολικών δαπανών υγείας. Η μελέτη επισημαίνει ότι το ποσοστό των ιδιωτικών δαπανών σημειώνει κατακόρυφη άνοδο. Ενώ το 1990 ήταν 37,3% του συνολικού κόστους, το 2000 ανήλθε στο 42,66% ως συνέπεια των αντιδραστικών αλλαγών στην υγεία. Η διαφημισμένη δωρεάν περίθαλψη κοστίζει 160 χιλ. στον κάθε πολίτη κατά μέσο όρο το χρόνο. Επίσης πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ διαπιστώνει ότι τα τελευταία τρία χρόνια οι ιδιωτικές δαπάνες για την προμήθεια των απαραίτητων φαρμάκων από 123,1 δισ. δρχ. έφτασε στα 241,7 δις δηλ. σχεδόν διπλασιάστηκαν, σαν αποτέλεσμα της λίστας που επιβλήθηκε και των υπόλοιπων αντιλαϊκών μέτρων.

Η ανάπτυξη των επιστημών και της τεχνικής, η μεγάλη συσσώρευση ανθρώπινης γνώσης πολλαπλασιάζει γρήγορα τις μορφωτικές ανάγκες των λαϊκών στρωμάτων. Είναι φανερό ότι σε αυτές τις ανάγκες δεν ανταποκρινόταν ούτε το προηγούμενο εκπαιδευτικό σύστημα ούτε αυτό που διαμορφώνει η κυβέρνηση με τη συνεχιζόμενη αντιεκπαιδευτική μεταρρύθμιση, που τα αποτελέσματά της είναι ήδη σ’ ένα βαθμό ορατά. Μένοντας μόνο στο οικονομικό μέρος η «δωρεάν παιδεία» με τους πιο μέτριους υπολογισμούς κοστίζει στην ελληνική οικογένεια για τη φοίτηση των παιδιών της σε Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο περισσότερα από 800 δισ. δρχ. το χρόνο[6]. Και το ποσό αυτό σταθερά θα μεγαλώνει. Ακόμη και από στενά οικονομική άποψη φαίνεται καθαρά ότι η πάλη για σύγχρονο, δωρεάν, υποχρεωτικό σχολείο που θα παρέχει ολοκληρωμένη μόρφωση με βάση τις σύγχρονες δυνατότητες και απαιτήσεις έχει τεράστια σημασία. Ο εργαζόμενος διεκδικεί με μεγάλους αγώνες αυξήσεις στις αποδοχές του, ενώ χάνει πολλαπλάσια από την αφαίρεση τρισεκατομμυρίων μέσω των αντιδραστικών αλλαγών στην παιδεία και την υγεία. Η απόκρουση ή ο περιορισμός αυτών των αλλαγών και των επιπτώσεων τους θα ανακούφιζε οικονομικά περισσότερο από όποιες μισθολογικές αυξήσεις.

Ομως και το περιεχόμενο της μάθησης και το αντίκρισμά της σε γνώσεις είναι πολύ χαμηλό. Οδηγούν τη μεγάλη πλειοψηφία των παιδιών της εργατικής τάξης στην αμορφωσιά και στο περιθώριο. Στην εποχή της έκρηξης της γνώσης, των πληροφοριών και των δυνατοτήτων που διαμορφώνουν, αντί να τίθενται στην υπηρεσία του λαού, ένα μεγάλο μέρος νέων εξωθείται έξω από το σχολείο και δεν ολοκληρώνει την υποχρεωτική εκπαίδευση (περίπου 20%), δηλαδή στην ουσία είναι αναλφάβητο ή με ελάχιστη γνώση, ένα άλλο μέρος το 50% των μαθητών σήμερα φοιτά στα ΤΕΕ με τις γνωστές συνθήκες, ενώ και τα Γενικά Λύκεια, αλλά και οι σπουδές στα Πανεπιστήμια είναι εξαιρετικά υποβαθμισμένες.

Η πάλη για 12χρονο σύγχρονο, δημόσιο, δωρεάν, υποχρεωτικό σχολείο, καθώς και σύγχρονες Πανεπιστημιακές σπουδές με παράλληλη κατάργηση της Ιδιωτικής παιδείας, η πάλη για υψηλού επιπέδου ιατρική περίθαλψη για όλο το λαό με κατάργηση του Ιδιωτικού τομέα στην υγεία και την περίθαλψη αποτελεί επιτακτική ανάγκη, προτεραιότητα για την εργατική τάξη και το συνδικαλιστικό κίνημα της.

Οι συνθήκες στις μεγάλες πόλεις, με τη μεγάλη συγκέντρωση πληθυσμού, θέτουν επιτακτικά το πρόβλημα των σύγχρονων μέσων μαζικής μεταφοράς επιδοτούμενων από το κράτος. Θέτουν επιτακτικά το πρόβλημα της σύγχρονης κατοικίας που να επιτρέπει άνετη και αξιοπρεπή διαβίωση.

Η τεράστια καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των δασών, η ρύπανση της ατμόσφαιρας, η μόλυνση της θάλασσας, των λιμνών και των ποταμών απαιτούν μέτρα για την προστασία τους, για την προστασία της δημόσιας υγείας, συστήματα παραγωγής που να σέβονται και να μη ρυπαίνουν το περιβάλλον.

Η αντιμετώπιση της μάστιγας των ναρκωτικών, ο ελεύθερος χρόνος και η δημιουργική αξιοποίησή του, η ανάπτυξη του αθλητισμού που θα συσπειρώσει τους νέους και θα δώσει διέξοδο στα ενδιαφέροντά τους είναι ζητήματα που αθροίζονται στις σύγχρονες ανάγκες.

Οι ταχύτατες εξελίξεις, ο όγκος των πληροφοριών και της ενημέρωσης, η ανάπτυξη των μέσων μαζικής ενημέρωσης θέτουν το πρόβλημα της ολοκληρωμένης και αντικειμενικής ενημέρωσης, με προγράμματα ποιότητας, πολιτιστικά αναβαθμισμένα, πολιτική πληροφόρηση σφαιρική, αντικειμενική και ολοκληρωμένη, άρα θέτουν το πρόβλημα της αποδέσμευσής τους από το μεγάλο κεφάλαιο, τη διαχείρισή τους από τους εργαζόμενους, σε πρώτη φάση τουλάχιστον την απαλλαγή από την υποκουλτούρα και διεκδίκηση ουσιαστικών βελτιώσεων.

Πρόκειται για τεράστιες ανάγκες. Μαζί με τις μισθολογικές αυξήσεις, τη διεκδίκηση σύγχρονου προοδευτικού κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος και δίπλα σ’ αυτά, πρέπει να πάρουν τη θέση που τους αρμόζει, να διεκδικηθούν αιτήματα για το σύνολο των αναγκών του λαού και της νεολαίας που θα αντανακλούν τις σημερινές δυνατότητες που δίνει η κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη.

Δεν αναφερόμαστε στο παρόν άρθρο στην πάλη ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και για τα δημοκρατικά δικαιώματα ως περιεχόμενο, της πάλης των συνδικάτων, όχι γιατί τα θεωρούμε δευτερεύοντα αντίθετα είναι τα πρωταρχικά, αλλά γιατί έχει γίνει αναλυτική αναφορά στην αρθρογραφία στα κομματικά έντυπα και τα συνδικάτα έχουν κάνει τελευταία αρκετά βήματα συμβολής ιδιαίτερα στο αντιπολεμικό μέτωπο.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Στη σημερινή φάση, ενώ οι ανάγκες αυξάνουν συνεχώς, ο καπιταλισμός στην προσπάθεια αναδιάρθρωσής του με τη νεοφιλελεύθερη πολιτική που αντιστοιχεί σ’ αυτήν, προκειμένου να απαντήσει στις δυσκολίες αναπαραγωγής του κεφαλαίου και τις ανάγκες του ανταγωνισμού προχωρεί στην αντίθετη κατεύθυνση. Δεν τις αντιμετωπίζει και επιδιώκει την κατεδάφιση όλων των κατακτήσεων. Επιχειρεί το ξεπέρασμα των προβλημάτων του μέσω της απόσπασης μεγαλύτερης υπεραξίας, περιορίζοντας το εργατικό κόστος, δηλαδή μειώνοντας την τιμή και την αξία της εργατικής δύναμης. Αυτό φανερώνει ότι περιορίστηκαν ουσιαστικά τα όριά του για την ικανοποίηση έστω σ’ ένα βαθμό των λαϊκών αναγκών, οι δυνατότητές του για ελιγμούς. Δείχνει τον απάνθρωπο χαρακτήρα του.

Δείχνει ότι στο σημερινό επίπεδο ανάπτυξης οι ανάγκες των εργαζομένων είναι σε απόλυτη αντίθεση με την ατομική καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και την ιδιοποίηση του αποτελέσματος της εργασίας εκατομμυρίων εργαζομένων. Η κατάργηση της ατομικής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας είναι επιτακτική όσο ποτέ και η δυνατότητα να πειστεί και να αγωνιστεί γι’ αυτό η εργατική τάξη και συνολικά οι εργαζόμενοι είναι μεγαλύτερη όσο ποτέ πριν.

Με βάση όλα τα παραπάνω καταλήγουμε στα εξής:

Το πλαίσιο των διεκδικήσεων της εργατικής τάξης και του συνδικαλιστικού της κινήματος, το επίπεδο των αιτημάτων, δεν μπορεί να υποτάσσεται στις ανάγκες και την τακτική διαμόρφωσης συμμαχιών από την άρχουσα τάξη και τις πολιτικές δυνάμεις της για να προωθήσουν την πολιτική τους. Ούτε στα εσωκομματικά σχέδια και τις αντιπαραθέσεις του ΠΑΣΟΚ ή τις αντιπολιτευτικές ανάγκες της ΝΔ και τις επιλογές και τα κεντροαριστερά σχέδια της ηγεσίας του ΣΥΝ.

Η δουλιά των κομμουνιστών πρέπει να συμβάλλει αποφασιστικά, ώστε το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα να θέτει αιτήματα με βάση τα πραγματικά συμφέροντα της εργατικής τάξης, όχι μόνο να διεκδικεί ολοκληρωμένα την αξία της εργατικής δύναμης, αλλά παραπέρα να προβάλλει και να διεκδικεί την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών επιβίωσης και ανάπτυξής της. Να διεκδικεί και προβάλλει συνολικά το πλαίσιο των αιτημάτων της, αποκρούοντας τάσεις συμβιβασμού, υποβάθμισης της πάλης και υποταγής του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, θεωρίες για κοινωνική ειρήνη, για κοινούς διάλογους, κατά των απεργιών και των αγώνων γενικότερα, για διετείς συλλογικές συμβάσεις που οδηγούν το κίνημα στον εκφυλισμό και την υπονόμευση. Αλλο πράγμα είναι ότι η εργατική τάξη, προωθώντας τη διαμόρφωση συμμαχιών της με άλλα στρώματα, δίνει σ’ αυτή ή την άλλη φάση προτεραιότητα στο ένα ή το άλλο αίτημα, χαράσσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την τακτική της, αξιοποιεί τη συγκυρία και τις δυνατότητες που εμφανίζονται κάθε φορά και άλλο η ηθελημένη παραίτηση από την προβολή του συνόλου των ζωτικών διεκδικήσεων και των προβλημάτων της, η παραίτηση από τα γενικά της συμφέροντα και η υποταγή της στο κεφάλαιο.

Μόνο μια τέτια πάλη μπορεί από τη μια να πετύχει το μέγιστο δυνατό στις σημερινές συνθήκες και από την άλλη, το σημαντικότερο, να συμβάλλει στην ταξική συνειδητοποίηση και οργάνωση, στη δημιουργία προϋποθέσεων για την οικοδόμηση του Μετώπου για τη λαϊκή οικονομία και τη λαϊκή εξουσία.



Ο Γεράσιμος Αραβανής είναι μέλος της Γραμματείας της ΚΕ του ΚΚΕ.

[1] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τ. 1, σελ. 277.

[2] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, τ. 1, σελ. 184

[3] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, τ. 1, σελ. 185.

[4] Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 4, σελ. 212.

[5] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, τ. 1, σελ. 643.

[6] Εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», Σεπτέμβρης 2001.