Βιβλιοπαρουσίαση - Αποστόλη Χαρίση: «ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ»

Αποστόλη Χαρίση: «ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ»

Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2001

Για ορισμένα θέματα υπάρχουν μεγάλα κενά στη βιβλιογραφία. Κενά με την έννοια ότι η υπαρκτή βιβλιογραφία είναι εξαιρετικά μονόπλευρη. Αυτό συμβαίνει ασφαλώς με το θέμα της θρησκευτικής συνείδησης και με τη θρησκεία γενικότερα, με τη θρησκεία σε σύνδεση με την πολιτική ειδικότερα. Η θρησκευτική συνείδηση, η εκκλησία, αλλά και η επίδρασή τους στην κοινωνική, πολιτική και ιδεολογική ζωή, βρίσκονται με αυξημένη ένταση στο προσκήνιο της δημοσιότητας, ιδιαίτερα με αφορμή το ζήτημα της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Πολλές φορές οι αφορμές, που από μόνες τους είναι ασήμαντες, χρησιμοποιούνται για την αναμόχλευση παθών και φανατισμών και λειτουργούν, με αυτό τον τρόπο, σαν βαρόμετρο της θρησκευτικής θερμοκρασίας μιας κοινωνίας.

Το κύριο όμως που προκύπτει, είναι η έλλειψη μιας σοβαρής και χωρίς πάθος και σκοπιμότητα προσέγγισης. Το βιβλίο του Αποστόλη Χαρίση, «Θρησκεία και Πολιτική στην Ελλάδα», έρχεται με αυτή την έννοια να συμπληρώσει ένα κενό. Ο συγγραφέας, συνειδητοποιώντας την ευθύνη και τη μεγάλη δυσκολία του εγχειρήματός του, γράφει στον πρόλογο: «Είναι φανερό ότι στις σημερινές συνθήκες είναι δύσκολο να καλυφτούν ταυτόχρονα και πλήρως όλες αυτές οι απαιτήσεις (επιστημονικότητα και άμεση πολιτική δραστικότητα) στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας. Γι’ αυτό και ευθύς εξαρχής ο προσανατολισμός ήταν η συγκεκριμένη εργασία να μην αποτελεί πρωτότυπη επιστημονική έρευνα, αλλά μια συμβολή στην προσπάθεια για να τεθεί κατ’ αρχήν το ζήτημα της σχέσης θρησκείας και πολιτικής σήμερα, επιστημονικά και πρακτικά-πολιτικά ταυτόχρονα, με δεσπόζουσα ωστόσο τη δεύτερη πλευρά» (σελ. 14).

Δικαιολογημένα, πιστεύουμε, αφιερώνεται το πρώτο κεφάλαιο στην εμφάνιση και την ιστορική εξέλιξη της θρησκείας, καθώς και στο χριστιανικό μονοθεϊσμό και την οριστική διαμόρφωσή του στην ύστερη Αρχαιότητα. Επίσης πραγματεύεται την ιστορική πορεία της ορθοδοξίας και μάλιστα με τη μόνη μέθοδο ανάλυσης, που είναι σε θέση να αποκαλύψει την αληθινή ιστορική διαδρομή αυτού του πιο επίμονου στοιχείου της κοινωνικής συνείδησης, που ονομάζεται θρησκευτική.

Το φαινόμενο της θρησκευτικής συνείδησης φωτίζεται από την υλιστική-ιστορική σκοπιά, δηλαδή εξετάζεται συνδεδεμένα με τη βαθμίδα ανάπτυξης των κοινωνικών σχέσεων σε κάθε φάση, από την πιο πρωτόγονη μέχρι την πιο εξελιγμένη. Για παράδειγμα, βλέπουμε πως ο χριστιανισμός εμφανίστηκε στη φάση διάλυσης της δουλοκτητικής κοινωνίας, των δουλοκτητικών σχέσεων παραγωγής. Τονίζεται και ο διαταξικός χαρακτήρας του, και το γιατί από θρησκευτικό κίνημα των καταπιεσμένων εξελίχτηκε σε θρησκεία, που διαδόθηκε σε όλες τις τάξεις της κοινωνίας.

Το πρώτο κεφάλαιο κλείνει με τις εξελίξεις στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και του νεοελληνικού κράτους, με την Ορθοδοξία, το Διαφωτισμό και την εθνική συνείδηση.

Ο συγγραφέας, στο δεύτερο κεφάλαιο, στέκεται εκτενώς στις πλευρές της θρησκευτικής ψυχολογίας και σε αυτό το κεφάλαιο ακριβώς γίνεται κατανοητό γιατί τόσο επίμονα μπόρεσε να επιβιώσει η θρησκευτική συνείδηση. Σε μια ανάπτυξη περί παρηγοριάς και κάθαρσης γίνεται σαφές, με ποιο τρόπο οι θρησκείες πάντα απευθύνονται επιτυχώς σε βασικές ψυχικές-συναισθηματικές ανάγκες των ανθρώπων.

«Η ιστορία της κοινωνικής συνείδησης και του ψυχισμού της ανθρωπότητας έχει εξελιχτεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε για τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού ο τρόπος ικανοποίησης αυτών των αναγκών περνούσε μέσα από τη θρησκεία. Ιδιαίτερα στο πλαίσιο των μεγάλων παγκόσμιων θρησκειών, όλες αυτές οι ανάγκες που τις κωδικοποιούμε κάτω από την έννοια της θρησκευτικής παρηγοριάς, ικανοποιούνται σχεδόν αποκλειστικά μέσω σχέσεων που διαμεσολαβούνται από τη θρησκεία, με αποτέλεσμα, ακόμα και στην καθημερινή μας σκέψη, να τις κατανοούμε μερικές φορές ως θρησκευτικές ανάγκες. Σε αυτό συμβάλλει και η ίδια η ύπαρξη των σύγχρονων θρησκευτικών οργανώσεων και συνείδησης που αναπαράγει συνεχώς τη θρησκευτική κατανόηση αναγκών που σήμερα δεν έχουν άμεση σχέση με τη θρησκεία ούτε μπορούν να ικανοποιηθούν πλέον μέσω αυτής, όπως γινόταν παλιότερα» (σελ.111).

Σε αυτό το κεφάλαιο, το οποίο κλείνει με πτυχές της θρησκευτικής ιδεολογίας της ορθοδοξίας, βρίσκουμε επίσης μια πολύ ενδιαφέρουσα ανάπτυξη πλευρών της διαμόρφωσης της θρησκευτικής προσωπικότητας.

Το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου εισάγει τον αναγνώστη σε θέματα που «καίνε»

περισσότερο την κοινή γνώμη και που «σερβίρονται» ιδιαίτερα ελλιπώς ή και στρεβλωμένα. Ξεκινώντας από τη λεγόμενη «επιστροφή του θεού», ο συγγραφέας σκιαγραφεί πρώτα τις κοινωνικές συνθήκες των δεκαετιών 1960-70, στις οποίες συντελέστηκε πρώτα μια υποχώρηση της παραδοσιακής μορφής της κοινωνικής και θρησκευτικής συνείδησης.

Στο φόντο των κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών καταστάσεων -η γνωστή «κοινωνία της ευημερίας» στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες με τη συνεπακόλουθη ενίσχυση των αστικοδημοκρατικών θεσμών εκεί, την έντονη ανάπτυξη των σοσιαλιστικών χωρών και τη διεθνή επιρροή τους, την εμφάνιση δεκάδων νεοαπελευθερωμένων ανεξάρτητων κρατών σαν αποτέλεσμα της αντιαποικιοκρατικής πάλης - οι εκκλησιαστικές και θρησκευτικές οργανώσεις έκαναν προσπάθειες προσαρμογής τους σε αυτές τις αλλαγές και άρχισαν να δίνουν βάρος στο κοινωνικό και φιλειρηνικό έργο. «Ο επίσημος «ιδεολογικοποιημένος» χριστιανισμός και «νεοευσεβισμός» ήταν μια απόπειρα απάντησης στην υπαρκτή και εκδηλωμένη στους κόλπους της εκκλησίας απαίτηση για εκδημοκρατισμό, στροφή στον εργαζόμενο άνθρωπο και τα προβλήματά του, για πρακτική συνεισφορά της εκκλησίας και των θρησκευτικών οργανώσεων στη βελτίωση της κοινωνίας, στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου, στην καταπολέμηση των κοινωνικών προβλημάτων, της φτώχειας και της πείνας στις αναπτυσσόμενες χώρες, του πολέμου, του φασισμού κλπ. Ουσιαστικά, αυτή η στροφή στην κοινωνική συνείδηση (και στη θρησκευτική), καθώς και η συνεπακόλουθη αλλαγή τακτικής των θρησκευτικών οργανώσεων (...) οφειλόταν στις συνθήκες της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης-εκβιομηχάνισης και στη γενική βελτίωση του διεθνή συσχετισμού ισχύος υπέρ των δυνάμεων του σοσιαλισμού και των αντιιμπεριαλιστικών κινημάτων» (σελ.173-174).

Η κοινωνική-πολιτική-ιδεολογική ριζοσπαστικοποίηση δεν μπορούσε παρά να εκφραστεί στο θρησκευτικό εποικοδόμημα, όπως και έγινε, και αυτή την εξέλιξη μπορούμε να την παρακολουθήσουμε σύντομα και γλαφυρά στο βιβλίο αυτό.

Με το ξεκίνημα της νεοσυντηρητικής πολιτικής στα μέσα περίπου της δεκαετίας του '70, αρχίζει η αντεπίθεση (κατ’ αρχήν στις ΗΠΑ και στη Μ. Βρετανία και πολύ αργότερα στην Ελλάδα) και μαζί της «επέστρεψε και ο Θεός».

Για την αναβίωση αυτή, αλλά και για τις έννοιες του φονταμενταλισμού και του εθνικισμού ο αναγνώστης θα βρει μια σε βάθος ανάπτυξη στο πρώτο μέρος του τρίτου κεφαλαίου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός, ότι ο συγγραφέας εξετάζει τα φαινόμενα αυτά της λεγόμενης αναβίωσης θρησκευτικών φονταμενταλισμών ή, τουλάχιστο, θρησκευτικών διαθέσεων, όχι μόνο στις ισλαμικές χώρες, όπου συνήθως τα εντοπίζουν, αλλά και στις καπιταλιστικές και στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, ξεκαθαρίζοντας με τις πλατιά διαδεδομένα εσφαλμένες απόψεις.

Το πρόβλημα «Ανατολής-Δύσης» και της ορθοδοξίας είναι άλλο ένα από τα κεντρικά ζητήματα, που πραγματεύεται ο συγγραφέας στο τρίτο κεφάλαιο, παρ’ όλο που «θα έλεγε κανείς ότι το ζήτημα αυτό στην Ελλάδα έχει λυθεί από την Επανάσταση του 1821, που ήταν μια εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση και όχι ένας θρησκευτικός πόλεμος, καθώς και από την κατοπινή εξέλιξη της χώρας. Ωστόσο, το θέμα του προσδιορισμού της ελληνικής κοινωνίας με άξονα το δίπολο «Ανατολή-Δύση» επιστρέφει συνεχώς και αυτό είναι ενδεικτικό για το πολιτικό και το πνευματικό - ιδεολογικό κλίμα στη σημερινή Ελλάδα και στον κόσμο συνολικότερα. Συνιστά επίσης σαφώς και εκδήλωση της «πανουργίας του λόγου» ή της «ειρωνείας της ιστορίας», αφού το σύνθημα «ανήκομεν εις την Δύσιν» αποτελεί το δόγμα των κυρίαρχων τάξεων και αντιλήψεων στην Ελλάδα τα τελευταία 100 χρόνια τουλάχιστον» (σελ.201).

Ακολουθεί το ζήτημα του χωρισμού της εκκλησίας από το κράτος στην Ελλάδα, στο οποίο αναλύονται η ιστορία και οι σημερινές διευθετήσεις της αστικής εκκοσμίκευσης και το οποίο μας οδηγεί στην ανάλυση της ελληνορθόδοξης πολιτικής ιδεολογίας, των κοινωνικών τάξεων και του πολιτικού συστήματος στη σημερινή Ελλάδα.

Στο τελευταίο μέρος του τρίτου κεφαλαίου ο συγγραφέας μπαίνει σύντομα και

συμπερασματικά στο «ψητό», μιλώντας για μαρξισμό, σοσιαλισμό, επιστημονικό αθεϊσμό και θρησκεία. Η στάση του κομμουνιστικού κινήματος απέναντι στη θρησκεία και την εκκλησία αποτέλεσε στο παρελθόν, αλλά και τώρα πηγή αντικομμουνιστικής προπαγάνδας. Ποτέ όμως δεν πρέσβευε η μαρξιστική κοσμοθεωρία το κλείσιμο εκκλησιών ή την απαγόρευση άσκησης θρησκευτικής λειτουργίας. Δε χώριζε ποτέ τους εργαζόμενους σε θρησκευόμενους και μη, κάνοντας τις ανάλογες διακρίσεις. Αυτό, θα το ήθελαν οι ιδεολογικοί αντίπαλοι του μαρξισμού και του σοσιαλισμού-κομμουνισμού για να πιάσει τόπο η λασπολογία τους. Αντίθετα, κυρίαρχο στοιχείο του κομμουνιστικού κινήματος ήταν η ενότητα στο οικονομικο-πολιτικό μέτωπο για τον «παράδεισο στη γη» και ας διαφωνούν για τον παράδεισο στον ουρανό - αν δηλαδή υπάρχει ή όχι. Στο τελευταίο αυτό μέρος του βιβλίου του, ο Απ. Χαρίσης τοποθετεί σωστά και χωρίς εμπάθειες αυτό το ακανθώδες θέμα, συνδέοντας τη γνώση με την πρακτική δημιουργία του λαϊκού μετώπου σήμερα στην Ελλάδα. Καθόλου εύκολα, έχοντας υπόψη τα στρώματα που πρέπει να συσπειρωθούν με την αρκετά διαφορετική κοινωνική (και θρησκευτική) συνείδηση.

Δουλειά πολλή και επίμονη για το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα που -σύμφωνα με το συγγραφέα στις τελευταίες παραγράφους του βιβλίου του - «η αυτοτελής ανάπτυξή του και μόνο αυτή θα οδηγήσει και σε διαφοροποιήσεις μέσα στους θρησκευόμενους, που να είναι αξιοποιήσιμες από ένα κίνημα που στοχεύει στο σοσιαλισμό. Και η αυτοτελής ανάπτυξη του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος γίνεται μόνο σε ορθολογική, μη θρησκευτική βάση και κατεύθυνση και συγκεκριμένα στη βάση της θεωρίας του επιστημονικού σοσιαλισμού».