Η «ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ» ΚΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ. «BIG BROTHER»

 

«…Μα 'γω 'μαι πιο αδύνατος από γυναίκειο δάκρυ,

πιο αβρός από τον ύπνο, πιο δειλός από την άγνοια…»

«Τρωίλος και Χρυσηίδα», Σαίξπηρ.

 

Συνήθως, η θεαματικότητα εκπομπών σαν το «Big Brother» γίνεται κατανοητή σαν μια φυγή από την πραγματικότητα, σαν μια απόδραση προς τη διασκέδαση. Υποτίθεται πως οι εκπομπές γίνονται αποδεκτές από το ευρύ κοινό, γιατί το αποσπούν από τα όποια προβλήματά του. Π.χ., ο δημοσιογράφος Λ. Κομίνης, (Sky 11.3.2002), καταδικάζοντας τις εκπομπές τύπου «Big Brother», σχολίαζε ταυτόχρονα πως οι νέοι «δραπετεύουν» στην εικονική πραγματικότητα αυτών των «παιχνιδιών», επειδή η κοινωνία και η πολιτική τους αποστερούν τα ιδανικά και τους απογοητεύουν.

Στην άποψη αυτή, υπάρχουν δύο παράδοξα: Πρώτον, οι εκπομπές διατείνονται -και διαφημίζονται- πως είναι πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας, κομμάτι της κανονικής ζωής («η ζωή κλέβει την παράσταση», λένε). Επομένως, είναι παράδοξο να ξεφεύγει κανείς στην πραγματική ζωή, για να γλιτώσει από την πραγματική ζωή.

Δεύτερον, ακόμη και αν οι εκπομπές δεν είναι αυτό που ισχυρίζονται πως είναι, αν δεν είναι κομμάτι της πραγματικής ζωής και πάλι είναι παράδοξο το να δραπετεύουν οι άνθρωποι στην αθλιότητα (αυτής της διασκέδασης), για να ξεφύγουν από την αθλιότητα (της πραγματικότητας). Εξάλλου, παρά τις πάμπολλες ορθές, αλλά συνήθως διαισθητικές καταγγελίες, νομίζω πως δεν έχει εξηγηθεί πλήρως γιατί οι συγκεκριμένες εκπομπές συνιστούν αθλιότητα. Η ανάλυσή τους, μπορεί να φωτίσει το ζήτημα, με την επισήμανση ότι ξεφεύγουν από τα όρια του παρόντος άρθρου, τα ζητήματα της συνολικής αισθητικής, ιδεολογίας και του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των ΜΜΕ.

 

ΑΝΑΛΥΣΗ

α. Οι άνθρωποι που συμμετέχουν σε αυτά τα παιχνίδια ξεπουλούν την αξιοπρέπειά τους, γιατί ασφαλώς είναι αναξιοπρεπές το να δέχεσαι να σε παρακολουθούν σε όλες τις στιγμές της ζωής σου. Αν λοιπόν κάποιος πίστευε, πως η αξιοπρέπεια είναι κάτι ανεκτίμητο που η απώλειά της δεν μπορεί να κοστολογηθεί, οι συγκεκριμένες εκπομπές διακηρύττουν ξεκάθαρα πως κάνει λάθος: η αξιοπρέπεια όχι μόνο κοστολογείται, αλλά ξεπουλιέται και μάλιστα πολύ φτηνά. Πράγματι, δεν κερδίζουν όλοι οι παίκτες, κερδίζει μόνον ένας. Ολοι όμως δέχονται να γίνουν θέαμα, με την πιθανότητα και μόνο η αξιοπρέπειά τους να πιάσει την ποθητή τιμή.

β. Ομως, γιατί είναι αναξιοπρεπές το να δέχεται κάποιος να τον παρακολουθούν οι άλλοι, τη στιγμή που λέει σαχλαμάρες, που αφοδεύει ή που ερωτοτροπεί; Η απάντηση είναι σύνθετη, θα μπορούσαμε όμως να υποστηρίξουμε ότι οι αιώνες του πολιτισμού έχουν σταλάξει στους ανθρώπους την ανάγκη να μην αποκαλύπτουν στην κοινή θέα ό,τι τους συνδέει ακόμη ευθέως με τα ζώα ή ό,τι δεν ενδιαφέρει από κοινωνική σκοπιά. Αντίθετα, τους προδιαθέτει να προβάλλουν ότι τους χαρακτηρίζει ως ανθρώπους, δηλαδή την ικανότητά τους να μεγαλουργούν ή να δημιουργούν προς όφελος της κοινωνίας και του πολιτισμού. Μέσω αυτής της συμπεριφοράς, κατά κάποιον τρόπο, ο πολιτισμός ανατροφοδοτεί τον εαυτό του.

Οι άνθρωποι που συμμετέχουν σε αυτά τα «παιχνίδια» δεν μπορούν ούτε να μεγαλουργήσουν ούτε να δημιουργήσουν (ούτε έχουν τέτιες ικανότητες ούτε τους δίνεται η δυνατότητα). Το μόνο που μπορούν να κάνουν κατά τη διάρκεια του «παιχνιδιού» για να τραβήξουν την προσοχή και το βλέμμα, είναι το να «σκανδαλίσουν», δηλαδή να επιδείξουν ως θέαμα κάθε πλευρά της ατομικής τους ζωής, που δεν είναι πρέπον να εκτίθεται. Αντικειμενικά λοιπόν, οι «παίκτες» ποντάρουν την αξιοπρέπειά τους στον τζόγο του επάθλου. Και οι κανόνες του παιχνιδιού καταργούν κάποιους πολύ κοινούς και αυτονόητους πολιτισμικούς κανόνες ανατροφοδότησης του πολιτισμού.

Οι εκπομπές αυτές προβάλλουν ως «μοντέρνα» στάση την απολίτιστη επίδειξη και ως «διασκέδαση» την παρακολούθηση αυτής της επίδειξης η οποία ως πράξη συνιστά επιστροφή σε ένα μακρινό παρελθόν, δηλαδή προσβάλλει τον πολιτισμό, έτσι όπως έχει ιστορικά διαμορφωθεί.

Εξάλλου, οι άνθρωποι αυτοί δέχονται να μη βγουν από το σπίτι για ένα σημαντικό διάστημα. Συνεπώς, εκτός από την αξιοπρέπειά τους, δέχονται να υποθηκεύσουν επίσης την ελευθερία τους για αυτό το διάστημα, με αντάλλαγμα το αμφίβολο έπαθλο.

γ. Αν οι παππούδες μας, ως φορείς μιας πανάρχαιας λαϊκής ηθικής, πίστευαν πως μόνο εντελώς ξεπεσμένα άτομα μπορούν να ξεπουλήσουν την αξιοπρέπειά τους, η τηλεόραση μας πληροφορεί πως οι «παίκτες» δεν είναι ούτε εξαθλιωμένες πόρνες του λιμανιού ούτε ανερμάτιστοι αλήτες. Είναι άνθρωποι κανονικοί, νέοι εργαζόμενοι, καλοντυμένοι και προσηνείς, που δεν έβγαλαν κέρατα και ουρά επειδή ξεπουλήθηκαν, αντίθετα. Εξωτερικά, μοιάζουν με τους χιλιάδες ανθρώπους που ζουν γύρω μας. Η αλήθεια της αναξιοπρέπειας κρύβεται πίσω από τη φαινομενικότητα της μορφής. (Παρεμπιπτόντως σημειώνω, πως η τηλεόραση είναι «ειδική» στο να κρύβει την πραγματικότητα πίσω από τη μορφή, γιατί ακριβώς «είναι» εικόνα και όχι λόγος).

Επιπλέον, αυτούς τους ξεπουλημένους ανθρώπους που εξωτερικά μοιάζουν με όλους τους άλλους, η τηλεόραση τους ονομάζει «ήρωες», λες και θυσιάζονται για το καλό του συνόλου. Επίσης, τους ανταμείβει με αστραφτερά ανταλλάγματα: τους δίνει απλόχερα δημοσιότητα και χρήματα, τους μετατρέπει σε «σταρ». (Η δημοσιότητα χρησιμοποιείται ως έννοια ταυτόσημη με τη δόξα, πράγμα που καθόλου δεν αληθεύει, μια και είναι άλλο το να σε γνωρίζουν για κάτι καλό και άλλο το να σε γνωρίζουν επειδή ξεπουλιέσαι).

Μέσα από τη δοξολογία του ξεπουλήματος και του εθελούσιου εγκλεισμού, οι εκπομπές αποθεώνουν το χρήμα και το προβάλλουν ως τη μοναδική αξία, που στέκει πάνω από τους ανθρώπους, ως θεό και αντίτιμο των πάντων, ως τη δύναμη στην οποία οι άνθρωποι υποτάσσονται θεληματικά. Ομως, όταν μια αξία τίθεται υπεράνω των ανθρώπων τότε αντικειμενικά οι άνθρωποι υποβιβάζονται. Οι δύο αυτές αλληλένδετες πλευρές, η θεοποίηση του χρήματος και ο ευτελισμός του ανθρώπου επικροτούνται και προωθούνται ξεκάθαρα από τις εκπομπές, αφού η αναξιοπρέπεια και η υποταγή πληρώνονται με χρήμα.

Στη διάδοση αυτής της ηθικής συμβάλλει επίσης η μετάγγιση ενός ειδικού εννοιολογικού περιεχομένου σε λέξεις όπως, «ηρωισμός», «δόξα», «κοινωνική επιτυχία», «προσωπική ευτυχία», κλπ. Οι έννοιές τους αντιστρέφονται και η αναφορά τους μετατοπίζεται, από τον καθαρό κοινωνικό της ορίζοντα, στα σκοτεινά πλαίσια της εθελούσιας υποταγής.

δ. Ορισμένοι «παίκτες» όχι μόνο δεν εμφανίζονται ως τέρατα ηθικού ευτελισμού και «σκουπίδια» της κοινωνίας, αλλά αντίθετα, παρουσιάζονται ευαίσθητοι και έξυπνοι άνθρωποι. Μόνο που αυτά τους τα χαρακτηριστικά δεν έχουν καμία απολύτως κοινωνική διάσταση. Οι «παίκτες» είναι «τρυφεροί» αποκλειστικά σε ό,τι αφορά τον εαυτό τους και «εύστροφοι» αποκλειστικά σε σχέση με τον ανταγωνισμό και την παρακολουθούμενη διαβίωσή τους. Κατά μία έννοια είναι «τρυφεροί» και «έξυπνοι», με τον ίδιο τρόπο που είναι «ευαίσθητη» και «έξυπνη» μια οποιαδήποτε καπιταλιστική επιχείρηση η οποία πράγματι είναι πολύ εύθικτη όσο αφορά στους σκοπούς της και πολύ έξυπνη όσο αφορά στον ανταγωνισμό.

Η προβολή αυτών των «ευαίσθητων και έξυπνων» ανθρώπων ως πρότυπα ευαίσθητων και έξυπνων ανθρώπων απο-κοινωνικοποιεί τα ατομικά ηθικά χαρακτηριστικά και συνεπώς απο-ηθικοποιεί την ηθική (μια ηθική χωρίς κοινωνική διάσταση δεν είναι ηθική). Ταυτόχρονα, προβάλλει τα χαρακτηριστικά της άρχουσας τάξης ως πρότυπο ατομικής συμπεριφοράς.

ε. Οι άνθρωποι αυτοί δέχονται και ζουν σε ένα σπίτι χωρίς καμία ενημέρωση. Επομένως, όχι μόνο δεν μπορούν να αναπτύξουν κοινωνική δράση, αλλά δεν μπορούν ούτε καν να συζητήσουν κάποιο κοινωνικό ζήτημα της επικαιρότητας (την τρομοκρατία, τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, τη σφαγή στην Παλαιστίνη, το ασφαλιστικό). Η κατάσταση αυτή έχει δύο πλευρικές συνέπειες: Αφ' ενός προβάλλει την κοινωνική και πολιτική ιδιωτεία ως φυσιολογική κατάσταση, ως ζήτημα που δεν επηρεάζει τη «φυσιολογική», υποτίθεται, διαβίωση αυτών των ανθρώπων. Επομένως, η κοινωνική ευαισθησία τίθεται ως κάτι αχρείαστο, κάτι που περισσεύει, που δεν αφορά στην «κανονική» καθημερινή ζωή και σίγουρα δε σχετίζεται με την κοινωνική ανάδειξη και επιτυχία. Αφ' ετέρου, εγκλωβίζει τους «παίκτες» (και ίσως και τους θεατές τους) σε ένα αποστειρωμένο από την κοινωνική πραγματικότητα και πολυτελές καζάνι, όπου η αλλοτρίωση κατ' ανάγκην συναντά τις απόλυτες τιμές της, αφού οι άνθρωποι, αυτά τα κοινωνικά ζώα, απομονώνονται από το ευρύ κοινωνικό περιβάλλον.

στ. Ολοι οι «παίκτες» συμβιώνουν στο ίδιο σπίτι, κάτω από τους ίδιους όρους, παρακινούμενοι από τα ίδια κίνητρα. Και όμως, ζουν σε συνθήκες πλήρους και γενικευμένου ανταγωνισμού, αφού μόνον ένας μπορεί να είναι ο νικητής. Στην οθόνη βλέπουμε μερικούς ανθρώπους που βρίσκονται σε ανταγωνισμό με το περιβάλλον τους, ζώντας σε ένα περιβάλλον που βρίσκεται σε ανταγωνισμό με την προσωπικότητά τους (με την ανθρώπινη πλευρά της), την οποία υποτάσσει και ευτελίζει. (Υπενθυμίζω απλώς, πως ο Μαρξ όριζε την ελευθερία με τον ακριβώς αντίστροφο τρόπο: ως την κατάσταση εκείνη, όπου το άτομο αναπτύσσεται σύμφωνα με τις ανάγκες της κοινωνίας, σε μια κοινωνία που αναπτύσσεται σύμφωνα με τις ανάγκες του ατόμου). Και όμως η επιλογή της συμμετοχής είναι «ελεύθερη» και μάλιστα οι παίκτες παρακαλούν να συμμετέχουν, όντας απολύτως ελεύθεροι στην εξαθλίωσή τους. Ο έρωτάς τους για το χρήμα θέτει στο δικό τους στόμα τα λόγια του Σαίξπηρ που υπάρχουν στην προμετωπίδα του άρθρου.

Συνεπώς, τα συγκεκριμένα τηλεπαιχνίδια μεταγγίζουν στην έννοια της «ελευθερίας» ένα συγκεκριμένο, αντικοινωνικό και ταξικό περιεχόμενο (η ελευθερία συνυφαίνεται με τα αντίθετά της, την υποταγή και τον εξευτελισμό), ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζουν μια εικόνα συμβίωσης των ανθρώπων, που συνιστά μικρογραφία της αγοράς στον καπιταλισμό: όλοι ανταγωνίζονται όλους, χωρίς ποιοτικά κριτήρια, με μόνο σκοπό το κέρδος, σε ένα περιβάλλον που ανταγωνίζεται την ατομικότητά τους και στο οποίο ο «νικητής» καθορίζεται από αστάθμητους, «τυχαίους» παράγοντες. Με αυτόν τον έμμεσο και διαμεσολαβημένο τρόπο, η αγορά (δηλαδή ο τρόπος ύπαρξης της κυρίαρχης τάξης) «μετουσιώνεται» σε ένα σύνολο κανόνων ατομικής συμπεριφοράς που κάνουν τη ζωή πιο «ενδιαφέρουσα» και «συναρπαστική» (τόσο, όσο είναι και το «παιχνίδι»).

ζ. Μέσα στα πλαίσια του ανταγωνισμού που υποβόσκει διαρκώς, οι «παίκτες», ως ανώτερα θηλαστικά που είναι, αναγκάζονται αυθόρμητα να συνάψουν μεταξύ τους σχέσεις συμπάθειας ή αντιπάθειας, φιλίας ή εχθρότητας, σχέσεις ερωτικές. Οι σχέσεις αυτές ενώ υποκινούνται από την υποχρεωτική συμβίωση, ταυτόχρονα υπονομεύονται από τους όρους της συμβίωσης: Είναι αναγκαστικά επιδερμικές αφού «αφοπλίζονται» από κάθε κοινωνική τους διάσταση. Είναι επιτηδευμένες, αφού συμβαίνουν υπό διαρκή παρακολούθηση. Είναι συμβατικές, αφού υπονομεύονται από τον ανταγωνισμό. Είναι υποχρεωτικά πρόσκαιρες, αφού θα μεταβληθούν μόλις οι όροι διαβίωσης αλλάξουν. Επομένως: πρώτον, οι «παίκτες» εξωθούνται από τους όρους του «παιχνιδιού» να βγάλουν το χειρότερο εαυτό τους όσο αφορά στις σχέσεις που διαμορφώνουν, ενώ δεύτερον οι σχέσεις που δείχνονται στην κοινωνία είναι κενές από ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Στην πραγματικότητα είναι όμοιες με τις σχέσεις που διαμορφώνουν οι καπιταλιστές μεταξύ τους ως άτομα, είναι οι σχέσεις που διαμορφώνουν οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις μεταξύ τους ως οικονομικές μονάδες.

η. Οι άνθρωποι που συμμετέχουν στο «παιχνίδι» δεν είναι τυχαίο δείγμα του πληθυσμού, ούτε καν είναι τυχαίο δείγμα ανάμεσα σε όσους αιτούνται τη συμμετοχή. Επιλέγονται με κάποια κριτήρια, τα οποία αφορούν τόσο στην εμφάνισή τους (πρέπει να δίνουν «ωραία τηλεοπτική εικόνα» - η σημειολογία αυτής της «ωραιότητας» θα αναλυθεί πιο κάτω), όσο και στην προσωπικότητά τους. Αυτή αναδεικνύεται σαφώς μέσα από τις στερεότυπες γλωσσικές εκφράσεις που χρησιμοποιούν οι ίδιοι στις συνεντεύξεις τους: είναι έτοιμοι να «τα δώσουν όλα», να κάνουν «τα πάντα» κλπ. Τα «παιχνίδια» επιλέγουν ασφαλώς τους πιο αποφασισμένους, εκείνους που έχουν αφομοιώσει πλήρως τους κανόνες της αγοράς, δηλαδή την «ηθική» της άρχουσας τάξης (δεν είναι παράξενο λοιπόν το πόσο υψηλός είναι ο βαθμός της αλλοτρίωσής τους, αφού έχουν αφομοιώσει την ηθική μιας αλλοτριωμένης και αντικοινωνικής τάξης, χωρίς καν να ανήκουν σ’ αυτή). Ταυτόχρονα, η αλλοτρίωσή τους προβάλλεται ως καλή και αποδοτική μέθοδος κοινωνικής ανάδειξης. Πρόκειται ασφαλώς για μια έμμεση, αλλά επιθετική υπεράσπιση του καπιταλισμού στο επίπεδο της ιδεολογίας και στο πλαίσιο της διασκέδασης.

θ. Οι «παίκτες» επιλέγονται έτσι, ώστε η μορφή τους να αντιστοιχεί σε κάποιον κοινωνικό τύπο. Και μάλιστα, πρέπει να φαίνονται σαν να είναι το αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτού του τύπου, το ζωντανό «αρχέτυπο» του φοιτητή, του φίλαθλου, του ευσυνείδητου επαγγελματία, της νοικοκυράς, της «ελευθεριάζουσας νέας» κλπ. Ασφαλώς, πρέπει επίσης να είναι σχετικά ωραίοι στην εμφάνιση, ώστε η εικόνα τους να μην αποκαλύπτει με μιας την ένδεια των ηθικών τους χαρακτηριστικών. Ωστόσο, η εμφάνισή τους δεν πρέπει να είναι τόσο ιδιαίτερη, ώστε να αποκλίνει από τον τύπο που υποτίθεται πως ενσαρκώνει. Ας λένε οι εκπομπές πως προβάλλουν την πραγματική ζωή. Ο ισχυρισμός τους είναι ψευδής και ισχυροποιεί τους ιδεολογικούς στόχους των «παιχνιδιών»:

Με το τέχνασμα του «αντιπροσωπευτικού κοινωνικού τύπου», οι παραγωγοί των «παιχνιδιών» προσπαθούν να υποβάλλουν την ιδέα πως οι «παίκτες» συνιστούν ταυτόχρονα ωραίο, αλλά και αντιπροσωπευτικό κοινωνικό δείγμα και άρα, το εθελούσιο ξεπούλημά τους είναι μια ωραία και κοινωνικά καταξιωμένη συμπεριφορά, την οποία θα έπρεπε να αποδεχτούμε. Οσοι δεν την αποδέχονται, θα έπρεπε να αισθάνονται συντηρητικοί, «παράξενοι» και πάντως, ξένοι - προς την επικρατούσα κοινωνική ηθική.

Το τέχνασμα αυτό μεγεθύνεται με διάφορους τρόπους. Π.χ. δίνεται υποτίθεται, η δυνατότητα στο τηλεοπτικό κοινό να επιλέγει με τηλεφωνήματα τους «παίκτες». Φυσικά, η επιλογή του κοινού μπορεί να αφορά μόνο στον έναν από μια προτεινόμενη και αυστηρά επιλεγμένη τριάδα.

Το τέχνασμα του «αντιπροσωπευτικού κοινωνικού τύπου» προσπαθεί επίσης να εγκλωβίσει τους θεατές στο δίλημμα αν είναι καλύτερο σύνολο «παικτών» αυτό που επιλέχτηκε από τον Αντ1 ή εκείνο του Mega. Δηλαδή, ωθεί τους θεατές να παραβλέψουν τα κοινά ηθικά χαρακτηριστικά των ομάδων και να επιλέξουν με βάση την εξωτερική εμφάνιση.

ι. Η μορφή των «παιχνιδιών», δηλαδή ο τρόπος αποτύπωσης στο φιλμ και η μορφή της εικόνας συμβάλλουν αποφασιστικά στη συνολική τους διαμόρφωση. Γιατί οι εκπομπές αυτές δε δείχνουν κάποιες επιλεγμένες εικόνες από τη ζωή των παικτών, δείχνουν όλες τις στιγμές συνεχώς και αδιαλείπτως, τίποτα δεν αφαιρείται, τίποτα δεν αποσιωπάται. Η μορφή του παιχνιδιού χαρακτηρίζεται λοιπόν από μια εξαντλητική εμμονή στη λεπτομέρεια από έναν απόλυτο, μικρομερή νατουραλισμό που δείχνει τα πάντα από πολύ κοντά, με την ακρίβεια μικροσκοπίου. Μόνο που το μικροσκόπιο αυτό απέχει πολύ από το να μεγεθύνει την αλήθεια. Στην πραγματικότητα η εμμονή στη λεπτομέρεια έρχεται σε άμεση αντίθεση με το γενικό, το συγκαλύπτει και το αναιρεί. Η αλήθεια κρύβεται πίσω από μια θάλασσα λεπτομερειακής πληροφόρησης.

Η μορφή αυτή, εκτός του ότι αποκρύπτει την πραγματικότητα πίσω από τον πληροφοριακό θόρυβο, εντείνει επίσης την ψευδαίσθηση πως η εκπομπή συνιστά πιστό αντικαθρέφτισμα της κοινωνικής ζωής, τμήμα της «κανονικής» πραγματικότητας.

Ταυτόχρονα, προκύπτει ένα θέαμα που δεν απαιτεί από το θεατή ούτε δράμι σκέψης και φαντασίας. Ολα είναι μπροστά του εύληπτα και αναλυτικά στο μέγιστο βαθμό, ώστε να τα καταναλώσει χωρίς καμιά προσπάθεια. Είναι ένα θέαμα αποχαυνωτικό που εθίζει στην αποχαύνωση και δημιουργεί μια νέα γενιά καταναλωτών θεάματος, προσαρμοσμένη στο απόλυτο τίποτα της απόλυτης λεπτομέρειας. Που θα προσελκύεται από το σκανδαλιστικό και το αναξιοπρεπές (σε βαθμό που να μην μπορεί να διακρίνει το σημαντικό από το ευτελές), που θα βιώνει τη σερβιρισμένη «ψευδο-πραγματικότητα» σαν να ήταν η ίδια η ζωή.

 

ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΑΥΤΕΣ ΕΧΟΥΝ ΑΥΞΗΜΕΝΗ ΘΕΑΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ;

Κατ’ αρχήν επισημαίνω πως, όταν σχολιάζεται η θεαματικότητα αυτών των «παιχνιδιών», συνήθως παραβλέπεται τόσο η ιστορική τους εξέλιξη (αλλά και η πορεία διαμόρφωσης των ΜΜΕ γενικά), όσο και οι πολλές πολιτικές και κοινωνικές συνιστώσες που την καθορίζουν. Πραγματικά, αν προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε τη θεαματικότητα χωρίς να αναφερθούμε στην ιστορική διαδρομή και στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον, τότε το πρόβλημα μοιάζει με ανεξιχνίαστο μυστήριο. Και, όταν ένα κοινωνικό πρόβλημα μοιάζει απροσπέλαστο, τότε δημιουργείται αυθόρμητα η τάση να το αποδεχτούμε ως «πραγματικότητα».

Παρακάτω, θα σκιαγραφήσω σε αδρές γραμμές τις συνιστώσες εκείνες που νομίζω πως είναι οι σημαντικότερες και που μας επιτρέπουν να προσεγγίσουμε το ερώτημα:

α. Τα τηλεπαιχνίδια εμφανίστηκαν ιστορικά, από την αρχή της λειτουργίας της τηλεόρασης. Τότε είχαν μια μορφή που μπορούμε να την ονομάσουμε «κλασική». Στην κλασική τους μορφή τα τηλεπαιχνίδια ονομάστηκαν επίσης «παιχνίδια γνώσεων» και πρόσφεραν χρηματικό έπαθλο σε «παίκτες», όταν αυτοί κατάφερναν να απαντήσουν σε δύσκολες ερωτήσεις εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα. Ο «παίκτης» δεν ξεπουλούσε ασφαλώς, την αξιοπρέπειά του, διακινδύνευε μόνο να ντροπιαστεί μπροστά στο κοινωνικό του περιβάλλον αν δεν κατάφερνε να ανταποκριθεί. Το ρίσκο αυτό δεν παραβίαζε κατακτημένους πολιτισμικούς κανόνες και γινόταν εύκολα αποδεκτό από την κοινωνία. Πέρασαν λοιπόν αρκετές δεκαετίες προτού συμβεί η πρώτη μετάλλαξη (ανάμεσα στις μεταλλάξεις υπήρχαν πάντα τα ενδιάμεσα βήματα που συσσώρευαν μικρές, ποιοτικές αλλαγές).

Σταδιακά, οι ερωτήσεις των παιχνιδιών γινόταν όλο και πιο εύκολες, ενώ ταυτόχρονα η «οικειότητα» του τηλεπαρουσιαστή προς το διαγωνιζόμενο, όλο και μεγάλωνε. Τα παιχνίδια έπαψαν να είναι «γνώσεων» και ο «παίκτης» κατέληξε να επιλέγει μόνο «την κουρτίνα ένα ή την κουρτίνα δύο», όπου η κατάκτηση του επάθλου ήταν ζήτημα τύχης. Οσο πιο εύκολα και τυχερά γινόταν τα παιχνίδια, τόσο ο τηλεπαρουσιαστής «έπαιρνε το ελεύθερο» να κοροϊδεύει τους συμμετέχοντες και, πολλές φορές, να τους εξευτελίζει. Τότε, ακούστηκαν για πρώτη φορά κάποιες άτονες διαμαρτυρίες. Σε πολύ σύντομο χρόνο, ακολούθησε η δεύτερη μετάλλαξη.

Κατ’ αυτήν, ο συμμετέχων δεν κέρδιζε καν χρηματικό έπαθλο, αλλά κάτι άλλο, ίσως πολύ ευτελές και ο τηλεπαρουσιαστής τον εξευτέλιζε έντονα και επίμονα καθ’ όλη τη διάρκεια της εκπομπής. Αναφέρομαι σε εκπομπές τύπου «Συνοικέσιο», όπου η διαπόμπευση των συμμετεχόντων ήταν προφανής και προκαλούσε διάφορα ερωτηματικά (π.χ.: «γιατί αυτοί οι άνθρωποι δηλώνουν συμμετοχή;», «πόσο χαμηλό είναι το επίπεδο της ελληνικής κοινωνίας;» κλπ.) και ποικίλες αντιδράσεις. Παρά ταύτα, οι εκπομπές λειτούργησαν και επιβλήθηκαν με τη συνήθεια, πλουτίζοντας το ρεπερτόριό τους με «γυάλινους τοίχους», «συγγνώμες» και ό,τι άλλο, προσφέροντας στους μεν συμμετέχοντες απλώς «υπηρεσίες» και όχι χρήματα, στους δε θεατές την ελαστικοποίηση των αισθητικών τους κριτηρίων. Από εκεί κι έπειτα, ο δρόμος για το «Big Brother» ήταν ορθάνοιχτος.

Η μορφή των εκπομπών ακολούθησε επίσης μια ανάλογη πορεία, προς την όλο και πιο εξατομικευμένη και εξαντλητικά παρουσιασμένη λεπτολόγηση. Οσο περισσότερο οι εκπομπές παραβίαζαν την ατομική ζωή του «παίκτη» και την απέκδυαν από την αξιοπρέπειά της, τόσο περισσότερο την έδειχναν αναλυτικά, όλο και πιο λεπτομερειακά.

Συνεπώς, το «Big Brother» δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Μια ολόκληρη σειρά σταδιακών «διολισθήσεων», από το κλασικό «παιχνίδι γνώσεων» μέχρι την «κυρία» Ανίτα Πάνια, προσπαθούσε να προετοιμάσει την καθαυτό υποτίμηση δηλαδή να κουρελιάσει τα πολιτισμικά ήθη, να απο-ευαισθητοποιήσει την κοινωνία και να δημιουργήσει μια γενιά καινούργιων «παικτών» που είναι διατεθειμένοι να εκχωρήσουν τα πάντα.

Παρ’ όλα αυτά, οι αντιδράσεις στον «Big Brother» ήταν πολλές και έντονες (αν και συνήθως ασκούσαν κριτική σε α-ταξική βάση, χωρίς ταυτόχρονα να δραστηριοποιούνται πρακτικά). Οι καναλάρχες αντέδρασαν επιθετικά: πολλαπλασίασαν τα «παιχνίδια» και περιόρισαν το χρονικό διάστημα που θα έπρεπε να μεσολαβεί ανάμεσά τους, ώστε να επιβάλλουν με το στανιό το προϊόν τους. Ολο και πιο πολλά κανάλια άρχισαν να ασχολούνται με αυτές τις εκπομπές, όλο και πιο αναλυτικά. Τέλος, οι εκπομπές οι ίδιες ευτελίστηκαν ακόμη περισσότερο, άρχισαν να διαφημίζουν περισσότερο επίμονα τις πλέον αναξιοπρεπείς στιγμές των «παιχτών». Σε σχέση με την εξέλιξή του, ο αρχικός «Big Brother» μοιάζει κιόλα, αρκετά «αθώος».

Κάποια κανάλια αποφάσισαν να δώσουν «βήμα» στις αυθόρμητες καταδίκες του «Big Brother». Ετσι, αφ' ενός καρπώνονται την επικαιρότητα των «παιχνιδιών» για να ανεβάσουν τη δική τους τηλεθέαση και αφ' ετέρου προσπαθούν να στρέψουν την ιδεολογική διαπάλη, ώστε να μη διεξάγεται στο κοινωνικό πεδίο (όπου ενδέχεται να εμπλουτιστεί και να γίνει πιο εύστοχη), αλλά μέσα από τα «παράθυρα» και επί της οθόνης (δηλαδή με τρόπο που να ενισχύει τα κέρδη των ΜΜΕ).

Αν οι εκπομπές τύπου «Big Brother» επιβληθούν με τη δύναμη της συνήθειας και αν η κριτική τους μείνει στο επιδερμικό επίπεδο στο οποίο κινείται (και ανεξάρτητα από το αν η τηλεθέασή τους θα ανέβει ή θα πέσει), η επόμενη μετάλλαξή τους θα είναι απείρως χειρότερη, θα είναι ανείδωτη.

Στο μεταξύ, δημιουργούν νέα κατάσταση στο τηλεοπτικό πεδίο συνολικά, καθώς το στρέφουν να γίνεται όλο και πιο «γαργαλιστικό» και σκανδαλοθηρικό (στρέφοντας υποχρεωτικά ακόμη και τις πολιτικές εκπομπές προς τη σκανδαλοθηρία και αναδεικνύοντας «αυθόρμητα» το Μ. Τριανταφυλλόπουλο ως πρωταγωνιστή). Ασφαλώς, δημιουργούν επίσης μια νέα κατάσταση στον πολιτισμό της κοινωνίας μας γενικά.

β. Ενας άλλος αποφασιστικός παράγοντας που προετοίμασε το έδαφος για εκπομπές τύπου «Big Brother» ήταν, κατά τη γνώμη μου, ο νεοφιλελευθερισμός, ειδικά έτσι όπως εκφράστηκε από το «σοσιαλιστικό» ΠΑΣΟΚ. Φυσικά και η ΝΔ, ως παραδοσιακά νεοφιλελεύθερο κόμμα είχε και έχει τη δική της συμβολή στην καλλιέργεια του εδάφους ως κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση, γενικότερα με τη δράση της στην ελληνική κοινωνία.

Κατά τη 10ετία του ’80, με την τότε διακυβέρνηση από το ΠΑΣΟΚ, έγιναν αποφασιστικά βήματα στην ενσωμάτωση των λαϊκών μαζών στο σύστημα, μεγάλα τμήματα εργαζομένων αποστρατεύθηκαν, η ισχυροποίηση του ρεφορμισμού αποδυνάμωσε το συνδικαλιστικό κίνημα, η ταξική εργατική συνείδηση υποχώρησε, δημιουργήθηκε έτσι το κατάλληλο έδαφος για την επέλαση της πολιτικής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων που συνιστούν την ουσία της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης.

Ακολουθώντας μια προδιαγεγραμμένη πορεία το ΠΑΣΟΚ, πέρασε στην πιο ωμή υπεράσπιση του νεοφιλελευθερισμού, με ιδεολογήματα τα οποία είναι απολύτως συναφή με το κλίμα του ηθικού αμοραλισμού της τηλεόρασης. Ενα -μόνο- παράδειγμα: Χρόνια τώρα η κυβέρνηση διακηρύσσει πως το ξεπούλημα των πάντων (του Οτσαλάν, της κρατικής περιουσίας, της εθνικής ανεξαρτησίας και αξιοπρέπειας, των συνόρων, των συνταγματικών πολιτικών και ατομικών δικαιωμάτων) και η εκκαθάριση κάθε λαϊκής κατάκτησης είναι μια επικερδής πράξη που μετατρέπει τη χώρα μας σε μια «ισχυρή Ελλάδα». Επίσης, πως η εθελούσια υποταγή των λαϊκών δυνάμεων στη «νέα τάξη» είναι συμπεριφορά «σώφρον», «καλή» και «συμφέρουσα». Στο βαθμό που τέτιου είδους συνθήματα βρίσκουν έδαφος στο λαό, είναι φυσικό να ανατροφοδοτούν μια ανάλογη ατομική συμπεριφορά και στάση: αν ο λαός συνολικά κερδίζει από το ξεπούλημα και την υποταγή, γιατί είναι κακό να κερδίζει κάποιος πολίτης ατομικά από το ξεπούλημά του;

Την ίδια κατεύθυνση ενίσχυσε η κυβερνητική πρακτική της σοσιαλδημοκρατίας: Υποχρέωσε τους ανθρώπους να παρακαλούν το ρουσφέτι, να ξεπουλούν την ψήφο τους και την αξιοπρέπειά τους στα γραφεία των βουλευτών, να εξαργυρώνουν τη συνείδησή τους για μια θέση εργασίας (δηλαδή, για μια θέση όπου θα γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης). Στη βιάση της να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης, έκανε εξαιρετικά έκδηλο ότι η αστική πολιτική, στο έδαφος του καπιταλισμού που σαπίζει, έχει μετατραπεί σε αμοραλιστική επιχείρηση.

Η αστική πολιτική εκμαυλίζει καθημερινά και υποτάσσει ένα τμήμα της κοινωνίας, το οποίο γίνεται έτσι ανεκτικό στον εκμαυλισμό και την υποταγή. Αντικειμενικά, η ταπείνωση του λαού για την απλή επιβίωση δημιουργεί το πρόσφορο κοινωνικό έδαφος για την προβολή της ταπείνωσης έναντι αμοιβής. Και αντιστρόφως: η προβολή του ανταμειβόμενου εξευτελισμού διαδίδει την ταπείνωση ως κοινωνικό «ιδανικό», ενώ ταυτόχρονα απενοχοποιεί εκείνα τα κοινωνικά στρώματα για τα οποία το ξεπούλημα είναι καθημερινή πρακτική επιβίωσης (το απλό ρουσφέτι είναι ένα τίποτα μπροστά σε αυτά που κάνουν οι «παίκτες» για το χρήμα).

Πολύ σημαντικός παράγοντας που επιτάχυνε τον κατήφορο ήταν η επικράτηση της αντεπανάστασης στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες και η επακόλουθη υποχώρηση των αξιών και ιδανικών της πρωτοπόρας τάξης στη συνείδηση των λαϊκών δυνάμεων.

Η πολιτική του νεοφιλελευθερισμού τρέφεται λοιπόν από τη δοξολογία της υποταγής, τη διαστρέβλωση των εννοιών και του πολιτισμού, ενώ ταυτόχρονα τα τρέφει, ιδεολογικά και πρακτικά, δημιουργώντας το κατάλληλο έδαφος που πάνω του «ανθίζουν» οι «big brother». (Επειδή δεν είναι όλη η κοινωνία εκμαυλισμένη -για λόγους μιας μακράς λαϊκής παράδοσης αλλά και εξ' αιτίας της επίμονης συμβολής των κομμουνιστών- γι' αυτό και οι αντιδράσεις στις εκπομπές ήταν πολλές και έντονες).

γ. Η ανάλυση των εκπομπών μας έδειξε απτά, πως συνιστούν μια επιθετική υπεράσπιση του καπιταλισμού: Προβάλλουν την «ηθική» αρχή πως το χρήμα είναι ο θεός και το μέτρο της αξίας των πάντων, ενώ ταυτόχρονα εξευτελίζουν τον άνθρωπο και επιδεικνύουν τις πιο ταπεινές πλευρές του. Προβάλλουν το ξεπούλημα ως μια καλή και επικερδή πράξη, η οποία αναδεικνύει τον εθελούσιο δούλο σε κοινωνικό πρότυπο. Ο ανταγωνισμός αναδεικνύεται σε κανόνα της ατομικής συμπεριφοράς και σε παράγοντα κοινωνικής ανόδου, ενώ η πολιτική και κοινωνική ευαισθησία προβάλλονται ως στάσεις περιττές και άσχετες με την προσωπική και κοινωνική επιτυχία. Η επιδερμικότητα-επιτήδευση στις ανθρώπινες σχέσεις προβάλλεται ως «φυσιολογική» συμπεριφορά και κοινωνικός κανόνας. Αυτή η ιδεολογία και η «ηθική» προβάλλονται παραστατικά και έμμεσα, όμως προβάλλονται επιθετικά, ως στάσεις όμορφες και καταξιωμένες.

Προκύπτει λοιπόν, πως οι εκπομπές αυτές, ως τμήμα του ελεύθερου χρόνου (στην εποχή της απόλυτης κυριαρχίας των ΜΜΕ στον ελεύθερο χρόνο), συνιστούν το απαραίτητο αλλοτριωτικό συμπλήρωμα του εργάσιμου χρόνου.

Πράγματι, στην παραγωγική διαδικασία γεννιούνται ταυτόχρονα δύο αντίθετες στάσεις ζωής: Ευρισκόμενος στην ίδια θέση με τους ομοίους του, ο εργάτης βιώνει αυθόρμητα τη συναδελφικότητα και την αλληλεγγύη που, σε στιγμές όξυνσης της ταξικής πάλης, οδηγούν μέχρι τη συντροφικότητα, τον αλτρουισμό και την αυτοθυσία. Ταυτόχρονα, όμως, επειδή αναγκάζεται να πουλήσει ένα κομμάτι του εαυτού του για να ζήσει, διδάσκεται επίσης αυθόρμητα τον ανταγωνισμό με τους όμοιούς του, το συμβιβασμό, τη δύναμη επιβολής που διαθέτει το χρήμα. Η ηθική της κυρίαρχης τάξης που διακρίνεται από τη θέωση του χρήματος και τον ακραίο ανταγωνισμό, διαποτίζει αυθόρμητα τις κατώτερες τάξεις.

Η διασκέδαση που προσφέρουν τα ΜΜΕ κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου, άπτεται και συμπληρώνει μόνο αυτή, τη δεύτερη στάση ζωής που ο εργαζόμενος αναπτύσσει αυθόρμητα κατά την παραγωγική διαδικασία, ενώ εναντιώνεται ξεκάθαρα στην πρώτη και την εμφανίζει τουλάχιστον ως περιττή και ανόητη. Το συμπέρασμα αυτό δεν αφορά ασφαλώς μόνο στις εκπομπές που συζητάμε, αλλά προκύπτει από τη μελέτη κάθε πλευράς των ΜΜΕ.

Αν λοιπόν στην παραγωγική διαδικασία γεννιούνται αυθόρμητα οι ιδέες της παντοδυναμίας του χρήματος και οι «αξίες» της υποταγής, οι εκπομπές του είδους τις πολλαπλασιάζουν και τις αναμεταδίδουν επίμονα, ώστε να συνοδεύουν τον άνθρωπο σαν κατάρα σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Οι εκπομπές αυτές όντως δείχνουν την πραγματικότητα, όμως δείχνουν μόνο τη μισή αλήθεια της, που ισοδυναμεί με ένα ολόκληρο ψέμα.

Συμπεραίνουμε, λοιπόν, πως οι εκπομπές τύπου «Big Brother» είναι αποτέλεσμα της εξέλιξης των τηλεοπτικών εκπομπών (άρα προμηνύουν μια νέα εξέλιξη), όπως επίσης είναι αποτέλεσμα της συγκεκριμένης πολιτικής κατάστασης και του συγκεκριμένου κοινωνικού συστήματος τα οποία ανατροφοδοτούν. Με δυο λόγια, είναι συνέπεια της κυριαρχίας μιας αντικοινωνικής και ξεπεσμένης κοινωνικής τάξης. Ως φαινόμενο, συνιστούν έκφραση της υποδούλωσης των ανθρώπων, έκφραση της δυστυχίας και της άγνοιάς τους, έκφραση της αδυναμίας της εργατικής τάξης να βάλει τώρα τη δική της σφραγίδα στην κοινωνική εξέλιξη. (Ασφαλώς, συνιστούν επίσης αποτέλεσμα της αδυναμίας οργανωμένης έκφρασης των όποιων αντιρρήσεων, πρόβλημα που θα το συζητήσουμε πιο κάτω).

Οι εκπομπές αυτές και η πραγματικότητα είναι, κατά μία έννοια, ομοειδείς και συμπληρωματικές, στο βαθμό που η πραγματικότητα (του καπιταλισμού) επίσης ευτελίζει τον άνθρωπο και τον πολιτισμό. Ο θεατής δε «δραπετεύει» στο «Big Brother» για να αποφύγει την πραγματικότητα, αλλά επειδή έχει διαμορφωθεί από την πραγματικότητα, έτσι ώστε να μην μπορεί να τον αποφύγει. Η παραγωγική του δραστηριότητα και το σύνολο της κοινωνικής ζωής τον αλλοτριώνουν έτσι, ώστε να μη μπορεί να αποφύγει την αλλοτρίωση στον ελεύθερο χρόνο. Σε μια κοινωνία θεμελιωμένη πάνω στην αθλιότητα, η αθλιότητα κυριαρχεί υποχρεωτικά σε όλες τις πλευρές της κοινωνικής ζωής. Οι εκπομπές συνιστούν το επιφαινόμενο ενός πολιτισμού, γι’ αυτό και εκφράζουν την ουσία του.

Η κριτική που ασκείται στα κανάλια, εκείνα που υποτίθεται πως είναι αντίθετα, είναι εκ των πραγμάτων επιφανειακή, γιατί ακριβώς παραβλέπει τη σχέση των εκπομπών με τον εργάσιμο χρόνο και με το ευρύ κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο. Οι προσκεκλημένοι στύβουν καθημερινά το μυαλό τους για να επινοήσουν επιχειρήματα και επειδή κανένα δε μοιάζει αρκετά συντριπτικό, επανέρχονται την επόμενη με μεγαλύτερες καταδικαστικές μεγαλοστομίες. Προφανώς, το ζήτημα (παρ’ ότι προϋποθέτει την ανάλυση και την ερμηνεία του φαινομένου) δε θα κριθεί στον τομέα της κριτικής (ούτε βέβαια σε νομικό επίπεδο ή από το ΕΣΡ), αλλά στο πεδίο της ταξικής πάλης.

Το επιχείρημα που λέει πως η τηλεθέαση διαμορφώνεται κυρίως από τα παιδιά ηλικίας του δημοτικού ή του γυμνασίου, εκτός του ότι είναι περίπου αδύνατο να ευσταθεί, είναι επίσης ένα μάλλον «βολικό» επιχείρημα, που απενοχοποιεί τους ενήλικες και συσκοτίζει τις συνιστώσες που δημιουργούν το πρόβλημα.

Τα άλλα επιχειρήματα, εκείνα που υπερασπίζονται το «αναφαίρετο δικαίωμα» των καναλαρχών να επιβάλλουν στην κοινωνία ό,τι τους συμφέρει, δεν τα σχολιάζω καθόλου. Σημειώνω μόνο, ότι είναι απολύτως συναφή και συγγενικά με τα ιδεολογήματα υπεράσπισης της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, γενικά.

 

ΤΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ;

Οι διαδηλώσεις που έγιναν στο πρόσφατο διάστημα κατά του «Big Brother» και του «Bar» είναι ασφαλώς χρήσιμες, γιατί καταγράφουν μια πρώτη κοινωνική αντίδραση. Ωστόσο, ο καθένας καταλαβαίνει πως μια διαδήλωση δεν αρκεί, καθώς έχει μόνο χαρακτήρα αντίθεσης, δεν έχει μόνιμα χαρακτηριστικά και δεν προβάλλει ταυτόχρονα τα αιτήματα εκείνα που θα μπορούσαν να συσπειρώσουν και να συγκλίνουν στην κοινωνική προοπτική της εργατικής τάξης. Ούτε ασφαλώς αρκεί μια γενική καταγγελία του καπιταλισμού, που δεν υλοποιείται σε καθημερινούς στόχους πάλης ευρύτερων λαϊκών μαζών. Τότε λοιπόν, τι πρέπει να κάνουμε;

Προφανώς (σύμφωνα με τα παραπάνω) απαιτείται μια κατάλληλη οργάνωση και κατεύθυνση της ταξικής πάλης. Ομως, ποια μπορεί να είναι αυτή;

Το ερώτημα είναι σύνθετο και, λόγω του βαθμού γενίκευσης και της έκτασης που απαιτεί, ξεφεύγει από τα πλαίσια ενός άρθρου που αναφέρεται στον «Big Brother». Θα προσπαθήσω όμως να σκιαγραφήσω σε αδρές γραμμές μερικές προτάσεις που εδράζονται στις αποφάσεις του 16ου Συνεδρίου και νομίζω, ανακύπτουν άμεσα και χειροπιαστά από την ίδια την πραγματικότητα, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί. Ασφαλώς, τις πρώτες αυτές σκέψεις, που θα τις διατυπώσω τηλεγραφικά, τις παραθέτω ως αντικείμενο συζήτησης και επεξεργασίας:

Λόγω της ιδιόμορφης ιστορικής εξέλιξης του καταμερισμού εργασίας, οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την υλική παραγωγή και την παραγωγή πνευματικών αγαθών, ως δύο ξεχωριστές σφαίρες παραγωγής. Επίσης, αντιλαμβάνονται τον εργάσιμο και τον ελεύθερο χρόνο σαν δύο διαφορετικές πλευρές της ζωής τους (όπως εξάλλου διακρίνουν την ατομική από την κοινωνική συμπεριφορά, θεωρούν πως η πολιτική είναι άσχετη προς τον πολιτισμό, πως η ηθική, η αισθητική και η ιδεολογία είναι πράγματα σαφώς διακεκριμένα και άσχετα προς την υλική παραγωγή κλπ.). Η καπιταλιστική παραγωγή ενισχύει τον κατακερματισμό της κοινωνικής συνείδησης αυθόρμητα, καθώς η ίδια είναι κατακερματισμένη στο μέγιστο βαθμό.

Σαν αποτέλεσμα αυτών, έχουν διαμορφωθεί ιστορικά, διαφορετικά κοινωνικά κινήματα για καθένα πρόβλημα της κοινωνικής ζωής (το συνδικαλιστικό, το οικολογικό, το κίνημα για την ειρήνη, για τα δημοκρατικά δικαιώματα, για τη γυναίκα κλπ.), όπου το καθένα αντιστοιχεί υποτίθεται, στο ιδιαίτερο πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσει.

Στο μεταξύ, ο καπιταλισμός -ενώ κατακερματίζει κάθε τμήμα της παραγωγής ταυτόχρονα- ενοποιεί την παραγωγή στο επίπεδο της ιδιοκτησίας των μέσων και στο επίπεδο της διεύθυνσής της (δηλαδή στο επίπεδο των σκοπών και των στόχων της). Συγκεντρώνει όλες τις πλευρές της παραγωγής (τόσο των υλικών όσο και των πνευματικών αγαθών) και τις μετατρέπει σε ομοειδείς καπιταλιστικές επιχειρήσεις που αλληλοεξαρτώνται οικονομικά, αλληλοκαθορίζονται ποιοτικά και συνδιαμορφώνουν την κοινωνική ζωή στο σύνολό της, είτε αφορά στον ελεύθερο είτε στον εργάσιμο χρόνο, στην ατομική ή στην κοινωνική ζωή των ανθρώπων.

Από την ίδια την πραγματικότητα ανακύπτει λοιπόν το καθήκον των κομμουνιστών που προσδιορίζει το Συνέδριο, να δείχνουν την εξέλιξη και την ενότητα των κοινωνικών φαινομένων. Ειδικά -σε σχέση με το θέμα που μας απασχολεί- οι κομμουνιστές θα πρέπει επίσης να δείχνουν την ενότητα ελεύθερου και εργάσιμου χρόνου σε όλες τις πλευρές τους.

Επίσης, από την πραγματικότητα ανακύπτει όλο και πιο έντονα η ανάγκη ενοποίησης των επιμέρους κοινωνικών κινημάτων -όσων αφορούν στον ελεύθερο χρόνο- μεταξύ τους και με το εργατικό κίνημα, ώστε από την πάλη για άλλα ή για ευρύτερα ζητήματα, να προβάλλει αβίαστα η αντίσταση στο πολιτισμικό προϊόν της άρχουσας τάξης.

Συνεπώς, μέσα από τη συνειδητοποίηση της ενότητας των προβλημάτων πρέπει να δημιουργηθούν σταδιακά συνθήκες ολόπλευρης συνεργασίας των επιμέρους κινημάτων, συνθήκες ώσμωσης και κατάργησης της μεταξύ τους αυτονομίας, των τειχών που τα διακρίνουν και που καθιστούν την πάλη τους συγκυριακή, αποσπασματική και αναποτελεσματική.

Το πολιτισμικό περιβάλλον γενικά αλλά και οι συγκεκριμένες εκπομπές ειδικά, δημιουργούν τις κατάλληλες ευκαιρίες για μια τέτια κοινή δράση σύγκλισης. Π.χ. πολλά διαφορετικά κινήματα θα μπορούσαν να καλέσουν τα μέλη τους σε κινητοποίηση για το πρόβλημα των «Big Brother»: εκπολιτιστικοί σύλλογοι, το κίνημα για τον εκδημοκρατισμό της κοινωνικής ζωής, το κίνημα των γυναικών, όπως επίσης και όλα τα εργατικά σωματεία (η ΟΛΜΕ, η ΔΟΕ, οι Σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων, τα εργατικά συνδικάτα). Αν λοιπόν έγραφα προηγουμένως πως οι εκπομπές αυτές ανατροφοδοτούν και στηρίζουν ιδεολογικά το σύστημα, γράφω τώρα πως ανοίγουν καινούργιες δυνατότητες πάλης για το εργατικό κίνημα και τους κομμουνιστές.

Γενικότερος στόχος μας πρέπει να είναι το εργατικό κίνημα να πρωτοστατήσει σ’ ένα μέτωπο για τον «ελεύθερο χρόνο», με αντιμονοπωλιακή, αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση, σε στενή σύνδεση με τα ζητήματα και αιτήματα που αφορούν τον εργάσιμο χρόνο.

Βασικός του άξονας θα πρέπει να είναι η απαίτηση για περισσότερο ελεύθερο χρόνο, (επέκταση του ελεύθερου χρόνου σε βάρος του εργάσιμου), αλλά και για μεγαλύτερη ποιότητα στον ελεύθερο χρόνο: καλύτερες συνθήκες ζωής, δημοκρατία στην κοινωνική ζωή, ειρήνη και συνεργασία των ανθρώπων, υπεράσπιση και βελτίωση του περιβάλλοντος, πιο δημιουργικό ελεύθερο χρόνο στο μέτρο του ανθρώπου, ελεύθερη έκφραση των αναγκών της εργατικής τάξης. Γύρω από έναν τέτιο άξονα μπορούν να συνενωθούν διάφορα κινήματα, όπως είναι αυτό για την ειρήνη, για τα δημοκρατικά δικαιώματα, για την υγεία, το οικολογικό κίνημα, το κίνημα για τον πολιτισμό και τον αθλητισμό, κατά των ναρκωτικών, του γυναικείου κινήματος κλπ. Να συνενωθούν μεταξύ τους και με το ευρύτερο εργατικό κίνημα, ώστε να συνδυαστούν σε ενιαία κατεύθυνση αγώνες, που τώρα διεξάγονται διάσπαρτοι.

Ενα τέτιο κίνημα θα μπορεί επίσης να «στεγάσει» την αυθόρμητη αντίδραση στον πολιτισμικό εκφυλισμό της τηλεόρασης, να τη γονιμοποιήσει με τη συνείδηση του κοινωνικού ρόλου της εργατικής τάξης, να της προσδώσει σταθερότητα, αιτήματα πάλης, κοινωνική εμβέλεια και προοπτική. Στο βαθμό που θα έχει κάποιες κατακτήσεις, θα παράγει επίσης σταδιακά πολιτισμικό έργο, ως εναλλακτικό πόλο πολιτισμού που θα υλοποιηθεί απρόσκοπτα, στη μελλοντική κοινωνία των εργατών. Ετσι, ο πολιτισμός με την ευρύτερη έννοιά του θα γίνει αντικείμενο συνειδητής λαϊκής πάλης, που θα ανασύρει τις μάζες από την παθητική κατανάλωση του σκυλάδικου, της αμορφωσιάς και του τηλεοπτικού αμοραλισμού, καλλιεργώντας ταυτόχρονα στο λαό την πεποίθηση πως μπορεί να πλάθει την κοινωνία του συλλογικά, σύμφωνα με το δικό του μέτρο.

Το κίνημα «για τον ελεύθερο χρόνο» προβάλλει σήμερα, σε συνθήκες επίθεσης της κυρίαρχης τάξης στον κατακτημένο πολιτισμό, ως επιτακτική ανάγκη, αλλά και ως προϋπόθεση για την ανάπτυξη ενός κραταιού εργατικού κινήματος: Οπως κάθε ανάπτυξη του πολιτισμού προϋποθέτει την ανάπτυξη των λαϊκών κινημάτων, έτσι και κάθε ανάπτυξη των λαϊκών κινημάτων προϋποθέτει την ανάπτυξη εκείνου του πολιτισμού που θα το εμπνέει και θα διαδίδει τους στόχους του στην κοινωνία.



Ο Αστέριος Λάμπρου είναι ζωγράφος, διδάκτορας της Αισθητικής των ΜΜΕ.