ΤΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΖΗΤΗΜΑ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Η συζήτηση και ο αγώνας για την ισοτιμία και τα δικαιώματα των γυναικών ήταν, είναι και θα είναι επίκαιρος για μια μεγάλη ακόμη περίοδο και στο μέλλον. Το ζήτημα της ισοτιμίας ήταν ένα ζήτημα που κυριάρχησε σαν προβληματισμός και προπάντων σαν δράση στις γραμμές του γυναικείου κινήματος όλο τον 20ό αιώνα και έτσι το σύνθημα αυτό για ισοτιμία και ίση μεταχείριση παραμένει στην προμετωπίδα των γυναικείων οργανώσεων, του γυναικείου κινήματος και ως ένα βαθμό των γενικότερων λαϊκών αγώνων.

Θα ήθελα όμως να θέσω ένα ερώτημα: Μας αρκεί σήμερα να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας -πρέπει βεβαίως να το κάνουμε- απλά στον αγώνα για την ισοτιμία της γυναίκας; Επαναλαμβάνοντας και συνεχίζοντας ένα σύνθημα, που βεβαίως έχει ισχύ και δυναμική σήμερα -και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να το εγκαταλείψουμε- αρκεί όμως να συζητάμε μόνο για ισοτιμία και ίση μεταχείριση της γυναίκας; Σε ποια κοινωνία; Στα πλαίσια ποιας πολιτικής;

Είναι επίκαιρο το γυναικείο ζήτημα με πολλές νέες οπτικές σήμερα. Για πολλά χρόνια πριν φαινόταν κραυγαλέο καθώς η ανισότητα της γυναίκας ήταν χαραγμένη στο νόμο, βεβαίως και στο νου και τη συνείδηση ενός μεγάλου μέρους του λαού μας, παρά το γεγονός ότι είναι συμφέρον του η ισοτιμία, η ίση μεταχείριση και τα ίσα δικαιώματα της γυναίκας.

Ηταν όμως κραυγαλέο, καθώς οι νόμοι κατοχύρωναν την ανισοτιμία της γυναίκας, δηλαδή αυτό που υπήρχε και αναπαραγόταν στη ζωή. Σήμερα, η ανισοτιμία είναι επίσης κραυγαλέα, μέσα όμως σε συνθήκες που οι νόμοι και στην Ελλάδα και διεθνώς αναγνωρίζουν την ισότητα της γυναίκας και μάλιστα τα τελευταία χρόνια είμαστε ακροατές και ακροάτριες μιας μεγάλης καμπάνιας εκεί που καταπιέζονται τα δικαιώματα των γυναικών. Μιας καμπάνιας με αρκετή δόση υποκρισίας, αφού γίνεται ένας επιτηδευμένος διαχωρισμός ανάμεσα, στις «ισότιμες» γυναίκες της πολιτισμένης δύσης που χρειάζεται ίσως να γίνουν περισσότερο ισότιμες και στην κραυγαλέα ανισοτιμία των γυναικών του λεγόμενου τρίτου κόσμου. Προσπαθώντας έτσι να βάλουν ορισμένα πλαίσια στο ζήτημα της ισότητας, στενεύοντάς την, αφού πλέον σαν περιεχόμενό της αναδεικνύεται ο διαφορετικός τρόπος ζωής των γυναικών της λεγόμενης πολιτισμένης και αναπτυγμένης Δύσης.

Το ερώτημα λοιπόν που θέτουμε είναι: Ισοτιμία, σε ποια κοινωνία; Και ποια η σχέση της με την ισότητα; Εμείς επιδιώκουμε να ανοίξουμε περισσότερο τη συζήτηση στις γυναίκες για το ζήτημα της ισοτιμίας, αλλά δεν μπορούμε να την περιμένουμε ή να την περιορίζουμε στα πλαίσια αυτής της κοινωνίας που ζούμε, μιας κοινωνίας νεοφιλελεύθερης ζούγκλας, μιας κοινωνίας που τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει ακόμα πιο κραυγαλέα δείγματα της ταξικής ανισότητας και σε αυτά τα πλαίσια και της ιδιαίτερης μεγάλης ανισότητας της γυναίκας.

Ισοτιμία σημαίνει ένας δυναμικός αγώνας, ένα δυναμικό αίτημα για χειραφέτηση. Αυτός όμως ο δυναμικός αγώνας μπορεί να δώσει πιο σίγουρους καρπούς όταν δένεται αναπόσπαστα με τον αγώνα για κοινωνική ισότητα. Οχι μόνο ανάμεσα στους άντρες γενικά και στις γυναίκες, αλλά την κοινωνική ισότητα που βασίζεται και εμπεδώνεται μέσα στην κατάργηση κάθε μορφής ταξικής εκμετάλλευσης, κάθε εκμετάλλευσης που αναπτύσσεται ακριβώς εκεί που υπάρχει ταξική καταπίεση. Ισοτιμία των γυναικών, στα πλαίσια της πάλης για την κοινωνική ισότητα των ανθρώπων.

Ο αγώνας, ακόμα και με το περιορισμένο για τις σημερινές συνθήκες αίτημα της ισοτιμίας που οπωσδήποτε βρίσκεται στην επικαιρότητα, είναι ένας αγώνας που συμφέρει ποιους; Τις γυναίκες, μόνο; Δυστυχώς παρά τα βήματα που έχουν γίνει στη συνείδηση και των ίδιων των γυναικών και γενικότερα, παρά το γεγονός ότι κάποιες κραυγαλέες προκαταλήψεις, τουλάχιστον επίσημα διακηρυγμένες στο παρελθόν, έχουν παραμεριστεί ή έχουν αδρανοποιηθεί, παρόλα αυτά εξακολουθεί να θεωρείται ότι ο αγώνας για την ισοτιμία των γυναικών είναι ένας αγώνας που κατεξοχήν συμφέρει τις ίδιες τις γυναίκες. Είναι ένας αγώνας που μπορεί να μη συμφέρει το ίδιο τους άντρες, έστω και αν αυτοί ανήκουν στην ίδια τάξη, μιλώντας πάντα για τις γυναίκες της εργατικής τάξης και των άλλων καταπιεζόμενων λαϊκών στρωμάτων.

Χρειάζεται να συνειδητοποιηθεί ευρύτερα από το λαό, ότι ο αγώνας για την ισοτιμία της γυναίκας θα φέρει εξίσου μεγάλα κέρδη και για το συνάδελφό της, το σύμμαχό της άνδρα. Γιατί ο αγώνας για την ισοτιμία της γυναίκας, ιδιαίτερα σήμερα, είναι αγώνας που πλήττει τα κέρδη, που αντικειμενικά και αναπόφευκτα παραπέμπει στο σύνολο των προβλημάτων της λαϊκής οικογένειας, παίρνοντας σαν βάση τις εργασιακές σχέσεις, την παραγωγική διαδικασία. Επομένως τα θέματα της ισοτιμίας της γυναίκας είναι αναπόσπαστα δεμένα με την πάλη για την κατάργηση της εκμετάλλευσης, είναι αναπόσπαστα δεμένα με την πάλη που αναπτύσσουμε σήμερα εναντίον των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων που πλήττουν εξίσου και τα δύο φύλα, αλλά που οπωσδήποτε διατηρούν και αναπαράγουν και στις σημερινές συνθήκες το διαφορετικό ρόλο των δύο φύλων.

Η συζήτηση αυτή έχει μεγάλη σημασία γιατί βρισκόμαστε σε μια περίοδο που γίνονται σημαντικές διεργασίες, συγκρίνοντας την πραγματικότητα, όχι με τη δεκαετία του ’70 και του ’80, όπως συνήθως γίνεται, αλλά με τις αρχές του ’90, τότε που κυριάρχησε παγωνιά από την αντεπανάσταση και δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι, όχι μόνο η ιδεολογία και η πολιτική της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, αλλά και οι κατακτήσεις, οι αγώνες των λαών και η ταξική πάλη πήραν τέλος. Ζούμε πραγματικά μια περίοδο όπου η επίθεση εναντίον των λαών σημειώνει νίκες και κατακτήσεις αν και όχι όσες θα ήθελαν οι υποκινητές και καθοδηγητές της, και στην Ελλάδα, και διεθνώς. Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχουν αντιδράσεις, διεργασίες, υπάρχει τάση ριζοσπαστικοποίησης και θα ήταν λάθος να δούμε μονόπλευρα μόνο την καταχνιά και όχι το φως που αρχίζει και φαίνεται πίσω της.

Αναφέρομαι στις σημαντικές κινητοποιήσεις που έγιναν στον τόπο μας αλλά και σε άλλες χώρες της Ευρώπης και στα κινήματα εναντίον της ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης. Υπάρχουν αντιστάσεις. Το ζητούμενο, λοιπόν, σήμερα είναι ακριβώς να τοποθετήσουμε την πάλη για τα δικαιώματα της γυναίκας σε αυτό το φόντο και να φιλοδοξήσουμε όχι απλώς να εμποδίσουμε ορισμένα μέτρα που δρομολογούνται εναντίον των γυναικών, αλλά η γυναικεία δυναμική να πολλαπλασιάσει την αποτελεσματικότητα του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Και πραγματικά έχει σημασία να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας σε αυτές τις αντιστάσεις.

Επιτρέψτε μου όμως για να επιβεβαιωθούν αυτά που ανέφερα, να ανατρέξω στο παρελθόν γιατί έχει σημασία να μην αποκόπτεται το κίνημα από αυτό το παρελθόν. Βεβαίως υπάρχουν νέα προβλήματα, νέα φαινόμενα, ωστόσο υπάρχουν πράξεις του παρελθόντος που διατηρούν την αξία τους σήμερα. Νιώθω την ανάγκη να επικαλεστώ τα λόγια μιας μεγάλης γυναίκας κομμουνίστριας, της Ρόζας Ιμβριώτη, δασκάλας, πνευματικής γυναίκας, επαναστάτριας που μοιράστηκε τα πάντα με τις γυναίκες του μόχθου και να αναφερθώ σε ένα πολύ σημαντικό και επίκαιρο απόσπασμα που εμπεριέχεται στο βιβλίο «Παιδεία και κοινωνία», που εκδόθηκε από τη «Σύγχρονη Εποχή» και μέσα σε αυτό κάνει ένα κάλεσμα στις νέες γυναίκες. Εχει πολύ μεγάλη σημασία για τις νέες κοπέλες που νομίζουν ίσως ότι ζουν σε ένα κόσμο με λιγότερες προκαταλήψεις και λιγότερες διακρίσεις. Αναφέρει λοιπόν τα εξής: «Νέες της Ελλάδας ακούστε τη φωνή από τις παλιές γενιές. Θα με ρωτήσετε τι σχέση μπορεί να έχουμε εμείς οι άνθρωποι του παρόντος και του μέλλοντος με σας τους ανθρώπους του παρελθόντος. Σας απαντούμε με το στόμα του Τσέχωφ: Καμία. Ομως δεν πρέπει να ξεχνάτε. Εμείς οι άνθρωποι της γης οργώσαμε το φλοιό της, οργώσαμε τις θάλασσες, τους ουρανούς και έχουμε ανοίξει τους δρόμους για σας τους ανθρώπους του διαστήματος. Πεινάσαμε, πονέσαμε, ματώσαμε, βασανιστήκαμε, όμως με όρθια την ψυχή και το νου καταφέραμε να ανεβούμε σκαλί σκαλί τη δύσκολη κλίμακα της λευτεριάς και της αλήθειας. Τώρα θα ανεβείτε εσείς πιο ψηλά για να εξασφαλίσετε τη λευτεριά και την αλήθεια». Τους δρόμους της λευτεριάς που χάραξε το γυναικείο, το εργατικό και λαϊκό κίνημα πρέπει να τους εκτιμήσουμε και αυτοί οι δρόμοι της λευτεριάς παραμένουν ανοιχτοί και σήμερα, παρά τα πισωγυρίσματα και τις προσωρινές ήττες.

Παρακάτω αναφέρεται στην πολιτικοποιημένη γυναίκα. Αυτό το θέμα, πρέπει να το αντικρίσουμε σήμερα από άλλη σκοπιά, με άλλη τακτική και άλλη γλώσσα. Το επιβάλλει η σημερινή πραγματικότητα. Για παράδειγμα, είναι χρέος της γυναίκας να περιφρουρήσει την ειρήνη, να προλάβει τον όλεθρο του πολέμου, όμως για να γίνει τούτο δυνατό χρειάζεται συμμετοχή όλων των γυναικών στην πολιτική ζωή. Χρειάζεται πολιτικοποίηση των γυναικών από τα καταπιεσμένα λαϊκά στρώματα σε ολόκληρο τον κόσμο. «Και νομίζω -συνεχίζει η Ρόζα Ιμβριώτη- ότι πρέπει να εξηγηθούμε με το φεμινισμό. Ο φεμινισμός δεν είναι δεκτός για μας όταν κάνει στόχο του μόνο τον άντρα, όταν ορθώνει τις γυναίκες μόνο ενάντια στους άντρες, ενάντια ακόμα και σε εκείνους που είναι σύντροφοι στην εργασία, καταπιεσμένοι κάτω από σκληρή εκμετάλλευση, γιατί τότε σε τελευταία ανάλυση στρέφεται κατά του εργατικού δυναμικού και του δημοκρατικού κινήματος. Αυτόν το φεμινισμό τον θεωρούμε επιζήμιο γιατί η γυναίκα οδηγείται στην πάλη μεταξύ των δύο φύλων, αυτό βοηθά την αντίδραση. Εμείς το φεμινισμό τον τοποθετούμε σε άλλη βάση. Να είσαι φεμινιστής θα πει ισότητα, είσαι οπαδός κάθε ισότητας και επόμενα της ισότητας μεταξύ άνδρα και γυναίκας σε όλα τα πεδία, θα πει ότι αγωνίζεται για την προαγωγή της γυναίκας μέσα σε μια κοινωνία όπου οι προλήψεις και οι παραδόσεις ακόμα και ο νόμος την έβαλαν χαμηλότερα. Αγωνίζονται οι κομμουνιστές να πάψει η αντίληψη που επικρατεί πως κάθε φύλο έχει τη δική του αποστολή, πλάι στην εργασία αγωνίζονται και οι δύο, άντρες και γυναίκες για το ψωμί. Τούτη η σκληρή πραγματικότητα ανοίγει τα μάτια και την κάνει σύμμαχο του άντρα. Βλέπουν και οι δυο τον κύριο εχθρό, που είναι το μεγάλο κεφάλαιο και τότε συνειδητοποιούν την ταξική πάλη. Εχουν τα ίδια προβλήματα, τους ίδιους αγώνες, την ίδια κοινωνική συνείδηση, τις ίδιες ελπίδες. Διαμαρτύρονται και κατακρίνουν την παλιά κοινωνία για τις απόψεις σχετικά με τις σχέσεις των δύο φύλων».

Βεβαίως, σήμερα έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που η Ρόζα Ιμβριώτη έγραψε τα παραπάνω, αλλά δυστυχώς αποδεικνύεται πως οι προλήψεις και οι προκαταλήψεις έχουν μεγαλύτερη δύναμη, αντέχουν ακόμα και όταν η πραγματικότητα αλλάζει. Γι' αυτό απαιτείται μεγάλη προσωπική και συλλογική προσπάθεια ώστε οι αναχρονιστικές αντιλήψεις και πρακτικές να ξεριζωθούν από το μυαλό και τις συνήθειες της καθημερινής ζωής. Γι' αυτό σήμερα η απαίτηση για κοινό αγώνα ανδρών και γυναικών για τα προβλήματα της λαϊκής οικογένειας και ιδιαίτερα για τα προβλήματα της γυναίκας πρέπει να πάρει σάρκα και οστά. Το πρώτο ζήτημα που έθεσε η Ρόζα Ιμβριώτη είναι η πολιτικοποίηση της γυναίκας. Ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες που φαινομενικά ή και πραγματικά σε ένα βαθμό οι γυναίκες, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, δεν έχουν τον ίδιο τρόπο ζωής με τον παλιό, αφού έχει βελτιωθεί και με τους αγώνες, αλλά και γιατί το ίδιο σύστημα ήθελε τις γυναίκες σε περισσότερους τομείς. Σήμερα λοιπόν που ορισμένα πράγματα έχουν αλλάξει -βέβαια απειλούνται κιόλας αυτά που έχουν αλλάξει- αυτό που προέχει για την πιο μαζική είσοδο των γυναικών στην πάλη, αλλά και για τη γενικότερη ευαισθητοποίηση στα ζητήματα της ανισότητας των φύλων είναι η γενικότερη πολιτικοποίηση.

Αυτό χρειάζεται να το μελετήσουμε καλύτερα, ιδιαίτερα όσον αφορά στη δράση του Κόμματος και στη συμβολή του στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και το γυναικείο. Σχετικά με την πολιτικοποίηση της γυναίκας, πολλές φορές διστάζουμε ή και παρασυρόμαστε και από αυτές τις αναχρονιστικές αντιλήψεις, ότι η γυναίκα καταλαβαίνει λιγότερα, διστάζουμε να βάλουμε ανοιχτά στις γυναίκες το σύνολο του πολιτικού προβλήματος του τόπου. Προσπαθούμε μέσα από τις ιδιαίτερες ευαισθησίες που πραγματικά έχει η γυναίκα για το παιδί, για την οικογένεια, τα προβλήματα της γειτονιάς, του πολέμου, της μόρφωσης, της εγκληματικότητας και των ναρκωτικών (γιατί με αυτά καταπιάνεται περισσότερο), να συμβάλλουμε στην πολιτικοποίησή της. Πολλές φορές θεωρούμε ότι βοηθάμε σε αυτό, αν περιορίζουμε τη συζήτηση στα ζητήματα που την ευαισθητοποιούν, μη κατανοώντας ότι σήμερα υπάρχουν προϋποθέσεις θαρραλέα και ανοιχτά να βάλουμε το σύνολο των πολιτικών προβλημάτων και σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο. Σήμερα και «το μάτι και το αυτί» των γυναικών, παρά τις δυσκολίες, είναι πιο πρόθυμο και ανοιχτό να μας ακούσει. Να μην υποβιβάζουμε τη συζήτηση των γυναικείων προβλημάτων μόνο σε επιμέρους πλευρές αλλά αντίθετα να τα φωτίζουμε μέσα από το γενικό πολιτικό πρόβλημα της χώρας.

Ομως για να ανέβει ο αγώνας για την ισοτιμία της γυναίκας, για να κατανοηθεί η σχέση της ισοτιμίας με την κοινωνική ισότητα, ο κρίκος του προβλήματος βρίσκεται σε ένα πεδίο, κυρίως, στο τι κάνει το εργατικό κίνημα της χώρας, στο πώς εμείς οι κομμουνιστές έχουμε αναδείξει σαν ένα από τα πιο βασικά προβλήματα της εργατικής τάξης το πρόβλημα της θέσης και του ρόλου των γυναικών. (Αυτό δε σημαίνει κατάργηση του ρόλου του ιδιαίτερα οργανωμένου γυναικείου κινήματος, αλλά συμμαχία μαζί τους. Το γυναικείο κίνημα χρειάζεται. Ομως ο κρίκος του προβλήματος βρίσκεται στο τι κάνει το εργατικό κίνημα γενικότερα). Σε καμιά περίπτωση δεν υποτιμούμε το σημαντικό ρόλο που έπαιξε από τα τέλη ακόμα του 19ου αιώνα το γυναικείο κίνημα. Αξίζει να θυμηθούμε ακόμα και το γεγονός ότι προοδευτικό ρόλο έπαιξαν και οι γυναίκες της αστικής τάξης, όταν αυτή διαδραμάτιζε έναν προοδευτικό ρόλο σε σχέση με το προηγούμενο κοινωνικό σύστημα.

Αλλά το γυναικείο κίνημα γνώρισε τη μεγαλύτερη έξαρσή του μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και την ανάδειξη της εργατικής τάξης σε πρωτοπόρα επαναστατική δύναμη. Και τότε και σήμερα το γυναικείο κίνημα έχει θέση και σημαντικό ρόλο στον αγώνα για την ισοτιμία της γυναίκας, αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να κρύψει από τα μάτια μας, ιδιαίτερα τώρα που παραβιάζονται τα δικαιώματα των γυναικών κατά το χειρότερο τρόπο, ότι αυτός ο αγώνας για τα προβλήματα των γυναικών δε βρήκε τη θέση του μέσα στο εργατικό κίνημα της χώρας. Γιατί; Ακριβώς γιατί αν βγάλεις όλα τα στρώματα του κρεμμυδιού που καλύπτουν το γυναικείο πρόβλημα, αποκαλύπτεται ότι η αιτία της ύπαρξής του είναι η ταξική ανισότητα.

Δεν είναι δυνατό η γυναίκα να βρει την ισοτιμία της όσο ζούμε σε μια κοινωνία όπου η εργατική δύναμη ανδρών και γυναικών, χρησιμοποιείται σαν εμπόρευμα (βεβαίως η γυναίκα είναι πιο φτηνό εμπόρευμα), όμως γενικά πιο φτηνό εμπόρευμα υπάρχει γιατί η ανθρώπινη εργασία χρησιμοποιείται σαν εμπόρευμα. Από τη στιγμή που υπάρχει η εμπορευματοποίηση της εργατικής δύναμης όλα τα άλλα έρχονται μόνα τους, με την πολιτική και στρατηγική των κυβερνήσεων. Ποια δύναμη είναι αυτή που μπορεί να παίξει τον πιο πρωτοπόρο και ουσιαστικό ρόλο στην πάλη για την ισοτιμία και την απελευθέρωση της γυναίκας; Το εργατικό κίνημα είναι εκείνο που σε συμμαχία και σύμπλευση με το γυναικείο, πρέπει να φέρει στην πρώτη γραμμή τον αγώνα για τα δικαιώματά της. Αλλωστε σήμερα, αυτός είναι κι ένας δρόμος για τη μαζικοποίηση του αγώνα και τη διεύρυνση των συμμαχιών της εργατικής τάξης και με τις γυναίκες των άλλων λαϊκών στρωμάτων που επίσης καταπιέζονται.

Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα σήμερα πρέπει να κάνει το μεγάλο βήμα προς τα μπρος, όσον αφορά τη διεκδίκηση μιας διαφορετικής θέσης των γυναικών και μέσα στις γραμμές του και στον αγώνα.

Βεβαίως το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα είναι -στην κύρια κατεύθυνσή του, στα ηγετικά του όργανα, στις επίσημες συνδικαλιστικές ηγεσίες- ενσωματωμένο στην κυρίαρχη πολιτική. Είναι ένα κίνημα που αποθαρρύνει την ενεργοποίηση ανδρών και γυναικών και κατά συνέπεια δεν είναι δυνατόν να ανοίξει τις φτερούγες του για να προσελκύσει τις γυναίκες που είναι πολύ λιγότερο συνδικαλισμένες και λιγότερο δραστήριες μέσα στο κίνημα.

Υπάρχουν όμως δυνάμεις ταξικές, ριζοσπαστικές μέσα στις γραμμές του συνδικαλιστικού κινήματος, όπως το ΠΑΜΕ, αλλά και δυνάμεις που θα πολλαπλασιάζονται στην πορεία. Αυτές είναι που πρέπει να σηκώσουν το κύριο βάρος, να φέρουν το γυναικείο ζήτημα στην πραγματική του κοίτη, εκεί που θα αποκτήσει προοπτική, στις γραμμές του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.

Ισως θεωρηθεί ότι είναι δύσκολο και δεν υποτιμούμε το γεγονός ότι είναι. Ακόμα πιο δύσκολο σήμερα για μια εργαζόμενη γυναίκα, για μια γυναίκα που αναζητά δουλειά είναι να τα συνταιριάσει όλα. Ζούμε αυτές τις δυσκολίες και θα τις έχουμε μπροστά μας για πολύ ακόμη καιρό. Αλλά για τον αγώνα αυτό μπορεί να αποτελεί μια εξήγηση, μια αιτιολογία, δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία, ίσα-ίσα οι πιο βασανισμένες γυναίκες είναι αυτές που πρέπει να μπουν μπροστά και να αποτελέσουν τον φάρο και για τις υπόλοιπες γυναίκες.

Βεβαίως είναι υπόθεση του Κόμματος να συμβάλλει, ώστε το γυναικείο ζήτημα να γίνει υπόθεση του λαϊκού κινήματος, του εργατικού κινήματος. Ζούμε σε μια φάση που στο όνομα της ισοτιμίας παίρνονται πίσω κατακτήσεις. Ακόμα και παρά το γεγονός ότι αυτές ποτέ δεν ήταν καθολικές για όλες τις γυναίκες, δεν ήταν ίσες και ισότιμες για όλο το γυναικείο πληθυσμό, όπως για παράδειγμα ανάμεσα στις γυναίκες της πόλης και σε αυτές της υπαίθρου. Σε μεγάλο βαθμό αυτό ίσχυε και για τον αντρικό πληθυσμό. Σε άσχημη θέση ήταν και είναι οι αυτοαπασχολούμενες επαγγελματίες γυναίκες. Παρ’ όλα αυτά πολύ σωστά υπερασπιζόμαστε αυτές τις κατακτήσεις και παλεύουμε για τη διεύρυνσή τους.

Ποιες κατακτήσεις παίρνουν πίσω; Εκείνες που συνδέονται με την εργασία, τις εργασιακές σχέσεις, με τα κέρδη και τα κεφάλαια. Γίνονται πάρα πολλές προσπάθειες να διευρυνθεί ο χάρτης επαγγελμάτων των γυναικών. Ορισμένα επαγγέλματα που ήταν απαγορευμένα για τις γυναίκες σήμερα δεν είναι, όπως για παράδειγμα στο στρατό, στο δικαστικό σώμα και αλλού, τομείς που ήταν απρόσιτοι. Σε τομείς που δε θίγεται η κερδοφορία του κεφαλαίου, εκεί δεν έχουν πρόβλημα να εργάζονται γυναίκες. Πολλαπλασιάζουν την προσπάθεια για συμμετοχή των γυναικών στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Είναι μια εκστρατεία οπωσδήποτε υποκριτική, αλλά σε ένα βαθμό ασκεί μια επίδραση στις γυναίκες, δημιουργεί ένα αίσθημα αφύπνισης.

Σε ορισμένα ζητήματα όμως είναι εντελώς ανελαστικοί. Για παράδειγμα: Ανέτρεψαν εντελώς την απαγόρευση νυχτερινής εργασίας στη γυναίκα. Ανεβάζουν κατά 5 χρόνια το όριο συνταξιοδότησης στη γυναίκα. Ολα τα μέτρα που παίρνουν διασφαλίζουν την κερδοφορία και μάλιστα σε μια περίοδο που ο καπιταλισμός δε βρίσκεται και στις καλύτερες μέρες του, έχει δυσκολία να αναπαράγει το κεφάλαιο και από αυτή την άποψη διεξάγει μια ολομέτωπη επίθεση και στα δύο φύλα. Αλλά σε αυτή την επίθεση γίνεται προσπάθεια οι κατακτήσεις των γυναικών να παρθούν πίσω και να χρησιμοποιηθεί η γυναίκα ακριβώς σαν μια ακόμα πιο φτηνή εργατική δύναμη, εξασφαλίζοντας την προώθηση της γενικότερης στρατηγικής.

Σήμερα τα προβλήματα που έχουν σχέση με τα δικαιώματα της γυναίκας και οι διεκδικήσεις πρέπει να ξεκινούν από τις εργασιακές σχέσεις. Η ανατροπή τους, η γενίκευση της μερικής και ελαστικής απασχόλησης θα είναι ένα συντριπτικό πραγματικά πλήγμα για τις γυναίκες. Και για όσες εργάζονται, και για όσες θέλουν να εργαστούν. Και για τους άντρες αναμφισβήτητα. Δεν μπορούμε όμως σήμερα να συζητάμε για ίσα δικαιώματα των γυναικών αν δε βάλουμε στο κέντρο της προσοχής τις εργασιακές σχέσεις, αποκαλύπτοντας τι σημαίνει η ανατροπή τους. Αναπτύσσονται μια σειρά δραστηριότητες για τα δικαιώματα της γυναίκας, αλλά αποκομμένες από τη μήτρα που γεννά τα προβλήματα, τις εργασιακές σχέσεις, θα φέρουν πολύ πενιχρά αποτελέσματα ή θα ικανοποιήσουν μια μικρή μερίδα των γυναικών, ιδιαίτερα εκείνων που δεν έχουν πολύ μεγάλα οικονομικά προβλήματα.

Ενα μεγάλο επίσης ζήτημα είναι το πρόβλημα της κοινωνικής πολιτικής, γενικό πρόβλημα και για τα δύο φύλα, αλλά στην πραγματικότητα υπάρχει ο διαφορετικός, δυστυχώς, καταμερισμός ρόλων που χρόνια έχει αποκρυσταλλωθεί ανάμεσα στα δύο φύλα. Εχει άμεση σχέση αυτός ο καταμερισμός με την κοινωνική πολιτική. Ο τομέας αυτός μπαίνει σε ένα μεγαλύτερο πεδίο ιδιωτικοποίησης - εμπορευματοποίησης, όχι μόνο με την έννοια του τι πληρώνουν τα λαϊκά στρώματα για την υγεία, την πρόνοια κ.ο.κ., αλλά αποτελεί ένα πεδίο συστηματικής επιχειρηματικής δράσης, διείσδυσης μεγάλων μονοπωλιακών επιχειρήσεων. Είναι πολύ σημαντικό γιατί η κοινωνική πολιτική, η οποία προς τη γυναίκα ήταν λιγότερο εξειδικευμένη και σε ποσότητα και σε ποιότητα, σήμερα, καθώς μπαίνει ολοένα και περισσότερο στα γρανάζια του κέρδους, θα εξελιχτεί σε μια πραγματική τραγωδία. Και αυτή αγγίζει και αφορά ολόκληρη την οικογένεια.

Στην κοινωνική πολιτική περιλαμβάνεται και το θέμα της σύνταξης και ο χρόνος συνταξιοδότησης, αλλά και ο χρόνος εργασίας. Η μερική απασχόληση συγκινεί τις γυναίκες με την έννοια ότι αφήνει ώρες για το σπίτι. Ομως η μερική απασχόληση σημαίνει μερικός μισθός, μερική σύνταξη και μάλιστα σε συνθήκες που ακόμη και με την πλήρη υπάρχουν γυναίκες που δεν μπορούν να συγκεντρώσουν τα ένσημα για πλήρη σύνταξη. Η μερική απασχόληση στην ουσία οδηγεί στην αύξηση της εργάσιμης μέρας. Αν θέλουν να έχουν οι γυναίκες ένα ολοκληρωμένο εισόδημα και μια ολοκληρωμένη συμβολή στην οικογένειά τους πρέπει να αναζητήσουν δεύτερη και τρίτη δουλειά. Εχουμε αύξηση της εκμετάλλευσης στην πραγματικότητα, γιατί και με τη μειωμένη απασχόληση λόγω και των νέων τεχνολογιών η γυναίκα παράγει περισσότερη υπεραξία για τον εργοδότη, δίνει περισσότερα κέρδη. Και αναμφισβήτητα έχουμε και εντατικοποίηση της δουλειάς.

Σχετικά με τη συνταξιοδότηση η κυβέρνηση λέει ότι δε θα αυξήσει το χρόνο. Μα τον έχει ήδη αυξήσει. Τον αύξησε κατά 5 χρόνια. Και το σενάριο είναι το εξής. Μια γυναίκα μπορεί να πάρει σύνταξη από τα 58 μέχρι τα 65 και τα 67, η σύνταξη όμως στα 58, αν και εφόσον έχει συγκεντρώσει τις προϋποθέσεις με τη μερική απασχόληση, θα αποτελεί ελεημοσύνη, δε θα της φτάνει. Μην τρίβουμε τα μάτια μας αν δούμε σε λίγα χρόνια αίτημα εργαζομένων να αυξηθεί το όριο συνταξιοδότησης.

Σε πολλά εργοστάσια μόλις μια γυναίκα πάει στα 53 χρόνια την απολύουν. Τη θεωρούν ασύμφορη. Αρα στα 53 της είναι ώριμη να απολυθεί μια γυναίκα, αλλά πλήρη σύνταξη πρέπει να πάρει στα 65. Προβάλλουν μάλιστα το επιχείρημα, σε σχέση με αυτό, ότι υπάρχουν νέες κοπέλες άνεργες. Το γνωστό διαίρει και βασίλευε.

Θεωρούμε ότι πρέπει να μειωθεί συνολικά ο εργάσιμος χρόνος, υποστηρίζουμε το 35ωρο, το γνήσιο, όχι αυτό που έκανε ο Ζοσπέν που αύξησε τη μερική απασχόληση. Υποστηρίζουμε ότι τα ηλικιακά όρια συνταξιοδότησης πρέπει να μειωθούν και για τη γυναίκα και για τον άνδρα. Αλλά θα περάσουν χρόνια για την εξίσωσή τους. Αυτή θα έρθει όταν υπάρξει κοινωνική ισότητα, όταν θα παίρνονται υπόψη όλοι οι άλλοι παράγοντες, βιολογικοί και άλλοι που έχουν σχέση με τον τρόπο ζωής ανδρών και γυναικών. Υποστηρίζουμε το αίτημα για σύνταξη στα 60 για τους άνδρες και στα 55 για τις γυναίκες.

Προβάλλεται βεβαίως το επιχείρημα της αύξησης του χρόνου ζωής των ανθρώπων και ρωτάνε: αυτό δεν επιδρά καθόλου; Ισα-ίσα αυτό ζητούσαμε τόσα χρόνια. Τη δημιουργία συνθηκών για αύξηση του ορίου επιβίωσης, να την καρπώνονται όμως οι εργαζόμενοι. Ο ελεύθερος χρόνος αρχίζει εκεί που τελειώνει η δουλιά. Αυτό ήταν ένα από τα βασικά ζητήματα που ασχολήθηκε ο Μαρξ. Δεν μπορεί βέβαια να ζήσει ο άνθρωπος χωρίς εργασία και δε νοείται κοινωνία που δε βασίζεται στην παραγωγική διαδικασία, αλλά ο ελεύθερος χρόνος αρχίζει εκεί που τελειώνει η εργασία. Με αυτή την έννοια η επιστήμη, οι νέες τεχνολογίες, η δυνατότητα να ανέβει η παραγωγικότητα της εργασίας, μας επιτρέπει να βάζουμε και τέτιους στόχους. Οχι μόνο να αντιδρούμε στην αύξηση του ορίου ηλικίας στη συνταξιοδότηση, αλλά να ζητάμε και μείωση. Στηρίζεται σε μια ρεαλιστική πραγματικότητα, δεν είναι μαξιμαλισμός.

Αλλά ποιες είναι σήμερα οι διαμορφωμένες ιστορικά, σύγχρονες ανάγκες του ανθρώπου; Ισως κάτω από την πίεση που δέχονται τα λαϊκά στρώματα από την αρπαγή των κατακτήσεων συρρικνώνουν τις απαιτήσεις τους. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον τομέα της υγείας. Η πολιτική που εφαρμόζεται επίσημα πια στην ΕΕ είναι η κατάργηση των συλλογικών συστημάτων υγείας-πρόνοιας. Επικαλούνται την ταξική κοινωνία, που γενικά αποφεύγουν να την αναγνωρίσουν ως πραγματικότητα. Οτι δεν είναι όλοι το ίδιο. Οτι υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί. Και άρα δεν μπορούν να υπάρχουν συλλογικά συστήματα που θα απευθύνονται σε όλους. Θα υπάρχει σύστημα που απευθύνεται στους πιο αδύνατους και το συνολικό σύστημα θα είναι εξατομικευμένο. Εδώ πρόκειται για μεγάλη παγίδα γιατί έχουμε συρρίκνωση και ευρεία ιδιωτικοποίηση του κοινωνικού τομέα και εφαρμογή του διαίρει και βασίλευε. Στην πραγματικότητα θα έχουμε μια πολιτική υγείας που θα απευθύνεται στην πιο ακραία φτώχεια και σε αυτούς που θα εξαρτώνται από την ατομική τους συμβολή για να απολαμβάνουν καλύτερες υπηρεσίες. Εμείς διεκδικούμε συλλογικό σύστημα προστασίας της υγείας, κοινωνικής πολιτικής, ίσο για όλους. Θα το επωφεληθούν θα μου πείτε και οι πλούσιοι. Ας το επωφεληθούν. Αν και αυτοί δεν έχουν ανάγκη να πάνε στο δημόσιο νοσοκομείο, στο δημόσιο παιδικό σταθμό, έχουν άλλους τρόπους. Αν δεχόμαστε κάποιες διαφορές στους μισθούς και στις συντάξεις, στον τομέα των κοινωνικών υπηρεσιών διεκδικούμε σαν στόχο πάλης ίσες υπηρεσίες, κοινωνικές, δωρεάν για όλους. Ο λαός τα έχει χρυσοπληρώσει αυτά. Και πρέπει να υπάρχει εξειδίκευση κατά κλάδο, ταμείο, φύλο, ηλικία.

Στην Ελλάδα μπορεί να υπήρχαν ορισμένες παροχές σε υπηρεσίες μητρότητας, πχ. άδειες τοκετού, αλλά επεξεργασμένη πολιτική υγείας, κοινωνική πολιτική για τη γυναίκα σε όλη την αναπαραγωγική ηλικία, αυτό δεν υπάρχει. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει τομέας που να ασχολείται με τις επαγγελματικές ασθένειες, ούτε των ανδρών ούτε των γυναικών. Υπάρχουν 35 μόνο γιατροί εργασίας. Εχουμε ποσοτικό και ποιοτικό πρόβλημα. Ιδιαίτερα στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής το γυναικείο και εργατικό κίνημα πρέπει ν’ ανεβάσουν τις απαιτήσεις τους. Διαφορετικά θα βρεθούμε στην παγίδα ενός συστήματος που θα μας πισωγυρίσει ακόμη πιο πολύ, θα βρεθούμε στο έλεος των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιριών.

Ειδικά για τη γυναίκα χρειάζεται πρόληψη, προσαρμοσμένη στον οργανισμό της και στην αναπαραγωγική του λειτουργία. Παλεύουμε για την κοινωνική ισότητα, αυτό όμως δε σημαίνει εξίσωση των δύο φύλων με δεδομένες τις διαφορές του οργανισμού τους. Είναι απαράδεκτο η υγεία να ταυτίζεται σήμερα, ουσιαστικά, με τη νοσοκομειακή περίθαλψη. Υπάρχουν και άλλα ζητήματα στον τομέα υγείας που συνθέτουν ένα μεγάλο πρόβλημα. Για παράδειγμα, οι γυναίκες μετά από μια ηλικία έχουμε ανάγκη για φυσιοθεραπείες, αλλά αυτά περικόπτονται. Οι κομμουνιστές πρέπει να τα αναδείξουμε αυτά. Είναι ανάγκη να προβάλουμε τις σύγχρονες απαιτήσεις.

Γύρω από το ζήτημα της σχέσης της μητρότητας με τη συνταξιοδότηση προβάλλονται δύο εναλλακτικά σενάρια. Το πρώτο λέει ότι όταν μια γυναίκα γεννά θα μπορεί να κάθεται 1 και 2 χρόνια, θα πληρώνεται από τον κρατικό προϋπολογισμό με ένα επίδομα και θα της παρέχουν κάποια ένσημα.

Ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας που είναι ανεξέλεγκτος -έχουμε την καπιταλιστική οικονομία της αγοράς- αυτά ακόμα και αν τα ορίσει ο νόμος, θα τα εφαρμόζει; Οχι. Τη στιγμή που για να προσλάβει γυναίκες ζητά βιογραφικό και ρωτά αν σκέφτονται να κάνουν παιδί.

Το δεύτερο σενάριο, λέει ότι μια γυναίκα με 35 χρόνια δουλειάς αν έχει 2 παιδιά θα της υπολογίζουν 39 χρόνια δουλειάς, θα της δώσουν «πλαστά ένσημα», δηλαδή πλασματικό συντάξιμο χρόνο -πλαστά συντάξιμα χρόνια- δύο για κάθε παιδί. Επεξεργάζονται λοιπόν διάφορους τρόπους, με σκοπό να περάσουν τα συλλογικά γενικά μέτρα εναντίον αντρών και γυναικών. Οπωσδήποτε πρέπει κάπως να δείξουν ότι αντιμετωπίζουν ορισμένα ζητήματα σχετικά με τις γυναίκες γιατί μια κραυγαλέα κατάσταση θα τις ξεσηκώσει. Αλλά και από την άλλη μεριά δεν πρέπει να υπάρξει καμιά εμπιστοσύνη σε αυτά τα μέτρα, γιατί η εργατική νομοθεσία για τις γυναίκες ουδέποτε εφαρμόστηκε, όπως δεν εφαρμόστηκε επαρκώς και για τους άντρες.

Γιατί η κυβέρνηση προβάλλει «την οικονομία της αγοράς», διακηρύσσει ουσιαστικά ότι ο ιδιώτης καπιταλιστής έχει το δικαίωμα να λειτουργεί την επιχείρησή του με βάση τα συμφέροντά του. Η κυβέρνηση σταματά έξω από την πόρτα του, δεν μπορεί να τον ελέγξει. Εδώ έχουν καταργηθεί και όλα τα ελεγκτικά όργανα. Αλλά ακόμα και αν τον ελέγξει, η συγκεκριμένη υπόθεση το πολύ-πολύ να φτάσει στο δικαστήριο. Αυτό, βεβαίως, αν υπάρχουν καταγγελίες από τις γυναίκες και για να υπάρξουν, πρέπει να υπάρχει ένα εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα που τους συμπαραστέκεται. Διαφορετικά πώς θα τις κάνουν τις καταγγελίες μεμονωμένες γυναίκες; Δεν πρόκειται να κάνουν.

Η πάλη για ισοτιμία λοιπόν πρέπει ταυτόχρονα να συνδέεται με την πάλη κατά της ωμής ταξικής εκμετάλλευσης, κατά των αναδιαρθρώσεων. Αυτός ο αγώνας δεν πρόκειται να ευωδωθεί αν δε συμβαδίζει με τη γενικότερη πολιτικοποίηση των γυναικών. Είναι καλό που οι γυναίκες διεκδικούν ορισμένα ζητήματα ή που διαμαρτύρονται, αλλά την ίδια ώρα είναι μέσα στο δόκανο του δικομματισμού, στο δόκανο μιας κυρίαρχης ιδεολογίας και πολιτικής που λέει «δεν μπορεί να γίνει τίποτα πέρα από μικρομερεμέτια». Με αυτή την έννοια λοιπόν η πολιτικοποίηση της γυναίκας είναι ο σημαντικός δρόμος και για τα δικά της προβλήματα αλλά και για τα γενικότερα που πάλι είναι δικά της.

Εμείς οφείλουμε να είμαστε παρόντες και παρούσες σε όλους τους αγώνες. Δεν είναι σωστή η διάκριση, μικροί και μεγάλοι αγώνες. Κάθε πρόβλημα που συγκινεί έναν κλάδο, μια περιοχή, μια ομάδα πρέπει να μας βρίσκει δίπλα της. Αλλά δε βγαίνει τίποτα μόνο με αυτό. Δεν αρκεί. Γιατί τα αιτήματα που διεκδικεί σήμερα ο λαός είναι αιτήματα, που για να μπουν σε ένα δρόμο λύσης προϋποθέτουν ανατροπή αυτής της πολιτικής. Δεν μπορούν σήμερα να ικανοποιηθούν τα βασικά κοινωνικά προβλήματα αν δε δημιουργηθούν προϋποθέσεις ανατροπής αυτής της πολιτικής. Κι όταν λέμε ανατροπή δεν εννοούμε να αλλάξει μια κυβέρνηση. Αλλά την ανατροπή του πολιτικού συσχετισμού, τη βασική αποδυνάμωση των δύο κομμάτων, αλλά και σύγκρουση, όχι μόνο με τα δύο αυτά κόμματα, αλλά και με την καπιταλιστική εργοδοσία, τις μονοπωλιακές επιχειρήσεις, με τα όργανα της εργοδοσίας. Στη Βενεζουέλα έκαναν το πραξικόπημα, ποιον έβαλαν πρόεδρο; Τον πρόεδρο του αντίστοιχου ΣΕΒ. Δεν αρκεί λοιπόν μόνο η πολιτική καταδίκη των κομμάτων αλλά χρειάζεται η πολιτική καταδίκη των κοινωνικών τους στηριγμάτων.

Εμείς, παλεύοντας για τα καθημερινά προβλήματα των εργαζομένων, καλούμε το λαό να συνειδητοποιήσει ότι πρέπει να γυρίσει την πλάτη στα δύο κόμματα, να αποδεσμευτεί από την ιδεολογία και την πολιτική τους, γιατί διαφορετικά, ενδεχομένως, η αποδέσμευση να οδηγήσει σε στροφή σε παραπλανητικούς δρόμους. Ταυτόχρονα λέμε ότι ο λαός πρέπει να συγκροτήσει το αντίπαλο δέος.

Προχτές στην τηλεόραση, σε μια εκπομπή, παραδέχτηκαν όλοι, ωμά, ότι το κράτος πρόνοιας που χτίστηκε μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο ήταν για να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος της επέκτασης του κομμουνισμού. Σήμερα που δεν υπάρχει το σοσιαλιστικό σύστημα τα παίρνουν όλα πίσω. Βέβαια, σήμερα, είναι και το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα που δεν μπορεί πια να κάνει αυτές τις παραχωρήσεις που έκανε. Αυτή η αλήθεια ομολογείται από ανθρώπους που δεν είναι κομμουνιστές. Αυτή η αλήθεια σε τι μεταφράζεται σήμερα; Στο ότι αυτή η πολιτική περνάει και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη εκεί που δεν υπάρχει ισχυρό αντίπαλο δέος. Αντίπαλο δέος που δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά ένα μέτωπο των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, το οποίο δεν περιορίζεται να διεκδικεί, αλλά βάζει πλώρη για τη διεκδίκηση εξουσίας. Ενα μέτωπο που αντιδρά και αντιπαρατίθεται εφ’ όλης της ύλης στην πολιτική, στη στρατηγική της άρχουσας τάξης και των κομμάτων της. Μεγάλες, βαριές ίσως κουβέντες για τις γυναίκες, ας βρούμε τρόπο να τις κάνουμε κατανοητές. Γιατί είναι αλήθεια. Κι αυτό επιβεβαιώνεται από παντού, καθώς έχουν δοκιμαστεί όλα τα κεντροδεξιά και κεντροαριστερά σενάρια. Μιλάνε για κίνδυνο ολοκληρωτικής συντηρητικής στροφής και νεοφασισμού, είναι υποκριτές. Βεβαίως έχουμε συντηρητική ενίσχυση. Αλλά αυτή έχει πολιτικό όνομα. Είναι τα μονοπώλια, είναι ο ιμπεριαλισμός, είναι η υπερίσχυσή τους, η στρατηγική που ακολουθείται σήμερα και βεβαίως έχει τις επιπτώσεις της και στην ιδεολογία και στον προσανατολισμό των λαϊκών μαζών. Πάντως να ξέρετε, το φασιμό τον χρειάζονται. Τον θέλουν. Κι αν χρειαστεί θα τον χρησιμοποιήσουν. Τον ξορκίζουν τώρα γιατί θέλουν να αναπαλαιώσουν το πολιτικό σύστημα, να δημιουργήσουν νέα πολιτικά σχήματα και πάλι όμως συντηρητικά, αλλά αν χρειαστεί θα τον βγάλουν από την εφεδρεία και αυτόν. Επομένως, κανένα αντιφασιστικό μέτωπο δε μας γλιτώνει παρά μόνο το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό μέτωπο που θα χτίζεται μέσα στους αγώνες.

Βρισκόμαστε πολύ κοντά στις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές. Δεν το λέω για να πω ότι πρέπει να βγουν περισσότεροι αγωνιστές δήμαρχοι και νομάρχες, ότι πρέπει να δοθεί χτύπημα στο δικομματισμό και να ενισχυθεί ο πόλος του ριζοσπαστισμού. Αυτό εννοείται. Η μάχη αυτών των εκλογών δίνει επίσης μια ευκαιρία, αλλά και υποχρέωση να καλυφθεί ο χαμένος χρόνος για την πιο πλατιά προβολή των προβλημάτων των γυναικών. Αυτές οι εκλογές αντικειμενικά φέρνουν στο επίκεντρο τις εργασιακές σχέσεις, την ανεργία, τις ιδιωτικοποιήσεις, την αντιλαϊκή πολιτική που ακολουθείται. Αυτή η μάχη ήταν πάντα κοντά στις γυναίκες. Λόγω της τοπικότητας και της μεγαλύτερης σύνδεσης με το χώρο της γειτονιάς. Αυτή η μάχη όμως είναι μια μεγάλη ευκαιρία να προβληθούν στις γυναίκες σύγχρονες διεκδικήσεις και αιτήματα, να ξεσκεπαστεί το γεγονός ότι ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης έχει μετατραπεί σε έναν αντιδραστικό θεσμό, σαν νομικό καθεστώς, το οποίο παίζει σημαντικό ρόλο στην αρπαγή κατακτήσεων και επομένως η μάχη των εκλογών μπορεί και πρέπει να ενισχύσει αυτό το ρεύμα του ριζοσπαστισμού, τις δυνάμεις του ΚΚΕ και των συμμάχων του. Αλλά αυτή η μάχη πρέπει να αποτελέσει μια παρακαταθήκη για συνέχεια μετά τις εκλογές, για μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων για τα προβλήματα των γυναικών. Είναι μια θαυμάσια ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί. Θαρρετά και ανοιχτά πρέπει να βάλουμε τα δικαιώματα της γυναίκας στη δουλιά και στο περιεχόμενο της κοινωνικής πολιτικής και να μην περιοριστούμε μόνο σε ορισμένα τοπικά προβλήματα που και αυτά έχουν την αξία τους, αλλά που δεν οδηγούν τη συνείδηση της γυναίκας στη καρδιά του πολιτικού προβλήματος.

Δίνουμε πολύ μεγάλη σημασία στον αγώνα, την ταξική πάλη και τις συμμαχίες. Είμαστε αρκετά ικανοποιημένοι γιατί μέσα στην ελληνική κοινωνία ωριμάζουν τέτιες προϋποθέσεις για ευρύτερες συσπειρώσεις και συμπαρατάξεις που θα κινούνται εναντίον της κυρίαρχης πολιτικής και θα χειραφετούνται από τα διάφορα κεντροδεξιά και κεντροαριστερά σενάρια. Κάθε χρόνο έχουμε και περισσότερα αποτελέσματα σε αυτή τη συσπείρωση δυνάμεων. Μας ικανοποιεί ιδιαίτερα αυτή η συσπείρωση και συμμαχία που προωθείται και με το ΔΗΚΚΙ, και με την Κομμουνιστική Ανανέωση, αλλά και με άλλες δυνάμεις στη μάχη των δημοτικών εκλογών. Δεν πρόκειται για μια στενή κομματική επιδίωξη του ΚΚΕ. Μπορεί να θεωρηθεί κομματική επιδίωξη με την έννοια της ευθύνης να δρα με κάθε τρόπο για τη συγκέντρωση όσο γίνεται περισσότερων ριζοσπαστικών δυνάμεων στην προσπάθεια αυτές όχι μόνο να παλεύουν, αλλά και να απομακρύνουν τον κίνδυνο, που πάντα τον διατρέχουμε, της ενσωμάτωσης στη σημερινή κατάσταση. Με αυτή την έννοια η μάχη των τοπικών εκλογών μπορεί και πρέπει να αξιοποιηθεί για τη στράτευση των γυναικών σε αυτόν το μεγάλο αγώνα για τα δικαιώματα της εργατικής και λαϊκής οικογένειας αλλά και για τα δικά της δικαιώματα.

Επίσης, όσο δε γίνεται αυτό το άλμα, το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, οι ταξικές του δυνάμεις δηλαδή, να αναλάβουν πρωτοποριακό ρόλο σε συμμαχία με το γυναικείο κίνημα για τα προβλήματα των γυναικών, η συνείδηση των γυναικών θα καθυστερεί, θα υστερεί, θα πισωγυρίζει, καθώς στην εποχή που ζούμε η δύναμη και η προπαγάνδα της αντίδρασης είναι και σημαντική, και επιστημονικά επεξεργασμένη, και αρκετά ευέλικτη. Το κύριο ζήτημα είναι αυτό. Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα να πείσει τις γυναίκες ότι είναι η πρωτοπόρα δύναμη και θέλει την ισοτιμία τους, τη χρειάζεται, έχει ανάγκη από τη γυναικεία συμμετοχή και η εργατική τάξη είναι εκείνη η τάξη που την ισότητα την εννοεί παντού, και στις σχέσεις των δύο φύλων, και στην οικογένεια, και στη δουλειά και παντού. Και με τη δική μας συμβολή να αποδεικνύεται για όσο γίνεται μεγαλύτερο αριθμό γυναικών.

 


Ομιλία της ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Αλέκας Παπαρήγα, για τα δικαιώματα των γυναικών, στο θέατρο «Ακροπόλ», 13.5.2002.