ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ Η ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΗΠΑ - ΕΕ

Ο συνεχιζόμενος πόλεμος ενάντια στη λεγόμενη τρομοκρατία, που διεξάγεται προπαγανδιστικά στα πλαίσια μιας λεγόμενης «διεθνούς συμμαχίας ενάντια στην τρομοκρατία», φαίνεται προς τα έξω να επικαλύπτει όλες τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Ομως είναι γεγονός ότι προπάντων με την Ευρώπη αναπτύσσεται για τις ΗΠΑ ένας ιμπεριαλιστικός ανταγωνιστής, που μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μπορεί να γίνει και θα γίνει μια πρόκληση για την τωρινή ηγεμονία των ΗΠΑ.

Οι ειδικοί της στρατηγικής και οι ιδεολόγοι της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης έχουν κατά κανόνα ουσιαστικά σαφέστερη αντίληψη από πολλούς συγχισμένους αριστερούς, ιδιαίτερα σχετικά με το χαρακτηρισμό της λεγόμενης «νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων».

Ας αφήσουμε να μιλήσει ο ηγετικός τραπεζίτης των ΗΠΑ και σύμβουλος διάφορων διοικήσεων των ΗΠΑ, Jeffrey E. Garten: «Ο τραπεζίτης των ΗΠΑ και πρώην σύμβουλος προέδρων Jeffrey E. Garten χαρακτήρισε το 1992 την περίοδο μετά τον Ψυχρό Πόλεμο σαν «ψυχρή Ειρήνη». Οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία και μια Δυτική Ευρώπη υπό γερμανική ηγεσία, αυτή είναι η γνώμη της Γουόλ Στριτ, βρίσκονται σε μαζική αντιπαράθεση για την πολιτική και οικονομική ηγεμονία. Στη θέση της σύγκρουσης Αντατολής-Δύσης μπήκε η αντιπαράθεση συστημάτων ανάμεσα σε τρία πολιτιστικά, οικονομικά και πολιτικά ανταγωνιστικά οικονομικά μπλοκ»[1]. Ετσι σωστά επιλεγμένος είναι και ο τίτλος στην πρώτη έκδοση του 1993 του ειδικού μαγκαζίνο των ΗΠΑ, «Chief Executive»: «Καλωσορίσατε στο Δεύτερο Ψυχρό Πόλεμο»[2].

Τι σημαίνει αυτό συγκεκριμένα; Πού βρίσκονται οι ακρογωνιαίοι στύλοι της λεγόμενης «νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων»; Ποιος είναι ο ρόλος της Ευρώπης σε σχέση με αυτό;

Μετά την (προσωρινή) νίκη της αντεπανάστασης στις σοσιαλιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, ιδιαίτερα στη Σοβιετική Ενωση, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια λεγόμενη «νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων», στην οποία το ιμπεριαλιστικό σύστημα έγινε παγκόσμια κυριαρχούσα δύναμη. Μέσα σε αυτό το σύστημα οι Ηνωμένες Πολιτείες της Βόρειας Αμερικής εξακολουθούν να είναι η μονοσήμαντα κυριαρχούσα δύναμη.

Με την οικονομική άποψη της παγκόσμιας κυριαρχίας των ΗΠΑ συμφωνεί και η «Εμπορική και Αναπτυξιακή» έκθεση της «Διάσκεψης του ΟΗΕ για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη» (UNCTAD): Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Αυτή είναι η γνώμη στην πρόσφατα δημοσιευθείσα έκθεση «Εμπόριο και Ανάπτυξη (...)»[3].

«Γιατί όμως υπερέχουν τόσο οι ΗΠΑ; Επειδή είναι οικονομικά η ατμομηχανή όλου του κόσμου, τεχνολογικά είναι πηγή της ανανέωσης και στρατιωτικά η μοναδική παγκόσμια δύναμη. Μάλιστα και πολιτισμικά -ο,τιδήποτε και αν σκέφτεστε για την αμερικανική μαζική κουλτούρα- οι ΗΠΑ επιδρούν υπερβολικά ελκυστικά. Ολα αυτά δίνουν στη χώρα σφαιρικές πολιτικές δυνατότητες επίδρασης»[4].

Στα πλαίσια της νέας αναδιανομής του κόσμου -δηλαδή των αγορών, των κοιτασμάτων πρώτων υλών, των γεωστρατηγικών σφαιρών επιρροής κλπ.- ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ επιδιώκει διεύρυνση του κατευθείαν άμεσου ελέγχου και του περιφερειακού και παγκόσμιου ηγεμονικού ρόλου, όπως επίσης υπεράσπιση αυτής της θέσης. Αυτό εμπεριέχει αυξανόμενο ανταγωνισμό και αντιπαραθέσεις με ιμπεριαλιστές ανταγωνιστές. Κάτι περισσότερο. Με την Ευρώπη υπό την ηγεσία του ιμπεριαλισμού της ΟΔΓ δημιουργείται μια νέα «υπερδύναμη» με παγκόσμιες επιδιώξεις.

«Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου οι Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα είναι έτοιμες να εγκαθιδρύσουν την επικυριαρχία τους στο Ράιχ του πρώην αντιπάλου τους. Η διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης έδωσε την ευκαιρία στις ΗΠΑ να επεκτείνουν τη ζώνη της στρατιωτικής επικυριαρχίας (με τη βοήθεια του ΝΑΤΟ) στην Ανατολική Ευρώπη και στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Και πράγμα σπουδαιότερο από όλα τ’ άλλα είναι ότι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου επέτρεψε στην Αμερική να εμβαθύνει την ανάμιξή της στην Εγγύς Ανατολή»[5].

Αυτή η ανάμιξη οδήγησε ακριβώς στη στρατηγικά σημαντική και πλούσια σε πρώτες ύλες περιοχή της Εγγύς και Μέσης Ανατολής στην επιβολή μιας σχεδόν δραματικής επικυριαρχίας του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ, ακριβώς και αντίθετα προς ιμπεριαλιστές ανταγωνιστές από την Ευρώπη και την Ασία. Από αυτή την άποψη ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος του 1991 κατά του Ιράκ αποτέλεσε σημείο στροφής. Πολλά αποτελέσματα του πολέμου κατά του Ιράκ είναι γνωστά, επιπλέον ο πόλεμος και το οικονομικό μποϊκοτάζ συνεχίζονται. Δεδηλωμένος στόχος των ειδικών της στρατηγικής των ΗΠΑ είναι -με τις συνεχιζόμενες προσπάθειες αποσταθεροποίησης- να ανατρέψουν την κυβέρνηση της Βαγδάτης και να μετατρέψουν το Ιράκ πρακτικά σε προτεκτοράτο, υπήκοο στις ΗΠΑ.

Ουσιαστικά σημαντικότερα όμως φαίνονται τα μακροπρόθεσμα στρατηγικά πλεονεκτήματα της θέσης στον αγώνα για τη διεύρυνση της βορειοαμερικανικής επιρροής και της επικυριαρχίας της Ουάσινγκτον στην περιοχή: Οι ΗΠΑ διαθέτουν πρακτικά σήμερα μόνιμες στρατιωτικές βάσεις στην Αραβική χερσόνησο, η στρατιωτική εξασφάλιση στη ΝΑΤΟική-«εταιρική» χώρα Τουρκία μπόρεσε να εντατικοποιηθεί χωρίς προβλήματα (επιπλέον η Τουρκία έκλεισε στρατηγική στρατιωτική συμμαχία με το Ισραήλ), αλλά και οικονομικά οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι η κυρίαρχη δύναμη στις αντιδραστικές Αραβικές χώρες (όπου η οικονομική επιρροή ευρωπαϊκών δυνάμεων απωθήθηκε ή περιορίστηκε ανάλογα). Το Ιράκ σαν σημαντική περιφερειακή δύναμη εξασθένισε και ο έλεγχος των ΗΠΑ στις πηγές πρώτων υλών στον Κόλπο εξασφαλίστηκε.

Ο βορειοαμερικανικός έλεγχος στην περιοχή της Εγγύς και Μέσης Ανατολής επρόκειτο να ολοκληρωθεί με τη λεγόμενη «Συμφωνία Ειρήνης του Οσλο» μεταξύ του Ισραήλ και των τμημάτων του Παλαιστινιακού Απελευθερωτικού Κινήματος της ΠΛΟ, που είναι υπό την ηγεσία του Αραφάτ. Η «εφαρμογή του Οσλο» δε θα είχε μεν πραγματοποιήσει νόμιμα δικαιώματα του παλαιστινιακού λαού για δικό του ανεξάρτητο κράτος (με πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ), θα είχε όμως υποβαθμίσει τους Παλαιστίνιους σε υποτελείς, εξαρτημένους από το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, γαρνιρισμένους με ένα είδος φαινομενικής ανεξαρτησίας. Αυτή την κίνηση σκακιού των ειδικών της στρατηγικής της Ουάσινγκτον και του Τελ Αβίβ μπόρεσε ως τώρα να τη ματαιώσει η συνεχιζόμενη εξέγερση του παλαιστινιακού λαού, η «Al-Agsa- Intifada», ενάντια στην ισραηλινο-σιωνιστική κατοχή.

Ομως, μακροπρόθεσμα, για τον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ μεγαλύτερης γεωστρατηγικής σημασίας από την Εγγύς και τη Μέση Ανατολή είναι η Ευρασία. Οποιος ελέγχει αυτήν την περιοχή είναι σε θέση να αναχαιτίσει και να επηρεάσει αντίστοιχα την εξέλιξη των δύο πυρηνικών δυνάμεων, Ρωσίας και Κίνας.

 

Ο ΡΟΛΟΣ ΚΛΕΙΔΙ ΤΗΣ ΕΥΡΑΣΙΑΣ

Ο Zbigniew Brzezinski το καθορίζει αυτό επακριβώς με το δικό του, άμεσο τρόπο: «Το κύριο γεωπολιτικό κέρδος της Αμερικής είναι η Ευρασία. Επί μισή χιλιετία ευρωπαϊκές και ασιατικές δυνάμεις και λαοί στην πάλη για την περιφερειακή επικυριαρχία και την επιδίωξη παγκόσμιας δύναμης, καθόρισαν την παγκόσμια ιστορία. Τώρα εκεί δίνει τον τόνο μια μη ευρωασιατική δύναμη (σ.σ. υπονοείται η Αμερική) και η συνέχιση της ύπαρξης της σφαιρικής θέσης επικυριαρχίας της Αμερικής εξαρτάται άμεσα από το επί πόσο διάστημα και με πόση επιτυχία θα μπορέσει να επιβληθεί στην Ευρασία (...)».

Ο πολιτειολόγος Samuel P. Huntington θα μπορούσε να δικαιωθεί με τον τολμηρό ισχυρισμό του: « Χωρίς την επικυριαρχία των ΗΠΑ θα υπάρχει στον κόσμο περισσότερη βία και αταξία και λιγότερη δημοκρατία και οικονομική άνοδος, παρ’ ό,τι κάτω από την υπερέχουσα επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών στη διαμόρφωση της διεθνούς πολιτικής. Η εξακολούθηση της αμερικανικής επικυριαρχίας έχει κεντρική σημασία τόσο για την ευημερία και την ασφάλεια των Αμερικανών όσο και για το μέλλον της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς και της διεθνούς τάξης στον κόσμο»[6].

Οποιος λοιπόν κατακτά ή διατηρεί τον έλεγχο πάνω στις διάφορες πρώην Δημοκρατίες (σήμερα τυπικά ανεξάρτητα κράτη) της ΕΣΣΔ, αυτός εξασφαλίζει επιρροή στις εξελίξεις στις συνορεύουσες δυνάμεις Ρωσία και Κίνα, καθώς και σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο. Πρόκειται δηλαδή, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο, για την αναδιανομή του κόσμου την εποχή της λεγόμενης «νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων», που τη σηματοδότησε η συντριβή του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ενωση και τα άλλα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης. Και σε συνάφεια με αυτό παίζει φυσικά κεντρικό ρόλο το ζήτημα της εκμετάλλευσης των τεράστιων κοιτασμάτων πρώτων υλών σε αυτή την περιοχή, ιδιαίτερα του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.

«Επίσης και το μικρό, αραιοκατοικημένο Αζερμπαϊτζάν με τις τεράστιες ενεργειακές πηγές δεν πρέπει να υποτιμάται από γεωπολιτική άποψη. Είναι κατά κάποιο τρόπο ο φελλός στη μποτίλια που περιέχει τους θησαυρούς της Κασπίας Λεκάνης και της Κεντρικής Ασίας. Αν το Αζερμπαϊτζάν υποκύψει ολοκληρωτικά στην κυριαρχία της Μόσχας, η ανεξαρτησία των κεντροασιατικών κρατών μπορεί να αποβεί χωρίς σημασία. Αν αρθεί πρώτα η ανεξαρτησία του Αζερμπαϊτζάν, τότε μπορεί να υποταχθούν στον έλεγχο της Μόσχας και τα τεράστια κοιτάσματα του πετρελαίου. Ενα ανεξάρτητο Αζερμπαϊτζάν που συνδέεται με τις αγορές της Δύσης με αγωγούς, που δεν περνάνε από ρωσικά ελεγχόμενο έδαφος, θα αποτελεί για τις υψηλά αναπτυγμένες, από ενέργεια εξαρτώμενες εθνικές οικονομίες, μια πύλη βίαιης διείσδυσης στις ενεργειακά πλούσιες κεντροασιατικές Δημοκρατίες»[7].

Σε συνάφεια με αυτά υπογράφηκε ήδη το 1994 η «Συμφωνία του αιώνα» με το Αζερμπαϊτζάν για την εκμετάλλευση των, κοντά στην ακτή, κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου της Κασπίας Θάλασσας. Εκμεταλλευτής αυτής της συμφωνίας είναι σχεδόν αποκλειστικά ένα κονσόρτσιουμ από Αμερικανούς και Βρετανούς πολυϊδιοκτήτες πετρελαιοπηγών. Η στρατηγική δυσκολία του έργου όμως είναι ότι οι πρώτες ύλες ως τώρα μπορούν να μεταφερθούν κατά κύριο λόγο από τη Βόρεια κατεύθυνση, είτε με αγωγό που οδηγεί μέσω της Τσετσενίας είτε με σιδηρόδρομο μέσω του Νταγκεστάν. Και οι δύο δρόμοι μεταφοράς σημαίνουν όμως ότι η Ρωσία θα συνέχιζε να διατηρεί έναν ορισμένο έλεγχο (συμπεριλαμβανομένης και της οικονομικής ωφέλειας). «Λόγω αυτών των υπολογισμών, η αμερικανική κυβέρνηση υπό τον πρόεδρο Κλίντον έκανε σημαντικό μέλημα της εξωτερικής πολιτικής την κατασκευή ενός πετρελαιαγωγού από το Μπακού, μέσω της Γεωργίας, στο εμπορικό λιμάνι Τσεϊχάν στην τουρκική ακτή της Μεσογείου»[8].

Ο βορειοαμερικανός υπουργός Ενέργειας Richardson υπογράμμισε ότι το έργο αυτό είναι στρατηγικό σχέδιο για τη «διαφύλαξη αμερικανικών συμφερόντων ασφαλείας» και «στρατηγικό όραμα για το μέλλον της περιοχής της Κασπίας»[9].

«Αξονας της πολιτικής των ΗΠΑ είναι η πρωτεύουσα του Αζερμπαϊτζάν, Μπακού, όπως μπορεί να το επιβεβαιώσει καθένας που είδε στον κινηματογράφο την τελευταία περιπέτεια του Τζέιμς Μποντ. Μέσω του Μπακού πρόκειται να μεταφερθούν στις παγκόσμιες αγορές οι ενεργειακοί θησαυροί - κατά προτίμηση μέσω Τουρκίας (...). Αυτή λειτουργεί μάλλον σαν βοηθητικός χωροφύλακας των Αμερικανών, για τους οποίους αυτός ο γεωστρατηγικός χώρος, από την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, απόκτησε τεράστια ενεργειακή πολιτική και έτσι και στρατηγική σημασία.

Το Τουρκμενιστάν έχει τις τέταρτες κατά σειρά στον κόσμο εφεδρείες φυσικού αερίου και στη γη του Καζακστάν βρίσκονται πετρελαϊκά κοιτάσματα τόσα, όσα στο Κουβέιτ»[10].

 

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΚΑΙΓΕΤΑΙ

Σε αυτό το φόντο εξεταζόμενος ο πρώτος πόλεμος της Τσετσενίας συνδέεται άμεσα με το ζήτημα ποιος ελέγχει πραγματικά την περιοχή και τα κοιτάσματα πρώτων υλών. Είδαμε ότι η στρατηγική στροφή στο πνεύμα των ΗΠΑ άρχισε με την υπογραφή της λεγόμενης «Συμφωνίας του αιώνα» και με τα σχέδια για ένα νέο πετρελαιαγωγό έξω από εδάφη που ελέγχονται από τη Ρωσία. «Είτε ήταν σύμπτωση είτε όχι: ακριβώς τρεις μήνες πριν την έναρξη του πολέμου στην επιδιώκουσα την ανεξαρτησία Δημοκρατία του Καυκάσου, το πρώην σοβιετικό Αζερμπαϊτζάν είχε κλείσει με ένα δυτικό κονσόρτσιουμ μια λεγόμενη συμφωνία του αιώνα. Με αυτή παραχωρείται στις ξένες επιχειρήσεις, στην κορυφή των οποίων βρίσκονται σημαντικές αμερικανικές εταιρίες, έναντι επενδύσεων άνω των εφτά δισεκατομμυρίων δολαρίων, το δικαίωμα για τα επόμενα τριάντα χρόνια της εξόρυξης πετρελαίου στα πεδία του Μπακού άνω των πεντακοσίων εκατομμυρίων τόνων (...).

Με δύσπιστο βλέμμα, προπάντων προς την Αμερική, με ανησυχία για την επιρροή της στην εκμετάλλευση των εφεδρειών πετρελαίου και φυσικού αερίου, η Ρωσία ενδιαφέρθηκε στη συνέχεια περισσότερο από κάθε άλλη φορά για τον μοναδικό ακόμα λειτουργούντα αγωγό με τον οποίο το πετρέλαιο μπορεί να μεταφερθεί από τις εξορυκτικές περιοχές του Αζερμπαϊτζάν με κατεύθυνση τη Δύση - και αυτός οδηγεί μέσω του Νταγκεστάν και της τσετσενικής πρωτεύουσας Γκρόσνι στο ρωσικό Νοβοροσίσκ. Μια ανεξάρτητη Τσετσενία θα εξασθένιζε σημαντικά την επικυριαρχία της Μόσχας, από αυτή την άποψη, έτσι ώστε είναι ευκολονόητη υπόθεση ότι το Κρεμλίνο έδωσε διαταγή διείσδυσης στη Δημοκρατία του Καυκάσου μόνο δώδεκα εβδομάδες μετά την υπογραφή της συμφωνίας του αιώνα[11]».

Οποιος πιστεύει σε συμπτώσεις είναι, ως γνωστόν, ο ίδιος υπεύθυνος. Ομως είναι ενδιαφέρον ότι ο δεύτερος πόλεμος της Τσετσενίας τον Αύγουστο του 1999 άρχισε με τη διείσδυση 1.000 Τσετσένων ανταρτών υπό την ηγεσία του Νταμίλ Μπασάγεφ στο γειτονικό Νταγκεστάν. Αν οι αποσχιστές κατόρθωναν να καταλάβουν το Νταγκεστάν ή τουλάχιστον να το αποσταθεροποιήσουν μόνιμα, τότε θα διακοπτόταν και η δεύτερη δυνατότητα μεταφοράς πετρελαίου με το σιδηρόδρομο, μέσω Νταγκεστάν - αφού ο αγωγός μέσω Τσετσενίας θα ’πρεπε να κλείσει. Η Ρωσία θα εκπαραθυρωνόταν από το μεγάλο παιγνίδι για εξουσία και πρώτες ύλες - με μεσοπρόθεσμες στρατηγικές συνέπειες για τον περιφερειακό και διεθνή ρόλο της, χωρίς να γίνεται καθόλου λόγος για τις οικονομικές συνέπειες. Αυτό πάλι εξηγεί αρκετά πράγματα. Από τη μια ασφαλώς την προσπάθεια του νέου Ρώσου προέδρου Πούτιν να παίξει «με το ευρωπαϊκό χαρτί» κατά της επικράτησης των ΗΠΑ και να αποσπάσει και την αντασφάλεια του μεγάλου γείτονα, της Κίνας, που όπως η Ρωσία νοιώθει ότι απειλείται το ίδιο από την επικράτηση των ΗΠΑ.

Στο δρόμο για τον έλεγχο της Ευρασίας και ιδιαίτερα και της «πλευράς» του Καυκάσου, έπρεπε να συντριβεί μια ανεξάρτητη Γιουγκοσλαβία.

 

ΑΠΟ ΤΗ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ ΣΤΗ ΛΕΥΚΟΡΩΣΙΑ;

Με τον πόλεμο του ΝΑΤΟ κατά της Γιουγκοσλαβίας το 1999 και με το ενορχηστρωμένο από το ΝΑΤΟ πραξικόπημα κατά της κυβέρνησης Μιλόσεβιτς το 2000 επιτεύχθηκαν κατ’ αρχήν εκείνοι οι στόχοι που είχε θέσει ο ιμπεριαλισμός με τη συντριβή της Γιουγκοσλαβίας: το κομμάτι που απόμεινε από την υπόλοιπη χώρα εξασθένισε αποφασιστικά στρατιωτικά, οικονομικά και πολιτικά και στο Βελιγράδι τοποθετήθηκε μια κυβέρνηση η οποία σε αποφασιστικά ζητήματα δε θα αντισταθεί πια στα σχέδια του ιμπεριαλισμού για την περιοχή. Το επόμενο θύμα μιας γενικής στρατηγικής αποσταθεροποίησης «αλά Γιουγκοσλαβία» θα είναι στην Ευρώπη η Λευκορωσία, της οποίας ο πρόεδρος Λουκασένκο ακολουθεί εθνικιστική, στην ανεξαρτησία της χώρας προσανατολισμένη, πολιτική και έτσι είναι εμπόδιο για την ιμπεριαλιστική «ειρηνοποίηση» της Ανατολικής Ευρώπης και επίσης είναι ένας κρίκος που λείπει στην αλυσίδα της περικύκλωσης της Ρωσίας.

«Ο Λευκορώσος πρόεδρος Αλεξάντερ Λουκασένκο μέμφθηκε την αντιπροσωπεία του Οργανισμού Ασφαλείας και Συνεργασίας στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) ότι επιδιώκει να εξοπλίζει «αγωνιστές» της αντιπολίτευσης. Στην κρατική τηλεόραση δήλωσε ότι η Δύση θέλει να κάνει την «ήσυχη Λευκορωσία» μια δεύτερη Γιουγκοσλαβία»[12].

Ομως ένας αποτελεσματικός έλεγχος της Ευρασίας θα καταστεί δυνατός στον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ, όταν η (Δυτική) Ευρώπη συνεχίσει να υποτάσσεται σε ουσιαστικά ζητήματα στη σφαιρική επικράτηση των Ηνωμένων Πολιτειών και σε αυτή την επικράτηση δέχεται π.χ. ανάλογες δομές μέσα στο ΝΑΤΟ.

«Τελικά (μια τέτια) Ευρώπη θα μπορούσε να γίνει ένας ακρογωνιαίος στύλος μιας δομής ασφάλειας και συνεργασίας υπό αμερικανική αιγίδα (...).

Αλλά η Ευρώπη είναι προπάντων το απαραίτητο γεωπολιτικό προγεφύρωμα της Αμερικής στην ευρασιατική ήπειρο. Ο παλιός κόσμος έχει τεράστιο γεωστρατηγικό ενδιαφέρον για τις ΗΠΑ. Διαφορετικά από τις συνδέσεις με την Ιαπωνία, η Ατλαντική Συμμαχία στερεώνει άμεσα την πολιτική επιρροή και τη στρατιωτική εξουσία της Αμερικής στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Με την τωρινή κατάσταση των αμερικανο-ευρωπαϊκών σχέσεων, μια και τα σύμμαχα ευρωπαϊκά έθνη συνεχίζουν ακόμα να είναι ισχυρά εξαρτημένα από την ασπίδα ασφάλειας των ΗΠΑ, διευρύνεται με κάθε επέκταση του ευρωπαϊκού πεδίου ισχύος, αυτόματα και η άμεση σφαίρα επιρροής των Ηνωμένων Πολιτειών. Αντίθετα, χωρίς αυτές τις στενές διατλαντικές συνδέσεις η επικυριαρχία της Αμερικής στην Ευρασία θα χανόταν γρήγορα. Ο έλεγχός της πάνω στον Ατλαντικό Ωκεανό και η ικανότητα να ασκεί επιρροή και εξουσία ως βαθιά στον ευρασιατικό χώρο, θα ήταν τότε εξαιρετικά περιορισμένη»[13].

Αυτή τη στρατηγική άποψη συμμερίστηκε ήδη το 1995 και ο υφυπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων στο υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ («Assistant Secretary of State for European Affairs») Richard Holbrooke, ο οποίος αργότερα επρόκειτο να παίξει εξαιρετικό ρόλο στην πολεμική στρατηγική κατά της Γιουγκοσλαβίας (!). Σε άρθρο στο βορειοαμερικανικό στρατηγικό περιοδικό επιρροής «Foreign Affairs» όχι μόνο περιέγραψε τις ΗΠΑ σαν «ευρωπαϊκή δύναμη», αλλά ανάπτυξε αντίστοιχα και τη στρατηγική τους. «Σε αυτό το χρόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να εισηγηθούν την οικοδόμηση μιας δομής ασφαλείας που να περικλείει και έτσι να σταθεροποιεί ολόκληρη την Ευρώπη - τη Δύση, τους πρώην σοβιετικούς δορυφόρους της Κεντρικής Ευρώπης και -αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο- τη Ρωσία και τις πρώην Δημοκρατίες της Σοβιετικής Ενωσης»[14].

Αυτό εξηγεί γιατί οι ειδικοί της στρατηγικής στην Ουάσινγκτον τάσσονται τόσο σφοδρά και μονοσήμαντα υπέρ της σαφούς διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΕΕ) και αμύνονται ενάντια σε αλλαγές μέσα στη δομή του ΝΑΤΟ, που θα κατέληγαν σε αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων προς όφελος της Ευρώπης. Μια (π.χ. με ανατολικοευρωπαϊκά κράτη και με την Τουρκία) διευρυμένη ΕΕ με ταυτόχρονα αμετάβλητες δομές του ΝΑΤΟ και με, στο μεταξύ επίσημα, διακηρυγμένες παγκόσμιες επιλογές επέμβασης στους στόχους του ΝΑΤΟ, στο φόντο ενός σφαιρικά ικανού και υπερέχοντος βορειοαμερικανικού στρατιωτικού μηχανισμού, θα στερέωνε την ηγεμονία των ΗΠΑ και στη Δυτική Ευρώπη.

Στο σημείο αυτό η προσοχή της Ουάσινγκτον στρέφεται ιδιαίτερα στην εξέλιξη των γερμανο-αμερικανικών σχέσεων: «Πέρα από αυτό, η επανένωση της Γερμανίας άλλαξε σημαντικά τις πραγματικές παραμέτρους της ευρωπαϊκής πολιτικής. Για τη Ρωσία και τη Γαλλία αυτή σήμαινε μια γεωπολιτική ήττα. Η ενωμένη Γερμανία δεν ήταν πια ο νεότερος εταίρος της Γαλλίας, έγινε αυτόματα η αδιαφιλονίκητη πρώτη δύναμη στη Δυτική Ευρώπη (...)[15]. Επίσης και οι ΗΠΑ αναγνώρισαν ότι στη σημερινή Ευρώπη επικρατεί ο γερμανικός ιμπεριαλισμός σαν ηγεμονική δύναμη. Ποια σημασία θα μπορούσε να αποκτήσει μια ιμπεριαλιστική Ευρώπη υπό την ηγεσία της ΟΔΓ, το διατύπωσε ο ειδικός της στρατηγικής των ΗΠΑ Zbigniew Brzezinski ως εξής: «Αρχίζουμε τουλάχιστον ένα νέο αμερικανικό αιώνα, ενδεχόμενα δε θα τον τερματίσουμε. Πού λοιπόν θα ήταν για την επόμενη γενιά ένας ανταγωνιστής; (...). Ενα μονάχα δημιουργό πρόκλησης θα μπορούσε να φανταστεί κανείς: την Ευρώπη...»[16].

 

ΝΕΑ «ΥΠΕΡΔΥΝΑΜΗ Η ΕΥΡΩΠΗ;»

Οι ευρωπαίοι -ιδιαίτερα η ΟΔΓ και η Γαλλία- αντιπαραθέτουν στις αντιλήψεις των ΗΠΑ για την εξέλιξη της Ευρώπης δικούς τους στόχους, χωρίς αυτό να το δηλώνουν πολύ δυνατά και επίσημα. Η αντιπαράθεση είναι η ιδέα μιας «Ευρώπης πυρήνα» που φορείς της είναι το Παρίσι και το Βερολίνο και που θα έφερνε τη σφραγίδα των «ατμομηχανών της Ευρωπαϊκής Ενωσης». Από την οπτική γωνία της Γερμανίας η Ευρώπη μελλοντικά θα είναι οργανωμένη υπό μορφή ομόκεντρων κύκλων που θα στρέφονται γύρω από ένα κέντρο και αυτό το κέντρο πρόκειται να είναι η Γερμανία. Το κέντρο θα είναι η περισσότερο αναπτυγμένη, με ύψιστο τεχνικό επίπεδο και η πλουσιότερη περιοχή. Εκεί θα πληρώνονται οι υψηλότεροι μισθοί και θα επιτυγχάνονται τα υψηλότερα κατά κεφαλήν έσοδα. Θα δραστηριοποιείται επίσης μόνο σε εκείνους τους οικονομικούς τομείς που θα είναι οι επικερδέστεροι, σε τέτιους που θα λειτουργούν σαν κορυφές διαταγών όλου του συστήματος. Με αυτό τον τρόπο η Γερμανία θα γίνει υπεύθυνη για το βιομηχανικό σχεδιασμό, τα σχεδιαγράμματα, την τεχνολογική ανάπτυξη κλπ., όλων εκείνων των δραστηριοτήτων οι οποίες θα διαμορφωθούν και θα αναπτυχθούν σε άλλες περιοχές.

Οταν απομακρύνεται κανείς από αυτό το κέντρο, κάθε ομόκεντρος κύκλος θα έχει ένα χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης, πλούτου και εσόδων. Ο κύκλος που θα περιβάλλει άμεσα τη Γερμανία θα διαθέτει επικερδή δυναμικά παραγωγής και προσφοράς υπηρεσιών. Αυτός θα αποτελείται προπάντων από τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία και τη Βόρειο Ιταλία. Το γενικό επίπεδο εσόδων θα είναι υψηλό, αλλά όχι τόσο υψηλό, όσο στη Γερμανία. Ο επόμενος κύκλος θα περιλαμβάνει τα φτωχότερα τμήματα της Δυτικής Ευρώπης και μερικές περιοχές της Ανατολικής Ευρώπης, με μόνο μερικά δυναμικά παραγωγής, μεταποίησης και παραγωγής τροφίμων. Εσοδα και μισθοί αυτού του κύκλου θα είναι σαφώς κατώτερα αυτών του κέντρου.

Δε χρειάζεται να τονιστεί ότι οι ουσιαστικότερες περιοχές της Ανατολικής Ευρώπης θα ανήκουν στον εξωτερικό κύκλο. Ετσι η Ανατολική Ευρώπη θα υποβαθμιστεί πρακτικά σε υποτελή φόρου του Κέντρου. Θα κατέχει ωστόσο μερικά δυναμικά παραγωγής, όμως, κατά κύριο λόγο, όχι για δική της χρήση. Σχεδόν όλα τα παραγόμενα τρόφιμα, οι πρώτες ύλες θα εξάγονται. Κάτι περισσότερο, ο παραγωγικός τομέας θα πληρώνει εξαιρετικά χαμηλά ημερομίσθια και μισθούς (...). Με λίγα λόγια, σχεδόν όλη η Ανατολική Ευρώπη θα είναι σε αυτό το ολοκληρωμένο σύστημα φτωχότερη, παρ’ ό,τι αν οι ανατολικοευρωπαϊκές χώρες είχαν τη δυνατότητα ν’ αποφασίσουν μόνες για την οικονομία τους και την ανάπτυξή τους (...)[17].

Κάθε μέτρο για την πραγματοποίηση ενός τέτιου «Οράματος της Ευρώπης» συγκρούεται αναγκαστικά με τα ήδη σκιαγραφημένα βορειοαμερικανικά στρατηγικά σχέδια για την Ευρώπη. Αυτό οδηγεί σε όξυνση του ανταγωνισμού και της αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο ιμπεριαλιστικών κέντρων. Το ότι όσον αφορά τη στρατηγική του ιμπεριαλισμού της ΟΔΓ δεν πρόκειται για εξωπραγματικά όνειρα, το αποδείχνουν οι διάφορες κορυφές της ΕΕ του πρόσφατου παρελθόντος, στις οποίες ουσιαστικά επρόκειτο για αναδόμηση της ΕΕ, προς το συμφέρον του δυτικογερμανικού ιμπεριαλισμού. Ετσι το Βερολίνο στη Διάσκεψη κορυφής της ΕΕ το Δεκέμβρη του 2000 στη Νίκαια πρόβαλε θέσεις, σε σχέση με το «βάρος των ψήφων» κατά τις ευρωπαϊκές ψηφοφορίες, οι οποίες σε εκείνο το χρονικό διάστημα θα είχαν τσιμεντάρει και τυπικά και θεσμικά την επικυριαρχία του γερμανικού ιμπεριαλισμού. Ναι μεν η κοκκινο-πράσινη κυβέρνηση της ΟΔΓ δεν μπόρεσε -ακόμα- να επιβάλει το επιθυμητό γι’ αυτή πλαίσιο, ωστόσο αποφασίστηκαν και στη Νίκαια παραπέρα μέτρα προς την κατεύθυνση μιας δομικής αλλαγής της Ευρώπης και της ΕΕ αντίστοιχα, τα οποία ανταποκρίνονται εντελώς στα περιγραφόμενα από το Sean Gervasi γερμανικά οράματα για την ευρωπαϊκή εξέλιξη και χρειάζεται να εμμείνουμε στη διαπίστωση ότι: «Η φιλονικία στη Νίκαια δεν αλλάζει κατά τίποτα το γεγονός ότι και με αυτή την «κορυφή» η συμπλήρωση της ΕΕ προς ένα μπλοκ ιμπεριαλιστικής δύναμης υπό γερμανική ηγεσία που επικρατεί στην Ευρώπη και ακολουθεί επιδιώξεις παγκόσμιας δύναμης συνεχίζεται»[18].

Αυτό εξηγεί το γιατί από γερμανο-ευρωπαϊκή άποψη αρχίζει να διαγράφεται μια παγκόσμια αλλαγμένη εξέλιξη, η οποία σε επίσημες πολιτολογικές διατυπώσεις χαρακτηρίζεται σαν εξέλιξη προς ένα «πολυπολικό κόσμο».

 

ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΕΝΟΣ ΑΥΤΟΔΥΝΑΜΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ

Οι ευρωπαϊκές επιδιώξεις για παγκόσμια δύναμη θα μπορέσουν όμως, μόνο τότε, να βρουν ανταπόκριση αν η Ευρώπη κατορθώσει να οικοδομήσει έναν ετοιμόμαχο στρατό επέμβασης, αρκετά ισχυρό και λογιστικά ανεξάρτητο, ώστε να μπορεί να επεμβαίνει αυτοδύναμα - ακόμα και ενάντια και με οξεία ανταγωνιστικότητα προς τον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ (!). Προς αυτή την κατεύθυνση υλοποιούνται στο μεταξύ μέτρα.

«Παρακινημένη από μια βρετανική πρωτοβουλία το Φθινόπωρο του 1998 και επιταχυμένη από τις εμπειρίες του πολέμου στο Κόσσοβο, η Ευρωπαϊκή Ενωση στρέφεται προς μια αυτοδύναμη ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας και άμυνας (ΕΠΑΑ). Στη συνάντηση κορυφής στο Ελσίνκι τον περασμένο Δεκέμβρη τα κράτη-μέλη συμφώνησαν στο στόχο, ως το 2003, να ετοιμάσουν στρατιωτικά τμήματα για ένα ευρωπαϊκό στρατό επέμβασης, δύναμης 50.000 ως 60.000 στρατιωτών, που να είναι έτοιμος για πορεία μέσα σε εξήντα ημέρες και θα μπορεί να παραμείνει στην περιοχή αποστολής επί ένα χρόνο. Ενώ το ΝΑΤΟ θα μείνει αρμόδιο για τη συλλογική ασφάλεια, η ΕΕ θέλει να εξοπλιστεί για τα λεγόμενα καθήκοντα του Πέτερσμπεργκ, που φτάνουν από τη βοήθεια σε περιπτώσεις καταστροφών και τη σωτηρία των πολιτών της ΕΕ, ως τα μέτρα που να επιβάλλουν βίαια την ειρήνη (...).

Με αυτές τις αποφάσεις η μορφή της ΕΕ θα αλλάξει βασικά. Η Ευρωπαϊκή Οικονομική Ενωση της δεκαετίας του εξήντα και εβδομήντα θα γίνει στη νέα χιλιετία και μια στρατιωτική δύναμη, όσο φθίνουσα και αν φαίνεται αυτή τώρα. Η αποστροφή από την απόφαση του ΝΑΤΟ του 1966 να αναπτυχθεί μέσα στο ΝΑΤΟ μια «δυνάμενη να χωριστεί, αλλά όχι ξεχωριστή» Ευρωπαϊκή Ταυτότητα Ασφάλειας δεν πρέπει πάντως να παραβλεφτεί. Οι Ευρωπαίοι θέλουν να ακολουθούν στρατιωτικά δικούς τους δρόμους - κι αυτό σηματοδοτεί μια ιστορική τομή»[19].

Ηδη το Σεπτέμβρη του 2000 το κεντρικό αυτό όργανο της αστικής τάξης της Ομοσπονδιακής Γερμανικής Δημοκρατίας, η «Φραγκφούρτερ Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ», μπόρεσε να αναγγείλει ολόχαρα: «Η Κοινότητα άμυνας προσλαμβάνει μορφή - Συνάντηση των υπουργών Αμυνας κοντά στο Παρίσι - Στη μέση των θερινών διακοπών έγινε ένα συμβάν που στο Παρίσι θεωρείται «σημείο στροφής» στη διαδικασία δημιουργίας της «Ευρώπης της Αμυνας». Σχεδόν απαρατήρητα από την κοινή γνώμη μια ομάδα εργασίας με το όνομα «Headline Goal Task Force» (HGTF) υπέβαλε στις 28 Ιούλη έναν κατάλογο στον οποίο καταγράφονται με λεπτομέρειες οι απαιτήσεις σε άνδρες, υλικό και υποδομή που χρειάζεται η Ευρώπη για το σχεδιαζόμενο ταχύ στρατό επέμβασης δύναμης 60.000 ανδρών (...). Η ευρωπαϊκή εργασία ασφάλειας και άμυνας προσλαμβάνει μορφή με ρυθμό που στο μεταξύ, ακόμα και σκεπτικιστές εδώ στη χώρα τον χαρακτηρίζουν «ταχύ». Το δρομολόγιο δεν υπάρχει μόνο, αλλά ως τώρα τηρήθηκε μάλιστα»[20].

Σύμφωνα με όσα λέγονται, ο αριθμός αυτός -ασφαλώς υπό την εντύπωση των επίκαιρων εξελίξεων- πρόκειται να αυξηθεί και άλλο. Γενικές τακτικές και στρατηγικές ικανότητες για αυτοδύναμη στρατιωτική αεροπορική μεταφορά και για στρατιωτική αναγνώριση θα υπάρχουν στη διάθεση στα χρόνια 2006 ως 2012[21]. Ολα αυτά θα συμπληρωθούν με μια υπό συγκρότηση ευρωπαϊκή αστυνομική δύναμη, που επίσης θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί διεθνώς.

Σε αυτή την επινοητική εξέλιξη ταιριάζει φυσικά ακριβέστερα η αυτόν τον καιρό εντατικά προωθούμενη αναδόμηση της Μπούντεσβερ σε διεθνώς επιχειρησιακά ικανό στρατό επέμβασης. Ανάλογες «κατευθυντήριες γραμμές αμυντικής πολιτικής» έχουν διατυπώσει προς το σκοπό αυτό οι στρατιωτικοπολιτικές στοχοθετήσεις, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90[22].

Παράλληλα με αυτά δημιουργείται -αναγκαία και σε οξύ ανταγωνισμό προς τις ΗΠΑ- ένα στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα με δαιμονιώδη ταχύτητα[23].

Μπροστά σε τέτιες προοπτικές η «Ζιντ-Ντόιτσε Τσάιτουνγκ» τιτλοφόρησε ήδη στις 20.5.2000, το ρεπορτάζ της ως εξής: «Η μάχιμη στρατιωτική δύναμη - Η Ευρώπη στην πολιτική της ασφάλειας πρέπει να εξοπλίζεται και για μια σύγκρουση με τις ΗΠΑ». Και η «Φρανγκφούρτερ Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ» επιβεβαίωνε: «Οι στρατηγικές προοπτικές διίστανται. Οταν Αμερικανοί και Ευρωπαίοι -πάντως στην πλειοψηφία- κοιτάνε την πολιτική τοπογραφία του κόσμου, τις εστίες κρίσεων και τις συγκρούσεις, τότε επιλέγουν κάθε φορά έναν άλλο τομέα, και τα συμπεράσματά τους επίσης είναι διαφορετικά»[24].

Ετσι δεν είναι εκπληκτικό ότι οι ΗΠΑ διαμαρτύρονται εντονότατα ενάντια σε αυτό το είδος εξέλιξης μιας ταχείας ευρωπαϊκής δύναμης επέμβασης[25], χρησιμοποιούν όλα τα μέσα για να τη δέσουν στις κυριαρχούμενες από αυτές δομές του ΝΑΤΟ και θέλουν ταυτόχρονα, ενάντια στην αντίσταση των Ευρωπαίων (όπως επίσης της Ρωσίας και της Κίνας), να επιβάλλουν την οικοδόμηση μιας κεντρικής στρατηγικής άμυνας κατά των ιπτάμενων σωμάτων («National Missile Defence», NMD).

Στην Ασία οι ειδικοί της στρατηγικής των ΗΠΑ επιδιώκουν να μην αφήσουν καθόλου να προκύψουν εκεί «ευρωπαϊκές εξελίξεις». Ετσι, ο υπουργός Αμυνας της διοίκησης Κλίντον, Κοέν, δήλωσε το Γενάρη του 2001: «Στην περίπτωση που ο στρατός των ΗΠΑ θα εγκατέλειπε την Ασία, η Κίνα, η Ιαπωνία, η Ινδία και το Πακιστάν θα αγωνίζονταν για την κυριαρχία στην περιοχή»[26]. Εδώ δεν πρόκειται μόνο για την αναχαίτιση του αυξανόμενου οικονομικού και στρατιωτικού δυναμικού και του συνδεόμενου με αυτό, διευρυνόμενου γεωστρατηγικού και σφαιρικού ρόλου της Κίνας. Οι ειδικοί της στρατηγικής στην Ουάσινγκτον διέγνωσαν επιπλέον ότι ο -παρ’ όλες τις οικονομικές κρίσεις- οικονομικός γίγαντας, η Ιαπωνία, αρχίζει ήδη να ταρακουνάει τα δεσμά της στρατιωτικής και πολιτικής εξάρτησης από τις ΗΠΑ.

Η σφαιρική στρατηγική των ΗΠΑ αποσκοπεί να υπερασπιστεί και να εξασφαλίσει την επικυριαρχία του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ ενάντια σε ανορθώμενους ανταγωνιστές, ιδιαίτερα την Ευρώπη.

Σε μερικές στρατηγικές συλλήψεις για την επιβολή και εξασφάλιση της κυριαρχίας των ΗΠΑ στις περιοχές της Εγγύς Ανατολής και της Ευρασίας καθώς και της «αναχαίτισης» μιας αυτοδύναμης ιμπεριαλιστικής εξέλιξης της Ευρώπης, αλλά επίσης και του ελέγχου των πυρηνικών δυνάμεων Ρωσίας και Κίνας, που δρουν παγκόσμια πολιτικά, αναφέρθηκα ήδη με μερικές ουσιαστικές απόψεις και με συγκεκριμένα παραδείγματα (Καύκασος).

Ολες οι βορειοαμερικανικές στρατηγικές βασίζονται άμεσα ή έμμεσα στη διατήρηση της στρατιωτικοστρατηγικής υπεροχής των Ηνωμένων Πολιτειών, της ηγεμονίας τους μέσα στις δομές του ΝΑΤΟ και στη θέληση και ικανότητα της Ουάσινγκτον να επιβάλλει τους στόχους της ακόμα και μόνη και ενάντια σε αντιστάσεις, όπου διεθνή ιδρύματα όπως προπάντων τα Ηνωμένα Εθνη ή υποβαθμίζονται σε νομιμοποιούντες αποδέκτες διαταγών των ΗΠΑ ή απλούστατα αγνοούνται και περιφρονούνται (το ότι έτσι το διεθνές δίκαιο και οι δεσμευτικές διεθνείς συνθήκες και συμφωνίες παραβιάζονται και πετάγονται στο σωρό των σκουπιδιών της ιστορίας είναι για τους βορειοαμερικανούς ειδικούς της στρατηγικής αυτονόητο. Το δίκαιο καταντάει ακριβώς σε δίκαιο του ισχυρότερου...): « (...) Από τον καιρό του Ψυχρού Πολέμου το ΝΑΤΟ από οργανισμός αμοιβαίας υπεράσπισης με περιορισμένους στόχους, μετατράπηκε σε όχημα για δυτικές πολιτικο-στρατιωτικές δράσεις και επιρροή σε περιοχές εκείθεν του ΝΑΤΟ. Μια και το ΝΑΤΟ οδηγείται από την Αμερική, η υπόθεση υποβιβάζεται σε υποστήριξη της πολιτικής των ΗΠΑ, όπου οι σύμμαχοι παίζουν υποδεέστερο ρόλο»[27].

Οι συνέπειες από αυτές τις στρατιωτικοστρατηγικές συλλήψεις του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ είναι εξόφθαλμες: όλο και μεγαλύτεροι εξοπλισμοί στις ΗΠΑ, τόσο από ποιοτική όσο και ποσοτική άποψη, καθώς και διαρκής συμπλήρωση του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος. Ηδη οι αριθμοί για τη συνεχή άνοδο του βορειοαμερικανικού προϋπολογισμού «άμυνας» των ΗΠΑ θα ανέρχονται σε 310 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ. Αυτό σημαίνει αύξηση κατά 19 δισεκατομμύρια απέναντι στο προηγούμενο έτος. Για το 2002 η νέα διοίκηση Μπους σχεδιάζει δαπάνες «άμυνας» ύψους 324 δισεκατομμυρίων δολαρίων, που σημαίνει παραπέρα αύξηση κατά 14 δισ. Ο νέος πρόεδρος Μπους (ο νεότερος) εξάγγειλε επιπλέον ότι θέλει να δαπανήσει 20 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ «για έρευνα και ανάπτυξη στον τομέα της οπλοτεχνολογίας και ένα δισεκατομμύριο δολάρια κάθε έτος για αυξήσεις των μισθών»[28]. Ο ποιοτικός εξοπλισμός ενδυναμώνει πρόσθετα με αναδιάρθρωση του προϋπολογισμού «άμυνας» προς όφελος νέων οπλικών συστημάτων και νεότατης στρατιωτικής λογιστικής. Σε αυτές τις δαπάνες πρέπει να προστεθούν και οι προϋπολογισμοί για τις ευρύτατες βορειοαμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, που συμποσούμενοι θα φτάσουν τα 32 ως 35 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ, πράγμα που επίσης πιστοποιεί σαφή αύξηση. Εδώ δεν υπολογίστηκαν οι αυξήσεις σε όλους τους προαναφερθέντες προϋπολογισμούς που εξαγγέλθηκαν μετά τις 11 Σεπτέμβρη 2001.

 

ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ ΕΞΟΠΛΙΣΜΩΝ

Σχετικά με τους ποιοτικούς στρατιωτικούς εξοπλισμούς του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ πρέπει ασφαλώς να αναφερθεί σαν πρώτη, η οικοδόμηση μιας κεντρικής στρατηγικής άμυνας κατά ιπτάμενων σωμάτων («National Missile Defence, NMD»). Αυτή θα προοριζόταν για προστασία αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων και βάσεων πέραν του ωκεανού, συμπεριλαμβανόμενης της προωθημένης στάθμευσης τέτιων ευκίνητων TMD (σ.σ. υπονοούνται τα περιφερειακά συστήματα άμυνας -«Theater Missile Defence/DMT»)- συστημάτων για κάλυψη ζωνών ξηράς και επιχειρήσεων σε θέατρα πολέμου. Τα δύο συστήματα άμυνας (σ.σ. υπονοούνται τόσο το κεντρικό όσο και το περιφερειακό σύστημα άμυνας κατά ιπτάμενων σωμάτων, NMD και TMD) θα αλληλοσυμπληρώνονταν για να εγκαταστήσουν μια σφαιρική κεντρική υπεράσπιση εναντίον πυραυλικών επιθέσεων μικρής διάστασης. Αυτός ο συνδυασμός πρόκειται να είναι η μελλοντική «εθνική στρατηγική ασφάλειας», σύμφωνα με εκθέσεις της «Επιτροπής Hart Rudman» στην οποία ανατέθηκε από το Πεντάγωνο η μελέτη «Εθνική Ασφάλεια/21ος αιώνας» (...).

Τόσο συμβατικοί υπερπόντιοι πόλεμοι, όπως επίσης επεμβάσεις για καταστολή κρίσεων με τη βοήθεια εκστρατευτικών σωμάτων ή ειδικών δυνάμεων για αστυνομικές δραστηριότητες και ανθρωπιστικές δραστηριότητες πρόκειται να βρουν υποστήριγμα στην πυραυλική άμυνα (...).

Ετσι γίνεται σαφές ότι στόχος της συνδυασμένης πυραυλικής άμυνας δεν πρόκειται να είναι μια στάσιμη άμυνα π.χ. πάνω σε ναυτικά προπέδια ενός ηπειρωτικού φρουρίου της Βόρειας Αμερικής, αλλά η προστασία μιας επιθετικής στρατηγικής και προαγωγής ζωτικών εθνικών συμφερόντων παγκόσμια: προπάντων στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή, στην Απω Ανατολή και τη Νότια Ασία, όπου βρίσκονται οι αξιόλογοι και ξεχωριστοί σύμμαχοι της Αμερικής και επιπλέον στρατηγικές πηγές πρώτων υλών, όπως πετρέλαιο και όπου είναι σταθμευμένο το μεγαλύτερο μέρος των υπερπόντιων αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων»[29].

Στο σύστημα NMD, το οποίο η Ουάσινγκτον θέλει να επιβάλει και να οικοδομήσει με όλη τη βία και ενάντια στις αντιστάσεις από την Ευρώπη, τη Ρωσία, την Κίνα, και υπό κατάφωρη παραβίαση συνθηκών αφοπλισμού που έχουν υπογραφεί ως τώρα και είναι δεσμευτικές[30], πρόκειται ουσιαστικά για κάτι περισσότερο από την απλή άμυνα ενάντια σε πυραύλους που εκτοξεύονται κατά των ΗΠΑ (έτσι πάντως μας παρουσιάζουν κατά κανόνα τα περισσότερα αστικά μίντια το σύστημα NMD):

- Με το νέο «σύστημα πυραυλικής άμυνας» πρόκειται όχι μόνο να «αναχαιτιστούν» οι μεγάλες πυραυλικές δυνάμεις Ρωσία και Κίνα, όπως και άλλα κράτη που διαθέτουν ατομικά οπλικά συστήματα, αλλά ο μακροπρόθεσμος στόχος των ΗΠΑ είναι να ουδετεροποιήσει όλα τα ανταγωνιστικά πυρηνικά οπλικά συστήματα και έτσι να ξαναγυρίσει πρακτικά το ρολόι σε εκείνο το χρονικό σημείο, όταν οι ΗΠΑ ήταν η μοναδική πυρηνική δύναμη,

- Ετσι η εισαγωγή του συστήματος NMD στοχεύει στο να καθιερωθεί η στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ σε σφαιρικό πλαίσιο και να μην αφήσει να δημιουργηθούν σαν πρόκληση ενδεχόμενοι ιμπεριαλιστές ανταγωνιστές, προπάντων μια Ευρώπη υπό την ηγεσία της ΟΔΓ.

- Ο επιθετικός χαρακτήρας του συστήματος NMD πρόκειται να επιτρέψει να διεξάγονται παγκόσμιες επεμβάσεις με μεγαλύτερη προστασία και με λιγότερα μέσα (έξοδα).

Ενα άλλο, απαραίτητο στοιχείο της βορειοαμερικανικής στρατιωτικής στρατηγικής είναι η διατήρηση ενός παγκόσμιου δικτύου στρατιωτικών βάσεων των ΗΠΑ. Στα τέλη του 1999 ήταν στρατοπεδευμένοι στο εξωτερικό 253.000 άνδρες του αμερικανικού στρατού[31]. Ο συνολικός αριθμός των στρατιωτικών βάσεων των ΗΠΑ θα πρέπει προς το παρόν να ανέρχεται παγκόσμια σε 120-150[32].

 

ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ

Οι συνέπειες της λεγόμενης «νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων» είναι λοιπόν εξόφθαλμες. Παρά την παγκόσμια κυριαρχία του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ οξύνεται ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός.

Συχνάζουν οι αντιπροσωπευτικοί πόλεμοι, όχι μόνο στο λεγόμενο Τρίτο Κόσμο. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος για επιβολή και σταθεροποίηση αυτής της «νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων» διεξάγεται στο μεταξύ και στην Ευρώπη (Γιουγκοσλαβία). Ο κίνδυνος πολέμου και η φασιστικοποίηση των κοινωνιών, εξτρεμιστικός εθνικισμός, ρεβανσισμός και σοβινισμός αυξάνουν σαν εκτρώματα της λεγόμενης «νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων».



Κείμενο ομιλίας του Γερμανού δημοσιολόγου Μίχαελ Οπερσκάλσκι στην ιδεολογικο-πολιτική διάσκεψη του Κομμουνιστικού Κόμματος Βοημίας και Μοραβίας (KSCM), στο κτίριο της ΚΕ του KSCM, στην Πράγα, την 1η Δεκέμβρη 2001.

[1] Από το βιβλίο των Εριχ Σμιτ-Εενμπομ, Joe Αngerer: «Οι βρώμικες δουλιές των οικονομικών κατασκόπων». Εκδοτικό «ECON»,1994, σελ. 13.

[2] Στο ίδιο έργο, σελ. 17.

[3] «Νόιε Τσίριχερ Τσάιτουνγκ», 20.9.2000.

[4] Ο Zbigniew Brzezinski σε συνέντευξη στο «Σπίγκελ», 1.1.2001.

[5] Jacob Heilbrunn και Michael Lind: «The Third American Empire» στους «Τάιμς της Νέας Υόρκης», 2.1.1996.

[6] Zbigniew Brzezinski: «Η μοναδική παγκόσμια δύναμη», 1997, σελ. 53 και συνέχεια.

[7] Στο ίδιο βιβλίο, σελ. 75.

[8] «Φραγκφούρτερ Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ», 21.6.2000.

[9] Απόσπασμα από την ίδια εφημερίδα.

[10] «Ζιντ-Ντόιτσε Τσάιτουγνκ», 27/28.05.2000.

[11] «Φραγκφούρτερ Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ», 29.8.1996.

[12] «Ζιντ-Ντόιτσε Τσάιτουνγκ», 30.01.2001.

[13] Zbigniew Brzezinski: «Η μοναδική παγκόσμια δύναμη - Η στρατηγική της επικυριαρχίας της Αμερικής». Βαϊνχάιμ και Βερολίνο 1997, σελ. 91. (Οι υπογραμμίσεις του συγγραφέα, Μ.Ο).

[14] Richard Holbrooke: «America, a European Power», στο «Foreign Affairs», Μάρτης/Απρίλης 1995, σελ. 39, υπογραμμισμένο από το συγγραφέα αυτού του άρθρου (Μ.Ο.).

[15] Στο ίδιο, σελ. 100. Υπογραμμίσεις του συγγραφέα αυτού του άρθρου (Μ. Ο).

[16] Ο κορυφαίος ειδικός της στρατηγικής των ΗΠΑ Zbigniew Brzezinski σε συνέντευξη στο «Σπίγκελ», 01.01.2001.

[17] Sean Gervasi, στο: «Gehein», αρ. 2/1996, σελ. 23 και συνέχεια.

[18] «Η ΕΕ μένει σε κούρσα «υπερδύναμης»». Στην εφημερ. «Unsere Zeit», (UZ), 22.12.2000.

[19] «Φραγκφούρτερ Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ» 19.6.2000.

[20] «Φραγκφούρτερ Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ», 22.9.2000.

[21] Κοίτα διεξοδικά στη «Φραγκφούρτερ Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ», 19.11.2001.

[22] Σύγκρινε διεξοδικά στην «Unsere Zeit» (UZ), 24.12.1999, στο άρθρο: «Με πλήρη ατμό σε πολεμική κούρσα - Η αναδομή της Μπούντεσβερ σε στρατό επέμβασης» ή στο «isw-Report», αρ. 44, Μόναχο, Αύγουστος 2000 με τον τίτλο: «Στρατός για όλες τις περιπτώσεις-Η αναδομή της Μπούντεσβερ σε στρατό επέμβασης».

[23] Κοίτα σχετικά διεξοδικά στην «Unsere Zeit» (UZ), 19.1.2001: «Εξοπλισμοί-Πύραυλοι-Το νέο στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα στην Ευρώπη».

[24] «Φραγκφούρτερ Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ», 7.11.2000.

[25] Κοίτα σχετικά διεξοδικά στην «International Herald Tribune», 6.3.2000 και τη «Neue Zuricher Zeitung», 28.12.2000.

[26] Απόσπασμα από την εφημ. «Times of India», 13.1.2001.

[27] «International Herald Tribune», 13/14.1.2001.

[28] Βλέπε σχετικά τη «Ζιντ-Ντόιτσε Τσάιτουνγκ», 9.1.2001.

[29] «Φραγκφούρτερ Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ», 23.1.2001 (υπογραμισμένο από το συγγραφέα του παρόντος κειμένου (Μ.Ο).

[30] Σύγκρινε διεξοδικά και τη «Φραγκφούρτερ Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ», 13.1.2001.

[31] Στοιχεία του «International Herald Tribune», 8.11.2000.

[32] Ενας περίπου υπολογισμός με στοιχεία του περιοδικού «Tricontinental», Αβάνα, αρ. 143, 1999.