Η ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΚΝΕ ΣΤΟ ΦΟΙΤΗΤΙΚΟ - ΣΠΟΥΔΑΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Την τελευταία δεκαετία ο χώρος της εκπαίδευσης αποτέλεσε ένα σημαντικό «πεδίο βολής» για την προώθηση της πολιτικής των αναδιαρθρώσεων μέσα από αντιδραστικές ρυθμίσεις και μεταρρυθμίσεις, με νόμους, διατάγματα κλπ. Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής είναι βέβαια πιο κραυγαλέα στα γυμνάσια, τα λύκεια και τα ΤΕΕ, όμως και στην ανώτατη εκπαίδευση γίνονται όλο και περισσότερο εμφανή, ιδιαίτερα όσο προσαρμόζεται από την κυβερνητική πολιτική στο πλαίσιο που καθορίστηκε στην ΕΕ και τον ΟΟΣΑ.

Στο άρθρο αυτό επιδιώκεται να αναδειχθεί ο γενικός προσανατολισμός της δράσης των Οργανώσεων της ΚΝΕ με βάση τις εξελίξεις που δρομολογούνται στα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ. Η πλούσια συζήτηση, τα συμπεράσματα που εξάγονται, οι αποφάσεις που πάρθηκαν στα όργανα και τις ΟΒ μετά τη μάχη των φοιτητικών και σπουδαστικών εκλογών εξοπλίζουν και ανοίγουν νέες δυνατότητες, καθήκοντα και απαιτήσεις.

 

Η ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΤΩΝ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Μέσα στο πλαίσιο της γενικευμένης επίθεσης του κεφαλαίου ενάντια στο λαό και τη νεολαία εντάσσονται και οι αντιδραστικές αλλαγές στο χώρο της εκπαίδευσης με σκοπό την προσαρμογή της στις ανάγκες του κεφαλαίου για ένταση της εκμετάλλευσης και αύξηση των κερδών. Σε αυτή την κατεύθυνση έχουν καθοριστεί στόχοι και έχουν διατυπωθεί σε κείμενα, όπως το Λευκό Βιβλίο για την Εκπαίδευση και άλλες αποφάσεις της ΕΕ, εκθέσεις του ΟΟΣΑ, μελέτες διαφόρων «ανεξάρτητων» ερευνητικών ιδρυμάτων. Η υποβάθμιση του μορφωτικού επιπέδου του λαού και της νεολαίας είναι μια σημαντική συνέπεια της πολιτικής αυτής και προκύπτει αναπόδραστα από την ενίσχυση των ταξικών φραγμών που ορθώνονται σε όλα τα επίπεδα του εκπαιδευτικού συστήματος.

Μετά τη σύνοδο των υπουργών παιδείας χωρών της ΕΕ και άλλων ευρωπαϊκών χωρών (29 στο σύνολο) το 1999 στη Μπολόνια, αλλά και άλλες συνόδους που ακολούθησαν (στην Πράγα, στη Σαλαμάνκα της Ισπανίας οι υπουργοί παιδείας της ΕΕ) η προώθηση των αλλαγών αυτών παίρνει πιο ολοκληρωμένο και συγκεκριμένο χαρακτήρα. Σε γενικές γραμμές υποβαθμίζονται οι προπτυχιακές σπουδές με την καθιέρωση κύκλων σπουδών, τη γενικευμένη ίδρυση μεταπτυχιακών προγραμμάτων (βασικά στα ΑΕΙ, αλλά τελευταία και σε συνεργασία με ορισμένα ΤΕΙ). Η αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών που διδάσκονται φοιτητές και σπουδαστές, η οποία χρηματοδοτείται κύρια από το Γ΄ ΚΠΣ (με το πρόγραμμα ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ), οδηγεί στην ίδια κατεύθυνση, αλλά και στην απαξίωση του πτυχίου (η Ελλάδα είναι η δεύτερη χώρα στην ΕΕ σε άνεργους απόφοιτους της ανώτατης εκπαίδευσης). Ταυτόχρονα συρρικνώνονται τα μορφωτικά δικαιώματα φοιτητών και σπουδαστών, οξύνονται τα προβλήματα που προκύπτουν στην καθημερινή τους ζωή από την ιδιωτικοποίηση τομέων της ανώτατης εκπαίδευσης και την υποχρηματοδότηση των ΑΕΙ και ΤΕΙ.

Η κατάσταση αυτή ωθεί πιο άμεσα στη δημιουργία επιστημονικού δυναμικού, χωρίς ολόπλευρη γνώση του επιστημονικού αντικειμένου του, έτοιμου και ευέλικτου να καταρτίζεται δια βίου σύμφωνα με το συμφέρον του κεφαλαίου, προσαρμοσμένου στη λογική απασχόλησης - ανεργίας, της δουλιάς χωρίς δικαιώματα. Η αύξηση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, που υπηρετούν οι αναδιαρθρώσεις, συνεπάγεται τη δυνατότητα για χρήση λιγότερου υψηλά ειδικευμένου δυναμικού, έτσι η προοπτική για τη μεγάλη μάζα των φοιτητών και σπουδαστών είναι να γίνει φτηνό εργατικό δυναμικό.

 

ΕΙΔΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΠΟΥ ΠΡΟΩΘΕΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

Αυτή την περίοδο η κυβέρνηση βρίσκεται σε «κοινωνικό διάλογο» για την προώθηση τεσσάρων νομοσχεδίων (για τα μεταπτυχιακά και την έρευνα, την αξιολόγηση, τα Ινστιτούτα δια βίου Εκπαίδευσης και τελευταία για τον ΟΣΚ που περιλαμβάνει ρυθμίσεις και για το ΔΙΚΑΤΣΑ, το ανοιχτό πανεπιστήμιο, τη ΣΕΛΕΤΕ κλπ), ενώ πέρασε πάνω από ένας χρόνος από την ψευδεπίγραφη ανωτατοποίηση των ΤΕΙ. Τα μέτρα αυτά θα συμβάλουν άμεσα στις παρακάτω κατευθύνσεις:

α) Στην υποβάθμιση του πτυχίου και των γνώσεων που παρέχονται προπτυχιακά με τη γενίκευση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών, στα οποία πλέον «περνάνε» και γνώσεις που μέχρι τώρα διδάσκονταν προπτυχιακά. Οι προπτυχιακές σπουδές θα καταλήγουν σε πτυχίο χωρίς αντίκρισμα, αντίστοιχο του bachelor. Οσοι επιδιώκουν να συνεχίσουν με μεταπτυχιακές σπουδές έχουν να αντιμετωπίσουν ουσιαστικούς περιορισμούς (στα περισσότερα προγράμματα απαιτούνται δίδακτρα, «εθελοντική» - απλήρωτη εξωπανεπιστημιακή προϋπηρεσία, επιπλέον εξετάσεις κλπ.).

β) Στο χτύπημα των δικαιωμάτων για δωρεάν σίτιση, στέγαση, συγγράμματα με αποτέλεσμα τη μεγέθυνση του αριθμού φοιτητών και σπουδαστών που εγκαταλείπουν τις σπουδές. Στο χτύπημα της δημόσιας δωρεάν εκπαίδευσης. Ηδη είναι γνωστό ότι σε πανεπιστημιακές λέσχες απαιτείται πληρωμή, το ενοίκιο έχει επεκταθεί σχεδόν σε όλες τις εστίες (που καλύπτουν περίπου το 7% των φοιτητών και σπουδαστών), πολλές υπηρεσίες (π.χ. καθαριότητα) έχουν περάσει σε ιδιώτες και έχουν ιδρυθεί εταιρίες για την αξιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων των πανεπιστημίων και των ΤΕΙ. Τα παραδείγματα που στοιχειοθετούν αυτή την πορεία είναι πάρα πολλά.

γ) Στη διατήρηση του αναχρονιστικού διαχωρισμού τεχνολογικής κατεύθυνσης στην ανώτατη εκπαίδευση, που τελικά εντείνει την υποβάθμιση των ΤΕΙ. Συγκεκριμένα το ΙΤΕ (Ινστιτούτο Τεχνολογικής Εκπαίδευσης) προσπαθεί να αποτρέψει οποιαδήποτε συζήτηση για ανώτατου χαρακτήρα προγράμματα σπουδών στα ΤΕΙ, ώστε να διασφαλίσει τον τεχνολογικό τους χαρακτήρα.

δ) Στην αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών μέσα από το ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ που θα ενισχύει χαρακτηριστικά κατάρτισης, είτε θα τα μετατρέπει σε προγράμματα σεμιναριακού τύπου με ασύνδετες, σκόρπιες γνώσεις. Η επαναφορά των Προγραμμάτων Σπουδών Επιλογής (ΠΣΕ) ως Ινστιτούτα δια βίου Εκπαίδευσης (ΙΔΕ) στο πλευρό των υπαρχόντων προγραμμάτων σπουδών υλοποιεί ακριβώς αυτές τις αλλαγές.

ε) Στην παραπέρα εξάρτηση των ΑΕΙ-ΤΕΙ για τις ερευνητικές τους δραστηριότητες από τη χρηματοδότηση διαφόρων επιχειρήσεων, ώστε να καλύπτουν ελλείμματα προϋπολογισμών (υποχρηματοδότηση), ανεπάρκεια υλικοτεχνικής υποδομής τους κλπ., με επίδραση στον προσανατολισμό των σπουδών.

 

ΝΑ ΔΥΝΑΜΩΣΕΙ Η ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Αυτή η κατάσταση δημιουργεί έντονη δυσαρέσκεια σε φοιτητές και σπουδαστές, στις οικογένειές τους, στο διδακτικό προσωπικό των σχολών και τους εργαζόμενους. Μια δυσαρέσκεια, που όμως σε μεγάλο βαθμό εγκλωβίζεται σε ανώδυνες αντιδράσεις μέσα από διάφορα ιδεολογήματα που προβάλλονται και αναπτύσσονται, μπλοκάροντας έτσι τις ριζοσπαστικές διαθέσεις που υπάρχουν μέσα στη νεολαία.

Τα τελευταία χρόνια ξεχωρίζουν στο χώρο της εκπαίδευσης οι μεγάλες κινητοποιήσεις των μαθητών που δέθηκαν με τις διεργασίες στο φοιτητικό και σπουδαστικό κίνημα, με τον αγώνα των καθηγητών και των δασκάλων.

Στο τελευταίο εξάμηνο ιδιαίτερο ρόλο παίζουν και οι καθηγητές των ΑΕΙ με πιο έντονη την αποχή από την εξεταστική του Ιούνη και απεργίες. Ομως το πλαίσιο των αιτημάτων παραμένει στενό και δεν ανταποκρίνεται στην ανάγκη να μπουν επί τάπητος τα ζητήματα αναδιάρθρωσης της ανώτατης εκπαίδευσης με τις αποφάσεις της Μπολόνια, που είναι και το κεντρικό πρόβλημα, ώστε σε κοινό μέτωπο ΔΕΠ και φοιτητικό κίνημα να αντιπαλεύουν την αντιεκπαιδευτική πολιτική.

Μια γενική εικόνα που δίνουν όλοι αυτοί οι αγώνες είναι η ανοδική πορεία που συνοδεύεται από αισιόδοξα μηνύματα ότι ωριμάζει μια καινούρια κατάσταση ένα ανώτερο επίπεδο για το κίνημα. Με την πείρα που έχουμε αποκτήσει από τη δράση μας για την ανάπτυξη, τον προσανατολισμό, το συντονισμό αυτών των αγώνων μπορούμε να βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα, να καθορίσουμε στόχους μπροστά στη μάχη των δημοτικών και νομαρχιακών εκλογών, αλλά και στη συνέχεια μπροστά στη δράση για το 2003 και την ελληνική προεδρία στην ΕΕ.

Βασικό είναι ότι οι αγώνες που πραγματοποιούνται τα χρόνια αυτά συγκρούονται και δυσκολεύουν στον ένα ή τον άλλο βαθμό την προώθηση της πολιτικής κυβέρνησης - ΕΕ, αλλά δεν είναι αντίστοιχοι της επίθεσης που διεξάγει η κυβέρνηση. Αυτή η αναντιστοιχία οπωσδήποτε σχετίζεται με τους αρνητικούς συσχετισμούς, με το βαθμό οργάνωσης της νεολαίας στο φοιτητικό και σπουδαστικό κίνημα, όπου υπάρχουν οι σύλλογοι, αλλά και γενικότερα.

Στην καθυστέρηση συμβάλλει και η δράση των άλλων δυνάμεων, του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, αλλά και του ΣΥΝ και αριστερίστικων ομάδων. Η στάση των ΔΑΠ - ΠΑΣΠ κινείται στη λογική της κυβερνητικής και ευρωενωσιακής πολιτικής. Παίζουν καθοριστικό ρόλο στη χειραγώγηση και ενσωμάτωση μεγάλου αριθμού φοιτητών-σπουδαστών. Αποτελούν τα προκεχωρημένα φυλάκια της αντιεκπαιδευτικής πολιτικής στις σχολές και στο κίνημα. Οι θέσεις που παρουσιάζονται από τις διάφορες ομάδες που υπάρχουν παρά τη φαινομενική «ανατρεπτική χροιά», χαρακτηρίζονται από τη δυνατότητα ενσωμάτωσης στα πλαίσια της πολιτικής κυβέρνησης και ΕΕ. Η τακτική τους στο κίνημα ξεκινάει από το σαμποτάρισμα οποιασδήποτε διαδικασίας και φτάνει μέχρι την υπονόμευση με αποπροσανατολιστικές, διασπαστικές και διαλυτικές τακτικές (όπως με τα πανσπουδαστικά Συνέδρια της ΕΦΕΕ και της ΕΣΕΕ). Η πάλη για τη δραστική αλλαγή των συσχετισμών είναι ένα από τα ουσιαστικά ζητήματα, για να αντιστραφεί αυτή η κατάσταση.

Μέσα στο φοιτητικό και σπουδαστικό κίνημα, οι στόχοι και τα αιτήματα που προβάλλουμε κερδίζουν έδαφος, παρά την έντονη προσπάθεια των άλλων δυνάμεων. Είναι στόχοι που παίρνουν υπόψη τις πραγματικές ανάγκες φοιτητών και σπουδαστών, τις ανάγκες του λαού για επιστημονικό δυναμικό και ποιον αυτό θα υπηρετεί, βάλλουν κατά του πυρήνα της πολιτικής και των επιλογών της κυβέρνησης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το αίτημα για πτυχίο που θα δίνει την επιστημονική ειδίκευση και συνεπώς δε θα χρειάζονται τα μεταπτυχιακά «ειδίκευσης», αλλά αυτά που θα οδηγούν σε διδακτορικό, στην παραγωγή δηλαδή νέας γνώσης. Αυτό το αίτημα χτυπάει όλη την ουσία των αποφάσεων της Μπολόνια - που προσπαθεί η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ να βάλει στη ζωή με το νομοσχέδιο για τα μεταπτυχιακά και την έρευνα, το οποίο ορίζει ότι πρέπει βασικά να καθιερωθούν οι δύο κύκλοι σπουδών (ο ένας προπτυχιακά και ο άλλος μεταπτυχιακά). Η πάλη για κατάργηση των διδάκτρων στα μεταπτυχιακά, πρέπει να διεξάγεται, όμως χρειάζεται να ανοίγουμε ολοκληρωμένα και αποφασιστικά το ζήτημα για επιστημονική ειδίκευση μέσα στο πτυχίο. Ολες οι άλλες δυνάμεις που δρουν στο φοιτητικό κίνημα θέτουν αιτήματα όπως «δωρεάν μεταπτυχιακά», «μεταπτυχιακά για όλους». «μεταπτυχιακά τώρα», τα οποία δεν αντιπαρέρχονται τις αποφάσεις της Μπολόνια και αποδέχονται το μεταπτυχιακό κύκλο σπουδών. Αυτή τους η στάση φάνηκε, στις κινητοποιήσεις του Ιούνη του 2001 όταν από τη Ν.ΠΑΣΟΚ, την ΟΝΝΕΔ ως και τις διάφορες «αριστερίστικες» ομάδες υπήρχε συμπόρευση.

Υπάρχουν επίσης και κάποιες άλλες σημαντικές πλευρές για το φοιτητικό και σπουδαστικό κίνημα. Από τη μια γίνεται όλο και περισσότερο αντιληπτό ότι η δράση, η κινητοποίηση πρέπει να έχει συνέχεια, να μαζικοποιεί τις γραμμές του κινήματος, να εναλλάσσει τις μορφές πάλης στις διάφορες φάσεις. Από την άλλη πλευρά δεν πρέπει να υποτιμούνται δυσκολίες που εμφανίζονται στη δράση, όπως, π.χ. η ταύτιση του κινήματος με τις στιγμές κορύφωσής του και η προσκόλληση σε συγκεκριμένες μορφές, που εκδηλώνει μια αυθόρμητη ανυπομονησία και οδηγεί εύκολα σε απογοήτευση. Ετσι εμφανίζεται το φαινόμενο όταν μιλάμε για αγώνες να μπαίνει το ερώτημα αν θα γίνει καμιά πορεία ενώ υποτιμάται και δε συνδέεται με όλη τη δουλιά «προετοιμασίας» που απαιτείται σε περιόδους «ύφεσης», στις οποίες μάλιστα μπορεί με μεγαλύτερη άνεση να παρθούν ποικίλες πρωτοβουλίες, να ανοιχτούν για συζήτηση ευρύτερα θέματα που απασχολούν τη ζωή του νέου και να κατασταλάξουν συμπεράσματα, βοηθώντας στο βάθεμα της πολιτικής συνείδησης φοιτητών και σπουδαστών.

Η υπόθεση της αγωνιστικής συνάντησης του φοιτητικού και σπουδαστικού κινήματος με το μαζικό λαϊκό κίνημα και ιδιαίτερα το εργατικό είναι ένα ακόμα καίριο. Η σημασία ενός παλλαϊκού κινήματος παιδείας δεν είναι μόνο αυτό που γίνεται αντιληπτό σε ευρύτερες μάζες φοιτητών και σπουδαστών: Το «να μας στηρίξουν περισσότεροι». Είναι ένας ουσιαστικός παράγοντας που συμβάλλει μεν στη διεύρυνση των δυνάμεων που μπαίνουν σε έναν αγώνα, αλλά κυρίως μπολιάζει τις συνειδήσεις, ανεβάζει την πολιτικοποίηση, αναδεικνύει συνολικότερα τους ενόχους αυτής της πραγματικότητας που βιώνουμε, τις ανάγκες μας, τη συνολική αντιπαράθεση και ρήξη που απαιτείται με αυτή την πολιτική, την αναζήτηση της διεξόδου απέναντι στο «τίποτα δε γίνεται».

Υπάρχουν περιθώρια να κατακτάει το κίνημα στα ΑΕΙ-ΤΕΙ τα χαρακτηριστικά, τον προσανατολισμό που επιδιώκουμε. Απαιτείται από εμάς μεγαλύτερη προσπάθεια για ανάπτυξη αγώνων. Εκεί μπορεί να αποκτάται η πείρα από τους ίδιους τους φοιτητές και σπουδαστές. Πατώντας πάνω σε αυτή την πείρα, μπορεί να κερδίζει έδαφος η διεκδικητική, αγωνιστική λογική και δράση, αλλά και η κατανόηση της προοπτικής του αγώνα, η ανάγκη κοινής πορείας του φοιτητικού - σπουδαστικού κινήματος με το εργατικό και ευρύτερα το λαϊκό, η ανάγκη να αντιτάσσεται ο αγώνας στο συμβιβασμό και τη διαχείριση, ανοίγοντας το δρόμο για ριζικές αλλαγές στην εκπαίδευση και την κοινωνία. Χρειάζεται πιο μαζικά, έντονα να προβάλλουμε τη θέση μας για την Ενιαία Ανώτατη Εκπαίδευση και τις προϋποθέσεις για ένα εκπαιδευτικό σύστημα στην υπηρεσία των λαϊκών αναγκών. Σε τελευταία ανάλυση η δουλιά μας πρέπει να κατατείνει στο να πείθονται ευρύτερες μάζες φοιτητών και σπουδαστών για τη ρεαλιστικότητα της πρότασης του ΚΚΕ για τη λαϊκή οικονομία και εξουσία, το σοσιαλισμό.

 

ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΤΗΣ ΚΝΕ ΣΤΑ ΑΕΙ-ΤΕΙ

Με βάση τη δράση των οργανώσεων στα ΑΕΙ-ΤΕΙ, την ανομοιογένεια που εντοπίζουμε (και προκύπτει και από τα αποτελέσματα των φοιτητικών - σπουδαστικών εκλογών), τα συμπεράσματα που καταλήγουμε μπορούμε να συζητήσουμε πιο συγκεκριμένες κατευθύνσεις στον προσανατολισμό των οργανώσεων. Ο σκοπός είναι να προσεγγίσει η καθοδηγητική μας δουλιά περισσότερο τις υπαρκτές δυνατότητες που καταγράφουμε, να βελτιώσουμε την καθημερινή δράση με την προσοχή στραμμένη στο κέρδισμα συνειδήσεων με την πολιτική και ιδεολογία του ΚΚΕ.

Χρειάζεται να ανιχνεύσουμε βαθύτερα τις τάσεις, τις δυνατότητες, αλλά και τις δυσκολίες που έχουμε μπροστά μας. Πρέπει να παίρνουμε υπόψη ότι τα πανεπιστήμια αποτελούν σημαντικό μηχανισμό αναπαραγωγής και ανάπτυξης της ιδεολογίας της άρχουσας τάξης.

Η καθοδηγητική βοήθεια πρέπει να ανέβει και να εξειδικεύεται κατά χώρο. Να στέκεται πιο βαθιά στο χώρο ευθύνης μας, να κατανοούμε και να αφουγκραζόμαστε τον κόσμο, αναπτύσσοντας δεσμούς. Ετσι να γενικεύουμε την εμπειρία που αποκτάμε και να ανοίγουμε δρόμο στην οργάνωση. Η αναγκαία βελτίωση της πολιτικής, ιδεολογικής καθοδήγησης ξεκινάει από την αναζήτηση για τα ρεύματα, τις ιδέες και αντιλήψεις που κυριαρχούν στη νεολαία και τρόπων επίδρασής μας σε αυτές.

- Καταρχήν υπάρχει απαίτηση να εντονότερης ενασχόλησής μας με τα προβλήματα που βιώνει ο φοιτητής και σπουδαστής στην καθημερινή του ζωή. Προβλήματα που σχετίζονται με τις σπουδές, τα ενδιαφέροντα, τη ζωή του συνολικά και πηγάζουν από την πολιτική που εφαρμόζει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στην ανώτατη εκπαίδευση και την κοινωνία. Τέτια ζητήματα σχετίζονται και με τις διάφορες ρυθμίσεις, νομοσχέδια της κυβέρνησης για τις σπουδές και την αξία του πτυχίου, με τη σίτιση και τη στέγαση, τις συγκοινωνίες κ.ά. Μεγαλύτερη απαίτηση σημαίνει ότι υπάρχουν πολλά περιθώρια για σχεδιασμό πρωτοβουλιών μέσα στους φορείς, τους συλλόγους, επιτροπές ετών και εξαμήνων, για προώθηση ΓΣ, τμηματικές και ετών, να αξιοποιούμε αποφάσεις ΔΣ, επιτροπών ετών και εξαμήνων και αναζήτηση μορφών που βάζουν σε κίνηση και αντιστοιχούν στην οξύτητα των προβλημάτων.

- Οι πρωτοβουλίες, διεργασίες σε όλα τα μέτωπα που συμπεριλαμβάνονται στις αποφάσεις του Συνεδρίου μπορούν να ανεβάζουν την αγωνιστική διάθεση φοιτητών και σπουδαστών. Η εμπειρία δείχνει ότι υπάρχει ενδιαφέρον για ποικίλα θέματα και όταν προωθούνται (έστω και αποσπασματικά ακόμη) αγγίζουν και μπορούν να συμβάλλουν στον αγώνα. Ολα τα μέτωπα πάλης που προσανατολίζει το 8ο Συνέδριο εξάλλου αφορούν όλα τα τμήματα της νεολαίας, από τη σκοπιά φυσικά που τα βιώνουν. Τα αποτελέσματα από τη δίμηνη πολιτική δράση της ΚΝΕ ενάντια σε όλα τα ναρκωτικά δείχνουν ότι μπορούμε και πρέπει πιο αποφασιστικά να αγγίξουμε τα ενδιαφέροντα και τις αναζητήσεις της νέας γενιάς, προσανατολίζοντάς τα σε αγωνιστική κατεύθυνση.

- Υπάρχει θετική πείρα με την ΠΚΣ, αλλά χρειάζεται να συζητηθεί και να κατανοηθεί ο ρόλος της Πανσπουδαστικής, όπως τον καθόρισε το 8ο Συνέδριο, πώς θα προωθηθεί η συσπείρωση σε κάθε τμήμα και έτος, πώς μπορεί να αξιοποιηθεί ο κόσμος που έχει διάθεση να δραστηριοποιηθεί. Οι μαζώξεις της ΠΚΣ πρέπει να πολλαπλασιαστούν και να ξεφεύγουν από τη λογική του «αχτίφ». Να καταλήγουν σε πρωτοβουλίες για αγωνιστική δράση και διεκδίκηση, σε εκδηλώσεις και πολυμέτωπη παρέμβαση. Μέσα από την ΠΚΣ περνά συνολικά η δουλιά της Οργάνωσης στο χώρο ευθύνης της. Με επίκεντρο την ΠΚΣ, ως πόλου συσπείρωσης στον αγώνα για αλλαγές στις σπουδές, τη ζωή, την κοινωνία, πρέπει να αξιοποιηθούν και άλλες μορφές συσπείρωσης. Οι αντιπολεμικές επιτροπές, οι επιτροπές της Δράσης Θεσσαλονίκη 2003, οι επιτροπές ετών και εξαμήνων, καθώς και άλλες συσπειρώσεις που με τη δράση μας μπορεί να προκύπτουν (π.χ. για τον πολιτισμό), βοηθούν στη συσπείρωση ευρύτερων δυνάμεων στα μέτωπα πάλης με στόχους που συγκρούονται με την πολιτική των μονοπωλίων και του ιμπεριαλισμού.Οι σύλλογοι που έχουμε κατακτήσει ευνοϊκούς συσχετισμούς δίνουν δυνατότητες να αξιοποιηθούν ως σημαντικοί φορείς συσπείρωσης φοιτητών και σπουδαστών. Χρειάζεται να πολλαπλασιάσουμε τις πρωτοβουλίες, τις ομάδες δράσης με πολύμορφο χαρακτήρα με σκοπό να αναβαθμίζεται στα μάτια των μελών του ο συγκεκριμένος σύλλογος και να ενεργοποιούνται πολύ περισσότεροι στα πλαίσιά του.

- Σημαντικό ζήτημα είναι η καλύτερη προσπάθεια για να «πιάνουμε» το κλίμα, τους προβληματισμούς των φοιτητών και σπουδαστών, πιο συγκεκριμένα και ξεκάθαρα να «μετράμε» την επίδραση της άρχουσας τάξης, των ιδεολογημάτων που προβάλλει. Να δουλεύουμε τη δική μας επιχειρηματολογία που θα στηρίζει την πολιτική του Κόμματος, θα την απλώνει σε ευρύτερες μάζες. Γνωρίζουμε ότι από τη μια έρχεται μια θετική εκτίμηση της δράσης μας καθημερινά, όλη τη χρονιά, όπως και απέναντι στις προτάσεις μας. Από την άλλη, όμως, η διστακτικότητα ακόμα και να μας ψηφίσει η μεγάλη πλειοψηφία φοιτητών και σπουδαστών σχετίζεται με την επίδραση που ασκούν αντιλήψεις για τον ανταγωνισμό, την «ελεύθερη αγορά» και τις «ευκαιρίες» που αυτή προσφέρει, η θεοποίηση της νέας τεχνολογίας κ.ά. Αλλά σχετίζεται αυτή η στάση και με τη γνώμη που διαμορφώνει ο φοιτητής για τη ρεαλιστικότητα της πολιτικής του Κόμματος, κατά πόσο παίρνει την απόφαση να πάρει θέση, ξεφεύγοντας από την αντίληψη που λέει «ας δούμε να τη βολέψουμε τώρα και βλέπουμε μετά».

- Σε αυτή την κατεύθυνση χρειάζεται και μπορούμε να διευρύνουμε το άνοιγμα. Σήμερα καταφέρνουμε να φτάνουμε σε ένα αξιοσημείωτο, αλλά μικρό ακόμη τμήμα των πραγματικών φοιτητών και σπουδαστών. Η επαφή, όμως, με όλο αυτό τον κόσμο είναι περιστασιακή. Δεν έχουμε κατορθώσει να ζούμε μαζί με αυτό τον κόσμο, να μπορούμε να βιώνουμε μαζί και να δενόμαστε με όλα όσα κοινά μας προβληματίζουν, μας κάνουν να ελπίζουμε, να αγωνιζόμαστε ή να απογοητευόμαστε. Αυτή είναι η βάση για να αναπτύσσονται αυτό που τόσο συχνά αναφέρουμε ως πολιτικούς δεσμούς.

- Η βοήθεια στο επίπεδο της ΟΒ θα δώσει πνοή στο «τι μας λέει ο κόσμος». Θα αυξάνει την ανησυχία και την αναζήτηση γύρω από τις απόψεις που ακούγονται, θα ατσαλώνει στη δική μας λογική. Ετσι θα εξάγονται πιο ασφαλή συμπεράσματα, για τη συνείδηση που διαμορφώνεται σε φοιτητές και σπουδαστές. Με τα υλικά μας (ακόμη και ανά τμήμα, πέρα από τα κεντρικά), το Ριζοσπάστη, τον Οδηγητή να εξορμούμε παντού, στα αμφιθέατρα και όχι μόνο. Στο πιο πλατύ άνοιγμα θα συμβάλλει και το ανέβασμα της μαζικής οπτικής προπαγάνδας, την οποία έχουμε περιθώρια να αναβαθμίσουμε.

- Η όξυνση της αντιπαράθεσης με τις άλλες δυνάμεις είναι βασικός όρος για την πιο ξεκάθαρη προβολή των δυο δρόμων που ανοίγονται μπροστά στα ΑΕΙ-ΤΕΙ και στην κοινωνία, για το δυνάμωμα των αγώνων, για την ευρύτερη συσπείρωση δυνάμεων. Η γραμμή της αντιπαράθεσής με τις άλλες δυνάμεις βασίζεται στο ότι η ΠΚΣ παλεύει για ριζικές αλλαγές στην ανώτατη εκπαίδευση και την κοινωνία, ενάντια στη λογική διαχείρισης, το συντεχνιασμό και τελικά την υποταγή στην πολιτική κυβέρνησης και ΕΕ. Δε σταματά, όμως, εκεί η αντιπαράθεση. Ολοκληρώνεται με το σύνολο της πολιτικής που επιβάλλει η άρχουσα τάξη, με τα ιδεολογήματα που εκτοξεύονται για την κατάκτηση συνειδήσεων κάθε στιγμή, παντού, στις σχολές και τα αμφιθέατρα, σε όλους τους χώρους συγκέντρωσης της νεολαίας.

- Επιπλέον υπάρχει η ανάγκη πιο ολοκληρωμένης πολιτικής και ιδεολογικής δουλιάς στον κόσμο που σήμερα φτάνουμε, αλλά και πλατύτερα. Να εντείνουμε την παρέμβαση με πολύμορφο τρόπο, εκδηλώσεις. Καλύτερη προσπάθεια έγινε φέτος με εκδηλώσεις και με συναυλίες σε περισσότερες πόλεις, ενώ συνολικά στα ΤΕΙ υπάρχει σοβαρή αδυναμία. Να ανοίξουμε ζητήματα που αφορούν γενικότερα τις εξελίξεις και την πολιτική του Κόμματος, το περιεχόμενο σπουδών, κλπ. Σε αυτή την προσπάθεια αναντικατάστατη είναι η βοήθεια των ΚΟ, η αξιοποίηση του Ριζοσπάστη, του Οδηγητή, της ΚΟΜΕΠ, των Θεμάτων Παιδείας κ.ά. Πιο έντονα να προβάλλουμε την ιδεολογία μας, να αναδεικνύουμε το βάθος των αντιλήψεων που διδάσκονται στα ΑΕΙ-ΤΕΙ. Να οδηγούμε τη συζήτηση στις ιδεολογικές αφετηρίες των μαθημάτων με όπλο την κοσμοθεωρία μας, το μαρξισμό-λενινισμό.

- Το δυναμικό μας στα ΑΕΙ - ΤΕΙ αυξάνεται, ανανεώνεται και υπάρχει ανάγκη καλύτερου εξοπλισμού, πιο επίμονης δουλιάς με την πολιτική του Κόμματος και τις αποφάσεις. Τέτια δουλιά μπορεί να προχωρά παράλληλα με την καλλιέργεια μορφωτικού ρεύματος στις γραμμές μας. Μορφωτικό ρεύμα που θα οδηγεί στην ανάγκη γενικότερης ενημέρωσης πάνω σε κοινωνικοπολιτικά ζητήματα, καλύτερης προσπάθειας για την κατάκτηση της γνώσης και πιο ιδιαίτερα του επιστημονικού αντικειμένου, για την πιο βαθιά προσέγγιση της πολιτικής και ιδεολογίας μας. Μπορούμε να αξιοποιήσουμε Ιδεολογικά μαθήματα για τη φιλοσοφία και την πολιτική οικονομία στο επίπεδο της ΟΒ, συζητήσεις για το Πρόγραμμα του Κόμματος, αλλά και πιο ολοκληρωμένα να αναλύσουμε την παιδαγωγική και εκπαιδευτική μας αντίληψη, τόσο για τη βασική εκπαίδευση, όσο και για την ενιαία ανώτατη εκπαίδευση.

- Η καθοδηγητική μας δουλιά να βελτιωθεί προσανατολισμένη στην ΟΒ, στη λειτουργία και το περιεχόμενο δράσης της, όπως καθορίσαμε και στο 8ο Συνέδριο. Ο σχεδιασμός, η πρωτοβουλία, η υλοποίηση των αποφάσεων δεν αφορούν απλά τα όργανα και τις συνεδριάσεις τους. Είναι σημαντικό όλη αυτή η δουλιά να «περνάει» στην ΟΒ. Μια ΟΒ που βοηθιέται και κάνει βήματα στην κατάκτηση αυτών των χαρακτηριστικών, πολύ γρήγορα ξεπερνάει τις όποιες δυσκολίες την ταλανίζουν. Η όλη μας προσοχή επόμενα πρέπει να «συγκεντρώνεται» στην ΟΒ, σε όλους τους συντρόφους.

- Η ανάπτυξη της Οργάνωσης μπορεί και πρέπει να συνεχιστεί. Είναι κρίσιμος δείκτης και, παρά τα πολλά βήματα που πραγματοποιήσαμε τα προηγούμενα χρόνια, δεν πρέπει επαναπαυόμαστε, γιατί δίπλα μας ζούνε χιλιάδες νέοι που μας ακούν, μας εκτιμούν, αναζητούν τη διέξοδο στα προβλήματά τους. Πιο μαζικά, θαρρετά μπορούμε και πρέπει να τους καλέσουμε στο δρόμο της οργανωμένης πάλης.

Είμαστε αισιόδοξοι για την πορεία της Οργάνωσης και μπορούμε να δουλέψουμε πιο αποφασιστικά με τη νέα χρονιά που ξεκινάει, ώστε να συμβάλλουμε πιο ουσιαστικά στις μάχες που μας περιμένουν.



Ο Βασίλης Τασούλας είναι μέλος του Γραφείου του ΚΣ της ΚΝΕ.