ΝΕΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ. ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗΣ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΟΥΣΑ ΤΑΞΗ

Το άρθρο που ακολουθεί δε φιλοδοξεί να δώσει μια ολοκληρωμένη εικόνα της ζωής της νέας γυναίκας στην Ελλάδα σήμερα - ιδιαίτερα εκείνης που ανήκει στην εργατική τάξη και που θα αποτελέσει τη νέα βάρδια της. Μεθοδολογικά, σε μια πιο επιστημονική προσέγγιση του ζητήματος, το πρώτο που θα έπρεπε να παρατεθεί είναι μια σειρά από στοιχεία που να καταδεικνύουν τη θέση της νέας γυναίκας στην αγορά εργασίας, στην παραγωγή. Δυστυχώς, υπάρχει σχετικό έλλειμμα τέτιιων στοιχείων, τουλάχιστον από επίσημους, κρατικούς φορείς Πάντως, το δημοκρατικό γυναικείο κίνημα έχει συγκεντρώσει σημαντικό υλικό πάνω σε αντίστοιχα ζητήματα, ενώ υπάρχει και μία επαρκής αρθρογραφία, που έχει δημοσιευτεί και στην ΚΟΜΕΠ. Στοιχεία προκύπτουν επίσης από τις εμπειρικές παρατηρήσεις μας - όχι μόνο τις προσωπικές, αλλά και αυτές που έχουν προκύψει από τις προαναφερθείσες συλλογικές επεξεργασίες και διαδικασίες γυναικείων φορέων, κυρίως της Ομοσπονδίας Γυναικών Ελλάδας.

Η ένταξη των νέων γυναικών στην παραγωγή είναι η «εκ των ων ουκ άνευ» συνιστώσα για τη συγκρότηση της συνείδησης και της προσωπικότητάς τους. Δεν είναι όμως και ο μόνος παράγοντας αυτής της διαδικασίας. Σημαντικότατο ρόλο παίζουν τα ΜΜΕ, ηλεκτρονικά και έντυπα, η διαφήμιση, τα βιομηχανικά πρότυπα, ακόμα και τα προϊόντα της τέχνης (ή της «τέχνης»). Να το πούμε από την αρχή: καταβάλλεται πανταχόθεν μια γενναία προσπάθεια διαμόρφωσης μιας καινούργιας, θηλυκού γένους βάρδιας της εργατικής τάξης, αποϊδεολογικοποιημένης, ατομιστικής, που θα απαξιώνει τη συλλογικότητα είτε στο επίπεδο της πολιτικής είτε στο επίπεδο των προσωπικών αρχών και αξιών. Το αν επιτυγχάνεται ή όχι αυτός ο στόχος είναι ένα άλλο, τεράστιο ζήτημα, στο οποίο καλείται να δώσει συγκεκριμένη απάντηση το λαϊκό κίνημα.

Οι γυναίκες από την ηλικία των 25 ετών και κάτω έζησαν τα πρώτα χρόνια της ζωής τους μέσα σε συνθήκες σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος. Από τις αρχές ήδη της προηγούμενης δεκαετίας όμως, άρχισαν να γίνονται ορατά τα αποτελέσματα της, φυσιολογικής για το σύστημα, κρίσης. Οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις έβλαψαν και συνεχίζουν να βλάπτουν πιο έντονα τις πιο αδύναμες κοινωνικά ομάδες, ανάμεσα στις οποίες βρίσκονται και οι γυναίκες. Η ανεργία, που παρουσιάζει πολύ υψηλά ποσοστά στις νεαρές ηλικίες, εκδηλώνεται με μεγαλύτερη ένταση στις νέες κοπέλες και, μάλιστα, δεν είναι εύκολα καταγράψιμη, ιδιαίτερα για εκείνες που δεν έχουν μπει ακόμη στην παραγωγή.

Οι λεγόμενες «ευέλικτες μορφές εργασίας» αφορούν ιδιαίτερα τις νέες γυναίκες. Η εμπειρική παρατήρηση μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι όλο και περισσότερες κοπέλες δουλεύουν σε ευκαιριακές δουλιές, με ευκαιριακούς όρους εργασίας. Ταχυφαγεία, σούπερ μάρκετ, εμπορικά καταστήματα, κέντρα ψυχαγωγίας, αλλά και ινστιτούτα αισθητικής και χρηματιστηριακά γραφεία είναι γεμάτα από νέα κορίτσια. Σε κάποιους από αυτούς τους χώρους (τους οποίους οι κοπέλες διδάσκονται να αποκαλούν αυτάρεσκα «ο χώρος μας») απαιτείται ένα πιστοποιητικό γνώσεων, ένα πτυχίο. Αυτό δεν σημαίνει, στην πράξη, ότι οι συνθήκες δουλιάς τους είναι απαραίτητα καλύτερες. Σε ορισμένους άλλους αρκούν άλλου είδους προσόντα, όπως είναι η εξωτερική εμφάνιση.

Οι περισσότεροι από τους χώρους αυτούς είναι, στην πραγματικότητα, συγκαλυμμένα γκέτο. Πέρα από την πάγια τρομοκρατία που επικρατούσε και επικρατεί στους χώρους δουλιάς, οι σύγχρονοι όροι του «μάρκετινγκ» και της διοίκησης επιχειρήσεων διαμορφώνουν σε αυτούς και μια συγκροτημένη προσπάθεια χειραγώγησης της συνείδησης των εργαζομένων που έχει νέα ποιοτικά στοιχεία. Εχουν όλοι τους ένα κοινό χαρακτηριστικό: απαιτούν καλή εμφάνιση (φυσική και ενδυματολογική) και διαρκές χαμόγελο. Πόσο μακριά αλήθεια από την κλασική εικόνα της χειρώνακτος, με τη φόρμα του εργοστασίου ή τα δικά της, φτωχικά ρούχα! Η και πόσο μακριά από τη στερεοτυπική εικόνα της δημόσιας υπαλλήλου, της εκπαιδευτικού, με τη δική της άτυπη «φόρμα εργασίας»!

Η λαμπερή αυτή εικόνα όμως είναι πραγματικότητα μόνο στις σελίδες των αντίστοιχων περιοδικών. Στην πράξη, το 8ωρο είναι ήδη μακρινό παρελθόν: όπου δεν ισχύουν συνθήκες μερικής απασχόλησης, αλλά το 8ωρο (π.χ. στα ινστιτούτα αισθητικής ή στα χρηματιστηριακά γραφεία), αυτό καταστρατηγείται άγρια: οι κοπέλες δουλεύουν πολλές φορές 12 ή και 16 ώρες την ημέρα, χωρίς να πληρώνονται υπερωρίες. Η «ανταμοιβή» τους έρχεται μέσα από το κλείσιμο νέων πελατών και τα ποσοστά που διασφαλίζουν. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και μια από τις πιο σημαντικές προσπάθειες ιδεολογικής χειραγώγησης αυτών των γυναικών. Τους καλλιεργείται η αντίληψη ότι «συμμετέχουν» στην εταιρεία, ότι αποτελούν συστατικό στοιχείο μιας «οικογένειας», η οποία τις φροντίζει, τους δίνει «ψωμί», αναδεικνύει τα προσόντα και τη «δημιουργικότητά» τους. Το γεγονός ότι, σε αυτές τις δουλιές, οι κοπέλες απαιτείται να είναι μόνιμα καλοντυμένες, εντείνει την ψευδαίσθηση της απόλαυσης μιας ζωής που δεν αφορά την εργατική τάξη, αλλά κοινωνικά στρώματα με πολύ υψηλότερη συμμετοχή στην κατανομή του κοινωνικού πλούτου και με άλλου είδους σχέση με τα μέσα παραγωγής.

Βεβαίως, οι ίδιοι αυτοί χώροι ακολουθούν τη γνωστή τακτική του «καρότου και του «μαστιγίου». Τις παραμονές των μεγάλων απεργιών και κινητοποιήσεων για το ασφαλιστικό, γνωστότατο ινστιτούτο αισθητικής δρομολογούσε ειδικά λεωφορεία για να μεταφέρουν τις εργαζόμενες. Από την άλλη, ακολουθούσε την τακτική της απειλής για άμεση απόλυση, σε περίπτωση συμμετοχής τους στην απεργία.

Το καινούργιο λοιπόν, όσον αφορά την παρέμβαση στη συνείδηση των νέων εργαζόμενων κοριτσιών, δεν είναι η παραδοσιακή «τρομοκρατία» που ίσχυε πάντα σε όλους τους χώρους δουλιάς: είναι η ταυτόχρονη προσπάθεια ενσωμάτωσης των συνειδήσεών τους στη λογική της επιχείρησης και των προσπαθειών της για όλο και περισσότερα κέρδη. Παρ` όλο δε που οι περισσότεροι από τους χώρους αυτούς ε είναι αρκετά μαζικοί, το σύστήμα των «ποσοστών» και της «ατομικής προόδου και εξέλιξης» συντελεί όλο και περισσότερο σε αυτή την κατεύθυνση.

Οι λογικές αυτές, που περνούν μέσα από τους χώρους δουλιάς και τις «νέου τύπου» εργασιακές σχέσεις, επιτείνονται ακόμη περισσότερο από μία συνολικά ενισχυόμενη αντίληψη από επίσημους ή ημιεπίσημους φορείς της αστικής ιδεολογίας, σχετικά με το ρόλο και τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Ιδιαίτερα ευάλωτες στις παραδοσιακές αντιλήψεις για τη γυναίκα, υπήρξαν, τις τελευταίες δεκαετίες, κυρίως οι μεγαλύτερες γενιές. Φαίνεται όμως ότι, τα τελευταία χρόνια, γίνεται μια μεγάλη αντεπίθεση των πιο συντηρητικών ιδεολογημάτων της άρχουσας τάξης, μόλο που, πολλές φορές, αυτά εμφανίζονται συγκαλυμμένα με το μανδύα μιας έωλης «προοδευτικότητας», ή καλύτερα του «μοντερνισμού». Τα περιοδικά «τρόπου ζωής», οι εκπομπές της τηλεόρασης, «ενημερωτικές» ή μυθοπλασίας, προβάλλουν και, σε τελευταία ανάλυση, προάγουν, ένα συγκεκριμένο τύπο νέας κυρίως γυναίκας.

Κατ’ αρχήν, προβάλλεται μία συγκεκριμένη σχέση της νέας γυναίκας με το σώμα της: το γυναικείο σώμα πρέπει να είναι αισθητικά τέλειο, σύμφωνα με αυστηρά καθορισμένα πρότυπα. Εδώ βεβαίως γίνεται μια μεγάλη λαθροχειρία: αγνοείται το γεγονός ότι η αισθητική, ακόμα και (για να μην πούμε κυρίως) όσον αφορά το ανθρώπινο σώμα, υπόκειται επίσης στις κοινωνικές αλλαγές και είναι καθορισμένη στον ιστορικό χρόνο και στο χώρο. Η γυναίκα πάντως που αποκλίνει από το τρέχον πρότυπο, σύμφωνα με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τη διαφήμιση, δεν μπορεί να συμμετάσχει σε βασικές απολαύσεις της ζωής: «Αδυνατίστε και χαρείτε το καλοκαίρι, τη θάλασσα και τον έρωτα» είναι η μόνιμη επωδός σε πολλές διαφημίσεις κέντρων αδυνατίσματος. Η γράφουσα έχει ακούσει με τα ίδια της τα αυτιά πολλές νέες γυναίκες να ισχυρίζονται ότι για ένα ή δύο καλοκαίρια δεν έχουν μπει στη θάλασσα, από το φόβο μήπως εκθέσουν το αντιαισθητικό τους σώμα σε κοινή θέα. Για να μην αναφερθούμε στις ακραίες συνέπειες αυτής της προπαγάνδας, που πλήττουν κυρίως τα πολύ νέα κορίτσια και που εκδηλώνονται με σοβαρότατες διατροφικές διαταραχές (ψυχογενής ανορεξία ή βουλιμία).

Σε αυτή τη λογική, το σώμα του ανθρώπου δεν αρκεί να είναι υγιές, να είναι εργαλείο που του προσφέρει χαρά και δημιουργικότητα. Ο ίδιος ο άνθρωπος δεν αισθάνεται το σώμα του, δεν το απολαμβάνει, παρά μόνο στο βαθμό που αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού για τους άλλους, που του δίνει το εισιτήριο να «κατακτήσει» σύμφωνα με την τρέχουσα προπαγάνδα, μια καλή καριέρα, μια καλή σχέση, μια καλή ζωή.

Ενα όμορφο σώμα λοιπόν είναι το πρώτο «διαβατήριο» για την κοινωνική ανέλιξη. Το δεύτερο είναι το «μυαλό»: όχι όμως με την έννοια της γνώσης, της καλλιέργειας και της σκέψης, αλλά με την έννοια της οξύνοιας (στη χυδαία της εκδήλωση της «καπατσοσύνης), της «επιχειρηματικότητας» της ικανότητας να αρπάζεις τις ευκαιρίες. Ολα κι όλα: η αστική προπαγάνδα δεν θέλει (σε πρώτο τουλάχιστον επίπεδο) τη νέα γυναίκα κλεισμένη στο σπίτι (αυτού του είδους τα ιδεολογήματα προβάλλονται κυρίως σε μεγαλύτερες ηλικίες). Η νέα γυναίκα πρέπει να είναι το «Εργαζόμενο κορίτσι», της γνωστής αμερικάνικης ταινίας: όμορφη, καπάτσα, αποφασισμένη για όλα. Και όταν λέμε για όλα, δεν εννοούμε μόνο να επιβιώσει, όπως συνέβαινε στις αλήστου μνήμης ελληνικές ταινίες του ’60. Αλλά να διαπρέψει, να ξεχωρίσει, να ξεπεράσει όλους τους συναδέλφους της, αρσενικούς και θηλυκούς και να φτάσει ψηλά στην ιεραρχία. Βεβαίως, και να παντρευτεί το αφεντικό της: αυτό θα είναι η απόλυτη καταξίωσή της, η κορωνίδα της ευτυχίας της, αφού ένας καλός γάμος είναι εκείνος που, τελικά, θα τη διασφαλίσει εφ` όρου ζωής! Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο πάντως, να ξεπεράσει την τάξη της, να γίνει αστή. Μήπως αυτό μας θυμίζει λίγο την αποστροφή τόσο των κλασικών του μαρξισμού, όσο και πολλών θεωρητικών του γυναικείου κινήματος, ότι ο αστικός γάμος διαφέρει από την κλασική πορνεία μόνο όσον αφορά τη διάρκεια και την επισημοποίηση - κοινωνική αποδοχή;

Ολα αυτά τα -αντικειμενικά (;) όμορφα- κορίτσια των διαφημίσεων και των σήριαλ, αναπαράγουν ως φιγούρες, την κλασική εικόνα της «γυναίκας - αντικείμενο», της άψυχης, ανόητης κούκλας που οι αγώνες των γυναικών, στα πλαίσια του λαϊκού κινήματος, πέτυχαν να σπάσει τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτού του είδους η γυναίκα είναι προϊόν, ανταλλάξιμο και εναλλάξιμο με άλλου είδους εμπορεύματα. Ας δούμε τις διαφημίσεις προϊόντων ευρείας ή λιγότερο ευρείας κατανάλωσης: η γυναίκα και το αυτοκίνητο είναι εναλλάξιμες και ανταλλάξιμες αξίες. Συγκρίνονται μεταξύ τους, ιδιότητες του ενός «αντικειμένου» μεταφέρονται στο άλλο. Η γυναίκα μπορεί να είναι «τούρμπο» και το αυτοκίνητο «μωρό που βγαίνει τόπλες», όπως ισχυρίζεται η κακόγουστη διαφήμιση. Στη σύγκριση του βαθμού επιθυμίας που προκαλούν στο χρήστη, δεν βγαίνει πάντοτε το από σάρκα αντικείμενο κερδισμένο: εξ άλλου, σύμφωνα με τη λογική του συστήματος μπορείς να τα αποκτήσεις και τα δυο με «ευκολίες πληρωμής», πέρα από το ότι το ένα (το αυτοκίνητο) μπορεί να είναι και μέσο για να αποκτήσει ο χρήστης το άλλο.

Η πραγματικότητα είναι ωστόσο αμείλικτη: στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι κοπέλες που ενσωματώνονται σε αυτή τη λογική, την αποδέχονται, «χτίζουν» την καριέρα τους, χρησιμοποιώντας τη φυσική τους και μόνο παρουσία, πολύ γρήγορα θα ανακαλύψουν ότι, όπως όλα τα εμπορεύματα, αναγράφουν και αυτές επάνω τους ημερομηνία λήξεως και ότι, πολύ γρήγορα ή θα προσγειωθούν στη πραγματικότητα της παραγωγής και της «αγοράς εργασίας» ή θα καταλήξουν στις ανθρώπινες χωματερές όπου ο καπιταλισμός πετά και μερικά από τα πιο πολυτελή προϊόντα του. Η παλιότερη - αλλά πάντα πολύ χαρακτηριστική - περίπτωση της Μέριλιν Μονρόε είναι η πολύ θλιβερή αλλά και η πειστικότερη απόδειξη αυτής της προδιαγεγραμμένης πορείας.

Τα «επώνυμα» πρόσωπα που χρησιμοποιούνται για την εξυπηρέτηση αυτής της ύπουλης προπαγάνδας και που ασκούν επαγγέλματα σχετικά με την «τέχνη» ή με τη μόδα, εντελώς ξαφνικά, αποκτούν γνώμη και λόγο επί παντός επιστητού. Εχει ένα συγκεκριμένο ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς συνεντεύξεις αυτών των νέων παιδιών: οι αντιφάσεις που κυριαρχούν στον - ήκιστα δομημένο - λόγο τους, δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της απύθμενης άγνοιάς τους: είναι πολλές φορές η αποτύπωση των ίδιων των φαινομένων αντιφάσεων της ιδεολογίας της άρχουσας τάξης. Για παράδειγμα: νέες γυναίκες που το μόνο τους επίτευγμα είναι οι γυμνές φωτογραφίσεις ορκίζονται στην αξία της παραδοσιακής οικογένειας και επαίρονται για τη βαθιά τους θρησκευτικότητα. Αυτές οι δύο κατ’ επίφασιν ακραία αντίθετες συμπεριφορές, αποτελούν στην πραγματικότητα τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: είναι εξ ίσου αντιδραστικός και βαθιά συντηρητικός ο υποβιβασμός του ανθρώπινου σώματος (εν προκειμένω του γυναικείου) σε αντικείμενο (και όχι βέβαια δείγμα απελευθέρωσης) με την επιστροφή στις «παραδοσιακές» αξίες της «πατρίδας, θρησκείας και οικογένειας», που η αγοραία εθνικοφροσύνη του `50 και `60 εντύπωσε στη συνείδηση σημαντικής μερίδας των μικροαστών.

Η άρχουσα τάξη εμπορευματοποιεί και απανθρωποποιεί το ανθρώπινο σώμα, εξευτελίζει τη γυναικεία αξιοπρέπεια, ταπεινώνει τη γυναικεία σεξουαλικότητα, καθιστώντας την παθητική και ανταλλάξιμη, με την πορνεία σε όλες της τις μορφές. Από την άλλη όμως, καθαγιάζει όλο αυτό το εμπόριο με τη θρησκεία και την «αγάπη» στην πιο μεταφυσική της μορφή, αποδεικνύοντας, για μια ακόμη φορά, το πόσο ευέλικτο και ικανό εργαλείο είναι η πρώτη, για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της.

Η «γυναίκα-κούκλα» όμως, πάντοτε αντικείμενο επιθυμιών και ποτέ υποκείμενο διεκδικήσεων, είναι η μία μόνο όψη της - σύμφωνα με την αστική τάξη - «σύγχρονης» και «χειραφετημένης» γυναίκας. Η άλλη όψη είναι η γυναίκα που, μέσα στα πλαίσια της ισότητας των φύλων πρέπει να έχει ίσα δικαιώματα αλλά και ίσες υποχρεώσεις με τον άνδρα. Αυτό, στην πράξη, μεταφράζεται με την απαξίωση της εργατικής δύναμης της γυναίκας, με την επιβολή μέτρων που αναιρούν κατακτήσεις του εργατικού και του δημοκρατικού γυναικείου κινήματος, όπως είναι η κατάργηση της απαγόρευσης της νυχτερινής εργασίας για τις γυναίκες, ή η καταστρατήγηση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων των γυναικών. Σε αυτή τη λογική, η έννοια της ισότητας αποσπάται από τις κοινωνικές συνθήκες που καθορίζουν τη θέση των φύλων και τις μεταξύ τους σχέσεις. Το πρακτικό αποτέλεσμα είναι η εξίσωση των φύλων «προς τα κάτω», στο μίνιμουμ των κατακτήσεων και των διεκδικήσεων, ενώ η απαξίωση της γυναικείας εργασίας λειτουργεί τελικά ως όχημα για να απαξιωθεί η εργασία και του άνδρα, το σύνολο δηλαδή της εργατικής δύναμης.

Στην ίδια λογική κινούνται αντιλήψεις και μέτρα που προπαγανδίζουν (και, υποτίθεται, υποβοηθούν) τη μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στα «κέντρα λήψης των αποφάσεων». Τέτιιο μέτρο είναι η ποσόστωση των γυναικών στα ψηφοδέλτια για τις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές. Παραγνωρίζεται, σε αυτή την περίπτωση, η συνολική θέση της γυναίκας στην κοινωνία, κατά τεκμήριο αποτρεπτική για τη συμμετοχή της στα κοινά, ιδιαίτερα για τη γυναίκα της εργατικής τάξης που επωμίζεται πολλαπλούς ρόλους, και η επίλυση του προβλήματος εναποτίθεται σε διοικητικού χαρακτήρα μέτρα. Τέλος, αντίστοιχης αντίληψης είναι και η προπαγάνδιση της «γυναίκας-ράμπο», της γυναίκας που συμμετέχει και σταδιοδρομεί στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του αστικού κράτους

Αναφερθήκαμε σε ορισμένα από τα ιδεολογήματα που χρησιμοποιεί η άρχουσα τάξη για να υποτάξει και να ενσωματώσει τις συνειδήσεις των νέων γυναικών. Υπάρχουν βέβαια και πολύ πιο ακραίες μορφές αυτής της προσπάθειας, που, όμως περνούν τα όρια των παραβατικών συμπεριφορών και ξεφεύγουν από τα πλαίσια του παρόντος άρθρου. Τέτιες μορφές είναι η κλασική πορνεία ή η χρήση ουσιών. Οπωσδήποτε, δεν είναι καθόλου στις προθέσεις μας, η μεμψιμοιρία για μια υποτιθέμενη «κατάντια» της θηλυκού γένους νεολαίας στις μέρες μας. Το ό,τι συντελείται αυτή τη ιδεολογική επίθεση είναι ένα γεγονός: το αν και κατά πόσο επιτυγχάνει το σκοπό της είναι ένα άλλο, που εξαρτάται από πάρα πολλά πράγματα.

Η ατομική καλλιέργεια της γνώσης και της συνείδησης σε κάθε νέα κοπέλα, είναι μία παράμετρος, όχι ασήμαντη, που εξαρτάται και από την οικογένειά της. Ομως, το σημαντικότερο δεν είναι αυτό: Το σημαντικό είναι κατά πόσο το εργατικό λαϊκό κίνημα ενσωματώνει στη λογική και στις διεκδικήσεις του τα προβλήματα και τις απαιτήσεις των γυναικών της εργατικής τάξης, ιδιαίτερα της γενιάς που μπαίνει τώρα στην παραγωγή. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, σημαντική είναι η ίδια η ανάπτυξη του μαζικού δημοκρατικού γυναικείου κινήματος και η σύνδεσή του με το λαϊκό κίνημα, το κατά πόσο οι φορείς του έχουν τη δυνατότητα να «διαβάσουν» τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί τόσο στις εργασιακές σχέσεις όσο και στους τρόπους προπαγάνδας και προβολής των αστικών ιδεολογημάτων και, με την κινηματική τους δραστηριότητα, να μπορέσουν να κάνουν ελκτικό το άλλο πρόσωπο της νέας γυναίκας. Ενα πρόσωπο απολύτως υπαρκτό στην ελληνική κοινωνία, παρόλο που απουσιάζει προκλητικά από τα «πρωινάδικα» και τα περιοδικά «τρόπου ζωής»: της νέας γυναίκας της εργατικής τάξης, που δουλεύει ή σπουδάζει, που προσπαθεί να κατακτήσει τη γνώση, τη συλλογικότητα, την αξιοπρέπεια. Το πρόσωπο της νέας γυναίκας που νοιάζεται για τα «κοινά», από την πλευρά της υπεράσπισης των συμφερόντων της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων. Αυτή η νέα γυναίκα αποτελεί τη νέα βάρδια της εργατικής τάξης. Γνωρίζει (ή μαθαίνει, στην πορεία της συνειδητοποίησής της) ότι η ομορφιά κερδίζεται μέσα από την αξιοπρέπεια και τον αγώνα: ότι η ίδια αποτελεί μια ενιαία οντότητα και ότι το «όλον» της δεν είναι ανταλλάξιμο με κανένα προϊόν: ότι οι σωστές ανθρώπινες σχέσεις συγκροτούνται μέσα από την κοινή πάλη για προσωπική και συλλογική αξιοπρέπεια και ότι δεν είναι το μέσο για την επαγγελματική ή την προσωπική ανέλιξη: ότι το ζήτημα, σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι η ατομική ανέλιξη στην εργασία που επιτυγχάνεται μάλιστα με τον ανέντιμο ανταγωνισμό απέναντι στους συναδέλφους, αλλά ο συλλογικός αγώνας με αυτούς, η πάλη τελικά για μια άλλη κοινωνία.

Τέτιια είναι η απάντηση που πρέπει να δοθεί στα ιδεολογήματα και την προπαγάνδα της άρχουσας τάξης, Το δημοκρατικό γυναικείο κίνημα στην Ελλάδα έχει και τη γνώση και την εμπειρία να προσαρμόσει τη δράση του στα νέα δεδομένα και να βοηθήσει τη συγκρότηση τέτιων γυναικείων προσωπικοτήτων στη νέα βάρδια της εργατικής τάξης. Αυτό θα αποτελέσει πολύτιμη παρακαταθήκη, όχι μόνο για τη χειραφέτηση των νέων γυναικών, αλλά, συνολικά, για το λαϊκό κίνημα.

 


Η Δώρα Μόσχου είναι μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ.