ΟΙ ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΕΣ ΠΗΓΕΣ ΚΑΣΠΙΑΣ - ΙΡΑΚ ΣΤΟ ΣΤΟΧΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ

Η όξυνση του ανταγωνισμού ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις για τον έλεγχο των ενεργειακών πηγών και δρόμων μεταφοράς, γίνεται όλο και πιο ορατή το τελευταίο διάστημα. Η εξήγηση δεν είναι δύσκολη αν σκεφθεί κανείς δυο βασικά δεδομένα:

1) Με τις σημερινές μας γνώσεις τα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου δεν είναι αρκετά για να καλύψουν τις ανάγκες της παγκόσμιας κατανάλωσης περισσότερο από μισό αιώνα. Το ζήτημα απασχόλησε και τις εργασίες του Παγκόσμιου συνεδρίου «Ενέργεια 2002» που έγινε τον Ιούνη στην Αθήνα.

2) Η ημερήσια παραγωγή πετρελαίου στη Β. Αμερική (ΗΠΑ - Καναδάς) καλύπτει το 19% της συνολικής, ενώ η ημερήσια κατανάλωση ξεπερνά το 30% της συνολικής (στοιχεία BP-Amoco, 1999). Η παραγωγή των ΗΠΑ το 1999 σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας έφθασε στους 355 Mt αργού πετρελαίου, ενώ οι εισαγωγές της στους 490 Mt. Αντίστοιχα η Γερμανία που δε διαθέτει εγχώρια παραγωγή εισήγαγε 109 Μt και η Γαλλία 90 Mt.

Η Πράσινη Βίβλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού διατυπώνει την εκτίμηση ότι αν δε ληφθούν μέτρα σε 20-30 χρόνια η ενεργειακή εξάρτηση της ΕΕ θα φθάσει στο 70%, σε σχέση με το 50% που βρίσκεται σήμερα.

Περιοχές πλούσιες σε κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου όπως η Κασπία και το Ιράκ είναι φυσικό να τεθούν στο στόχαστρο του ιμπεριαλισμού. Στον Πίνακα 1 που ακολουθεί μπορούμε να δούμε τα αξιόλογα αποθέματα πετρελαίου της Κασπίας στο χώρο που ελέγχεται από τη Ρωσία, το Αζερμπαϊτζάν και το Καζακστάν. Καταγράφονται επίσης σημαντικά αποθέματα φυσικού αερίου στο Τουρκμενιστάν και στο Καζακστάν. Αλλες εκτιμήσεις, όπως για παράδειγμα της Deutsche Bank, θεωρούν ότι τα αποθέματα είναι μεγαλύτερα.

 

Πίνακας 1: Αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου στην περιοχή της Κασπίας

Χώρα

Συνολικά αποθέματα πετρελαίου

(δισ. βαρέλια)

Συνολικά αποθέματα φυσικού αερίου

 (τρισ. κυβικά πόδια)

Αζερμπαϊτζάν

33,2

39,4

Ιράν*

15,1

11

Καζακστάν

97,4

153

Ρωσία*

16,7

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία

Τουρκμενιστάν

80,6

260

Σύνολο

243

463.4

 Πηγές: Oil and Gas Journal, Energy Information Administration (USA)
* περιλαμβάνονται μόνο οι περιοχές κοντά στην Κασπία

 

Φανερή είναι επίσης και η γεωπολιτική σημασία του ελέγχου μιας περιοχής που βρίσκεται κοντά στη Ρωσία και στην Κίνα. Πριν από μερικά χρόνια, το 1998, ο σημερινός αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Ντικ Τσένι είχε δηλώσει: «Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλη εποχή που να είχαμε μια περιοχή η οποία να αναδύεται τόσο ξαφνικά και να γίνεται στρατηγικά τόσο σημαντική όσο η Κασπία σήμερα»[1].

Οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις δεν εστιάζονται μόνο στον έλεγχο και εκμετάλλευση των συγκεκριμένων ενεργειακών πηγών. Επεκτείνονται για τον έλεγχο και την επικράτηση συγκεκριμένων δρόμων μεταφοράς του πετρελαίου και φυσικού αερίου. Υπαρκτοί και σχεδιαζόμενοι αγωγοί αποτυπώνονται συνοπτικά στον Πίνακα 2. Σαν βασικές διαδρομές μπορούμε να διακρίνουμε:[2] το βορειοδυτικό δρόμο διαμέσου της Ρωσίας, το νοτιοδυτικό δρόμο διαμέσου Γεωργίας-Τουρκίας, τους νότιους δρόμους προς Ιράν και Αφγανιστάν - Πακιστάν, τους ανατολικούς δρόμους προς την Κίνα (βλ. χάρτη).

Ενας βασικός παράγοντας των μελλοντικών εξελίξεων είναι ο σχεδιασμός των ΗΠΑ για την περιοχή. Ηδη απ’ το 1997 ο παλιός σύμβουλος ασφαλείας του προέδρου των ΗΠΑ κ. Μπρεζίνσκι, διατύπωσε τη θέση ότι «πρωταρχικό συμφέρον της Αμερικής είναι η επικράτηση γεωπολιτικού πλουραλισμού στην περιοχή»[3] δηλαδή στην ουσία το να μην ελεγχθεί η Ευρασία απ’ τη Ρωσία και την Κίνα…

Οι ΗΠΑ επιχειρούν να ελέγξουν σε ένα βαθμό την περιοχή και γι’ αυτό:

1. Εγκαθιστούν σταδιακά στρατιωτικές δυνάμεις σε κράτη της περιοχής (π.χ. Ουζμπεκιστάν, Αφγανιστάν, Κιργισία (όπως φαίνεται στο σχετικό χάρτη).

2. Επιχειρούν ανοιχτές στρατιωτικές επεμβάσεις: περίπτωση Αφγανιστάν και τα πρόσφατα σχέδια κατά του Ιράκ.

3. Προωθούν αγωγούς που παρακάμπτουν τη Ρωσία και το Ιράν ακόμη και αν είναι ασύμφοροι οικονομικά (Μπακού - Τσεϊχάν, Τουρκμενιστάν - Αφγανιστάν - Πακιστάν).

Χώρα κλειδί για την προώθηση των αμερικανικών σχεδίων παραμένει η Τουρκία, η μόνη χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ στην περιοχή και βρίσκεται σε στρατηγική συμφωνία με το Ισραήλ από το 1996. Η Τουρκία επιδρά σε τμήματα του πληθυσμού στο Τουρκμενιστάν και προσπαθεί να αναπτύξει προνομιακές πολιτικές και οικονομικές σχέσεις με το Αζερμπαϊτζάν. Η Τουρκία συνορεύει επίσης με χώρες που αποτελούν στόχους αμερικανικούς, το Ιράκ, το Ιράν και τη Συρία. Αποτελεί δηλαδή γεωστρατηγικό κόμβο στην παρούσα φάση.

Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις του Αζερμπαϊτζάν και της Γεωργίας απομακρύνονται προσεκτικά από τη Ρωσία και συνεργάζονται όλο και περισσότερο με τις ΗΠΑ. Ηδη το Ουζμπεκιστάν, η Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν έχουν αποχωρήσει από το υπό ρωσική ηγεμονία Συμβούλιο Συλλογικής ασφάλειας των κρατών της Κοινοπολιτείας. Σε επίσκεψή του τον Ιούλη του 2000 στη αμερικανική βάση στο Χαναμπάντ του Ουζμπεκιστάν ο Αμερικανός γερουσιαστής Κ. Ουέλντον δήλωσε ότι ορισμένες φορές ο αριθμός των Αμερικανών στρατιωτών ξεπέρασε τους 5.000 άντρες, λόγω επιχειρησιακών αναγκών στο Αφγανιστάν.

Οι ΗΠΑ άσκησαν σημαντικές πιέσεις για να μην υλοποιηθούν οι συμφωνίες ενεργειακής συνεργασίας Ιράν-Τουρκίας (1996) και Ιράν - Τουρκμενιστάν (1997). Παράλληλα με τη στρατιωτική επέμβαση στο Αφγανιστάν οι ΗΠΑ επιχειρούν να διασφαλίσουν αφενός τον έλεγχο του Νοτιοανατολικού ενεργειακού δρόμου προς το Πακιστάν και αφετέρου να περικυκλώσουν τη Ρωσία και την Κίνα. Πρόσφατα, ο σύμβουλος του Αμερικανού Προέδρου Ρίτσαρντ Περλ ανέπτυξε, σύμφωνα με την εφημερίδα «Washington Post», στο Κόμο της Ιταλίας ένα σενάριο που περιλαμβάνει, εκτός απ’ το Ιράκ, αμερικανικές επιθέσεις κατά του Ιράν, αλλά και της Σαουδαραβικής μοναρχίας!


Πίνακας 2: Διαδρομές εξαγωγών πετρελαίου στην περιοχή της Κασπίας

Διαδρομή

Δυναμικότητα (αργό πετρέλαιο)

Καθεστώς

Atyrau (Καζακστάν) προς Σαμάρα (Ρωσία), σύνδεση με το ρωσικό σύστημα αγωγών

Πρόσφατα αυξήθηκε σε 310.000 βαρέλια/ημέρα

Ο υπάρχων αγωγός πρόσφατα αναβαθμίστηκε με την πρόσθεση σταθμών άντλησης και θέρμανσης για την αύξηση της δυναμικότητας

Μπακού (Αζερμπαϊτζάν) μέσω Τιφλίδας (Γεωργία) στο λιμάνι της Μεσογείου Τσεϊχάν (Τουρκία)

Σχεδιασμός: 1 εκατ. βαρέλια/ημέρα

Η αναλυτική μελέτη των μηχανικών που διήρκεσε 1 χρόνο, ολοκληρώθηκε τον Ιούνη του 2002. Η κατασκευή του τουρκικού τμήματος ξεκίνησε τον Ιούνη του 2002. Στόχος είναι η ολοκλήρωση συνολικά του αγωγού να έχει επιτευχθεί το 2004 και οι εξαγωγές να ξεκινήσουν τον Φλεβάρη του 2005.

Μπακού προς το λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας Σούπσα (Γεωργία)

Πρόσφατα ανήλθε από 115.000 σε 145.000 βαρέλια/ημέρα, προτεινόμενες αυξήσεις μεταξύ 300.000 και 600.000 βαρέλια/ημέρα

Οι εξαγωγές ξεκίνησαν τον Απρίλιο του 1999. Περίπου 115.000 βαρέλια/ημέρα εξήχθησαν μέσω αυτής της διαδρομής μέσα στο 2001.

Μπακού μέσω Τσετσενίας (Ρωσία) προς τον πετρελαϊκό σταθμό Νοβοροσίσκ (Ρωσία) στη Μαύρη Θάλασσα

Δυναμικότητα 100.000 βαρέλια/ημέρα, πιθανή αύξηση σε 300.000 βαρέλια/ημέρα

Οι εξαγωγές ξεκίνησαν στα τέλη του 1997. Οι εξαγωγές κατά μέσο όρο το 2001 ήταν 50.000 βαρέλια/ημέρα.

Μπακού μέσω Ντακεστάν στο Tikhoretsk (Ρωσία) και κατάληξη στον πετρελαϊκό σταθμό της Μαύρης Θάλασσας στο Νοβοροσίσκ

Σήμερα: 120.000 βαρέλια/ημέρα (σιδηρόδρομος και αγωγός: 160.000 βαρέλια/ημέρα). Σχεδιασμός: 360.000 βαρέλια/ημέρα (το 2005).

Ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 2002. Παρακλάδι 11 μιλίων τον συνδέει με το ρωσικό λιμάνι της Makhachkala στην Κασπία.

Πετρελαιοπηγή Τενγκίζ (Καζακστάν) προς τον πετρελαϊκό σταθμό της Μαύρης Θάλασσας στο Νοβοροσίσκ

Σήμερα: 565000 - βαρέλια/ημέρα.

Σχεδιασμός: 1,34 εκατ. βαρέλια/ημέρα (το 2015)

Το πρώτο τάνκερ φόρτωσε στο Νοβοροσίσκ τον Οκτώβριο του 2001. Οι εξαγωγές αυξάνουν προς 400.000 βαρέλια/ημέρα στο τέλος 2002

Καζακστάν μέσω Τουρκμενιστάν και Αφγανιστάν στο Gwadar (Πακιστάν)

Πρόταση για 1 εκατ. βαρέλια/ημέρα

Εχει υπογραφεί από τις χώρες Μνημόνιο Συνεννόησης. Τα σχέδια διεκόπησαν εξαιτίας της αστάθειας στην περιοχή και της έλλειψης χρηματοδότησης.

Μπακού προς Tabriz (Ιράν)

Πρόταση για 200.000 με 400.000 βαρέλια/ημέρα

Πρόταση από την TotalFinaElf.

Νέκα (Ιράν) προς Τεχεράνη (Ιράν)

175.000 βαρέλια/ημέρα, με αύξηση σε 370.000 βαρέλια/ημέρα

Υπό κατασκευή. Το πετρέλαιο θα παραδίδεται στη Νέκα και θα ανταλλάσσεται μια ίση ποσότητα στην ιρανική ακτή στον Περσικό Κόλπο.

Aktyubinsk (Καζακστάν) προς Xinjiang (Κίνα)

Πρόταση για 400.000 με 800.000 βαρέλια/ημέρα

Συμφωνία το 1997. Η μελέτη για την πραγματοποίηση του αγωγού διακόπηκε τον Σεπτέμβριο του 1999 λόγω του ότι το Καζακστάν δεν μπορούσε να δεσμευτεί για επαρκείς ποσότητες πετρελαίου για τα επόμενα 10 χρόνια.

Καζακστάν μέσω Τουρκμενιστάν προς το νησί Kharg (Ιράν) στον Περσικό Κόλπο

Πρόταση για 1εκατ. βαρέλια/ημέρα

Η μελέτη για την πραγματοποίηση του αγωγού της TotalFinaElf, πρότεινε ως ημερομηνία ολοκλήρωσης το 2005.

Dubendi (Αζερμπαϊτζάν) μέσω Khashuri (Γεωργία) στο Batumi

Αρχικά 70.000 βαρέλια/ημέρα, αύξηση σε 140.000 -160.000 βαρέλια/ημέρα

Η ChevronTexaco ακύρωσε τα σχέδια επανακατασκευής και επέκτασης του υπάρχοντος αγωγού

Aqtau (Δυτ. Καζακστάν, στην ακτή της Κασπίας) προς Μπακού, θα μπορούσε να επεκταθεί προς το Τσεϊχάν

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία

Η συμφωνία για τη μελέτη για την πραγματοποίηση του αγωγού υπογράφτηκε τον Δεκέμβριο του 1998 από τις Royal/Dutch Shell, ChevronTexaco, ExxonMobil, και το Καζακστάν, το σχέδιο σταμάτησε λόγω έλλειψης νομικής συμφωνίας για την Κασπία Θάλασσα.

Πηγή: Energy Information Administration (USA)

 

Από την πλευρά της η Ρωσία επιχειρεί να ισχυροποιήσει τους δικούς της ενεργειακούς δρόμους που παραμένουν ακόμη και σήμερα οι βασικές υπαρκτές λύσεις για τη μεταφορά του πετρελαίου στην περιοχή. Αξιοποιεί τους σταθερούς συμμάχους της όπως η Αρμενία, η Μολδαβία, η Λευκορωσία και διεξάγει για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια στρατιωτικές ασκήσεις του εξαεθνούς Συμβουλίου Συλλογικής Ασφάλειας (Ρωσία, Λευκορωσία, Αρμενία, Καζακστάν, Κιργισία, Τατζικιστάν). Ασκεί όπως θα δούμε στρατιωτική και πολιτική πίεση στη Γεωργία και στο Αζερμπαϊτζάν, για να αποτρέψει τη δημιουργία ενός σταθερού «αμερικανικού άξονα» στην περιοχή. Προωθεί την οικονομική και τεχνολογική συνεργασία με το Ιράν (σχετική συνάντηση του Ρώσου προέδρου Πούτιν και του Ιρανού Υπουργού Εξωτερικών κ. Χαραζί στη Μόσχα). Υπογράφει συμφωνίες ενεργειακής συνεργασίας με το Τουρκμενιστάν (2000) και το Καζακστάν (2002). Αξιοσημείωτη είναι και η υπογραφή μαζί με την Κίνα της Χάρτας της Σαγκάης τον Ιούνη του 2002 με την οποία οι δυο χώρες συγκροτούν πλέον επίσημα ένα περιφερειακό οργανισμό στην Κεντρική Ασία (με τη συμμετοχή του Καζακστάν, του Ουζμπεκιστάν, του Τατζικιστάν και της Κιργισίας.

Παράλληλα η Ρωσία πραγματοποιεί διπλωματικούς ελιγμούς με τις ΗΠΑ απ’ τη μια και την ΕΕ απ’ την άλλη με αντικείμενο τη σύναψη προνομιακών σχέσεων. Η υπογραφή των συμφωνιών για τα πυρηνικά όπλα και για το συμβούλιο ΝΑΤΟ-Ρωσίας το Μάη του 2002 είναι βασικοί σταθμοί στην κατεύθυνση αυτή.

Η ΕΕ η οποία δίνει ιδιαίτερο βάρος για την προώθηση της ενεργειακής συνεργασίας με τη Ρωσία, έδωσε πρώτη το πράσινο φως για τη ρωσική ένταξη στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το φθινόπωρο του 2003. Γενικότερα η ΕΕ έχει συνάψει Συμφωνία Συνεργασίας με τη Ρωσία στο οικονομικό επίπεδο απ’ το 1997 και ιδιαίτερο μνημόνιο ενεργειακής συνεργασίας το 2000. Στο πλαίσιο αυτό έχουν χρηματοδοτηθεί ειδικά προγράμματα για την ανάπτυξη ενεργειακών δρόμων και τον εκσυγχρονισμό της υπάρχουσας υποδομής (π.χ. Inogate, Corridors/Traceca). Τον Ιούνη του 2002 υπογράφτηκε σύμφωνο ενεργειακής συνεργασίας μεταξύ Ρωσίας - Ουκρανίας - Γερμανίας. Παράλληλα έντονη είναι και η παρουσία κοινοτικών μονοπωλίων (π.χ. ENI, Total/Fina/Elf, BP, Statoil) στους διεθνείς ομίλους εκμετάλλευσης πετρελαίου του Καζακστάν (OKIOC) και του Αζερμπαϊτζάν (AIOC).

Η ολοκληρωμένη προσπάθεια πρόβλεψης της πορείας όξυνσης του ανταγωνισμού για τον έλεγχο της ευρύτερης περιοχής προϋποθέτει φυσικά τη συνεκτίμηση αρκετών παραγόντων όπως:

1) Οικονομικοί και τεχνικοί παράγοντες (μεταβολές ενεργειακής κατανάλωσης και παραγωγής, αναβάθμιση της χωρητικότητας των υπαρκτών αγωγών, συγκριτική μεταβολή στο κόστος μεταφοράς πετρελαίου με αγωγό και με πλοίο, εύρεση νέων πλούσιων αποθεμάτων κλπ.).

2) Γεωπολιτικοί παράγοντες και τακτική των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για κατάκτηση της ηγεμονίας στην ευρύτερη περιοχή.

3) Γενικότερες αλλαγές του συσχετισμού δυνάμεων σε παγκόσμιο επίπεδο (π.χ. επίδραση της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ προς την ανατολή).

Το σημερινό άρθρο θα περιοριστεί σε μια πρώτη ανάλυση των αντιθέσεων σε τρία μόνο καυτά σημεία της περιοχής, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν εστίες πολεμικής ανάφλεξης το επόμενο διάστημα: τις αντιθέσεις σχετικά με τον τρόπο διαχωρισμού και εκμετάλλευσης της θαλάσσιας περιοχής της Κασπίας, το αμερικανοτουρκικό σχέδιο αγωγού Μπακού - Τσεϊχάν και τα κοιτάσματα πετρελαίου του Β. Ιράκ.

 

ΤΟ ΙΡΑΚ ΣΤΟ ΣΤΟΧΑΣΤΡΟ ΤΩΝ ΗΠΑ

Η ιμπεριαλιστική επέμβαση που σχεδιάζει η αμερικανική κυβέρνηση για να εδραιώσει την κυριαρχία της στο Βόρειο Ιράκ, εξυπηρετεί πολλαπλούς στόχους:

1) Την απόκτηση ουσιαστικού ελέγχου των πλούσιων κοιτασμάτων του Κιρκούκ και της Μοσούλης. Η περιοχή του Κιρκούκ παρουσιάζει βεβαιωμένα αποθέματα που ξεπερνούν τα 10 δισ. βαρέλια αργού πετρελαίου και αποτελούν τη βάση της ιρακινής παραγωγής στο βόρειο μέρος της χώρας. Συνολικά το Ιράκ βρίσκεται στη δεύτερη θέση στον κόσμο σε βεβαιωμένα αποθέματα πετρελαίου (μετά τη Σαουδική Αραβία) με 112 δισ. βαρέλια. Το 2001 το 30% της πετρελαϊκής παραγωγής του Κιρκούκ απορροφήθηκε απ’ την αμερικανική αγορά[4].

2) Τη «θωράκιση» της ασφάλειας του αμερικανοτουρκικού σχεδίου αγωγού Μπακού - Τσεϊχάν από μελλοντικά κουρδικά αλλά και ιρακινά στρατιωτικά πλήγματα. Ηδη απ’ το 1991, μετά την προηγούμενη στρατιωτική επέμβαση τους, οι ΗΠΑ και η Αγγλία επέβαλαν καθεστώς «απαγόρευσης πτήσεων» σε συγκεκριμένες ζώνες του εναέριου χώρου του Ιράκ, κάνοντας ένα σημαντικό βήμα για την κατάλυση της ιρακινής εθνικής κυριαρχίας στην περιοχή.

3) Την εξουδετέρωση της δράσης της ιρακινής κυβέρνησης στο χώρο του ΟΠΕΚ. Πρόσφατα ο Σαντάμ Χουσεΐν πρότεινε στις αραβικές κυβερνήσεις τη μείωση των εξαγωγών πετρελαίου κατά 50% και τη δημιουργία ποσόστωσης εξαγωγών προς τα διάφορα κράτη ανάλογα με τη στάση που θα κρατούν απέναντι στα συμφέροντα του αραβικού κόσμου. Σημειώνουμε ότι σύμφωνα με το ινστιτούτο Stratfor οι ιρακινές εξαγωγές αργού πετρελαίου ισοδυναμούν σήμερα με το 4% των εμπορεύσιμων αποθεμάτων του πλανήτη.

4) Την απάντηση στην πίεση άλλων δυνάμεων για κατάργηση του εμπορικού αποκλεισμού του Ιράκ. Απ’ τον Απρίλη του 1995 οι εξαγωγές πετρελαίου του Ιράκ έχουν οριοθετηθεί απ’ την απόφαση 986 του ΟΗΕ η οποία προσδιορίζει ένα μεταβαλλόμενο ανά εξάμηνο ύψος εμπορικών ανταλλαγών πετρελαίου με τρόφιμα, φάρμακα κλπ. Το 1999 τα όρια ουσιαστικά καταργήθηκαν με απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Ο πρώην υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ Χένρι Κίσινγκερ επισημαίνει ότι η Ρωσία, η Γαλλία και η Κίνα παραβιάζουν ήδη ανοιχτά το καθεστώς των κυρώσεων, με αποτέλεσμα οι πωλήσεις πετρελαίου του Ιράκ να αυξηθούν από 2 δισ. δολάρια το ’96 σε 16 δισ. δολάρια το 2000![5]

Στοχεύοντας στα προαναφερόμενα, οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της Βρετανίας διακηρύσσουν ανοιχτά το στόχο της ανατροπής του προέδρου Σαντάμ Χουσεΐν απ’ τις αρχές του 2001. Τη θέση αυτή διακηρύσσει τόσο ο αμερικανός υπουργός εξωτερικών Κόλιν Πάουελ κατά την ετήσια συνεδρίαση της Τριμερούς Επιτροπής (ΗΠΑ, ΕΕ, Ιαπωνία) τον Απρίλη του 2002 στην Ουάσιγκτον, όσο και ο Βρετανός πρωθυπουργός Τόνι Μπλερ, παρά την υπογραφή διακήρυξης διαμαρτυρίας από 150 βρετανούς βουλευτές για τον σχεδιαζόμενο νέο πόλεμο.

Τον Ιούλιο του 2002 ο αμερικανός υφυπουργός Αμυνας Π. Γούλφοβιτς επισκέπτεται την Αγκυρα και εκφράζει παρόμοιες θέσεις[6]. Ταυτόχρονα το Στέιτ Ντιπάρτμεντ συγκροτεί Ομάδες εργασίας από ιρακινούς εξόριστους και αμερικανούς για την πολιτική προετοιμασία της «μετά - Σαντάμ» εποχής στο Ιράκ.

Η αμερικανική πίεση εκφράζεται ήδη μέσα από το αίτημα των Ην. Εθνών για επανέναρξη των επιθεωρήσεων στο Ιράκ, σχετικά με την ύπαρξη όπλων μαζικής καταστροφής, οι οποίες σταμάτησαν το 1998. Η ιρακινή κυβέρνηση προβάλει στο σημείο αυτό σαν βασικό όρο την άρση των εμπορικών κυρώσεων και επιμένει ότι η ανάπτυξη των επιθεωρητών στοχεύει στην πρακτική στήριξη της ήδη προγραμματισμένης αμερικανικής επίθεσης.

Ωστόσο το πραγματικό σχέδιο των ΗΠΑ δε σταματά στις επίσημες διακηρύξεις τους. Αρκετές αμερικανικές και τουρκικές αναλύσεις περιγράφουν ήδη σαν βασικό στόχο τη δημιουργία ενός «αυτόνομου Κουρδιστάν» στην περιοχή του Βορείου Ιράκ[7]. Η λύση αυτή θα μπορούσε με κατάλληλους χειρισμούς να μετατρέψει τα 4,5 εκατ. Κούρδων που κατοικούν στο Ιράκ και τους αντίστοιχους κουρδικούς πληθυσμούς της Τουρκίας, από μέρος του προβλήματος σε μέρος τη λύσης για τα αμερικανικά σχέδια. Η κουρδική μειονότητα θα επιχειρηθεί να μετατραπεί σε μια δύναμη κρούσης για την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν σύμφωνα με το μοντέλο της Βόρειας Συμμαχίας του Αφγανιστάν. Παράλληλα να μετατραπεί και σε φύλακα της αμερικανικής κυριαρχίας στις γειτονικές ενεργειακές πηγές και οδούς με αντάλλαγμα μια ψευδεπίγραφη «αυτονομία». Ταυτόχρονα η νέα ιρακινή κυβέρνηση που θα προκύψει μετά την επέμβαση θα αναγκαστεί να αυξήσει την εξόρυξη πετρελαίου στο νότιο τμήμα (περιοχή Rumaila) διαλύοντας τη διαπραγματευτική δυνατότητα του ΟΠΕΚ.

Για την προώθηση του σχεδίου γίνονται για μεγάλο διάστημα κινήσεις σε στρατιωτικό και διπλωματικό επίπεδο. Το 1999 διοργανώνεται στη Νέα Υόρκη συνέδριο των Ιρακινών αντικαθεστωτικών που εκλέγει Εθνικό Συμβούλιο.[8] Τον Μάρτιο του 2002 η CIA διέρρευσε Εκθεση στον ημερήσιο τύπο σύμφωνα με την οποία το γνωστό PKK δε θεωρείται πλέον απειλή για τα αμερικανικά συμφέροντα[9]. Ενώ τον Απρίλιο του 2002 πραγματοποιείται σύμφωνα με την αραβική εφημερίδα του Λονδίνου «Asharq Al Awsat» μυστική συνάντηση των ηγετών των Κούρδων του Β. Ιράκ Μασούντ Μπαρζάνι και Τζααλ Ταλαμπάνι κοντά στο Βερολίνο με αξιωματούχους της CIA. Η είδηση δε διαψεύστηκε από την αμερικανική κυβέρνηση. Τον Ιούλη του 2002 πραγματοποιείται στο Λονδίνο συνάντηση 70 εξόριστων στρατιωτικών και πολιτικών στελεχών του Ιράκ, με την παρουσία του πρίγκηπα Χασάν της Ιορδανίας και εκπροσώπων του αμερικανικού Πεντάγωνου. Αντίστοιχη σύσκεψη προγραμματίζεται στη Νέα Υόρκη για τον Αύγουστο του 2002, με τη συμμετοχή των Κούρδων ηγετών Μπαρζανί και Ταλαμπανί.

Πάντως οι Κούρδοι ηγέτες εμφανίζονται επιφυλακτικοί και προβληματισμένοι για το τι θα επακολουθήσει σε μια πιθανή ανατροπή της ιρακινής κυβέρνησης. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του ηγέτη της Πατριωτικής Ενωσης Κουρδιστάν, Τζαλάλ Ταλαμπανί, σε συνέντευξή του στο γερμανικό περιοδικό «Der Spiegel» τον Ιούνη του 2002: «Δε θα λάβουμε μέρος σε κανένα πόλεμο, αν δε συμμετάσχουμε στα σενάρια για τη δημιουργία ενός δημοκρατικού ομοσπονδιακού Ιράκ».

Ισχυρές είναι φυσικά οι τουρκικές επιφυλάξεις που ανέλαβε να διασκεδάσει ο αμερικανός υφυπουργός Π. Γούλφοβιτς με την προαναφερόμενη ομιλία του στην Αγκυρα στην οποία τόνισε ότι «η δημιουργία ενός ανεξάρτητου Κουρδιστάν θα οδηγήσει σε αποσταθεροποίηση στην ευρύτερη περιοχή και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή απ’ τις ΗΠΑ». Η τουρκική κυβέρνηση ανησυχεί για την πιθανότητα η νέα λύση του αυτόνομου «Κουρδιστάν» να περιλαμβάνει και τουρκικά εδάφη (βλ. Χάρτη κουρδικών περιοχών). Παράλληλα διαπραγματεύεται ανταλλάγματα για τη συμμετοχή της στο αμερικανικό σχέδιο.

Σύμφωνα και με το τουρκικό περιοδικό «Αξιον» η Τουρκία φαίνεται ότι προσανατολίζεται ήδη στον εξοπλισμό της τουρκμανικής μειονότητας του Β. Ιράκ, ώστε να συγκροτηθεί στρατιωτική δύναμη 10.000 Τουρκμάνων που θα παρέμβει άμεσα στις εξελίξεις. Ταυτόχρονα διεξάγει ήδη κατά αραιά χρονικά διαστήματα στρατιωτικές επιχειρήσεις μικρής κλίμακας στο ιρακινό έδαφος, προκαλώντας τις διαμαρτυρίες της ιρακινής κυβέρνησης[10]. Σύμφωνα με το CNN Turk, αναθεωρήθηκε πρόσφατα η «Βίβλος Εθνικής Ασφάλειας» της Τουρκίας και τέθηκε σαν πρώτη προτεραιότητα η απειλή στα ανατολικά της σύνορα, δηλαδή απ’ το Ιράκ και το Ιράν.

Το σχέδιο αυτό δεν παρουσιάζει καμία ιστορική πρωτοτυπία. Η Τουρκία έχει καταφέρει και παλιότερα[11] να αξιοποιήσει κουρδικούς πληθυσμούς για να προωθήσει τις δικές της επιδιώξεις (π.χ. συμμετοχή Κούρδων υπό τον Κεμάλ, ενάντια στον γεωργιανό και αρμενικό στρατό αλλά και στον ελληνικό στρατό το 1919). Παράλληλα ο έλεγχος της περιοχής των πετρελαίων της Μοσούλης αποτελούσε αντικείμενο σκληρών διαπραγματεύσεων μεταξύ της αμερικανικής, της γαλλικής και της αγγλικής κυβέρνησης απ’ το 1920 μέχρι και τη Συνθήκη της Λοζάννης το 1923. Τελικά το 1926 η Μοσούλη προσαρτήθηκε στο Ιράκ και τέθηκε υπό καθεστώς Βρετανικής Εντολής…

Η μοναδική ουσιαστική επιφύλαξη της αμερικανικής ηγεσίας για την υλοποίηση του σχεδίου ιμπεριαλιστικής επέμβασης προέρχεται από τον κίνδυνο μεγάλης αποδυνάμωσης του Ιράκ έναντι του Ιράν που αποτελεί το δεύτερο σημαντικό στόχο του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στην περιοχή. Για την αντιμετώπιση όλων αυτών των ζητημάτων, Μπους και Μπλερ προετοιμάζουν μια διάσκεψη στο τέλος του καλοκαιριού του 2002 και αναμένουν την άνοδο στην κυβέρνηση της Αγκυρας του εκλεκτού τους Ισμαήλ Τζεμ μετά τις εκλογές της 3ης Νοέμβρη. Στη διάσκεψη αυτή αναμένεται να διατυπωθεί και επίσημα το νέο ιμπεριαλιστικό δόγμα των ΗΠΑ, σύμφωνα με το οποίο η αμερικανική κυβέρνηση αποκτά το δικαίωμα πρώτης επίθεσης (χωρίς πρόκληση από εξωτερικό εχθρό) απέναντι σε κράτη που θεωρεί ότι υποθάλπουν την «τρομοκρατία»!

Αναλύοντας τη σημασία της Τουρκίας για την προώθηση των σχεδίων του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, ο βασικός αναλυτής του αγγλικού Βασιλικού Ινστιτούτου Αμυντικών Σπουδών Ντανιέλ Ντιπ[12] δηλώνει χαρακτηριστικά: «Η συμβολή της Τουρκίας εθεωρείτο ανέκαθεν πολύ σημαντική για τη διοργάνωση μιας εκστρατείας κατά του Ιράκ. Οι βάσεις της Τουρκίας χρησιμοποιούνται τα τελευταία δέκα χρόνια απ’ τα αμερικανικά αεροπλάνα που επιτηρούν τον εναέριο χώρο πάνω απ’ το Β. Ιράκ. Η γεωστρατηγική θέση της Τουρκίας θα επέτρεπε στους αμερικανούς να διοργανώσουν απ’ το έδαφος της τις πιθανές επιδρομές τους».

Από την πλευρά της η ιρακινή κυβέρνηση επιχειρεί να ισχυροποιήσει οικονομικά και πολιτικά την άμυνα της, υπογράφοντας εμπορικές συμφωνίες με τη Συρία και την Αίγυπτο τον Αύγουστο του 2001 καθώς και με τη συνάντηση με του ιρακινού αντιπροέδρου Taha Hussein Ramadan και με τον ρώσο πρόεδρο Πούτιν τον Απρίλιο του 2001. Προσπαθεί να αξιοποιήσει τη διαφοροποίηση της Ρωσίας, της Κίνας και της Γαλλίας απ’ τα αμερικανικά σχέδια. Θα πρέπει να σημειώσουμε στο σημείο αυτό ότι δυο ρωσικές ενεργειακές επιχειρήσεις (Tatneft και Zaruberhneft) αναπτύσσουν ήδη δραστηριότητα στην περιοχή του Β. Ιράκ.

Ωστόσο η πραγματική ελπίδα ενάντια στην υλοποίηση των σχεδίων αμερικανικής επέμβασης βρίσκεται στο δυνάμωμα των αντιιμπεριαλιστικών κινημάτων των λαών της ευρύτερης περιοχής. Γι’ αυτό και αναμένεται νέο κύμα αυταρχικών μέτρων στο εσωτερικό των γειτονικών χωρών για την αντιμετώπιση της λαϊκής αγανάκτησης το επόμενο διάστημα.

 

Ο ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΑΣΠΙΑΣ

Τα πέντε παραθαλάσσια κράτη της Κασπίας, επιχείρησαν να λύσουν το πρόβλημα του διαχωρισμού της, ώστε κάθε κράτος να εκμεταλλεύεται τους δικούς του υποθαλάσσιους πόρους, σε Σύνοδο Κορυφής στο Ασγκαμπάτ τον Απρίλη του 2002. Κατατέθηκαν δυο διαφορετικές προτάσεις:

Από τη μια το Ιράν και το Τουρκμενιστάν πρότειναν ισομερή διαχωρισμό. Το Τουρκμενιστάν πρόσθεσε και την πρόταση για δημιουργία ελεύθερης ζώνης 20 μιλίων στο μέσο της Κασπίας, την οποία τελικά απέσυρε.

Από την άλλη η Ρωσία, το Καζακστάν και το Αζερμπαϊτζάν, πρότειναν το διαχωρισμό με βάση την έκταση των ακτών κάθε κράτους.

Τελικά ο πρόεδρος του Τουρκμενιστάν Μιγιάζοφ ανακοίνωσε την αποτυχία των συνομιλιών[13] και τόνισε την ανάγκη να συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις ώστε να αποφευχθεί η αιματοχυσία. Ο Ιρανός πρόεδρος Χαταμί αποχώρησε και δεν παραβρέθηκε στις δηλώσεις, ενώ ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν τόνισε ότι οι συνομιλίες θα συνεχιστούν την άνοιξη του 2003 στην Τεχεράνη.

Ο κίνδυνος όξυνσης των αντιθέσεων δεν είναι μικρός όπως φαίνεται απ’ τα γεγονότα της δεκαετίας του ’90, όταν δηλαδή ανατράπηκε στην πράξη η συμφωνία μεταξύ Ιράν και Σοβιετικής ένωσης για την εκμετάλλευση της Κασπίας.

Το 1994, όταν ο διεθνής όμιλος AIOC που εδρεύει στο Αζερμπαϊτζάν ανακοίνωσε συμφωνίες για εκμετάλλευση κοιτασμάτων στον πυθμένα της Κασπίας, η Ρωσία προειδοποίησε το συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ότι θα προβεί σε κάθε απαραίτητο μέτρο για να αποκαταστήσει την τάξη… Οπως ήταν φυσικό η συγκεκριμένη δραστηριότητα του AIOC ανακόπηκε.

Το 1998 το Καζακστάν υπογράφει συμφωνία με τη Chevron και την Exxon Mobil για μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου με διπλό υποθαλάσσιο αγωγό που θα περνούσε μέσα απ’ την Κασπία και θα έφτανε στο Μπακού. Το Ιράν και η Ρωσία αντιδρούν και η συμφωνία δεν υλοποιείται[14].

Τον Ιούνη του 2001 ανακαλείται απ' το Μπακού ο πρεσβευτής του Τουρκμενιστάν[15] εξαιτίας ενός διαφιλονικούμενου κοιτάσματος στη μέση της Κασπίας, που οι Αζέροι αποκαλούν Κιαπάζ, οι δε Τουρκμένιοι Σεντάρ.

Τον Ιούλη του 2001 έχουμε το σοβαρότερο επεισόδιο πριν τη Σύνοδο. Πλοία της BP που διεξάγουν έρευνες για λογαριασμό της κυβέρνησης του Αζερμπαϊτζάν, τρέπονται σε φυγή υπό την απειλή κανονιών Ιρανικού πολεμικού πλοίου στην περιοχή Αζαρόλοφσκακ. Ακολουθεί επίσκεψη του αρχηγού του Γεν. Επιτελείου της Τουρκίας στρατηγού Κιβρίκογλου, με συνοδεία 10 τουρκικών μαχητικών F16. Ανακοινώνεται η συμμετοχή του Αζερμπαϊτζάν σε ασκήσεις του Νατοϊκού «Συνασπισμού για την Ειρήνη»[16].

Η κατάσταση μετά τη Σύνοδο του Ασγκαμπάτ δε φαίνεται να εξομαλύνεται. Χαρακτηριστική είναι η μονομερής απόφαση τον Ιούνη του 2002 του Ιράν να προχωρήσει σε εξόρυξη υποθαλάσσιων κοιτασμάτων, μόλις ολοκληρωθεί το έργο εγκατάστασης των αντλιών εξόρυξης ύψους 3000 εκατ. δολαρίων. Ενώ παράλληλα η κυβέρνηση της Τεχεράνης ανέπτυξε και 38 νέα ιρανικά πολεμικά πλοία στην Κασπία[17].

Από την πλευρά της η ρωσική κυβέρνηση υπέγραψε ήδη ένα προσύμφωνο για τη λύση του προβλήματος με το Καζακστάν (Μάης 2002) και προετοίμασε την υπογραφή ενός αντίστοιχου με το Αζερμπαϊτζάν[18]. Το Ιράν χαρακτήρισε παράνομη τη συμφωνία Καζακστάν - Ρωσίας.

Το πρόβλημα του διαχωρισμού της Κασπίας αποτελεί δοκιμασία για την πολιτική της Ρωσίας σε δυο κρίσιμες επιλογές της στην περιοχή: στην οικοδόμηση προνομιακών σχέσεων με το Ιράν και στην αναβάθμιση και διεύρυνση της Κοινοπολιτείας Ανεξάρτητων Κρατών (ΚΑΚ). Οι συγκεκριμένες αντιθέσεις ανοίγουν αντικειμενικά το δρόμο για μεγαλύτερη διείσδυση των ΗΠΑ και της Τουρκίας στην περιοχή.

Η Τουρκία επιχειρεί να παίξει ένα ιδιαίτερο ρόλο μετά την υπογραφή συμφωνίας ενεργειακής συνεργασίας με το Ιράν το 1996 και τις προτάσεις ενεργειακής συνεργασίας και δανειοδότησης του Αζερμπαϊτζάν. Ωστόσο αφενός η αμερικανική αντίδραση στη σύσφιξη των ιρανοτουρκικών σχέσεων και αφετέρου η οικονομική της αδυναμία τη σημερινή περίοδο δεν της επιτρέπουν να προωθήσει ουσιαστικά τους σχεδιασμούς της[19].

Τέλος η κοινοτική παρουσία εστιάζεται κυρίως στον οικονομικό τομέα με την παρουσία ισχυρών ευρωπαϊκών ομίλων (π.χ. Total/Fina/Elf) στις διεθνείς κοινοπραξίες εκμετάλλευσης πετρελαίου της περιοχής.

 

Η ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΔΙΕΞΟΔΟΣ: Ο ΑΓΩΓΟΣ ΜΠΑΚΟΥ-ΤΣΕΪΧΑΝ

Μεταξύ των αμερικανικών σχεδίων για την επιβολή ενεργειακών δρόμων που θα παρακάμπτουν τη Ρωσία και το Ιράν, δεσπόζει η επιβολή του άξονα Μπακού - Τσεϊχάν (σύνδεση Αζερμπαϊτζάν - Γεωργίας - Τουρκίας). Το σχέδιο αυτό αδυνατίζει ιδιαίτερα τη γεωπολιτική σημασία του Ιράν, οποίο σήμερα μπορεί να αποτελέσει τη φθηνότερη διέξοδο του πετρελαίου της Κασπίας προς τις διεθνείς αγορές.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου καθυστέρησε αρκετά χρόνια λόγω του υψηλού κόστους κατασκευής του αγωγού (2,8 δισ. δολάρια) και άλλων τεχνικοοικονομικών δεδομένων (π.χ. τη μη διασφάλιση επαρκούς τροφοδοσίας) που τον καθιστούσαν μη ανταγωνιστικό απέναντι στις άλλες φθηνότερες λύσεις και προκαλούσαν αναστολές στους ισχυρούς μονοπωλιακούς ομίλους για τη χρηματοδότησή του.

Παράλληλα η υλοποίηση αυτού του δρόμου μήκους 1038 μιλίων (281 μίλια στο Αζερμπαϊτζάν, 135 μέσα στη Γεωργία, 622 μέσα στην Τουρκία) απαιτούσε τη σταθεροποίηση μιας περιοχής που είναι γεμάτη με εστίες έντασης όπως η χρόνια αντιπαράθεση Αρμενίας - Αζερμπαϊτζάν για τον έλεγχο του Ναγκόρνο Καραμπάχ, η κουρδική αντίσταση στην Τουρκία, οι σχέσεις Ιράκ - ΗΠΑ, η πιθανή ρωσική αντίδραση στην υλοποίηση ενός ανταγωνιστικού σχεδίου, οι αυτονομιστικές κινήσεις στη Γεωργία κλπ.

Η αμερικανική πολιτική κινήθηκε αποφασιστικά για τη λύση των προβλημάτων και στο οικονομικό κι στο πολιτικό σκέλος. Στο οικονομικό επίπεδο η πρόταση ανάληψης σημαντικού μέρους της χρηματοδότησης απ’ την IFC της Παγκόσμιας Τράπεζας και απ’ την Ευρωπαϊκή Τράπεζα για την Ανασυγκρότηση και Ανάπτυξη, λειτούργησε καταλυτικά για τη δημιουργία μιας διεθνούς ομάδας χρηματοδότησης της κατασκευής με τη συμμετοχή του διεθνούς ομίλου AIOC (BP με 25%, της αζερικής SOCAR με 45%, της αμερικανικής Unocal με 7,5%, της νορβηγικής Statoil με 6,37%, της τουρκικής TPAO με 5%, της ιταλικής ΕΝΙ με 5% κ.ά.).

Στο εγχείρημα θα μετάσχουν απ’ ότι φαίνεται και η Chevron Texaco και η Exxon Mobil. Η εταιρεία χρηματοδότησης Main Export Pipeline Company (MEPCO) θα προχωρήσει στην κατασκευή σύμφωνα με μελέτη της αμερικανικής Bechtel η οποία ολοκληρώθηκε τον Μάη του 2002.

Παράλληλα, σε μια προσπάθεια να διασφαλισθεί η συμμετοχή της Ρωσίας κατατέθηκαν γεωργιανές προτάσεις για σύνδεση (μέσω Γεωργίας) του αγωγού Μπακού - Τσεϊχάν με τους ρωσικούς αγωγούς προς το Νοβοροσίσκ. Η σύνδεση αυτή και η συνδιαχείριση πετρελαίων των διαφόρων αγωγών δεν έγινε αποδεκτή απ’ τη Ρωσία.

Ταυτόχρονα η Τουρκία πρότεινε την κατασκευή ενός αγωγού φυσικού αερίου παράλληλου με τον αγωγό πετρελαίου ο οποίος θα ελαχιστοποιήσει το κόστος του μηχανολογικού μέρους της κατασκευής.

Στο πολιτικό επίπεδο η κορυφαία ενέργεια υπήρξε η υπογραφή συμφώνου Ασφάλειας μεταξύ της Τουρκίας, της Γεωργίας και του Αζερμπαϊτζάν το Μάη του 2002. Ενώ ο αμερικανός πρόεδρος απέστειλε επιστολή στήριξης του σχεδίου Μπακού - Τσεϊχάν προς τον Αζέρο ομόλογό του με την ευκαιρία της έναρξης των εργασιών της ενεργειακής διάσκεψης στο Μπακού (6/2002). Είχε προηγηθεί η τριμερής διακρατική συμφωνία κατασκευής του αγωγού το Νοέμβρη του 1999 με παρουσία του προέδρου Κλίντον αλλά και του προέδρου του Καζακστάν Ναζαρμπάγεφ (που δεσμεύτηκε για την τροφοδοσία του με πετρέλαιο του Καζακστάν, ενισχύοντας την οικονομική βιωσιμότητά του).

Στο πλαίσιο της συμφωνίας αναμένεται και η κατασκευή απ’ την Τουρκία στρατιωτικών αεροπορικών βάσεων στο Αζερμπαϊτζάν, ενώ αμερικανοί στρατιωτικοί έχουν αναλάβει την εκπαίδευση γεωργιανών δυνάμεων για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας. Η Τουρκία παρέχει ήδη βοήθεια 5 εκατ. δολάρια καθώς και στρατιωτικούς για την εκπαίδευση δυνάμεων στο Ουζμπεκιστάν.

Εντατικές είναι και οι προσπάθειες των ΗΠΑ για επίτευξη συμφωνίας μεταξύ Αζερμπαϊτζάν και Αρμενίας από το 1999. Η δολοφονία μέσα στο αρμενικό κοινοβούλιο του πρωθυπουργού Β. Σαρκισιάν και του προέδρου της Βουλής Κ. Ντεμιρτσιάν που ήταν αντίθετοι στη συμβιβαστική στάση του προέδρου της χώρας Ρ. Κοτσαριάν ήταν ενδεικτική του μεγέθους των αμερικανικών πιέσεων. Τα γεγονότα συνέβησαν ελάχιστες ώρες μετά την αναχώρηση απ’ την Αρμενία του Αμερικανού υφυπουργού Στρόουμπ Τάλμποτ[20].

Από την πλευρά της η Ρωσία αντιδρά πολύπλευρα στην αμερικανική τακτική. Η ρωσική κυβέρνηση φέρεται να άσκησε πιέσεις στον ισχυρό μονοπωλιακό όμιλο της Lukoil για να μη συμμετάσχει στο σχέδιο Μπακού - Τσεϊχάν[21]. Παράλληλα εδραιώνει την ασφάλεια των δικών της αγωγών (Μπακού - Νοβοροσίσκ και Τενγκίζ - Νοβοροσίσκ) αντιμετωπίζοντας στρατιωτικά το τσετσενικό ζήτημα και διασφαλίζοντας τη συμμετοχή της αμερικανικής Chevron στις ρωσικές οδούς μεταφοράς.

Η Ρωσία αξιοποιεί το χαρτί της στρατιωτικής της υπεροχής στην περιοχή, πιέζοντας τη Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν. Ετσι μετά από πολλά χρόνια διεξάγει εκτεταμένες στρατιωτικές ασκήσεις του συμβουλίου Συλλογικής Ασφάλειας (Ρωσία, Λευκορωσία, Αρμενία, Καζακστάν, Κιργισία. Τατζικιστάν). Τον Ιούνη του 2000 υπογράφτηκε συμφωνία ανανέωσης της ρωσικής στρατιωτικής παρουσίας στην Κιργισία. Στο Αζερμπαϊτζάν πέτυχε τη συμφωνία παραμονής της στρατιωτικής βάσης ραντάρ Cabala[22] για 10 χρόνια και τη συμμετοχή της Lukoil με 10% στο διεθνή όμιλο εκμετάλλευσης του αζερικού πετρελαίου. Ταυτόχρονα με τη ρωσογεωργιανή συνθήκη φιλίας του 1994 οι Ρώσοι διατηρούν 4 στρατιωτικές βάσεις και 24000 στρατιώτες στο έδαφος της Γεωργίας.

Παράλληλα διατηρεί σχέσεις όλη τη δεκαετία του ’90 με τις αυτονομιστικές τάσεις στις γεωργιανές περιοχές της Αμπχαζίας και της Νότιας Οσετίας. Ωστόσο, το τελευταίο διάστημα διαφαίνεται μια στροφή στη ρωσική στάση που εκφράζεται κυρίως με την ανοχή στην αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο Ουζμπεκιστάν, στη Γεωργία και στην Κιργισία και την ενεργοποίηση του Συμβουλίου ΝΑΤΟ - Ρωσίας.

Αποφασιστική παραμένει η ρωσική πολιτική στην Αρμενία όπου το ρωσοαρμενικό αμυντικό σύμφωνο του 1997, σφραγίζεται απ’ την παρουσία της 7ης πρώην σοβιετικής στρατιάς που έχει αναλάβει ουσιαστικά και τη φύλαξη των συνόρων της. Η Αρμενία έχει εκφράσει πρόσφατα και την δυσφορία της για την τριμερή συμφωνία Τουρκίας - Αζερμπαϊτζάν - Γεωργίας.

Με το σύνθετο αυτό κουβάρι των αντιθέσεων συνδέεται και η πορεία του κυπριακού προβλήματος καθώς η Κύπρος βρίσκεται απέναντι ακριβώς από την κατάληξη του αγωγού στο Τσεϊχάν και απέχει 45 μίλια απ’ τις νότιες ακτές της Μικράς Ασίας. Το γεγονός αυτό σε σχέση με τη στρατηγική θέση της Κύπρου για τον έλεγχο της περιοχής[23], την ύπαρξη βρετανικών βάσεων και αμερικανικών εγκαταστάσεων συλλογής πληροφοριών, τα πιθανά κοιτάσματα πετρελαίου στο θαλάσσιο χώρο, αλλά και του ρόλου που μπορεί να διαδραματίσει στις θαλάσσιες μεταφορές, εξηγεί την αδιάλλακτη θέση της Τουρκίας και την διατήρηση του καθεστώτος στρατιωτικής κατοχής στο βόρειο τμήμα της. Οχι τυχαία, πρόσφατα η τουρκοκυπριακή ηγεσία ανακοίνωσε την επέκταση των χωρικών υδάτων του ψευδοκράτους απ’ τα 3 στα 12 μίλια[24].

 

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Τα όσα εκθέσαμε παραπάνω αποτελούν ένα μόνο μέρος του πλήθους των ενδοϊμπεριαλιστικών και κρατικών αντιθέσεων, οι οποίες αναδεικνύουν την ευρύτερη περιοχή της Κασπίας και του Ιράκ σαν την πιθανότερη εστία πολεμικών αναμετρήσεων στο άμεσο μέλλον.

Φυσικά η πορεία όξυνσης των αντιθέσεων ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δε θα κριθεί αποκλειστικά απ’ το στόχο ελέγχου των ενεργειακών πηγών και οδών. Θα επιδράσουν παράλληλα η εξέλιξη του καπιταλιστικού κύκλου της κρίσης και η μεταβολή του γενικότερου συσχετισμού δύναμης μετά την ενεργοποίηση του Συμβουλίου ΝΑΤΟ-Ρωσίας και την αναμενόμενη ένταξη της Ρωσίας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου.

Ωστόσο πέρα από τακτικούς ελιγμούς, η Ρωσία δεν έχει ιδιαίτερα περιθώρια υποχώρησης στην αμερικανική προέλαση. Ο πρώην πρωθυπουργός της Ρωσίας Γ. Πριμακόφ προειδοποιούσε εύστοχα για τις συνέπειες μιας περιορισμένης αποχώρησης απ’ τη ζώνη της πρώην σοβιετικής επιρροής λέγοντας «μια καλή θέση ποτέ δε μένει ελεύθερη»[25].

Από την άλλη οι ΗΠΑ αναδεικνύονται σταδιακά σε πρωταγωνιστή στο ενεργειακό παιχνίδι της περιοχής, κάνοντας ταυτόχρονα βήματα στη στρατιωτική περικύκλωση της Κίνας και της Ρωσίας. Ολα δείχνουν πως η ιμπεριαλιστική επέμβαση στο Ιράκ με στόχο την «αυτονόμηση» του βορείου μέρους του, θα είναι το επόμενο βήμα μετά την αντίστοιχη επέμβαση στο Αφγανιστάν.

Καθοριστικός εμφανίζεται ο ρόλος της Τουρκίας που αναβαθμίζει αντικειμενικά τη θέση της στην περιοχή. Οχι άδικα ο πρόεδρος των ΗΠΑ, εκείνη την περίοδο, Μπιλ Κλίντον τόνιζε κατά την υπογραφή της συμφωνίας κατασκευής του αγωγού Μπακού - Τσεϊχάν το 1999 στην Κωνσταντινούπολη: «Αυτοί οι αγωγοί θα θέσουν την Τουρκία, τον πιστό μας σύμμαχο, στην εμπροσθοφυλακή και στο επίκεντρο της προσπάθειας να δημιουργήσουμε ένα ασφαλές ενεργειακό μέλος».

Η Τουρκία θέτει σήμερα τις προϋποθέσεις να αναδειχτεί σε ενεργειακό κόμβο στην περιοχή που θα ανταγωνίζεται τις ρωσικές ενεργειακές οδούς. Το γεγονός αυτό απασχολεί τη ελληνική άρχουσα τάξη, η οποία προσπαθεί να εδραιώσει τη θέση της και στους δύο ανταγωνιστικούς άξονες μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου προς την Ευρώπη, υπογράφοντας σχετικές συμφωνίες-μνημόνια, απ’ τη μια με τη Ρωσία και τη Βουλγαρία και απ’ την άλλη με την Τουρκία, το Αζερμπαϊτζάν και το Ιράν.

Ο τριπλός κίνδυνος για την ειρήνη, για τα κυριαρχικά δικαιώματα των μικρών χωρών και για ένα νέο κύμα αυταρχικών μέτρων στο εσωτερικό κάθε χώρας, μεγαλώνει μέρα με την ημέρα όσο οξύνονται οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και μπαίνουν στο δρόμο της υλοποίησης τα ιμπεριαλιστικά σχέδια.

Τώρα πρέπει να δυναμώσουν οι προσπάθειες για το συντονισμό και την αντεπίθεση των λαϊκών κινημάτων της περιοχής. Απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η εδραίωση του αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού προσανατολισμού στο λαϊκό κίνημα και η αποφασιστική συνέχεια του αγώνα με ξεκάθαρο στρατηγικό στόχο, τη σοσιαλιστική εξουσία. Σε αυτήν την κατεύθυνση προσπαθούν σταθερά και ανυποχώρητα οι κομμουνιστές στη χώρα μας.



Ο Μάκης Παπαδόπουλος είναι μέλος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ. Το Κείμενο αποτελεί μέρος σχετικής εισήγησης, στο Παγκόσμιο Συνέδριο «Ενέργεια 2002» (12-15.6.2002), στην Αθήνα.

[1] The Guardian, 23.10.2001.

[2] Αναλυτικότερα στοιχεία στην ΚΟΠΕΠ τ.3/2001.

[3] Ζ. Μπρεζίνσκι: «Η μεγάλη σκακιέρα», εκδ.Λιβάνη.

[4] Energy Information Administration (USA), Μάρτιος 2002.

[5] Henry Kissinger: «ΗΠΑ: αυτοκρατορία ή ηγετική δύναμη;», εκδ. Λιβάνη.

[6] P.Wolfowitz: «Turkey and America: Partners at the Crossroads of History», US Embassy Ankara Turkey.

[7] Τζούμχουριετ (12.2.2002), New York Times (5.11.2001) κλπ.

[8] Arabic News 10.5.2000, 15.7.2002, 29.7.2002.

[9] Επενδυτής (23.2.2002).

[10] Kurdish Observer (12.7.2001).

[11] Gerard Chaliand: «Οι Κούρδοι», εκδ. Θετίλη.

[12] Δηλώσεις του υπεύθυνου του προγράμματος για τη Μέση Ανατολή, του βασιλικού Ινστιτούτου Αμυντικών Σπουδών στο BBC, 16.7.2002.

[13] Ανταποκρίσεις BBC News, Moscow Times, Xinhua News, 24.2.2002.

[14] Energy Information Administration, Φλεβάρης 2002.

[15] Βλ. και Γ.Δελαστίκ: «Αποκάλυψη τώρα», εκδ. Λιβάνη.

[16] Ριζοσπάστης, 23.9.2001.

[17] Επενδυτής, 8.6.2002.

[18] Reuters, Gulf news, 7.6.2002.

[19] Βλ. και περιοδικό Defensor Pacis, τ.9 (Σεπτ.2001) και περιοδικό «Αγορά χωρίς σύνορα», Γενάρης 2002.

[20] Βλ. αναλυτικά Γ.Δελαστίκ: «Αποκάλυψη τώρα», εκδ. Λιβάνη.

[21] Καθημερινή, 6.6.2002.

[22] Eurasia net, 25.5.2002.

[23] Monteagle Stearns: «Περίπλοκες συμμαχίες», εκδ. «Ποντίκι» και ΕΛ.Ι.ΑΜ.Ε.Π.: «Σεμινάρια για την Κυπριακή άμυνα», Λευκωσία 1989.

[24] Το Ποντίκι 6.6.2002.

[25] Γ. Πριμακόφ: «Η άγνωστη Ρωσία», εκδ. Κούριερ.

Normal 0 MicrosoftInternetExplorer4

Χώρα

Συνολικά αποθέματα πετρελαίου

(δισ. βαρέλια)

Συνολικά αποθέματα φυσικού αερίου

 (τρισ. κυβικά πόδια)

Αζερμπαϊτζάν

33,2

39,4

Ιράν*

15,1

11

Καζακστάν

97,4

153

Ρωσία*

16,7

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία

Τουρκμενιστάν

80,6

260

Σύνολο

243

463.4