Βιβλιοπαρουσίαση - «ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΠΟΣ»

«ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΠΟΣ»

Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2002

Με τον παραπάνω τίτλο κυκλοφόρησε πρόσφατα μια αξιόλογη συλλογική εργασία με αντικείμενο έρευνάς της τη Μακρόνησο. Οπως αναφέρεται στην εισαγωγή, πρόκειται για μια εργασία που στο μεγαλύτερο μέρος της αποτελείται από μαρτυρίες αγωνιστών που έζησαν τη φρίκη εκείνου του κάτεργου και από σχετικές πολιτικές κυρίως κρίσεις τους.

Η Μακρόνησος έχει έκταση 18 τετρ. χιλιόμετρα και βρίσκεται σε απόσταση 5 χιλιομέτρων από το Λαύριο της Ανατολικής Αττικής. Ο τεράστιος αυτός μακρόστενος βράχος με τις ελάχιστες συστάδες πεύκων και θάμνων, στις αρχές του 20ού αιώνα χρησιμοποιήθηκε σαν τόπος εξορίας αιχμαλώτων πολέμου (1912-1913) και αργότερα για προσωρινή διαμονή προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής.

Στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου (1946-1949), στα πλαίσια της αιματηρής βίας και τρομοκρατίας, που είχε εξαπολυθεί σε όλη τη χώρα από τις παρακρατικές οργανώσεις και το μεταβαρκιζιανό αστικό κράτος, με την άμεση επέμβαση του αγγλοαμερικάνικου ιμπεριαλισμού, με στόχο την εξόντωση κάθε αντίστασης των κομμουνιστών και γενικότερα των αγωνιστών της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης, γεννιέται η σατανική ιδέα οργάνωσης στρατοπέδων στη Μακρόνησο για την εκκαθάριση του στρατού από τους «εθνικά υπόπτους» στρατεύσιμους, οι οποίοι αφοπλίζονται και στέλνονται σε διάφορα τάγματα ή λόχους που οργανώνονται γι’ αυτό το σκοπό.

Η Μακρόνησος, σύμφωνα με πάμπολλες μαρτυρίες, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τόπου συστηματικής άσκησης βίας και ομολογούμενης επιδίωξης να σπάσουν οι αρμοί που αρθρώνουν τον χαρακτήρα, τη συνείδηση. Να εξευτελιστεί η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Στη Μακρόνησο, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι: φαντάροι, αξιωματικοί και ιδιώτες πολιτικοί όμηροι, αγωνιστές του λαϊκού επαναστατικού κινήματος και του σοσιαλισμού, δοκιμάζουν όλες τις φρίκες και όλες τις φρικαλεότητες. Τα «αναμορφωτικά» ειδικά τάγματα του ΑΕΤΟ, του ΒΕΤΟ και του ΓΕΤΟ συναγωνίζονταν μεταξύ τους για το ποιο θα διακριθεί για τις μέθοδες και τις επινοήσεις του βασανισμού, στα μέσα και στα σύνεργα εξόντωσης και αργού θανάτου των πολιτικών κρατουμένων τους. Η Μακρόνησος, το νεοφασιστικό αυτό ελληνικό Νταχάου, έπεσε, διαλύθηκε, όπως γνωρίζουμε, κάτω από το ανάθεμα και την πάλη του λαού μας και κάτω από την παγκόσμια κατακραυγή και συμπαράσταση προς το μεταπελευθερωτικό ελληνικό δράμα.

Αυτό, όμως, που έχει ιδιαίτερη αξία και που βγαίνει ολοκάθαρα από τις σελίδες αυτής της συλλογικής εργασίας, είναι πως τη Μακρόνησο πριν τη γκρεμίσει η πάλη και η κατακραυγή των ελεύθερων ανθρώπων και των λαών, την είχαν νικήσει και την είχαν κουρελιάσει οι θρυλικοί ήρωες και μάρτυρες Μακρονησιώτες, οι αξέχαστοι Τατάκηδες.

Παραθέτουμε στη συνέχεια τον Πρόλογο του βιβλίου που έγραψε η ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Α. Παπαρήγα.

«Το ποίημα του άγνωστου ποιητή θα μπορούσε να αποτελέσει τον πρόλογο της έκδοσης. Τα λέει όλα σε λίγους στίχους. Αποτελεί κατά τη γνώμη μου μια καλή εισαγωγή στην παρούσα έκδοση. Συμβολίζει, από μόνος του ο άγνωστος ποιητής, αυτό που εκφράζεται και μέσα από την έκδοση, ότι ο λαός ζει, παλεύει, αγωνιζόμενος γράφει. Η έκδοση για τη Μακρόνησο, η οποία είναι καρπός μιας μεγάλης συλλογικής εργασίας από συντρόφους και συντρόφισσες, συναγωνίστριες και συναγωνιστές, που ήταν και αυτοί ανά­μεσα σε χιλιάδες ελεύθερους δεσμώτες στα χρόνια της λειτουργίας του κολαστηρίου. Πολλοί ήταν οι τόποι φυλάκισης και εξορίας μετά την απελευ­θέρωση στη χώρα μας, κι ο κάθε τόπος έχει τη δική του ηρωική ιστορία, αλ­λά η Μακρόνησος, απ' όλες τις μέχρι τώρα μαρτυρίες που έχουν καταγρα­φεί και δει το φως της δημοσιότητας καθώς και από τα περιεχόμενα αυτού του βιβλίου, νομίζω πως ξεχωρίζει.

Οταν μου προτάθηκε να γράψω τον πρόλογο αυτής της πολύτιμης συλ­λογικής εργασίας, αισθάνθηκα δισταγμό, γιατί γνώρισα τη Μακρόνησο από μικρό παιδί, μόνο μέσα από τις μαρτυρίες των επιζώντων μαρτύρων της, από τις διηγήσεις αυτών που έζησαν τα συγκλονιστικά γεγονότα ως σύντροφοι, συντρόφισσες, συναγωνιστές και συναγωνίστριες.

Ομως σκέφτηκα ότι χρειάζεται ένας πρόλογος, όχι τόσο γι' αυτή καθε­αυτή την έκδοση, που τα λέει όλα αυθεντικά, ειλικρινά, αλλά ως ένα λιτό ευ­χαριστώ από τους νεότερους προς αυτούς που επέζησαν, άντεξαν, δεν ξέ­χασαν και σήμερα κάνουν το χρέος: Να αφηγηθούν. Χρέος απέναντι στους νεκρούς αλλά και μέγα οφειλόμενο χρέος σ' αυτούς που δεν ξέρουν και πρέ­πει να μάθουν.

Με τον πρόλογο αυτό θέλω να υπογραμμίσω ορισμένα από τα βασικά ιστορικά διδάγματα που προκύπτουν από την ιστορία της Μακρονήσου, δι­δάγματα διαχρονικής αξίας και ιδιαίτερης επικαιρότητας: Τη μεγάλη σημα­σία που έχει η ολόπλευρη αφοσίωση στους σκοπούς της ταξικής πάλης, του αγώνα για τη λαϊκή ευημερία, για το δικαίωμα του κάθε λαού να διαφεντεύει στον τόπο του, να επιλέγει το δρόμο της κοινωνικής εξέλιξης. Η Μακρόνη­σος διδάσκει τη σημασία και την αξία του ηρωισμού σε δύσκολες και αντί­ξοες συνθήκες, που απαιτούν την υπέρβαση και την αγνόηση του ίδιου του φόβου του θανάτου. Διδάσκει σε ποιο έδαφος καλλιεργείται η αξία της ατο­μικής αξιοπρέπειας, της αγωνιστικής αξιοπρέπειας. Ομως μια τέτοια ανώ­τερης μορφής συνειδητή στάση καλλιεργείται μαζικά σε κάποιες ιδιαίτερες στιγμές έξαρσης, προετοιμάζεται όμως στον ένα ή τον άλλο βαθμό και μέσα από τον ηρωισμό που απαιτεί η καθημερινότητα του αγώνα, όταν μάλι­στα οι εξελίξεις είναι ή φαίνονται ότι είναι αργόσυρτες. Ηρωισμός απαιτεί­ται και όταν η ιστορία εξελίσσεται κατά διαστήματα με τον αραμπά, και όταν εμφανίζονται τα άλματα.

Οι αγωνιστές και αγωνίστριες της Μακρονήσου, δεν ήταν άνθρωποι που στις φλέβες τους κυλούσε κάποιο ιδιαίτερο αίμα, δεν είχαν στο DNA τους κάτι το ιδιαίτερο και ξεχωριστό. Ηταν απλοί, συνηθισμένοι, θνητοί και ευά­λωτοι στις κακουχίες. Απόδειξαν όμως ότι ο άνθρωπος του λαού διαθέτει απεριόριστες δυνατότητες και δυνάμεις προσφοράς και αυτοθυσίας, όταν το αποφασίσει, όταν πρόκειται για το συμφέρον των εργαζομένων.

Ισως κάποιοι αναρωτηθούν σήμερα, που οι εξελίξεις τρέχουν ή μοιάζουν να τρέχουν με μεγαλύτερη ακόμα ταχύτητα, αν έχει τόση σημασία να θυ­μόμαστε το παρελθόν, να αναμοχλεύουμε -όπως λέγεται χαρακτηριστικά- μνήμες, να ξύνουμε πληγές. Ολοι όσοι υποστηρίζουν αυτό, δεν ξεκινάνε, βέβαια, από την ίδια αφετηρία.

Αλλοι, ή να πούμε καλύτερα πολιτικοί ηγέτες, παράγοντες, πολιτικές δυ­νάμεις, οικονομικοί παράγοντες, υποστηρίζουν τη μονόπλευρη λήθη στο παρελθόν, από συμφέρον, καθώς έχουν κάθε λόγο να κρύψουν από τη σύγ­χρονη γενιά, την αυριανή νέα γενιά, γεγονότα που σημάδευαν και σημα­δεύουν ως σήμερα τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Δε θέλουν να αποκαλυ­φθεί η αλήθεια για την αγγλοαμερικανική στρατιωτική επέμβαση στην Ελλά­δα, η αλήθεια για το Δόγμα Τρούμαν και το Σχέδιο Μάρσαλ, ποιες είναι οι αιτίες για τον Εμφύλιο, ποια ήταν τα οράματα και οι στόχοι των αγωνιστών. Δεν επιθυμούν να φανεί το ενιαίο συμφέρον που έδεσε την κυρίαρχη τάξη της χώρας μας με τις επιλογές του ιμπεριαλισμού, με το ξένο κεφάλαιο. Να αποκαλυφθούν οι πηγές των θεωριών του ραγιαδισμού, της υποτέλειας, της μοιρολατρίας. Προτιμούν την αμνησία ή το συγχωροχάρτι, για να συνεχί­σουν απτόητοι και στις νέες συνθήκες την ίδια πολιτική, τις ίδιες γενικές επιλογές. Κι όμως δεν είναι συνεπείς ούτε με τις ίδιες τις διακηρύξεις τους, γιατί όταν το απαιτεί το κομματικό συμφέρον, προσφεύγουν στο παρελθόν προκειμένου να αντλήσουν επιχειρήματα που δε διαθέτουν για το σήμερα όσο πειστικά θα ήθελαν. Ποντάροντας στην έλλειψη ιστορικής γνώσης, προ­σπαθούν να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα του σήμερα.

Λαός, και προπάντων νεολαία, που δε μελετά, δεν αφομοιώνει και δε διδάσκεται από τα ιστορικά γεγονότα, την πείρα που βγαίνει απ' αυτά, και μά­λιστα σε μια χώρα με τόσο πλούσια αγωνιστική παράδοση, όπως είναι η Ελλάδα, διαθέτει μειωμένα εφόδια και αντοχές στο δρόμο του ανηφορικού και δύσβατου αγώνα. Μπορεί μέχρι και να χάσει την πυξίδα και να γίνει πιο εύκολο θύμα της χειραγώγησης, της μοιρολατρίας.

Αλλοι πιστεύουν στην ψευδαίσθηση ότι ξεχνώντας, απαλλάσσονται από την υποχρέωση να αξιοποιήσουν διδάγματα που διατηρούν στο ακέραιο την επικαιρότητα τους, όσο και αν οι σημερινές συνθήκες χαρακτηρίζονται και από νέα στοιχεία.

Η λήθη στο παρελθόν είναι πρόταση λαθεμένη, επικίνδυνη, ουτοπική.

Βεβαίως ύστερα από τόσα χρόνια που μεσολάβησαν είναι φυσικό ο θυ­μός, η αγανάκτηση, το μίσος να έχουν απαλυνθεί, λόγω της απόστασης των γεγονότων, όμως το πολιτικό συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαφανιστεί, να σβήσει. Η ιστορία δεν μπορεί να λειτουργεί με παρενθέσεις, και αν για κά­ποιο λόγο χρειαστεί να μπει μια παρένθεση, αυτή δεν μπορεί παρά να είναι προσωρινή. Πρέπει να φύγει κάποια στιγμή, ώστε να χυθεί άπλετο φως.

Η Μακρόνησος διατηρεί σήμερα την αξία της στο ακέραιο, ως ιστορικό γεγονός, αναπόσπαστο της ιστορίας της ΕΑΜικής εθνικής αντίστασης, της επέμβασης του βρετανικού και αμερικανικού ιμπεριαλισμού στη χώρα μας, βαθύ αποτύπωμα-στίγμα της δράσης της άρχουσας τάξης της χώρας μας και των κομμάτων της.

Στη Μακρόνησο εκδηλώνονται όλοι οι όροι της ταξικής πάλης, όπως αναπτύχθηκε στα χρόνια του πολέμου και μετά την απελευθέρωση ως σήμερα. Στη Μακρόνησο δεν αναμετρήθηκαν αποκλειστικά οι βασανιστές και οι εξόριστοι-φυλακισμένοι. Αυτό το σχήμα, για να το πούμε έτσι, είναι μια μορφή μέσα από την οποία ξετυλίχθηκε η γενική σκληρή αναμέτρηση, των δύο «στρατοπέδων» της άρχουσας τάξης με τους ιμπεριαλιστές συμμάχους της και τους λεγόμενους οπαδούς των ίσων αποστάσεων κεντρώους από τη μία, και του λαού από την άλλη, με εμπροσθοφυλακή της αγωνιστές της ΕΑΜι­κής αντίστασης, τους κομμουνιστές και κομμουνίστριες.

Ποιος νίκησε στη Μακρόνησο; Στο πεδίο του γενικού συσχετισμού δύ­ναμης τα πράγματα είναι καθαρά, νίκησε η αστική τάξη με τους συμμάχους της, ξένους και εγχώριους. Το ζήτημα αυτό δυστυχώς δεν κρίθηκε στη Μα­κρόνησο, κρίθηκε πιο πριν την περίοδο που η απελευθέρωση χάραζε για τον ελληνικό λαό, τότε δηλαδή που επιχειρήθηκε ο συμβιβασμός και η συμφω­νία με τους προσωρινούς συμμάχους εν όπλοις (ασυνεπείς από τη φύση τους και στο πεδίο αυτό) αλλά σταθερούς και μόνιμους αντίπαλους στην κοινωνία και στην πολιτική. Στο πεδίο των ιδεών, χωρίς δισταγμό θα υπο­στηρίξω ότι νίκησαν οι αγωνιστές, οι Μακρονησιώτες, κομμουνιστές και κομ­μουνίστριες, επιβεβαιώνοντας για άλλη μια φορά ότι οι πρωτοποριακές ρι­ζοσπαστικές επαναστατικές ιδέες έχουν αντοχή και βιωσιμότητα μεγαλύ­τερη από αυτήν που αποκρυσταλλώνεται επίσημα σε στιγμές ήττας και υπο­χώρησης. Ναι, οι Μακρονησιώτες, όπως και ο άλλοι αγωνιστές στις φυλα­κές, στις εξορίες, στις μάχες του ΔΣΕ, νίκησαν, αν και ηττημένοι. Οι ιδέες τους δεν εξαφανίστηκαν, δεν μπήκαν στο περιθώριο, επιβίωσαν, ξανάνιωσαν σε μεγάλες στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Δεν είμαστε ιδεαλιστές, να μένουμε ικανοποιημένοι με την παρακατα­θήκη ιδεών και αξιών που μεταβιβάζονται στις νεότερες γενιές, διατηρού­νται στο υπόστρωμα της συνείδησης του λαού για να ξανανθίσουν μαζικά σε καλύτερες στιγμές και ευνοϊκές συνθήκες. Δε φτάνει η υπεροχή των ιδεών από μόνη της, αν αυτή δε μετατραπεί σε μια τεράστια υλική δύναμη, ικανή να νικήσει σε όλα τα πεδία του αγώνα ως το κορυφαίο, στο πεδίο της εξουσίας».