Η ΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΟΜΟΛΟΓΗΤΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

Τα δύο τελευταία χρόνια και ειδικότερα φέτος (προγράμματα του ΥΠΕΠΘ 2001 - 2004 που δόθηκε πέρσι και 2002 - 2005 που δόθηκε φέτος), η κυβέρνηση έχει ξεκινήσει ένα προπαγανδιστικό μαραθώνιο για να προβάλλει την πολιτική της ως μια σοβαρή και μελετημένη προσπάθεια για την ουσιαστική βελτίωση της ποιότητας στην εκπαίδευση, που θα τη βγάλει από τη σημερινή κατάσταση ανυποληψίας στην οποία έχει περιέλθει στη συνείδηση των πλατιών λαϊκών στρωμάτων, θα την οδηγήσει στις λεωφόρους της ανταγωνιστικότητας και της ουσιαστικής αναβάθμισης. Στον αγώνα της αυτό, η κυβέρνηση, «δεν πρόκειται να υποκύψει μπροστά σε καμία πίεση» και «όλοι θα αναλάβουν τις ευθύνες τους».

Οταν όμως μιλά για ευθύνες η κυβέρνηση, φυσικά και δεν αναφέρεται στις δικές της ευθύνες, όπως και των προηγούμενων κυβερνήσεων, που συνεχίζουν απαρέγκλιτα μια πολιτική μόνιμης υποχρηματοδότησης της εκπαίδευσης από τον Κρατικό Προϋπολογισμό. Ούτε βέβαια στις ευθύνες της σε σχέση με την προώθηση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στην Παιδεία, το βίαιο εξοστρακισμό χιλιάδων μαθητών - κύρια προερχομένων από την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα - από το Ενιαίο Λύκειο στα υποβαθμισμένα, μορφωτικά, ΤΕΕ ή ακόμη και εκτός εκπαίδευσης γενικά. Οι ελπίδες όποιων πιστεύουν ότι η κυβέρνηση μιλώντας για ευθύνες υπονοεί τις ευθύνες των δημιουργών του τελευταίου νόμου 2525/97, που μετέτρεψε το Λύκειο σε εξεταστικό κέντρο, προθάλαμο των ΑΕΙ-ΤΕΙ, του αποστέρησε κάθε μορφωτική λειτουργία, το τροφοδότησε με ένα πλήθος ανούσιων και ασύνδετων - αντεπιστημονικών σε πάρα πολλές περιπτώσεις - πληροφοριών, εξορίζοντας την ουσιαστική μόρφωση από αυτό, αποδεικνύονται τελικά αυταπάτες.

Η κυβέρνηση έχει αξιολογήσει την πολιτική της, έχει μετρήσει τα αποτελέσματά της και έχει βαθμολογήσει τον εαυτό της με άριστα. Δεν την ενοχλεί η εκτίναξη του λειτουργικού αναλφαβητισμού, η συνεχής μορφωτική υποβάθμιση του σχολείου, η παπαγαλία - απαίτηση των εξετάσεων - η βίαιη προσαγωγή χιλιάδων μαθητών στην πρόωρη κατάρτιση, η εξόντωση που επιφέρει το σύγχρονο ανταγωνιστικό περιεχόμενο του δρομολογίου σχολείο - φροντιστήριο - σπίτι, η οικονομική αιμορραγία των εργαζομένων που πληρώνουν ένα δεύτερο προϋπολογισμό από την τσέπη τους, για να «μάθουν τα παιδιά τους γράμματα». Ολα αυτά αντίθετα αποτελούν σημαντικές επιτυχίες, αφού αποτελούν ταυτόχρονα και σημαντικούς στόχους της πολιτικής της ΕΕ και του μεγάλου κεφαλαίου για την Παιδεία και η κυβέρνηση, επιτυγχάνοντας το στόχο, δέχεται τα εύσημα γι’ αυτή την επιτυχία της.

Εξάλλου, με βάση τις σημερινές ανάγκες και απαιτήσεις του κεφαλαίου, τα περί ουσιαστικής μόρφωσης, δημόσιας - δωρεάν Παιδείας και ίσων ευκαιριών για όλους στην εκπαίδευση, αποτελούν «παρωχημένες αντιλήψεις ενός ξεπερασμένου παρελθόντος». Σήμερα χρειάζεται «εκσυγχρονισμός». Στο κεφάλαιο δεν χρειάζονται σήμερα επιστήμονες σε τόσο μεγάλο αριθμό. Αρκούν λίγοι και εκλεκτοί (αυτοί που θα καταφέρουν να περάσουν τα διαδοχικά εξεταστικά φίλτρα και θα έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν αδρά, παιδιά της πλουτοκρατίας κατά κύριο λόγο δηλαδή) για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες του. Η μάζα, οι πολλοί, πρέπει να διοχετευτούν στην κατάρτιση. Η ίδια η ανάπτυξη του καπιταλισμού, η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και της παραγωγής, απαιτούν λιγότερους επιστήμονες σήμερα. Εξ άλλου η επιστημονική μόρφωση έχει πολύ μεγαλύτερο κόστος από ό,τι η «κατάρτιση» και κάτι τέτιο αντιβαίνει τους κανόνες της «αγοράς». Είναι αποδεδειγμένο και στατιστικά - από οικονομικές μελέτες του κεφαλαίου - ότι ένας επιστήμονας σήμερα αποδίδει άμεσα πολύ λιγότερα κέρδη σ’ αυτούς από ό,τι ένας καλά «καταρτισμένος εργαζόμενος», ο οποίος φυσικά είναι πολύ φθηνότερος και θα απαξιωθεί μαζί με το μηχάνημα που χειρίζεται, ώστε ν’ αντικατασταθεί από άλλον που θα έχει άριστη κατάρτιση στη χρήση του επόμενου μηχανήματος νέας γενιάς που θα μπει σε λειτουργία.

Από την άλλη μεριά, δεν μπορούν να δεχτούν σήμερα ότι η Παιδεία πρέπει να εξαιρείται από τους κανόνες της αγοράς. Δε βλέπουν να έχει κάποια διαφορετική ιδιότητα από τα υπόλοιπα εμπορεύματα. Με βάση αυτή την εκτίμηση λοιπόν θεωρούν παράλογο το ότι το κράτος τους, οι κυβερνήσεις τους, είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν για τη μόρφωση όλων. Οπως όλα τα εμπορεύματα, έτσι και η Παιδεία υποτάσσεται στους νόμους της κυρίαρχης αγοράς. Ο,τι πληρώσεις θα πάρεις! Γι αυτό και οι μαθητές και οι γονείς τους, αναφέρονται πλέον στα κείμενα της ΕΕ με ένα πολύ συγκεκριμένο όρο: «πελάτες». Φυσικά και έχουν ξεκάθαρους στόχους, αφού διαπιστώνουν ότι η συγκεκριμένη επενδυτική δραστηριότητα - στην εκπαίδευση - είναι μια πολύ σημαντική και κερδοφόρα επένδυση, σε μια αγορά που έχει εξασφαλισμένη προοπτική.

Οσον αφορά στην επιμόρφωση και την επανακατάρτιση των εργαζομένων και εδώ οι προσανατολισμοί τους γίνονται συγκεκριμένοι, με βάση την παραπάνω αντίληψη. Θεωρούν ότι το κράτος τους και οι κυβερνήσεις τους δεν έχουν καμία υποχρέωση να πληρώνουν για την επιμόρφωση και επανακατάρτιση των εργαζομένων, αφού κάτι τέτιο δεν μπορεί να είναι δική τους ευθύνη. Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι πρέπει ν’ αναλάβουν το βάρος των ευθυνών τους και ν’ αναζητήσουν τρόπους και μέσα για την «δια βίου εκπαίδευσή τους», ώστε να μπορούν να είναι «απασχολήσιμοι». Το μεγάλο κεφάλαιο θα κάνει σε αυτή την περίπτωση το καθήκον του. Θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις και θα δώσει τις κατάλληλες ευκαιρίες. Θα φτιάξει χιλιάδες ιδιωτικές σχολές κατάρτισης και επανακατάρτισης και οι εργαζόμενοι θα μπορούν να τις επιλέγουν (επί πληρωμή φυσικά, γιατί τίποτα δεν προσφέρεται δωρεάν) για να αποκτήσουν ελπίδα στο μέλλον.

Αλλά, το κυριότερο: Είναι δυνατόν το κεφάλαιο να ενδιαφέρεται για την ολόπλευρη μόρφωση της νεολαίας, την αρμονική ανάπτυξη της προσωπικότητάς των μαθητών σήμερα, των εργαζομένων - απασχολήσιμων αύριο; Κάτι τέτιο θα αποτελούσε βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια του συστήματος. Γιατί ο νέος τότε θα μπορούσε να δει ότι η διέξοδος δε βρίσκεται στον εξοντωτικό ανταγωνισμό, αλλά στη συλλογική δράση και την αλληλεγγύη. Θα μπορούσε να συνθέσει τα κομμάτια του παζλ - που σήμερα η αποσπασματική και ασύνδετη γνώση του αποκρύβει συστηματικά - και να κατανοήσει τους νόμους με βάση τους οποίους αναπτύσσεται η επιστήμη, η φύση, η κοινωνία. Και τότε, αντί να κυνηγά ψευτοκαταρτίσεις και θέσεις απασχολησιμότητας, θα επιχειρούσε να κατοχυρώσει τα δικά του δικαιώματα στη μόρφωση, στη δουλιά, στη ζωή. Αλλά αυτό δεν είναι δυνατόν να το επιτρέψουν να γίνει. Κάτι τέτιο - η αμφισβήτηση του συστήματος - ισοδυναμεί με τρομοκρατία. Και φυσικά κανένας τους δεν είναι διατεθειμένος να κατηγορηθεί ότι παράγει τρομοκράτες. Γι’ αυτό και η παρέμβαση στη συνείδηση των νέων ανθρώπων, μέσα και από την εκπαίδευση, είναι τέτοια, ώστε να αποτρέπονται οι ανεπιθύμητες συμπεριφορές, να προσαρμόζονται τα άτομα στην κοινωνία (της εκμετάλλευσης), να μην αμφισβητούν, αλλά να αποδέχονται τα τετελεσμένα και το κυριότερο, να σκύβουν το κεφάλι και να μην αντιδρούν.

 

Η ΑΠΟΚΡΥΠΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΥ ΟΡΟΥ «ΠΟΙΟΤΗΤΑ»

Στο σημείο αυτό γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα: Αφού η κυβέρνηση θεωρεί πως όλα είναι καλά, τότε πώς εξηγεί το ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών, των εκπαιδευτικών, των γονέων, των εργαζομένων είναι δυσαρεστημένη με την κατάσταση στην εκπαίδευση; Πού βλέπει να εισέρχεται η έννοια της ποιότητας και τι προτίθεται να βελτιώσει, αφού όλα πάνε καλά, το σύστημα έχει ισορροπήσει και αποδίδει σημαντικά αποτελέσματα;

Η εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης, το «σχολείο της αγοράς» το οποίο οικοδομούν, δεν μπορεί να σταθεί στον αέρα. Με βάση ποια κριτήρια θα ξεχωρίσουν τα καλά σχολεία από τα υπόλοιπα; Πώς θα μπορεί ο «πελάτης» να τα ξεχωρίσει και να επιλέξει το σχολείο που ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του; (στις οικονομικές του δυνατότητες). Οπως όλα τα εμπορεύματα έτσι και οι υπηρεσίες που θα παρέχει το κάθε σχολείο χρειάζονται πιστοποιητικά ποιότητας. Ανάλογα με την ποιότητα θα διαμορφώνεται και η τιμή και ο καθένας, ανάλογα με τις δυνατότητές του, θα μπορεί να αγοράσει. Ακριβώς αυτό το στόχο υπηρετεί η αξιολόγηση των σχολικών μονάδων με τα κριτήρια της ΕΕ και του ΟΟΣΑ: Τη χορήγηση των αντίστοιχων «πιστοποιητικών ποιότητας». Στην Αγγλία μάλιστα κάτι τέτοιο έχει κατοχυρωθεί. Τα σχολεία διεκδικούν το εμπορικό πιστοποιητικό ISO 9000, ενώ και εδώ, στην πατρίδα μας, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης «απέκτησε» πιστοποιητικό ISO 9001! Η αξιολόγηση λοιπόν είναι μια απαραίτητη διαδικασία για το προχώρημα της εμπορευματοποίησης στην εκπαίδευση και γι’ αυτό το λόγο πρέπει να γίνεται συνεχώς και όχι μόνο μία φορά, ώστε η «πιστοποίηση» να ελέγχεται στη ροή του χρόνου.

Ταυτόχρονα η κυβέρνηση λέει στους γονείς, στους εργαζόμενους: Για την κατάσταση την οποία βιώνετε και η οποία σας αγανακτεί καθημερινά, δε φταίει η κυβερνητική πολιτική, η οποία είναι σωστή (και όπου παρουσιάζει κάποια προβλήματα στην εφαρμογή της παρεμβαίνουμε άμεσα και τα διορθώνουμε) και φροντίζει για το μέλλον των παιδιών σας, ώστε να μπορούν να βγουν ανταγωνιστικά στην «αγορά εργασίας». Υπεύθυνοι είναι οι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι είναι τεμπέληδες, βολεμένοι, δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους, αποτελούν συντεχνία και καθημερινά υπονομεύουν την κυβερνητική πολιτική. Αλλά και οι μαθητές, έχουν την τάση της ήσσονος προσπάθειας. Θέλουν και τον ελεύθερο χρόνο τους, θέλουν να ζήσουν και τη ζωή και δεν καταλαβαίνουν ότι σήμερα εκείνο που κυριαρχεί είναι ο συνεχής και ανελέητος ανταγωνισμός, ότι ο πρώτος είναι εκείνος που τα παίρνει όλα. Και έτσι παραμελούν το διάβασμα (την απομνημόνευση - απαίτηση του εκπαιδευτικού γίγνεσθαι που πιστοποιείται μέσω των πανελλαδικών εξετάσεων) και, με τις διεκδικήσεις τους, υπονομεύουν και αυτοί, με τον τρόπο τους, την πολιτική της κυβέρνησης. Και πολλοί γονείς, δεν ενδιαφέρονται όσο πρέπει για τη μόρφωση των παιδιών τους, έχουν και αυτοί ευθύνες και πρέπει να τις αναλάβουν. Αδικαιολόγητο θεωρούν και το γεγονός πως διατυπώνουν αιτήματα για την Παιδεία - και μάλιστα κάποιοι προχωρούν και σε διαδηλώσεις - ζητούν να έχουν λόγο και διάφορα εργατικά συνδικάτα. Θεωρούν ανεπίτρεπτο οι οικοδόμοι π.χ. να διατυπώνουν αιτήματα για την εκπαίδευση και οι Σύλλογοι Γονέων να απαιτούν να έχουν λόγο στα ζητήματα της διεύθυνσης του σχολείου!

Γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους η κυβέρνηση αποφάσισε να πάρει μέτρα. Και να επιβάλλει με όλα τα μέσα την «ποιότητα» στην εκπαίδευση. Αποτελεί αδιαπραγμάτευτο στόχο της και κανείς, ισχυρίζεται, δεν μπορεί να τη σταματήσει!

 

ΤΑ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ ΚΥΡΙΑ ΜΕΤΡΑ

Αφού λοιπόν το πρόβλημα εντοπίστηκε στην ανευθυνότητα διδασκόντων και διδασκομένων - η κυβερνητική εκπαιδευτική πολιτική πήρε άριστα - ελήφθησαν και συγκεκριμένα μέτρα για το ξεπέρασμα των προβλημάτων:

Μέτρο 1ο: Αξιολόγηση των εκπαιδευτικών

Με βάση το νόμο που ψήφισε πρόσφατα η κυβέρνηση στη Βουλή (αντίγραφο επί της ουσίας του νόμου Σουφλιά, τον οποίο κατακεραύνωναν οι σημερινοί νομοθέτες όταν ήταν στην αντιπολίτευση, αλλά και των παλιότερων νόμων περί επιθεωρητών), κανένας εκπαιδευτικός δεν θα μένει ανεξέλεγκτος Όλοι θα αξιολογούνται. Από το Σχολικό Σύμβουλο και το Διευθυντή. Και όποιος δεν παίρνει καλό βαθμό, αν είναι νεοδιόριστος, δε θα μονιμοποιείται. (Αλλο ξεπερασμένο «κεκτημένο» και αυτή η μονιμότητα. «Είναι αντιπαραγωγική να την καταργήσετε» λέει το μεγάλο κεφάλαιο. Αμέσως χιλιάδες αναπληρωτές, αντί για μόνιμους, διορίζει ο κ. Ευθυμίου στην εκπαίδευση, την εισαγωγή της μερικής απασχόλησης στο Δημόσιο ανακοινώνει ο κ. Σκανδαλίδης). Και αν είναι μόνιμος (προς το παρόν) θα του κόβουν το μισθό («επίδομα παραγωγικότητας» θα το ονομάσουν), θα τον καθηλώνουν βαθμολογικά και, αν επιμένει να μη συμμορφώνεται, θα τον απολύουν. Και η αξιολόγηση δε θα γίνει μια φορά, αλλά συνέχεια, ώστε να νιώθουν πάντα τον αξιολογητή δίπλα τους και να μην τολμά κανείς να σηκώσει κεφάλι.

Αλλά ο καθένας θα μπορούσε να αντιπαραθέσει καλοπροαίρετα το ερώτημα: «Μα καλά, τόσο άσχημο είναι να αξιολογούνται οι εκπαιδευτικοί;» Ακριβώς αυτό το ερώτημα είναι που θέτει και η κυβέρνηση, επιδιώκοντας να μεταθέσει όλες τις ευθύνες για τα χάλια της εκπαίδευσης στους εκπαιδευτικούς, προστατεύοντας με κάθε τρόπο τον αντιλαϊκό πυρήνα της πολιτικής της.

Αποκρύπτει ολόκληρη την πραγματικότητα, αφήνει στο σκοτάδι μεγάλο μέρος της και φωτίζει μόνο ό,τι εκείνη επιλέγει, ώστε και την «κοινή γνώμη» να αποπροσανατολίζει και ένα μεγάλο μέρος του λαού να έχει τη δυνατότητα να πάρει με το μέρος της. Ποια είναι αυτή η πραγματικότητα;

Οτι η εκπαίδευση σήμερα λειτουργεί χάρη στις φιλότιμες προσπάθειες ενός μεγάλου μέρους των εκπαιδευτικών. Οτι οι «κακοί» εκπαιδευτικοί, αυτοί που δεν κάνουν μάθημα και «σπρώχνουν» όπως-όπως το χρόνο για να τελειώσει η ώρα, έχουν γερές «πλάτες» και, όπως συνέβαινε και στο παρελθόν με τους Επιθεωρητές, αυτοί είναι που βαθμολογούνται και με τους καλύτερους βαθμούς.

Οτι δε λείπουν οι νόμοι και οι ποινές για τους εκπαιδευτικούς που είναι ασυνεπείς και πλημμελείς στις υποχρεώσεις τους. Ισχύει και γι’ αυτούς ο απαράδεκτος και αντιδημοκρατικός Δημοσιοϋπαλληλικός Κώδικας. Χρησιμοποιείται βέβαια σε βάρος των αγωνιστών εκπαιδευτικών, εναντίον εκείνων που αρνούνται να σκύψουν το κεφάλι.

Οτι η διδασκαλία είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο γεγονός και σε αυτήν παίρνουν μέρος εκτός από τον εκπαιδευτικό (άμεσα και έμμεσα) πολλοί παράγοντες, όπως ο μαθητής, η συγκεκριμένη διάθεσή του και προσωπική του κατάσταση, η οικογενειακή πραγματικότητα, η υπάρχουσα υποδομή και μέσα διδασκαλίας, το φιλικό περιβάλλον, αλλά πρώτα και κύρια, με καθοριστικό ρόλο, η ταξική προέλευση του μαθητή, η ταξική θέση της οικογένειάς του. Και πώς μπορούν να μετρηθούν όλοι αυτοί οι παράγοντες και να αποδοθούν σε μια βαθμολογική κλίμακα, εν είδη εργοστασιακής νόρμας παραγωγής, όταν είναι γνωστό ότι η ίδια διδασκαλία, με το ίδιο θέμα, με τον ίδιο εκπαιδευτικό, τους ίδιους μαθητές, στο ίδιο σχολείο, στην ίδια αίθουσα, δεν μπορεί να επαναληφθεί μετά από μία ώρα; Φυσικά και δεν έρχεται να αξιολογήσει την ποιότητα της διδασκαλίας η κυβέρνηση με το νόμο της περί αξιολόγησης. Το βαθμό υποταγής του εκπαιδευτικού έρχεται να βαθμολογήσει και τη μόνιμη χειραγώγησή του επιδιώκει!

Γιατί αν ήθελε καλύτερο εκπαιδευτικό, θα φρόντιζε για την άρτια επιστημονική του μόρφωση, ικανοποιώντας το αίτημα για δημιουργία Πανεπιστημιακών Παιδαγωγικών Σχολών και τη συνεχή επιμόρφωσή του, μέσα από περιοδική ετήσια επιμόρφωση, με ευθύνη των ΑΕΙ και απαλλαγή από τα διδακτικά καθήκοντα. Ετσι, ώστε να μην αναγκάζεται να τρέχει τα βράδια και τα Σαββατοκύριακα, σε βάρος της προετοιμασίας του για το μάθημα, σε υποβαθμισμένα σεμινάρια όπως π.χ. αυτά που πήραν τον τίτλο «εξομοίωση» για τους εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης ή τα διάφορα ιδιωτικά ΙΕΚ, που η κυβέρνηση έχρισε Κέντρα Στήριξης της Επιμόρφωσης και τα οποία κυρίως ανέλαβαν την κατάρτιση (για κατάρτιση στη χρήση Η/Υ πρόκειται και όχι επιμόρφωση στις νέες τεχνολογίες και την αξιοποίησή τους στην εκπαίδευση) των εκπαιδευτικών στα πλαίσια του προγράμματος «Κοινωνία της Πληροφορίας».

Γιατί αν ήθελε καλύτερα διδακτικά αποτελέσματα η κυβέρνηση, θα φρόντιζε να απαλλάξει τα σχολικά βιβλία από το μέγα πλήθος των ασύνδετων και ανούσιων πληροφοριών μιας χρήσης, τις οποίες αναγκάζει τους μαθητές να απομνημονεύσουν μόνο και μόνο για να τις ανακαλέσουν στη μνήμη τους στις εξετάσεις. Μετά τις ξεχνούν. Θα φρόντιζε να απαλλάξει τα βιβλία και την εκπαίδευση από ό,τι αντιεπιστημονικό και άχρηστο την έχει φορτώσει. Αλήθεια πώς σκέφτεται η κυβέρνηση να αξιολογήσει τον εκπαιδευτικό που δεν αναπαραγάγει την αντιεπιστημονική πληροφορία που συναντάμε στα βιβλία του Δημοτικού σχολείου και που ισχυρίζεται ότι οι δεινόσαυροι συνυπήρξαν με τους ανθρώπους πάνω στη γη; Πώς θα αξιολογήσει τον εκπαιδευτικό που στην εξομοίωση φασισμού και σοσιαλισμού, Χίτλερ και Στάλιν, που επιχειρείται μέσα από τα σχολικά βιβλία, θα αντιτάξει τα εκατομμύρια των νεκρών Σοβιετικών στον αντιφασιστικό πόλεμο; Πώς εκείνον που θα μιλήσει για την εποποιία της Εθνικής μας Αντίστασης που είναι διαστρεβλωμένη και εξοβελισμένη από τα σχολικά βιβλία και πώς εκείνον που αντί να μιλά για τους «κοινωνικούς εταίρους» κάνει αναφορά στην εκμετάλλευση και την ταξική πάλη; Ο καθένας καταλαβαίνει τι βαθμό θα πάρουν όλοι οι προαναφερόμενοι εκπαιδευτικοί και δεν χρειάζεται να απευθυνθεί σε κανένα μάντη για να προβλέψει το μέλλον τους στην εκπαίδευση, αν δεν «αλλάξουν μυαλά». Εξάλλου ένα απλό ερώτημα είναι ικανό να αποκαλύψει το μέγεθος της κυβερνητικής λαθροχειρίας όσον αφορά στο ρόλο του εκπαιδευτικού: Αφού η αποτυχία στις πανελλαδικές εξετάσεις ήταν μηδαμινή στα σχολεία της Εκάλης και τεράστια στα σχολεία του Περάματος π.χ., θεωρεί η κυβέρνηση ότι αν μεταφέρει όλους τους εκπαιδευτικούς της Εκάλης στο Πέραμα και το αντίστροφο, τότε τα σχολεία του Περάματος θα «απογειωθούν» και αυτά της Εκάλης θα «βουλιάξουν»; Δεν χρειάζεται να απαντήσουμε φυσικά στο συγκεκριμένο ερώτημα, αφού ο καθένας γνωρίζει την απάντηση.

Αφού έτσι όμως έχουν τα πράγματα, γιατί τότε η κυβέρνηση προωθεί την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών; Επειδή δεν είναι διατεθειμένη να ανεχτεί την παραμικρή αντίδραση στην υλοποίηση της αντιλαϊκής της πολιτικής. Και όχι μόνο αυτό. Εχει απαίτηση από τους εκπαιδευτικούς να δουλέψουν δραστήρια και με ζήλο για την εφαρμογή των αντιεκπαιδευτικών επιλογών, να τις προπαγανδίζουν και να δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους για να τις καθαγιάσουν στη συνείδηση των γονέων και των εργαζομένων συνολικότερα. Για την εξασφάλιση της υποταγής του συνόλου των εκπαιδευτικών θα χρησιμοποιήσει και τα στελέχη της εκπαίδευσης, τα οποία επέλεξε με βάση τις δυνατότητές τους να επιβάλλουν την αξιολόγηση - χειραγώγηση των εκπαιδευτικών, την εφαρμογή των αντιλαϊκών μέτρων και την προώθηση των νέων αντιεκπαιδευτικών σχεδιασμών που ακολουθούν. Γι’ αυτό και αρνήθηκε κατηγορηματικά (και η ΝΔ και ο ΣΥΝ) την πρόταση για επιλογή στελεχών εκπαίδευσης με 100% αντικειμενικά και μετρήσιμα κριτήρια, προχώρησε απροκάλυπτα στην επιλογή των «ημετέρων», παραγκωνίζοντας τη συντριπτική πλειοψηφία των υπολοίπων, όσα αντικειμενικά μόρια κι αν είχαν, γι αυτό δίνει τη δυνατότητα σε κάποιον από αυτούς που επέλεξε να είναι ισόβια στέλεχος εκπαίδευσης (και να απολαμβάνει το σεβαστό οικονομικό επίδομα θέσης), χωρίς επανάκριση, αν αξιολογείται με άριστα (στην προώθηση των αντιεκπαιδευτικών κυβερνητικών σχεδιασμών φυσικά).

Μέτρο 2ο: Αξιολόγηση της σχολικής μονάδας

Οχι μόνο οι εκπαιδευτικοί, αλλά και τα σχολεία, το καθένα ξεχωριστά, θα αξιολογούνται σύμφωνα με το νόμο για την αξιολόγηση. Τα ακριβή κριτήρια δε μας τα έχει δώσει ακόμη η κυβέρνηση, όπως το σχέδιο Υπουργικής Απόφασης για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, όμως υπάρχει πλούσια διεθνής εμπειρία, αλλά και συγκεκριμένα κυβερνητικά μέτρα και αποφάσεις, που μπορούν να τα προδιαγράψουν με ακρίβεια.

Στην αξιολόγηση των σχολικών μονάδων φυσικά και συμπεριλαμβάνεται η αξιολόγηση των σχολικών κτιρίων και των υποδομών του. Μα το πρόβλημα αυτό δε χρειάζεται και καμία μεγάλη μελέτη και αποτύπωση για να εντοπισθεί. Τα ακατάλληλα σχολικά κτίρια, οι διπλοβάρδιες, οι ελλείψεις σε υποδομή και εκπαιδευτικούς αποτελούν μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, αποτέλεσμα της υποχρηματοδότησης της Παιδείας, της μόνιμης οικονομικής μιζέριας που έχουν επιβάλει όλες οι μέχρι σήμερα κυβερνήσεις. Η κυβέρνηση μάλιστα έχει βρει και το φάρμακο για την αντιμετώπισή της (φυσικά χωρίς οικονομικό κόστος). Μετέτρεψε τον Οργανισμό Σχολικών Κτιρίων σε μελετητική και κατασκευαστική Α.Ε. και έτσι ήδη προαναγγέλθηκαν οι νέες πρωτοβουλίες για το «άνοιγμα των σχολείων στην κοινωνία». Τέτιο είναι το θράσος των αρμοδίων που βάφτισαν «άνοιγμα του σχολείου στην κοινωνία» την κατασκευή ιντερνέτ καφέ, πάρκινγκ αυτοκινήτων και ό,τι άλλο ακόμη σκεφτούν μέσα στα σχολεία, αναπτύσσοντας εμπορική δραστηριότητα άσχετη και συγκρουόμενη με τους εκπαιδευτικούς και παιδαγωγικούς σκοπούς, για να κατοχυρώσουν την ανταποδοτικότητα και την εμπορευματική χρήση των ίδιων των σχολικών κτιρίων. Και φυσικά όλα αυτά θα γίνουν σε βάρος των λειτουργικών αναγκών των σχολείων, αφού, όπως είναι φυσικό, ο ΟΣΚ θα περιορίσει και άλλο τις ήδη απαράδεκτες προδιαγραφές του, προκειμένου να εξοικονομήσει χώρο για τις εμπορικές του δραστηριότητες. Παράλληλα το πρόβλημα της συντήρησης των σχολικών μονάδων έχει ανατεθεί στους Δήμους, χωρίς να διατίθενται και χρήματα φυσικά, με αποτέλεσμα οι Δήμοι να προσφεύγουν στην υπερφορολόγηση των εργαζομένων, οι οποίοι καλούνται να βάλουν και πάλι το χέρι στην τσέπη. Με δεδομένα όλα αυτά, σε τι θα αξιολογείται σε αυτόν τον τομέα το σχολείο; Μα φυσικά στο αν συναινεί στην προώθηση των «καινοτόμων πρωτοβουλιών», αν δέχεται δηλαδή να έχει και πάρκινγκ στο προαύλιό του, αν παίρνει πρωτοβουλίες εξασφάλισης ίδιων πόρων, αν καταφέρνει δηλαδή να αποσπάσει χρήματα από τους γονείς (για πετρέλαιο, για κουρτίνες, για βάψιμο και πολλά ακόμη - είναι γνωστά), αν καταφέρνει να εξασφαλίσει χορηγούς.

Επίσης το σχολείο θα αξιολογείται στον τομέα των πρωτοβουλιών του στα πλαίσια της διαφοροποίησης του σχολικού προγράμματος (ξεκίνησε με την εφαρμογή της «ευέλικτης ζώνης», όπως την ονομάζουν). Ετσι καλό σχολείο θα θεωρείται εκείνο που δέχεται να γίνει «ολοήμερο» (δεν πρόκειται για την επέκταση των 28 «ολοήμερων» που γνωρίζαμε, αλλά για την ανάπτυξη των σχολείων - παιδοφυλακτηρίων που πριν είχαν το όνομα «σχολεία διευρυμένου ωραρίου» και τώρα βαφτίστηκαν «ολοήμερα»), εκείνο που αναλαμβάνει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της έλλειψης εκπαιδευτικών και της ανυπαρξίας ολοκληρωμένου προγράμματος με την πρόσληψη εκπαιδευτικών τους οποίους θα πληρώνουν οι γονείς, που θα γεμίζει τις δραστηριότητές του με τα προγράμματα της ΕΕ, που θα έχει μεγάλα τμήματα (πάνω από 30 μαθητές), αφού, σύμφωνα με τη νέα θεωρία που ανέπτυξε σε πρόσφατη εγκύκλιό του ο Υφυπουργός κ. Γκεσούλης, «τα ολιγομελή τμήματα είναι αντιπαιδαγωγικά», που θα κάνει το ωράριο των εκπαιδευτικών «λάστιχο», ώστε να καλύπτεται το σύνολο της λειτουργίας του χωρίς την ανάγκη πρόσληψης νέων εκπαιδευτικών (ήδη στην ίδια εγκύκλιο ο κ. υφυπουργός καλεί τους διευθυντές να προωθήσουν την εφαρμογή του ελαστικού ωραρίου στους εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, δίνοντας και συγκεκριμένα παραδείγματα, όπως 7π.μ.-1μ.μ., 8π.μ.-2μ.μ., 10π.μ.-4μ.μ. κλπ.), που θα καταφέρνει να εξασφαλίσει χορηγούς. Ηδη υπάρχουν περιοχές οι οποίες σε αυτό τον τομέα πρωτοπορούν. Οπως, Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στο Λεκανοπέδιο, η οποία εξασφάλισε χορηγό σε εκδηλώσεις της φροντιστήριο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ή, Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης σε νησί του Αιγαίου, χορηγός των εκδηλώσεων του προγράμματος της «ευέλικτης ζώνης» της οποίας ήταν γνωστή ποτοποιία.

Τέλος, βασικός τομέας της αξιολόγησης του σχολείου θα είναι η απόδοση των μαθητών του. Και το κριτήριο φυσικά θα είναι οι επιδόσεις στις πανελλαδικές εξετάσεις. Αυτή η απρόσωπη και αντιπαιδαγωγική ψυχοφθόρα διαδικασία, που καμία σχέση δεν έχει με τον έλεγχο του βαθμού πρόσκτησης των προσφερόμενων γνώσεων από τους μαθητές, αλλά αποτελεί το μηχανικό μέσο, τη στρόφιγγα της κοινωνικής επιλογής για την είσοδο στα ΑΕΙ και ΤΕΙ, του κοινωνικού αποκλεισμού για όσους αποτύχουν σε αυτές και για όσους, μπροστά στην απειλή τους, δεν έφτασαν καν σε αυτές. Φυσικά και δεν πρόκειται να μείνει μόνο στα Λύκεια η κυβέρνηση. Εξάλλου το έχει δηλώσει: «Η αξιολόγηση αφορά όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης». Γι’ αυτό σχεδιάζουν την επέκταση του ελέγχου των επιδόσεων των μαθητών και στο Γυμνάσιο και στο Δημοτικό. Με την προώθηση της απρόσωπης και αντιπαιδαγωγικής διαδικασίας που εφαρμόζουν στο Λύκειο και στις άλλες βαθμίδες της εκπαίδευσης. Σχεδιάζουν την καθιέρωση διαγνωστικών τεστ στην αρχή της χρονιάς και τεστ ελέγχου των επιδόσεων στο τέλος, που θα διενεργούνται σε περιφερειακό επίπεδο και θα δίνουν τη δυνατότητα της «αντικειμενικής» αξιολόγησης. Ετσι θα αποκτήσουν την ικανότητα να μοιράζουν πιστοποιητικά, αλλά και ποινές σε σχολεία και εκπαιδευτικούς. Για την ίδια την εκπαίδευση, τη μόρφωση των παιδιών; Κανείς τους δε φαίνεται να νοιάζεται γι’ αυτά. Ο στόχος είναι ένας και αδιαπραγμάτευτος: Η προσαρμογή της εκπαίδευσης στις σημερινές απαιτήσεις του κεφαλαίου. Τίποτα άλλο δεν έχει σημασία!

Και τι θα γίνεται με τα σχολεία που δε θα τα πηγαίνουν καλά στις εξετάσεις; «Δεν πρόκειται να τους κόψουμε την επιχορήγηση», έλεγε ο πρώην υφυπουργός Παιδείας, «απλώς θα βραβεύουμε με οικονομικά κίνητρα όσα τα πηγαίνουν καλά». Σύνδεση δηλαδή της χρηματοδότησης με το «αξιολογικό» αποτέλεσμα, αλλά από την ανάποδη, για να μην το πάρουν χαμπάρι οι πολλοί. Ο κ. Μαρίνος (ευρωβουλευτής) ήταν αποκαλυπτικότερος. «Τα κακά σχολεία», μας λέει, «θα κλείνουν. Δεν μας χρειάζονται». Ακριβώς αυτό γίνεται στην Αγγλία και στις ΗΠΑ, μητέρα των παραπάνω μεταρρυθμίσεων και ανοιχτό βιβλίο από το οποίο αντιγράφει η κυβέρνηση στο διαγώνισμα με θέμα «Σύγχρονες απαιτήσεις του κεφαλαίου». Σχολεία κλείνουν και οι μαθητές πετάγονται στο δρόμο, προς αναζήτηση νέου σχολείου, οι δε εκπαιδευτικοί προς αναζήτηση νέας εργασίας. Και ο καθένας μπορεί να καταλάβει ποια είναι αυτά τα σχολεία που κλείνουν. Φυσικά, και με βάση τα αποτελέσματα των πανελλαδικών εξετάσεων, στο παράδειγμα που αναφέραμε προηγουμένως, δε θα ήταν τα σχολεία της Εκάλης που θα έκλειναν, αλλά του Περάματος. Αλλά και μέσα στον ίδιο Δήμο υπάρχουν διαβαθμίσεις. Δε μένουμε όλοι στην ίδια γειτονιά. Υπάρχουν «καλές» και υποβαθμισμένες περιοχές. Το μόνο πρόβλημα είναι ο νόμος 1566/85 που καθορίζει διοικητικά όρια των σχολείων και έτσι δεν μπορεί να πηγαίνει ο καθένας σε όποιο σχολείο θέλει (αν και σήμερα υπάρχουν σχολεία που, άτυπα αλλά με την εξασφάλιση της ανοχής των υπευθύνων, επιλέγουν τους μαθητές τους), αλλά και αυτόν φρόντισε να τον υπονομεύσει η κυβέρνηση, ανοίγοντας το δρόμο για την κατάργηση των διοικητικών ορίων και την εφαρμογή του μέτρου της ελεύθερης επιλογής σχολείου. Ετσι σε πρόσφατη και κατεπείγουσα εγκύκλιο του ΥΠΕΠΘ, που υπογράφεται από τον υφυπουργό κ. Γκεσούλη, καλούνται οι Διευθυντές των σχολείων να παραπέμπουν τους υπεράριθμους μαθητές σε άλλα (γειτονικά;) σχολεία και όχι να ζητάνε επιπλέον εκπαιδευτικούς για να καλύψουν τις ανάγκες τους. Ετσι, στο όνομα της «εξοικονόμησης πόρων», ουσιαστικά καταργούνται τα διοικητικά όρια των σχολείων.

Από όλα τα παραπάνω είναι φανερό ότι η αξιολόγηση των σχολικών μονάδων, όχι μόνο δεν πρόκειται να βελτιώσει σε τίποτα την εκπαίδευση, αλλά θα οδηγήσει σε ένα ξέφρενο ανταγωνισμό μεταξύ των σχολείων, σε κατηγοριοποίησή τους, ανάλογα με τη χρηματοδοτική ικανότητα των γονέων, σε διαφοροποίηση του προγράμματος, ανάλογα με τις «δυνατότητες» κάθε σχολείου, σε ταξική κατηγοριοποίηση των σχολείων σε τελευταία ανάλυση.

Μέτρο 3ο: Σχολικός Κανονισμός και καθήκοντα των εκπαιδευτικών, του Συλλόγου Διδασκόντων και της στελεχικής ιεραρχίας

Επειδή όλα τα παραπάνω δεν είναι εύκολο να υλοποιηθούν χωρίς (σημαντικές) αντιδράσεις, η κυβέρνηση, με το πρόσχημα της ευταξίας και της βελτίωσης του εκπαιδευτικού έργου, προχώρησε και στο τρίτο αυτό μέτρο. Το πρόβλημα δε βρίσκεται στο μήκος των μαλλιών των μαθητών, ούτε στο σκουλαρίκι, το κινητό ή το κάπνισμα, στο οποίο επιχειρεί να επικεντρώσει τη συζήτηση η κυβέρνηση και τα αστικά ΜΜΕ. Εξάλλου τα όποια προβλήματα μέχρι σήμερα ανέκυπταν, αντιμετωπίζονταν και το υφιστάμενο πλαίσιο είναι υπεραρκετό. Υπάρχει ο μαθητικός κανονισμός, μια σειρά από υπουργικές αποφάσεις και εγκυκλίους, το ποινολόγιο, ακόμη και εσωτερικοί κανονισμοί που πολλά σχολεία είχαν διαμορφώσει. Αν το κοιτάξει κανείς από αυτή τη σκοπιά, η κυβέρνηση χτυπά ανοιχτές πόρτες. Ποια είναι λοιπόν η στόχευση του μαθητικού κανονισμού και του (νέου) ορισμού καθηκόντων και αρμοδιοτήτων; Η εξυπηρέτηση με κάθε τρόπο του βασικού της στόχου που είναι η αποτελεσματική προώθηση του νέου πακέτου των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση. Ορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία:

Η κυβέρνηση, παρουσιάζοντας το μαθητικό κανονισμό, κλίνει τη λέξη δημοκρατία σε όλες τις πτώσεις. Φυσικά, με επιμέλεια, δεν αναφέρεται στην φασιστικής έμπνευσης Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία θεωρεί ιδιώνυμο αδίκημα τη συνδικαλιστική δράση και αγωνιστική έκφραση των μαθητών και η οποία ευθύνεται για τη συγκρότηση των γνωστών μαθητοδικείων, στο εδώλιο των οποίων έχουν οδηγηθεί χιλιάδες αγωνιστές μαθητές μέχρι σήμερα. Ούτε μίλησε ποτέ για ανάκληση της απαράδεκτης εγκυκλίου Ανθόπουλου, με την οποία, και επί της ουσίας, απαγορεύεται, στο όνομα της εύρυθμης λειτουργίας του σχολείου, η παρουσία ακόμη και του ΔΣ του Συλλόγου Γονέων στο σχολικό χώρο. Το ζήτημα της δημοκρατίας επικεντρώθηκε στην κυβερνητική απαίτηση να γίνουν συνένοχοι στη δημιουργία ενός ακόμη πιο αυταρχικού πλαισίου αστυνόμευσης της σχολικής ζωής (και όχι μόνο, αφού δε λείπουν οι αναφορές και στην κοινωνική δράση και προσωπική στάση εκπαιδευτικών και μαθητών, φυσικά, εκτός σχολείου) μαθητές, εκπαιδευτικοί και γονείς.

Εκείνο που επιδιώκουν μέσα από τον Σχολικό Κανονισμό είναι ο απόλυτος έλεγχος της συμπεριφοράς του μαθητή. Κανονισμός Συμπεριφοράς θα έπρεπε να λέγεται και όχι Σχολικός Κανονισμός. Αφήνουμε το γεγονός ότι οι διατυπώσεις και οι αντιστοιχίσεις σε ποινές (η οποία ποινή αναδεικνύεται στο σύγχρονο παιδαγωγικό μέσο), θυμίζουν περισσότερο το στρατιωτικό κανονισμό. Τους ενδιαφέρει η δημιουργία ολόπλευρα ελεγχόμενων προσωπικοτήτων, η καλλιέργεια υποταγμένων συνειδήσεων. Ο απόλυτα ελεγχόμενος μαθητής σήμερα, θα είναι ο απόλυτα ελεγχόμενος απασχολήσιμος αύριο και εδώ βρίσκεται η ουσία της δικής τους στόχευσης. Μάλιστα η εφαρμογή του Σχολικού Κανονισμού θα παίρνει, τοπικά, όλο και πιο αυταρχικά χαρακτηριστικά. Ηδη «ξεκίνησαν τα όργανα» και η τάση εκδηλώθηκε σε βεβαιότητα. Φτάσαμε στο σημείο Διευθυντής Σχολείου (Αρτα) να κοινοποιεί σε μαθητές και γονείς Σχολικό Κανονισμό, με αντιστοίχηση παραπτωμάτων σε χρηματικά πρόστιμα τα οποία θα καλούνται να πληρώσουν οι γονείς!

Με το Σχολικό Κανονισμό επιχειρείται και ένας ακόμη αποπροσανατολισμός: Επιδιώκουν να αντιστρέψουν την πραγματικότητα. Να δεχτούμε ότι για τα όποια προβλήματα παρουσιάζονται σήμερα στη μαθητική συμπεριφορά, η εκπαίδευση και το εκπαιδευτικό σύστημα δεν ευθύνονται διόλου. Το άγχος της απόρριψης δεν απασχολεί κανένα μαθητή, το εξοντωτικό πρόγραμμα δεν έχει καμία ευθύνη, το αποκρουστικό σχολείο που έχουν οικοδομήσει είναι αθώο, οι κοινωνικοί όροι μέσα στους οποίους διαβιούν οι μαθητές (σκληρή λιτότητα για τα λαϊκά στρώματα, ανεργία, αβέβαιο μέλλον κλπ.), δεν παίζουν κανένα ρόλο, τα πρότυπα που καθημερινά προβάλλουν στη νεολαία (μπιγκ μπράδερ, φάρμες, λάιφ στάιλ κλπ.) δεν έχουν καμία επίδραση. Επομένως ο μαθητής, σαν αυθύπαρκτη προσωπικότητα, έχει ολόκληρη την ευθύνη για τη συμπεριφορά του (φυσικά και οι γονείς του) και έτσι «πρέπει να πληρώσει». Η παρακμή της κοινωνίας μέσα στην οποία ζει και το εκπαιδευτικό - ταξικό κόσκινο στο οποίο αναγκάζεται να ενταχθεί, η απώλεια της ζωής του και η αδυναμία να ζήσει την ηλικία του, ο ξέφρενος ανταγωνισμός που του επιβάλλουν, το μαύρο μέλλον που του προαναγγέλλουν, δεν παίζουν κανένα ρόλο!

Ταυτόχρονα και με αφορμή το Σχολικό Κανονισμό, επιχειρείται μια ακόμη αντιδραστική τομή, σε ό,τι αφορά τα ζητήματα της οργάνωσης και διοίκησης των σχολικών μονάδων. Πιο συγκεκριμένα:

Η μαθητική συμμετοχή στα όργανα λήψης αποφάσεων (που με βάση το νόμο 1566/85 ήταν τυπική και ανούσια) αφυδατώνεται ακόμη περισσότερο. Η κλήση των μαθητικών εκπροσώπων στο Σχολικό Συμβούλιο, στη συζήτηση των θεμάτων που όριζε ο νόμος ως υποχρεωτική, γίνεται τώρα δυνητική. Οι μαθητές ουσιαστικά αποκλείονται. Τα μαθητικά όργανα δέχονται έτσι ακόμη ένα πλήγμα, που έρχεται να προστεθεί στην εκστρατεία χτυπήματος του μαθητικού-διεκδικητικού συνδικαλισμού και την υποκατάστασή του από ελεγχόμενους από την κυβέρνηση θεσμούς (π.χ. Βουλή των Εφήβων).

Η συμμετοχή των γονέων (που και αυτή ήταν επουσιώδης και αφυδατωμένη, αφού οι σχετικές επιτροπές ήταν ουσιαστικά χωρίς αρμοδιότητες και ποτέ δε λειτούργησαν), οδηγείται στο μαρασμό. Ο μόνος ρόλος που ουσιαστικά αναγνωρίζεται στους γονείς, εκτός από το να βάζουν το χέρι στην τσέπη, είναι να επισκέπτονται καθορισμένες ημέρες και ώρες το σχολείο και να ενημερώνονται για την επίδοση των παιδιών τους. Τη στάση της, εξάλλου, η κυβέρνηση απέναντι στο κίνημα των γονέων φροντίζει να την αποδεικνύει καθημερινά στην Ανώτατη Συνομοσπονδία Γονέων Μαθητών Ελλάδας (ΑΣΓΜΕ), όπου ΠΑΣΟΚ και ΝΔ κάνουν ό,τι μπορούν για να διατηρήσουν τη δοτή και παράνομη διοίκηση και να αποτρέψουν τη συγκρότηση νόμιμης και αντιπροσωπευτικής της βούλησης των γονέων ηγεσίας.

Ο Σύλλογος διδασκόντων αποψιλώνεται από αρμοδιότητες. Ολες οι αποφάσεις τελικά παραπέμπονται στο Διευθυντή, ο οποίος αποφασίζει για όλα, μετατρέπεται σε «Διοικητή» που κινείται αυστηρά στα πλαίσια των εντολών τις οποίες λαμβάνει και επιβάλλει τις αποφάσεις του με τις ποινές. Λες και η εκπαίδευση και η αγωγή είναι διοικητικό και όχι παιδαγωγικό πρόβλημα. Ταυτόχρονα, ο Σύλλογος Διδασκόντων αποκτά τυπικό χαρακτήρα και του απαγορεύεται να παίρνει αποφάσεις οι οποίες αντιστρατεύονται ακόμη και επιμέρους πλευρές της κυβερνητικής πολιτικής. Στην ουσία έρχεται να επικυρώσει τις αποφάσεις του Διευθυντή.

Συμπερασματικά, η στροφή στην ποιότητα όπως την αποκαλεί η κυβέρνηση, αποτελεί το κωδικό όνομα του νέου πακέτου των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση, που στόχο έχουν την παραπέρα υποβάθμιση του μορφωτικού επιπέδου της νεολαίας, την ακόμη βαθύτερη εμπορευματοποίηση της γνώσης, την προώθηση της ιδιωτικοποίησης της εκπαίδευσης, την ταξική κατηγοριοποίηση σχολείων, μαθητών και εκπαιδευτικών. Και φυσικά αυτό το στόχο υπηρετούν και τα τρία μέτρα, που αφορούν στην αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, την αξιολόγηση των σχολείων και την εφαρμογή του Σχολικού Κανονισμού. Γι’ αυτό και το κίνημα παιδείας, το εργατικό και το λαϊκό κίνημα δεν πρέπει να τα αντιμετωπίσουν αποσπασματικά, αλλά σαν σύνολο και με βάση τον αντιδραστικό τους πυρήνα και την αντιλαϊκή τους στόχευση.

Βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματική λειτουργία του σχολείου και την εξασφάλιση συνειδητής πειθαρχίας στις συλλογικά επεξεργασμένες αποφάσεις, είναι η κοινότητα σκοπών και στόχων. Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα, η αιτία της σύγκρουσης. Αλλοι είναι οι στόχοι της κυβέρνησης, που έρχεται να υπηρετήσει τις απαιτήσεις της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου και άλλες οι ανάγκες που ζητούν την ικανοποίησή τους από τη σκοπιά των λαϊκών συμφερόντων. Η απαίτηση για ολόπλευρη μόρφωση και ολοκληρωμένη προσωπικότητα δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τον απασχολήσιμο χωρίς δικαιώματα. Η απαίτηση για επιστημονική γνώση δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες του κεφαλαίου για εργαζόμενο - εξάρτημα της μηχανής. Η απαίτηση για διαμόρφωση ολοκληρωμένης κοσμοθεωρίας και βιοθεωρίας από τους μαθητές, δεν μπορεί να συμβιβαστεί με την ανάγκη για διατήρηση του εκμεταλλευτικού τους συστήματος. Η απαίτηση για συλλογικότητα, πρωτοβουλία, δημιουργική έκφραση, ελεύθερο χρόνο και ζωή, δεν μπορεί να χωρέσει στον ξέφρενο ανταγωνισμό, τον ατομικισμό, τη συναίνεση και την υποταγή.

Γιατί σε ένα σχολείο (σε μια κοινωνία) που υπάρχει ταύτιση σκοπών (τους οποίους υπηρετεί η Παιδεία) και στόχων (επιμέρους και συγκεκριμένων που υπηρετούν το γενικό σκοπό), υπάρχει ανάγκη συλλογικής διεύθυνσης και έκφραση ουσιαστικής, συνειδητής πειθαρχίας στην προσπάθεια υλοποίησης των συλλογικά διαμορφωμένων στόχων. Απαιτείται η ουσιαστική συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων φορέων (μαθητών, εκπαιδευτικών, γονιών και λαϊκών φορέων) στη διαμόρφωση τόσο του διδακτικού προγράμματος, όσο και των υπολοίπων δραστηριοτήτων του σχολείου, που, σε αυτή την περίπτωση, αποτελεί κοινότητα. Είναι ουσιαστικό ζήτημα ο συνεχής έλεγχος της προσπάθειας υλοποίησης των κοινών σκοπών και η ανάληψη βελτιωτικών πρωτοβουλιών στα πλαίσια της ευθύνης του καθενός. Αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της συλλογικής προσπάθειας ο ουσιαστικός - λαϊκός έλεγχος των αποτελεσμάτων της συλλογικής αυτής προσπάθειας.

Ενα σχολείο που υπηρετεί τις λαϊκές ανάγκες και απαιτήσεις, δε φοβάται το μαθητικό συνδικαλισμό, αντίθετα τον χρειάζεται και τον ενισχύει. Δεν απομονώνει τους γονείς, αντίθετα τους δίνει ουσιαστικό ρόλο και ευθύνες. Δεν χρειάζεται παιδονόμους και διοικητές, αλλά παιδαγωγούς υπεύθυνους και δημιουργικούς. Δε θεωρεί «άνοιγμα στην κοινωνία» τα πάρκινγκ και τις εμπορικές δραστηριότητες, αλλά ανοίγεται ουσιαστικά στην κοινωνία και τους λαϊκούς φορείς, φροντίζει με το σχεδιασμό, τις εκδηλώσεις και τις πρωτοβουλίες του να συμβάλλει στη συνολική άνοδο της σχολικής κοινότητας σαν σύνολο και των επιμέρους στοιχείων της επίσης.

Ουσιαστική δημοκρατία, σε ένα σχολείο που θα υποτάσσεται στις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες και απαιτήσεις είναι η απάντηση στο νέο κύμα «εκσυγχρονισμού», στο νέο πακέτο αντιδραστικών αλλαγών στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (έρχεται και η σειρά της τριτοβάθμιας με το νέο πολυνομοσχέδιο που θα παρουσιασθεί το Νοέμβρη).

Η απόκρουση της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, των σχολικών μονάδων, του αντιδραστικού μαθητικού κανονισμού είναι κορυφαίο ζήτημα σήμερα. Και η μάχη αυτή πρέπει να δοθεί από όλους, μαθητές, γονείς, εκπαιδευτικούς, ταξικές δυνάμεις στο εργατικό κίνημα, ενιαία και συντονισμένα. Προβάλλοντας και διεκδικώντας το σχολείο των σύγχρονων λαϊκών αναγκών, το Ενιαίο 12χρονο Βασικό Υποχρεωτικό Σχολείο, οικοδομώντας τη συμμαχία που θα οδηγεί στη συγκρότηση και ανάπτυξη λαϊκού μετώπου για την παιδεία, των δικαιωμάτων και των σύγχρονων αναγκών μας.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Χριστόδουλου Τομασίδη: «Εισαγωγή στην Ψυχολογία», εκδόσεις «Δίπτυχο» 1982, σελ. 478-488.

Ιωάννου Ν. Παρασκευόπουλου: «Εξελικτική Ψυχολογία», τόμος 1, Αθήνα 1985, σελ.18-45.

Αχιλ. Γ. Καψάλη: «Παιδαγωγική Ψυχολογία», εκδόσεις «ΑΦΩΝ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ», Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 278-458.

ΚΜΕ: «Θέματα Παιδείας» 7, «Παιδεία και Ελληνική Κοινωνία», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1996, σελ. 21-37.

Ρόζα Ιμβριώτη: «Παιδεία και Κοινωνία», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1983, σελ. 63-271.

Χρήστου Π. Φράγκου: «Ψυχοπαιδαγωγική», εκδόσεις «GUTENBERG», Αθήνα, 1984, σελ. 1-66.

Ελλη Αλεξίου: «Εισαγωγή στην Ιστορία της Παιδαγωγικής». Εκδόσεις «ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ», Αθήνα 1986, σελ. 129-135.

Σπύρου Ευαγγελόπουλου: «Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης», τόμος Α’ Αθήνα 1984, σελ. 15-63.

Κώστα Χαραλαμπόπουλου: «Το Πρόβλημα της Παιδείας στο Φως της Πάλης των Ιδεών», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1983, σελ. 10-159.

Πρόταση του Τμήματος Παιδείας της ΚΕ του ΚΚΕ: «Το Ενιαίο Δωδεκάχρονο Βασικό Υποχρεωτικό Σχολείο», Σεπτέμβρης 1999.

Γιώργου Μωραΐτη: «Αξιολόγηση: Παιδαγωγική πράξη ή εργαλείο αντιεκπαιδευτικής πολιτικής;». Κομμουνιστική Επιθεώρηση 4/2002.

Νίκου Ζώτου: «Για το Ολοήμερο Σχολείο: προβλήματα και προτάσεις αντίστασης και διεκδίκησης». Θέματα Παιδείας τ. 1.

«Προς ένα σχολείο ευέλικτο, δυαδικό και ιδιωτικοποιημένο». «AVANCEES» τ. 80/99 (Αναδημοσίευση στο περιοδικό ΘΕΜΑΤΑ ΠΑΙΔΕΙΑΣ τ. 2).

Σάββα Σάββα: «Η αξιολόγηση, η ποιότητα στην εκπαίδευση και οι κυβερνητικοί στόχοι». «ΘΕΜΑΤΑ ΠΑΙΔΕΙΑΣ», τ. 7.

Γιάννη Βαγενά: «Οι επιθεωρητές ξανάρχονται μέσα κι έξω από το σχολείο». «ΘΕΜΑΤΑ ΠΑΙΔΕΙΑΣ», τ. 7.

Κώστα Θύμη: «Αξιολόγηση: Διαδρομή και συγκυρία». «ΘΕΜΑΤΑ ΠΑΙΔΕΙΑΣ», τ. 7.

Λάζαρου Σορόπουλου: «Αξιολόγηση-χειραγώγηση ή λαϊκός έλεγχος;», «ΘΕΜΑΤΑ ΠΑΙΔΕΙΑΣ» τ. 7.

Γιώργου Μωραΐτη: «Ο συλλογικός χαρακτήρας της εκπαίδευσης. Προβλήματα, ανάγκες και απεικόνισή τους στην εκπαίδευση». «ΘΕΜΑΤΑ ΠΑΙΔΕΙΑΣ», τ. 7.

Θανάση Κρουστάλλη: «Η αξιολόγηση δεν αφορά μόνο τους εκπαιδευτικούς». «ΘΕΜΑΤΑ ΠΑΙΔΕΙΑΣ», τ. 8.

Δελτίο Τύπου ΥΠΕΠΘ, 29.8.2002.

Πρόταση Υπουργικής Απόφασης για την Αξιολόγηση των Εκπαιδευτικών και των Στελεχών της Εκπαίδευσης, μετά από εισήγηση του Π. Ι. (Καλοκαίρι 2002).

Σχέδιο Π/Δ: «Συγκρότηση, Οργάνωση και Λειτουργία του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας» (15.3.2001).

«Διαδικασία της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού ελληνικού συστήματος από τον ΟΟΣΑ» (Φεβρουάριος 1995).

«Σχολικός Κανονισμός, Καθήκοντα και αρμοδιότητες Διδακτικού Προσωπικού - Συλλόγου Διδασκόντων, Σύνθεση και λειτουργία του Συλλόγου Διδασκόντων, Εργο των Διευθυντών των Σχολικών Μονάδων»: (Πρόταση του ΥΠΕΠΘ στις εκπαιδευτικές Ομοσπονδίες, καλοκαίρι 2002).

ΥΠΕΠΘ: «Η Παιδεία και η Κοινωνία της Πληροφορίας».

Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων: «Οι συγκεκριμένοι μελλοντικοί στόχοι των εκπαιδευτικών συστημάτων». Εκθεση της 31.1.2001.

ΥΠΕΠΘ - Εγκύκλιος (Φ12/676/61336/Γ1) 13.6.2002, με θέμα: «Προγραμματισμός λειτουργίας σχολείων Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης».

Υπουργική Απόφαση, ΦΕΚ 679 τ.Β 21.5.2002 με θέμα: «Πρόγραμμα Ολοήμερου Νηπιαγωγείου».

Εγκύκλιος ΥΠΕΠΘ (Φ. 32.1/ 709/65543/Γ1 ), 25.6.02 με θέμα: «Εργασιακό ωράριο νηπιαγωγών στα ολοήμερα νηπιαγωγεία».

Εγκύκλιος ΥΠΕΠΘ (Φ. 31/679/62955/Γ1) 17.6.2002 με θέμα: «Πρόγραμμα νηπιαγωγείου».

Εγκύκλιος ΥΠΕΠΘ (85002/Δ2) 20.8.2002 με θέμα: «Οργάνωση της λειτουργίας των σχολείων για το νέο διδακτικό έτος 2002 - 2003».

 


Ο Λάζαρος Σορόπουλος είναι μέλος του Τμήματος Παιδείας της ΚΕ του ΚΚΕ.