Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ

Στο πρώτο εξάμηνο του 2003 θα αναλάβει την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ενωσης η Ελλάδα. Από τις εξελίξεις διαφαίνεται ότι οι συνθήκες που θα επικρατούν θα είναι σκληρές για τους λαούς. Το πιθανότερο είναι ότι θα κυριαρχεί ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος κατά του Ιράκ, με απρόβλεπτες συνέπειες όχι μόνο για το Ιράκ αλλά για την ευρύτερη περιοχή και όλο τον κόσμο. H οικονομική κρίση είναι ένα άλλο ζήτημα που απασχολεί έντονα την ΕΕ, αλλά και γενικότερα τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς. Επίσης η διεύρυνση του ΝΑΤΟ με εφτά νέες χώρες και η επικείμενη διεύρυνση της ΕΕ με δέκα νέες χώρες (θα οριστικοποιηθεί στη σύνοδο της Κοπεγχάγης 12-13/12/2002, το παρόν άρθρο γράφτηκε πριν), φαίνεται να οξύνουν τις ενδοϊμπεριαλιστικές και ενδοκοινοτικές αντιθέσεις, γενικότερα για τον έλεγχο των αγορών και σφαιρών επιρροής.

Η ελληνική κυβέρνηση καλείται λοιπόν να προωθήσει στο εξάμηνο της προεδρίας της στην ΕΕ, τα μέτρα που έχουν αποφασίσει οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών, για λογαριασμό των ευρωπαϊκών μονοπωλίων, που αφορούν στο πώς θα είναι πιο ανταγωνιστική, πώς θα αντέξει στην κρίση σαν περιφερειακή ιμπεριαλιστική ένωση, πώς θα ισχυροποιήσει τους κατασταλτικούς αστυνομικούς και στρατιωτικούς μηχανισμούς απέναντι στον «εχθρό λαό», εντός και εκτός ΕΕ. Επιπρόσθετα η ελληνική ολιγαρχία και η κυβέρνηση ως εκφραστής της, ενδιαφέρεται εξαιρετικά και ενεργεί ανάλογα για να ισχυροποιήσει τη θέση της στα Βαλκάνια.

Με αυτή την έννοια ο ελληνικός λαός, η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα δεν πρέπει να έχουν αυταπάτες και να περιμένουν τίποτα καλό από την ελληνική προεδρία. Αντίθετα όφελος θα έχει το κεφάλαιο, όπως είχε μέχρι τώρα.

Το Υπουργείο εξωτερικών στο σχέδιο που έδωσε για την ελληνική προεδρία[1], αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η Ελληνική προεδρία δε θα είναι πια η προεδρία που μάχεται μόνο για τα εθνικά της θέματα, αλλά μια «ευρωπαϊκή προεδρία» που επιδιώκει να συνεισφέρει σε όλους τους τομείς της κοινοτικής δραστηριότητας, με πρωτοβουλίες, ώθηση, συνεισφορά στη διαχείριση των πολιτικών που προωθούν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση». Ενώ στην ιστοσελίδα του[2] περιγράφει τα εξής: «H ελληνική προεδρία έχει την εμπειρία είκοσι και πλέον χρόνων εταιρικής σχέσης και τριών προηγούμενων προεδριών (1983, 1988, 1994). Επιπλέον, η Ελλάδα έχει σήμερα μια ιδιαίτερη αξιοπιστία και ένα ουσιαστικό πολιτικό βάρος απέναντι στους εταίρους της, αλλά και απέναντι σε τρίτες χώρες, της ευρύτερης περιοχής της ΝΑ Ευρώπης, αλλά και στη διεθνή σκηνή.

Η ελληνική προεδρία καλείται να παίξει σημαντικό ρόλο σε μια συγκυρία με κρίσιμες εξελίξεις:

- Δυναμικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.

- Ενδεχόμενη εμφάνιση πρόσθετων πεδίων έντασης σε διεθνές επίπεδο.

- Πιθανές αλλαγές στον πολιτικό συσχετισμό στην ΕΕ με αλλαγές στόχων, προτεραιοτήτων και πολιτικών επιλογών από επιμέρους κυβερνήσεις χωρών-μελών.

- Διεύρυνση με τεράστιες προκλήσεις και επιδράσεις στον τρόπο λειτουργίας της νέας ΕΕ των 25 μελών».

H ελληνική κυβέρνηση ξέρει λοιπόν τα αντιλαϊκά μέτρα και την καπιταλιστική βαρβαρότητα που θα διαχειριστεί και προσπαθεί να τα αμβλύνει μέσα από καλοδιατυπωμένες εκφράσεις.

Τα κυριότερα θέματα που θα απασχολήσουν την ελληνική προεδρία δεν είναι ανεξάρτητα από τις εξελίξεις στη διεθνή σκηνή. Πιο ειδικά:

 

Ο ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΟ ΙΡΑΚ

Τον τελευταίο καιρό εντάθηκαν οι αμερικανοβρετανικοί βομβαρδισμοί ενάντια στο Ιράκ με το αμερικανικό άλλοθι της «αυτοάμυνας» και παρά την παρουσία ομάδας επιθεωρητών από τον ΟΗΕ. Ταυτόχρονα, Ουάσινγκτον και Λονδίνο, με διάφορους τρόπους, εντείνουν τις προετοιμασίες στρατιωτικής επέμβασης και τις πιέσεις για συμμετοχή.

Πρόκειται για έναν πόλεμο που υπαγορεύεται από τη συνεχιζόμενη και πιο παρατεταμένη οικονομική κρίση του συστήματος και συμπεριλαμβάνεται στις συνταγές των ιμπεριαλιστικών οικονομικών οργανισμών (ΔΝΤ, Ομοσπονδιακή τράπεζα ΗΠΑ (FED), τράπεζα Μόργκαν Στάνλεϋ κ.ά), προκειμένου να ανακάμψει η αμερικάνικη οικονομία, που θα τραβήξει και άλλες οικονομίες, όπως υποστηρίζουν. Χρησιμοποιούν μάλιστα σαν επιχειρηματολογία εκτιμήσεις που «δίνουν 10% αύξηση στα κέρδη της στρατιωτικής βιομηχανίας των ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτέμβρη 2001»[3].

Ταυτόχρονα, αυτός ο πόλεμος έχει στόχο τον απόλυτο έλεγχο των ενεργειακών πηγών και ειδικά του πετρελαίου από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Οι αμερικανικές εταιρίες θέλουν το προβάδισμα έναντι των ευρωπαϊκών, που δυνάμωσαν τις θέσεις τους στην περιοχή κατά τη διάρκεια της τελευταίας 10ετίας. Μια αλλαγή στο Ιράκ σημαίνει και μία ευρύτερη αλλαγή του ελέγχου των πηγών ενέργειας.

Συνεπώς ο πόλεμος αυτός δε θα σταματήσει μόνο στο Ιράκ, όπως δε σταμάτησε στο Αφγανιστάν, αλλά θα έχει συνέχεια σε άλλες χώρες της περιοχής και πιθανόν να έρχεται η σειρά του Ιράν για τους ίδιους λόγους. Συνέπειες βέβαια θα υπάρξουν για τους λαούς της περιοχής και γενικότερα. Ελπιδοφόρες είναι οι κινητοποιήσεις που πυκνώνουν και γίνονται σε όλο τον πλανήτη κατά του πολέμου και των κυβερνήσεων που τον στηρίζουν.

Ο πόλεμος αυτός θα αποτελεί συνέχεια της ενεργοποίησης του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ, της μονομερούς καταγγελίας της ΑΒΜ, των αυξήσεων των πολεμικών δαπανών, της έρευνας και προώθησης νέας γενιάς επιθετικών συστημάτων όπλων, της αναγγελίας της νέας «Στρατηγικής εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ», όπου διακηρύσσεται ότι δε θα αφήσουν οι ΗΠΑ να αμφισβητηθεί η παγκόσμια κυριαρχία τους από οποιαδήποτε δύναμη.

Η ΕΕ δείχνει επιφυλακτικότητα στον πολέμο κατά του Ιράκ, γιατί στα πετρέλαια της Μέσης Ανατολής διακυβεύονται ζωτικά συμφέροντά της, ειδικά μερικών ισχυρών κρατών της, κυρίως Γαλλία-Γερμανία (επενδύσεις, εισαγωγές πετρελαίου και σε αρκετές περιπτώσεις, όπως το Ιράκ, πληρώνονται σε ευρώ). Γι’ αυτό η ΕΕ σαν περιφερειακή ιμπεριαλιστική δύναμη, εμφανίζει σήμερα αντιστάσεις στον πόλεμο εναντίον του Ιράκ, οι οποίες σχετίζονται με τη διαφύλαξη των συμφερόντων των ευρωπαϊκών μονοπωλίων και όχι με φιλειρηνικές διαθέσεις ή προθέσεις προστασίας των συμφερόντων των λαών. Σε αυτή την κατεύθυνση η ΕΕ, και πιο έντονα η σοσιαλδημοκρατία, σιγοντάρει την ύπαρξη κινήματος κατά του πολέμου (για να το χρησιμοποιούν σαν άλλοθι στις αμερικάνικες πιέσεις), αρκεί αυτό να κινείται σε πλαίσια ελεγχόμενα και ακίνδυνα για τα συμφέροντα και την κυριαρχία των ευρωπαϊκών μονοπωλίων. Πιο ενεργό ρόλο στο πεδίο αυτό παίζει ο γαλλικός ιμπεριαλισμός.

Ετσι στηρίζονται και πρωθούνται δυνάμεις που κινούνται εντός των τειχών, όπως το ευρωπαϊκό κοινωνικό Φόρουμ, το οποίο προσπαθεί να ελέγχει αγωνιστικές διαθέσεις και να βάλει εμπόδια στην ανάπτυξη δράσης από συνεπείς αντιιμπεριαλιστικές και ταξικές δυνάμεις. Ενώ προσπαθεί να προσδώσει αποκλειστικά αμερικάνικο χρώμα στις κινητοποιήσεις κατά της καπιταλιστικής διεθνοποίησης (της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης) αφήνοντας στο απυρόβλητο το ευρωπαϊκό ιμπεριαλιστικό κέντρο ή και προβάλλοντάς το, σαν το αντίπαλο δέος προς τις ΗΠΑ, που τάχα λειτουργεί σε όφελος των λαών.

Η ελληνική κυβέρνηση μέχρι τώρα έδωσε ό,τι της ζήτησαν στους πολέμους της Γιουγκοσλαβίας και του Αφγανιστάν, ήταν συνεργός και συνένοχος. Στον επικείμενο πόλεμο των ΗΠΑ εναντίον του Ιράκ συντάσσεται με τις θέσεις της ΕΕ. Προβάλλει κυρίως τη θέση ότι η όποια απόφαση πρέπει να είναι του ΟΗΕ. Το αντιιμπεριαλιστικό αντιπολεμικό κίνημα στη χώρα μας πρέπει να πιέσει να μη διατεθεί από την κυβέρνηση καμία από τις αμερικανοΝΑΤΟικές εγκαταστάσεις στη χώρα, ούτε ένοπλες δυνάμεις και διευκολύνσεις σε αυτό το βρώμικο πόλεμο.

 

Η ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ ΤΗΣ ΕΕ

Η διεύρυνση με δέκα νέες χώρες και η συζήτηση για το μέλλον της ΕΕ προβάλλονται σαν τα σημαντικότερα για την ελληνική προεδρία. Ωστόσο, η διεύρυνση είναι μία αντιφατική διαδικασία. Ενα σημαντικό μέρος του ευρωπαϊκού κεφαλαίου βλέπει στη διεύρυνση την ισχυροποίηση του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού. Ταυτόχρονα, όμως, η ένταξη νέων χωρών δημιουργεί ανησυχία ότι ίσως δημιουργηθούν προβλήματα «συνοχής» στην ΕΕ και επίσης οξύνει τις αντιθέσεις μεταξύ των ισχυρών κρατών-μελών για τη διαμόρφωση ενιαίων οικονομικών πολιτικών (ενιαίας φορολογικής πολιτικής, απελευθέρωση ενέργειας, ΚΑΠ κ.ά).

To υπουργείο Εξωτερικών στην ιστοσελίδα του για την ελληνική προεδρία σημειώνει: «Πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι προς διεύρυνση χώρες και η καλύτερη δυνατή ένταξή τους σε ένα περιβάλλον, έτσι, ώστε το ευρωπαϊκό οικοδόμημα να μην υποστεί κραδασμούς και να εξακολουθήσει σε μεγαλύτερη πλέον κλίμακα τη δυναμική πορεία που έχει χαράξει». Και σε άλλο σημείο: «Η ελληνική Προεδρία θα βρεθεί αντιμέτωπη και με το δύσκολο έργο να προετοιμάσει την Ενωση και τις νέες χώρες-μέλη για μια νέα πορεία, με πολλά και άγνωστα προβλήματα, επιπτώσεις, προοπτικές. Το τί Ευρώπη θα προκύψει από τη διεύρυνση είναι ένα ερώτημα που κανείς δε γνωρίζει την απάντησή του».

Στις 19 Νοέμβρη 2002 συζητήθηκε στο ευρωκοινοβούλιο η διεύρυνση. Παρά τη γενική εκτίμηση ότι η διεύρυνση θα οριστικοποιηθεί στη Σύνοδο Κορυφής της Κοπεγχάγης (12-13 Δεκέμβρη 2002), υπήρχαν ανησυχίες «για οικονομικές και δημοσιονομικές επιπτώσεις της διεύρυνσης». Ομως, χαρακτήρισε τη συντριπτική πλειοψηφία το γεγονός της διεύρυνσης, σαν το πλέον σημαντικό και κυριάρχησε ο αντικομμουνισμός. Παραθέτουμε τις κυριότερες και πιο χαρακτηριστικές τοποθετήσεις: Ο Δανός Πρωθυπουργός και προεδρεύων στο Συμβούλιο Anders FOGH RASMUSSEN «υπενθύμισε ότι η πτώση του τείχους του αίσχους υπήρξε απόρροια της βούλησης για αλλαγή των λαών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίοι οδήγησαν στην κατάρρευση της «κτηνώδους και απάνθρωπης κομμουνιστικής δικτατορίας», για να συνεχίσει με την εκτίμηση ότι «οι διαπραγματεύσεις που συνεχίζονται με τις δέκα πρώτες χώρες είναι «ανοικτές και δίκαιες» και ότι «είναι πεπεισμένος ότι οι δέκα αυτές χώρες θα μπορέσουν να περατώσουν τις διαπραγματεύσεις ένταξης «εφ’ όσον επιδείξουν πολιτική βούληση»[4]. Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ROMANO PRODI δήλωσε ότι «η διεύρυνση αποτελεί το αριστοτέχνημά μας»[5].

Για ενημέρωση των αναγνωστών παραθέτουμε επιπρόσθετα, τις χαρακτηριστικές τοποθετήσεις των επικεφαλής των πολιτικών ομάδων του ευρωκοινοβουλίου. Από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα του Hanw-Gert POETTERING (ΕΛΚ/ΕΔ) «η διεύρυνση σημαίνει ότι οι βαρβαρότητες του κομμουνισμού και του εθνικοσοσιαλισμού δε θα ξαναϋπάρξουν σε αυτή την ήπειρο. Η διεύρυνση αντικατοπτρίζει επίσης τα αιτήματα και τους αγώνες της Ουγγρικής επανάστασης του 1956, της άνοιξης της Πράγας του 1968, καθώς και του κινήματος της αλληλεγγύης στην Πολωνία στη δεκαετία του ‘80». Από το ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κόμμα του Enrique BARON CRESPO (ΕΣΚ) ότι «υπάρχουν ακόμα πολλά εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν. Στο μέλλον η Ευρώπη θα εκτείνεται από τον Ατλαντικό μέχρι τα Βαλκάνια και από τον Αρκτικό κύκλο μέχρι την Κύπρο. Η διεύρυνση θα θέσει τέρμα σε ιστορικές αντιθέσεις και διχασμούς, θα πρέπει όμως να καταβληθούν ακόμα έντονες προσπάθειες για να δοθούν πειστικές απαντήσεις στους φόβους και στις αγωνίες των πολιτών των υποψηφίων χωρών». Από τους φιλελεύθερους του Graham WATSON «ότι πρόκειται για μία «πρόβα τζενεράλε» για το μελλοντικό ευρωπαϊκό κοινοβούλιο» και «εξέφρασε την αντίθεσή του στα σχόλια του Ζισκάρ Ντ΄ Εστέν για την Τουρκία, λέγοντας ότι η Ευρώπη σε καμία περίπτωση δε θα πρέπει να θεωρείται ένας «χριστιανικός όμιλος». Από την Ευρωπαϊκή Ενωτική Αριστερά του Francis WURTZ (ΕΕΑ/ΒΠΑ) ότι «η ΕΕ δε θα πρέπει να δημιουργήσει μία Ευρώπη δύο ταχυτήτων, όπου οι νέες χώρες μέλη θα τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης». Από την ομάδα των πράσινων του Daniel COHN-BENDIT (ΠΡΣ/ΕΕΣ) εξέφρασε «τις αμφιβολίες του σχετικά με το κατά πόσο οι υφιστάμενες χώρες μέλη, καθώς και οι κοινοτικοί θεσμοί και όργανα έχουν τη βούληση αλλά και τη δυνατότητα να ανταποκριθούν στις νέες προκλήσεις που συνεπάγεται η διεύρυνση». Από την ομάδα «Ενωση για την Ευρώπη των εθνών» του Charles PASQUA (ΕΕΕ) ότι «οι χώρες της Κ.Α Ευρώπης κατάφεραν με τις δικές τους δυνάμεις να απελευθερωθούν από τα δεσμά του κομμουνισμού, χωρίς να έχουν καμία βοήθεια από μία ιδιαίτερα προσεκτική και διστακτική ΕΕ. Αυτή η νέα ελευθερία δε θα πρέπει να θυσιαστεί στο βωμό μιας τεχνοκρατικής και γραφειοκρατικής Ενωσης που παραβλέπει ότι στην πραγματικότητα η Ευρώπη αποτελείται από χώρες έθνη και λαούς». Από τους ανεξάρτητους (Ομάδα Ευρώπη της Δημοκρατίας και της Διαφοράς) του Jens-Peter BONDE (ΕΔΔ) επεσήμανε «τη διαφορετική μεταχείριση που υπάρχει (εννοεί στις νέες χώρες), ιδίως όσον αφορά τις αγροτικές επιδοτήσεις, διερωτώμενος γιατί δεν έχει ολοκληρωθεί η μεταρρύθμιση της ΚΑΠ, επισημαίνοντας, ότι το 2013 οι αγρότες των νέων χωρών μελών θα αποτελούν το 53% του κοινοτικού αγροτικού πληθυσμού, θα λαμβάνουν όμως μόλις το 11% των κοινοτικών επιδοτήσεων»[6].

Στη διάρκεια της ελληνικής προεδρίας θα δοθούν τα συμπεράσματα της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης από το Ζισκάρ Ντ’ Εστέν όπου θα περιλαμβάνεται και το ευρωπαϊκό σύνταγμα, στα πλαίσια προετοιμασίας της νέας Διακυβερνητικής Διάσκεψης. Θα περιγράφεται το μέλλον της Ευρώπης το οποίο προπαγανδίζει η ελληνική κυβέρνηση σαν κάτι καινούργιο και ελπιδοφόρο. Ομως, αυτό που διαγράφεται θα είναι αντιδραστικότερο, πιο αποκρουστικό και επικίνδυνο για κατακτημένα δικαιώματα και ελευθερίες των λαών.

Η λογική του σχεδίου είναι να ενισχυθεί η ΕΕ με μηχανισμούς εξουσίας που θα διαμορφώνουν και θα επιβάλλουν ενιαία οικονομική πολιτική. Για τις μορφές των αναζητούμενων μηχανισμών, αλλά και τη σχέση εθνο-κρατικού/κοινοτικού κέντρου άσκησης της οικονομικής πολιτικής, αναπτύσσεται διαπάλη εντός της ΕΕ. Η διαπάλη αυτή σχετίζεται με τα ιδιαίτερα συμφέροντα των πιο ισχυρών κρατών-μελών της ΕΕ, με την άσκηση ελέγχου και ηγεμονικής επιρροής στα υπάρχοντα κοινοτικά όργανα, τις συμμαχίες που διαμορφώνουν μέσα σε αυτά με τα πιο αδύναμα κράτη-μέλη.

Η παρακολούθηση των ενδοκοινοτικών ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων από το κόμμα μας έχει αξία, για να αξιοποιούνται αυτές σε όφελος του εργατικού κινήματος στη χώρα μας, και γενικότερα για να βαθαίνουν οι ρωγμές του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κέντρου.

Με αυτό το πολιτικό σκεπτικό συνδέουμε την πάγια πολιτική μας θέση για αποδέσμευση από την ΕΕ, με την αντίθεσή μας για τη συγκρότηση νέων θεσμών «συνοχής» του ιμπεριαλιστικού κοινοτικού κέντρου (όπως είναι η λειτουργία ευρωπαϊκών κομμάτων, «Σύνταγμα» κλπ.) και την επέκταση των υπαρχόντων σε άλλα κράτη της Ευρώπης, μέσω της διαδικασίας ένταξής τους (διεύρυνση).

Η υπογραφή της Συνθήκης προσχώρησης των νέων μελών λέγεται ότι θα γίνει στις 16 Απριλίου του 2003 στην Πνύκα, με μία φιέστα αποπροσανατολισμού, ωστόσο θα σηματοδοτήσει νέα δεινά σε νέους λαούς από την εκμετάλλευση των ευρωπαϊκών μονοπωλίων, την ισχυροποίηση της ντόπιας αστικής τάξης και την εντεινόμενη καπιταλιστικοποίηση των χωρών τους, στο σημερινό δυσμενές για τους λαούς συσχετισμό δύναμης. Οι συνέπειες για τους λαούς των περισσοτέρων υπό ένταξη χωρών θα είναι πιο επώδυνες, αφού οι οικονομίες των περισσότερων θα αντιμετωπίζουν τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό από δυσμενέστερη θέση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους εργαζόμενους.

Αλλωστε η καπιταλιστική παλινδρόμηση στις περισσότερες από αυτές έφερε μεγάλη καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων, με αποτέλεσμα να βαθαίνει σε βάρος τους η ανισομετρία στο κοινοτικό ιμπεριαλιστικό σύστημα. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι ο σχετικά πιο αδύναμος κρατικός μηχανισμός στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες θα αξιοποιήσει τους κοινοτικούς μηχανισμούς για να ξεριζώσει κάθε κατάλοιπο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, που εκφράζεται ως εργατική κατάκτηση, δικαίωμα, συμμετοχή.

Η ελληνική προεδρία θα επιδιώξει επίσης να προετοιμάσει την ένταξη των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων, μέσω προωθημένων συμφωνιών με την ΕΕ, για να ενισχύσει το ρόλο της ηγέτιδας δύναμης στα Βαλκάνια. Επιδίωξη που περιγράφει το Υπουργείο Εξωτερικών στην ιστοσελίδα του[7]: «Η ενίσχυση του ευρωπαϊκού προσανατολισμού των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων, μέσω προωθημένων Συμφωνιών με την ΕΕ, θα αποτελέσει επιδίωξη της ελληνικής προεδρίας».

Ακόμα, η επίσημη υπογραφή της διεύρυνσης κατά την ελληνική προεδρία θα βρει την Κύπρο ουσιαστικά διχοτομημένη σε δύο κράτη, με τις αποφάσεις και τα ψηφίσματα του ΟΗΕ στα σκουπίδια, πληρώνοντας έτσι το τίμημα της ένταξής της στην ΕΕ. Ταυτόχρονα ενισχύεται η θέση της Τουρκίας ενόψει του ρόλου που έχει να παίξει στον πόλεμο του Ιράκ.

Το ΚΚΕ συνεπές στην εκτίμησή του για την ιμπεριαλιστική φύση της ΕΕ, από την αρχή αντιτάχτηκε στη διεύρυνση της ΕΕ[8], μη εξαιρουμένης και της Κύπρου. Από πολύ νωρίς μάλιστα εκτίμησε ότι θα χρησιμοποιούσαν την ενταξιακή διαδικασία σαν πρόσχημα, για μια λύση σε βάρος της ενιαίας και ανεξάρτητης κρατικής υπόστασης της Κύπρου. Ηδη, τα αποτελέσματα τα ζούμε με το σχέδιο Ανάν. Η ΚΕ του ΚΚΕ, σε ανακοίνωσή της[9] τονίζει ότι οι λύσεις είναι «υπαγορευμένες από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και τις ηγέτιδες δυνάμεις της ΕΕ, που οδηγούν σε μια θεσμική πλέον αναγνώριση της διχοτόμησης και αποδοχής των τετελεσμένων της εισβολής και κατοχής. Θεωρεί το σχέδιο απαράδεκτο, επικίνδυνο, μη βιώσιμο. Πρόκειται για σχέδιο-παγίδα για τα δικαιώματα των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων, για τα συμφέροντα των λαών Ελλάδας και Τουρκίας, για την ευρύτερη περιοχή. Το σχέδιο αυτό δεν οδηγεί σε δίκαιη και βιώσιμη λύση το κυπριακό ζήτημα».

Με την ένταξη νέων κρατών-μελών στην ΕΕ θα βαθύνει η ανισομετρία στο εσωτερικό της ευρωενωσιακής αγοράς. Η διαδικασία ένταξής τους δε σημαίνει ότι θα κλείσει επί της ουσίας τις ενδοκοινοτικές αντιθέσεις που αποτυπώνονται και στη συζήτηση για την προτεραιότητα μεταξύ διεύρυνσης-εμβάθυνσης. Το βέβαιο είναι ότι θα υπάρχουν εξελίξεις στο πως διαμορφώνονται πυρήνες και τροχιές ασθενέστερων δορυφορικών εξαρτήσεων.

 

Ο ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

Σε ό,τι αφορά τον αγροτικό τομέα, η ενδιάμεση αναθεώρηση της ΚΑΠ σε συνδυασμό με τις αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής του Οκτώβρη 2002 στις Βρυξέλλες, για το πάγωμα των κοινοτικών δαπανών στο ύψος του 2006, που μειώνουν τη στήριξη στη γεωργία, θα είναι ένα ακόμη μεγάλο πλήγμα στη μικρομεσαία αγροτιά μας.

Είναι μέτρα συνέχειας στις αναθεωρήσεις του 1992, στα πλαίσια της Συνθήκης του Μάαστριχτ, και του 1999 με την «Ατζέντα 2000», στα πλαίσια της Συνθήκης του Αμστερνταμ, που οδήγησαν στην αύξηση του ελλείμματος του αγροτικού εμπορικού ισοζυγίου, στη μείωση του αγροτικού εισοδήματος και της αγροτικής απασχόλησης, στη χρεοκοπία αρκετών μικρομεσαίων νοικοκυριών, στον εκφυλισμό του ρόλου των συνεταιρισμών. Ταυτόχρονα, ιδιώτες εμποροβιομήχανοι αύξησαν κατακόρυφα τα κέρδη τους, αφού μειώθηκαν οι τιμές των αγροτικών προϊόντων που χρησιμοποιούσαν σαν πρώτη ύλη.

Η ελληνική προεδρία της ΕΕ θα συμβάλει με την ενδιάμεση αναθεώρηση της ΚΑΠ, αλλά και τις αναθεωρήσεις των Κανονισμών στο λάδι και τα καπνά προς το χειρότερο, στην παραπέρα μείωση της στήριξης της κοινοτικής γεωργίας κατά 20% στα επόμενα χρόνια, στη μείωση των θεσμικών τιμών σε βασικά αγροτικά προϊόντα (δημητριακά, ρύζι κλπ.), στην αποσύνδεση επιδοτήσεων από την αγροτική παραγωγή. Είναι μέτρα που η ελληνική κυβέρνηση έχει συμφωνήσει και η ΕΕ εναρμονίζεται στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων στον ΠΟΕ. Εξοικονομούν έτσι πόρους από τον κοινοτικό προϋπολογισμό για να προωθηθούν σε άλλες κοινοτικές πολιτικές, ΟΝΕ, ΕΠΑΑ, διεύρυνση, κατασταλτικοί μηχανισμοί (ευρωστρατός, ευρωαστυνομία), αλλά αποτελούν και εργαλεία για την παραπέρα συγκέντρωση γης και παραγωγής σε λίγους μεγαλοαγρότες επιχειρηματίες.

Από δημοσιεύματα και δελτία τύπου του υπουργείου Γεωργίας φαίνεται ότι θα προσπαθήσει η ελληνική κυβέρνηση να αποπροσανατολίσει και να κρύψει τις βαριές συνέπειες των νέων αντιαγροτικών μέτρων στους μικρομεσαίους αγρότες από την ενδιάμεση αναθεώρηση της ΚΑΠ και να επικεντρώσει την προσοχή στην ασφάλεια και υγιεινή των τροφίμων, στην προστασία από φυσικές καταστροφές, στην προστασία του καταναλωτή, στα κίνητρα για ανάπτυξη μιας ποιοτικής γεωργίας κ.ά. Είναι τα άλλοθι που θα χρησιμοποιήσουν (στην ουσία δεν ενδιαφέρονται ούτε για αυτά), για να περάσουν την πολιτική που θα επιφέρει ξεκλήρισμα και νέου αριθμού μικρομεσαίων νοικοκυριών.

Το ΚΚΕ διαφώνησε και κατήγγειλε την ΚΑΠ, η οποία έβαζε φραγμούς στην αγροτική παραγωγική δυνατότητα στην Ελλάδα. Η ΚΑΠ με τις ποσοστώσεις αντιμετώπιζε την επιμέρους υπερπαραγωγή κάποιου αγροτικού προϊόντος σε βάρος των ασθενέστερων οικονομιών των κρατών-μελών, ενώ γενικά προωθούσε τη συγκεντροποίηση της γης. Ταυτόχρονα με ορισμένες ρυθμίσεις (π.χ. επιδοτήσεις απόσυρσης) μετέθετε για το μέλλον τη βίαιη καταστροφή της μικρής ιδιοκτησίας, δίνοντας κίνητρα μιας χρήσης. Το ΚΚΕ με τη θέση του αυτή επεδίωξε να περιορίσει τη χειραγώγηση των αγροτών και να βοηθήσει στον προσανατολισμό των αγώνων του λαού.

Σήμερα η ριζική εναντίωση του ΚΚΕ στην ενδιάμεση αναθεώρηση της ΚΑΠ, είναι συνέχιση της εναντίωσής του στην Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), μήτρα της χθεσινής και αυριανής αγροτικής πολιτικής της ΕΕ. Ταυτόχρονα το ΚΚΕ αποκαλύπτει ότι η ενδιάμεση αναθεώρηση της ΚΑΠ εξυπηρετεί τα συμφέροντα του μεγάλου ευρωπαϊκού κεφαλαίου σε βάρος των μικρομεσαίων αγροτών των χωρών -μελών της ΕΕ, των χωρών που θα ενταχθούν στην ΕΕ, αλλά και των αναπτυσσόμενων χωρών. Γι΄ αυτό ενδιαφέρεται και συμβάλλει στην ανάπτυξη ενός αγροτικού κινήματος, που όλες του τις επιμέρους διεκδικήσεις θα τις εντάσσει σε μια στρατηγική σύγκρουσης και ρήξης με την ΚΑΠ και την ΕΕ.

 

ΟΙ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Κατά την ελληνική προεδρία, θα προωθηθούν παραπέρα οι αναδιαρθρώσεις στις εργασιακές σχέσεις (εαρινό συμβούλιο του Μάρτη 2003 στις Βρυξέλλες), ενισχύοντας την πολυμέτωπη επίθεση του κεφαλαίου κατά των εργαζομένων, στους τομείς των εργασιακών σχέσεων και της κοινωνικής ασφάλισης, στο όνομα της ανταγωνιστικότητας και της προσαρμογής στη λεγόμενη Νέα Οικονομία. Θα γίνει έλεγχος της πορείας στρατηγικής της Λισσαβόνας για ανταγωνιστικότερη ΕΕ. Δηλαδή έλεγχος υλοποίησης των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων με καλύτερο συντονισμό της οικονομικής πολιτικής.

Θα υπάρξει έκθεση για την πορεία μεταρρύθμισης των συνταξιοδοτικών συστημάτων. Ελεγχος επίσης της πορείας των πολιτικών απασχόλησης και αγοράς εργασίας, της συγκράτησης μισθών, της λεγόμενης συνεχούς επιμόρφωσης, ως στοιχεία προώθησης της ευέλικτης οργάνωσης εργασίας και μείωσης του «κόστους εργασίας», για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.

Υπάρχει ο προσανατολισμός για επέκταση της κατάργησης θεμελιωδών δικαιωμάτων στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης και για τον τομέα της υγείας, με επιχειρηματολογία, ανάλογη με εκείνη του συνταξιοδοτικού.

Η στρατηγική της ΕΕ για την απασχόληση θα μετρηθεί στους δείκτες της αύξησης της απασχόλησης, της παραπέρα προώθησης της απασχολησιμότητας, με κατάργηση ορίων στις απολύσεις, με μείωση ή κατάργηση της αποζημίωσης απολυμένου, με ελευθερία νέων προσλήψεων με αποδοχές κατώτερες από αυτές που προβλέπουν οι συλλογικές συμβάσεις. Κεντρικός στόχος παραμένει η γενίκευση των νέων εργασιακών σχέσεων που κάνουν την εργατική δύναμη φθηνότερη για το κεφάλαιο.

Η κυβέρνηση έδωσε στη δημοσιότητα το πρόγραμμά της, με Δελτίο Τύπου[10] που εξέδωσε το υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αναφέροντας στο κεφάλαιο «για τον εκσυγχρονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Μοντέλου» ότι: «Η Ελληνική Προεδρία θεωρεί, σύμφωνα και με τη στρατηγική της Λισσαβόνας, ότι ο εκσυγχρονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Μοντέλου αποτελεί μία αναγκαία και αποδοτική πολιτική. Ο εκσυγχρονισμός αφορά τις πολιτικές για τη μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας, της κοινωνικής προστασίας και πρόνοιας, ιδιαίτερα υπό την επίδραση των νέων προκλήσεων, όπως είναι η γήρανση του πληθυσμού...», για να τονίσει σε άλλο σημείο «την επαναβεβαίωση του τρίπτυχου της Βαρκελώνης για τη «Βιωσιμότητα - Επάρκεια - Προσαρμοστικότητα» των ασφαλιστικών συστημάτων και την υποστήριξη των μεταρρυθμίσεων των συνταξιοδοτικών συστημάτων, ώστε να ανταποκριθούν στην πρόκληση της δημογραφικής γήρανσης του πληθυσμού. Βασική επιδίωξη αποτελεί η εξασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας μέσω μεγαλύτερης συμμετοχής στην αγορά εργασίας και αποθάρρυνσης της πρόωρης συνταξιοδότησης... Σημείο κλειδί αποτελεί η επιτυχής προσαρμογή των ασφαλιστικών συστημάτων στα νέα δεδομένα της αγοράς εργασίας και σε αποδοτικές πρακτικές και τρόπους διαχείρισης, μέσα όμως από διαδικασίες τριμερούς διαλόγου με τους κοινωνικούς εταίρους». Δηλαδή ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ-ΣΕΒ-ΠΑΣΕΓΕΣ κ.ά που ήταν παρόντες και συμμετέχοντες στην παρουσίαση από το υπουργείο Εργασίας της ελληνικής προεδρίας για την απασχόληση και κοινωνική συνοχή[11].

Χρειάζεται πλατιά ενημέρωση της εργατικής τάξης τόσο με την αυτοτελή δουλιά του Κόμματος όσο και τη δράση των κομμουνιστών στους φορείς και τις διαδικασίες του συνδικαλιστικού κινήματος. Πολύ περισσότερο θα πρέπει να αποκαλυφθεί το ιδεολόγημα-σύνθημα «κοινωνική Ευρώπη και όχι Ευρώπη της αγοράς», το οποίο χρησιμοποιούν δυνάμεις από αστικά κόμματα εξουσίας, όπως το ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, αλλά και φορείς-αναχώματα του οπορτουνισμού στο εργατικό κίνημα, για να μην εγκλωβιστούν εργαζόμενοι που τείνουν προς την αντιμονοπωλιακή, αντιιμπεριαλιστική ριζοσπαστικοποίηση.

Στην Ελλάδα, οδεύοντας προς το 2003-4, ενισχύονται οι πιθανότητες εκδήλωσης της οικονομικής κρίσης, αφού τα ολυμπιακά έργα σταδιακά ολοκληρώνονται και το 2004 θα έχουν τελειώσει, ενώ το μεγαλύτερο κομμάτι του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (ΚΠΣ) θα έχει μοιραστεί.

Για να υπάρξει συναίνεση από τους εργαζόμενους και να τους ενσωματώσει στις επιδιώξεις του κεφαλαίου, θα χρησιμοποιηθεί και πάλι ο «κοινωνικός διάλογος» με συμβιβασμένες ηγεσίες του συνδικαλιστικού κινήματος. Γι’ αυτό τονίστηκε ιδιαίτερα από το υπουργείο Εργασίας[12] ότι «δίνεται προτεραιότητα στη μεγαλύτερη κινητοποίηση και συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στο σχεδιασμό και εφαρμογή της (σ.σ. της αναθεώρησης των εργασιακών σχέσεων)». Ταυτόχρονα το υπουργείο Εργασίας για να συγκαλύψει τους αντεργατικούς προσανατολισμούς που θα διαχειριστεί η ελληνική προεδρία, αναφέρθηκε σε μέτρα που στοχεύουν στη χειραγώγηση της εργατικής συνείδησης, π.χ. βελτίωση ποιοτικών πτυχών της εργασίας, καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, προώθηση ευρωπαϊκής κάρτας ασφάλισης υγείας κ.ά.

Ωστόσο, δεν μπορεί να κρυφτεί η βαρβαρότητα αυτής της πολιτικής που θα οδηγήσει και νέες μάζες στη φτώχεια και εξαθλίωση. Σε αυτή την πολιτική έχει συμφωνήσει, συνυπογράψει και υλοποιεί η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, ωστόσο φροντίζει να προπαγανδίζει ότι «Σημαντικό για την ελληνική προεδρία είναι να διασφαλίσει προτεραιότητες και να συμβάλει στη λήψη αποφάσεων για την ισορροπία επιλογών και προτεραιοτήτων μεταξύ οικονομικού και κοινωνικού στοιχείου. Αποφάσεις που να στηρίζουν πολιτικές της απασχόλησης, της συνοχής, της καταπολέμησης κοινωνικών προβλημάτων, όπως οι ανισότητες, η φτώχεια, ιδιαίτερα η παιδική φτώχεια, τα ναρκωτικά, η μετανάστευση κ.ά.»[13].

 

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ -ΕΡΕΥΝΑ

Στον τομέα της εκπαίδευσης η ελληνική προεδρία θα συνεχίσει την προώθηση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων υποτάσσοντας την παιδεία στους νόμους της κυριαρχίας της αγοράς, θα προωθήσει την ακόμη βαθύτερη εμπορευματοποίηση της γνώσης, την ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης, την ταξική κατηγοριοποίηση σχολείων, μαθητών και εκπαιδευτικών, την υποβάθμιση της επιστημονικής υπόστασης των πανεπιστημίων και των αποφοίτων τους.

Οι στόχοι της ελληνικής προεδρίας που περιγράφονται στο σχέδιο που δόθηκε[14] στη δημοσιότητα, αναφέρει στα κυριότερα θέματα για την παιδεία μεταξύ άλλων: «Την εξασφάλιση της συνέχειας του Συμβουλίου Παιδείας και ειδικά των στόχων: της χρήσης νέων τεχνολογιών, της αρχικής εκπαίδευσης και επιμόρφωσης εκπαιδευτικών, της διασφάλισης ίσων ευκαιριών για την πρόσβαση στην εκπαίδευση και κατά συνέπεια στην απασχόληση», όπως και τη συνεργασία στον τομέα πανεπιστημιακών διπλωμάτων, επαγγελματική κατάρτιση, «την προώθηση της ευρωπαϊκής διάστασης της εκπαίδευσης και ένταξη στις βασικές δεξιότητες των μαθητών ως το 2004», κλπ. Πρόκειται για «βαρύγδουπες» ανακοινώσεις που δεν μπορούν να κρύψουν το στόχο της ΕΕ και της κυβέρνησης. Δηλαδή, τη σύνδεση της εκπαίδευσης με τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις για τη διαμόρφωση του «απασχολήσιμου» και κυρίως του ελεγχόμενου εργατικού δυναμικού. Λογική που υπαγορεύει την εμπορευματοποίηση της γνώσης και την επιχειρηματική λειτουργία των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Ηδη, υλοποιεί η ελληνική κυβέρνηση αυτή την πολιτική, εξοστρακίζοντας χιλιάδες μαθητές -προερχόμενους κύρια από την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα- από το ενιαίο λύκειο και γενικότερα από την πραγματική μόρφωση.

Σήμερα ζούμε την κυβερνητική επίθεση για «ποιότητα» στην εκπαίδευση, όπου με εργαλείο την αξιολόγηση σχολικών μονάδων, εκπαιδευτικών και μαθητών εμπορευματοποιείται παραπέρα η εκπαίδευση χορηγώντας πιστοποιητικά «ποιότητας» στα σχολεία, όπως ακριβώς στα εμπορεύματα.

Το ΚΚΕ έχει καταθέσει τις προτάσεις του για μια εκπαίδευση στην υπηρεσία των λαϊκών αναγκών. Παλεύει για απαλλαγή της λαϊκής οικογένειας από τα δυσβάσταχτα οικονομικά βάρη της εκπαίδευσης. Για την κάλυψη του συνόλου των εκπαιδευτικών αναγκών μέσα από το δημόσιο και δωρεάν εκπαιδευτικό σύστημα, στην κατεύθυνση της κατάργησης κάθε μορφής ιδιωτικοποίησης, άμεσης ή έμμεσης.

Επίσης θα προωθηθούν στον τομέα της έρευνας, το 6ο Πρόγραμμα Πλαίσιο και ο «Ευρωπαϊκός χώρος έρευνας», που θέλουν τα ερευνητικά ιδρύματα να λειτουργούν ως επιχειρήσεις, οι οποίες θα κινούνται από τις παραγγελίες των πελατών και όχι ως χώροι παραγωγής νέας γνώσης χρήσιμης για το κοινωνικό σύνολο.

 

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Στα πλαίσια της πολιτικής ασφάλειας η ελληνική προεδρία θα προωθήσει μέτρα κρατικής τρομοκρατίας, τους γενικούς άξονες των οποίων έχουν αποφασίσει οι αρχηγοί των κρατών-μελών της ΕΕ, μέσω περαιτέρω διευθετήσεων για τον ευρωστρατό (προσδιορισμό στρατιωτικού δυναμικού που απαιτείται, διαχείριση κρίσεων κ.ά), την τρομοκρατία (αξιολόγηση τρομοκρατικής απειλής, μηχανισμοί ανταλλαγής πληροφοριών, διάλογος και συμφωνίες με τρίτες χώρες για καταπολέμηση τρομοκρατίας, δυνατότητες χρήσης στρατιωτικού ή μη στρατιωτικού δυναμικού κ.ά), τη μετανάστευση (μηχανισμοί για κυνηγητό παράνομης μετανάστευσης, αυστηρότεροι όροι για άσυλο, καταμερισμός δαπανών μεταξύ κρατών-μελών, κλπ.) και την ενιαία διαχείριση συνόρων (ευρωαστυνομία συνόρων, δίκτυο αστυνομικών συνδέσμων, κοινή εκπαίδευση κλπ.), την αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων.

Είναι νεότερα μέτρα κρατικής καταστολής κατά των λαών και ειδικά του ανερχόμενου μαζικού κινήματος, αφού λόγω της κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος, φοβούνται τη ριζοσπαστικοποίηση των λαϊκών μαζών. Δημιουργούνται νέοι κατασταλτικοί μηχανισμοί και παίρνονται νέα μέτρα περιορισμού ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων, στο όνομα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας και της λαθρομετανάστευσης, για τη θωράκιση των συμφερόντων του ευρωενωσιακού οικοδομήματος των μονοπωλίων.

Ωστόσο, άλλα μέτρα έχουν μείνει σε επίπεδο συζητήσεων, όπως ο καθορισμός στοιχειωδών δικαιωμάτων στους μετανάστες που ζουν χρόνια στην ΕΕ, η οικογενειακή επανένωση κ.ά. Τους χρησιμοποιούν σαν φτηνό εργατικό δυναμικό, καλλιεργώντας ταυτόχρονα ότι αποτελούν την αιτία των λαϊκών οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων που γεννά η βαρβαρότητα του καπιταλιστικού συστήματος, δημιουργώντας κλίμα ξενοφοβίας και ρατσισμού.

 

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΝΔ ΚΑΙ ΣΥΝ

Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ είναι στρατηγική επιλογή της ντόπιας ολιγαρχίας, γιατί ενισχύει την εξουσία, δύναμη και κερδοφορία της. Γι’ αυτό τα κόμματα που είναι υπέρ της ΕΕ, παρουσιάζουν τη συμμετοχή της χώρας μας, σαν «επένδυση της ασφάλειας για τη χώρα και το μέλλον της».

Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ συμφωνούν απόλυτα στην ενίσχυση του ευρωενωσιακού ιμπεριαλιστικού κέντρου.

Η ΝΔ, παρά τη δημαγωγική κριτική της προς την κυβέρνηση για προεδρία χωρίς όραμα και σχεδιασμό, αλλά και την «παράλληλη προεδρία» που ανήγγειλε με σύνθημα: «Ευρώπη για όλους - Ευημερία ασφάλεια», ουσιαστικά στηρίζει τις στρατηγικής σημασίας κοινοτικές επιλογές και εστιάζει την κριτική της στον τρόπο διαπραγμάτευσης και διαχείρισης από το ΠΑΣΟΚ (ευρωστρατός, ΚΑΠ).

Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι η πολιτική της ΝΔ είναι «ο ενεργότερος δυνατός ρόλος της Ελλάδας στην ΕΕ, με τη συμμετοχή της στην ΟΝΕ, αλλά και σε όποιον σκληρό πυρήνα πολιτικής δημιουργείται κατά περίπτωση, Αμυνα, Σένγκεν κ.ο.κ», ώστε να αναβαθμίζεται «ο ρόλος της Ελλάδας μέσα στην ΕΕ και να αποτελεί τον ευρωπαϊκό προπομπό στα Βαλκάνια και να της ανατίθενται οι ανάλογες ευθύνες»[15].

Ο ΣΥΝ έχει ταχθεί υπέρ της διεύρυνσης, του ευρωστρατού, της ΟΝΕ, της ευρωπαϊκής ενοποίησης και υιοθετεί το σύνθημα για περισσότερο «κοινωνική Ευρώπη». Συγκαλύπτει έτσι τον ταξικό χαρακτήρα της ΕΕ, σαν συνασπισμό κυρίαρχων καπιταλιστικών τάξεων, για την ένταση της εκμετάλλευσης μέσα και έξω από την ΕΕ. Η λογική του ΣΥΝ είναι η παραπέρα ενδυνάμωση του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κέντρου σαν «απάντηση της Ευρώπης στις μεγάλες προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και ο δρόμος για τη θετική παρέμβαση της Ευρώπης στο παγκόσμιο γίγνεσθαι», γι’ αυτό «οι μεγάλοι κίνδυνοι που προκύπτουν από την παγκόσμια κυριαρχία της μιας υπερδύναμης μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω της δημιουργίας και άλλων πόλων...»[16]. Στην κατεύθυνση αυτή αποδέχεται τον ευρωστρατό υπεραμυνόμενος της αμυντικής αυτονομίας της ΕΕ έναντι των ΗΠΑ.

Με αυτή την έννοια η κυβέρνηση θα έχει ουσιαστική πολιτική στήριξη στη διάρκεια της ελληνικής προεδρίας τόσο από τη ΝΔ, όσο και το ΣΥΝ.

 

ΔΥΝΑΜΩΝΕΙ Η ΛΑΪΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Στην προοπτική αυτών των εξελίξεων, διαμορφώνεται ένας πόλος συσπείρωσης δυνάμεων, σε κατεύθυνση αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή, που οργανώνει κινητοποιήσεις για να υποδεχτεί αγωνιστικά την ελληνική προεδρία το 2003, με συγκεκριμένα μέτωπα πάλης ενάντια στις πολιτικές και τα νέα αντιλαϊκά μέτρα που θα προωθήσει η ελληνική προεδρία. Οι κομμουνιστές που συμμετέχουμε οφείλουμε να αποκαλύψουμε παρά την αρνητική επίδραση και επηρεασμό που προκαλούν οι εξελίξεις και ιδιαίτερα ο καλλιεργούμενος φόβος της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας, την ένταση της κρατικής τρομοκρατίας που στόχο έχει το μαζικό κίνημα, τους κερδισμένους από τον πόλεμο του Ιράκ, το σκοπό δημιουργίας του ευρωστρατού, της διεύρυνσης, της προωθούμενης διχοτόμησης της Κύπρου, προκειμένου το λαϊκό κίνημα να αναπτυχθεί περισσότερο και να ανταποκριθεί στις σημερινές ανάγκες, να βάλει φρένο ή να περιορίσει τις αρνητικές συνέπειες, να οργανώσει την αντεπίθεσή του.

Ωστόσο, δραστηριοποιούνται και δυνάμεις που τάσσονται υπέρ της ΕΕ και επιχειρούν να προσανατολίσουν τις κινητοποιήσεις κατά τη διάρκεια της ελληνικής προεδρίας του 2003, σε κατεύθυνση καταδίκης της «παγκοσμιοποίησης», με την ηγεμονία των ΗΠΑ, αφήνοντας άθικτη την εξουσία των μονοπωλίων και καλύπτοντας τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις της ΕΕ. Διαχέουν αποπροσανατολιστικά, ουτοπικά συνθήματα για «κοινωνική Ευρώπη», «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός» (σ.σ. με τη μεταρρύθμιση του ιμπεριαλιστικού συστήματος) κ.ά., προβάλλουν συνθήματα κατά του πολέμου και του νεοφιλελευθερισμού, όμως, ουσιαστικά στηρίζουν τις αντιδραστικές για τους λαούς πολιτικές εξελίξεις στην ΕΕ, αφού δεν καταδικάζουν τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό που εκδηλώνεται με: διεύρυνση, ευρωστρατό, στραγγαλισμό των οικονομικών και κοινωνικών κατακτήσεων και ελευθεριών, ξεκλήρισμα και νέων μικρομεσαίων αγροτικών νοικοκυριών, ιδιωτικοποίηση και υποβάθμιση της δημόσιας παιδείας, επιδείνωση στις σχέσεις εργασίας, συνολικά την ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική επιθετικότητα.

Γίνονται προσπάθειες για να διοχετευθούν οι νέες δυνάμεις που ριζοσπαστικοποιούνται, σε αναχώματα τύπου ευρωπαϊκού κοινωνικού Φόρουμ, Γένοβας, ΓΣΕΕ κ.ά., σε ανώδυνα σχήματα για τις κυρίαρχες τάξεις στην ΕΕ.

Το ΚΚΕ θα συνεχίσει με όλες τις δυνάμεις του στην οργάνωση της λαϊκής αντίστασης και πάλης για κοινή δράση στα σοβαρά προβλήματα που προωθεί η ελληνική προεδρία της ΕΕ, σε μετωπική αντιπαράθεση για ανατροπή των αντιλαϊκών πολιτικών. Δε θα μείνουμε θεατές των εξελίξεων στην ΕΕ και τη χώρα μας, αλλά θα συνεχίσουμε να αποκαλύπτουμε, να συσπειρώνουμε και να προωθούμε συμμαχίες που θα αναπτύσσουν την ταξική πάλη, ενισχύοντας την αντίθεση του λαού με τα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό, θα προβάλλουμε πιο αποτελεσματικά και πειστικά τη μόνη πολιτική διεξόδου που υπάρχει υπέρ των λαϊκών συμφερόντων: τη συγκρότηση του αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού μετώπου στην προοπτική της λαϊκής εξουσίας.

 

 


 

 

Η Διαμάντω Μανωλάκου είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και υπεύθυνη του Τμήματος Ευρωπαϊκής Πολιτικής.

 

 

[1] «Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ», Ιανουάριος-Ιούνιος 2003, Απρίλιος 2002, σελ. 3.

 

 

[2] www.mfa.gr

 

 

[3] «ΗΜΕΡΗΣΙΑ», 16.9.2002.

 

 

[4] «ΝΕΑ» της Συνόδου: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΥΠΟΥ, Τρίτη 19 Νοέμβρη, σελ. 3-4.

 

 

[5] Στο ίδιο, σελ. 4.

 

 

[6] «ΝΕΑ» της Συνόδου, ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΥΠΟΥ, Τρίτη 19 Νοέμβρη, σελ. 5-6.

 

 

[7] www.mfa.gr / 3.12.2003.

 

 

[8] Απόφαση ΚΕ: «Οι εξελίξεις στην ΕΕ. Οικονομική και Νομοσματική Ενωση και «Ατζέντα 2000». Η μάχη των Ευρωεκλογών»: ΚΟΜΕΠ, τεύχος 1/1999, σελ 156.

 

 

[9] «Ριζοσπάστης», 3.12.2002.

 

 

[10] Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης: Δελτίο Τύπου, 27.11.2002.

 

 

[11] «Ριζοσπάστης», 28.11.2002.

 

 

[12] Υπουργείο Εργασίας: Δελτίο Τύπου, 27.11.2002.

 

 

[13] Ιστοσελίδα υπουργείου Εξωτερικών.

 

 

[14] «Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ», Ιανουάριος-Ιούνιος 2003: Υπουργείο Εξωτερικών, Απρίλιος 2002, σελ. 35.

 

 

[15] Αρθρο στην ιστοσελίδα της ΝΔ «www.ND.gr» με τίτλο: «ΙΣΧΥΡΟΙ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ», η ΝΔ είναι το κατ’ εξοχήν Ευρωπαϊκό κόμμα της Ελλάδας».

 

[16] Από το χαιρετισμό του προέδρου του ΣΥΝ, Ν. Κωνσταντόπουλου, στο προσυνέδριο του ΣΥΝ: «Η Αριστερά για την Ευρώπη», 8 Φεβρουαρίου 2002.