Η «ΘΕΩΡΙΑ» ΠΕΡΙ ΥΠΑΡΞΗΣ ΚΡΑΤΙΚΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΣΣΔ

Μεταξύ των αριστερών ομάδων που υπάρχουν στη σημερινή Ρωσία διαδίδεται ενεργητικά η «θεωρία» του κρατικού καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ. Μερικοί εκπρόσωποι του αριστερού κινήματος θεωρούν ότι αυτό το ζήτημα είναι τόσο ξεκάθαρο, που πλέον δεν υπάρχει αντικείμενο συζήτησης. Αυτό μοιάζει αρκετά περίεργο, επειδή δεν έχει γίνει καμιά κανονική συζήτηση για το θέμα αυτό. Οι ίδιοι οι οπαδοί της δοσμένης θεωρίας συνήθως δεν επιχειρηματολογούν για τη θέση τους, αλλά απλά τη διακηρύσσουν.

Τυπικό παράδειγμα μιας τέτιας διακήρυξης είναι το υλικό του Ολέγκ Σένιν «Προς το Πρόγραμμα του εργατικού κόμματος», που δημοσιεύτηκε σε ένα φύλλο της εφημερίδας «Εργατικό Κίνημα» το 1999. Χωρίς να κάνει τον κόπο να επιχειρηματολογήσει, ο Ο. Σένιν ανακοινώνει: «Η γραφειοκρατία υπέταξε γρήγορα όλη τη διοίκηση. Οι εργάτες παρέμεναν μισθωτοί εργαζόμενοι. Επιβεβαιώθηκε η μαρξιστική θέση σύμφωνα με την οποία, όσο η εξουσία στη χώρα δεν ανήκει στους εργάτες, η όποια κρατικοποίηση δε θα είναι κατάργηση της εκμετάλλευσης, αλλά μόνο αλλαγή της μορφής της. Στη θέση του σοσιαλισμού εγκαθιδρύθηκε στη χώρα ο κρατικός καπιταλισμός». Εδώ διατυπώθηκε και ολόκληρος ο ισχυρισμός. Κυριολεκτικά λίγες γραμμές πιο κάτω ο σ. Σένιν γράφει: «Στο τέλος της δεκαετίας του ’80 η ποσότητα των προβλημάτων μετατράπηκε σε ποιότητα. Το νέο κύμα της κομματικής νομενκλατούρας του ΚΚΣΕ, αφού ενώθηκε με τη σκοτεινή επιχειρηματική δραστηριότητα, κατέλαβε την οικονομία και τη μετέτρεψε σε δική της ιδιωτική ιδιοκτησία». Επιτρέψτε μου, αλλά εάν, όπως γράφει ο Σένιν, οι εργάτες ήταν δικοί της, της νομενκλατούρας, μισθωτοί εργαζόμενοι, αυτό σημαίνει, ότι ήδη κατείχε ιδιοκτησία. Γιατί να καταλάβει ακόμα κάτι (το οτιδήποτε); Ο σύντροφος Σένιν είναι φανερό ότι πέφτει σε αντίφαση.

Οταν υπέδειξα την αντίφαση σε έναν «κρατικοκαπιταλιστή» (σ.μ.: οπαδό της θεωρίας), μου απάντησε, ότι η νομενκλατούρα στα τέλη της δεκαετίας του ’80 δεν κατέλαβε την ιδιοκτησία, επειδή την κατείχε νωρίτερα, αλλά απλά διατύπωσε νομικά το δικαίωμά της σε αυτήν. Το θέμα άραγε ήταν μόνο να «φραχτεί ο κήπος»; Αφού στο σοβιετικό Σύνταγμα ο «ηγετικός και κατευθυντήριος» ρόλος του ΚΚΣΕ αναφερόταν απολύτως συγκεκριμένα. Ποια ακόμα νομική διατύπωση χρειάστηκε;

Η «θεωρία» του κρατικού καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ είναι μια προσπάθεια απλούστατης εξήγησης των ανεπαρκειών και των αντιθέσεων, που υπήρχαν στη σοβιετική κοινωνία. Η ζωτικότητα αυτής της «θεωρίας» έγκειται στην απλότητά της. Πραγματικά στο ερώτημα: «Γιατί κάτι δεν ήταν έτσι, όπως θα έπρεπε να είναι»; το ευκολότερο από όλα είναι να απαντήσεις: «Επειδή στην ΕΣΣΔ δεν υπήρξε κανένας σοσιαλισμός, υπήρξε κρατικός καπιταλισμός». Τέρμα - φτάνει. Με μια φράση αίρονται όλα τα ζητήματα. Απλά και βολικά. Σχεδίασαν μια απλούτσικη εικόνα, όπου το κράτος είναι ο συνολικός καπιταλιστής, στον οποίο οι εργάτες πουλάνε την εργατική τους δύναμη και όλη η δουλιά για την ανάλυση και την εξήγηση της σοβιετικής περιόδου έγινε. Κατόπιν μπορούν να κυκλοφορούν με ύφος μεγάλων θεωρητικών και να κρυφοκοιτούν υπεροπτικά τους «χαζούληδες», που προσπαθούν να μελετήσουν σοβαρά τη σοβιετική κοινωνία.

Οι οπαδοί της «θεωρίας» του κρατικού καπιταλισμού φαντάζονται το σοσιαλισμό σαν κάποια ιδανική κοινωνία, σαν μια βασιλεία του θεού στη γη, όπου τρέχουν ποτάμια με γάλα και το σαλάμι πηδάει μόνο του μέσα στο στόμα. Και εάν τα ποτάμια του γάλακτος δεν τρέχουν και σε μερικά μέρη δεν έχει καθόλου σαλάμι και αναγκάζεσαι για να το βρεις να ταξιδέψεις στην πρωτεύουσα, τότε αυτό με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να είναι σοσιαλισμός. Και αφού δεν είναι σοσιαλισμός, τότε τι είναι; Το να συγκαταλεχθεί η σοβιετική κοινωνία στον καπιταλισμό είναι δύσκολο, διαφέρει πολύ από τις συνηθισμένες καπιταλιστικές χώρες. Και να στα πιο «προχωρημένα» κεφάλια γεννιέται η «θεωρία» του κρατικού καπιταλισμού, που υποστηρίζει ότι αυτή, στην ουσία, είναι ένας νέος, πρωτοφανέρωτος κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός. Τι είναι αυτός ο νέος σχηματισμός θα πούμε πιο κάτω. Εδώ όμως, για κάποιους εραστές του κρατικού καπιταλισμού και του σαλαμιού, θα σημειώσουμε ότι στον καπιταλισμό, συμπεριλαμβανομένου και του κρατικομονοπωλιακού, η ενεργός ζήτηση για σαλάμι θα ικανοποιούνταν οπωσδήποτε. Το «αόρατο χέρι της αγοράς» θα εφοδίαζε τους φλογερούς κατόχους τριζάτων χαρτιών με το τόσο απαραίτητο γι’ αυτούς σαλάμι, οπουδήποτε και αν βρίσκονταν. Θα υπήρχαν τα χρήματα.

Απορρίπτοντας τη «θεωρία» του κρατικού καπιταλισμού, είναι πρώτα απ’ όλα απαραίτητο να απαντήσουμε στην ερώτηση, τι είδους κοινωνία είχαμε στην ΕΣΣΔ; Κατά την άποψή μας η Σοβιετική Ενωση κινούνταν στο δρόμο της ενίσχυσης των βάσεων του σοσιαλισμού και προχώρησε αρκετά στο δρόμο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Το κτίριο δεν το ολοκληρώσαμε, όμως από αυτά που έγιναν μπορεί κανείς να κρίνει σχετικά με το πώς είναι η κοινωνία του μέλλοντος, τι δυσκολίες περιμένουν εκείνους που θα τη δημιουργήσουν, τι αντιφάσεις περιέχει.

Φυσικά, η πλήρης εξάλειψη των τάξεων, η εξάλειψη των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων είναι αδύνατες σε μια χώρα. Με αυτή την έννοια ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο ως παγκόσμιο σύστημα.

Από την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο μέχρι την οικοδόμηση του σοσιαλισμού υπάρχει ορισμένη απόσταση. Είναι αδύνατο να υποδειχτεί η ημερομηνία, κατά την οποία συγκεκριμένα έρχεται ο σοσιαλισμός. Ομως, είναι γνωστό ότι στο δρόμο προς το σοσιαλισμό πρέπει να εξαλειφθεί η ιδιωτική (σ.μ.: ατομική) ιδιοκτησία, να οργανωθεί η σχεδιοποιημένη παραγωγή και κατανάλωση στο εύρος όλης της κοινωνίας. Στην ΕΣΣΔ αυτά τα καθήκοντα εκπληρώθηκαν σε σημαντικό βαθμό. Ηδη σε αυτήν τη βάση μπορούμε να μιλάμε για σοσιαλισμό στην ΕΣΣΔ. «Εφόσον τα μέσα παραγωγής γίνονται κοινή ιδιοκτησία, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και εδώ η λέξη «κομμουνισμός», φτάνει να μην ξεχνάμε πως δεν πρόκειται για ολοκληρωμένο κομμουνισμό»[1]. Για μια μεταβατική κοινωνία πρέπει να είναι χαρακτηριστική μια ευκίνητη σχέση μεταξύ της εμπορευματικότητας και της μη εμπορευματικότητας. Το να εξηγηθεί αυτή η κοινωνία από τις θέσεις της πολιτικής οικονομίας του καπιταλισμού είναι πια αδύνατο, όμως και μέχρι το σοσιαλισμό, όπως ιδανικά εννοείται από το μαρξισμό, είναι ακόμα μακριά. Το καθήκον μας είναι να προσπαθήσουμε να εξετάσουμε τη σοβιετική κοινωνία στην κίνησή της από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό. Πώς άλλαζαν οι κατευθύνσεις αυτής της κίνησης, με ποιους νόμους και μηχανισμούς έμπαιναν σε κίνηση οι παραγωγικές δυνάμεις.

Μπορούμε να ονομάσουμε τη σοβιετική κοινωνία μεταβατική - μπορούμε σοσιαλιστική. Γι’ αυτό το θέμα δεν αξίζει να χολοσκάμε. Ομως αυτό που είναι απολύτως απαράδεκτο είναι το κρέμασμα στην ΕΣΣΔ της ταμπέλας του κρατικού καπιταλισμού.

 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ;

Το 1918 στην εργασία «Για τα «αριστερά» παιδιαρίσματα και το μικροαστισμό» ο Β. Ι. Λένιν έγραφε: «Για να ξεκαθαρίσουμε περισσότερο το ζήτημα, ας φέρουμε πρώτα-πρώτα ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα κρατικού καπιταλισμού. Ολοι ξέρετε ποιο είναι αυτό το παράδειγμα: η Γερμανία. Εδώ έχουμε την «τελευταία λέξη» της σύγχρονης μεγάλης καπιταλιστικής τεχνικής και της σχεδιομετρικής οργάνωσης, που είναι υποταγμένη στον ιμπεριαλισμό των τσιφλικάδων και των αστών. Βγάλτε τις υπογραμμισμένες λέξεις, βάλτε αντί τη λέξη κράτος στρατιωτικό, τσιφλικάδικο, αστικό, ιμπεριαλιστικό, πάλι τη λέξη κράτος, αλλά κράτος άλλου κοινωνικού τύπου, άλλου ταξικού περιεχομένου, κράτος σοβιετικό, δηλαδή προλεταριακό, και θα έχετε όλο το σύνολο των όρων, που μας δίνουν το σοσιαλισμό»[2]. Δηλαδή κρατικός καπιταλισμός είναι ο καπιταλισμός στο ανώτερο στάδιο της ανάπτυξής του, όταν το κράτος συγχωνεύεται με τα μονοπώλια, όταν στην οικονομία κυριαρχούν οι μεγαλύτερες διεθνείς επιχειρηματικές ενώσεις, που υπονομεύουν τον ανταγωνισμό και υποτάσσουν όλες τις σφαίρες της ζωτικής δραστηριότητας του ανθρώπου και της κοινωνίας. Το ίδιο το κράτος γίνεται ένας πολύ μεγάλος καπιταλιστής. Σε ένα τέτιο επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού «ο σοσιαλισμός δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το άμεσο βήμα προς τα μπρος, πέρα από το κρατικό-καπιταλιστικό μονοπώλιο»[3]. Με αυτήν την έννοια η σημερινή Ρωσία είναι ένα κρατικοκαπιταλιστικό μόρφωμα.

Συνάμα, κανένας κρατικός καπιταλισμός δεν μπορεί να καταργήσει την ατομική ιδιοκτησία και επομένως την απομόνωση των ξεχωριστών εμπορευματοπαραγωγών, την εμπορευματική παραγωγή, τον ανταγωνισμό, την αναρχία, τις κρίσεις, την ανεργία και όλα τα υπόλοιπα θαύματα του καπιταλισμού. «Το μονοπώλιο αυτό είναι καπιταλιστικό, δηλαδή αναπτύχθηκε μέσα από τον καπιταλισμό και βρίσκεται μέσα στις γενικές συνθήκες του καπιταλισμού, της εμπορευματικής παραγωγής, του συναγωνισμού, σε μόνιμη και αδιέξοδη αντίθεση με αυτές τις γενικές συνθήκες»[4]. Εάν στην ΕΣΣΔ υπήρχε κρατικός καπιταλισμός, θα έπρεπε να απολαμβάνουμε όλα τα θαύματα που αναφέρθηκαν πιο πάνω, που ενυπάρχουν σε κάθε αστική κοινωνία σε κάθε στάδιο ανάπτυξής της.

Αντί για αυτό η ΕΣΣΔ κατάργησε την ανεργία, δημιούργησε τα καλύτερα στον κόσμο συστήματα ιατρικής εξυπηρέτησης και εκπαίδευσης, που αγκάλιαζαν όλη την κοινωνία κ.ο.κ. Κανένας κρατικός καπιταλισμός δεν πέτυχε τέτια αποτελέσματα. Το να εξηγήσεις αυτό το γεγονός μόνο με τη συγκεντροποίηση, όπως προσπαθεί να κάνει ο σύντροφος Σένιν, είναι αδύνατο. Η ιστορία γνωρίζει πολλά παραδείγματα συγκέντρωσης, συγκεντροποίησης, παρέμβασης του κράτους στην οικονομική ζωή, όμως πουθενά δεν επιτεύχθηκε τίποτα παρόμοιο.

Το να συμφωνήσουμε με το ότι στην ΕΣΣΔ υπήρχε κρατικός καπιταλισμός σημαίνει να συμφωνήσουμε με τη δυνατότητα ύπαρξης ενός καπιταλισμού χωρίς ανταγωνισμό, ανεργία, πείνα, αθλιότητα. Και αυτό, με τη σειρά του, σημαίνει να φύγουμε από τις κομμουνιστικές θέσεις σε θέσεις ιδεαλιστικές, θέσεις του αστικού ρεφορμισμού. Οπως και να το δει κανείς έτσι καταλήγει. Τώρα πια δεν προκαλεί εντύπωση, από πού ξεπηδάει στο πρόγραμμα του Σένιν η διατήρηση «του μικρού ατομικού εμπορίου για απροσδιόριστο διάστημα». Και αυτό με το σημερινό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων! Από εδώ απέχει μόνο ένα βήμα μέχρι από την «πολυμορφία των μορφών ιδιοκτησίας» στο σοσιαλισμό, αυτήν την αγαπημένη διατύπωση των Ζιουγκανοφικών.

Και τι καταλαβαίνουν σαν κρατικό καπιταλισμό οι σύγχρονοι οπαδοί αυτής της «θεωρίας»; Στην εργασία «Η προδομένη επανάσταση» ο Λ. Τρότσκι έγραφε: «Το αίνιγμα του σοβιετικού καθεστώτος προσπαθούσαν να το λύσουν με το όνομα του κρατικού καπιταλισμού. Αυτός ο όρος παρουσιάζει εκείνη την ευκολία, ότι κανείς δεν ξέρει ακριβώς τι πραγματικά σημαίνει». Αθελά σου θα συμφωνήσεις με τον Τρότσκι, ακούγοντας τους μπερδεμένους, επιφανειακούς και αντιφατικούς συλλογισμούς των «κρατικοκαπιταλιστών» μας. Αυτοί οι ίδιοι ακριβώς δεν καταλαβαίνουν μέχρι τέλους τι αποδίδουν σε αυτόν τον ορισμό.

Για παράδειγμα, το επιφανές μέλος του ΟΦΤ[5], υποψήφιος διδάκτωρ των οικονομικών επιστημών Σ. Γκουμπάνωφ γράφει: «Ο κρατικός καπιταλισμός διαφέρει από οποιοδήποτε άλλο στάδιο του καπιταλισμού κατά το ότι οικονομικά, με το οικονομικό του σύστημα αρνείται το κέρδος. Ο κρατικός καπιταλισμός είναι καπιταλισμός χωρίς κέρδος, όμως με υπεραξία. Να η διαλεκτική, η ζωντανή διαλεκτική του πραγματικού (σ.μ.: υπαρκτού) καπιταλισμού. Και πού υπάρχει ο καπιταλισμός; Τώρα πουθενά, σε καμία χώρα, όμως η ΕΣΣΔ της περιόδου ’30-’50 ήταν πολύ κοντά του (σ.μ.: στον κρατικό καπιταλισμό)»[6]. Ο κάθε μαθητής που έχει διαβάσει ευσυνείδητα το σχολικό βιβλίο της κοινωνικής επιστήμης (σ.μ.: το αντίστοιχο της αγωγής του πολίτη) θα γελούσε με την καρδιά του με τον «επιστήμονα» Γκουμπάνωφ και την εφεύρεσή του τον «καπιταλισμό χωρίς κέρδος, αλλά με υπεραξία». Για το λόγο ότι ο μαθητής γνωρίζει ότι το κέρδος είναι αδύνατο να αποκοπεί από την υπεραξία. «Ο άμεσος στόχος της καπιταλιστικής παραγωγής -έγραφε ο Μαρξ- δεν είναι η παραγωγή εμπορευμάτων, αλλά υπεραξίας ή κέρδους στην ανεπτυγμένη μορφή του». Εάν είναι εφικτός ο «καπιταλισμός χωρίς κέρδος», τότε τι είναι ο σοσιαλισμός;

Υποστηρίζοντας τη θεωρία του κρατικού καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ είναι δυνατόν να κάνεις πολλές και πολύ ενδιαφέρουσες ανακαλύψεις. Ετσι, ο Σ. Γκουμπάνωφ συμπέρανε, ότι «η τάξη των καπιταλιστών και η εργατική τάξη είναι γνώρισμα όλου του καπιταλιστικού σχηματισμού και όχι ξεχωριστών σταδίων του, δεν είναι κατάλληλο για την ταυτοποίηση του κρατικού καπιταλισμού»[7]. Κατά τον Γκουμπάνωφ, η διαίρεση σε τάξεις είναι παρούσα σε όλο τον καπιταλιστικό σχηματισμό, αλλά όχι στα ξεχωριστά του στάδια. Ο «επιστήμονας» Γκουμπάνωφ ούτε που ντρέπεται να αντιφάσκει με τον εαυτό του σε μια (σ.μ.: μόνο) πρόταση. Και μετά, προκύπτει, είναι δυνατός ο καπιταλισμός χωρίς τάξεις. Για μια τέτια ανακάλυψη είναι καιρός να στηθεί μνημείο. Κάπου δίπλα στο Μαρξ ή καλύτερα στη θέση του Μαρξ.

Παραπέρα, ακόμα ένα ενδιαφέρον θεωρητικό συμπέρασμα του Σ. Γκουμπάνωφ: «Το πέρασμα στο σοσιαλισμό δεν είναι δυνατό (σ.μ.: να γίνει) από τον κάθε καπιταλισμό, αλλά μόνο από τον ανώτερο καπιταλισμό, ακριβώς από τον κρατικό καπιταλισμό». Ομως, σύμφωνα και πάλι με τον Γκουμπάνωφ, κρατικός καπιταλισμός δεν υπάρχει «σήμερα πουθενά, σε καμιά από τις χώρες του κόσμου». Και τώρα τι να κάνουμε; Πιθανά πρέπει να διαγραφούμε από τους κομμουνιστές και να εγγραφούμε στους κρατικούς καπιταλιστές για την προετοιμασία της κρατικοκαπιταλιστικής επανάστασης. Αλλιώς, βλέπεις, δε θα περάσουμε στο σοσιαλισμό!

Ο καθένας που συνεχίζει να θεωρεί τον εαυτό του οπαδό της «θεωρίας» του κρατικού καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ, πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσει το άρθρο του Γκουμπάνωφ. Πρέπει να μελετήσει τις δικές του (σ.μ.: του οπαδού) απόψεις.

Ο Γκουμπάνωφ, μάλλον, είναι ο μόνος, που προσπάθησε όχι μόνο να διακηρύξει, αλλά και να επιχειρηματολογήσει για τη «θεωρία» του κρατικού καπιταλισμού. Προέκυψε, όπως και έπρεπε να περιμένουμε, μια μεγάλη βλακεία. Και τίποτε άλλο δε θα μπορούσε να προκύψει.

Ο κρατικός καπιταλισμός σε εκείνη τη μορφή, όπως τον περιγράφουν ο Γκουμπάνωφ, ο Σένιν και οι οπαδοί τους, είναι ουτοπία. Μια τέτια κοινωνία απλά δεν μπορεί να υπάρξει. Εάν ο καπιταλισμός μπορούσε να αναπτυχθεί μέχρι το μοναδικό μονοπώλιο, τότε με αυτόν τον τρόπο θα καταργούσε ο ίδιος τον εαυτό του, επειδή σε αυτήν την περίπτωση η εμπορευματική παραγωγή θα αποδεικνυόταν αδύνατη. Οι υπάρχουσες σήμερα παραγωγικές δυνάμεις ξεπέρασαν τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Αυτές οι σχέσεις είναι τροχοπέδη στο δρόμο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Από εδώ εμφανίζονται οι κρίσεις. Εν τω μεταξύ, ο Σένιν και ο Γκουμπάνωφ φαντάζονται τον καπιταλισμό σαν κάποια λαστιχένια κοινωνία, που μπορεί κανείς να τραβάει εσαεί, μέχρι το μοναδικό μονοπώλιο, που κατακτά τα πάντα.

Για να πειστούμε ότι ο Σένιν δεν απομακρύνθηκε πολύ από τον Γκουμπάνωφ, αρκεί να ανοίξουμε το «Φύλλο Συζήτησης» Νο 1, που έχει εκδώσει ο ίδιος, όπου μπορούμε να διαβάσουμε τα ακόλουθα: «Ο κρατικός καπιταλισμός είναι σύστημα που βασίζεται στη βιομηχανική κρατικοποίηση της παραγωγής με συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια ενός στρώματος επαγγελματιών «διευθυνόντων» γραφειοκρατών. Ο κρατικός καπιταλισμός μπορεί να είναι τόσο στάδιο ανάπτυξης του ιδιωτικού καπιταλισμού, του οποίου το καθήκον συνίσταται στο ξεπέρασμα της κρίσης (μεταρρυθμίσεις του Ρούζβελτ, του Χίτλερ, του Φράνκο), όσο και ανώτερο στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Ο κρατικός καπιταλισμός στην ΕΣΣΔ έγινε ακριβώς το ανώτερο μονοπωλιακό στάδιο της ανάπτυξης του ιδιωτικού καπιταλισμού. Γι’ αυτό το πέρασμα από αυτόν στην ιδιωτικοποιημένη οικονομία δεν είχε αποτέλεσμα την αύξηση της παραγωγής, αλλά την εκφύλιση και κατάρρευσή της».

Πρακτικά ο Σένιν εδώ επαναλαμβάνει την «ανακάλυψη» του Γκουμπάνωφ για το «ανώτερο στάδιο του καπιταλισμού», το οποίο δεν υπάρχει «τώρα πουθενά, σε καμιά από τις χώρες του κόσμου». Ο προσεκτικός Σένιν δεν πάει παραπέρα, για να μην αραδιάσει εντελώς φανερές βλακείες. Πραγματικά, αρκεί ένας Γκουμπάνωφ.

Αλλωστε και αυτά που έχει πει ο Σένιν αρκούν, για να φωτιστεί όλο το αβάσιμο της «θεωρίας» του κρατικού καπιταλισμού. Ετσι θα ήθελα να ρωτήσω τον Σένιν, τι σημαίνει το πέρασμα από «το ανώτερο μονοπωλιακό στάδιο ανάπτυξης του ιδιωτικού καπιταλισμού» στην «ιδιωτικοποιημένη οικονομία»; Τι είναι αυτές οι επαναστάσεις στο εσωτερικό του σχηματισμού; Εξηγήστε, παρακαλώ, σύντροφε Σένιν!

Φυσικά, στις καπιταλιστικές χώρες περιοδικά γίνεται, τη μια εθνικοποίηση, την άλλη ιδιωτικοποίηση ολόκληρων κλάδων. Ομως αυτό ποτέ δεν οδηγεί στην οπισθοδρόμηση από το «ανώτερο μονοπωλιακό στάδιο ανάπτυξης του ιδιωτικού καπιταλισμού» σε κάποια «ιδιωτικοποιημένη οικονομία». Για παράδειγμα, σε όποιον και αν ανήκουν στη σύγχρονη Ευρώπη (στο κράτος ή σε ιδιώτες) οι σιδηρόδρομοι, τα ορυχεία κλπ., η οικονομία αυτών των χωρών παραμένει μονοπωλημένη. Ο καπιταλισμός, φτάνοντας στο μονοπωλιακό στάδιο της ανάπτυξής του, δεν μπορεί καθόλου να επιστρέψει στο επίπεδο του καπιταλισμού των μέσων του προηγούμενου (19ου) αιώνα, δηλαδή στον προμονοπωλιακό καπιταλισμό. Από εδώ μπορεί να κινηθεί μόνο προς τα εμπρός, μόνο προς το σοσιαλισμό. Ομως στον Σένιν προκύπτει, ότι από το μονοπωλιακό καπιταλισμό μπορεί να επιστρέψει στον προμονοπωλιακό.

Εκτός από αυτό είναι απολύτως λάθος να μπαίνει το σύμβολο της ισότητας μεταξύ της Αμερικής του Ρούζβελτ, της Ισπανίας του Φράνκο, της Γερμανίας του Χίτλερ και της ΕΣΣΔ. Εκεί είχαν θέση ισχυρά αστικά κράτη που περιφρουρούσαν τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου, ενώ στην ΕΣΣΔ οι καπιταλιστές και τα κεφάλαιά τους τσακίστηκαν, εδώ υπήρχε μια εντελώς διαφορετική κοινωνία. Και ύστερα, να μπαίνει το σύμβολο της ισότητας μεταξύ της ΕΣΣΔ και της φασιστικής Γερμανίας... Τότε γιατί πολεμήσαμε; Εάν η οικονομία της ΕΣΣΔ είναι ταυτόσημη με την οικονομία της φασιστικής Γερμανίας αυτό σημαίνει: Η Σοβιετική Ενωση ήταν μεγάλος ιμπεριαλιστικός άρπαγας, σημαίνει ότι από την πλευρά της και αυτή διεξήγε ιμπεριαλιστικό κατακτητικό πόλεμο, σημαίνει ότι ο Στάλιν εξισώνεται με τον Χίτλερ, σημαίνει ότι οι σοβιετικοί εργάτες δεν έπρεπε να πεθαίνουν στον αιματηρό πόλεμο, που εξαπολύθηκε και από το «σοβιετικό ιμπεριαλισμό», αλλά να εύχονται την ήττα στο δικό τους «ιμπεριαλισμό» και να μετατρέψουν τον πόλεμο σε εμφύλιο, σημαίνει ότι οι Μπαντεροφικοί (σ.μ.: αντιδραστικοί αποσχιστές συμμορίτες στη δυτική Ουκρανία) και τα «αδέλφια του δάσους» (σ.μ.: εννοεί τα στρατεύματα του Βλάσοφ), που σκότωναν σοβιετικούς στρατιωτικούς και καμιά φορά πυροβολούσαν τους χιτλερικούς, είναι οι πραγματικοί ήρωες του πολέμου; Ολα αυτά προκύπτουν λογικά από τη «θεωρία» του κρατικού καπιταλισμού.

Για καιρό προσπαθούσα να βρω μια ακριβή και συνεπή εξήγηση της «θεωρίας» του κρατικού καπιταλισμού, όμως δε βρήκα. Μάλλον, είναι πολύ δύσκολο να θεμελιώσεις αυτό που δεν μπορεί να υπάρχει. Σαν αποτέλεσμα έφτασα στο συμπέρασμα ότι, απλά, καμιά «θεωρία» κρατικού καπιταλισμού δεν υπάρχει. Είναι μόνο ένα μπερδεμένο ψέλλισμα χαμένων ανάμεσα σε δυο πεύκα, όμως πολύ φιλόδοξων συντρόφων…

 

ΤΑ ΣΤΑΔΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΗΣ ΕΣΣΔ

Η σοβιετική κοινωνία στις διάφορες εποχές ήταν διαφορετική. Αποτιμώντας τις διαδικασίες που έλαβαν χώρα στη σοβιετική οικονομία, μπορούμε να ξεχωρίσουμε τρία στάδια ανάπτυξής της. Το πρώτο - μέχρι το 1939, το δεύτερο - από το ’39 μέχρι το ’65 και το τρίτο - από το ’65 μέχρι το ’89. Συνάμα, μιλώντας για αυτά τα στάδια, πρέπει να καταλαβαίνουμε ότι τα καθορισμένα χρονικά όρια είναι αρκετά συμβατικά. Αυτά (σ.μ.: τα όρια) περίπου μόνο ξεχωρίζουν τις διαφορετικές τάσεις που έδρασαν στη σοβιετική οικονομία. Θα εξετάσουμε το κάθε στάδιο ξεχωριστά.

Το πρώτο στάδιο - μέχρι το ’39. Η επίθεση ιππικού ενάντια στον καπιταλισμό που επιχειρήθηκε μετά την Οκτωβριανή επανάσταση απέτυχε, επειδή οι παραγωγικές δυνάμεις στη Ρωσία δεν είχαν αναπτυχθεί ακόμα μέχρι τις σοσιαλιστικές σχέσεις. Το να οργανωθεί σχεδιοποιημένη, μη εμπορευματική οικονομία σε μια χώρα, όπου βασικοί παραγωγοί ήταν τα εκατομμύρια αγροτικά νοικοκυριά, αποδείχτηκε αδύνατο. Σαν αποτέλεσμα το 1921 έγινε αναγκαστική η εφαρμογή της ΝΕΠ, πράγμα που ήταν, μιλώντας με τα λόγια του Λένιν, «παλινόρθωση του καπιταλισμού σε σημαντικό βαθμό».

Αυτή την περίοδο και οι κρατικές βιομηχανικές επιχειρήσεις δούλευαν σε εμπορευματική βάση. Τον Απρίλη του 1923 εκδόθηκε το διάταγμα της ΠΚΕΕ (Πανρωσικής Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής) και του ΣΛΕ (Συμβουλίου Λαϊκών Επιτρόπων) «Για τις κρατικές βιομηχανικές επιχειρήσεις, που λειτουργούν με τις αρχές του εμπορικού οφέλους (τραστ)». Σε αυτό αναφερόταν ότι τα τραστ είναι οργανωμένα με σκοπό την απόκτηση του μεγαλύτερου κέρδους και το κρατικό ταμείο δεν καλύπτει τα χρέη τους. Στις επιχειρήσεις παραχωρήθηκε πλατιά οικονομική αυτονομία: είχαν το δικαίωμα να καθορίζουν μόνες τους την τιμή των προϊόντων τους και να εμφανίζονται ελεύθερα στην αγορά ως αυτοτελείς ανταλλακτικές μονάδες. Εάν σταματούσαμε σε αυτό, τότε πραγματικά δε θα μπορούσε να γίνεται λόγος για σοσιαλιστική επανάσταση.

Η υποχώρηση σταμάτησε το 1929. Τότε ήταν που διακηρύχθηκε «η επίθεση του σοσιαλισμού σε όλο το μέτωπο». Να πώς θυμάται αυτή τη στιγμή ο τότε πρόεδρος της Κρατικής Επιτροπής Σχεδιασμού Γ. Μ. Κρζιζανόβσκι. Σε ένα γράμμα προς τη σύζυγό του γράφει: «Οι καιροί που ζούμε είναι μεγάλοι… Ξύπνησε η δύναμη των κάτω! Η αποφασιστική ιστορική δύναμη είναι παρούσα. Η πένα μου δεν μπορεί να περιγράψει εκείνη την ανήσυχη χαρά που με καταλαμβάνει, όταν το βλέπω αυτό. Τότε πραγματικά γίνομαι ποιητής. Και οι ακροατές αυτό το ένοιωσαν… Η αίσθηση είναι τέτια, ότι μετά το αναγκαστικό μούδιασμα στο βόλεμα της ΝΕΠ το κόμμα ξεσήκωσε και πάλι όλους στη μάχη που πολύ περιμέναμε, στην επίθεση στον εχθρό»[8].

Το ίδιο, το 1929 πάρθηκε η απόφαση της ΚΕ του ΠΚΚ (μπ) «Για την αναδιοργάνωση της διεύθυνσης της βιομηχανίας», σύμφωνα με την οποία βασικός δείκτης της δουλιάς των επιχειρήσεων καθοριζόταν η διαφορά μεταξύ του τεθέντος και του πραγματικού κόστους, με αδιάκοπη τήρηση των απαιτήσεων που προβάλλονταν σχετικά με την ποιότητα της παραγωγής. Ως αποτέλεσμα αυτών των μεταρρυθμίσεων το κέρδος έχασε τις λειτουργίες που είχε στον καθορισμό των τιμών και ως κίνητρο και διατήρησε μόνο τη λογιστική (σ.μ.: λειτουργία). Αυτή η κατάσταση διατηρήθηκε μέχρι τη μεταρρύθμιση του 1965.

Το δεύτερο στάδιο - από το 1939 μέχρι το 1965. Ως αποτέλεσμα της «επίθεσης του σοσιαλισμού σε όλο το μέτωπο» το 1939 δημιουργήθηκε μια εντελώς διαφορετική κατάσταση σε σύγκριση με το 1921, οπότε υποχρεώθηκαν να εφαρμόσουν τη ΝΕΠ. Είχε γίνει η κολεκτιβοποίηση και η εκβιομηχάνιση. Ο κουλάκος έπαψε να υπάρχει ως τάξη, σε αντικατάσταση του μικρού ήρθαν τα κολχόζ, εμφανίστηκε η μεγάλη βιομηχανία. Η ιδιωτική παραγωγή εξαφανίστηκε εντελώς. Οι κρατικές επιχειρήσεις, και τα κολχόζ επίσης, δρούσαν σύμφωνα με το ενιαίο κρατικό σχέδιο. Εφαρμοζόταν συνειδητή πολιτική για την αντικατάσταση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων από σχεδιοποιημένες. Μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι κάπου σε αυτό το στάδιο έπαψε πρακτικά να λειτουργεί ο νόμος της αξίας. Από τις εμπορευματοχρηματικές σχέσεις έμεινε μόνο η εξωτερική τους μορφή (αναλυτικότερα γι’ αυτό θα γίνει λόγος πιο κάτω).

«Υπάρχουν δύο τύποι παραγωγής: ο καπιταλιστικός τύπος, στον οποίο περιλαμβάνεται και ο κρατικοκαπιταλιστικός, όπου υπάρχουν δύο τάξεις, όπου η παραγωγή δουλεύει για το κέρδος του καπιταλιστή, και υπάρχει και άλλος, ο σοσιαλιστικός τύπος παραγωγής, όπου δεν υπάρχει εκμετάλλευση, όπου τα μέσα παραγωγής ανήκουν στους εργάτες και όπου οι επιχειρήσεις δε δουλεύουν για το κέρδος μιας ξένης τάξης, αλλά για τη διεύρυνση της βιομηχανίας για τους εργάτες συνολικά»[9]. Η δουλιά «όχι για το κέρδος», «αλλά για τη διεύρυνση της βιομηχανίας για τους εργάτες συνολικά» έγινε η πραγματικότητα εκείνου του καιρού.

Ακριβώς σε αυτό το στάδιο πραγματοποιούνταν η πιο συνεπής κίνηση προς το σοσιαλισμό, η οποία διακόπηκε από τη μεταρρύθμιση του 1965.

Το τρίτο στάδιο - από το 1965 μέχρι το 1989. Η οικονομική μεταρρύθμιση του 1965 έδωσε προτεραιότητα στους αξιακούς δείκτες επί των φυσικών και ενίσχυσε το ρόλο του κέρδους. Η μεταρρύθμιση πρόσθεσε στη λογιστική λειτουργία του κέρδους τη λειτουργία της διαμόρφωσης των τιμών και του κινήτρου. Ως αποτέλεσμα εμφανίστηκε στις επιχειρήσεις ίδιον συμφέρον, που δεν εναρμονιζόταν πάντα με τα συμφέροντα της κοινωνίας. Πολύ συχνά εμφανιζόταν η κατάσταση από τις θέσεις του κρατικού σχεδίου να πρέπει να γίνει το ένα, ενώ από τις θέσεις των συμφερόντων ιδιοσυντήρησης των επιχειρήσεων το άλλο. Οι οικονομικοί μοχλοί λειτουργούσαν ενάντια στα καθήκοντα του σχεδίου.

Μετά τη μεταρρύθμιση του 1965 ο νόμος της αξίας άρχισε με επιμονή να ανοίγει το δρόμο του. Δεν είναι σωστό να πούμε, ότι η μεταρρύθμιση του 1965 παλινόρθωσε τον καπιταλισμό, όμως η κίνηση στράφηκε ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση. Παρέμενε ακόμα το σχέδιο, εκφρασμένο σε φυσικούς δείκτες, το μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου, απουσίαζε η ελεύθερη διαμόρφωση τιμών, όμως όλα αυτά σιγά-σιγά υποσκάπτονταν. Ετσι, τη δεκαετία του ’70 η Κρατική Επιτροπή Τιμών απέρριψε σαν ατεκμηρίωτες το 30% των αιτήσεων των επιχειρήσεων για αύξηση των τιμών της παραγωγής τους. Αρχιζε να ξετυλίγεται το κυνήγι του κέρδους. Τελειωτικά το αυθόρμητο της αγοράς απελευθερώθηκε από την περεστρόικα.

Το 1989 ψηφίστηκε ο νόμος «Για την επιχείρηση», που μετέτρεψε την επιχείρηση σε απομονωμένο παραγωγό. Επειτα ακολούθησε η απελευθέρωση των τιμών, η ιδιωτικοποίηση. Εμφανίστηκε η ατομική ιδιοκτησία και μαζί της τα αφεντικά και οι μισθωτοί εργαζόμενοι. Η παλινόρθωση του καπιταλισμού ολοκληρώθηκε.

 

ΥΠΗΡΧΑΝ ΣΤΗΝ ΕΣΣΔ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΟΧΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ;

Οι «κρατικοκαπιταλιστές» ισχυρίζονται, ότι στην ΕΣΣΔ υπήρχαν εμπορευματοχρηματικές σχέσεις, ότι η εργατική δύναμη ήταν εμπόρευμα κ.ο.κ. Θα αποταθούμε στο ίδιο το άρθρο του Φόμιν «Μαρξιστική ανατομία του Οκτώβρη και επικαιρότητα», στο οποίο σύμφωνα με το συγγραφέα, είναι συγκεντρωμένη όλη η κρατικοκαπιταλιστική σκέψη. Γράφει ο Φόμιν: «Ο χαρακτήρας της εργασίας των εργατών παρέμενε μισθωτός… Διατηρούνταν η εμπορευματική ανταλλαγή μεταξύ των κρατικών και κολχόζνικων - συνεταιριστικών τομέων της παραγωγής, το λιανικό εμπόριο και οι άλλες κατηγορίες της εμπορευματοχρηματικής οικονομίας».

Το ερώτημα, σχετικά με το τι είδους είναι ο χαρακτήρας (εμπορευματικός ή μη εμπορευματικός) της λαϊκής οικονομίας της ΕΣΣΔ, δεν είναι νέο. Συζητιόταν δραστήρια από τους σοβιετικούς οικονομολόγους καθ’ όλη τη διάρκεια ύπαρξης της ΕΣΣΔ. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 αυτή η συζήτηση έγινε ιδιαίτερα οξεία. Οι οικονομολόγοι χωρίστηκαν σε δυο ομάδες: τους «εμπορευματικούς» και τους «αντιεμπορευματικούς». Οι πρώτοι ισχυρίζονταν, ότι η σοβιετική οικονομία έχει εμπορευματικό χαρακτήρα και όλα τα αρνητικά της οφείλονται στο ότι δεν δίνεται η δέουσα προσοχή στην αξιοποίηση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων. Αυτοί πρότειναν να αυξηθεί ουσιαστικά ο ρόλος των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων. Εθεωρείτο, ότι αυτό θα ενδυναμώσει πολύ το ενδιαφέρον των επιχειρήσεων για τα αποτελέσματα της εργασίας τους.

Οι «αντιεμπορευματικοί», απεναντίας, θεωρούσαν, ότι η μεγέθυνση του ρόλου των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων είναι κάτι το απαράδεκτο, επειδή θα οδηγήσει στην εμφάνιση του εγωισμού των ξεχωριστών επιχειρήσεων, πράγμα που θα υπονομεύει τη σχεδιοποιημένη οικονομία. Μερικοί «αντιεμπορευματικοί» θεωρούσαν ότι η σοβιετική οικονομία ξεπέρασε τις εμπορευματοχρηματικές σχέσεις, ότι αυτές δε λειτουργούν πια πραγματικά και από αυτές έμεινε μόνο η εξωτερική μορφή. Οι «αντιεμπορευματικοί» προειδοποιούσαν ότι η προσπάθεια να αναστηθούν οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις θα οδηγήσει σε σοβαρές στρεβλώσεις στη λαϊκή οικονομία και, σε τελικό αποτέλεσμα, στην παλινόρθωση του καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ.

Τότε νίκησαν οι «εμπορευματικοί», συνέπεια του οποίου ήταν η μεταρρύθμιση του ’65. Ως αποτέλεσμα αυτής της μεταρρύθμισης είχαμε την οικονομία του παραλόγου, που βλέπαμε τα τελευταία 20 χρόνια της ύπαρξης της ΕΣΣΔ. Η μεταρρύθμιση αποδείχτηκε μισή, ανεπαρκής για να εκτοξεύσει τους μηχανισμούς της αγοράς, όμως υπέσκαψε σοβαρά τη σχεδιοποιημένη οικονομία. Την αγοραία μεταρρύθμιση την ολοκλήρωσαν τα χρόνια της περεστρόικα. Οπως και προέβλεπαν οι «αντιεμπορευματικοί», ο αγοραίος σοσιαλισμός μεταμορφώθηκε σε «συνηθισμένο» καπιταλισμό.

Είναι γνωστό, ότι ο Λένιν αγαπούσε να συγκρίνει το σοσιαλισμό με ένα μεγάλο εργοστάσιο. Ηταν η ΕΣΣΔ ένα τέτιο εργοστάσιο; Το ’39 ο Στάλιν έκανε λόγο για την πλήρη εξάλειψη της ιδιωτικής βιομηχανίας. Την ίδια περίοδο τα κολχόζ αγκάλιασαν το 93,5% των αγροτικών νοικοκυριών. Ολη αυτή η οικονομία λειτουργούσε σύμφωνα με ενιαίο σχέδιο. Οπως στις κρατικές επιχειρήσεις, έτσι και στα κολχόζ κατέβαινε πλάνο και για την ποσότητα και για τη βασική ονοματολογία της παραγωγής. Μεγάλο μέρος της παραγωγής των κολχόζ παραδινόταν στο κράτος. Την τεχνική, τα λιπάσματα και τα άλλα απαραίτητα προϊόντα της βιομηχανίας τα κολχόζ τα έπαιρναν επίσης σύμφωνα με το συγκεντροποιημένο πλάνο. Συνάμα «η ικανότητα αποπληρωμής» του κολχόζ δεν επηρέαζε την παράδοση της απαραίτητης σε αυτό παραγωγής της βιομηχανίας. Ηδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’30 δεν ταιριάζει να μιλάμε για «εμπορευματική ανταλλαγή μεταξύ του κρατικού και του κολχόζνικου - συνεταιριστικού τομέα της παραγωγής» σε καθαρή μορφή. Το κολχόζ σύμφωνα με την τάξη του πλάνου παρέδιδε τη παραγωγή και με την ίδια τάξη του πλάνου ελάμβανε τεχνικά μέσα, λιπάσματα κ.ο.κ.

Στο κύριο έργο του, το «Κεφάλαιο», ο Μαρξ έγραφε ότι: «τα αντικείμενα κατανάλωσης γίνονται γενικά εμπορεύματα μόνο επειδή είναι προϊόντα ανεξάρτητων, η μια από την άλλη, ιδιωτικών εργασιών». Προς το τέλος της δεκαετίας του ’30 στην ΕΣΣΔ δεν υπήρχε καμιά ιδιωτική εργασία και κανένας πλήρως μεμονωμένος παραγωγός. Η ΕΣΣΔ έγινε πραγματικά ένα ενιαίο εργοστάσιο. Και εάν είναι έτσι, τότε δε θα μπορούσε να υπάρχει ούτε αγορά ούτε εμπορευματοχρηματικές σχέσεις.

Να μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία του γνωστού σοβιετικού οικονομολόγου Ι. Σ. Μάλισεβ που, κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’50 και τις αρχές της δεκαετίας του ’60, ήταν αντιπρόεδρος της Κεντρικής Στατιστικής Διεύθυνσης της ΕΣΣΔ: «Θα δοκιμάσουμε τώρα να φανταστούμε στις πιο γενικές γραμμές την εικόνα της διαδικασίας της αναπαραγωγής στη λαϊκή οικονομία της ΕΣΣΔ.

Για κάθε επόμενο έτος στο κρατικό πλάνο ορίζεται ο συνολικός όγκος της υλικής παραγωγής, που παράγεται σε όλους τους κλάδους της λαϊκής οικονομίας της ΕΣΣΔ. Ταυτόχρονα, η παραγωγή που παράγεται από τους παραγωγικούς συνεταιρισμούς συμπεριλαμβάνεται σε αυτό το πλάνο εξίσου με την παραγωγή των κρατικών παλλαϊκών επιχειρήσεων. Η παραγωγή των κολχόζ συμπεριλαμβάνεται στο γενικό πλάνο της λαϊκής οικονομίας, σύμφωνα με τα πλάνα των ίδιων των κολχόζ, που γίνονται αντικείμενο επεξεργασίας στη βάση των κρατικών καθηκόντων για παραγωγή προϊόντων για το κράτος. Τα πλάνα των κολχόζ εξετάζονται από τα τοπικά όργανα του κράτους (τις περιφερειακές εκτελεστικές επιτροπές), τα οποία πρέπει να επαληθεύσουν εάν αυτά εγγυώνται την εκτέλεση του καθήκοντος για πώληση προϊόντων στο κράτος.

Σε αντιστοιχία με το πλάνο της παραγωγής πραγματοποιείται η κατανομή των κοινωνικών αποθεμάτων εργασίας και μέσων παραγωγής στους κλάδους της οικονομίας με τέτιο τρόπο, ώστε αυτή η κατανομή να εγγυάται την εκτέλεση του παραγωγικού πλάνου.

Ολο το παραγμένο προϊόν των κρατικών επιχειρήσεων είναι ιδιοκτησία της κοινωνίας, ανεξάρτητα από το αν αποτελείται από μέσα παραγωγής ή αντικείμενα κατανάλωσης.

Από όλο το παραγμένο προϊόν (το συνολικό κοινωνικό προϊόν) το μέρος που πρέπει κατευθύνεται στην αποκατάσταση των ξοδευμένων μέσων παραγωγής. Το μέγεθος αυτού του μέρους καθορίζεται από τις υλικές συνθήκες της παραγωγής και υπολογίζεται από πριν στο πλάνο της λαϊκής οικονομίας.

Το μέρος της παραγωγής που απομένει (το εθνικό εισόδημα στο εμπράγματο περιεχόμενό του) κατανέμεται σύμφωνα με το πλάνο για τη διεύρυνση της παραγωγής, την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών και την ατομική κατανάλωση των εργαζομένων της σοσιαλιστικής κοινωνίας»[10].

Το παράδειγμα που αναφέρθηκε δείχνει καλά πώς λειτουργούσε πραγματικά η σοβιετική οικονομία. Εμπόριο δεν υπήρχε όχι μόνο μεταξύ των επιχειρήσεων, αλλά και μεταξύ του κράτους και των κολχόζ. Τα κολχόζ στην ουσία μετατρέπονταν σε μέρος του ενιαίου λαϊκού οικονομικού συμπλέγματος. Το κράτος δεν τους πουλούσε τίποτα, αλλά το κατένειμε σε αντιστοιχία με το γενικό πλάνο. Υπήρχαν τρεις φορές «ζημιογόνα» κολχόζ, όμως και αυτά ελάμβαναν τα απαραίτητα προϊόντα της κρατικής βιομηχανίας. Το «ζημιογόνο» τους ήταν συμβατικό και οφειλόταν, κατά κανόνα, στο ότι το κολχόζ σύμφωνα με το κρατικό σχέδιο δεν καλλιεργούσε την πιο «συμφέρουσα» καλλιέργεια.

Θα συγκρίνουμε το απόσπασμα από τον Μάλισεβ με το πώς έβλεπαν το νέο κοινωνικό σχηματισμό οι κλασικοί. Στην εργασία «Οι αρχές του κομμουνισμού» ο Φ. Ενγκελς γράφει: «Πρώτα από όλα, η διεύθυνση της βιομηχανίας και όλων των κλάδων παραγωγής γενικά θα αφαιρεθεί από τα χέρια των ξεχωριστών, ανταγωνιζομένων μεταξύ τους ατόμων. Αντ’ αυτού όλοι οι κλάδοι της παραγωγής θα βρίσκονται υπό τη διεύθυνση όλης της κοινωνίας, δηλαδή θα διευθύνονται σύμφωνα με τα κοινωνικά συμφέροντα, σύμφωνα με το κοινωνικό πλάνο και με τη συμμετοχή όλων των μελών της κοινωνίας. Με αυτόν τον τρόπο αυτός ο νέος κοινωνικός σχηματισμός θα καταργήσει τον ανταγωνισμό και θα βάλει στη θέση του το συνεταιρισμό».

Στην ΕΣΣΔ τα μέτρα που υποδείχτηκαν από τον Ενγκελς υλοποιήθηκαν. Στην εξουσία των «ξεχωριστών ατόμων» έμεναν μόνο τα βοηθητικά νοικοκυριά (σ.μ.: 0,4 του εκταρίου που δινόταν στους αγρότες και εργάτες γης για καλλιέργεια συνήθως κηπευτικών για ατομική κατανάλωση και εμπορευματική παραγωγή). Γι’ αυτό ήταν δυνατό να παρατηρηθεί κάποια ομοιότητα με τις εμπορευματοχρηματικές σχέσεις μόνο στην αγορά των κολχόζ. Ομως αυτός ο κλάδος παραγωγής κατείχε μια τόσο ασήμαντη θέση, που μπορεί γενναία να βγει από τα εισαγωγικά.

Ο Ενγκελς έγραφε, ότι αξία μπορεί να είναι μόνο το προϊόν, «που έχει παραχθεί από ιδιώτη για ιδιωτικό όφελος». Στην ΕΣΣΔ δεν υπήρχε καμιά ιδιωτική παραγωγή για ιδιωτικό όφελος. Η σοβιετική λαϊκή οικονομία λειτουργούσε με ενιαίο πλάνο. Τα πλάνα διαμορφώνονταν σε φυσικούς δείκτες, ξεκινώντας από τις ανάγκες της κοινωνίας και την υπάρχουσα παραγωγική ισχύ. Μιλώντας χοντρικά, υπολογιζόταν πόσα παπούτσια χρειάζεται να παραχθούν, ώστε κανείς να μην κυκλοφορεί ξυπόλητος. Συνάμα, από το πλάνο προβλεπόταν και η λεγόμενη υπηρεσιακή οικοδόμηση. Ολα αυτά τα πολυάριθμα εργοστασιακά σπίτια, τα σπίτια ανάπαυσης, οι λέσχες, τα θεραπευτικά αναπαυτήρια, οι κατασκηνώσεις των πιονιέρων ανεγείρονταν επίσης σύμφωνα με το ενιαίο κρατικό πλάνο.

Μάλλον θα πουν ότι και στον καπιταλισμό, ιδιαίτερα το σύγχρονο μονοπωλιακό, υπάρχει σχεδιοποίηση. Ομως στον καπιταλισμό, κατά κανόνα, η σχεδιοποίηση δε βγαίνει έξω από τα όρια της επιχείρησης. Αλλά και ακόμα εάν βγαίνει, τότε στόχος μιας τέτιας σχεδιοποίησης είναι η προσαρμογή της παραγωγής με την προϋποτιθέμενη ενεργό ζήτηση. Αυτή είναι μια σχεδιοποίηση που δεν είναι προσανατολισμένη στην ικανοποίηση των αναγκών της κοινωνίας, αλλά στην εξαγωγή κέρδους. Αυτή η σχεδιοποίηση είναι προσπάθεια εξασφάλισης από τις αναπόφευκτες κρίσεις.

Στον καπιταλισμό το προϊόν που έχει παραχθεί είναι ατομική ιδιοκτησία του εμπορευματοπαραγωγού. Στην ΕΣΣΔ καμιά επιχείρηση δεν κατείχε την παραγωγή της, δεν αποφάσιζε πόσο θα παράγει, σε ποιον και πώς θα πουλάει. Ολο το προϊόν κατανεμόταν σύμφωνα με το κρατικό πλάνο και πρακτικά ήταν άμεσα κοινωνικό. Το κράτος, ακόμα και αν ήθελε, δεν μπορούσε να πουλήσει τίποτα στο εσωτερικό της χώρας, επειδή εδώ δεν υπήρχε κανείς στον οποίο να πουλήσει. Ολα ανήκαν στο κράτος, όλοι οι πολίτες ήταν εργαζόμενοι του κράτους (Γι’ αυτό τη λέξη κράτος στη δεδομένη περίπτωση μπορούμε εντελώς να την αλλάξουμε με τη λέξη «κοινωνία»).

«Πρώτον, τα μέσα παραγωγής δεν «πωλούνται» στον κάθε αγοραστή, δεν «πωλούνται» ούτε στα κολχόζ, μόνο κατανέμονται από το κράτος ανάμεσα στις επιχειρήσεις του. Δεύτερον, ο κάτοχος των μέσων παραγωγής - το κράτος κατά τη μεταβίβασή τους στη μια ή την άλλη επιχείρηση σε κανένα βαθμό δε χάνει το δικαίωμα ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, αλλά αντίθετα το διατηρεί πλήρως. Τρίτον, οι διευθυντές των επιχειρήσεων όχι μόνο δε γίνονται ιδιοκτήτες τους, αλλά αντίθετα, καθιερώνονται ως πληρεξούσιοι του σοβιετικού κράτους για την αξιοποίηση των μέσων παραγωγής, σύμφωνα με τα πλάνα που έχουν δοθεί από το κράτος»[11].

Φυσικά, το γεγονός ότι όλα τα μέσα παραγωγής βρίσκονται στην ιδιοκτησία του κράτους, από μόνο του δεν εξαλείφει ακόμα τις εμπορευματοχρηματικές σχέσεις. Ομως σε μια τέτια κοινωνία οι κρατικές επιχειρήσεις πρέπει να παραμένουν αυτοτελή οικονομικά υποκείμενα, που λειτουργούν για την εξαγωγή κέρδους. Και σημαίνει ότι πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει ανεργία, επειδή για το κράτος δεν έχει νόημα να υποστηρίζει μη κερδοφόρες επιχειρήσεις. Παράδειγμα μιας τέτιας οικονομίας μπορεί να γίνει η πρώην Γιουγκοσλαβία. Στο βιβλίο που εκδόθηκε το 1960 «Δοκίμια για τα ζητήματα του ισοζυγίου της λαϊκής οικονομίας» ένας από τους καθοδηγητές της Κεντρικής Στατιστικής Διεύθυνσης της ΕΣΣΔ ο Β. Α. Σόμπολ έγραφε: «Εάν αναγνωρίσουμε την οικονομία μας ως εμπορευματική, τότε πρέπει να ακολουθήσουμε το παράδειγμα της Γιουγκοσλαβίας, όπου μεταξύ των κρατικών επιχειρήσεων υπάρχουν σχέσεις ανταγωνισμού και οι τιμές διαμορφώνονται στην αγορά. Η αρχή του σχεδιασμού εκεί έχει ονομαστικό χαρακτήρα (σ.μ.: υπάρχει κατ’ επίφασιν). Και αλλιώς δεν μπορεί να είναι, γιατί εάν ήταν δυνατόν να σχεδιοποιηθεί η εμπορευματική οικονομία, τότε θα γινόταν δυνατή η σχεδιοποιημένη καπιταλιστική οικονομία»[12].

Στην ΕΣΣΔ όμως υπήρχε μια εντελώς διαφορετική περίπτωση «κρατικοποίησης». Σε μας υπήρχε ένα τεράστιο εργοστάσιο που δεν μπορούσε να λειτουργεί καπιταλιστικά, δηλαδή για την εξαγωγή κέρδους.

Στο μη εμπορευματικό χαρακτήρα της οικονομίας της ΕΣΣΔ έστρεφαν την προσοχή τους όλοι, όσοι λίγο-πολύ ευσυνείδητα μελετούσαν τη σοβιετική κοινωνία.

«Επαναλαμβάνω και υπογραμμίζω ότι για τις επιχειρήσεις στην κομμουνιστική κοινωνία (σ.μ.: εννοείται η ΕΣΣΔ) δεν υπάρχει αναγκαιότητα να είναι προσοδοφόρες οικονομικά, αρκεί να είναι κοινωνικά δικαιωμένες. Πρέπει να ικανοποιούν σε πρώτη σειρά εξωοικονομικές απαιτήσεις. Η μοίρα τους εξαρτάται από τις αποφάσεις των διευθυντικών (σ.μ.: διαχειριστικών) οργάνων. Από μια καθαρά οικονομική σκοπιά, όλες, το 100% των κομμουνιστικών επιχειρήσεων, είναι μη κερδοφόρες. Και παρ’ όλα αυτά υπάρχουν. Το ποιες από αυτές θα θεωρούνται οικονομικά μη κερδοφόρες, το αποφασίζουν τα διευθυντικά όργανα και όχι οι αρχές της επιβίωσης όπως εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες υπάρχουν οι επιχειρήσεις στην καπιταλιστική κοινωνία»[13].

Και να τι έγραφε στο ακραία αντιφατικό βιβλίο του «Ο κρατικός καπιταλισμός στη Ρωσία» ο θεμελιωτής αυτής της θεωρίας Τόνυ Κλιφ: «Στην πρώτη ματιά οι σχέσεις μεταξύ των διάφορων επιχειρήσεων στη Ρωσία φαντάζουν οι ίδιες, όπως οι σχέσεις μεταξύ των διάφορων επιχειρήσεων στις χώρες του κλασικού καπιταλισμού. Ομως είναι τέτιες μόνο στη μορφή… Οπως οι ξεχωριστές επιχειρήσεις, έτσι και όλη η οικονομία είναι συνολικά υποταγμένη στη σχεδιοποιημένη ρύθμιση της παραγωγής. Η διαφορά μεταξύ του καταμερισμού εργασίας, ας πούμε, μέσα σε ένα εργοστάσιο κατασκευής τρακτέρ και του καταμερισμού εργασίας μεταξύ αυτού του εργοστασίου και του χαλυβουργείου που το τροφοδοτεί είναι διαφορά μόνο βαθμού (σ.μ.: ως προς το βαθμό). Ο καταμερισμός της εργασίας μέσα στη ρωσική κοινωνία είναι, στην ουσία, μια από τις παραλλαγές του καταμερισμού εργασίας μέσα στην ξεχωριστή επιχείρηση.

Τυπικά τα προϊόντα κατανέμονται μεταξύ των διάφορων κλάδων της οικονομίας μέσω της ανταλλαγής, όμως λόγω του ότι ιδιοκτήτης όλων των επιχειρήσεων είναι μια οργάνωση -το κράτος- πραγματική ανταλλαγή εμπορευμάτων δε γίνεται. «Μόνο τα προϊόντα αυτοτελών, ανεξάρτητων της μιας από την άλλη εργασιών αντιπαρατίθενται το ένα στο άλλο σαν εμπορεύματα».

Στην κοινωνία των ατομικών παραγωγών που συνδέονται ο ένας με τον άλλο μέσω της ανταλλαγής, το μέσο που ρυθμίζει τον καταμερισμό εργασίας μέσα στην κοινωνία συνολικά είναι η χρηματική έκφραση της ανταλλακτικής αξίας - η τιμή. Στη Ρωσία υπάρχει άμεση σύνδεση μεταξύ των επιχειρήσεων μέσω του κράτους, το οποίο ελέγχει την παραγωγή σχεδόν στην κάθε μια από αυτές, και γι’ αυτό η τιμή χάνει την εξαιρετική σημασία της ως εκφραστής του κοινωνικού χαρακτήρα της εργασίας ή ρυθμιστής της παραγωγής»[14].

Σωστά γράφει ο κύριος - σύντροφος Κλιφ. Ενα δεν είναι κατανοητό - τι δουλιά έχει εδώ ο κρατικός καπιταλισμός;

Στη συλλογή που ετοιμάστηκε από το Ινστιτούτο Ρωσικής Ιστορίας της ΡΑΕ (Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών) «Κοινωνία και εξουσία τη δεκαετία του ’30» η λειτουργία του μηχανισμού της λαϊκής οικονομίας της ΕΣΣΔ περιγράφεται ως εξής: «Σε αντιστοιχία με το πέρασμα στο διοικητικό συγκεντρωτικό σχεδιασμό αναδομήθηκε όλο το σύστημα διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας, στην οποία στην αρχή ήταν εύκολο να παρατηρηθούν χαρακτηριστικά κληρονομημένα από τον πολεμικό κομμουνισμό. Στη βάση των κρατικών συνδικάτων τα οποία πρακτικά μονοπώλησαν τη διανομή και την αγορά, δημιουργούνται παραγωγικές ενώσεις που μοιάζουν πολύ στις διευθύνσεις των υπουργείων των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων και που ξεκίνησαν την οικοδόμηση της «υπηρεσιακής οικονομίας». Η παραγωγή έπρεπε να οικοδομείται μέσω ενός ευθέως συγκεντρωτικού κανονισμού από τα πάνω για όλους και για όλα μέχρι και τα όρια αμοιβής της εργασίας των εργατών. Οι επιχειρήσεις έπρεπε στην ουσία δωρεάν να παίρνουν τα αναλογούντα κονδύλια για πρώτες ύλες με το σύστημα των δελτίων… Χιλιάδες προμηθευτές σκόρπισαν στη χώρα, ξετινάζοντας κονδύλια, όρια κ.ο.κ.».

Το συμπέρασμα για το μη εμπορευματικό χαρακτήρα της σοβιετικής οικονομίας μπορεί να εξαχθεί και από τις εργασίες του γνωστού Αμερικανού οικονομολόγου Τ. Γκάλμπρεϊθ. «Μεγάλο μέρος της σχεδιοποιημένης εργασίας, που κάνει μια αμερικάνικη ή δυτικοευρωπαϊκή εταιρεία, στην οικονομία σοβιετικού τύπου την κάνει το κράτος. Μια μεγάλη αμερικάνικη εταιρεία καθορίζει τις ελάχιστες τιμές, οργανώνει τη ζήτηση για την παραγωγή της, καθορίζει ή συμφωνεί τις τιμές για τις πρώτες και τις ενδιάμεσες ύλες και κάνει βήματα για την εξασφάλιση της τροφοδοσίας. Επίσης καθορίζει ή συμφωνεί τις αμοιβές των ειδικών με διαφορετική προϋπηρεσία και ειδικότητα, των εργατών, όπως και κάνει βήματα για την εξασφάλιση εργατικής δύναμης. Στην ΕΣΣΔ όλες αυτές οι λειτουργίες εκτελούνται λίγο - πολύ με επιτυχία από τον κρατικό μηχανισμό σχεδιοποίησης… Στη δυτική οικονομία βασικό όργανο σχεδιοποίησης είναι η εταιρεία. Στο σοβιετικό σύστημα τέτοιο όργανο παραμένει το κράτος»[15].

Εάν στην οικονομία όλα καθορίζονται από το κράτος, εάν όλοι οι πολίτες είναι εργαζόμενοι του κράτους, τότε πού βρίσκεται θέση για εμπορευματοχρηματικές σχέσεις, των οποίων απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη μεμονωμένων, ανεξάρτητων παραγωγών;

Στην οικονομία της αγοράς οι τιμές διαμορφώνονται αυθόρμητα, ως αποτέλεσμα του ανταγωνισμού. Κανένα μονοπώλιο δεν είναι σε θέση να εξαλείψει εντελώς τον ανταγωνισμό και την αναρχία της παραγωγής. Ετσι, η «Γκαζπρόμ» είναι ένα από τα μεγαλύτερα διεθνή μονοπώλια, όμως και αυτό δεν μπορεί να συγκρατήσει τις τιμές στο αέριο, πράγμα για το οποίο κλαίγεται συνέχεια δημοσίως ο κύριος Βιάχιρεφ. Σύμφωνα με την εκτίμηση του τέως υπουργού εμπορίου της Ρώσικης Ομοσπονδίας Γ. Γκαμπούνια , το 1998 η πτώση της τιμής του αερίου ήταν της τάξης του 18%[16]. Τα μεγαλύτερα διεθνή μονοπώλια αλλάζουν και πέντε φορές την ημέρα τις τιμές ανάλογα με τα δελτία των χρηματιστηρίων. Η πετρελαϊκή αγορά είναι υπερμονοπωλημένη, όμως παρ’ όλα αυτά κανείς δεν ξέρει με ακρίβεια ποιες θα είναι οι τιμές του πετρελαίου μετά από ένα μήνα, πόσο μάλλον μετά από ένα χρόνο.

Στην ΕΣΣΔ, όμως, δεν υπήρχε ούτε ανταγωνισμός ούτε αναρχία - αυτοί οι αναπόφευκτοι συνοδοί της εμπορευματικής παραγωγής. Ολες οι τιμές καθορίζονταν από τα όργανα σχεδιασμού. «Οι τιμές, που βασίζονται στις εμπορευματικές σχέσεις, καθορίζονται στην αυθόρμητη αγοραία πάλη των ιδιωτικών επιχειρήσεων και αυτές τις τιμές δεν μπορεί να τις καθορίσει το τμήμα τιμών της Επιτροπής Κρατικού Σχεδιασμού. Αυτό είναι αλφαβήτα του μαρξισμού. Το Τμήμα Τιμών της Κρατικής Επιτροπής Σχεδιασμού δεν καθορίζει εμπορευματικές, αλλά τιποτένιες «λογιστικές τιμές», όπως και προβλέπεται, στη βάση κάποιου λογαριασμού και όχι στη βάση καταστάσεων του χρηματιστηρίου εμπορευμάτων που εκφράζουν το αυθόρμητο παιχνίδι των εμπορευματικών - αγοραίων σχέσεων»[17].

Στην κοινωνία με οικονομία της αγοράς η κατανομή της κοινωνικής εργασίας γίνεται αυθόρμητα, σε αντιστοιχία με το νόμο της αξίας. Οι πηγές ρέουν προς τα εκεί, όπου τη δεδομένη στιγμή η τιμή είναι υψηλότερη από την αξία, εκρέουν από εκεί, όπου η τιμή είναι χαμηλότερη από την αξία. Στην ΕΣΣΔ δεν υπήρχε τίποτα παρόμοιο. Για δεκαετίες υπήρχαν θαυμάσια οι λεγόμενες «σύμφωνα με το πλάνο μη κερδοφόρες» επιχειρήσεις και ακόμα ολόκληροι τέτοιοι κλάδοι. Να τι γράφει για αυτό ο Β. Α. Σόμπολ, παρεμπιπτόντως, ασκώντας πολεμική σε έναν οικονομολόγο, που θεωρούσε τη σοβιετική οικονομία εμπορευματική: «Στην εμπορευματική οικονομία οι τιμές υπό την επίδραση μεγάλης ζήτησης και ανεπαρκούς προσφοράς ξεπερνούν την αξία των εμπορευμάτων, ενώ στην περίπτωση που η προσφορά ξεπερνά τη ζήτηση οι τιμές πέφτουν κάτω από την αξία. Εάν έχουν έτσι τα πράγματα, τότε πώς εξηγείται ότι στη χώρα μας για δεκαετίες η ζήτηση των κρατικών επιχειρήσεων και οργανισμών για οικοδομικά υλικά (τούβλα, τσιμέντο, ασβέστη κ.λ.π.) ήταν μεγαλύτερη της προσφοράς και οι τιμές αυτών των προϊόντων ήταν ταυτόχρονα ελλειμματικές»[18]. Στην ΕΣΣΔ η κατανομή της κοινωνικής εργασίας πραγματοποιούταν με ευθείες εντολές, με αφετηρία τις ανάγκες της κοινωνίας, και όχι με την απόκλιση των τιμών από την αξία, όπως αυτό γίνεται σε κάθε καπιταλιστική κοινωνία.

Την όψη εμπορευματικότητας της σοβιετικής οικονομίας την προσέδιδαν το υπάρχον σύστημα χρηματικών λογαριασμών μεταξύ των επιχειρήσεων και το σχετιζόμενο με αυτό σύστημα των αξιακών δεικτών (κέρδος, Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν σε ρούβλια, ισοζύγιο, επενδύσεις κεφαλαίου, φόροι, αξία, κόστος παραγωγής, χρήμα, εμπόρευμα κ.λ.π.). Να τι γράφει για αυτό στο βιβλίο «Στους λαβύρινθους της παλινόρθωσης του καπιταλισμού» ο διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών, κατά τη σοβιετική εποχή επικεφαλής επιστημονικός συνεργάτης του Ινστιτούτου οικονομίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ Α. Γεριόμιν: «Είχαμε μόνο μια απομίμηση της εμπορευματικής ανταλλαγής μεταξύ των κρατικών επιχειρήσεων. Η απομίμηση συγκάλυπτε την πραγματική οικονομική διαδικασία και, μιλώντας με την ευκαιρία, δημιουργούσε εσφαλμένους προσανατολισμούς στα μυαλά των επικεφαλής, παροτρύνοντάς τους στην τεχνητή μεγέθυνση των δαπανών με στόχο να εξαναγκαστούν τα όργανα καθορισμού των τιμών να ορίσουν υψηλότερη τιμή για την παραγωγή τους. Ομως πραγματικά τα ρούβλια στις σχέσεις μεταξύ των επιχειρήσεων δεν έπαιζαν το ρόλο χρημάτων, αλλά υπολογιστικών μονάδων («λογιστικό χρήμα»), που μεσολαβούσαν στην ανταλλαγή δραστηριοτήτων και στον υπολογισμό των δαπανών».

Με ποιο τρόπο οι αξιακοί δείκτες δημιουργούσαν εσφαλμένους προσανατολισμούς, το δείχνει καλά το παράδειγμα με τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Οι αξιακοί δείκτες μαρτυρούν την αποτελεσματικότητα του προσωπικού των ελεγκτών και των εισπρακτόρων, επειδή αυτοί βελτιώνουν τη συλλογή των πληρωμών για τις μεταφορές. Από τη σκοπιά της οικονομίας της κοινωνικής εργασίας, η διατήρηση ελεγκτών και γενικά η είσπραξη πληρωμής για τις μεταφορές είναι μια άχρηστη δαπάνη κοινωνικής εργασίας. Η είσπραξη πληρωμής από τους επιβάτες στις αστικές συγκοινωνίες απαιτεί δαπάνη εργασίας για το τύπωμα των εισιτηρίων, την παραγωγή ακυρωτικών μηχανημάτων, κάνει απαραίτητη μια στρατιά ελεγκτών και εισπρακτόρων, όλα αυτά οδηγούν σε μια σημαντική αύξηση των εργασιακών δαπανών για τη μεταφορά του ίδιου αριθμού επιβατών. Η αντίφαση είναι φανερή: οι αξιακοί δείκτες κάνουν λόγο για αποτελεσματικότητα, ενώ ταυτόχρονα οι φυσικοί δείκτες δείχνουν αύξηση των δαπανών.

Στην οικονομία της αγοράς, όπου η επιχείρηση είναι μεμονωμένη και για τη φυσιολογική της λειτουργία χρειάζεται το κέρδος, η είσπραξη πληρωμής για τη μεταφορά είναι μια ανάγκη. Ενώ στη σχεδιοποιημένη οικονομία, όπου η ίδια επιχείρηση είναι μικρό μέρος της ενιαίας λαϊκής οικονομίας, η είσπραξη πληρωμής για τη μεταφορά οδηγεί μόνο σε σπατάλες εργασίας στην έκταση (σ.μ.: κλίμακα) της ενιαίας λαϊκής οικονομίας.

Το παράδειγμα που αναφέρθηκε δεν αποδεικνύει την ύπαρξη εμπορευματοχρηματικών σχέσεων στην ΕΣΣΔ, επειδή η παρουσία ή η απουσία κέρδους δεν είχε αποφασιστική σημασία, αλλά την αναγκαιότητα επεξεργασίας ενός νέου, μη αξιακού (φυσικού) συστήματος δεικτών για τη σχεδιοποιημένη οικονομία.

Ο μηχανισμός δαπανών εντάχτηκε πλήρως στη σοβιετική οικονομία μετά τη μεταρρύθμιση του ’65, όταν άρχισαν να αξιολογούν τις επιχειρήσεις όχι μόνο με την εκτέλεση των καθηκόντων του πλάνου, εκφρασμένων σε φυσικούς δείκτες, αλλά και με το κέρδος. Ως αποτέλεσμα, η επιχείρηση άρχισε να ενδιαφέρεται για τα έξοδα παραγωγής, επειδή σε αυτήν την περίπτωση (σ.μ.: αυξημένων εξόδων παραγωγής) τα όργανα σχεδιοποίησης καθόριζαν υψηλότερη τιμή για την παραγωγή της. Μέχρι τη μεταρρύθμιση του ’65 η επιχείρηση ενθαρρυνόταν για τη μείωση του κόστους παραγωγής, δηλαδή για τη μείωση των δαπανών εργασίας. Στο ότι ταυτόχρονα υπέφερε συχνά ο δείκτης του κέρδους (μερικές φορές ακόμα και μια πρωτοπόρα επιχείρηση γινόταν «ελλειμματική»), τότε δεν έδιναν ιδιαίτερη προσοχή, στο βαθμό που ο δείκτης του κέρδους ήταν συμβατικός.

Το ερώτημα είναι νόμιμο: εάν οι αμοιβαίοι λογαριασμοί μεταξύ των κρατικών επιχειρήσεων ήταν μόνο μια απομίμηση της εμπορευματικής ανταλλαγής, τότε γιατί υπήρχαν; Το θέμα είναι ότι κατά τη διάρκεια μιας αρκετά σημαντικής περιόδου της σοβιετικής ιστορίας οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις διαμεσολαβούσαν πραγματικές διαδικασίες που λάμβαναν χώρα στην οικονομία. Ομως όσο περισσότερο η κοινωνία εγκαθιστούσε έλεγχο στα μέσα παραγωγής, τόσο έμενε λιγότερος χώρος στις εμπορευματοχρηματικές σχέσεις. Σε ένα ορισμένο χρονικό σημείο ένα σημαντικό μέρος της λαϊκής οικονομίας της ΕΣΣΔ λειτουργούσε ήδη όχι σε εμπορευματική βάση, αλλά σύμφωνα με το ενιαίο πλάνο. Οι επιχειρήσεις δεν αντιπαρετίθεντο πια σαν ανταλλακτικές μονάδες, όμως παρέμενε ακόμα η εξωτερική μορφή των εμπορευματικών σχέσεων. Πρέπει να ειπωθεί, ότι ο Ι. Στάλιν, σε διάκριση από πολλούς επαγγελματίες οικονομολόγους και πολιτειολόγους καταλάβαινε αυτήν την κατάσταση. «Εάν προσεγγίσουμε την υπόθεση από φορμαλιστική σκοπιά, από τη σκοπιά των διαδικασιών που εκτυλίσσονται στην επιφάνεια των φαινομένων, μπορούμε να φτάσουμε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι οι κατηγορίες του καπιταλισμού διατηρούν δήθεν την ισχύ τους στην οικονομία μας. Εάν όμως προσεγγίσουμε την υπόθεση με τη μαρξιστική ανάλυση, που κάνει αυστηρή διάκριση μεταξύ του περιεχομένου της οικονομικής διαδικασίας και της μορφής της, μεταξύ των βαθιών διαδικασιών της ανάπτυξης και των επιφανειακών φαινομένων, τότε μπορούμε να φτάσουμε στο μοναδικά σωστό συμπέρασμα, ότι από τις παλιές κατηγορίες του καπιταλισμού, παρέμεινε σε εμάς κυρίως η μορφή, η εξωτερική εμφάνιση, ενώ στην ουσία, εδώ, αυτές άλλαξαν ριζικά σύμφωνα με τις απαιτήσεις ανάπτυξης της σοσιαλιστικής λαϊκής οικονομίας»[19].

Για να απαλλαγούμε από την παλιά εμπορευματική μορφή υπολογισμού, ήταν απαραίτητο να δημιουργήσουμε ένα νέο σύστημα αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας της λαϊκής οικονομίας, που να βασίζεται σε φυσικούς δείκτες. Ο Στάλιν έφτασε πολύ κοντά στην κατανόηση της ανάγκης και της επικαιρότητας δημιουργίας ενός νέου συστήματος κατηγοριών που θα εκαλείτο να εξυπηρετήσει τις κοινωνικές σχέσεις που είχαν αλλάξει. Στα «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» υπεδείκνυε ευθέως: «Πιστεύω, ότι οι οικονομολόγοι μας πρέπει να τελειώνουν με αυτήν την αναντιστοιχία μεταξύ των παλιών εννοιών και της νέας κατάστασης πραγμάτων στη σοσιαλιστική μας χώρα, αλλάζοντας τις παλιές έννοιες με νέες, που αντιστοιχούν στη νέα κατάσταση.

Μπορούσαμε να ανεχθούμε αυτήν την αναντιστοιχία μέχρι έναν ορισμένο χρόνο, όμως τώρα ήρθε ο καιρός που πρέπει, επιτέλους, να εξαλείψουμε αυτήν την αναντιστοιχία».

Για το αδύνατο του να γίνεται έλεγχος της ενιαίας παλλαϊκής οικονομίας με τη βοήθεια της εμπορευματικής μορφής προειδοποιούσε ευθέως ο Μαρξ: «…δεν μπορεί να υπάρχει τίποτα πιο εσφαλμένο και ανόητο, από το να θεωρείται έλεγχος των ενωμένων ατόμων στη συνολική τους παραγωγή στη βάση της ανταλλακτικής αξίας και των χρημάτων…»[20].

Δυστυχώς, οι σοβιετικοί οικονομολόγοι δεν πρόσεξαν αυτή την προειδοποίηση του Μαρξ. Να πώς τεκμηριώνει την ανάγκη διατήρησης των εμπορευματικών μορφών ο Β. Α. Σόμπολ: «Σε φυσική έκφραση δεν πρέπει να συγκρίνονται τα έξοδα παραγωγής με τα αποτελέσματά της… Ετσι, για παράδειγμα, ξοδέψαμε κάρβουνο και εξοπλισμό και πήραμε ηλεκτρενέργεια. Σε φυσική έκφραση δεν μπορούμε να πούμε εάν παράγαμε περισσότερο ή όχι προϊόν, από όσο υπήρχε πριν την αρχή της παραγωγής. Και χωρίς απάντηση σε αυτήν την ερώτηση δεν γίνεται να διευθύνεται ορθολογικά η οικονομία»[21].

Πραγματικά, το να συγκριθεί το ξοδεμένο κάρβουνο με τον ηλεκτρισμό που παράχθηκε είναι δυνατό, μόνο αφού μετατραπούν και το ένα και το άλλο σε αξία. Το ερώτημα έγκειται στο γιατί εν γένει να συγκρίνεται το κάρβουνο και ο ηλεκτρισμός. Μια τέτια σύγκριση είναι απαραίτητη στην εμπορευματική παραγωγή, όπου η κάθε επιχείρηση κάνει το δικό της ξεχωριστό λογαριασμό, γι’ αυτό εκεί τα προϊόντα μετατρέπονται σε αξίες με φυσικό τρόπο. Στη σοσιαλιστική κοινωνία είναι αναγκαίο να υπολογίζεται, τι χρειάζεται η κοινωνία και πώς θα επιτευχθεί με τις μικρότερες δαπάνες εργασίας. Ξεκινώντας από το ότι η κοινωνία πρέπει να παράγει περισσότερο από όσο καταναλώνει, νόημα έχει μόνο η σύγκριση του κάρβουνου που έχει παραχθεί με το κάρβουνο που έχει καταναλωθεί, της ηλεκτρενέργειας που έχει παραχθεί με αυτήν που καταναλώθηκε κ.ο.κ. Φυσικά αυτή η σύγκριση πρέπει να γίνεται στην κλίμακα όλης της κοινωνίας. Γι’ αυτή τη σύγκριση δεν υπάρχει ανάγκη να αποδίδεται στο προϊόν συμβατική αξία, όπως έκαναν στην ΕΣΣΔ. Και η αξιολόγηση της ξεχωριστής επιχείρησης πρέπει, πρώτα από όλα, να γίνεται για τη μείωση των δαπανών εργασίας, δηλαδή με τη μείωση του χρόνου εργασίας, που είναι απαραίτητος για την παραγωγή τη μονάδας του προϊόντος.

Η προσπάθεια να εφαρμοστούν για τον υπολογισμό και τον έλεγχο της κοινωνικοποιημένης οικονομίας αξιακοί δείκτες μπέρδευε μόνο την κοινωνία και δυσκόλευε τη σχεδιοποίηση. Είναι ενδιαφέρον το πώς γινόταν η διαδικασία της σχεδιοποίησης στην ΕΣΣΔ. Στην αρχή το πλάνο καταστρωνόταν σε φυσικούς δείκτες. Μετά το λεγόμενο «συνοπτικό» τμήμα της Κρατικής Επιτροπής Σχεδιασμού τα ξαναϋπολόγιζε όλα σε «χρήματα». Υπολογιζόταν πόσα «μέσα» (σ.μ.: χρήματα) έπρεπε να έχει η κάθε επιχείρηση, ώστε να κάνει τις απαραίτητες «αγορές», που προβλέπονταν από το πλάνο σε φυσικούς δείκτες. Να πώς περιγράφεται αυτός ο μηχανισμός στον ίδιο τον Σόμπολ: «Η κοινωνία δεν ενδιαφέρεται μόνο τα χρηματικά μέσα, που εκφράζουν την αξία των ξοδευμένων μέσων παραγωγής, να κατευθύνονται στην απόκτηση μέσων παραγωγής που έχουν παραχθεί, και, από την άλλη πλευρά, να έχουν παραχθεί στις κατάλληλες ποσότητες μέσα παραγωγής, απαραίτητα για την αντικατάσταση των χρησιμοποιημένων, αλλά αυτή μπορεί με το πλάνο να εξασφαλίσει αυτή τη σύμπτωση. Από αυτό έπεται ότι στη διαδικασία αντικατάστασης των χρησιμοποιημένων μέσων παραγωγής δεν μπορούν να εμφανιστούν ανεπίλυτες δυσαναλογίες μεταξύ της παραγωγής και των κοινωνικών αναγκών. Η ενεργός ζήτηση που διαμορφώνεται σε αυτήν τη διαδικασία, έχει σχεδιοποιημένο χαρακτήρα και ικανοποιείται στα πλαίσια του πλάνου»[22].

«Στη σοσιαλιστική κοινωνία η κίνηση του προϊόντος από τον παραγωγό στον καταναλωτή είναι προκαθορισμένη από το πλάνο. Από το πλάνο έχουν προκαθοριστεί οι «πωλητές» και οι «αγοραστές» των προϊόντων, και επίσης οι τιμές των προϊόντων. Με αυτόν τον τρόπο από το πλάνο είναι προκαθορισμένες όλες οι βασικές στιγμές της αναπαραγωγής του κοινωνικού προϊόντος»[23].

Στην πράξη, αρχικά με το πλάνο οργανωνόταν η κίνηση των προϊόντων και, αργότερα, παράλληλα οργανωνόταν η κίνηση κάποιων «λογιστικών χρημάτων», τα οποία δήθεν έπρεπε να βοηθάνε εκεί κάτι να υπολογίζεται, αλλά στην πραγματικότητα τα μπέρδευαν όλα. Οι επιχειρήσεις άρχισαν να κυνηγούν την «ενεργό ζήτηση» με πρόφαση το πλάνο, που ήταν εκφρασμένο σε φυσικούς δείκτες. Από τη σοβιετική λαϊκή οικονομία ήταν δυνατόν απολύτως ήσυχα να «τραβηχτούν» «λογιστικά χρήματα», δηλαδή τα χρήματα με τη βοήθεια των οποίων οι επιχειρήσεις λογαριάζονταν μεταξύ τους, πράγμα που θα λειτουργούσε αποτελεσματικότερα, επειδή δε θα το αποσπούσαν ψεύτικες κατευθύνσεις.

Δεν είναι περίεργο ότι και τον προϋπολογισμό για το τρέχον έτος τον εισηγούταν ο πρόεδρος της Κρατικής Επιτροπής Σχεδιασμού. Το βασικό οικονομικό ντοκουμέντο στην ΕΣΣΔ δεν ήταν ο προϋπολογισμός, αλλά το πλάνο. Δεν καταρτιζόταν το πλάνο από τον προϋπολογισμό, αλλά ο προϋπολογισμός καταρτιζόταν με αφετηρία το πλάνο. Γενικά, η φύση του σοβιετικού προϋπολογισμού είχε λίγα κοινά με έναν προϋπολογισμό αστικού κράτους. Εθεωρείτο ότι ο προϋπολογισμός απεικονίζει την παραχθείσα παραγωγή. Ετσι, οι δαπάνες για την ιατρική, την άμυνα, την παιδεία δεν εξαρτιόνταν από το εάν θα μαζέψει το κράτος φόρους, αν θα πάρει δάνειο κλπ. Τι ποσότητα από γάζες, φάρμακα, εξοπλισμό θα πάρει η ιατρική εξαρτιόταν μόνο από το υπάρχον παραγωγικό δυναμικό και υπολογιζόταν σε φυσικούς δείκτες. Μετά τη σχεδιασμένη για την ιατρική παραγωγή την ξαναϋπολόγιζαν σε «χρήματα». Εξωτερικά προέκυπτε να μοιάζει πολύ στο μηχανισμό, που υπάρχει σε κάθε αστικό κράτος, όμως το περιεχόμενο ήταν ήδη εντελώς διαφορετικό. Κάπως έτσι είχε η υπόθεση και των λεγόμενων επενδύσεων κεφαλαίου. Ηταν και αυτός ένας εκ νέου υπολογισμός σε «χρήμα» των παραχωρημένων από το πλάνο φυσικών αποθεμάτων.

Οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις δεν καταργούνται σε μια μέρα, με διάταγμα. Για να εξαλειφθούν οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις δεν αρκεί η απαλλοτρίωση των καπιταλιστών και η ανακήρυξη των μέσων παραγωγής ως κοινωνικών. Η εξάλειψη των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων είναι διαδικασία. Οσο περισσότερο η κοινωνία παίρνει στα χέρια της την παραγωγή, τόσο περισσότερο αυτή η παραγωγή λειτουργεί με ενιαίο πλάνο, τόσο λιγότερο μένει χώρος για τις εμπορευματοχρηματικές σχέσεις. Βαθμιαία δε μένει καθόλου χώρος γι’ αυτές και μαζί με αυτές για την παραγωγή χάριν του κέρδους. Ομως από τις εμπορευματοχρηματικές σχέσεις παραμένει ακόμα η εξωτερική μορφή. Και η απαλλαγή από αυτήν τη μορφή δεν είναι τόσο εύκολη, επειδή οι άνθρωποι για αιώνες συνήθισαν να μετρούν τα πάντα με χρήματα.

Μπροστά στην επιστήμη στέκει το καθήκον να δημιουργήσει ένα νέο, μη αξιακό σύστημα δεικτών για το σύνολο της λαϊκής οικονομίας και τη μεμονωμένη επιχείρηση. Αυτό το σύστημα πρέπει να προβλέπει και το μηχανισμό, μέσω του οποίου θα υλοποιείται η κατανομή του κοινωνικού προϊόντος μεταξύ των μελών της κοινωνίας.

Ετσι υπήρχαν οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις στην ΕΣΣΔ; Το να πούμε, ότι δεν υπήρχαν εντελώς, ότι δεν εμφανίζονταν με κανένα τρόπο, θα ήταν, φυσικά, λάθος. Ασφαλώς, εάν υπάρχει θέληση, μπορεί να βρεθούν παραδείγματα που η μεμονωμένη επιχείρηση σε ξεχωριστές περιπτώσεις εμφανιζόταν σαν ανταλλακτικό νοικοκυριό (σ.μ.: μονάδα). Παρόμοιες υποτροπές της εμπορευματικότητας είναι αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της μεταβατικής περιόδου. Ομως αυτές ήταν μάλλον εξαιρέσεις παρά κανόνας. Η λαϊκή οικονομία της ΕΣΣΔ ήταν συνολικά μη εμπορευματική. Καθοριστικός στη σοβιετική κοινωνία δεν ήταν ο νόμος της αξίας, αλλά ο νόμος της σχεδιοποιημένης ανάπτυξης. Σε πρώτη προτεραιότητα δεν έμπαινε το κυνήγι του κέρδους, αλλά η ικανοποίηση των αναγκών της κοινωνίας.



Το παρόν άρθρο (εκτενή αποσπάσματα) αναδημοσιεύεται από το περιοδικό της Ενωσης Κομμουνιστών Ουκρανίας «Μαρξισμός και σύγχρονη εποχή», τεύχος 2-3 (16-17) του 2000. Η δημοσίευσή του θα συνεχιστεί στο επόμενο τεύχος της ΚΟΜΕΠ.

[1] Β. Ι. Λένιν Απαντα, τ. 33, σελ. 98, 5η έκδοση, «Σύγχρονη Εποχή».

[2] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, τ. 36, σελ. 299-300, 5η έκδοση, «Σύγχρονη Εποχή».

[3] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, τ. 34, σελ. 192, 5η έκδοση, «Σύγχρονη Εποχή».

[4] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, τ. 27, σελ. 403, 5η έκδοση, «Σύγχρονη Εποχή».

[5] ΟΦΤ= Ενωτικό Μέτωπο Εργαζομένων.

[6] «Τι να κάνουμε;» Νο 14(37).

[7] «Τι να κάνουμε;» Νο 14(37).

[8] Κοινωνία και Εξουσία, δεκαετία του ’30, σελ. 74.

[9] Ι. Β. Στάλιν, Εργα, τ. 7, σελ. 305.

[10] Ι. Σ. Μάλισεβ: «Ο κοινωνικός υπολογισμός της εργασίας και η τιμή στο σοσιαλισμό», 1960.

[11] Ι. Στάλιν, Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, Μόσχα 1952.

[12] Β. Α. Σόμπολ, Δοκίμια για τα ζητήματα του ισοζυγίου της λαϊκής οικονομίας,1960.

[13] Α. Ζινόβιεφ, Η κρίση του κομμουνισμού.

[14] Τ. Κλιφ, Ο κρατικός καπιταλισμός στη Ρωσία, σελ. 166-167.

[15] Τ. Γκάλμπρεϊθ, Η νέα βιομηχανική κοινωνία, σελ. 149.

[16] Βλέπε «Ιντερφάξ» - Αργκουμέντι ι Φάκτι Νο 5, 1999.

[17] Β. Α. Σόμπολ, Δοκίμια για τα ζητήματα του ισοζυγίου της λαϊκής οικονομίας,1960, σελ. 49.

[18] Β. Α. Σόμπολ, Δοκίμια για τα ζητήματα του ισοζυγίου της λαϊκής οικονομίας,1960, σελ. 53.

[19] Ι. Β. Στάλιν, Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, Μόσχα 1952.

[20] Κ. Μαρξ-Φρ. Ενγκελς, Εργα, τ. 46, μέρος 1, σελ. 102.

[21] Β. Α. Σόμπολ, Δοκίμια για τα ζητήματα του ισοζυγίου της λαϊκής οικονομίας,1960, σελ. 31-32.

[22] Β. Α. Σόμπολ, Δοκίμια για τα ζητήματα του ισοζυγίου της λαϊκής οικονομίας,1960, σελ. 190.

[23] Β. Α. Σόμπολ, Δοκίμια για τα ζητήματα του ισοζυγίου της λαϊκής οικονομίας,1960, σελ. 27.