ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΣΗ ΑΠΟΝΕΚΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ

Αισθάνομαι βαρύ το καθήκον μιας τοποθέτησης, έστω και με το χαρακτηριστικό ότι αυτή έχει αρκετά προσωπικό χαρακτήρα, δηλαδή δεν εκφράζει τη συλλογικά αποκτημένη κομματική άποψη ούτε τη δεσμεύει.

Ως Κόμμα δεν έχουμε ακόμα αναπτύξει σε έκταση και σε βάθος τη μελετητική μας δουλιά, ατομικά και συλλογικά, στο συζητούμενο θέμα, θέμα θεωρητικό, με βαθιές ιδεολογικές πτυχές, με κρίσιμες συνέπειες στην επιλογή και εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Θα ήθελα να διευκρινίσω, ιδιαίτερα προς τους συντρόφους προσκαλεσμένους, ότι η ενασχόληση των θεωρητικών και ιδεολογικών τομέων του Κόμματός μας, του ΚΜΕ και της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ, με τη θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού - κομμουνισμού, γίνεται σε πολύ δυσμενείς συνθήκες, από την άποψη των προϋποθέσεων που απαιτούνται. Ο καταμερισμός για την ανάπτυξη της θεωρητικής και ιδεολογικής δουλιάς εμπλέκεται με τα τρέχοντα πολιτικά καθήκοντα. Δεν υπάρχει δυνατότητα πανεπιστημιακού επιπέδου μελέτης της μαρξιστικής οικονομικής θεωρίας. Δεν είναι μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα το σύνολο των έργων Μαρξ - Ενγκελς, οι εργασίες της Οικονομικής Επιστήμης του Σοσιαλισμού, που έγιναν κατά την περίοδο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης ή κατά τη δεκαετία του 1990.

Η ερευνητική δουλιά για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στερείται υποδομής, πηγών, αρχείων.

Ωστόσο, θεωρούμε αναγκαίο να μελετήσουμε την εμπειρία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, αυτοτελώς και σε συνεργασία με τους κομμουνιστές επιστήμονες που την έζησαν, γιατί δεν θα μπορούσαν να αναπτυχθούν τα κομμουνιστικά χαρακτηριστικά του Κόμματός μας, η ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική του ενότητα αν δεν εξαχθούν τα επιστημονικά συμπεράσματα από τη διαδικασία ανάσχεσης και ανατροπής της διαδικασίας σοσιαλιστικής οικοδόμησης κατά τον 20ό αιώνα.

Σε αυτή την διημερίδα εργασίας του ΚΜΕ επικεντρώνουμε τη συζήτηση στους νόμους που δρουν κατά το μακρόχρονο πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, δηλαδή κατά τη διάρκεια οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας ως κατώτερης βαθμίδας του νέου κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού, του κομμουνισμού.

Προσδιορίζοντας περισσότερο το πεδίο διαλόγου, θα έθετα τα εξής ερωτήματα εργασίας:

α) Πώς εκδηλώνονται οι νόμοι του νέου κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής, σε ποια έκταση και βάθος αναπτύσσονται, θεμελιώνονται, διαπερνούν τη σφαίρα παραγωγής, κατανομής κατά τη διαδικασία του μεταβατικού περάσματος.

β) Ποιο είναι το εύρος των προσοσιαλιστικών οικονομικών επιβιώσεων (επομένως και των νομοτελειών τους) κατά το μεταβατικό πέρασμα. Ποιες οι αντιφάσεις και τα προβλήματα που αντανακλώνται σε κοινωνικό επίπεδο.

γ) Ο ρόλος του υποκειμενικού παράγοντα κατά το μεταβατικό πέρασμα, επικεντρώνοντας στη σχέση μεταξύ της ανάπτυξης της Πολιτικής Οικονομίας του Σοσιαλισμού και της διαμόρφωσης, άσκησης της Οικονομικής Πολιτικής.

δ) Η αντιπαράθεση που αναπτύχθηκε, θεωρητική και πολιτική, κυρίως κατά τη μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο περίοδο.

Από την κατεύθυνση του ερευνητικού πεδίου γίνεται αντιληπτό ότι το Κόμμα μας έχει επιλέξει να κινείται με τις κατευθυντήριες ιδέες της θεωρίας του επιστημονικού σοσιαλισμού - κομμουνισμού και με την επιδίωξη να χρησιμοποιεί στην έρευνα την επιστημονική διαλεκτικο-υλιστική μεθοδολογία. Ως αποτέλεσμα μιας ορισμένης χρήσης της σε συλλογικό κομματικό επίπεδο προέκυψαν τα Υλικά της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης στις 15-16 Ιούλη 1995, που διοργάνωσε η ΚΕ.

Στην Εισήγηση της ΚΕ προς τη Συνδιάσκεψη επιβεβαιώνεται η μη αμφισβήτηση του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917, ως εκκίνησης διαδικασίας περάσματος στο σοσιαλισμό παρά την ύπαρξη ισχυρών στοιχείων προκαπιταλιστικής καθυστέρησης που συνυπήρχαν με την καπιταλιστική ανάπτυξη της Ρωσίας. Επιβεβαιώνεται η εκτίμηση για τη μεγάλη ανάπτυξη που έφερε στις παραγωγικές δυνάμεις, στα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα, με επίδραση και σε εκείνα στις καπιταλιστικές κοινωνίες, η προσφορά στην πάλη ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Επικεντρώναμε την προσοχή μας στην αναγκαιότητα διερεύνησης των αντικειμενικών και υποκειμενικών αιτιών της καπιταλιστικής παλινδρόμησης στη βάση της θεώρησης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης ως επαναστατικού μεταβατικού περάσματος από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό. Εκτιμούσαμε ότι υπήρξαν και προβλήματα υποκειμενικού χαρακτήρα στον τομέα της οικονομίας που αφορούσαν θέματα διεύθυνσης, διαχείρισης, σχεδιασμού. Εκτιμούσαμε ότι σε όλη την πορεία της οικοδόμησης αναπτύχθηκαν διαφορετικές απόψεις στις γραμμές των κομμουνιστικών κομμάτων για ζητήματα οικονομίας, ότι έγιναν διαφορετικές επιλογές σε ορισμένες χώρες. Διαπιστώναμε ότι λόγω της συνθετότητας των προβλημάτων και της έλλειψης ικανοποιητικών στοιχείων, δεν μπορούσαμε να έχουμε ολοκληρωμένη γνώμη, έστω και σε μια πρώτη μορφή, και ότι θα συνεχίζαμε τη διερεύνηση σε συνεργασία με άλλα κόμματα και μαρξιστές επιστήμονες[1].

Εκτοτε, είχαμε μια ορισμένη πρόοδο στη διερεύνηση που καταγράφηκε κυρίως με δημοσιεύσεις στο θεωρητικό περιοδικό της ΚΕ, με παρεμβάσεις σε ημερίδες, συμπόσια που διοργάνωσαν άλλα κόμματα ή Ερευνητικά Κέντρα (και στη Ρωσία), με την ελληνική έκδοση ορισμένης αρθρογραφίας και βιβλιογραφίας μαρξιστών επιστημόνων, την έκδοση του έργου του Β. Ι. Λένιν «Παρατηρήσεις στο βιβλίο του Μπουχάριν, Η Οικονομία της μεταβατικής περιόδου», καθώς και την επανέκδοση του έργου του Ι. Β. Στάλιν «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», 1952.

Φιλοδοξούμε ότι μέσω των εργασιών αυτής της διημερίδας θα συγκεντρωθεί υλικό για μια νέα ώθηση διερεύνησης που μπορεί να καταγραφεί μελλοντικά σε θεωρητικά και πολιτικά συμπεράσματα για το Κόμμα μας.

Μπαίνοντας στο θέμα, διευκρινίζω ότι η προσέγγιση μου είναι περισσότερο ιστορική παρά θεωρητική, για την οποία άλλωστε δεν είμαι έτοιμη. Επικεντρώνομαι κυρίως στην μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο περίοδο, περίπου από την εκπλήρωση του τέταρτου πεντάχρονου πλάνου στην ΕΣΣΔ και αρκετά πριν την περίοδο της «περεστρόικα». Η επιλογή αυτής της περιόδου γίνεται για τους εξής λόγους:

α) Οι επιτυχίες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην προηγούμενη περίοδο, από την άποψη της εμφανούς επίδρασής τους τόσο στην ταχύτατη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων όσο και στο επίπεδο της κοινωνικής ευημερίας, δεν αποτέλεσαν γενικά αντικείμενο αμφισβήτησης. Η μεταπολεμική ανόρθωση υπήρξε ταχύτατη, και χωρίς εξωτερική βοήθεια, παρά τις τεράστιες καταστροφές.

β) Κατά την προηγούμενη περίοδο, οι κατευθύνσεις της οικονομικής πολιτικής ήταν σε γενική γραμμή περισσότερο εναρμονισμένες με την αρχή κοινωνικοποίησης των βασικών και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και διεύθυνσης της βασικής παραγωγής - κατανομής μέσω του κεντρικού σχεδιασμού (ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1930), αναγνωρίζοντάς την ως θεμελιακή σχέση της σοσιαλιστικής παραγωγής.

Βεβαίως οι φάσεις και η διαπάλη κατά την πορεία της συνεταιριστικοποίησης της αγροτικής παραγωγής μπορούν να προκαλέσουν το ιδιαίτερο ερευνητικό ενδιαφέρον. Ωστόσο θεωρώ ότι εντάσσονται στη διερεύνηση του θέματος του εύρους των προσοσιαλιστικών οικονομικών επιβιώσεων και των επιπτώσεων που επιφέρουν στην έκταση και το βάθος της διαμόρφωσης των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής.

γ) Ετσι και αλλιώς ορισμένες πολιτικές επιλογές κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ, όπως το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, οι μεταρρυθμίσεις επί πρωθυπουργίας Κοσύγκιν, η περεστρόικα έχουν χαρακτηρισθεί ως στροφές, ανεξαρτήτως του ιδεολογικού πρόσημου που τους προσέδιδε όχι μόνο η ιδεολογική διαπάλη μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα αλλά και η οικονομική και πολιτική καπιταλιστική προσέγγιση.

δ) Κατά την περίοδο αυτή εκφράζεται πιο γενικευμένα τόσο η θεωρητική συζήτηση για τις νομοτέλειες που διέπουν τη σοσιαλιστική παραγωγή - κατανομή (συζήτηση που ξεκίνησε πριν από τον πόλεμο) όσο και η αντανάκλαση αυτής της συζήτησης σε πολιτικό επίπεδο, στις αρχές και κατευθύνσεις για τη διαμόρφωση του Κεντρικού Σχεδιασμού και του Συστήματος Διεύθυνσης της σοσιαλιστικής παραγωγής - κατανομής.

Ειδικότερα η διαπάλη επικεντρώνεται στο θέμα της ύπαρξης ή όχι του νόμου της αξίας και του ρόλου του σε σχέση με τη σοσιαλιστική παραγωγή - κατανομή.

Από το τέλος της δεκαετίας του 1930, και με αφορμή τη συγγραφή Εγχειριδίου της Πολιτικής Οικονομίας στην ΕΣΣΔ, στη θεωρητική σκέψη αρχίζει να κυριαρχεί η άποψη για τη συμβατότητα του νόμου της αξίας με τους νόμους της σοσιαλιστικής παραγωγής και ότι αυτή η λειτουργία πρέπει συνειδητά να αξιοποιείται στην εκτίμηση του αποτελέσματος της σοσιαλιστικής επιχείρησης και στο σχεδιασμό.

Σε θεωρητικό επίπεδο η συζήτηση γενικεύεται στις αρχές της δεκαετίας του 1950, με την πραγματοποίηση της θεωρητικής συζήτησης το Νοέμβρη του 1951. Η κυριαρχούσα θεωρητική προσέγγιση καταγράφεται στο έργο του Στάλιν, «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ».

Αυτή η προσέγγιση, σε ελεύθερη απόδοση, υποστηρίζει ότι:

Η σοσιαλιστική παραγωγή (αυτή που στηρίζεται στην κοινωνική - κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής) δεν είναι εμπορευματική. Ο νόμος της αξίας δεν παίζει ρυθμιστικό ρόλο στη σοσιαλιστική παραγωγή, αφού τόσο η εργατική δύναμη όσο και τα μέσα παραγωγής δεν εισέρχονται πλέον ως εμπορεύματα στην παραγωγική διαδικασία. Ο εμπορευματικός - χρηματικός χαρακτήρας διατηρείται στην αγροτική παραγωγή και ανταλλαγή της με την παραγωγή της κοινωνικοποιημένης (κρατικής) βιομηχανικής παραγωγής μέσω του κοινωνικού (κρατικού) ιδιοκτήτη της (βιομηχανικής παραγωγής). Διατηρείται επίσης στο εξωτερικό εμπόριο (με κρατικό μονοπώλιο). Διατηρείται και για ένα μέρος της κατανομής, αυτό που αφορά το τμήμα της ατομικής κατανάλωσης που δεν στηρίζεται στο σύστημα διανομής αλλά στις εμπορευματικές χρηματικές σχέσεις. Απ’ αυτήν την άποψη, ο νόμος της αξίας υφίσταται και για τη σοσιαλιστική παραγωγή. Γι’ αυτό χαρακτηρίζει την τέτια ύπαρξη της εμπορευματικής παραγωγής ως «ειδικής φύσης», με την έννοια ότι δεν παίρνει καπιταλιστικό χαρακτήρα, εφ’ όσον δεν υπάρχει ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και η εργασία δεν είναι εμπόρευμα.

Για τις αντιθέσεις, εφ’ όσον η ανάπτυξη των σχέσεων παραγωγής καθυστερεί και θα καθυστερεί από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, υποστηρίζει ότι δεν μπορούν να οδηγήσουν σε σύγκρουση εφ’ όσον υπάρχει σωστή Οικονομική Πολιτική.

Η άποψη που συμπυκνώνεται στο έργο του Στάλιν κάνει πολεμική προς δυο κατευθύνσεις: α) Προς τους οικονομολόγους που υποστηρίζουν ότι η σοσιαλιστική οικονομία είναι καθαρά εμπορευματική, και ότι ο νόμος της αξίας υφίσταται και στην -όπως τη χαρακτήριζαν- δεύτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας και ρυθμίζει τις αναλογίες μεταξύ των διαφόρων κλάδων παραγωγής και την αντίστοιχη κατανομή της εργασίας ανάμεσα σ’ αυτούς. β) Στους οικονομολόγους που αρνούνται την ύπαρξη του νόμου της αξίας στη σοσιαλιστική παραγωγή. Μια κατηγορία εξ αυτών στήριζαν την άρνησή τους, προβάλλοντας κυρίως τον κεντρικό σχεδιασμό ως νόμο της σοσιαλιστικής παραγωγής - κατανομής. Αλλη κατηγορία αρνιόταν κυρίως την ύπαρξη νόμων στη σοσιαλιστική οικονομία, την αναγκαιότητα ανάπτυξης οικονομικής θεωρίας του σοσιαλισμού - κομμουνισμού[2].

Γενικότερα η θεωρητική και πολιτική προσέγγιση του Στάλιν με σαφήνεια τάσσεται υπέρ της ανάγκης ενίσχυσης του κοινωνικού (κρατικού) χαρακτήρα της ιδιοκτησίας με προοδευτική αναγωγή σ’ αυτόν του κολχόζνικου-συνεταιριστικού και επομένως να βγουν τα πλεονάσματα της κολχόζνικης παραγωγής από το σύστημα της εμπορευματικής κυκλοφορίας και να συμπεριληφθούν στο σύστημα της ανταλλαγής προϊόντων ανάμεσα στην κρατική βιομηχανία και στα κολχόζ. Τάσσεται υπέρ του προοδευτικού περιορισμού της εμπορευματο-χρηματικής μορφής στην κυκλοφορία αγαθών ατομικής κατανάλωσης, που θα πραγματοποιείτο με μείωση των τιμών και ενίσχυση του κοινωνικού διανεμητικού χαρακτήρα. Τάσσεται υπέρ της αναλογικής προπόρευσης της Ομάδας I (μέσων παραγωγής) σε σχέση με την Ομάδα ΙΙ (μέσων κατανάλωσης) και της διαρκούς ανάπτυξης της παραγωγικότητας της εργασίας.

Ωστόσο, υποστηρίζει ότι ο νόμος της αξίας έχει ορισμένη επίδραση και στη σοσιαλιστική παραγωγή, την οποία πρέπει να υπολογίζουν στη διεύθυνση της παραγωγής. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι: «Ο νόμος της αξίας στο σοσιαλισμό δεν περιορίζεται στη σφαίρα της εμπορευματικής κυκλοφορίας. Επεκτείνεται επίσης στην παραγωγή. Είναι αλήθεια ότι ο νόμος της αξίας δεν παίζει ρυθμιστικό ρόλο στη σοσιαλιστική μας παραγωγή, παρόλα αυτά επιδρά πάνω στην παραγωγή κι αυτό δεν μπορεί να μην το πάρει κανείς υπόψή του στη διεύθυνση της παραγωγής. Το γεγονός είναι ότι τα καταναλωτικά προϊόντα που είναι απαραίτητα για να αναπληρώσουν την εργατική δύναμη που ξοδεύεται στη διάρκεια της παραγωγής, παράγονται στη χώρα μας και πραγματοποιούνται σαν εμπορεύματα, που υπόκεινται στην ενέργεια του νόμου της αξίας. Κι εδώ ακριβώς γίνεται φανερή η επίδραση του νόμου της αξίας πάνω στην παραγωγή. Σε σχέση μ’ αυτό στις επιχειρήσεις έχουν πρακτική σημασία ζητήματα τέτοια, όπως είναι το ζήτημα του οικονομικού προϋπολογισμού και της αποδοτικότητας, το ζήτημα του κόστους της παραγωγής, το ζήτημα των τιμών κτλ. Για το λόγο αυτό οι επιχειρήσεις μας δεν μπορούν να ενεργούν και δεν πρέπει να ενεργούν δίχως να παίρνουν υπ’ όψη τους το νόμο της αξίας»[3].

Και ειδικότερα για την αποδοτικότητα αναφέρει:

«Μερικοί σύντροφοι βγάζουν από αυτό το συμπέρασμα ότι νόμος της ισόμετρης ανάπτυξης της λαϊκής οικονομίας και η σχεδιοποίηση της λαϊκής οικονομίας εκμηδενίζουν την αρχή της αποδοτικότητας της παραγωγής. Αυτό είναι εντελώς λάθος. Τα πράγματα συμβαίνουν ακριβώς αντίθετα. Αν πάρουμε την αποδοτικότητα όχι από την άποψη των μεμονωμένων επιχειρήσεων είτε κλάδων της παραγωγής και όχι στην περίοδο μιας χρονιάς, αλλά από την άποψη ολόκληρης της λαϊκής οικονομίας και σε περίοδο, ας πούμε, 10-15 χρόνων, που θα ήταν η μοναδικά σωστή αντιμετώπιση του ζητήματος, τότε η προσωρινή και ασταθής αποδοτικότητα των μεμονωμένων επιχειρήσεων ή κλάδων παραγωγής δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να συγκριθεί με εκείνη την ανώτερη μορφή σταθερής και μόνιμης αποδοτικότητας, που μας δίνουν οι ενέργειες του νόμου της ισόμετρης ανάπτυξης της λαϊκής οικονομίας και η σχεδιοποίηση της λαϊκής οικονομίας, που μας εξασφαλίζουν αδιάκοπη άνοδο της λαϊκής οικονομίας με γρήγορους ρυθμούς, ενώ μας απαλλάσσουν από τις περιοδικές οικονομικές κρίσεις που καταστρέφουν τη λαϊκή οικονομία και προκαλούν στην κοινωνία κολοσσιαίες υλικές ζημιές.

Με δυο λόγια: δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ότι στις τωρινές σοσιαλιστικές μας συνθήκες παραγωγής ο νόμος της αξίας δεν μπορεί να είναι «ρυθμιστής αναλογιών» στην κατανομή εργασίας ανάμεσα στους διάφορους κλάδους παραγωγής»[4].

Ο Ι. Βιαζμίν στο άρθρο του «Ο Ι. Β. Στάλιν για την εμπορευματική παραγωγή και το νόμο της αξίας στο σοσιαλισμό», άρθρο στήριξης του προαναφερθέντος έργου του Στάλιν, αναπτύσσοντας τις διαφορές μεταξύ της καπιταλιστικής εμπορευματικής και της εμπορευματικής παραγωγής στο σοσιαλισμό αναφέρει:

«Στο σοσιαλισμό η εμπορευματική παραγωγή έχει να κάνει με εμπορεύματα που παράγονται στις σοσιαλιστικές επιχειρήσεις. Στον τόπο μας δεν υπάρχουν καπιταλιστές ούτε στη σφαίρα της παραγωγής, ούτε στη σφαίρα της κυκλοφορίας εμπορευμάτων. Και το ειδικό βάρος του μικρού ατομικού νοικοκυριού των αγροτών και των βιοτεχνών είναι ασήμαντο. Στη σοσιαλιστική κοινωνία το εμπόρευμα εκφράζει άλλες παραγωγικές σχέσεις, απ’ ό,τι στις προηγούμενες κοινωνίες, όταν η εμπορευματική παραγωγή στηριζόταν στην ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Και στο σοσιαλισμό το εμπόρευμα, όπως και κάθε εμπόρευμα, έχει διπλό χαρακτήρα, έχει αξία χρήσης. Αλλά στη σοσιαλιστική οικονομία δεν υπάρχουν ανταγωνιστικές αντιθέσεις, συνεπώς και το εμπόρευμα στη σοσιαλιστική κοινωνία δεν περιέχει μέσα του ανταγωνιστικές θέσεις»[5] ... «Η δράση του νόμου της σχεδιασμένης ανάπτυξης της λαϊκής οικονομίας οδηγεί στο γεγονός ότι στον τόπο μας δεν υπάρχει το «ελεύθερο» παιχνίδι των τιμών, μια και η παραγωγή και η κυκλοφορία των εμπορευμάτων σε μας ρυθμίζεται, οι τιμές στα εμπορεύματα της οργανωμένης αγοράς καθιερώνονται από το κράτος. Η στοιχειακή παρέκκλιση των τιμών των εμπορευμάτων από την αξία τους, η στοιχειακή διακύμανση των τιμών έχει ως ένα βαθμό σχέση με τα εμπορεύματα της ανοργάνωτης αγοράς. Αλλά στο σοσιαλισμό και οι τιμές των εμπορευμάτων στην ανοργάνωτη αγορά, βρίσκονται κάτω από τη ρυθμιστική επίδραση του κράτους.

Το σοβιετικό κράτος καθορίζει με σχέδιο τις τιμές στα εμπορεύματα, υπολογίζοντας τις απαιτήσεις του νόμου της αξίας. Αυτό σημαίνει ότι η τιμή ενός τόννου ψημένου ψωμιού πρέπει να είναι μεγαλύτερη από την τιμή ενός τόννου σιταριού, λόγω των συμπληρωματικών εξόδων για το άλεσμα και το ψήσιμο»[6].

Ακόμη, αναφέρεται σε απόσπασμα από το έργο του Στάλιν:

«Τα προϊόντα κατανάλωσης, που είναι απαραίτητα για την κάλυψη της δαπάνης της εργατικής δύναμης στο προτσές της παραγωγής, παράγονται στη χώρα μας και πραγματοποιούνται σαν εμπορεύματα, που υπόκεινται στη δράση του νόμου της αξίας στην παραγωγή. Σε σχέση μ’ αυτό, έχουν επίκαιρη σημασία στις επιχειρήσεις μας προβλήματα, όπως η αρχή της οικονομικής αυτοσυντήρησης των επιχειρήσεων και προσοδοφορίας τους, το ζήτημα του κόστους παραγωγής, το ζήτημα των τιμών κλπ. Γι’ αυτό οι επιχειρήσεις μας δεν μπορούν και δεν πρέπει να μην παίρνουν υπόψη τους το νόμο της αξίας»[7].

Οπως αναδεικνύει σχετική βιβλιογραφική αναφορά του Α. Εριόμιν[8], η θεωρητική προσέγγιση του Στάλιν είναι προϊόν της ιστορικής εποχής του, όταν μόλις ετίθεντο τα πρακτικά προβλήματα της οικονομικής πολιτικής και τα ερωτήματα για την ανάπτυξη της οικονομικής επιστήμης του σοσιαλισμού. Η διαμόρφωσή της ήταν προϊόν έντονης θεωρητικής εσωκομματικής αντιπαράθεσης (πλέον της δεκαετίας), στην οποία πήραν μέρος και μη μαρξιστές οικονομολόγοι, η οποία απασχόλησε προσωπικά τον Στάλιν.

Η διαπάλη οξύνθηκε μετά τον θάνατο του Στάλιν. Το θεωρητικό ρεύμα που υποστήριζε το γενικευμένο ρυθμιστικό ρόλο του νόμου της αξίας στο σοσιαλιστικό - κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής κερδίζει σταθερά έδαφος και επιρροή στη διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής.

Στο επίπεδο της οικονομικής πολιτικής κατά την εκτίμηση της υλοποίησης του 4ου πεντάχρονου πλάνου (αφορούσε την περίοδο 1946-1950 και εκπληρώθηκε ένα χρόνο νωρίτερα) διαπιστώνεται η εκδήλωση ορισμένων δυσαναλογιών στην παραγωγή και προβλήματα στο σύστημα διεύθυνσης.

Παρά τις επιτυχίες της μεταπολεμικής ανόρθωσης, τις επιτυχίες στην εκπλήρωση του 4ου πεντάχρονου πλάνου οι καθυστερήσεις (κυρίως του όγκου της συνολικής βιομηχανικής παραγωγής η οποία ξεπέρασε κατά 73% το προπολεμικό επίπεδο, αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας κατά 37% συγκριτικά με εκείνη του 1940) η ηγεσία του ΚΚΣΕ επισημαίνει τους αργούς ρυθμούς στην εισαγωγή νέων επιτευγμάτων της επιστήμης και της τεχνολογίας σε σειρά κλάδων της βιομηχανίας και της αγροτικής παραγωγής, την ύπαρξη εργοστασίων με πεπαλαιωμένο τεχνολογικό εξοπλισμό και χαμηλή παραγωγικότητα, την παραγωγή εργαλειομηχανών και μηχανημάτων ξεπερασμένης τεχνολογίας. Επισημαίνονται φαινόμενα επανάπαυσης, ρουτίνας, αδράνειας στη διεύθυνση επιχειρήσεων, που αδιαφορεί για το καθήκον της πάλης για τεχνική πρόοδο, ως διαρκούς κίνησης για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Η καθυστέρηση στην ανόρθωση της αγροτικής παραγωγής, η χαμηλή στρεμματική απόδοση των καλλιεργειών σιτηρών, η χαμηλή παραγωγικότητα της κτηνοτροφικής παραγωγής, η συνολική παραγωγή της οποίας δεν είχε φθάσει στο προπολεμικό επίπεδο, είχε ως αποτέλεσμα την αισθητή έλλειψη κρέατος, γάλακτος, βουτύρου, λαχανικών και φρούτων, που επηρεάζουν το γενικό στόχο για άνοδο του επιπέδου της κοινωνικής ευημερίας.

Σε αυτό το έδαφος των προβλημάτων διογκώνονται μετά το 20ό Συνέδριο θεωρητικές και πολιτικές προσεγγίσεις για την αποκατάσταση των οικονομικών δυσαναλογιών και τη διόρθωση των αδυναμιών στη διαμόρφωση και υλοποίηση του κεντρικού σχεδιασμού και του συστήματος διεύθυνσης των επιχειρήσεων στη βάση του νόμου της αξίας. Σταδιακά υιοθετούνται όλο και περισσότερο πολιτικές ενίσχυσης του κινήτρου της κερδοφορίας σε επίπεδο επιχείρησης, απομάκρυνσης της διεύθυνσης της σοσιαλιστικής επιχείρησης από τα κεντρικά όργανα σχεδιασμού, ενισχύονται τα ατομικά κίνητρα προς τη διεύθυνση της επιχείρησης, οι δυνατότητες οριζόντιων εμπορευματοχρηματικών συναλλαγών μεταξύ των επιχειρήσεων.

Η κίνηση αυτή εξελίσσεται σταδιακά. Αν συγκρίνουμε επίσημες εκτιμήσεις για τα προβλήματα της αγροτικής παραγωγής πριν το 19ο Συνέδριο (1952) και μετά από αυτό, μετά την εκλογή νέου ΓΓ στο ΚΚΣΕ(1953, και Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου 1958), διαπιστώνουμε σημαντικές διαφορές κατεύθυνσης:

Στην απόφαση της κυβέρνησης και της ΚΕ του ΠΚΚ (μπ) «Για τα μέτρα σχετικά με την εξάλειψη των παραβιάσεων του Καταστατικού του γεωργικού συνεταιρισμού στα κολχόζ» του φθινοπώρου 1946 και στις αποφάσεις της Ολομέλειας της ΚΕ του Κόμματος το Φλεβάρη 1947 γίνεται κριτική σε φαινόμενα που αναπτύσσονταν στη ζωή των κολχόζ, που μπορούμε σήμερα να τα χαρακτηρίσουμε καταχρηστική ιδιοποίηση της κοινής χρήσης γης και των κολχόζνικων αγαθών και πάρθηκαν ορισμένα μέτρα να επιστραφούν και να περιορισθεί ο διοικητικός μηχανισμός στα κολχόζ.

Υπήρχε επίσης η εκτίμηση ότι υπήρχαν στις αρχές του 1950 πολλά μικρά κολχόζ με 10-30 νοικοκυριά, με μικρές εκτάσεις γης, όπου δεν χρησιμοποιούνταν καλά τα τεχνικά μέσα και τα διοικητικά-διαχειριστικά έξοδα ήταν πολύ μεγάλα. Δόθηκε κατεύθυνση να διαμορφωθεί, με την πρωτοβουλία των κομμουνιστών, ένα πλατύ κίνημα των κολχόζνικων για τη συνένωση των μικρών κολχόζ σε μεγάλα.

Προς το τέλος του 1947 αντικαταστάθηκε η διανομή προϊόντων κατά μερίδες με το πλατύ κρατικό και συνεταιριστικό εμπόριο. Εγινε νομισματική μεταρρύθμιση και μεταξύ 1947-1950 μειώθηκαν τρεις φορές οι τιμές των εμπορευμάτων πλατιάς κατανάλωσης και αυξήθηκαν τα έσοδα εργατών, υπαλλήλων και αγροτών[9].

Το Σεπτέμβριο του 1953 η Ολομέλεια του ΚΚΣΕ εξετάζοντας την πορεία της αγροτικής παραγωγής διαπιστώνει σημαντικές καθυστερήσεις, τις αιτίες των οποίων αποδίδει στις αδυναμίες της καθοδήγησης. Θεώρησε ότι δεν υπήρχε η απαιτούμενη προσοχή στο υλικό ενδιαφέρον των κολχόζ και των κολχόζνικων για την αύξηση της παραγωγής. Οι τιμές συγκέντρωσης και αγοράς πολλών αγροτικών προϊόντων κρίθηκαν χαμηλές, ώστε δεν λειτουργούσαν ως κίνητρο παραγωγής τους. Η Ολομέλεια με τις αποφάσεις της αύξησε τις τιμές και ελάττωσε τις ποσότητες της υποχρεωτικής παράδοσης σειράς βασικών γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων.

Τα μέτρα της κινούνται στην κατεύθυνση ενίσχυσης του εμπορευματικού χαρακτήρα της παραγωγής - κατανομής.

Μετά το 20ο Συνέδριο, το 1957, η διαπάλη οξύνεται εσωκομματικά, κυρίως στο επίπεδο του Προεδρείου της ΚΕ, με αποτέλεσμα καθαιρέσεις και αλλαγές τον Ιούνιο. Μετά τη σταθεροποίηση της κατάστασης σε επίπεδο ηγεσίας του κόμματος γίνονται ορισμένες σημαντικές αλλαγές στην Οικονομική πολιτική. Καταργούνται τα κλαδικά υπουργεία που διεύθυναν τη βιομηχανική παραγωγή σε όλη την ΕΣΣΔ και κατά δημοκρατία και διαμορφώνονται τα Οργανα Περιφερειακής Διοίκησης «Σοβναρχόζ». Το Φλεβάρη του 1958, η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΣΕ αποφάσισε την πώληση των τεχνικών μέσων των ΜΤΣ (Μηχανοτρακτερικοί Σταθμοί) στα κολχόζ, πολιτική η οποία δίνει ιδιοκτησία μηχανικών μέσων παραγωγής στα κολχόζ. Ταυτόχρονα αλλάζει και το σύστημα συγκέντρωσης, δίνοντας δυνατότητα διαφοροποίησης των τιμών μεταξύ των ζωνών της χώρας. Γενικότερα, ορισμένοι στόχοι του 6ου Κεντρικού Σχεδίου τίθενται υπό αναθεώρηση και διαμορφώνεται το 7ο Σχέδιο (1959-1965).

Οπως και αν αιτιολογήθηκε η λήψη των παραπάνω αλλαγών στην κατεύθυνση κατακερματισμού της κοινωνικής ιδιοκτησίας μέσων παραγωγής και ενίσχυσης του εμπορευματικού, ατομικού ή κολχόζνικου, χαρακτήρα της αγροτικής παραγωγής δεν συμβιβάζεται με την εκτίμηση του Εκτακτου 21ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ (1959) ότι: Ο σοσιαλισμός στην ΕΣΣΔ νίκησε ολοκληρωτικά, οριστικά, η Σοβιετική Ενωση με τη δημιουργική δουλιά του λαού και ύστερα από τους βαθιούς μετασχηματισμούς σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής μπήκε στην περίοδο της πλατιάς οικοδόμησης της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Σχολιάζοντας θα έλεγα ότι η αποδυνάμωση σχεδίου σοσιαλιστικής σύνδεσης συνεταιρισμού (κολχόζ) - κράτους, σε κατεύθυνση ενίσχυσης των στοιχείων της εμπορευματικής παραγωγής τελικά δεν συνέβαλε στην άμβλυνση των προβλημάτων της αγροτικής παραγωγής. Αντιθέτως οξύνθηκαν ή αναδείχθηκαν νέα προβλήματα, όπως η έλλειψη ζωοτροφών, η υποχώρηση της τεχνολογικής ανανέωσης των κολχόζ.

Τελικά, στα μέσα της δεκαετίας του 1960 ως αιτίες των προβλημάτων προσδιορίστηκαν τα λάθη υποκειμενικού χαρακτήρα της καθοδήγησης του αγροτικού τομέα της οικονομίας (Ολομέλεια της ΚΕ το Μάρτη του 1965, με εισήγηση του Λ. Μπρέζνιεφ στο θέμα: «Τα επείγοντα μέτρα για την παραπέρα ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας της ΕΣΣΔ»).

Στις μεταρρυθμίσεις περιλαμβάνονταν η μείωση της ποσότητας παράδοσης από τα κολχόζ στο κράτος, η δυνατότητα πώλησης ποσότητας υπεράνω της υποχρεωτικής ποσότητας σε υψηλότερες τιμές, καταργήθηκαν οι περιορισμοί στις συναλλαγές των νοικοκυριών των κολχόζνικων, ο φόρος για ατομική κατοχή ζώων. Διαγράφηκαν χρέη κολχόζ από δάνεια της Κρατικής Τράπεζας, παρατάθηκαν οι προθεσμίες εξόφλησης οφειλών από χρηματικές προκαταβολές, επιτράπηκε η πώληση ζωοτροφών απευθείας σε ιδιοκτήτες ζώων.

Η διόρθωση της πολιτικής κινήθηκε σε κατεύθυνση περαιτέρω τόνωσης των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων, στη βάση προσαρμογής της οικονομικής πολιτικής, του κεντρικού σχεδιασμού στη θεωρητική προσέγγιση ότι ο νόμος της αξίας λειτουργεί αντικειμενικά στο σοσιαλισμό και πρέπει να υπολογίζεται η κατανομή με βάση αυτόν.

Ανάλογη πολιτική ακολουθείται και στη βιομηχανία, διαπιστώνοντας επιβράδυνση και της βιομηχανικής παραγωγής (μείωση των ρυθμών αύξησης της ετήσιας παραγωγικότητας της εργασίας και της ετήσιας παραγωγής, κατά τα πρώτα έτη της δεκαετίας του 1960 και μετά τις αλλαγές στο συγκεντρωτικό σύστημα καθοδήγησης των κλάδων της βιομηχανίας). Πρόκειται για τις γνωστές ως μεταρρυθμίσεις Κοσύγκιν (Ολομέλεια Σεπτέμβρη 1965 με θέμα: «Για τη βελτίωση της διεύθυνσης της βιομηχανίας, την τελειοποίηση του σχεδιασμού και της δυνάμωμα της οικονομικής παρότρυνσης της βιομηχανικής παραγωγής»).

Βασικό στοιχείο των μεταρρυθμίσεων είναι η υιοθέτηση του κέρδους της επιχείρησης ως βασικό κίνητρο για την εισαγωγή νέας τεχνολογίας, αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και του πραγματικού όγκου παραγωγής, για την ανάπτυξη της ευθύνης της διεύθυνσης. Η αναμόρφωση του συστήματος διεύθυνσης στην κατεύθυνση της λεγόμενης αρχής της ιδιοσυντήρησης, η οποία προωθείται και στη διεύθυνση των κρατικών σοβχόζ.

Στη βιομηχανία άρχισε «πειραματικά» το 1962 με τη λειτουργία δυο επιχειρήσεων παραγωγής ενδυμάτων, σύμφωνα με το προτεινόμενο από τον καθηγητή Λήμπερμαν σύστημα διεύθυνσης (γνωστό ως Σύστημα Χαρκόβου). Οι μεταρρυθμίσεις προωθήθηκαν στο χρονικό διάστημα μεταξύ 23ου και 24ου Συνεδρίου.

Στο 24ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1971), στις κατευθύνσεις για τη διαμόρφωση του 9ου πεντάχρονου Σχεδίου (1971-1975) δίνεται αναλογική προτεραιότητα ανάπτυξης στην Ομάδα ΙΙ έναντι της Ομάδας Ι.

Και μετά το 24ο Συνέδριο με πολιτικές αποφάσεις ενισχύεται η αποσύνδεση των επιχειρήσεων από τον Κεντρικό Σχεδιασμό. Π.χ. η ιδιοσυντήρηση παίρνει τη μορφή της εργολαβίας στις οικοδομές (1973).

Οι οικονομολόγοι υποστηρικτές του συστήματος ιδιοσυντήρησης των επιχειρήσεων θεωρούσαν ως βασικά μειονεκτήματα του συγκεντρωτικού συστήματος, ιδιαίτερα για τις σύγχρονες συνθήκες, την έλλειψη ευελιξίας, τα ανεπαρκή κίνητρα για την τεχνική πρόοδο, την επέκταση της γραφειοκρατίας, την υπερβολική χρησιμοποίηση των οικονομικών πόρων.

Ως αιτία ανέδειξαν τη «σχηματική άρνηση του εμπορευματικού χαρακτήρα της παραγωγής στο σοσιαλισμό, την υποτίμηση της ανάπτυξης της γεωργίας, την υπερεκτίμηση της δυνατότητας υποκειμενικής επέμβασης στη διεύθυνση της οικονομίας».

Υποστήριξαν ότι δεν είναι δυνατόν να προσδιορίζεται η ποιότητα, η απορρόφηση, η τεχνολογία, οι τιμές ΟΛΩΝ των εμπορευμάτων από τα κεντρικά όργανα, αλλά χρειαζόταν και η χρησιμοποίηση των μηχανισμών της αγοράς για την εξυπηρέτηση των στόχων της σχεδιασμένης οικονομίας.

Ο Λήμπερμαν υποστηρίζει ότι ο υπολογισμός των προσθέτων αμοιβών (πριμ) των διευθυντών ανάλογα με την υπερκάλυψη του πλάνου, εισήγαγε μια αντίφαση ανάμεσα στα συμφέροντα των διευθυντών και τα συμφέροντα της συνολικής σοβιετικής κοινωνίας.

Και αυτό γιατί οι διευθυντές απέκρυπταν την αληθινή παραγωγική ικανότητα των επιχειρήσεων, δημιουργούσαν αποθέματα πρώτων υλών και προϊόντων, αδιαφορούσαν για τη διακοπή της παραγωγής «αχρήστων προϊόντων», εμπόδιζαν την εφαρμογή νέας τεχνολογίας για να μη μεταβληθούν οι «νόρμες», τα κοινωνικά όρια της παραγωγής, με βάση τα οποία μετριόταν η κάλυψη του πλάνου. Ετσι π.χ. κατασκεύαζαν χονδρό χαρτί αντί για λεπτό, γιατί οι νόρμες μετριόνταν με το βάρος.

Σύμφωνα με το Νέο Σύστημα οι πρόσθετες αμοιβές των διευθυντών εξαρτιόνταν από την εκτέλεση του σχεδίου (από τις πωλήσεις), και θα ήταν συνάρτηση κερδών.

Το Κεντρικό Σχέδιο θα καθόριζε το συνολικό ύψος της συνολικής παραγωγής και των επενδύσεων.

Σε επιχειρησιακό επίπεδο θα καθορίζονταν: η τιμή κόστους, η παραγωγικότητα του απασχολούμενου προσωπικού, ο καταμερισμός των επενδύσεων, οι συμφωνίες με τις καταναλωτικές μονάδες και τις εμπορικές οργανώσεις, δηλαδή θα υπολογιζόταν ο νόμος της αξίας, η ζήτηση θα έκρινε την ποσότητα.

Τουλάχιστον επί τρεις δεκαετίες (τέλος της δεκαετίας του ’30 - τέλος της δεκαετίας του ’60) διεξάγεται έντονη ιδεολογική και πολιτική διαπάλη στο ΚΚΣΕ για τις αιτίες των προβλημάτων κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, τις αιτίες των αντιθέσεων, των σχετικών καθυστερήσεων ή φαινομένων στην οικονομία της ΕΣΣΔ. Η συζήτηση τροφοδοτείται και από προβλήματα κρατών της Ευρώπης που εντάχθηκαν στο σοσιαλιστικό σύστημα, με ιδιαίτερο το λεγόμενο φαινόμενο «φράγμα των πρώτων υλών» (υπερκαλύπτονταν τα πλάνα στις μεταποιητικές βιομηχανίες ενώ δεν καλύπτονταν στις βιομηχανίες πρώτων υλών, με αποτέλεσμα σοβαρές επιπτώσεις στο εξωτερικό εμπόριο).

Από ρώσους οικονομολόγους (Liberman, Nemtchinow, Trapeznikow) προβάλλεται η άποψη ότι ο κεντρικός σχεδιασμός δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της εντατικής ανάπτυξης, γι’ αυτό χρειάζεται τη βοήθεια παράπλευρων βοηθητικών μηχανισμών. Υποστηρίζουν ότι τα προβλήματα προσαρμογής του όγκου της παραγωγής στις ανάγκες της κατανάλωσης μπορούν να αντιμετωπιστούν με κριτήρια τη ζήτηση και τις τιμές που διαμορφώνονται στη βάση της ζήτησης.

Θεωρήθηκε ως πρόβλημα ο τρόπος προσαρμογής της παραγωγής στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων -υλικών και ανθρωπίνων- που στο παρελθόν προκάλεσε δυσαρμονίες, που αποδόθηκαν στην έλλειψη ανταπόκρισης του παραγωγικού σχεδίου στις ανάγκες.

Η αναζήτηση της λύσης των οικονομικών προβλημάτων κατευθύνθηκε προς την ενίσχυση της λειτουργίας της αγοράς (μηχανισμού του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής), που θα επέτρεπε και ένα είδος άμιλλας (ανταγωνισμού) μεταξύ των επιχειρήσεων, και θα είχε θετικό αντίκτυπο στη βελτίωση του τεχνικού επιπέδου και του κόστους παραγωγής.

Θεωρήθηκε ότι η ρύθμιση ορισμένων μεγεθών της οικονομίας, π.χ. των μισθών, της ποσότητας χρήματος, με τη βοήθεια και ενός μηχανισμού της αγοράς δεν αποτελεί μερική εγκατάλειψη των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής.

Σταδιακά κερδίζει έδαφος το θεωρητικό σχήμα της «σοσιαλιστικής εμπορευματικής παραγωγής» ή «σοσιαλισμός με αγορά», η θεωρητική άποψη ότι ο νόμος της αξίας είναι νόμος του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής που λειτουργεί και κατά την αναπτυγμένη σοσιαλιστική οικοδόμηση, συμβατός με τη διαμόρφωση υλικών προϋποθέσεων για το πέρασμα στον κομμουνισμό.

Στην οικονομική πολιτική κερδίζει έδαφος η σταδιακή υποχώρηση του κεντρικού σχεδιασμού, η αποδυνάμωση του κοινωνικού χαρακτήρα της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Η «αυτονόμηση» της επιχείρησης σε συνδυασμό με τη δυνατότητα ιδιοποίησης μέρους του παραγομένου προϊόντος (κέρδος) μέσω οριζόντιων εμπορευματοχρηματικών συναλλαγών μεταξύ των επιχειρήσεων, τόσο στη βιομηχανία όσο και στην αγροτική παραγωγή, η ενίσχυση της αυτοτέλειας των διευθυντών στη λήψη των αποφάσεων και η ενίσχυση των ατομικών τους αποδοχών, αποτελούν το έδαφος για την ενίσχυση κοινωνικού στρώματος (δυνάμει τάξης) με δυνατότητα ατομικής ιδιοποίησης αποτελεσμάτων της ξένης εργασίας και διεκδίκησης της νομιμότητας των σχέσεων ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Οι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής - κατανομής αποδυναμώνονται, ενισχύονται οι εμπορευματικές. Κατά τη δεκαετία του 1980, με το 27ο Συνέδριο (1986) και την ψήφιση νόμου το 1987, αντανακλάται σε πολιτικό επίπεδο (μέσα από το ίδιο το ΚΚΣΕ) η καθεστωτική νομιμοποίηση των καπιταλιστικών σχέσεων (κατ’ ευφημισμόν πολυμορφία των σχέσεων ιδιοκτησίας).

Διευκρινίζοντας τον προσωπικό χαρακτήρα της παραπάνω προσέγγισης, και συνοψίζοντας ως προς τις μεταρρυθμίσεις του ‘65, σημειώνω ότι:

i) Οι μεταρρυθμίσεις χαρακτηρίστηκαν από την αστική οικονομική σκέψη ως επιστροφή στον καπιταλισμό (δημοσιεύματα Economist, Financial Times).

ii) Είχαν τη στήριξη των δυτικών αστών οικονομολόγων της κεϋνσιανής σχολής και της σοσιαλδημοκρατίας, οι οποίες χαρακτήρισαν τις «μεταρρυθμίσεις» ως βελτίωση του σχεδιασμού με καταπολέμηση της γραφειοκρατίας.

iii) Τα μέτρα της οικονομικής πολιτικής που επικράτησε ήταν μέτρα ενίσχυσης των σχέσεων των προσοσιαλιστικών οικονομικών επιβιώσεων σε βάρος των προς θεμελίωση σοσιαλιστικών σχέσεων.

Το «επιχειρηματικό» κέρδος δεν είναι ούτε δείκτης αφηρημένης κοινωνικής αποδοτικότητας ούτε αυτόματο εργαλείο ή μέσο για την εξισορρόπηση των αναλογιών της παραγωγής, γι’ αυτό και οι αυξομειώσεις του μέσου ποσοστού κέρδους στην καπιταλιστική παραγωγή έρχονται ως νομοτελειακό αποτέλεσμα και συνδέονται με τις φάσεις του κύκλου της κρίσης. Είναι κατηγορία της καπιταλιστικής οικονομίας και όχι μιας «αγοράς» που μπορεί να προσδιορίζεται καπιταλιστική ή σοσιαλιστική ανάλογα με τις κυρίαρχες σχέσεις ιδιοκτησία - παραγωγής.

Η κίνηση της παραγωγής στον καπιταλισμό, επομένως και η προσέλκυση ζωντανής και ξοδεμένης εργατικής δύναμης, γίνεται με κίνητρο το μεγαλύτερο δυνατό (μεγιστοποίηση) κέρδος. Ο νόμος της αξίας και προκειμένου για την εμπορευματοποίηση της εργατικής δύναμης ο νόμος της υπεραξίας είναι θεμελιώδεις για την καπιταλιστική παραγωγή. Η ίδια εργατική δύναμη καθώς και όλες οι άλλες εισροές (πρώτες ύλες, ενδιάμεσα προϊόντα, μηχανήματα κλπ.) έχουν εμπορευματικό χαρακτήρα. Οι επιβιώσεις της απλής εμπορευματικής παραγωγής υποτάσσονται στην καπιταλιστική εμπορευματική παραγωγή.

Ο σοσιαλισμός είναι οργάνωση της κοινωνίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον και επομένως το κέρδος δεν μπορεί να είναι κίνητρο της σοσιαλιστικής παραγωγής.

Η ιστορική πείρα επιβεβαίωσε ότι απέναντι στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής ορθώνεται ο νέος κομμουνιστικός μέσα από μακρόχρονη διαδικασία που μόλις ξεκινά με την επαναστατική εργατική εξουσία.

Ενόσω οι αναζητήσεις μας επικεντρώνονται στο μεταβατικό πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, δηλαδή πριν να υπάρχει πλήρης ανάπτυξη του νέου κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά με κυρίαρχες τις σοσιαλιστικές σχέσεις, επισημαίνω ότι:

Πρώτον: Η κοινωνική ιδιοκτησία στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής και η κεντρικά σχεδιασμένη συνεύρεσή τους με την εργατική δύναμη στην κοινωνικά οργανωμένη παραγωγική διαδικασία είναι προϋπόθεση για τη θεμελίωση του νέου σοσιαλιστικού - κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής. Η κατανομή εργατικής δύναμης, πρώτων υλών, μηχανημάτων, χρηματικών πόρων κλπ. γίνεται με βάση τον Κεντρικό Σχεδιασμό, οπότε καταργείται ο εμπορευματικός χαρακτήρας τους. Διέπονται από τις σοσιαλιστικές σχέσεις ιδιοκτησίας - κατανομής.

Η δυνατότητα κυριαρχίας του νέου τρόπου παραγωγής μπαίνει σε κίνηση πραγματοποίησης με επαναστατική πολιτική πράξη. Αυτό δεν σημαίνει εξ αρχής αυτόματη και πλήρη εξάλειψη προγενέστερων οικονομικών επιβιώσεων (απλής εμπορευματικής ή και μικρής καπιταλιστικής). Δεν πρόκειται όμως για «ισότιμη» συνύπαρξη τους. Γι’ αυτό και δεν συμπίπτει η σοσιαλιστική οικοδόμηση με την οικονομία (καπιταλιστική) συνύπαρξης μεγάλης καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και παραγωγής μαζί με κρατική (καπιταλιστική) ιδιοκτησία και παραγωγή (στη βάση της οποίας ασκήθηκε η κεϋνσιανή αστική οικονομική πολιτική στο οικονομικό έδαφος του καπιταλισμού).

Η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και της γης -με την κρατική μορφή της κοινωνικής ιδιοκτησίας- είναι που κατοχυρώνει και την κατάργηση της εργατικής δύναμης ως εμπόρευμα.

Στη βάση του κεντρικού σχεδιασμού κατανέμεται και η εργατική δύναμη και επομένως υλοποιείται το δικαίωμα του καθενός στην εργασία, επομένως και το προσωπικό όφελος από την άνοδο της κοινωνικής ευημερίας.

Η ύπαρξη περιορισμένης έκτασης εμπορευματικής παραγωγής στηρίζεται στην ύπαρξη περιορισμένης ατομικής ιδιοκτησίας μέσων παραγωγής και χρήσης γης, η οποία, παραμένει συγκριτικά χαμηλότερης παραγωγικότητας. Κατά τη γνώμη μου, η επιβίωσή της τείνει προς την τάση ιδιοποίησης του αποτελέσματος ξένης εργασίας ή προς τη συνεταιριστική (ή και πλήρως κοινωνικοποιημένη) συγκέντρωσή της.

Ως προς το χαρακτήρα των σχέσεων ανταλλαγής της συνεταιριστικής αγροτικής παραγωγής με τη σοσιαλιστική βιομηχανική, νομίζω ότι δεν μπορούμε να τον προσεγγίζουμε κυρίως ως απλή εμπορευματική παραγωγή - ανταλλαγή, αφού υπεισέρχεται η χρήση κοινωνικοποιημένων μέσων παραγωγής, ηλεκτρικής ενέργειας κλπ., μέσω της κεντρικά κατευθυνόμενης κατανομής τους.

Θα σημείωνα δε, ότι τις σχέσεις ανταλλαγής μεταξύ προϊόντων της αγροτικής παραγωγής και της βιομηχανίας, ούτε ο καπιταλισμός τις «άφησε» στην αυθόρμητη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς. Γι’ αυτό και υπάρχουν ακόμη και στις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες πολύπλοκα συστήματα κεντρικά καθορισμένων τιμών, ποσοστώσεων και επιδοτήσεων.

Η σοσιαλιστική οικοδόμηση είχε αναδείξει την κατεύθυνση επίλυσης: Τη συνένωση των αγροτών - παραγωγών στη μεγάλης έκτασης κοινή χρήση γης, για την παραγωγή κοινωνικού (όχι μόνο συνεταιριστικού) προϊόντος, με κοινωνικοποιημένη σύγχρονη μηχανοποίηση και άλλα μέσα της επιστημονικοτεχνικής προόδου για την ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας, τη μεγαλύτερη διαφύλαξη του προϊόντος από τις απρόβλεπτες καιρικές μεταβολές, την κάθετη συνένωση της αγροτικής πρώτης ύλης με τη βιομηχανική επεξεργασία.

Δεύτερον: Στις συνθήκες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, και με βάση τη σοβιετική εμπειρία, το μεγαλύτερο μέρος της προετοιμασίας της εργατικής δύναμης για να γίνει ικανή για κοινωνική εργασία το αναλαμβάνει το κράτος, θεωρώντας το «ανάγκη» όλων των μελών της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Αντιθέτως, στην καπιταλιστική οικονομία, η προετοιμασία της εργατικής δύναμης είναι ευθύνη ατομική, η απόκτησή της μπαίνει στην εμπορευματική διαδικασία (π.χ. αγοράζεται η εκπαιδευτική διαδικασία, ο βασικός πυρήνας της ή αναγκαία συμπληρώματά του).

Το ίδιο συμβαίνει και με το μεγαλύτερο μέρος αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης.

Γι’ αυτό όχι μόνο υπήρχε καθολικό δημόσιο δωρεάν σύστημα εκπαίδευσης και υγείας, αλλά και άλλες πολλαπλές λειτουργίες αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης με πολιτικές απομάκρυνσης από το «ο καθένας ανάλογα με την εργασία του» και τείνοντας στη βάση του νόμου «ο καθένας ανάλογα με τις ανάγκες του». (Τέτια παραδείγματα είναι η πολιτική «τιμών» μέσων μαζικής μεταφοράς, καταναλωτικών προϊόντων παιδικής χρήσης, βιβλίου, κατανάλωσης οικιακής ενέργειας, λαϊκής στέγης και άλλα).

Ωστόσο, χαρακτηριστικό του μεταβατικού περάσματος είναι η σχετική ανεπάρκεια προϊόντων ατομικής κατανάλωσης, με αποτέλεσμα ένα μέρος της να κατανέμεται σύμφωνα με την εργασία του καθένα. Αυτό όμως συνεπάγεται ορισμένη διαφοροποίηση στην καταναλωτική δυνατότητα των εργαζομένων.

Στην οικονομική θεωρία του σοσιαλισμού τέθηκε το ερώτημα εργασίας: Ποιος είναι ο χαρακτήρας των σχέσεων κατανομής με χρηματική μορφή σε ένα σημαντικό τμήμα της ατομικής κατανάλωσης και βεβαίως και σε ένα τμήμα της αμοιβής εργασίας. Από ποιο νόμο διέπεται;

Από ένα ορισμένο ρεύμα της μαρξιστικής διανόησης και πολιτικής συμπεριλαμβανομένου και του Στάλιν, χαρακτηρίσθηκαν ως εμπορευματοχρηματικές σχέσεις σε αυτή τη σφαίρα κυκλοφορίας που διέπεται από τη λειτουργία του νόμου της αξίας, χωρίς να γίνονται καθοριστικές, ρυθμιστικές της σοσιαλιστικής παραγωγής - κατανομής.

Προσωπικά, στην ανάλυση και γενίκευση αυτής της θεωρητικής προσέγγισης βλέπω κενά και αντιφάσεις. Οι ίδιοι οι υποστηρικτές της αναγνωρίζουν ότι η λειτουργία του νόμου της αξίας δεν εναρμονίζεται με τους θεμελιακούς νόμους λειτουργίας της σοσιαλιστικής παραγωγής, γι’ αυτό μιλάνε για αντίθεση (αλλά μη ανταγωνιστική) στο εμπόρευμα. Δέχονται ότι η σοσιαλιστική παραγωγή δεν είναι εμπορευματική, αλλά επιχειρούν να εξηγήσουν ορισμένα από τα φαινόμενα των δυσαναλογιών (αντιθέσεων) με τη θεωρία της παραβίασης του νόμου της αξίας σε επιχειρησιακό επίπεδο. Νομίζω ότι εκείνο που κυρίως ήθελαν να αναδείξουν ήταν η αναγκαιότητα συνεχούς ανόδου της παραγωγικότητας της εργασίας, η αναγκαιότητα να υπερέχουν τα αποτελέσματα της από τις συνολικές δαπάνες.

Στο θέμα αυτό, νομίζω ότι ο καθηγητής Ελμέεφ αναπτύσσει την άξια προσοχής θεωρητική προσέγγιση για το νόμο της αξίας χρήσης ως σχέση μεταξύ της εργασίας και του αποτελέσματός της (προϊόν) κατά το μεταβατικό πέρασμα όπου η σοσιαλιστική παραγωγή δεν είναι εμπορευματική. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση μέτρο της αξίας χρήσης είναι ο απελευθερωμένος χρόνος και όχι ο δαπανημένος, και αποτελεί το ρυθμιστικό παράγοντα για τις ενδοπαραγωγικές και τις αναλογίες μεταξύ διευρυμένης αναπαραγωγής και κατανάλωσης.

Ο Εριόμιν αναφέρει ότι «η απαραίτητη εργασία για μια διερμήνευση σε βάθος των χρηματικών μορφών σαν «μεταμορφωμένες ή ανορθολογικές» (δηλαδή μη σχετιζόμενες με το νόμο της αξίας) δεν ακούμπησε σχεδόν καθόλου την επίσημη πολιτική οικονομία, ακόμα και 40 χρόνια μετά το Στάλιν»[10].

Στο ίδιο θέμα αναφέρεται και ο σ. Ποπώφ, αναφέροντας ότι μόνο στη μορφή εμφανίζονται ως εμπορευματοχρηματικές σχέσεις, ενώ στην ουσία είναι άμεσα κοινωνικές.

Αν το καταλαβαίνω σωστά, στην ουσία δεν αντικρίζονται μεμονωμένοι παραγωγοί μέσω του εμπορεύματος στην αγορά.

Ομως, από την αντίληψη και πρακτική της σοσιαλιστικής οικοδόμησης μένει ακόμη αναπάντητο το εξής θεωρητικό ερώτημα εργασίας:

Ποια είναι η σχέση (νόμος) με την οποία αντικρίζεται η εργασία της σοσιαλιστικής παραγωγής με το κοινωνικό προϊόν;

Από την απάντηση αυτού του ερωτήματος προκύπτουν τα μέσα για την εναρμόνιση της πολιτικής μισθών (στον καθένα ανάλογα με την εργασία του) και τιμών για τα καταναλωτικά προϊόντα. Επίσης προκύπτουν τα μέσα για την αντικειμενική αποτίμηση των κατανεμημένων δαπανών και των αποτελεσμάτων της παραγωγής, υπολογισμός απαραίτητος για την κεντρική κατανομή εργασίας, υλών, μηχανημάτων, έρευνας κλπ.

Πως υπολογίζεται η συνεισφορά της κάθε σοσιαλιστικά οργανωμένης επιχείρησης στο κοινωνικό προϊόν.

Τα υπαρκτά οικονομικά προβλήματα που προέκυψαν ως αντιθέσεις στη βάση της ταχύτερης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων σε σχέση με τις σχέσεις παραγωγής - κατανομής, κατά τη γνώμη μου, πολιτικά αντιμετωπίσθηκαν λαθεμένα.

Η πορεία της ανάπτυξης του σοσιαλιστικού - κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής είναι πορεία επέκτασης των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής και κατανομής με εξάλειψη των προσοσιαλιστικών οικονομικών επιβιώσεων, με την ανάπτυξη του όγκου και της παραγωγικότητας της σχεδιασμένης παραγωγής, της σοσιαλιστικής συνείδησης για την εργασία και την ουσιαστική συμμετοχή της στην από τα κάτω προς τα πάνω πληροφόρηση, διόρθωση και υλοποίηση του κεντρικού σχεδιασμού, στην ολοένα διευρυνόμενη κατανομή «σύμφωνα με τις ανάγκες».

Επομένως η πορεία της σοσιαλιστικής - κομμουνιστικής οικοδόμησης είναι διαδικασία εξάλειψης των παραγόντων που γεννούν τη λειτουργία του νόμου της αξίας και επομένως των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων.

Προσωπικά συμμερίζομαι την άποψη ότι είναι πρωτίστως γνωσιολογική η ρίζα του προβλήματος της αρχικής θεωρητικής διολίσθησης.

Ωστόσο, δεν θεωρώ νομοτελειακή την ταχύτατη ανάπτυξη και επικράτηση αυτών των ιδεολογικών και πολιτικών απόψεων, την πλήρη υιοθέτηση κατηγοριών της καπιταλιστικής οικονομίας για τη λύση αντιθέσεων στο έδαφος του μακρόχρονου περάσματος από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό. Νομίζω ότι χρειάζεται να αναζητήσουμε το σύνολο των παραγόντων, που συνέβαλλαν σ’ αυτήν την εξέλιξη. Θεωρώ ότι σ’ αυτούς περιλαμβάνονται:

- Η υποχώρηση του επιπέδου πολιτικής μαρξιστικής μόρφωσης των ηγετών κομμουνιστών λόγω και των ιδιαίτερων συνθηκών του πολέμου, των μεγάλων απωλειών και της απότομης νέας ποσοτικής αύξησης των κομμουνιστών είχε ως αποτέλεσμα την μη έγκαιρη ανάπτυξη της Πολιτικής Οικονομίας του Σοσιαλισμού.

- Η σχετική εξάρτηση που είχε η κομμουνιστική εξουσία στην ΕΣΣΔ, από τη γέννησή της, από διευθυντικό και επιστημονικό δυναμικό με δεσμούς ανάπτυξης και επιρροής από τον πολιτισμό της καπιταλιστικής Δύσης.

- Η ιστορική κληρονομιά της ΕΣΣΔ, από την άποψη της έκτασης της προκαπιταλιστικής καθυστέρησης και της ανισόμετρης καπιταλιστικής ανάπτυξής της.

- Οι θυσίες στο επίπεδο κατανάλωσης που κόστισε η μεταπολεμική ανόρθωση, σε συνθήκες ανταγωνισμού με την καπιταλιστική ανασυγκρότηση της Δυτικής Ευρώπης που στηρίχθηκε σημαντικά στις δυνατότητες και την ανάγκη των ΗΠΑ για εξαγωγή κεφαλαίων.

- Προβλήματα και αντιθέσεις κατά την πορεία ενσωμάτωσης στο σοσιαλιστικό σύστημα των κρατών της Κεντρ. Ευρώπης. Σε ορισμένες απ’ αυτές έπαιζαν ρόλο και οι ιστορικές διακρατικές σχέσεις, π.χ. Ρουμανία ήταν στο γερμανικό άξονα, «πλήρωσε» τις πολεμικές αποζημιώσεις μέσω της παραγωγής ρουμανοσοβιετικών επιχειρήσεων,

- Ο φόβος ενός νέου πολέμου, εξ αιτίας των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων στη Κορέα, κλπ., του «ψυχρού πολέμου», του δόγματος Hellstein της Δυτικής Γερμανίας (μη αναγνώριση της Αν. Γερμανίας, αλλά θεώρησή της ως «ζώνη σοβιετικής κατοχής»).

- Η διαφοροποιημένη πολιτική παρέμβαση του διεθνούς ιμπεριαλισμού προς τις χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης με πιο ευέλικτες εμπορικές συναλλαγές με κράτη της Κεντρ. και Αν. Ευρώπης.

- Ζητήματα στρατηγικής και της διάσπασης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Στο μεταπολεμικό πεδίο της Ευρώπης και διεθνώς η αντίθεση μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού έχει στοιχεία αμφίδρομης επιρροής στις επιλογές της οικονομικής πολιτικής.

Στην ευρωπαϊκή καπιταλιστική διαχείριση μεταπολεμικά κέρδισε έδαφος η κεϋνσιανή διαχείριση (σε πολλές περιπτώσεις με βασικό φορέα τα κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας), η οποία άσκησε οπορτουνιστική πίεση στο σοσιαλιστικό κόσμο.

Η κεϋνσιανή διαχείριση ανέδειξε τον καπιταλιστικό κρατικό προγραμματισμό, ως μέσο αντικατάστασης του ασυντόνιστου και συμπτωματικού παρεμβατισμού του κράτους για τον έλεγχο των συνεπειών της κρίσης[11].

Το καπιταλιστικό σύστημα «δανείζεται» από τη σοσιαλιστική αναγκαιότητα ένα προγραμματισμό προσαρμοσμένο στις ανάγκες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Δανείζεται επίσης και μια ορισμένη κοινωνική πολιτική (ένα από τα πιο προωθημένα είναι το μεταπολεμικό Σύστημα Εθνικής Υγείας στην Αγγλία).

Σε αυτές τις συνθήκες προσαρμόζεται η ιδεολογική επίθεση ενός τμήματος των αστών οικονομολόγων απέναντι στον «κρατικό χαρακτήρα» της οικονομίας του υπαρκτού σοσιαλισμού. Οι νέες συνθήκες στις οποίες διεξάγεται η θεωρητική και πολιτική πάλη ανάμεσα στα δυο συστήματα μακροπρόθεσμα εξελίσσεται σε βάρος του σοσιαλισμού.

Ο ανταγωνισμός των δυο συστημάτων εξωθεί το σοσιαλιστικό σύστημα ίσως σε ένα ορισμένο υποκειμενισμό στις δυνατότητες και τους στόχους της σοσιαλιστικής ανάπτυξης. Η στρατηγική επιλογή στήριξης ορισμένων πρώην αποικιών στο μη καπιταλιστικό δρόμο οικονομικής ανάπτυξης νομίζω ότι λειτουργεί και ως παράγων που επιτείνει την εκτατική (σε βάρος της εντατικής) αντίληψη ανάπτυξης στον κεντρικό σχεδιασμό.

Σε αυτές τις ιστορικές συνθήκες, η εξουσία υιοθετεί πολιτικές με ενσωματωμένα στοιχεία ενίσχυσης της καπιταλιστικής οικονομίας (αγοράς) και τουλάχιστον σε ορισμένη περίοδο θεωρώντας τα ως στοιχεία στερέωσης του σοσιαλισμού. Ως διαδικασία είναι διαβρωτική του επαναστατικού χαρακτήρα της εξουσίας και του περάσματος από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό.

Τις αδυναμίες τεχνοοικονομικού επιπέδου (σε σχέση με την εφαρμογή μαθηματικών, πληροφορικής) στον κεντρικό σχεδιασμό (με την έννοια της ακριβούς γνώσης δεδομένων, συλλογής πληροφοριών, ορθής εκτίμησης δυνατοτήτων, κατά κλάδους, περιφέρειες κλπ.), δεν θα τις θεωρούσα καθοριστικές με δεδομένη την εμπειρία και τις επιτυχίες σε πολύ μεγάλες επιστημονικο-τεχνικές κατακτήσεις και εφαρμογές.

Στα προβλήματα σχεδιασμού, τη διεύρυνση της παραγωγής καταναλωτικών προϊόντων και κυρίως την ποιοτική τους εξέλιξη δεν θα τη θεωρούσα ως αποτέλεσμα εκτατικής ανάπτυξης των αντίστοιχων κλάδων της βιομηχανίας, αλλά κυρίως ως ανάπτυξη της παραγωγικότητάς τους, ως ανάγκη εισαγωγής νέας τεχνολογίας στην παραγωγή τους (αναμόρφωση του σχεδίου με κριτήρια την τεχνολογική πρόοδο, την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας κλπ.). Είναι γνωστά ορισμένα προβλήματα π.χ. στον κλάδο κατασκευής υποδημάτων. Από κάθε άποψη η μαζική παραγωγή των νέας τεχνολογίας μηχανημάτων προηγείται και καταγράφεται ως αποτέλεσμα στην κατανάλωση.

Ως προς τα προβλήματα που εμφάνισε το σύστημα διεύθυνσης, αν και δεν έχουμε σημαντικές πηγές των προτάσεων σε επίπεδο οικονομικής πολιτικής από τους σοβιετικούς οικονομολόγους που αντιπάλεψαν τις μεταρρυθμίσεις, από εκείνο το μέρος της θεωρητικής συζήτησης που έχω υπόψη μου, οδηγούμαι στη σκέψη ότι δεν ήταν κυρίως πρόβλημα τεχνικό - διοικητικό ή και ηθικό το κίνητρο και η απόδοσή του. Ο στόχος και η εκτίμηση του παραγομένου αποτελέσματος είχε να κάνει με τη θεωρητική αναγνώριση της ανάγκης για αυξανόμενα αποτελέσματα (προϊόντα, αξίες χρήσης) σε σχέση με τις δαπάνες (εισροές εργασίας, μηχανημάτων, υλών, χρηματικών κονδυλίων κλπ.). Επιπροσθέτως θεωρώ σημαντική την αξιολόγηση της χρήσης τεχνολογίας σε σχέση με την παραγωγικότητα της εργασίας και με δείκτες ποιότητας παραγωγής με βάση το μακροπρόθεσμο κοινωνικό όφελος, όπως: ισορροπία του περιβάλλοντος, υγεία.

Ορισμένοι προβληματισμοί για την άσκηση οικονομικής πολιτικής:

Στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής, τα υλικά κίνητρα να μην αποκόπτουν την παραγωγική μονάδα από το σύνολο και να μην αποκόπτουν το ατομικό από το συλλογικό όφελος.

Να εκδηλώνονται στην αρχή «ο καθένας ανάλογα με την εργασία του» ανά παραγωγική κολλεκτίβα περισσότερο παρά ανά άτομο (στην κατανάλωση νέων προϊόντων, σε ταξίδια εσωτερικού-εξωτερικού, βελτίωση των συνθηκών στέγασης κλπ.).

Ανά άτομο εκφράζεται στην προσαύξηση της ατομικής αμοιβής, με αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη δυνατότητα κατανάλωσης εμπορευμάτων.

Ανά παραγωγική κολλεκτίβα είναι πιο πρόσφορο, χωρίς να ενισχύει την χρηματική κυκλοφορία.

Μέρος της προσαυξημένης ατομικής αμοιβής να κατευθύνεται σε νέες ευκαιρίες πρόσβασης σε ανώτερη επαγγελματική ειδίκευση και εκπαίδευση. Τέτια εμπειρία έχουν τόσο στις χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης όσο και τα ΚΚ στις σοσιαλιστικές χώρες.

Το διευθυντικό - διοικητικό δυναμικό, σε όλη την κλίμακα, να μην έχει ξεχωριστά υλικά προνόμια σε σχέση με τους άμεσους παραγωγούς.

Τα ηθικά κίνητρα να έχουν κέντρο την καλλιέργεια κομμουνιστικής συνείδησης για την αναγκαιότητα της εργασίας, της εργασίας ως τρόπο ζωής. Απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό η διαμόρφωση συνθηκών συμμετοχής στις αποφάσεις, στον έλεγχο της πορείας τους, στον έλεγχο της διεύθυνσης. Η έκτακτη εθελοντική μη αμειβόμενη εργασία (τα γνωστά σε μας «κόκκινα μεροκάματα») να μην παγιώνεται με τρόπο ώστε να λειτουργεί σε αντίθεση με την τάση ανάπτυξης του μη εργάσιμου χρόνου και της πολύπλευρης ανάπτυξης του ανθρώπου της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Θέμα ιδιαίτερης έρευνας και εξαγωγής συμπερασμάτων πρέπει να είναι η συγκριτική μελέτη των μορφών οργάνωσης της εργατικής συμμετοχής, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους, σε διάφορες περιόδους της Σοβιετικής Εξουσίας. Να εξετασθούν συγκριτικά μεταξύ των εργατικών επιτροπών επί Λένιν, του Σταχανοφικού κινήματος και των «Αυτοδιαχειριστικών Συμβουλίων» επί Γκορμπατσόφ (να αναζητηθούν αναλόγως επί Μπρέζνιεφ) σε σχέση με τον Κεντρικό Σχεδιασμό και την πραγματοποίηση του κοινωνικού χαρακτήρα της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.

Η ήττα του πρώτου εγχειρήματος περάσματος από τον καπιταλισμό στο κομμουνισμό κατά τον 20ο αιώνα πιστεύω ότι αποτελεί θεμελιακό παράγοντα της βαθιάς κρίσης του κομμουνιστικού κινήματος παγκοσμίως. Εχει κλονίσει την πίστη και τις αντοχές μεγάλου μέρους κομμουνιστών σε κάθε χώρα και στη δική μας. Εχει θολώσει το σοσιαλιστικό όραμα έστω και για κάποια πρωτοπόρα τμήματα της εργατικής τάξης.

Η μακρόχρονη σχετικά «ειρηνική» περίοδος και καθεστωτική ανοχή απέναντι στο κομμουνιστικό κίνημα, η μεγαλύτερη εμβέλεια της αστικής ιδεολογικής επιρροής καθιστούν πολύ δύσκολη την προσέγγιση της μαρξιστικής γνώσης και επομένως την ερμηνεία της ήττας.

Συνοψίζοντας θα έλεγα ότι:

Η ιστορία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ είναι η ιστορία της πάλης για την οικοδόμηση του νέου τρόπου παραγωγής σε κοινωνικο-οικονομικό έδαφος ισχυρών προκαπιταλιστικών επιβιώσεων, και επομένως μακροχρόνιας συγκριτικής καθυστέρησης στον όγκο παραγωγής και στην παραγωγικότητα της εργασίας. Σε μεγάλο τμήμα της Σοβιετικής Ενωσης, όπως και της Κίνας, η εκβιομηχάνιση έγινε σε συνθήκες μη κυριαρχίας των καπιταλιστικών σχέσεων.

Η πρώτη ιστορικά σοσιαλιστική οικοδόμηση έδωσε τη μάχη με τη φτώχεια και την προκαπιταλιστική καθυστέρηση με τρόπο διαφορετικό από τον καπιταλισμό. Η συσσώρευση γινόταν εξασφαλίζοντας τουλάχιστον ένα ελάχιστο επίπεδο ισότιμης πρόσβασης στην εργασία, στη στέγαση, στη σίτιση, στην παιδεία, υγεία, πρόνοια κλπ. στη βάση της σχεδιασμένης οικονομίας που λειτουργεί με κίνητρο το γενικό κοινωνικό όφελος. Η εκβιομηχάνιση και η μεγάλη κεφαλαιακή συσσώρευση στον καπιταλισμό ήταν αποτέλεσμα της μέχρι και καταστροφής αλλοτρίωση. Στις ΗΠΑ, βασικό κέντρο του καπιταλισμού που αντιπαρατάχθηκε στο βασικό κέντρο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης μεταπολεμικά, η καπιταλιστική ανάπτυξη ήρθε σε ευνοϊκότερες ιστορικές, γεωγραφικές κλιματολογικές συνθήκες, με αποτέλεσμα να εισρεύσει εκεί κεφάλαιο και εργατικό δυναμικό από τρεις ηπείρους. Καπιταλιστικές κοινωνίες με πολύ βαθιά ανισομετρία στην καπιταλιστική τους ανάπτυξη (π.χ. Ινδία) δεν έχουν ακόμη λύσει το πρόβλημα της πείνας. Ακόμη εντονότερο είναι το πρόβλημα για τις κοινωνίες της Αφρικής. Αποτελεί ιστορική ιδιαιτερότητα η επίδραση των δυσμενών κλιματολογικών συνθηκών για την παραγωγικότητα της εργασίας και την εργασία και μάλιστα σε ιστορική εποχή του καπιταλισμού που δεν είχαν πλήρως αναπτυχθεί οι τεχνολογίες που αντισταθμίζουν τις αντιξοότητες της φύσης. Στη σοσιαλιστική οικοδόμηση ενσωματώθηκε η ισχυρή παράδοση του αγροτικού κοινοτισμού, του οποίου στοιχεία επιβίωναν και ενσωματώνονταν στα προσοσιαλιστικά συστήματα. Η επιβίωση έχει τα αίτια της, είναι αποτέλεσμα των σκληρών φυσικών κλιματολογικών συνθηκών, που καθιστούν την «ατομική» επιβίωση και παραγωγικότητα πολύ χαμηλή. Αυτή η κληρονομιά της μικρής εμπορευματικής αγροτικής παραγωγής ήταν παράγων καθυστέρησης της σοσιαλιστικής ανάπτυξης.

Τα ιστορικά βήματα της πορείας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ, ακόμη και στην Κίνα, δεν μπορούν να αποτιμηθούν με τα κριτήρια της μελλοντικής σοσιαλιστικής οικοδόμησης που θα ξεκινήσει από πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες.

Η μελέτη των αντιθέσεων, των υποκειμενικών λαθών της όλης ιστορικής κίνησης είναι διαδικασία ανάπτυξης της θεωρίας του σοσιαλισμού - κομμουνισμού, από την οποία θα προκύψει ιδεολογική και πολιτική αναζωογόνηση του κομμουνιστικού κινήματος για νέα έφοδο.



Η Ελένη Μπέλλου είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνη του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ και μέλος του ΔΣ του ΚΜΕ.
Το κείμενο είναι εισήγηση στη διημερίδα του ΚΜΕ, 28-29 Νοεμβρίου 2002, με θέμα: «Ο άμεσα κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής στο σοσιαλισμό και οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις». Ο πλήρης τίτλος της εισήγησης είναι «Μια ορισμένη προσέγγιση της θεωρητικής και πολιτικής αντιπαράθεσης για την ιστορική τάση απονέκρωσης του νόμου της αξίας κατά το επαναστατικό μεταβατικό πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό».

[1] Υλικά της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης, Εκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, 1996, σελ. 106.

[2] Στην ελληνική βιβλιογραφία δεν έχουμε αυτούσιες όλες τις θέσεις των οικονομολόγων εκείνης της εποχής που αρνούνται την ύπαρξη του νόμου της αξίας.

[3] Ι. Στάλιν: Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, έκδοση «Σύγχρονη Εποχή», 1998, σελ. 44.

[4] Ι. Στάλιν: Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, έκδοση «Σύγχρονη Εποχή», 1998, σελ. 49.

[5] Συλλογή από άρθρα και μελέτες πάνω στο έργο του Ι. Β. Στάλιν «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 99-100. Περιοδικό «Βαπρόσι Εκονόμικι», 1952, αριθμ. 12.

[6] Συλλογή από άρθρα και μελέτες πάνω στο έργο του Ι. Β. Στάλιν «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 105-106. Περιοδικό «Βαπρόσι Εκονόμικι», 1952, αριθμ. 12.

[7] Στο ίδιο, σελ. 107. Παραπέμπει στο: Ι. Στάλιν, Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, 2η ελληνική έκδοση, σελ. 23.
Σημείωση: Η απόδοση του συγκεκριμένου αποσπάσματος στην ελληνική μετάφραση του άρθρου του Ι. Βιαζμίν χρησιμοποιεί την ορολογία «αρχή της οικονομικής αυτοσυντήρησης» και όχι «αρχή της αποδοτικότητας» των παραγωγικών μονάδων, όπως βρίσκουμε στις μεταφράσεις του έργου του Στάλιν τις οποίες διαθέτουμε.

[8] Α. Εριόμιν, Ο Στάλιν και η οικονομική επιστήμη, ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ, τεύχος 6-2000, σελ. 81-105.

[9] Ιστορία του ΚΚΣΕ, ελληνική έκδοση 1980, σελ. 646.

[10] Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τεύχος 6-2000, σελ. 104.

[11] Στη δημόσια συζήτηση που οργάνωσε η Ελληνική Εταιρεία Προγραμματισμού με θέμα: «Προγραμματισμός, Ελευθέρα Οικονομία και Δημοκρατία» το 1965 στην Ελλάδα, ο καθηγητής Αγ. Αγγελόπουλος υποστηρίζει:
«Ετσι, η πρώτη και κύρια συμβολή του Προγραμματισμού - και στο σημείο αυτό θα μου επιτραπεί να επιμείνω ιδιαίτερα - είναι η εξουδετέρωση των κινδύνων, που προέρχονται από την αβεβαιότητα ως προς την μελλοντική πορεία της Αγοράς, που υπό καθεστώς της ελευθέρας οικονομίας δημιουργεί δισταγμούς στον ιδιώτη επιχειρηματία και γίνεται πρόξενος των οικονομικών κρίσεων ή υφέσεων στη διαδρομή του οικονομικού κυκλώματος». (Περιοδικό Νέα Οικονομία, τόμος 1965, τεύχος Απριλίου, σελ. 332).