Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΕΣΣΔ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ (1920-1991)

Μετά την ολοκλήρωση της Μεγάλης Οχτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης στη Ρωσία, τα πιο σημαντικά προβλήματα στην οικονομική ζωή της νέας κοινωνίας ήταν τα προβλήματα της αγοράς και του σχεδίου (σ.μ.: πλάνου). Αυτό εξηγείται με το ότι τα βασικά μέσα παραγωγής από αντικείμενο ιδιωτικής ιδιοκτησίας (ως αποτέλεσμα της εθνικοποίησης) μετατράπηκαν σε αντικείμενα κοινωνικής-κρατικής ιδιοκτησίας, πράγμα που απαιτούσε ενιαία συγκεντροποιημένη διεύθυνση της οικονομίας και, επομένως, τη σχεδιοποίησή της. Από την άλλη πλευρά και μέσα στα όρια της κρατικής ιδιοκτησίας (για να μην αναφέρουμε τους ιδιωτικοκαπιταλιστικούς τομείς που είχαν διατηρηθεί) συνέχιζαν να λειτουργούν οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις, πράγμα που υπεδείκνυε την ανάγκη κατά τη μεταβατική περίοδο του σοσιαλισμού να υπολογίζεται και ο ρόλος των σχέσεων της αγοράς. Απολύτως φυσικά, και για το ζήτημα της αγοράς, και για το ζήτημα του σχεδίου, τόσο στη θεωρία, όσο και στην πρακτική, ξέσπασαν οξείες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις, που δεν κόπασαν στη διάρκεια όλης της ιστορίας της σοβιετικής εξουσίας, δηλαδή χρονολογικά το διάστημα 1917-1991. Ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι στην πραγματική οικονομική ζωή τέτια οικονομικά φαινόμενα όπως η αγορά και το σχέδιο είναι στενά αλληλοσυνδεόμενα και το ένα προϋποθέτει το άλλο, από τη σκοπιά της θεωρητικής τους αποσαφήνισης και ανάλυσης, πρέπει, όπως νομίζουμε, η συζήτηση για τα δεδομένα προβλήματα να εξετάζεται ξεχωριστά, σε συνάρτηση με τις φάσεις ανάπτυξης της σοβιετικής σοσιαλιστικής οικονομίας, δηλαδή ξεκινώντας από την εποχή του λεγόμενου πολεμικού κομμουνισμού και καταλήγοντας με την εποχή του λεγόμενου αναπτυγμένου σοσιαλισμού.

Είναι γνωστό ότι οι κλασικοί του μαρξισμού-λενινισμού, υποδεικνύοντας την αναγκαιότητα απονέκρωσης των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων στον κομμουνισμό, δεν αρνούνταν παρ’ όλα αυτά την αναγκαιότητα διατήρησης και αξιοποίησής τους την περίοδο περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Ετσι, στην εργασία του «Τα άμεσα καθήκοντα της σοβιετικής εξουσίας» ο Β. Ι. Λένιν υπεδείκνυε ευθέως ότι «Κατά το πέρασμα από την καπιταλιστική κοινωνία στη σοσιαλιστική, είναι απολύτως αδύνατο να κάνουμε χωρίς νόμισμα είτε να το αντικαταστήσουμε με νέο σε σύντομο χρονικό διάστημα»[1]. Ομως οι προαναφερθείσες θεωρητικές αντιλήψεις ανατράπηκαν από την πραγματική οικονομική ζωή ακόμα από τα πρώτα χρόνια του σοβιετικού κράτους - την περίοδο της πολιτικής του πολεμικού κομμουνισμού (την περίοδο της κατανομής των προϊόντων), όταν ως βασική μορφή οικονομικών δεσμών εμφανίζονταν οι φυσικές σχέσεις, που χαρακτηρίζονταν από την ευθεία ανταλλαγή προϊόντων. Η εποχή του πολεμικού κομμουνισμού καταλάμβανε την περίοδο από το Γενάρη του 1919 έως το Μάρτη του 1921. Εκείνη την περίοδο τέθηκε στην ουσία το καθήκον της βεβιασμένης χρονικά κατάργησης των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων στη νέα κοινωνία, του περάσματος, σύμφωνα με τα λόγια του Β. Ι. Λένιν στο άμεσο πέρασμα στην κομμουνιστική παραγωγή και κατανομή[2]. Αναπτύσσοντας τη δεδομένη ιδέα γνωστοί σοβιετικοί οικονομολόγοι, όπως ο Σ. Γ. Στρουμίλιν, ο Ε. Σ. Βάργκα, θεωρούσαν ότι ο υπολογισμός των κοινωνικά αναγκαίων δαπανών εργασίας ήδη μπορεί να γίνεται όχι σε χρηματική (αξιακή) μορφή, αλλά σε μονάδες εργάσιμου χρόνου ως φυσικού μέτρου μέτρησης των εργασιακών λειτουργιών της εργατικής δύναμης. Οι δεδομένες ιδέες βρήκαν ακριβώς την αντανάκλασή τους στη «φυσικοποίηση» της οικονομικής ζωής εκείνου του καιρού, πράγμα που επαληθεύεται και από μερικά στατιστικά δεδομένα. Ετσι, εάν το 1917 για την πληρωμή σε φυσική μορφή αντιστοιχούσε το 5% του μισθού, το 1918 το 48%, το 1919 το 80% και το 1920 το 93%[3].

Μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου η οικονομία της σοβιετικής Ρωσίας βρέθηκε σε εξαιρετική κακή κατάσταση. Για να ενεργοποιηθεί η οικονομική ζωή της χώρας έπρεπε να γίνει ένα πέρασμα από τις καθαρά διοικητικές μεθόδους διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας σε οικονομικές μεθόδους και από τη σκοπιά των οικονομικών μεθόδων να γίνει πέρασμα από τις φυσικές σχέσεις στις αξιακές - εμπορευματοχρηματικές σχέσεις. Ολα αυτά βρήκαν την ενσάρκωσή τους στη λεγόμενη νέα οικονομική πολιτική (τη φημισμένη ΝΕΠ). Αφετηρία της ΝΕΠ θεωρείται το 1921. Συγκεκριμένα η νέα οικονομική πολιτική εμφανίστηκε σε αντικατάσταση της κατανομής προϊόντων (που ήταν χαρακτηριστική για την εποχή του πολεμικού κομμουνισμού) με το φόρο σε είδος - φόρο σε στάρι.

Στο πολιτικό επίπεδο η ιδέα της νέας οικονομικής πολιτικής επικυρώθηκε στα ντοκουμέντα του 10ου Συνεδρίου του ΡΚΚ(μπ), που έγινε την 15 Μάρτη του 1921. Να τι έγραφε για αυτό ο Β. Ι. Λένιν: «Η κρίση άρχισε, μου φαίνεται, το Φλεβάρη του 1921. Ηδη την άνοιξη του ίδιου χρόνου αποφασίσαμε ομόφωνα - δεν είδα να έχουμε μεγάλες διαφωνίες σ’ αυτό το ζήτημα - αποφασίσαμε να περάσουμε στη νέα οικονομική πολιτική»[4].

Το πέρασμα στη ΝΕΠ, η αναβίωση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων μαζί με το ξεπέρασμα κρισιακών οικονομικών φαινομένων σήμαινε και ενός είδους ενεργοποίηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, πράγμα το οποίο ευθέως υπεδείκνυε και ο ίδιος ο Β. Ι. Λένιν. Ετσι, στην εργασία του «Για το φόρο σε είδος» έγραφε: «Η ανταλλαγή είναι ελευθερία του εμπορίου, είναι καπιταλισμός. Μας είναι ωφέλιμη εφόσον θα μας βοηθήσει να πολεμήσουμε τη διασπορά του μικροπαραγωγού και, σε ορισμένο βαθμό, τη γραφειοκρατία. Το μέτρο θα το καθορίσει η πράξη, η πείρα»[5].

Η ενεργοποίηση και διεύρυνση των ορίων των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων στη Σοβιετική Ρωσία και μετέπειτα και στην ΕΣΣΔ προχωρούσε όχι μόνο από το γνωστό κλασικό δρόμο της ενεργοποίησης της σφαίρας του εμπορίου, αλλά και από το δρόμο της εισαγωγής νέων μορφών διαχείρισης, ιδιαίτερα από το δρόμο της εισαγωγής στις παραγωγικές επιχειρήσεις (τραστ) της ιδιοσυντήρησης, πράγμα στο οποίο έδινε μεγάλη προσοχή ο Β. Ι. Λένιν. Αυτός είναι που αποκάλυψε την ουσία και έδωσε την κοινωνικοοικονομική εκτίμηση της σοσιαλιστικής μορφής του συνεταιρισμού, αναγνωρίζοντας, με αυτόν τον τρόπο, στην οικονομική δομή του σοσιαλισμού δυο τομείς της οικονομίας: τον κρατικό και τον συνεταιριστικό και, επομένως, και δυο μορφές ιδιοκτησίας: την κρατική και τη συνεταιριστική. Αντικειμενικά, ο οικονομικός δεσμός μεταξύ των μορφών ιδιοκτησίας που αναφέρθηκαν μπορούσε να πραγματοποιείται μόνο στα όρια εμπορευματικών σχέσεων αγοράς.

Παίρνοντας υπόψη το σοσιαλιστικό προσανατολισμό της ανάπτυξης της οικονομίας και στις συνθήκες της ΝΕΠ, το σοβιετικό κράτος έδινε μεγάλη σημασία εκείνη την περίοδο στη ρύθμιση των σχέσεων της αγοράς, και ακόμα στη διατήρηση στα χέρια του κράτους της μεγάλης βιομηχανίας και των μεταφορών, πράγμα που σε τελική ανάλυση επαληθεύτηκε πλήρως. Ανεξάρτητα από την κραιπάλη των εμπορευματοχρηματικών (αγοραίων) σχέσεων στις συνθήκες της ΝΕΠ, το σοβιετικό κράτος παρ’ όλα αυτά παρέμενε σοσιαλιστικό και ως προς το οικονομικό και ως προς το πολιτικό του περιεχόμενο.

Η ανάπτυξη των σχέσεων της αγοράς την περίοδο της ΝΕΠ συνδεόταν άμεσα και με το πρόβλημα της εκτίμησης του ρόλου του χρήματος, με το πρόβλημα της αποκατάστασης του πιστωτικού συστήματος, που, κατά την περίοδο του λεγόμενου πολεμικού κομμουνισμού, είχε ουσιαστικά παραλύσει. Η επίλυση του καθήκοντος που είχε προκύψει, δυσκολευόταν ακόμα και από το ότι κατά τα πρώτα χρόνια της ΝΕΠ είχε θέση τόσο μια εν μέρει, όσο και μια πλήρης άρνηση του ρόλου του χρυσού ως γενικού ισοδυνάμου και ως μέτρου της αξίας. Και για αυτό το ζήτημα είπε το βαρύνοντα λόγο του ο Β. Ι. Λένιν, πρώτα από όλα στο έργο του (1921) με την ονομασία «Για τη σημασία του χρυσού τώρα και μετά την πλήρη νίκη του σοσιαλισμού», όπου υποστήριζε, ότι και στις συνθήκες της δικτατορίας του προλεταριάτου (αφού και εδώ λειτουργούν εμπορευματικές σχέσεις) ο χρυσός επιτελεί το ρόλο του χρήματος. Ομως για το δεδομένο πρόβλημα υπήρχαν και άλλες απόψεις. Ετσι, ο ήδη γνωστός εκείνη την εποχή επιστήμονας - οικονομολόγος Σ. Γ. Στρουμίλιν πρότεινε να δημιουργηθεί ένα ελεύθερο από το χρυσό «εμπορικό συνάλλαγμα», θεωρώντας, ότι τη λειτουργία του μέτρου της αξίας μπορεί να την επιτελεί με επιτυχία το χάρτινο χρήμα. Ο Ε. Πρεομπραζένσκι, προπαγανδίζοντας τη λεγόμενη «Θεωρία των απομνημονευμάτων», θεωρούσε ότι το ρόλο του χρήματος δεν τον επιτελεί ο πραγματικός, αλλά ο ιδεατός (αφηρημένος) χρυσός. Ενώ οι εκπρόσωποι της παλιάς αστικής σχολής (Σ. Κισελιώφ, Ν. Ντερεβένκο, Λ. Βόλιν, Σ. Περβούσιν) αντίθετα υπεδείκνυαν την άμεση σχέση, την περίοδο της ΝΕΠ, μεταξύ του χάρτινου χρήματος και του χρυσού, ταυτίζοντας στην ουσία τη μεταβατική οικονομία του σοσιαλισμού με την καπιταλιστική οικονομία, πράγμα που ερχόταν σε αντίθεση με τις οικονομικές πραγματικότητες.

Σοβιετικοί οικονομολόγοι όπως ο Α. Λεόντιεφ, ο Β. Ε. Μότιλεφ, ο Ι. Α. Τράχτενμπεργκ και άλλοι θεωρούσαν απολύτως ορθά, ότι βάση του σοβιετικού χρήματος πρέπει να είναι ο χρυσός. Ολα αυτά πάρθηκαν υπόψη στη νομισματική μεταρρύθμιση του 1922-1924. Εκείνη ακριβώς την περίοδο εισήχθη από το σοβιετικό κράτος στην κυκλοφορία μια σταθερή νομισματική μονάδα - το τσερβόνετς (σ.μ.: χαρτονόμισμα των 10 ρουβλιών), που στηριζόταν κατά το 1/4 σε πολύτιμα μέταλλα, σε σταθερό ξένο συνάλλαγμα σύμφωνα με τη χρυσή ισοτιμία και επίσης σε εμπορεύματα που ήταν εύκολο να πουληθούν. Η εισαγωγή και η κυκλοφορία του τσερβόνετς ήταν μεγάλη επιτυχία όχι μόνο στη σφαίρα της χρηματικής κυκλοφορίας, αλλά και από τη σκοπιά της ανάπτυξης όλης της μεταβατικής οικονομίας του σοσιαλισμού.

Αρχίζοντας από τη δεκαετία του ’20 και μέχρι τη διάλυση της ΕΣΣΔ στην οικονομική βιβλιογραφία δεν σταματούσε η συζήτηση για το ρόλο του νόμου της αξίας, ως ρυθμιστή των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων. Και όλα άρχισαν από το πρόβλημα της συσχέτισης του «αντικειμενικού» και του «υποκειμενικού» στη σοσιαλιστική οικονομία. Για πολλούς σοβιετικούς οικονομολόγους ο νόμος της αξίας παρέμενε αυθόρμητος ρυθμιστής των σχέσεων της αγοράς. Το δεδομένο πρόβλημα, από τη μια μεριά, ήταν συνδεδεμένο με τη λεγόμενη αντικειμενικότητα των οικονομικών νόμων του σοσιαλισμού, από την άλλη με το πρόβλημα της συνειδητής τους αξιοποίησης με τη βοήθεια, κυρίως, της σχεδιοποίησης της σοσιαλιστικής οικονομίας. Μια ορισμένη σαφήνεια για τον αντικειμενικό χαρακτήρα των οικονομικών νόμων του σοσιαλισμού, συμπεριλαμβανομένου του νόμου της αξίας, προέκυψε μετά από συζητήσεις όπως η εισήγηση του Ι. Ι. Στεπάνωφ - Σκβορτσώφ «Τι είναι πολιτική οικονομία» το 1925, και επίσης η εισήγηση του εκπροσώπου της τροτσκιστικής αντιπολίτευσης Ε. Πρεομπραζένσκι «Ο νόμος της πολυτιμότητας* στη σοβιετική οικονομία» το 1926, η συζήτηση που οργανώθηκε από την ΚΕ του ΚΚΣΕ το Νοέμβρη του 1951 για το νέο σχέδιο του εγχειριδίου της πολιτικής οικονομίας. Ως αποτέλεσμα των συζητήσεων που προαναφέρθηκαν, πολλοί σοβιετικοί οικονομολόγοι έφτασαν στο συμπέρασμα ότι στο σοσιαλισμό η δράση των οικονομικών νόμων έχει αντικειμενικό χαρακτήρα, πράγμα που δεν έρχεται σε αντίθεση με τον υποκειμενικό παράγοντα, τη στοχοθετημένη αξιοποίησή τους με τη βοήθεια της συγκεντροποιημένης διεύθυνσης και σχεδιοποίησης της σοσιαλιστικής οικονομίας.

Οι συζητήσεις για τη σχεδιοποίηση τη σοσιαλιστικής παραγωγής, όπως και για τις εμπορευματοχρηματικές (αγοραίες) σχέσεις, άρχισαν αμέσως μετά την Οκτωβριανή επανάσταση. Σε αυτό συντέλεσαν η εθνικοποίηση από τη σοβιετική εξουσία της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και η εισαγωγή του λεγόμενου εργατικού ελέγχου. Αρνούμενοι το ίδιο το γεγονός της εθνικοποίησης και της εισαγωγής του εργατικού ελέγχου, οι αστοί οικονομολόγοι (Α. Ν. Ντολγκώφ, Σ. Ν. Προκόποβιτς, Β. Ι. Γκρινεβέτσκι, Λ. Μ. Κάφενγκαουζ) αρνούνταν κατηγορηματικά τη σχεδιοποίηση ως κοινωνικοοικονομικό φαινόμενο, θεωρώντας, ότι η σοβιετική οικονομία πρέπει να αναπτυχθεί στα όρια της αυθόρμητης ιδιωτικοκαπιταλιστικής οικονομίας.

Σε διάκριση από τους αστούς οικονομολόγους οι εκπρόσωποι του κόμματος των μπολσεβίκων με επικεφαλής τον Β. Ι. Λένιν αναγνώρισαν αμέσως την αναγκαιότητα σχεδιοποίησης της εθνικοποιημένης οικονομίας, πράγμα για το οποίο μαρτυρεί το οικονομικό πρόγραμμα του 1ου Συνεδρίου του Συμβουλίου Λαϊκής Οικονομίας, που συνήλθε το Μάη του 1918.

Παρά τους αστούς οικονομολόγους την ιδέα της σχεδιοποίησης της σοβιετικής οικονομίας υποστήριξαν σθεναρά οικονομολόγοι όπως ο Σ. Γκούσεφ, ο Ι. Σκβορτσώφ - Στεπάνωφ, ο Β. Μιλιούτιν. Μεγάλη σημασία σε αυτή την κατεύθυνση είχε η εργασία του Σ. Γκούσεφ «Αμεσα ζητήματα της οικονομικής οικοδόμησης». Αυτή ακριβώς η εργασία και τέθηκε στη βάση της απόφασης για το ενιαίο οικονομικό πλάνο, που πάρθηκε στο 9ο Συνέδριο του ΡΚΚ(μπ). Μάλιστα, τόσο ο Β. Ι. Λένιν, όσο και οι οικονομολόγοι που αναφέρθηκαν θεωρούσαν, ότι τα πλάνα της λαϊκής οικονομίας πρέπει να βασίζονται σε νέα τεχνική βάση, πράγμα που βρήκε την αντανάκλασή του στο λεγόμενο πλάνο ΓΚΟΕΛΡΟ (σ.μ.: σχέδιο εξηλεκτρισμού) - το πρώτο ενιαίο πλάνο της λαϊκής οικονομίας του σοβιετικού κράτους.

Εξέχοντα ρόλο στην επεξεργασία της αντίληψης της σχεδιοποίησης της λαϊκής οικονομίας στη βάση της κοινωνικής ιδιοκτησίας έπαιξε ο Γ. Μ. Κρζιζανόφσκι. Σε αυτήν την ιδέα ο Γ. Μ. Κρζιζανόφσκι έμεινε πιστός και την εποχή της ΝΕΠ, την εποχή της αναβίωσης των αυθόρμητων αγοραίων σχέσεων. Σε αυτόν ακριβώς ανέθεσε ο Β. Ι. Λένιν να κάνει συμπληρώσεις στον απολογισμό της επιτροπής σχεδιασμού προς το 9ο πανρωσικό συνέδριο των σοβιέτ σχετικά με το ότι «η νέα οικονομική πολιτική δεν αλλάζει το ενιαίο κρατικό οικονομικό σχέδιο και δεν βγαίνει έξω από τα πλαίσιά του, αλλά αλλάζει τον τρόπο της πραγματοποίησής του»[6].

Υποστηρικτές της σοσιαλιστικής σχεδιοποίησης τη δεκαετία του ’20 ήταν οι γνωστοί κομματικοί και κρατικοί παράγοντες: Φ. Ε. Ντζερζίνσκι, Λ. Μ. Κράσιν, Β. Β. Κούιμπισεφ, Γ. Κ. Ορζονικίτζε, Α. Ν. Τσιουρούπα, Β. Γ. Τσούμπαρ και άλλοι.

Πρέπει να σημειωθεί, ότι το πρόβλημα του άριστου συνδυασμού του πλάνου και της αγοράς εμφανίστηκε από τη δεκαετία του ’20 του περασμένου αιώνα. Αυτό το πρόβλημα παρέμενε επίκαιρο σε όλα τα στάδια ύπαρξης της σοβιετικής εξουσίας. Οσο συνέβαινε αυτό, μερικοί οικονομολόγοι αντιπαρέθεταν το πλάνο στην αγορά, ενώ άλλοι θεωρούσαν απολύτως αποδεκτή τη συνύπαρξή τους στα όρια της σοσιαλιστικής οικονομίας. Το σύνθημα «όχι πλάνο», αλλά «αγορά» το υποστήριζαν ανοιχτά, πρώτα από όλα, αστοί οικονομολόγοι. Και αντίθετα, οι καθοδηγητές του κόμματος και του κράτους, οι σοβιετικοί οικονομολόγοι απολύτως λογικά έβλεπαν το πλάνο της λαϊκής οικονομίας ως εργαλείο, με τη βοήθεια του οποίου είναι δυνατό να ξεπεραστεί το αυθόρμητο των εμπορευματοχρηματικών (αγοραίων) σχέσεων. Μια τέτοια θέση υποστήριζαν ενεργητικά οι Γ. Α. Αλεξάντρωφ, Γ. Μ. Κρζιζανόφσκι, Β. Β. Κούιμπισεφ, Λ. Μ. Κράσιν, Σ. Γ. Στρουμίλιν. Σε σχέση με αυτό είναι ενδεικτική η θέση του Σ. Γ. Στρουμίλιν, κατά τη γνώμη του οποίου είναι απαραίτητο να περιορίζονται οι αυθόρμητες καπιταλιστικές (εμπορευματοχρηματικές) σχέσεις και τις σοσιαλιστικές εμπορευματοχρηματικές σχέσεις, που υπόκεινται σε σχεδιοποιημένη ανάπτυξη[7]. Ομως και ανάμεσα στους σοβιετικούς οικονομολόγους υπήρχαν οικονομολόγοι που θεωρούσαν, ότι σε κάθε περίπτωση οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις μπορούν να εμφανίζονται μόνο με αυθόρμητη μορφή. Γι’ αυτό, κατά τη γνώμη τους, στο σοσιαλισμό μπορούν να υπάρχουν μόνο μη εμπορευματικοί δεσμοί (σχέσεις).

Κάνοντας λόγο για την ανάπτυξη της διαδικασίας σχεδιοποίησης στην ΕΣΣΔ, μας φαίνεται απολύτως τεκμηριωμένη η προσέγγιση του Β. Ι. Μεζλάουκ, που ξεχώριζε δυο φάσεις στη σοβιετική σχεδιοποίηση: μέχρι το 1928, όταν ετοιμάζονταν ετήσια πλάνα της λαϊκής οικονομίας και μετά το 1928, όταν άρχισαν να επεξεργάζονται και να υλοποιούν στη ζωή τα πεντάχρονα πλάνα ανάπτυξης της λαϊκής οικονομίας[8].

Τη δεκαετία του ’30, η συζήτηση για τις προϋποθέσεις και τις ιδιαιτερότητες της σοσιαλιστικής σχεδιοποίησης οξύνθηκε και σε σχέση με την εμφάνιση στη Δύση της θεωρίας του «σχεδιοποιούμενου καπιταλισμού». Και εδώ ένα ορισμένο ξεκαθάρισμα έκανε ο Β. Β. Κούιμπισεφ, κατά τη γνώμη του οποίου αντικειμενικά η σχεδιοποίηση μπορεί να εμφανιστεί μόνο στη βάση της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και με την ύπαρξη της δικτατορίας του προλεταριάτου. Γι’ αυτό, σχεδιοποίηση στον καπιταλισμό δεν μπορεί αντικειμενικά να υπάρξει[9].

Η επιτυχής εκπλήρωση των πρώτων δυο πεντάχρονων πλάνων έφερε στην ημερήσια διάταξη το θέμα σχετικά με τα πλεονεκτήματα της σοσιαλιστικής σχεδιοποίησης, για το οποίο έγραψαν κρατικοί παράγοντες (Κ. Ε. Βοροσίλωφ, Σ. Μ. Κίρωφ, Γ. Κ. Ορζονικίτζε) και σοβιετικοί οικονομολόγοι (Ι. Α. Γκλαντκώφ, Α. Λεόντιεφ, Γ. Μ. Κρζιζανόφσκι)[10].

Οπως ήδη ειπώθηκε, συζητήσεις για τα προβλήματα της αγοράς και του πλάνου, τις διασυνδέσεις και τις σχέσεις τους εμφανίζονταν σε όλα τα ιστορικά στάδια ανάπτυξης της σοβιετικής κοινωνίας. Τα πιο σημαντικά, με αυτήν την έννοια, στάδια ήταν: Η νίκη του σοσιαλισμού στη χώρα μας ως αποτέλεσμα της επιτυχούς εκτέλεσης του δεύτερου πεντάχρονου πλάνου το 1938 η εισδοχή της ΕΣΣΔ στα μέσα της δεκαετίας του ’60 του περασμένου αιώνα στην περίοδο του αναπτυγμένου σοσιαλισμού. Καθ’ όλο αυτό το διάστημα μέχρι τη διάλυση της ΕΣΣΔ γίνονταν δραστήριες συζητήσεις για τον νόμο της σχεδιοποιημένης ανάπτυξης της σοσιαλιστικής οικονομίας, για τη σχέση τέτιων εννοιών όπως σχεδιοποίηση και αναλογικότητα, για τη θέση και το ρόλο της πρόγνωσης, των ισολογισμών της λαϊκής οικονομίας στο σύστημα της σχεδιοποίησης. Σε σχέση με αυτό είναι ενδιαφέρουσα η άποψη για το ρόλο του προϋπολογισμού της λαϊκής οικονομίας του γνωστού κρατικού παράγοντα και όχι λιγότερο γνωστού επιστήμονα οικονομολόγου Ν. Α. Βοζνεσένσκι, κατά τη γνώμη του οποίου «Ο προϋπολογισμός της λαϊκής οικονομίας ως έκφραση της διαδικασίας της διευρυμένης σοσιαλιστικής αναπαραγωγής εμπεριέχει: πρώτον, την παραγωγή και την κατανομή του κοινωνικού προϊόντος, δεύτερον, την παραγωγή και την κατανομή των βασικών κονδυλίων (σ.μ.: αυτό που σε παλιότερες ελληνικές εκδόσεις αποδιδόταν ως «φόντα» σε αντίθεση με το «κεφάλαια»), τρίτον το ισοζύγιο και την κατανομή της εργατικής δύναμης, τέταρτον, την παραγωγή και την κατανομή του λαϊκού εισοδήματος, πέμπτον, το ισοζύγιο των χρηματικών εσόδων και εξόδων του πληθυσμού, έκτον, το ισοζύγιο και την κατανομή των υλικών πόρων»[11].

Η μελέτη της ιστορίας των συζητήσεων στην ΕΣΣΔ για το πρόβλημα της αγοράς και του σχεδίου (1920 - 1991) έδειξε, ότι και τα δυο αυτά προβλήματα κατά τη διάρκεια όλης της περιόδου ύπαρξης της ΕΣΣΔ βρίσκονταν στο κέντρο της προσοχής τόσο της θεωρίας, όσο και της πρακτικής της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Δυστυχώς, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ νίκησε στη Ρωσία η άποψη ότι για τις εμπορευματοχρηματικές (αγοραίες) σχέσεις είναι χαρακτηριστική μόνο η αυθόρμητη (καπιταλιστική) μορφή ανάπτυξης. Το λεγόμενο νεοφιλελεύθερο μοντέλο ανάπτυξης της οικονομίας, που επιβλήθηκε στη σημερινή Ρωσία στηρίζεται πλήρως στην αυθόρμητη αντίληψη της ανάπτυξης των σχέσεων της αγοράς. Παράλληλα, αγνοείται η θετική εμπειρία ανάπτυξης των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων τόσο στην πρώην ΕΣΣΔ, όσο και στη σημερινή Κίνα και το Βιετνάμ. Ακριβώς η ανάπτυξη της οικονομίας στις χώρες που αναφέρθηκαν επιβεβαίωσε το γεγονός, ότι οι σχέσεις της αγοράς μπορούν να ρυθμίζονται αποτελεσματικά από το κράτος. Και με αυτήν την έννοια το πλάνο και η αγορά όχι μόνο δεν αντιπαρατίθενται, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται οργανικά.



Ο Β. Ν. Βολόβιτς είναι διδάκτωρ οικονομικών επιστημών, καθηγητής στο Χρηματιστικο-Οικονομικό Πανεπιστήμιο του Λένινγκραντ (Αγ. Πετρούπολης).
Το κείμενο είναι εισήγηση στη διημερίδα του ΚΜΕ, 28-29 Νοεμβρίου 2002, με θέμα: «Ο άμεσα κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής στο σοσιαλισμό και οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις».

[1] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 36, σελ. 134.

[2] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 44, σελ. 157.

[3] Ιστορία της Πολιτικής Οικονομίας του σοσιαλισμού. Επιμέλεια διδάκτορος Οικονομικών Επιστημών, καθηγητή Ν. Κ. Τρίφονωφ, διδάκτορος οικονομικών επιστημών, καθηγητή Λ. Ν. Σιροκοράντ, Λένινγκραντ, Κρατικό πανεπιστήμιο του Λένινγκραντ, 1983, σελ. 260

[4] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 45, σελ. 282.

[5] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 43, σελ. 244.

* (σ.μ.: συμβατική μετάφραση της ρώσικης λέξης αξία που κυρίως εννοεί όχι την οικονομική, αλλά την υποκειμενική αξιολόγηση του πράγματος στο οποίο αναφέρεται).

[6] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 54, σελ. 101.

[7] Σ. Γ. Στρουμίλιν, Στο μέτωπο του πλάνου, Μόσχα, 1958, σελ. 252.

[8] Β. Ι. Μεζλάουκ, Το μπολσεβίκικο πλάνο, Το Πλάνο, 1936, Νο 4, σελ. 5 - 9.

[9] Β. Β. Κούιμπισεφ, Ο Λένιν και ο Στάλιν για τη σοσιαλιστική σχεδιοποίηση, Μπολσεβίκ, 1934, Νο 1, σελ. 13 - 22.

[10] Κ. Ε. Βοροσίλωφ, Για τα συμπεράσματα του πρώτου πεντάχρονου, Μόσχα, 1933. Σ. Μ. Κίρωφ, Στο ιστορικό κατώφλι ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο πεντάχρονο πλάνο, Μόσχα, Λένινγκραντ, 1932. Α. Λεόντιεφ, Βασικές αρχές του πεντάχρονου, Μόσχα, Λένινγκραντ, 1930.

[11] Ν. Α. Βοζνεσένσκι, Η πολεμική οικονομία της ΕΣΣΔ την περίοδο του πατριωτικού πολέμου, Μόσχα, 1948, σελ. 64 - 65.