Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΜΥΘΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΥΓΕΙΑΣ ΣΤΙΣ ΗΠΑ

Σημείωση της Σύνταξης:

Για την καλύτερη κατανόηση του άρθρου (το οποίο αναδημοσιεύουμε απ’ το περιοδικό του ΚΚ ΗΠΑ «Political Affairs) κρίναμε απαραίτητο να προτάξουμε το ακόλουθο εισαγωγικό σημείωμα, που δίνει πληροφορίες για τη λειτουργία του συστήματος υγείας στις ΗΠΑ.

Το αμερικάνικο σύστημα υγείας θεωρείται ως το πλησιέστερο και πλέον αντιπροσωπευτικό του ελεύθερου-ιδιωτικού μοντέλου, με ότι αυτό συνεπάγεται για τους ασθενείς αλλά και τους επαγγελματίες υγείας.

Αποτελείται από υγειονομικά προγράμματα που χρηματοδοτούνται αποκλειστικά από το προσωπικό εισόδημα των ατόμων, κάποια που χρηματοδοτούνται από την ομοσπονδιακή και πολιτειακή κυβέρνηση και άλλα που χρηματοδοτούνται από εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών. Σχεδόν όλοι οι γιατροί είναι ελεύθεροι επαγγελματίες, συμβεβλημένοι με τις διάφορες ασφαλιστικές εταιρίες ή έμμισθοι των υπηρεσιών υγείας οι οποίες είναι αυτόνομοι οργανισμοί. Δεν υπάρχει συνεπώς η έννοια του μόνιμου δημοσίου υπαλλήλου, αφού δεν υπάρχουν κρατικά νοσοκομεία ή κέντρα υγείας.

Η παρέμβαση του κράτους είναι περιορισμένη και γίνεται σε δύο επίπεδα, αυτό της κεντρικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης και αυτό της πολιτειακής. Η παρέμβαση αυτή περιορίζεται βασικά στο να θέτει τα πλαίσια και τις αρχές λειτουργίας των υπηρεσιών υγείας, που είναι στην πλειονότητα ιδιωτικοί φορείς κυρίως κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

Οσον αφορά στην χρηματοδότηση, η ομοσπονδιακή και πολιτειακή κυβέρνηση χρηματοδοτούν εν μέρει ή και πλήρως τα προγράμματα του Μedicare για ηλικιωμένους και ανάπηρους και του Μedicaid για τους ανέργους και φτωχούς καθώς και για μια σειρά προγραμμάτων δημόσιας υγείας (ναρκωτικά, λοιμώδεις νόσοι, αλκοολισμός, κάπνισμα) καθώς και για προγράμματα που έχουν σχέση με την εκπαίδευση, τη μητρότητα, τους μετανάστες κλπ. Πέραν αυτών, μερικά νοσοκομεία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα χρηματοδοτούνται είτε άμεσα είτε έμμεσα από τα προγράμματα του Μedicare και Μedicaid.

Ο τομέας υγείας αποτελεί πολύ καλή πηγή για την αύξηση των κερδών των ιδιωτικών εταιριών, οι οποίες εκμεταλλευόμενες το γεγονός ότι η υγεία αποτελεί το πολυτιμότερο αγαθό επενδύουν μεγάλα ποσά στο χώρο αυτό. Ετσι δικαιολογούνται οι τεράστιες δαπάνες υγείας στην Αμερική.

Το ποσοστό των δημοσίων δαπανών υγείας είναι το χαμηλότερο μεταξύ όλων των χωρών του ΟΟΣΑ. Από το 42% των δημοσίων δαπανών το 29% προέρχεται από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και καλύπτει δαπάνες κυρίως για το Μedicare και Μedicaid, αλλά και προγράμματα για τις ένοπλες δυνάμεις και τους βετεράνους των πολέμων. Το υπόλοιπο 13% των δημοσίων δαπανών προέρχεται από τη φορολογία που πληρώνουν οι πολίτες και καλύπτει δαπάνες κυρίως για το Μedicaid και για άλλα πολιτειακά προγράμματα υγείας.

Στην Αμερική σήμερα υπάρχουν 37 εκατομμύρια ανασφάλιστοι (από τους οποίους τα 9,5 εκατ. είναι παιδιά) και άλλοι τόσοι υποασφαλισμένοι, που έχουν συνήθως μόνο νοσοκομειακή κάλυψη. Δηλαδή περίπου 30% του πληθυσμού είναι ανασφάλιστοι ή υποασφαλισμένοι! Σε άλλες χώρες όπου υπάρχουν Εθνικά Συστήματα Υγείας, το ποσοστό των ανασφάλιστων κυμαίνεται από 1% έως 2% του πληθυσμού.

Το μεγαλύτερο ποσοστό των πολιτών (74%) είναι ασφαλισμένοι σε ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες, είτε ομαδικά και μέσω του εργοδότη τους, είτε ατομικά και με δική τους πρωτοβουλία. Οι φτωχοί, οι ηλικιωμένοι και οι ανάπηροι είναι ασφαλισμένοι μέσω των πολιτειακών προγραμμάτων Μedicaid και Medicare, ενώ ένα 14% παραμένει ανασφάλιστο. Ενα ποσοστό που φτάνει το 15% έχει πολλαπλή κάλυψη.

Σήμερα λειτουργούν περισσότερες από 1.000 ασφαλιστικές εταιρίες και προσφέρεται πολλαπλάσιος αριθμός προγραμμάτων υγείας στους Αμερικανούς πολίτες. Τα προγράμματα αυτά συνθέτουν ένα απέραντο σούπερ μάρκετ από «πακέτα υπηρεσιών υγείας» που το καθένα απευθύνεται σε συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα, μπορεί να διαφέρει από πολιτεία σε πολιτεία όσον αφορά το εύρος των παρεχόμενων υπηρεσιών, χρησιμοποιεί διαφορετικά κριτήρια και έχει διαφορετική τιμή. Τα προγράμματα αυτά συνήθως διαφέρουν στον τρόπο παροχής των υπηρεσιών, στον τρόπο χρηματοδότησης, στον τρόπο αμοιβής των εργαζομένων στα νοσοκομεία.

Το ύψος της κάλυψης, του ασφαλίστρου και το ποσό συμμετοχής του εργαζόμενου σε αυτό είναι αντικείμενο διαπραγματεύσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων. Συνήθως, οι εργοδότες στους εργαζόμενους που ασκούν αυξημένη πίεση, προσφέρουν πλήρη κάλυψη και καταβάλλουν το σύνολο του ασφαλίστρου.

Στην περίπτωση που το άτομο είναι άνω των 65 ετών ή έχει κριθεί ανάπηρος, η κάλυψη γίνεται από το κρατικό πρόγραμμα Μedicare που χρηματοδοτείται όχι πλήρως από την κυβέρνηση, αλλά και από το δικαιούχο, με πόρους οι οποίοι προέρχονται από τη φορολογία και κατά ένα μικρό ποσοστό από τους ίδιους τους δικαιούχους. Το πρόγραμμα χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο καλύπτει μόνο τη νοσοκομειακή περίθαλψη και παρέχεται σχεδόν δωρεάν. Το δεύτερο είναι προαιρετικό και καλύπτει μέρος της δαπάνης για εξωνοσοκομειακή περίθαλψη. Εάν το άτομο έχει περιορισμένους οικονομικούς πόρους ή είναι χρόνιος πάσχων, αποκτά κάλυψη από το πρόγραμμα Μedicaid. Χρηματοδοτείται από εθνικούς ή πολιτειακούς φόρους και καλύπτει όλο το φάσμα των υπηρεσιών υγείας με συμβάσεις με νοσοκομεία και ιδιώτες γιατρούς. Ο υπόλοιπος πληθυσμός πρέπει να καταφύγει στην ελεύθερη αγορά και να επιλέξει πακέτο υπηρεσιών υγείας ανάλογα με την οικονομική του δυνατότητα και τις προσωπικές ανάγκες υγείας. Πολλοί από αυτούς λόγω οικονομικής αδυναμίας ή γιατί είναι νέοι και υγιείς, αναγκάζονται και μένουν ανασφάλιστοι. Επίσης τα άτομα υψηλού κινδύνου ή με σοβαρά προβλήματα υγείας δύσκολα βρίσκουν εταιρία για να τους ασφαλίσει ή όταν βρουν πληρώνουν υπέρογκα ποσά.

Ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες που προσφέρουν τη λεγόμενη «ελεγχόμενη φροντίδα». Σε αυτήν, οι γιατροί που είναι συμβεβλημένοι με την ασφαλιστική εταιρία ή και υπάλληλοι αυτής, με διάφορα κίνητρα επιβραβεύονται όταν μπορούν να περιορίσουν το κόστος των υπηρεσιών που προσφέρουν και υφίστανται πειθαρχικές κυρώσεις για το αντίθετο.

Οι ΗΜΟs είναι ομάδες γιατρών που προσφέρουν υπηρεσίες υγείας σε ένα 7 σύνολο εγγεγραμμένων για συγκεκριμένη χρονική περίοδο και αμείβονται βάσει προκαθορισμένης συνδρομής. Η τιμή που πληρώνουν οι εγγεγραμμένοι δικαιούχοι για αυτές τις υπηρεσίες προκαθορίζεται, ανεξάρτητα από την ποσότητα των υπηρεσιών που ο ασθενής κατανάλωσε. Τα πακέτα διαρκούν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Το μοντέλο των ΡΡΟs είναι στην ουσία μηχανισμοί που φέρνουν σε επαφή και συνεργασία τους προμηθευτές και τους αγοραστές υπηρεσιών υγείας.

 

 ***

Ενα από τα μεγαλύτερα αινίγματα στην πολιτική ιστορία είναι ότι οι ΗΠΑ παρόλο τον πλούτο τους και το γεγονός ότι έμειναν άθικτες από φυσικές καταστροφές και πολέμους, παραμένουν το μόνο αναπτυγμένο έθνος στον κόσμο χωρίς ολοκληρωμένο σύστημα Υγείας, για όλους.

Πολλοί Αμερικανοί, ακόμη και ενεργά πολιτικά στελέχη που μπορεί να επηρεάζουν την Ουάσινγκτον, ζουν με το μύθο ότι οι υπηρεσίες υγείας είναι εύκολα διαθέσιμες και πολύ καλής ποιότητας. Επίσης και οι γιατροί ισχυρίζονται ότι οι υπηρεσίες υγείας προσφέρονται σε όσους τις στερούνται. Φυσικά, η αλήθεια είναι ακριβώς το αντίθετο.

Ηρθε η ώρα να ξεσκεπάσουμε τους μύθους γύρω από την περίθαλψη, σαν το πρώτο βήμα προς την απαίτηση να ανακηρυχτεί αυτή ως δικαίωμα. Πρέπει να θεσπίσουμε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα για το Σύστημα Υγείας αντάξιο της εθνικής μας κληρονομιάς.

Συγκεκριμένα πολλοί πιστεύουν έξι (6) μύθους, που δε θα ’πρεπε να πιστεύουν.

Μύθος πρώτος: Υποστηρίζουν ότι οι Αμερικανοί άποροι πολίτες τυγχάνουν ιατρικής κάλυψης όταν τη χρειάζονται. Κατά τη διακυβέρνηση του προέδρου Λίντον Β. Τζόνσον (Lyndon B. Johnson, LBJ) το 1964, τα προγράμματα της μεγάλης κοινωνικής υγειονομικής περίθαλψης (medicaid) και της κρατικής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης (medicare) αναγγέλθηκαν ως προγράμματα για όλους τους πολίτες.

Ο LBJ έλεγε: «Η Αμερική είναι εδώ». Οι υπερβολικές κυβερνητικές εξαγγελίες προέβλεπαν την πλήρη επιτυχία και των δύο προγραμμάτων. Οι αρχικοί νόμοι απαιτούσαν από τις πολιτείες τη συνεχή βελτίωση των προγραμμάτων, επιμένοντας στην πλήρη κάλυψη για όλους, μέχρι και το 1975. Τίποτε όμως από όλα αυτά δεν υλοποιήθηκε. Μάλιστα με γρήγορους ρυθμούς γινόταν το αντίθετο. Η ελλιπής και ανεπαρκής κάλυψη έγιναν ο κανόνας. Το 1982, περισσότεροι από 33 εκατομμύρια Αμερικανοί πολίτες παρέμειναν χωρίς κάλυψη, ένα χρόνο αργότερα το 1983, οι ανασφάλιστοι έφταναν τα 35 εκατομμύρια.Σήμερα το νούμερο αυτό έχει αγγίξει τα 42 εκατομμύρια, έχοντας συνεχώς αυξητική τάση. Αλλα 40 εκατομμύρια έχουν υποδεέστερη περίθαλψη. Το ποσοστό των ακάλυπτων όλο και ανεβαίνει. Σε αντίθεση με κάθε μελέτη και ανάλυση πολλοί πιστεύουν ότι οι ακάλυπτοι και οι ανασφάλιστοι πολίτες δεν είναι αυτοί που πραγματικά έχουν ανάγκη.

Περίπου τα 3/4 των ανθρώπων που δεν έχουν κάλυψη, την είχαν πριν χάσουν τη δουλιά τους, που τους παρείχε κάποια φαινομενική ιατρική ασφάλιση. Πρόσφατη δημοσκόπηση στην οποία πήραν μέρος περίπου 1.000 ανασφάλιστες οικογένειες, δείχνει ότι το 60% έχασε την προστασία του για λόγους που είναι συνδεδεμένοι με εργασία, είτε γιατί απολύθηκαν είτε γιατί η εργασία τους δεν τους προσέφερε τέτιου είδους πλεονεκτήματα.

Τα «παραθυράκια» στους νόμους, οι οποίοι απαιτούν από τους εργοδότες να παρέχουν την ασφάλιση υγείας, είναι ευρεία και βαθιά. Γι’ αυτό το λόγο πολλοί Αμερικανοί εργοδότες, όπως των Mc Donalds και γενικότερα των εταιριών ταχείας διατροφής (Fast-food), έχουν κόψει στα μέτρα τους τις εργάσιμες ώρες και παροχές ώστε να καθιστούν αδύνατα τέτιου είδους πλεονεκτήματα. Αυτά τα κενά στους εργασιακούς νόμους είναι από τις μεγαλύτερες ντροπές μας.

Μύθος δεύτερος: Υποστηρίζουν ότι κάποια επείγουσα (urgent) φροντίδα υπάρχει όταν πραγματικά χρειαστεί, ενώ η φροντίδα σε περίπτωση ανάγκης ποτέ δε λείπει. Αυτός ο μύθος έχει μια ακόμα σκληρότερη συνέχεια. Υποστηρίζουν ότι αν οι αληθινά εξαθλιωμένοι δε έχουν την ιατρική περίθαλψη, όταν αυτή χρειαστεί, τότε πρέπει να είναι απλώς ανενημέρωτοι σε σχέση με τις υπηρεσίες που υπάρχουν ή απλώς δεν ενδιαφέρονται για τον εαυτό τους. Αυτό το διαβολικό παιχνίδι ονομάζεται «ΓΙΑ ΟΛΑ ΦΤΑΙΕΙ ΤΟ ΘΥΜΑ». Ομως η αλήθεια είναι διαφορετική. Ενα από τα κλειδιά που εξηγεί τη διαφορά δεικτών της νοσηρότητας και της θνησιμότητας, μεταξύ των εχόντων και των μη εχόντων, είναι ότι τα εκατομμύρια των φτωχών όχι απλώς πέφτουν μέσα από τις ρωγμές του συστήματος, αλλά αγνοούνται παντελώς από το σύστημα. Ο Ρήγκαν πετσόκοψε δραστικά το Σύστημα Υγείας περιορίζοντά το μονάχα σε όσους είναι δέκτες κοινωνικής πρόνοιας, με πολύ κακά αποτελέσματα. Ακόμη και όταν οι συνθήκες χειροτέρευσαν, κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Μπους (Bush) και κατά τη διάρκεια της λεγόμενης «φιλελεύθερης» διακυβέρνησης Κλίντον (Clinton), λίγη πρόοδος επιτεύχθηκε. Στην πραγματικότητα υπό την ηγεσία του Κλίντον τα έσοδα για το σύστημα Υγείας συνέχισαν να αποδεκατίζονται.

Εγκυες γυναίκες συνέχισαν να μην έχουν προγεννητική φροντίδα και οι ηλικιωμένοι έμεναν χωρίς κάλυψη των φαρμάκων που δίνονται με ιατρική συνταγή. Κάποιος ο οποίος εργαζόταν σε μια δουλιά με τον κατώτερο μισθό ή οι εργαζόμενοι σε δουλιές μερικής απασχόλησης, οι οποίοι θεωρούνταν υπάλληλοι πλήρους απασχόλησης στον κλάδο της γρήγορης εστίασης (fast-food), έπρεπε να δουλέψουν τουλάχιστον μια ολόκληρη ημέρα για να πληρώσουν μια επίσκεψη σε γιατρό και σχεδόν δύο εβδομάδες για να καλύψουν τα έξοδα παραμονής μιας ημέρας σε νοσοκομείο.

Ετσι, η κλίκα του κατεστημένου του συστήματος υγείας είχε πριν από 10 χρόνια σαν αποτέλεσμα να παραδοθεί το σύστημα υγείας της Αμερικής σε μια κλίκα ασφαλιστικών εταιριών και τραπεζών η οποία βάζει το κέρδος πάνω από τον άνθρωπο. Το Σύστημα του Οργανισμού Παροχής Υγείας (Health Maintenance Organisation System, HMO) προχώρησε με πλήρη ταχύτητα.

Σύμφωνα με τον Τρίτο Μύθο, όταν η Ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν μπορεί να ανταποκριθεί, οι πολιτείες μπορούν. Αλλά αυτό είναι ανοησία τόσο σε πολιτικό όσο και σε αριθμητικό επίπεδο. Οι πολιτείες απλά δεν έχουν τους πόρους για να καλύψουν αυτά τα οποία η Ουάσινγκτον δεν προσφέρει. Αυτό δεν αληθεύει μόνο για τον κλάδο της υγείας, αλλά αντικατοπτρίζει την κατάσταση για όλες τις μεγάλες δαπάνες της Αμερικής. Τα σχολεία, οι αυτοκινητόδρομοι, η νομική υποστήριξη, η καθαριότητα, η αντιμετώπιση καταστροφών και οι δημόσιες συγκοινωνίες είναι δέσμια των κοινών φόρων από το Ομοσπονδιακό χρηματοκιβώτιο.

Μόνο οι πλουσιότερες πολιτείες οι οποίες μπορούν να μετρηθούν στα δάκτυλα του ενός χεριού, θα μπορούσαν να αρχίσουν να καλύπτουν κάποια έξοδα για το σύστημα υγείας. Οι τοπικές ιδιοκτησίες, κρατικές πωλήσεις και φόροι εισοδήματος δε φτάνουν για να καλύπτουν ούτε το ελάχιστο ποσοστό των πολιτών και των υπηρεσιών που χρειάζονται. Επιπλέον κεφάλαια είναι απολύτως αναγκαία. Μόνο το ομοσπονδιακό ταμείο το οποίο υποστηρίζεται από φόρους εισοδήματος μεγάλων εταιριών (παρ’ όλες τις «τρύπες» του συστήματος), τους φόρους εισοδήματος των πολιτών, φόρους εισαγωγής προϊόντων και φόρους εξαγωγών, θα μπορούσε να καλύψει αυτές τις ανάγκες.

Οι πολιτείες είναι αβοήθητες στην αντιμετώπιση του προβλήματος της κάλυψης της περίθαλψης για όσους έχουν «κλαδευτεί» οι παροχές τους με τις περικοπές σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Παρόλα αυτά ο προϋπολογισμός 2002-2003 του Μπους, όπως αυτός ανακοινώθηκε σε δημόσιο διάγγελμά του, απροκάλυπτα φωνασκούσε για τη μεγαλύτερη αύξηση στα αμυντικά κονδύλια από εποχής Ρόλαντ Ρήγκαν (Ronald Raegan), αλλά από την άλλη προβλέπει ελάχιστα δολάρια για την κάλυψη των αναμενόμενων χασμάτων στον προϋπολογισμό του συστήματος υγείας.

Ο Τέταρτος Μύθος είναι ότι ο μόνος δρόμος είναι οι ιδιωτικοποιήσεις. Και αυτή είναι η κατεύθυνση της κυβέρνησης και οι Δημοκράτες μόνο πολύ λίγο αντιστέκονται σε αυτήν. Η απάντηση των Δημοκρατικών ήταν δυστυχώς ένα ακόμη κήρυγμα για περαιτέρω σφίξιμο στο ζωνάρι του Αμερικανικού λαού, έτσι ώστε να προετοιμαστούν για το «ΜΑΚΡΥ ΑΓΩΝΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ», που μπορεί να κρατήσει για «πολλά ακόμη χρόνια».

Το Σύστημα Υγείας δεν αποτέλεσε ένα από τα θέματα του διαγγέλματος της κυβέρνησης Μπους ούτε στη λεγόμενη αντίκρουσή του. Ενα παράδειγμα του προτεινόμενου συστήματος ιδιωτικοποιήσεων ήταν η έλευση των «Ομίλων Σχετιζόμενων με Διάγνωση» (Diagnoshi Related Groups, DRG) πριν μερικά χρόνια. Ηταν ενδεικτικό των διαφορών στις παροχές υγείας πολλών ταχυτήτων της χώρας.

Το DRG είναι ένα σύστημα που ξεκίνησε για την περικοπή του κόστους. Κάθε πάθηση και κάθε διάγνωση είχε κωδικοποιηθεί και είχε συσχετιστεί με μια χρηματική αξία. Τα νοσοκομεία και οι γιατροί πληρώνονταν ανάλογα με τον κωδικό της διάγνωσης, ανεξάρτητα από το βάθος και τη φύση της παθολογίας. Ετσι μια, μικρής έκτασης, καρδιακή προσβολή που απαιτούσε μικρή θεραπεία και φαρμακευτική αγωγή, αποζημιώνεται το ίδιο με μια σοβαρή καρδιακή προσβολή παρόλο που αυτή απαιτούσε πιο εντατική θεραπεία. Φτάνει να είχαν την ίδια διαγνωστική σφραγίδα ως «καρδιαγγειακό επεισόδιο».

Ενα φαινόμενο το οποίο ονομάστηκε ορθώς «απόρριψη», εδραιώθηκε σύντομα στα ιδιωτικά ιδρύματα τα οποία ήταν υποχρεωμένα από το νόμο να δέχονται όλα τα έκτακτα περιστατικά, άσχετα από την κοινωνικο-οικονομική τους κατάσταση. Οι πιο σοβαρές καταστάσεις οι οποίες απαιτούσαν σύνθετη αντιμετώπιση, αλλά ενέπιπταν στους κανόνες του DRG «απορρίπτονταν» και μεταφέρονταν σε δημόσιες κλινικές λόγω «έλλειψης κλινών» ή «μεγάλης λίστας» ή «έλλειψης προσωπικού». Μια μελέτη σε αρκετά μεγάλα νοσοκομεία έδειξε ότι το φαινόμενο ήταν αχαλίνωτο. Της λίστας ηγούνταν το Ντάλας, η Ουάσινγκτον και το Λος Αντζελες, αλλά και άλλες αστικές περιοχές δεν ήταν αθώες...

Ο Πέμπτος Μύθος αφορά το ιδεολόγημα πως οι φτωχοί λαμβάνουν καλύτερη περίθαλψη από εκείνους που πληρώνουν ή είναι ιδιωτικά ασφαλισμένοι.

Η βάση αυτού του μύθου είναι πως αφού η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη με όσες βελτιώσεις και αν χρειάζονται, ακόμη λειτουργεί και η αφθονία μας είναι τόσο μεγάλη, οι υπηρεσίες που παρέχονται στις κατώτερες βαθμίδες είναι καλύτερες από αυτές που παρέχονται στην ιδιωτική ασφάλιση. Αυτό αποτελεί κλώνο της οικονομικής πολιτικής του Ρήγκαν στη δεκαετία του ’80. Ο πρόεδρος Μπους χρησιμοποιεί την ίδια μυθολογία και τους ίδιους ευφημισμούς, προσπαθώντας να «πουλήσει» τις φορολογικές περικοπές προς τους πλούσιους και διάσημους, επιμένοντας πως όλες αυτές οι «οικονομίες» στην κορυφή θα διοχετευτούν στους χώρους δουλιάς, μέσω νέων επενδύσεων, βελτιώσεων στην τοποθέτηση κεφαλαίων και επέκτασης των επιχειρήσεων.

Η πολιτική του Ρήγκαν μας οδήγησε μέσα σε ένα οικονομικό ολίσθημα, μεγαλύτερο από αυτό που αναμενόταν.

Η σημερινή κυκλική οικονομική ύφεση αποδίδεται στα γεγονότα της 11ης Σεπτέμβρη, παρόλο που οι οικονομολόγοι γνωρίζουν πως δεν είναι έτσι. Οι «φοροελαφρύνσεις» του Μπους, σε ό,τι αφορά στην κοινωνική πρόνοια είχαν ήδη ως αποτέλεσμα απολύσεις και μειώσεις μισθών.

Η 11η Σεπτέμβρη απλώς επιτάχυνε κάπως τα πράγματα και τις εξελίξεις. Τα σχέδια ιδιωτικοποίησης δεν εποφθαλμιούν μόνο το σύστημα υγείας και την υγειονομική και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Στο στόχαστρο του Μπους είναι ακόμη η κοινωνική ασφάλιση, η εκπαίδευση, τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Ο μύθος γίνεται ακόμα πιο ανελέητος. Λέει ακόμη πως αφού οι ασθενείς του συστήματος δέχονται υπηρεσίες υγείας σε εκπαιδευτικά νοσοκομεία από ειδικευόμενους, με ιδιωτικό εκπαιδευτικό προσωπικό, χρηματοδοτούνται πάντα καλύτερα. Οι ασθενείς, άσχετα αν το γνωρίζουν ή όχι, έχουν όφελος όχι μόνο από την υψηλών προδιαγραφών ιατρική, αλλά και από την εμπειρία και την ικανότητα των πιο διακεκριμένων ιατρών της κοινότητας. Και όλα αυτά με δημόσια έξοδα και λόγω του αλτρουισμού της ιατρικής κοινότητας. Αυτός ο μύθος είναι ο πιο πιστευτός απ’ όλους και ο πιο κραυγαλέα ψεύτικος.

Αυτοί που σκόπιμα διαδίδουν αυτούς τους μύθους υποτιμούν (ή παραβλέπουν) το γεγονός πως οι άποροι πεθαίνουν νωρίτερα από τους πλούσιους. Οι δικαιολογίες που δίνονται γι’ αυτό είναι πως έχουν πιο φτωχή προέλευση, ότι δεν τρώνε σωστά, ότι παίρνουν ναρκωτικά και κάνουν κατάχρηση αλκοόλ ή απλώς «δε δίνουν δεκάρα για τον εαυτό τους ή την οικογένειά τους». Με αυτό τον τρόπο τα θύματα της άρνησης του συστήματος να παρέχει ιατρική περίθαλψη είναι αυτά που πάλι ενοχοποιούνται.

Ο τύπος της φροντίδας, η φύση της, οι πολιτιστικές διαφορές μεταξύ ανθρώπων που ζουν σε μια κοινωνία δύο ταχυτήτων, δεν έρχονται ποτέ στο προσκήνιο. Ακόμα και όταν η γλώσσα δεν είναι εμπόδιο, οι πλήρως καταρτισμένοι από τους μελλοντικούς γιατρούς στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, απλά δεν έχουν σχέση με τους κατοίκους των «γκέτο» που γίνονται ασθενείς τους για γεωγραφικούς λόγους. Και εν αγνοία τους γίνονται αποδέκτες πειραματικών φαρμακευτικών αγωγών, οι οποίες αφού δοκιμαστούν και ελεγχθούν, στη συνέχεια μπορούν να δοθούν σε ιδιώτες (βλέπε επί πληρωμή) πελάτες... Πράγματι, υπάρχουν μόνον δύο κράτη σε ολόκληρο τον κόσμο που εκδίδουν δύο αναφορές υγειονομικών δεδομένων για τα Ηνωμένα Εθνη, λόγω φυλετικών διαφορών λευκών - μαύρων: Η Νότιος Αφρική στην εποχή του Απαρτχάιντ και οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι νόμοι περί κυβερνητικών χορηγήσεων επιβεβαιώνουν τα παραπάνω. Η κατανομή των χορηγήσεων γίνεται ολοένα και πιο δυσανάλογη μεταξύ ιδιωτικών (βλέπε λευκών) ιδρυμάτων και δημοσίων (βλέπε μαύρων) ιατρικών κέντρων. Πριν δύο χρόνια στην Ουάσινγκτον -πόλη με πλειοψηφία μαύρων- οι οικονομικές περικοπές ανάγκασαν ένα νοσοκομείο να κλείσει. Το αφήνουμε στη φαντασία του αναγνώστη ποια γειτονιά έχασε το ιατρικό της κέντρο παρά την αυξανόμενη ανάγκη της γι’ αυτό.

Ο Εκτος Μύθος υποστηρίζει πως το κόστος ενός συνολικού-καθολικού συστήματος Υγείας είναι εξαιρετικά υψηλό για να το αντέξει το έθνος, και γι’ αυτό το λόγο κάνουμε ό,τι μπορούμε. Αυτός, ίσως, είναι ο πιο χιμαιρικός μύθος από όλους.

Οι ΗΠΑ είναι ένα έθνος περιορισμένου πλούτου, ως προς το ό,τι κάθε τι υλικό είναι πεπερασμένο. Αλλά οι δυνατότητες των ΗΠΑ καθιστούν αυτήν την ανησυχία θεωρητική. Η ιστορία μας έχει δείξει θεωρητικά ανεξάντλητους πόρους και δυνατότητες... Η θεωρία ότι δεν μπορούμε να εξασφαλίσουμε ένα ολοκληρωμένο σύστημα Υγείας για κάθε κάτοικο της Αμερικής πλησιάζει το γελοίο, ειδικά αν μια τέτια προσπάθεια αποδεικνυόταν οικονομικά εφικτή. Ενας υγιής πληθυσμός δεν εξαντλεί το Δημόσιο Ταμείο και δεν απαιτεί υποδομές για παθολογίες και αρρώστιες που ενέχουν μεγαλύτερο κόστος διαχείρισης μακροπρόθεσμα... Επιπλέον, το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης κάθε τύπου καθολικής κάλυψης, θα μεταφερόταν από τα κεφάλαια που τώρα διατίθενται για ανεπαρκή, αλλά ακριβή περίθαλψη.

Το ιδιωτικό μας σύστημα σήμερα δημιουργεί άχρηστο ανταγωνισμό όπου διάφορα νοσοκομεία και ιατρικά κέντρα προϋπολογίζουν τεράστια ποσά για τεχνολογία και εξοπλισμούς, που δεν χρησιμοποιούνται πλήρως και που θα μπορούσαν να μοιραστούν και χρησιμοποιηθούν από ενοποιημένα ιατρικά κέντρα. Τυχόν πρόσθετα χρήματα που θα απαιτηθούν, εξοικονομούνται με άρνηση της ακόρεστης δίψας του βιομηχανικού - στρατιωτικού συμπλέγματος και παρέχοντας υποδομές υγείας, αντί εργαλείων πολέμου.

Η λύση είναι προφανής. Η αμφίβολη τιμή της Αμερικής να είναι το μόνο βιομηχανοποιημένο έθνος χωρίς πρόγραμμα Υγείας για όλους, πρέπει να αποκαλυφθεί. Η απάντηση είναι ένα σύστημα τύπου ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, χρηματοδοτούμενο από την κυβέρνηση (σ.μ. «Μοναδικός χρηματοδότης»), με πλήρεις νοσοκομειακές παροχές, πλήρη συνταγολογική κάλυψη και αντίστοιχα έξοδα ιατρών... Αλλά η παγίδα αυτού του ψευδωνυμίου χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Η ετικέτα «Μοναδικός χρηματοδότης» υιοθετείται από συμφέροντα επιχειρηματικά και όχι υπηρεσιοστραφείς εκφάνσεις του συστήματος Υγείας... Ο «Μοναδικός Χρηματοδότης» πρέπει να είναι η κυβέρνηση και όχι ο ιδιωτικός τομέας...

Το αμερικανικό Σύστημα Κοινωνικής Πρόνοιας, η μεγαλύτερη «επιχείρηση» της ιστορίας δεν είναι παρά ένα παράδειγμα του πώς ο «έμπορος» κυβέρνηση, μπορεί να παρέχει υπηρεσίες με τον καλύτερο ρυθμό.

Σήμερα στις ΗΠΑ, όπου οι παροχές υγείας έχουν υποβαθμιστεί σε ένα ιδιωτικό σύστημα υγείας, το οποίο ελέγχεται από τρεις γιγάντιες υγειονομικές αυτοκρατορίες, το λειτουργικό κόστος του είναι 5πλάσιο από αυτό του Καναδά, και παρόλα αυτά 40 εκατ. δεν καλύπτονται και άλλα 40 εκατ. επιπλέον έχουν υποδεέστερη των προτύπων κάλυψη. Κάθε μια από τις τρεις προσπαθεί να γίνει και ο «μοναδικός χρηματοδότης» («Single-payer» system).

Είναι μια παγίδα που δεν πρέπει να πέσουμε μέσα. Είναι ζήτημα προτεραιοτήτων. Δε θα ήταν θαυμάσιο αν είχαμε όλα τα χρήματα που χρειαζόμαστε για τις παροχές υγείας και την εκπαίδευση και όποτε χρειαζόταν ένα βομβαρδιστικό Β1 απλώς να οργανώνει η εκκλησία ένα γεύμα για να συλλέγει τα απαιτούμενα γι’ αυτό χρήματα;

Μια λύση με τρεις παραμέτρους είναι αναγκαία:

α) Να γίνουν οι παροχές υγείας δικαίωμα και όχι προνόμιο,

β) αυτό να θεσμοθετηθεί μέσω του 28ου άρθρου στο Σύνταγμα, έτσι ώστε να θεσπιστεί αυτό το δικαίωμα και νομικά και

γ) η υλοποίησή του μέσω του «μοναδικού χρηματοδότη», ενός μη κερδοσκοπικού, υπό κρατική εποπτεία και ευθύνη προγράμματος που θα τους καλύπτει όλους.

Ο μύθος είναι κάτι που ποτέ δεν είναι αλήθεια, αλλά πάντα θα υπάρχει.

Η υγεία και η εκπαίδευση είναι τεράστιας σημασίας για μια κοινωνία, δεν είναι λογικό να αρνείσαι τη θέση τους στη ζωή μας.

Κάθε πολιτικός σε οποιοδήποτε επίπεδο πρέπει να κριθεί ανάλογα με τη στάση του σε αυτά τα δύο ζητήματα. Η Αμερική και ο κόσμος δεν αξίζει τίποτα λιγότερο.



Ο Don Sloan MD είναι βοηθός αρχισυντάκτη του «Political Affairs».
Αναδημοσίευση εκτεταμένων αποσπασμάτων άρθρου από το περιοδικό του ΚΚ των ΗΠΑ «Political Affairs», Ιούνης 2002.