Ο ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΕΡΕΥΝΑΣ, ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ

Αφορμή για το άρθρο αυτό δόθηκε από την έναρξη του 6ου πλαισίου για τη χρηματοδότηση της έρευνας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μεταξύ του 2002 και 2006. Ομως κρίνεται σκόπιμο να γίνει μια εισαγωγή για τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις και την ολοκλήρωση όπως διαφαίνονται από την Ανακοίνωση της Επιτροπής για τον Ευρωπαϊκό Χώρο Ερευνας (ΕΧΕ)[1].

Το άρθρο δε φιλοδοξεί να δώσει μία θεωρητική θεμελίωση της σχέσης επιστήμης και της καπιταλιστικής οικονομίας. Η μικρή εισαγωγή πλευρών της μαρξιστικής προσέγγισης στο θέμα θα βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση των κινητήριων δυνάμεων, που μετατρέπουν την επιστήμη σε άμεση οικονομική δύναμη για την αναδιάρθρωση της οικονομίας στο ιμπεριαλιστικό στάδιο. Επίσης θα θιγεί η στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΕΕ) για την ανάκτηση του χαμένου εδάφους στην έρευνα σε σχέση με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα ΗΠΑ και Ιαπωνία. Θα παρουσιαστούν οι κατευθύνσεις στην οργάνωση και τη χρηματοδότηση της έρευνας από την Ευρωπαϊκή Ενωση και πώς αυτές οξύνουν τον ανταγωνισμό και την ανισόμετρη ανάπτυξη. Τέλος θα επισημανθεί η εναρμόνιση ης ελληνικής κυβέρνησης με την ευρωπαϊκή πολιτική στην έρευνα, η θέση των ερευνητών και η ανάγκη για την πάλη ενάντια στην απαλλοτρίωση του κοινωνικού επιστημονικού πλούτου από το κεφάλαιο.  

 

Η ΕΡΕΥΝΑ ΑΜΕΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ

Εδώ και πάνω από 100 χρόνια, οι Μαρξ και Ενγκελς διαπίστωναν ότι «Η αστική τάξη δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς να επαναστατικοποιεί αδιάκοπα τα εργαλεία παραγωγής, δηλαδή τις σχέσεις παραγωγής, δηλαδή όλες τις κοινωνικές σχέσεις»[2]. Σήμερα στο ώριμο ιμπεριαλιστικό στάδιο ο καπιταλισμός επαναστατικοποιεί όχι μόνο τα εργαλεία παραγωγής αλλά όλα τα μέσα της οικονομικής ζωής. Επαναστατικοποιεί τις υποδομές, τις επικοινωνίες, την παροχή υπηρεσιών, το εμπόριο (E-comerce), ώστε η κίνηση του κεφαλαίου από την παραγωγή μέχρι το «θάνατο» του προϊόντος να είναι ταχύτατη για να εισέρχεται το κεφάλαιο και πάλι γρήγορα στην κυκλοφορία με σκοπό τη μεγέθυνση της κερδοφορίας. Η μαρξιστική προσέγγιση της καπιταλιστικής οικονομίας αποδεικνύει τη γενικότητά της και τη διαχρονική αξία της, αφού σήμερα ζούμε την αδιάκοπη αλλαγή των οικονομικών, εργασιακών και κοινωνικών σχέσεων και με υψηλούς ρυθμούς.

Οι αλλαγές στις παραγωγικές δυνάμεις στηρίζονται στην επιστήμη και την τεχνολογία, όπως είχαν αναλυθεί από το Μαρξ που έγραφε: «Η ανάπτυξη του πάγιου κεφαλαίου δείχνει σε ποιο βαθμό η γενική κοινωνική γνώση έχει γίνει άμεση παραγωγική δύναμη...»[3]. Η γενική κοινωνική γνώση είναι η επιστημονική κληρονομιά της ανθρωπότητας που προέρχεται από τη γενική εργασία. Στο ίδιο έργο γίνεται αποσαφήνιση της γενικής εργασίας που είναι «όλες οι ανακαλύψεις, όλες οι εφευρέσεις». Ο Μαρξ έδειξε ότι η επέκταση της αυτοματοποίησης της παραγωγής γίνεται στο πλαίσιο του καπιταλιστικού ανταγωνισμού για τη μείωση του κόστους της ζωντανής εργασίας με σκοπό την αύξηση των κερδών.

Στη εποχή του Μαρξ, η επιστήμη και η τεχνολογία αξιοποιείται άμεσα από τον κάθε καπιταλιστή χωριστά. Ομως ο καπιταλιστής εκμεταλλεύεται τη «γενική κοινωνική γνώση» που ανήκει στην κοινωνία χωρίς ο ίδιος να καταβάλει τίμημα, όπως γράφει ο Μαρξ στο Κεφάλαιο: «Αν παραβλέψουμε την φυσική ύλη, μπορούν να ενσωματωθούν στο προτσές της παραγωγής, σαν συντελεστές μεγαλύτερης ή μικρότερης αποτελεσματικότητας φυσικές δυνάμεις που δε στοιχίζουν τίποτα. Ο βαθμός αποτελεσματικότητάς τους εξαρτιέται από μέθοδες και επιστημονικές προόδους που δε στοιχίζουν τίποτε στον κεφαλαιοκράτη»[4]. Στην εποχή του Μαρξ, τα πανεπιστήμια αναπτύσσουν την επιστήμη «ελεύθερα» και όχι με βάση κάποιο κρατικό ή ιδιωτικό πρόγραμμα και με κύριο σκοπό την παραγωγή γνώσης και ιδεολογίας για το συμφέρον της αστικής τάξης γενικά. Δεν υπήρχαν κοινά ερευνητικά προγράμματα επιχειρήσεων και πανεπιστημίων που να χρηματοδοτούνται από τις κυβερνήσεις ή τον καπιταλιστή.

Στο σύγχρονο καπιταλισμό, που βρίσκεται στην κρατικομονοπωλιακή βαθμίσα του ιμπεριαλιστικού σταδίου, η υποκατάσταση της ζωντανής από την αντικειμενοποιημένη στα μέσα παραγωγής εργασία γίνεται με γρήγορους ρυθμούς. Εχουμε συνεχή μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου σε σχέση με το σταθερό. Με την τεχνολογία επιταχύνεται η συγκέντρωση του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο μέσω της κρατικής ή υπερκρατικής (ΕΕ) επιχορήγησης της έρευνας ιδιοποιείται την κατ’ εξοχήν κοινωνικοποιημένη εργασία, που είναι η επιστήμη. Τα αποτελέσματα που παράγονται από ένα ερευνητικό έργο ανήκουν στις επιχειρήσεις που συμμετέχουν (φορέας χρήστης), αλλά στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στον επιστημονικό πλούτο που παράχθηκε από την ερευνητική κοινότητα γενικά στην πάροδο των αιώνων και ανήκει σε όλη την ανθρωπότητα. Η επιστημονική έρευνα δεν είναι πλέον «ελεύθερη», αλλά γίνεται κατά παραγγελία με βάση κατευθύνσεις και την υποχρέωση της παραγωγής τεχνολογικού προϊόντος άμεσα εκμεταλλεύσιμου που απορρέει από τις συμβάσεις ανάθεσης του ερευνητικού έργου. Σε όλες τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, οι κρατικές επιχορηγήσεις των πανεπιστημίων για «ελεύθερη» ακαδημαϊκή έρευνα, δηλαδή χωρίς συμβάσεις ερευνητικού έργου, έχουν μηδενιστεί.

Η πρωτοφανής αύξηση της παραγωγικότητας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην επιστημονική και τεχνολογική έρευνα, που είναι κατά βάση κοινωνική ιδιοκτησία, όμως τα αποτελέσματά της τροφοδοτούν την υψηλή κερδοφορία του κεφαλαίου. Από την άλλη οι εργαζόμενοι όχι μόνο δε συμμετέχουν στη διανομή της αυξημένης παραγωγικότητας, αλλά τα εργασιακά δικαιώματα περιστέλλονται, οι πραγματικοί μισθοί μειώνονται, η μερική απασχόληση και η ανεργία καλπάζουν. Πολλοί θέλουν να αποδώσουν τα δεινά αυτά στην τεχνολογία και όχι στη φύση του καπιταλισμού, όμως αυτή η πλευρά χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση και δεν αποτελεί αντικείμενο του παρόντος άρθρου.

 

Ο ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ Ο ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ

Στην ανακοίνωση της Επιτροπής για τον Ευρωπαϊκό Χώρο Ερευνας[5] γίνεται η διαπίστωση ότι η Ευρώπη υστερεί σε σχέση με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα στους δείκτες χρηματοδότησης της έρευνας (ΕΕ, ΗΠΑ και Ιαπωνία δαπανούν 1,8%, 2,8% και 2,9% του ΑΕΠ αντίστοιχα). Επίσης υστερεί δραματικά στο εμπορικό ισοζύγιο για προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, στον αριθμό των απασχολούμενων ερευνητών, και στην προσέλκυση «εγκεφάλων» από τρίτες χώρες, ενώ περίπου οι μισοί από τους ευρωπαίους επιστήμονες που εκπονούν διδακτορική διατριβή στις ΗΠΑ δεν επιστρέφουν στην Ευρώπη. Από την άλλη, τα οικονομικά και πολιτικά επιτελεία του ευρωπαϊκού κεφαλαίου εκτιμούν ότι «Η έρευνα όμως και η τεχνολογία παράγουν από 25% έως 50% της οικονομικής ανάπτυξης. Επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση καθώς και την ποιότητα ζωής των Ευρωπαίων πολιτών»[6].

Η απάντηση του ευρωπαϊκού κεφαλαίου στο σκληρό ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό είναι η αναδιάρθρωση και η «ολοκλήρωση» του ερευνητικού χώρου. Τα μέσα και τα μέτρα που λαμβάνονται κινούνται λίγο πολύ στο δρόμο που χάραξε η κυρίαρχη ιμπεριαλιστική δύναμη. Πρώτον και κύριο ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και δημιουργία μιας αγοράς της γνώσης. Ο Ελληνας Γενικός Γραμματέας της Ερευνας και Τεχνολογίας δήλωσε ότι εκεί που η Ευρώπη παρουσιάζει τη μεγαλύτερη καθυστέρηση σε σχέση με τις ΗΠΑ είναι στο είδος των ερευνητών που να είναι ικανοί να ιδρύσουν τις δικές τους επιχειρήσεις και προτείνει την ενίσχυση των μέτρων για αυτήν τη μετάλλαξη των ερευνητών σε επιχειρηματίες, ώστε να πλησιάσουμε τις ΗΠΑ[7].

Η «ολοκλήρωση» σημαίνει την ένταξη των εθνικών υποδομών και των εθνικών χρηματοδοτήσεων στην υπηρεσία του ευρωπαϊκού συνασπισμού κεφαλαίων. Δικτύωση και εικονικά πολυκλαδικά κέντρα ερευνών που συγκεντρώνουν τις ερευνητικές τους δυνάμεις, πανεπιστήμια και επιχειρήσεις. Αξιολόγηση των εθνικών ερευνητικών κέντρων ώστε να εξασφαλίζεται ο έλεγχος του προσανατολισμού προς αυτό το στόχο.

Δίνεται κατεύθυνση και λαμβάνονται μέτρα για την «ενοποίηση των επιστημονικών κοινοτήτων της δυτικής και ανατολικής Ευρώπης», ώστε να μπορέσει το ευρωπαϊκό κεφάλαιο να εκμεταλλευτεί την εκπληκτική πρόοδο των πρώην σοσιαλιστικών χωρών σε πολλούς τομείς της επιστήμης και τους κατά γενική ομολογία υψηλού επιπέδου επιστήμονες. Επίσης προωθείται η ερευνητική διείσδυση σε όλες σχεδόν τις χώρες της γης και η προσέλκυση επιστημόνων από τις χώρες του τρίτου κόσμου για να μοιραστεί η λεία από το κυνήγι των «εγκεφάλων», που τώρα είναι σχεδόν μόνο προνόμιο των ΗΠΑ. Τέλος εντάσσεται στο Ευρωπαϊκό Ερευνητικό Χώρο και η στρατιωτική έρευνα με προφανείς σκοπούς, που συνδέονται με τον Ευρωστρατό και την ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύος της ΕΕ για συμμετοχή στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις ανά τον κόσμο.

Είναι φανερό ότι διαψεύδονται όσοι μιλούν για ευρωπαϊκές αξίες που αντιστέκονται στην αμερικανική βαρβαρότητα. Οταν πρόκειται για το καπιταλιστικό κέρδος και τη βελτίωση της θέσης του κεφαλαίου στο ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό, το κεφάλαιο δε σέβεται καμία παράδοση ανεξαρτησίας, ερευνητική ελευθερία, κοινωνικό ρόλο των πανεπιστημίων και κοινωνικές κατακτήσεις.

 

ΤΟ 6ο ΠΛΑΙΣΙΟ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

Οπως αποφασίστηκε στη Σύνοδο Κορυφής της Λισσαβόνας, ο βασικός στόχος του 6ου πλαισίου χρηματοδότησης της έρευνας είναι η αύξηση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. Η αναφερόμενη συμβολή προς όφελος του Ευρωπαίου πολίτη είναι έμμεση και αποτελεί το καρότο για την αποδοχή των κεφαλαιοκρατικών αναδιαρθρώσεων, που σε τελευταία ανάλυση θα δώσουν στο κεφάλαιο τη δυνατότητα να επιτεθεί στα εργασιακά, δημοκρατικά και κοινωνικά δικαιώματα από καλύτερες θέσεις, αν δεν οργανωθεί και η αντεπίθεση της εργατικής τάξης. Στο 6ο πλαίσιο κορυφώνονται οι τάσεις συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου στο χώρο της έρευνας, του σκληρού ανταγωνισμού, της ανατροπής των εργασιακών δικαιωμάτων των ερευνητών και της αύξησης της απόστασης που χωρίζει αυτούς που συμμετέχουν στη χρηματοδότηση της έρευνας από τη συντριπτική πλειοψηφία των πανεπιστημιακών και άλλων ερευνητών που μένει εκτός.

Οι τάσεις αυτές γίνονται όλο και καθαρότερες στην πορεία από το 4ο προς το 6ο πλαίσιο. Στο τέταρτο πλαίσιο προβλέπονταν ένα 7% του προϋπολογισμού, για βασική έρευνα, όπου δεν ήταν απαραίτητη η συμμετοχή επιχειρήσεων. Επίσης οι κοινοπραξίες και τα ερευνητικά έργα ήταν σχετικά μικρά και η συμμετοχή σε αυτά φορέων από χώρες χαμηλής (στα πλαίσια της ΕΕ) ανάπτυξης όπως η Ελλάδα αποτελούσε σχετικό πλεονέκτημα στη βαθμολόγηση των προτάσεων. Στο 5ο πλαίσιο, μηδενίστηκαν οι χρηματοδοτήσεις για βασική έρευνα και στην ουσία θεσμοθετήθηκε η κυριαρχία των επιχειρήσεων στις κοινοπραξίες που πέτυχαν χρηματοδότηση στο σκληρό ανταγωνισμό. Οσο μεγαλύτερες οι επιχειρήσεις και ειδικά αν ο συντονιστής είναι πολυεθνική τόσο μεγαλύτερες οι πιθανότητες επιτυχίας της πρότασης. Στο 6ο πλαίσιο η κεφαλαιοκρατική κυριαρχία, η συγκέντρωση των χρηματοδοτήσεων σε μεγάλες και πολύ λίγες κοινοπραξίες είναι ανοιχτός στόχος, όπως θα δούμε στη συνέχεια του άρθρου. Σχεδιάζεται η άμεση και πλήρης υποταγή της επιστημονικής έρευνας και παραγόμενης γνώσης στην εξέλιξη των παραγωγικών μέσων από το κεφάλαιο, αφού «Η στρατηγική που υιοθετήθηκε στη Λισσαβόνα είναι προς την επιταχυνόμενη μετάβαση στην ανταγωνιστική και δυναμική οικονομία της γνώσης...»[8].

Ο στόχος των πλαισίων χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Ενωσης δεν είναι μόνο η παραγωγή γνώσης που θα μετατραπεί άμεσα σε εκμεταλλεύσιμο προϊόν, αλλά η αναδιάρθρωση του ερευνητικού χώρου. Η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση των πόρων στα «Κέντρα Αριστείας» προς όφελος των πολυεθνικών, ο τρόπος σύνταξης των προτάσεων και η οργάνωση της παραγωγής του ερευνητικού έργου ωθεί τα πανεπιστήμια να συμμετέχουν στην ολοκλήρωση με την εσωτερική τους επιχειρηματική αναδιάρθρωση. Βιομηχανική οργάνωση, μεγάλες κοινοπραξίες, ελαστικές εργασιακές σχέσεις για τους ερευνητές.

Το 6ο πλαίσιο της ΕΕ ολοκληρώνει τα βασικά χαρακτηριστικά του Ευρωπαϊκού Χώρου Ερευνας (ΕΧΕ), ο προϋπολογισμός του είναι 17,5 δισεκατομμύρια ευρώ και αντιπροσωπεύει το 5,4 % των συνολικών δημόσιων δαπανών για την έρευνα στην Ευρώπη. «Το 6ο πλαίσιο είναι ένα ιδιαίτερα σημαντικό «εργαλείο» για την υλοποίηση του Ευρωπαϊκού Χώρου Ερευνας (ΕΧΕ) ο οποίος στοχεύει στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας -μια εσωτερική αγορά για την επιστήμη και την τεχνολογία- μέσω του συντονισμού των εθνικών ερευνητικών πολιτικών και της διασύνδεσης των καλύτερων ερευνητικών κέντρων της Ευρώπης»[9].

Οι περιοχές της επιστήμης και της τεχνολογίας που χρηματοδοτούνται είναι πολύ λιγότερες από τα προηγούμενα πλαίσια και «εστιάζεται» και «ολοκληρώνεται» η ευρωπαϊκή συνεργασία εκεί που ξεκάθαρα προσφέρεται «προστιθέμενη αξία». Τα νέα εργαλεία του 6ου πλαισίου είναι τα «Δίκτυα Αριστείας» (Network of Excellence)[10] και τα «Ολοκληρωμένα Εργα» (Integrated Projects)[11] που συγκεντρώνουν και το μεγαλύτερο ποσοστό χρηματοδότησης έχουν μεγάλους προϋπολογισμούς και είναι ολιγάριθμα. Οι προϋπολογισμοί για ένα «Δίκτυο Αριστείας» και «Ολοκληρωμένο Εργο» φτάνουν τα 30 και μερικές δεκάδες εκατομμύρια ευρώ αντίστοιχα. Ο προϋπολογισμός μαμούθ για τις Τεχνολογίες της Κοινωνίας της Πληροφορίας των περίπου τρεισήμισι δισεκατομμυρίων ευρώ, θα κατανεμηθεί σε 50-70 περίπου Ολοκληρωμένα Εργα σε όλη την Ευρώπη. Είναι φανερό ότι στη χρηματοδοτούμενη έρευνα για την «κοινωνία της πληροφορίας» θα συμμετέχουν μερικές δεκάδες τμήματα πληροφορικής από όλη την Ευρώπη (μπορούν να συμμετέχουν και οι υπό ένταξη χώρες και οι υποψήφιες) και αντίστοιχος αριθμός πολυεθνικών και μεγάλων επιχειρήσεων, οι ισχυρότερες του χώρου αφού τα προγράμματα είναι ανταγωνιστικά.

Οσον αφορά στα «Δίκτυα Αριστείας» για να επιχορηγηθεί ένας φορέας που θα χρηματοδοτηθεί με 100 χιλ. ευρώ θα πρέπει ήδη να συμμετέχει σε άλλα ερευνητικά έργα προϋπολογισμού 400 χιλ. ευρώ. Επομένως, ενισχύονται τα ήδη καθιερωμένα ερευνητικά κέντρα, εργαστήρια, ινστιτούτα και εταιρίες για να γίνει μεγαλύτερη συγκέντρωση δυναμικού και πόρων σε όφελος του κεφαλαίου, ενώ η μεγάλη πλειοψηφία των πανεπιστημιακών και άλλων ερευνητών αποκλείεται από τις πηγές χρηματοδότησης. Ο Ευρωπαϊκός Χώρος Ερευνας θα είναι μια ερευνητική έρημος με λίγα φρούρια «αριστείας» κατειλημμένα από το κεφάλαιο.

Ειδικά για τους Ελληνες ερευνητές διαγράφεται ένα πολύ σκληρό και άγονο τοπίο. Οι δαπάνες για έρευνα στην χώρα μας είναι 0,68% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ είναι 1,93% του ΑΕΠ, το δε 24,7% των δαπανών προέρχονταν από την ΕΕ[12]. Είναι προφανές ότι δεν υπάρχει εκείνη η εθνική χρηματοδότηση που θα έδινε τη δυνατότητα συμμετοχής, κατανομή της χρηματοδότησης του 6ου πλαισίου. Δεν είναι τυχαίο ότι στις εκδηλώσεις ενδιαφέροντος οι ελληνικοί φορείς αποτελούν το 1% του συνόλου. Είναι φανερό ότι η απόσταση μεταξύ των αναπτυγμένων και λιγότερο αναπτυγμένων χωρών θα γίνει χάσμα αγεφύρωτο. Αλλά ακόμη και μέσα στις αναπτυγμένες χώρες, η διαφοροποίηση μεταξύ των πανεπιστημίων, πανεπιστημιακών τμημάτων και σχολών που θα συμμετέχουν στο ερευνητικό γίγνεσθαι και αυτών που θα φυτοζωούν ερευνητικά ή θα αποκλειστούν από το ερευνητικό γίγνεσθαι, θα διευρυνθεί.

Ο Ευρωπαϊκός Χώρος Ερευνας θα είναι μια κλασική περίπτωση ανισόμετρης επιστημονικής και τεχνολογικής ανάπτυξης τόσο στο εσωτερικό των χωρών αλλά και μεταξύ των χωρών πρώτης και δεύτερης ταχύτητας. Η Γερμανία έχει προετοιμαστεί με τη συγκρότηση 3-4 ινστιτούτων νανο-μικρο-τεχνολογίας εδώ και μία δεκαετία τα οποία θα είναι οι κυρίαρχοι παίχτες τόσο στα «Ολοκληρωμένα Εργα» όσο και στα «Δίκτυα Αριστείας» που, για το εν λόγω αντικείμενο, θα είναι μετρημένα το πολύ στα δάκτυλα των δύο χεριών. Η ανισόμετρη ερευνητική ανάπτυξη σε μια εποχή που η επιστήμη παίζει στρατηγικό ρόλο στην ανάπτυξη της οικονομίας θα οξύνει ακόμη περισσότερο την ανισομετρία στο καταμερισμό εργασίας μέσα στην ΕΕ.

Η κριτική για τις θεματικές περιοχές που θα χρηματοδοτηθούν από το 6ο πλαίσιο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ενός άλλου άρθρου. Ομως πρέπει να επισημανθεί ότι χρηματοδοτούνται ως επί το πλείστον τεχνολογικές περιοχές της γνώσης για την άμεση μετατροπή σε προϊόν. Η συσσωρευμένη επιστημονική γνώση στις βασικές επιστήμες (μαθηματικά, φυσική, χημεία κλπ.) είναι σε τόσο υψηλό επίπεδο σε σχέση με την ανάπτυξη των παραγωγικών, που δε δίνεται δεκάρα για την παραπέρα ανάπτυξη των επιστημών, για νέες περιπλανήσεις του ανθρώπινου νου που μπορούν να ανοίξουν νέους ορίζοντες στην επιστήμη. Το κεφάλαιο απαιτεί εδώ και τώρα την εκμετάλλευση της «γενικής κοινωνικής γνώσης» με τη μετατροπή της σε νέα τεχνολογία για να ξεπεράσει την κρίση και οι πολιτικοί του εκφραστές με βάση αυτήν την απαίτηση καθορίζουν τις προτεραιότητες στη χρηματοδότηση της έρευνας. Σήμερα πολλές περιοχές της επιστήμης στα πανεπιστήμια καταδικάζονται στο ερευνητικό μαρασμό και αυτό αλλάζει δραστικά το χαρακτήρα των αντίστοιχων σχολών, αφού δε νοείται πανεπιστημιακή σχολή χωρίς τη δυνατότητα παραγωγής νέας γνώσης. Στον πανεπιστημιακό χώρο, ο σκληρός ανταγωνισμός για μια θέση στον ήλιο της έρευνας και ο ντε φάκτο αποκλεισμός γιατί η περιοχή δεν εμπίπτει στις προτεραιότητες του κεφαλαίου, σε συνδυασμό με την εφαρμογή της διακήρυξης της Μπολώνια, θα αλλάξει το τοπίο της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στην Ευρώπη. Η μεγάλη πλειοψηφία των πανεπιστημιακών τμημάτων θα γίνουν σχολές κατάρτισης των απασχολήσιμων.

Ο διαχωρισμός μεταξύ των «Κέντρων Αριστείας» και των σχολών κατάρτισης εντείνεται ακόμη περισσότερο αφού και η κρατική χρηματοδότηση στη χώρα μας, όπως και σε άλλες καπιταλιστικές χώρες ακολουθεί τον ίδιο δρόμο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι τελευταίες προκηρύξεις του ΠΕΝΕΔ και του προγράμματος «ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ», που προκάλεσαν την αγανάκτηση και τις καταγγελίες της πανεπιστημιακής κοινότητας για τις, επιχειρηματικού τύπου, προβλέψεις στην οργάνωση και αποτίμηση της έρευνας, τη συγκέντρωση των χρηματοδοτήσεων σε περιορισμένο αριθμό κατευθύνσεων, έργα σχετικά μεγάλου προϋπολογισμού και ολιγάριθμα[13].

 

Η ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΕΡΕΥΝΗΤΩΝ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΠΛΟΥΤΟΥ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Οι εργασιακές σχέσεις των ερευνητών μέσα στα πανεπιστήμια γίνονται όλο και πιο ελαστικές, με σκοπό τη μείωση του κόστους εργασίας στη γοργά αναπτυσσόμενη «βιομηχανία» της έρευνας, που είναι κατ’ εξοχήν εργασιοβόρα. Το κεφάλαιο εκμεταλλεύεται το πάθος των ερευνητών για την κατάκτηση της γνώσης. Πολλοί ερευνητές εργάζονται χωρίς ωράριο, ατελείωτες ώρες, με σύμβαση έργου, χωρίς εργασιακά δικαιώματα με ιδιαίτερα χαμηλές αμοιβές. Στα ελληνικά πανεπιστήμια δεν υφίσταται κανένα σύστημα προστασίας των εργασιακών δικαιωμάτων των ερευνητών, δεν καθορίζουν ούτε κατώτατο όριο αμοιβών. Ο φορέας χρήστης (κεφαλαιοκρατική επιχείρηση) εκμεταλλεύεται τα αποτελέσματα του ερευνητικού έργου, ενώ οι ίδιοι οι ερευνητές δεν έχουν κανένα λόγο ή πνευματικό δικαίωμα. Σύγχρονη αλλοτρίωση της εργασίας στη βιομηχανία της έρευνας.

Η ερευνητική πολιτική της ΕΕ και συνακόλουθα της Ελληνικής κυβέρνησης δεν είναι μία νεοφιλελεύθερη ιδιομορφία, αλλά είναι μονόδρομος για τον καπιταλισμό στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, που εύηχα ονομάζεται παγκοσμιοποίηση. Επειδή η επιστημονική έρευνα αποτελεί σήμερα τη βάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης και επηρεάζει τη ζωή των εργαζομένων σε ποιοτικά ανώτερο βαθμό από ό,τι στο παρελθόν είναι υπόθεση όχι μόνο των ερευνητών αλλά όλου του εργατικού κινήματος. Ομως οι ερευνητές, οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι έχουν τη γνώση και επόμενα την ευθύνη να ενημερώσουν τους εργαζόμενους για τον κοινωνικό πλούτο που απαλλοτριώνεται από το κεφάλαιο. Να προβληθεί η ανάγκη της πάλης για την ανατροπής της ερευνητικής πολιτικής του κεφαλαίου και για την αλλαγή των ερευνητικών κατευθύνσεων σε όφελος της κοινωνίας, ως ιδιαίτερη και σημαντική πλευρά του αγώνα για την απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δεσμά της ανάγκης, για τη σοσιαλιστική προοπτική.

Η επιστημονική έρευνα αποτελεί μια συνολική κοινωνική προσπάθεια, έχει κοινωνικό χαρακτήρα, γιατί η σημερινή εφαρμοσμένη έρευνα και ανάπτυξη βασίζεται στον πλούτο που μας άφησαν οι ερευνητές άλλων εποχών, άρα είναι κοινωνική ιδιοκτησία και έχει δικαιώματα όλη η κοινωνία στην αξιοποίηση των αποτελεσμάτων. Τα νέα μέσα παραγωγής, έμπειρα συστήματα, «έξυπνες» μηχανές κλπ., έχουν ενσωματωμένη γνώση που παρήγαγαν ερευνητές πολλά χρόνια πριν, χωρίς να λάβουν καμία αμοιβή από την κατοχύρωση του δικού τους έργου σε πατέντες, που είναι ιδιοκτησία των καπιταλιστικών επιχειρήσεων που τις υπέβαλαν. Είναι πεντακάθαρη απαλλοτρίωση της κοινωνικοποιημένης επιστημονικής εργασίας από το κεφάλαιο με σκοπό την αύξηση της κερδοφορίας του, ενώ τα δικαιώματα της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων περιορίζονται. Η βασική αντίφαση κεφαλαίου και εργασίας οξύνεται. Οσο ωριμάζει ο καπιταλισμός τόσο ωριμάζουν οι αντικειμενικές συνθήκες για τη λύση της βασικής αντίφασης. Η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής θα αποκαταστήσει την κοινωνική δικαιοσύνη, αφού για την περίπτωσή μας, η παραχθείσα γνώση από την κοινωνία θα επιστρέψει στο φυσικό δικαιούχο. Αλλά «το μέλλον δε θα έρθει μόνο του», λέει ο ποιητής...    



Ο Νίκος Ασπράγκαθος είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πατρών.

[1] Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή Περιφερειών: Για έναν ευρωπαϊκό χώρο στον τομέα της έρευνας, Βρυξέλλες 18.01.2000.

[2] Κ. Μαρξ και Φ. Ενγκελς: «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος». «Διαλεχτά Εργα», τόμ. Ι, σελ. 23, εκδ. «Γνώσεις».

[3] Κ. Μαρξ: «GRUNDRISSE», τόμος Β΄, σελ 539, εκδ. «Στοχαστής».

[4] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τόμος Β΄, σελ. 355, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

[5] Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή Περιφερειών: Για έναν ευρωπαϊκό χώρο στον τομέα της έρευνας. Βρυξέλλες 18.01.2000.

[6] Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή Περιφερειών: Για έναν ευρωπαϊκό χώρο στον τομέα της έρευνας. Βρυξέλλες 18.01.2000.

[7] CORDIS, http://www.cordis.elu, 28-03-2003.

[8] Information Society Technologies, 2003-04 Workprogramme, European Commission.

[9] Καινοτομία, Ερευνα και Τεχνολογία, Ελληνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης. Τεύχος 32, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 2002.

[10] Provisions for implementing Networks of Excellence, http://europa.eu.int/comm/research/fp6.

[12] Kαινοτομία, Ερευνα και Τεχνολογία, Ελληνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης. Τεύχος 32, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 2002.

[13] Ανακοινώσεις Συλλόγων ΔΕΠ και ερευνητών. http://www.upatras.gr/sdep/apof/apof.htm