ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (Α΄Μέρος)

Ο χώρος της Υγείας αποτελεί το τελευταίο διάστημα ένα επίμαχο πεδίο προώθησης από την κυβέρνηση μιας σειράς αντιδραστικών αλλαγών, οι οποίες συμβαδίζουν με τις επιλογές της ΕΕ. Οι αλλαγές, που φέρονται με το γενικό τίτλο «Μεταρρύθμιση στο χώρο της υγείας», αποτελούν άρρηκτο τμήμα των επιχειρούμενων ή ήδη υλοποιημένων αλλαγών στα εργασιακά, στο ασφαλιστικό και στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Οι αλλαγές αυτές, εκφράσεις του γενικότερου πλαισίου των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, στοχεύουν τόσο στη κατεδάφιση του όποιου δημοσίου χαρακτήρα του σημερινού συστήματος υγείας, όσο και στην ενίσχυση του κεφαλαίου στην πορεία αποκόμισης περισσοτέρων κερδών. Στόχος όμως είναι και η διαπαιδαγώγηση του μελλοντικού επιστημονικού δυναμικού που εκπαιδεύεται να στελεχώσει και να στηρίξει ένα σύστημα υγείας με τέτια χαρακτηριστικά. Αναπόδραστα λοιπόν οι αλλαγές αυτές επιδρούν καταλυτικά στο επίπεδο και το περιεχόμενο της ιατρικής εκπαίδευσης.

Η μεγάλη κοινωνική σημασία της ιατρικής εκπαίδευσης απαιτεί τη διαμόρφωση ενός συνόλου προτάσεων πραγματικά προοδευτικών για να υπάρξει μια ιατρική εκπαίδευση στην υπηρεσία των σύγχρονων λαϊκών αναγκών.

Πριν περιγράψει κανείς ένα τέτιο πλαίσιο θέσεων διεκδίκησης και αγώνα σχετικά με την ιατρική εκπαίδευση, είναι απαραίτητο να γίνει μια αποτίμηση της σημερινής κατάστασης, μια περιγραφή των μέτρων που επιχειρείται να προωθηθούν και το πολιτικό πλαίσιο, κριτική σ’ αυτά τα μέτρα και η θέση των άλλων δυνάμεων.
 

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Σύμφωνα με την ισχύουσα κατάσταση, σήμερα ο φοιτητής που εισάγεται στην ιατρική σχολή παρακολουθεί 6 χρόνια σπουδών, τα οποία σύμφωνα με το πρόγραμμα σπουδών χωρίζονται λειτουργικά (χωρίς ενδιάμεσες εξετάσεις) σε προκλινικά (3-4 χρόνια) και κλινικά έτη (2-3 χρόνια). Μετά το τέλος των σπουδών αποκτά το πτυχίο ιατρικής, το οποίο δεν εμπεριέχει καμίας μορφής ειδίκευση. Με το πτυχίο αυτό ο απόφοιτος εγγράφεται αυτόματα στους κατά τόπους ιατρικούς συλλόγους και αποκτά την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος.

Το πτυχίο ιατρικής δίνει τις εξής δυνατότητες:

‰ Απόκτηση άδειας ασκήσεως επαγγέλματος.

‰ Ασκηση της ιατρικής ως πτυχιούχος ανειδίκευτος γιατρός (με ιατρείο και σε άλλες θέσεις), τόσο στην Ελλάδα όσο και την ΕΕ, υπό όρους σε κάθε χώρα (οι τωρινοί γιατροί σπάνια χρησιμοποιούν αυτή τη δυνατότητα ή τη χρησιμοποιούν κατά το χρονικό διάστημα αναμονής για την ειδικότητα).

‰ Εναρξη ειδικότητας, χωρίς την προϋπηρεσία του αγροτικού στις λεγόμενες «άγονες» ειδικότητες (Παθολογική Ανατομική, Ακτινοδιαγνωστική, Κυτταρολογία, Πνευμονολογία, Ιατροδικαστική, Γενική Ιατρική).

‰ Υποχρεωτική θητεία 15 μηνών σε αγροτικό ιατρείο ή κέντρο υγείας (οι 3 πρώτοι μήνες γίνονται σε επαρχιακά νοσοκομεία). Η θητεία αυτή είναι προαπαιτούμενο για την έναρξη των υπολοίπων ειδικοτήτων.

Εν συνεχεία για να ξεκινήσει ένας απόφοιτος ιατρικής μια ειδικότητα, μπαίνει στις λίστες των νοσοκομείων για την ειδικότητα που έχει επιλέξει. Ο ειδικευόμενος γιατρός είναι και εκπαιδευόμενος στα δημόσια νοσοκομεία. Μετά το τέλος των απαραίτητων χρόνων στην ειδικότητα δίνει εξετάσεις πάνω στο αντικείμενο της ειδίκευσής του για να αποκτήσει τον τίτλο ειδικότητας.

 

ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΠΟΥΔΩΝ

 Το περιεχόμενο της ιατρικής εκπαίδευσης είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το σύστημα υγείας στο οποίο θα εργαστεί το ιατρικό δυναμικό. Σε ένα σύστημα υγείας, όπως αυτό που γνωρίζουμε και βιώνουμε στον καπιταλισμό, οι παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας περιορίζονται μόνο στην κατά το δυνατόν άρση των αποτελεσμάτων της ασθένειας. Σε αυτό το σύστημα, η ιατρική παρεμβαίνει στην ασθένεια, με στόχο την αναπαραγωγή της απαραίτητης εργατικής δύναμης που θα συνεχίζει να παράγει υπεραξία προς όφελος των κεφαλαιοκρατών. Σ’ ένα τέτιο σύστημα σκόπιμα υποβαθμίζεται το στοιχείο ότι η υγεία και η ασθένεια είναι διαλεκτικά συνδεδεμένες με το περιβάλλον (φυσικό και κοινωνικό) του ανθρώπου και ότι στόχος της ιατρικής είναι η παρακολούθηση, η πρόληψη, η αντιμετώπιση της ασθένειας και η αποκατάσταση της υγείας του ανθρώπου, ώστε αυτό να είναι το δυνατόν άρτιο να εργαστεί, να αναπτυχθεί ψυχικά, πνευματικά και σωματικά και να έχει πραγματική ποιότητα ζωής[1].

Το παρόν πρόγραμμα σπουδών της ιατρικής εκπαίδευσης απέχει μακράν από το να εκπαιδεύει τόσο άξιους γιατρούς, όσο και ολοκληρωμένους ανθρώπους, που θα είναι έτοιμοι να υπηρετήσουν τον κοινωνικό ρόλο του γιατρού. Το πρόγραμμα σπουδών μειονεκτεί στο να εμβαθύνει στην ουσία της ιατρικής επιστήμης με την ελλιπέστατη διδασκαλία της μεθοδολογίας της επιστήμης. Αυτό το στοιχείο συνδυαζόμενο με τον κατακερματισμό και συχνά την τυποποίηση των γνώσεων δε βοηθά το φοιτητή να αποκτήσει μια συνολική αντίληψη του ανθρώπου ως μιας βιολογικής, ψυχικής, κοινωνικής οντότητας που αναπτύσσεται και διαμορφώνεται υπό την επίδραση των κοινωνικών σχέσεων. Ταυτόχρονα, ο μελλοντικός επιστήμονας γιατρός στερείται την εκπαίδευση πάνω σε ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο σκέψης για την προσπέλαση του ασθενούς και της επιστήμης, το εργαλείο του διαλεκτικού υλισμού. Ο διαλεκτικός τρόπος σκέψης είναι θεμελιώδης στην άσκηση της επιστήμης-τέχνης Ιατρικής. Οι γιατροί στην καθ’ ημέρα πράξη είναι υποχρεωμένοι να καταφύγουν σε αυτόν, όταν βρίσκονται μπροστά στον ασθενή και είναι γεγονός ότι ακόμα και τώρα το κάνουν με πολύ κόπο, αφού ουδέποτε τον είχαν διδαχθεί και ουδέποτε είχαν ασκηθεί σε αυτόν. Δεν είναι άρα υπερβολή να μιλάμε για μια κατεύθυνση σπουδών προσαρμοσμένη στην αστική ιδεολογία.

Μόνο υπό αυτό το πρίσμα μπορεί να εξηγηθεί η διάρθρωση, αλλά και το περιεχόμενο του προγράμματος σπουδών γύρω και επί της ασθένειας, η αναχρονιστική αποσύνδεση των κλινικών μαθημάτων από τα προκλινικά, η ανεπαρκής κλινική και εργαστηριακή άσκηση, στοιχεία που θα έπρεπε να διαπνέουν όλα τα μαθήματα της ιατρικής. Η συσσώρευση βασικής γνώσης ξεκομμένης από την πρακτική άσκηση δεν αναδεικνύει την αλληλεξάρτηση των φυσιολογικών και παθολογικών μηχανισμών του ανθρωπίνου οργανισμού, δεν παρέχει την ολοκληρωμένη αντιστοίχηση των μηχανισμών αυτών με το κλινικό αποτέλεσμα (τη νόσο) και άρα δεν καθοδηγείται επαγωγικά ο μελλοντικός γιατρός στη θεραπευτική αντιμετώπιση. Επομένως, ο φοιτητής κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής του μηχανιστικά απομνημονεύει συμπτώματα, κλινικά σημεία νόσου και θεραπεία, αδυνατώντας να αξιοποιήσει τη διαλεκτική μεθοδολογία επιστημονικής σκέψης.

Απόδειξη των προαναφερθέντων και σημαντική ανεπάρκεια του παρόντος προγράμματος σπουδών είναι η ανυπαρξία και υποβάθμιση (όπου υπάρχουν) μαθημάτων όπως: κοινωνική ιατρική, προληπτική ιατρική, ιατρική της εργασίας, γηριατρική, ιατρική αποκατάστασης κ.α. Να σημειώσουμε ότι ακόμα και σε περιπτώσεις που γίνεται η διδασκαλία αυτών των μαθημάτων, σπάνια έχουν σχέση και συνοχή με το υπόλοιπο πρόγραμμα σπουδών, με αποτέλεσμα να μειώνεται η αδιαμφισβήτητη αξία τους στην κατανόηση της διαλεκτικής σύνδεσης του ατόμου με το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον.

Το παρόν πρόγραμμα σπουδών προετοιμάζει την ενσωμάτωση του μελλοντικού ιατρικού δυναμικού στις βασικές αντιλήψεις του καπιταλισμού. Μέσα στην εκπαίδευση προωθούνται αντιλήψεις προσαρμοσμένες στα πρότυπα «της αγοράς εργασίας» και την επιχειρηματικότητα. Διαρκώς προβάλλεται η αναγκαιότητα η ιατρική πρακτική να υποτάσσεται σε λογικές «κόστους-ωφέλειας» (και είναι λογικό για ένα σύστημα υγείας το οποίο λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια). Σποραδικά εκθειάζεται έμμεσα ή και άμεσα ο ιδιωτικός τομέας και απαξιώνεται το δημόσιο σύστημα υγείας[2].

Ακόμα, διάχυτη είναι η αντίληψη ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να γίνει κανείς καλός γιατρός είναι η υπέρ-εντατικοποίηση των σπουδών, σύμφωνα με τις απαιτήσεις «της αγοράς εργασίας». Ομως για να είναι κάποιος καλός γιατρός δεν αρκεί μόνο να ανεβάσει το επίπεδό ΤΟΥ με την εξειδίκευση της γνώσης αλλά να παίρνει υπόψη του στη διάγνωση και θεραπεία τους κοινωνικούς παράγοντες που επιδρούν στην υγεία. Να τους αποκαλύπτει, να προτείνει επιστημονικά τεκμηριωμένες λύσεις, να βοηθά τους εργαζόμενους στον αγώνα για καλύτερη ζωή. Ενας ολοκληρωμένος επιστήμονας σημαίνει επιστήμονας ενταγμένος στην κοινωνική πάλη, στο πλευρό της εργατικής τάξης, στο πλευρό του λαού μας.

Στο περιεχόμενο μιας τέτιας ιατρικής εκπαίδευσης ακόμα και χρήσιμα εργαλεία της ιατρικής επιστήμης διδάσκονται κάτω από ένα παραμορφωτικό πρίσμα. Παράδειγμα αποτελεί η συστηματική προώθηση αντιλήψεων προσαρμογής του ιατρικού προσωπικού σε σύγχρονα «πρότυπα» θεραπείας. Είναι γεγονός ότι τα πρότυπα θεραπείας διαμορφώνονται τελευταία υπό την καθοδήγηση φαρμακευτικών και ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών. Ετσι «τα πρότυπα», αντί για εργαλεία στα χέρια των γιατρών, γίνονται μέσα για τη μείωση του κόστους της εξατομικευμένης διάγνωσης και θεραπευτικής αγωγής του κάθε ασθενούς με στόχο τη διαμόρφωση γενικών διαγνωστικών και θεραπευτικών σχημάτων για τη μείωση του «κόστους» στις υπηρεσίες υγείας, δημόσιες και ιδιωτικές. Ακόμα, μαθήματα σχετικά με τις «νέες τεχνολογίες» στην ιατρική δεν ξεφεύγουν από τον προσανατολισμό που αναφέρθηκε προηγούμενα. Για παράδειγμα η διδασκαλία της τηλεϊατρικής, ενός εργαλείου στα χέρια ενός ιατρικού δυναμικού που θα υπηρετεί τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες, στη σημερινή κατάσταση παρουσιάζεται και εν μέρει εφαρμόζεται, ως ένα πολύ χρήσιμο μέσο για την αντικατάσταση του αναγκαίου, επιστημονικά ολοκληρωμένου ιατρικού δυναμικού σε ολόκληρη την επικράτεια από λίγους γιατρούς και πολλούς εκπαιδευμένους «χειριστές» και χωρίς τις απαραίτητες υποδομές. Στα πλαίσια της προσαρμογής του μελλοντικού ιατρικού δυναμικού στους κανόνες της αγοράς προωθούνται και εφαρμόζονται μαθήματα οικονομίας των συστημάτων υγείας, το περιεχόμενο των οποίων αντικατοπτρίζει τον καπιταλιστικό τρόπο προσέγγισης της παρεχόμενης περίθαλψης με γνώμονα την επιχειρηματικότητα, αγνοώντας τον παράγοντα άνθρωπο.

Να σημειώσουμε ότι όποτε επιχειρούνται και υλοποιούνται αλλαγές στο πρόγραμμα σπουδών, αυτές στοχεύουν στην αύξηση των ωρών διδασκαλίας με λογιστικό τρόπο και όχι στην ουσιαστική βελτίωση του επιπέδου και του περιεχομένου σπουδών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί αλλαγή του προγράμματος σπουδών το 1998 και πρόσφατα στην Ιατρική σχολή Θεσσαλονίκης, αλλά και στην Αλεξανδρούπολη το 2002, όπου απλά προστέθηκαν ώρες, χωρίστηκαν μαθήματα ή προστέθηκαν κάποια άλλα, προετοιμάζοντας το έδαφος για ακόμα πιο αντιδραστικές αλλαγές.

Βασικό πρόβλημα της ιατρικής εκπαίδευσης είναι η ανομοιογένεια στα προγράμματα σπουδών των ιατρικών σχολών ανά την Ελλάδα (τόσο τυπικά, όσο και ουσιαστικά). Μιλάμε για έναν κοινό βασικό άξονα μαθημάτων σε όλη τη χώρα, αλλά από σχολή σε σχολή διδάσκονται πολλά άλλα διαφορετικά (π.χ. η Παθοφυσιολογία δεν υπάρχει παντού), ενώ άλλα μαθήματα διδάσκονται και σε διαφορετικά έτη. Ανομοιογένεια στο περιεχόμενο των διδασκομένων μαθημάτων παρουσιάζεται ακόμα και μέσα στην ίδια σχολή, ακόμα και στο ίδιο έτος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατάστασης είναι τα κλινικά μαθήματα στην ιατρική σχολή Αθήνας, στην οποία μάθημα του ίδιου έτους διδάσκεται διαφορετικά και με διαφορετική επικέντρωση σε συγκεκριμένα θέματα από κλινική σε κλινική. Επίσης, η κλινική άσκηση γίνεται με διαφορετικούς όρους στις σχολές ιατρικής ανά την Ελλάδα (διαφορετικά χρόνια, σε κλινικές άλλες πιο σύγχρονες και άλλες παλιότερες, με διαφορετικό αριθμό φοιτητών - από μικρό έως υπερβολικά μεγάλο, διαφορετικές υποδομές κ.ά.).

Κρίσιμο ζήτημα στην ιατρική εκπαίδευση είναι η μη πλήρης και αποκλειστική απασχόληση των καθηγητών. Η πλειονότητα των πανεπιστημιακών ετεροαπασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, σε ιδιωτικά νοσηλευτικά ιδρύματα, αλλά και σε φαρμακευτικές εταιρείες. Η διαπλοκή τους με τα μονοπωλιακά συμφέροντα στο χώρο της υγείας επιδρά άμεσα ή έμμεσα στον προσανατολισμό της διδακτικής και ερευνητικής δραστηριότητάς τους. Επιδρά κατ’ επέκταση και στο περιεχόμενο της ιατρικής εκπαίδευσης, ώστε αυτή να κατευθύνεται σε τομείς ή επιμέρους αντικείμενα, που μπορούν να αποδώσουν κέρδος στα μονοπώλια στο χώρο της υγείας. Οι καθηγητές της μη πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης γίνονται το όχημα για την επίτευξη αυτών των επιδιώξεων.

Η ανάδειξη της ιδιωτικής απασχόλησης σε πρωτεύον καθήκον από κάποιους καθηγητές είναι ανασταλτικός παράγοντας στην αφοσίωσή τους στο ακαδημαϊκό έργο (διδακτικό, ερευνητικό, κλινικό, διοικητικό). Παραδείγματα αποτελούν η ελλιπής παρουσία του διδακτικού προσωπικού στην κλινική ή το αμφιθέατρο (π.χ. η άσκηση των φοιτητών στις κλινικές γίνεται συχνά με τη βοήθεια ειδικευομένων), η ερευνητική δραστηριότητα να προσανατολίζεται σε τομείς που επιβάλλουν οι ιδιωτικές εταιρείες ή να καταντά να είναι αποσπασματική. Αυτή η ετεροαπασχόληση επιδρά και στη συνείδηση των ίδιων των καθηγητών, διαβρώνοντάς την. Η αναγκαιότητα συνεισφοράς στην καλύτερη δυνατή εκπαίδευση των μελλοντικών γιατρών, η αφοσίωση στην πρόοδο του πανεπιστημίου και στην ερευνητική προσφορά, αλλά και η μη εκμετάλλευση του ανθρώπου καθίσταται πάρεργο μπρος στα κέρδη της ιδιωτικής απασχόλησης. Ταυτόχρονα, υπαρκτό φαινόμενο που έχει επιπτώσεις στην εκπαίδευση είναι το ζήτημα της αξιοκρατίας στην εξέλιξη των καθηγητών (όχι μόνο της ιατρικής).

Αλλο σημαντικό ζήτημα που πρέπει να αναδειχθεί είναι η υλικοτεχνική υποδομή. Βασικά χαρακτηρίζεται ως ανεπαρκής και συχνά προβληματική. Ο εξοπλισμός στα εργαστήρια είναι μικρός και δεν αντιστοιχεί στον αριθμό των φοιτητών και στις σύγχρονες απαιτήσεις της εκπαίδευσης[3]. Πέρα όμως από το ζήτημα του εξοπλισμού των εργαστηρίων, ο αριθμός του παραϊατρικού προσωπικού είναι μικρός σε σχέση με τις ανάγκες για την εύρυθμη λειτουργία τους, ενώ επίσης κρίσιμο ζήτημα είναι το καθεστώς των εργασιακών τους σχέσεων (συμβασιούχοι - μερική απασχόληση).

Σημαντικές είναι οι καθυστερήσεις στη διανομή των επιστημονικών συγγραμμάτων. Απαράδεκτο είναι και το φαινόμενο των περικοπών ακόμα και σε συγγράμματα που διεθνώς αναγνωρίζονται ως απαραίτητα για την εκπαίδευση[4]. Επιπλέον, λίγο αξιοποιούνται οι δυνατότητες των καθηγητών ιατρικής με ίδιο γνωστικό αντικείμενο, για τη συγγραφή πλήρων και επίκαιρων διδακτικών βιβλίων, πράγμα που θα μπορούσε να καλύψει ένα σημαντικό κενό.

Προβληματικοί είναι οι όροι και οι συνθήκες που διεξάγεται η κλινική εκπαίδευση των φοιτητών. Εξαιτίας των λίγων θέσεων εκπαίδευσης στα δημόσια νοσοκομεία για τα κλινικά έτη, οι φοιτητές αναγκάζονται να συνωστίζονται δεκάδες ή εικοσάδες στους θαλάμους των νοσοκομείων και με δυσχέρεια να καταφέρνουν να πάρουν ένα ιστορικό από έναν ασθενή ή να τον εξετάσουν. Εξαιτίας αυτών των συνθηκών κάποιες φορές καθίσταται αδύνατο να πραγματοποιηθεί ουσιαστικά η κλινική άσκηση των φοιτητών π.χ. σε χώρους εργαστηριακών δοκιμασιών ή και αλλού.

 

ΑΓΡΟΤΙΚΟ

Τα αγροτικά ιατρεία αποτελούν έναν από τους κυριότερους φορείς παροχής πρωτοβάθμιας περίθαλψης και συχνά επείγουσας ιατρικής στην επαρχία. Αν και έχουν στην ευθύνη τους μια σημαντική μερίδα του πληθυσμού συχνά είναι ανεπαρκώς εξοπλισμένα με περιορισμένη δυνατότητα πρόσβασης στα Κέντρα Υγείας (π.χ. σε νησιά). Οπότε ο αγροτικός, άνευ ειδικότητας γιατρός με την πραγματικά μικρή εμπειρία του, καλείται να αντιμετωπίσει πολλές και δύσκολες περιπτώσεις, με αποτέλεσμα το επίπεδο παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας σ’ αυτές τις περιοχές να μην ανταποκρίνεται στο ύψος των αναγκών. Σε αυτά τα προβλήματα πρέπει κανείς να προσθέσει και την πρόσφατη εγκύκλιο του Υπ. Υγείας, σύμφωνα με την οποία περιορίζεται δραστικά η συνταγογράφηση φαρμάκων από τους αγροτικούς, με ό,τι συνεπάγεται αυτό για τους ασθενείς και το επίπεδο υγείας στην επαρχία. Μπορούμε, λοιπόν, να μιλάμε για σαφέστατη υποβάθμιση του ρόλου και της ουσίας του αγροτικού γιατρού.

 

ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑ

Το επίπεδο σπουδών αλλά και το εύρος των γνώσεων της επιστήμης είναι τέτια που ο απόφοιτος ιατρικής, χωρίς ειδικότητα, δεν μπορεί να κατοχυρώσει πλήρη επαγγελματικά δικαιώματα ασκώντας την ιατρική, δεν μπορεί να υπηρετήσει με επάρκεια τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες, αλλά και να επιτελέσει τον πραγματικό κοινωνικό ρόλο του. Η ειδικότητα αναπόδραστα αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο στην επαγγελματική πορεία του γιατρού και στην επιστημονική του κατοχύρωση. Εν τούτοις όμως η ειδίκευση του ιατρικού δυναμικού της χώρας μας αποτελεί μια διαδικασία μετ’ εμποδίων συνεπεία της ασκούμενης πολιτικής στο χώρο της υγείας όλα αυτά τα χρόνια.

-‰ Πρώτο και βασικό πρόβλημα είναι η ανυπαρξία χαρτογράφησης των πραγματικών, σύγχρονων λαϊκών αναγκών σε υποδομές, ιατρικό δυναμικό και κεντρικός σχεδιασμός για παραγωγή ειδικευμένων, τόσων ώστε να καλύπτονται αυτές οι ανάγκες με πληρότητα. Ακόμα, εμφανίζεται μια μεγαλύτερη ζήτηση στα νοσοκομεία των μεγάλων αστικών κέντρων, λόγω και της νέκρωσης της επαρχίας, αλλά και των σχετικά καλύτερων υποδομών και δυνατοτήτων που δίνονται στο νέο γιατρό για εξάσκηση.

-‰ Βασικός παράγοντας στη δημιουργία του προβλήματος με την ειδικότητα είναι οι λίγες θέσεις ειδικευομένων σε πανελλαδικό επίπεδο. Αίτια του προβλήματος είναι από τη μια η μη προκήρυξη των κενών θέσεων, αλλά και η συρρίκνωση του δημοσίου συστήματος υγείας. Για παράδειγμα πολλά νοσοκομεία, λόγω έλλειψης υποδομής και προσωπικού, υπολειτουργούν (π.χ. Θριάσειο) ή δεν έχουν ξεκινήσει ακόμα να λειτουργούν (π.χ. Νοσοκομείο Χαϊδαρίου). Το αποτέλεσμα είναι ο χρόνος αναμονής για την ειδικότητα να είναι μεγάλος για αρκετές ειδικότητες και οι ανειδίκευτοι γιατροί να αναμένουν άνεργοι μέχρι την έναρξη της ειδίκευσή τους με όλα τα κοινωνικά προβλήματα που συνεπάγεται αυτό το γεγονός. Στη διόγκωση αυτού του προβλήματος, αλλά και με σαφείς επιπτώσεις στην υγεία του ελληνικού λαού, συντελεί και η υποβάθμιση κοινωνικά απαραιτήτων ειδικοτήτων, όπως η ιατρική εργασίας, η κοινωνική ιατρική, η γενική ιατρική κ.ά. Πρόσφατη πρόταση οδηγίας της ΕΕ υποβαθμίζει την ειδικότητα της γενικής ιατρικής σε τίτλο εκπαίδευσης που θα παίρνουν οι γιατροί στο τέλος των γενικών σπουδών και μετά από μια δίχρονη θεωρητική, αλλά κυρίως πρακτική εμπειρία σε Κέντρα Υγείας και Νοσοκομεία. κ.α. Αυτή η κατάσταση συνεπάγεται και τη σχεδόν ανύπαρκτη παροχή περίθαλψης στους χώρους μάθησης, εργασίας, άθλησης κ.ά.

-‰ Η εκπαίδευση των ειδικευομένων δεν είναι ενιαία (τόσο στο πρόγραμμα όσο και στο επίπεδο και την ποιότητα) με σαφείς επιπτώσεις στο επίπεδό της. Στην ανομοιογένεια της εκπαίδευσης σημαντικό ρόλο παίζουν και ο εξοπλισμός και οι συνθήκες που επικρατούν στα δημόσια νοσοκομεία, όπου εκπαιδεύονται οι ειδικευόμενοι.

 

ΜΕΤΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Η οποιαδήποτε μετεκπαίδευση του ιατρικού δυναμικού επαφίεται στην ατομική ευθύνη του κάθε γιατρού ή γίνεται με τη δραστηριότητα των φαρμακευτικών εταιριών. Αυτό έχει σαφείς επιπτώσεις στο επίπεδο μετεκπαίδευσης, αλλά και αναδεικνύονται ζητήματα ελέγχου, κατεύθυνσης και χειραγώγησης των γιατρών, ανάλογα με τις προσδοκίες αυτών των εταιριών.

 

ΕΡΕΥΝΑ

Να σημειώσουμε ότι στη χώρα μας δεν υπάρχει κεντρικός σχεδιασμός πάνω στην έρευνα. Η έρευνα που πραγματοποιείται είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό δεσμευμένη στην εξυπηρέτηση συμφερόντων και υπαγορεύεται από ιδιωτικές φαρμακευτικές εταιρείες, από το ιδιωτικό κεφάλαιο που σκοπό έχει να εκμεταλλευτεί τα πορίσματα αυτών των ερευνών για ίδιον όφελος. Ετσι έχουμε παραδείγματα ερευνών, τα θέματα των οποίων υπαγορεύονται από αυτές τις φαρμακοβιομηχανίες και αφορούν σε κλινικές μελέτες φαρμάκων-προϊόντων τους. Ακόμα βάσιμη είναι η υποψία ότι υπάρχουν ερευνητικά προγράμματα τα οποία κατευθύνονται και χρηματοδοτούνται από το ΝΑΤΟ, γεγονός που φανερώνει και ποια θα είναι η χρήση των αποτελεσμάτων τους[5].

 

ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΗΝ ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ - ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΑ

Η φιλοσοφία των αλλαγών στην ιατρική εκπαίδευση μπορεί να περιγραφεί συνοπτικά ως εξής:

Η αναγκαιότητα για τη στενότερη σύνδεση και αποδοτικότερη συνεργασία των Πανεπιστημίων με τα μονοπωλιακά συμφέροντα, όπως αυτά δρομολογούνται από τις αναδιαρθρώσεις στην Υγεία, Ασφαλιστικό και Εργασιακές σχέσεις, και για την προώθηση ενός νέου καταμερισμού εργασίας προς όφελος αυτών των συμφερόντων συνεπάγεται αναπόφευκτα τη μείωση του επιστημονικά ολοκληρωμένου δυναμικού και την αντικατάστασή του από ένα μεγάλο αριθμό «ευέλικτου», ανεπαρκώς ειδικευμένου και φτηνού ιατρικού δυναμικού.

Πίσω από αυτή τη διαπίστωση μπορούμε να δούμε και να αξιολογήσουμε μια σειρά μέτρων που προτείνονται από το Υπουργείο Υγείας, αλλά και να ερμηνεύσουμε τη σκοπιμότητα του Υπουργείου Παιδείας, το οποίο με τη δράση του συνεχώς επιδεινώνει την κατάσταση στις Ιατρικές Σχολές και κατ’ επέκταση τις παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας στο λαό.

 

ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΥΠ. ΥΓΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΕΣ

Το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου πρέπει κανείς να το αξιολογήσει σε συνδυασμό με τη σειρά των προωθούμενων καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων σε τομείς στρατηγικής σημασίας και κοινωνικής πολιτικής, όπως είναι η συνολική ανατροπή του υπάρχοντος συστήματος υγείας, οι αλλαγές στα εργασιακά και το ασφαλιστικό με την εμπορευματοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών και η περαιτέρω διείσδυση των ιδιωτικών μονοπωλίων στο χώρο της Κοινωνικής Ασφάλισης (Υγεία- Πρόνοια - Σύνταξη). Από την άλλη, η συνεχής διόγκωση των προβλημάτων στο σύστημα παροχής ειδίκευσης στους απόφοιτους της ιατρικής οδήγησαν την Κυβέρνηση να επιλέξει μια «βίαιη» διέξοδο αποσυμπίεσης μιας κατάστασης που η ίδια έχει δημιουργήσει με τις επιλογές της. Δε μένει όμως και ανικανοποίητος ο σχεδιασμός της για την ύπαρξη ενός εργατικού ιατρικού δυναμικού με περιορισμένη γνώση και εύκολα χειραγωγούμενο, το οποίο θα είναι σε θέση με «μικρό κόστος» να υπηρετήσει τα σχέδια των μονοπωλίων.

Το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου:

- Αποσυνδέει την ειδίκευση από την πλειοψηφία των μελλοντικών γιατρών, μετατρέποντάς την σε αγαθό για ένα μικρό τμήμα του συνόλου των απόφοιτων απαξιώνοντας έτσι το πτυχίο ιατρικής, το οποίο πλέον δε θεωρείται επαρκές προσόν για να συνεχίσει κανείς στην ειδικότητα. Με τη θέσπιση εξετάσεων για τη λήψη ειδικότητας ουσιαστικά υποβαθμίζεται το σημερινό πτυχίο ιατρικής με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται η επαγγελματική ικανότητα των απόφοιτων ιατρικής. Δηλαδή ενισχύονται μηχανισμοί ταξικής επιλογής των μελλοντικών γιατρών μέσα από αλλεπάλληλα φίλτρα (εξετάσεις για τη λήψη πτυχίου, εξετάσεις για την έναρξη ειδικότητας, αξιολόγηση κατά τη διάρκεια της ειδικότητας, εξετάσεις για τη λήψη τίτλου ειδικότητας).

Δημιουργεί γιατρούς πολλών ταχυτήτων - υλοποιεί την πολυδιάσπαση του ιατρικού δυναμικού. Ως αποτέλεσμα των παραπάνω ταξικών φραγμών θα υπάρξει σημαντική μείωση του αριθμού των γιατρών, οι οποίοι θα έχουν λάβει μια ολοκληρωμένη εκπαίδευση και ειδίκευση. Η πλειοψηφία των ανειδίκευτων με τα περιορισμένα εργασιακά δικαιώματα θα αποτελούν ένα «ευέλικτο» εργατικό δυναμικό, προς τέρψιν των απαιτήσεων του κεφαλαίου. Ανοίγει ο δρόμος για την περαιτέρω εκμετάλλευση αυτού του εργατικού δυναμικού (εργασιακές σχέσεις), αλλά και για άμβλυνση όποιων αντιστάσεων διαθέτει με στόχο την ευκολότερη ενσωμάτωσή του στους νέους όρους εργασίας (εύκολα χειραγωγούμενο δυναμικό). Το Υπουργείο Υγείας σε μια προσπάθεια αιτιολόγησης των απαράδεκτων μέτρων που προωθεί αναπτύσσει ενός σημαντικού βαθμού παραπληροφόρηση σχετικά με την «υπερπληθώρα» γιατρών[6]. Βέβαια, σε ένα σύστημα υγειονομικής περίθαλψης στο οποίο το αγαθό της υγείας είναι μέσο κερδοφορίας των φορέων εμπορευματικής δραστηριότητας και στο οποίο δεν υπάρχει η κατεύθυνση για μια υψηλού επιπέδου δωρεάν παροχή υπηρεσιών υγείας για όλο το λαό, οι γιατροί που υπάρχουν περισσεύουν. Σε ένα σύστημα δημόσιας και δωρεάν περίθαλψης, υψηλού επιπέδου, προσαρμοσμένου στις λαϊκές ανάγκες το σημερινό ιατρικό δυναμικό δεν επαρκεί.

Στοχεύει στην επιπλέον εκμετάλλευση της εργασίας των γιατρών και μειώνει τις δαπάνες για τα νοσοκομεία, τα Κέντρα Υγείας ενισχύοντας τους φορείς επιχειρηματικής δραστηριότητας σε αυτά.

Παραδίνει στην άμεση επιρροή των ιδιωτικών φαρμακευτικών εταιριών και των ιδιωτών την εκπαίδευση των ειδικευομένων, ανοίγοντας το δρόμο για επιδράσεις στη διαμόρφωση του προγράμματος εκπαίδευσης σύμφωνα με το δικό τους συμφέρον. Με τον τρόπο αυτό η εκπαίδευση και η μετεκπαίδευση των γιατρών θα προσαρμοστούν βαθύτερα στους μηχανισμούς κερδοφορίας αυτών των εταιρειών.

Ο περιορισμός των ειδικευμένων γιατρών θα έχει άμεση επίδραση στο επίπεδο της παρεχομένης δωρεάν πρόληψης και περίθαλψης στο λαό. Οι σύγχρονες λαϊκές ανάγκες απαιτούν ένα ιατρικό δυναμικό με ολοκληρωμένη εκπαίδευση, εμβάθυνση στην ιατρική επιστήμη μέσω της ειδίκευσης. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από την αλλαγή των προγραμμάτων σπουδών του συστήματος ειδίκευσης και μετεκπαίδευσης των γιατρών. Μια αλλαγή που θα τους κάνει ικανούς για να υπηρετήσουν υψηλού επιπέδου δημόσιες και δωρεάν παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας.

‰- Αναφέρεται στις αλλαγές στη διαδικασία αναγνώρισης πτυχίων της αλλοδαπής μέσω του ΔΙΚΑΤΣΑ. Με υποκριτικό τρόπο αυξάνουν τα μαθήματα εξέτασης για την αναγνώριση των πτυχίων, αποφεύγοντας να λύσουν το πρόβλημα στην ουσία του. Η κυβερνητική πολιτική φέρει τεράστια ευθύνη για τα προβλήματα που υπάρχουν σχετικά με τη διαδικασία αναγνώρισης πτυχίων από το εξωτερικό. Συντηρείται μια κατάσταση ομηρίας και διακρίσεων πτυχιούχων από το εξωτερικό (οι «καλοί» από την ΕΕ που δε δίνουν εξετάσεις, οι «κακοί» από τα άλλα πανεπιστήμια που δίνουν) μια κατάσταση που δε στηρίζεται σε πραγματικά αντικειμενικά κριτήρια (υπάρχουν Πανεπιστήμια που παρέχουν ανεπαρκή εκπαίδευση και μέσα στην ΕΕ καθώς τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι η εμπορευματοποίηση της Ανώτατης Εκπαίδευσης έχει υποβαθμίσει τραγικά το επίπεδο σπουδών). Μοναδική διέξοδο σε αυτό το αδιέξοδο αποτελεί η ανασύσταση από το ΔΙΚΑΤΣΑ μια λίστας Πανεπιστημίων που αντικειμενικά πληρούν τα κριτήρια ενός αξιόλογου επιπέδου σπουδών και άρα θα αναγνωρίζονται τα πτυχία που χορηγούν. Μόνο έτσι μπορεί να μπει τέλος στην ταλαιπωρία των φοιτητών, αλλά και να περιοριστούν πιθανότητες «υπόπτων συναλλαγών» για την αναγνώριση πτυχίων.

Η μοναδική στάση που μπορεί να υπάρξει, από τη σκοπιά υπεράσπισης των λαϊκών αναγκών για υψηλού επιπέδου υπηρεσίες Υγείας, απέναντι σε αυτό το νομοσχέδιο είναι η συνολική απόρριψή του. Το ΚΚΕ δε στέκεται μόνο στην απόρριψη, αλλά έχει να αντιπροτείνει θέσεις για μια ιατρική εκπαίδευση που θα εξυπηρετεί τις λαϊκές ανάγκες, ενταγμένη σε ένα σύγχρονο δημόσιο και δωρεάν σύστημα υγείας με τα χαρακτηριστικά που έχουμε καθορίσει.

 

ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΜΠΟΛΟΝΙΑ - ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΠΡΑΓΑΣ

Οι εξελίξεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στη χώρα μας αποτελούν προσπάθειες εξειδίκευσης και υλοποίησης αυτών που ορίστηκαν από τη Διακήρυξη της Μπολόνια. Να σημειώσουμε ότι η ίδια η Διακήρυξη μόνο επιφανειακά φαίνεται να εξαιρεί τις εξάχρονες ιατρικές σπουδές. Ομως η ουσία και το περιεχόμενό της υπηρετούνται πλήρως από τα νομοσχέδια για τις εξετάσεις για την έναρξη ειδικότητας που προωθεί η κυβέρνηση.

Είναι γνωστές οι διατάξεις της Διακήρυξης που προτείνουν τη διάσπαση των ανώτατων σπουδών σε δύο κύκλους (προπτυχιακά και μεταπτυχιακά). Στοχεύουν στην αποσύνδεση της εμβάθυνσης της επιστήμης από τις βασικές γνώσεις δημιουργώντας αποφοίτους διαφόρων ταχυτήτων, οι οποίοι θα έχουν περιορισμένα επαγγελματικά δικαιώματα. Εξειδίκευση αυτής της κατεύθυνσης στην ιατρική εκπαίδευση αποτελεί το σχέδιο νόμου για την εισαγωγή εξετάσεων για την έναρξη ειδικότητας.

Να σημειώσουμε ότι οι ιατρικές σχολές δεν εξαιρούνται από τις εξαγγελίες της Διακήρυξης στο ζήτημα της προώθησης μιας μεγαλύτερης παρέμβασης του ιδιωτικού κεφαλαίου στο επίπεδο των προπτυχιακών σπουδών, στη διαμόρφωση του Προγράμματος Σπουδών και στην εκμετάλλευση της υποδομής και του επιστημονικού δυναμικού του Πανεπιστημίου. Χαρακτηριστικά παραδείγματα στην ιατρική εκπαίδευση είναι οι φαρμακευτικές εταιρίες και η ολοένα και μεγαλύτερη παρέμβαση τους στα μεταπτυχιακά ερευνητικά προγράμματα και στα συνέδρια της ιατρικής.

 

ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ

Από τις κοινοτικές οδηγίες για την ισοτιμία των πτυχίων της ιατρικής στα κράτη μέλη της ΕΕ (όπως η οδηγία 93/16 και οι επόμενες) καθορίζεται ότι για να αναγνωρίζεται ένα πτυχίο ιατρικής θα πρέπει να έχουν γίνει 6 χρόνια σπουδών ή, και 5.500 ώρες διδασκαλίας σε πανεπιστήμιο ή σε ίδρυμα υπό την εποπτεία πανεπιστημίου.

Αυτή η οδηγία δεν υπεισέρχεται στο επίπεδο και το περιεχόμενο των σπουδών, αλλά με λογιστικό και αποσπασματικό τρόπο αντιμετωπίζει αυτό το κρίσιμο ζήτημα. Αποτέλεσμα αυτής της οδηγίας ήταν να ξεκινήσουν διαδικασίες αλλαγής προγράμματος σπουδών (όπως στην ιατρική Θεσσαλονίκης το 1998 και πρόσφατα στην Αλεξανδρούπολη το 2002), όπου απλά προστέθηκαν κάποια μαθήματα και αυξήθηκαν οι ώρες διδασκαλίας χωρίς να συζητηθεί καθόλου η ουσία του προγράμματος σπουδών.

 

Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΚΑΙ ΦΟΙΤΗΤΙΚΩΝ ΠΑΡΑΤΑΞΕΩΝ

Η κυβέρνηση φοβούμενη ότι τα σχέδιά της στους τομείς της υγείας, παιδείας, κλπ, σχέδια τα οποία υπηρετούν τις επιδιώξεις και τις προσδοκίες του μεγάλου κεφαλαίου, θα βρουν την αντίδραση των εργαζομένων στο χώρο της υγείας, του λαού και των φοιτητών, κατακερμάτισε το «σχέδιο μεταρρύθμισης» σε επιμέρους νομοσχέδια. Στόχος της ήταν και ο κατακερματισμός των αντιδράσεων από όλους τους θιγόμενους (εργαζόμενους, φοιτητές, λαός).

Στο χώρο των πανεπιστημίων η φοιτητική παράταξη (ΠΑΣΠ), υπερασπιστής της κυβερνητικής πολιτικής, επιχειρεί να παίξει το ρόλο του αναχώματος στις αντιδράσεις των φοιτητών. Ετσι εξηγείται το γεγονός ότι η ΠΑΣΠ, ενώ αλλού έβγαινε (Ιατρική Αθήνας και Θεσσαλονίκη) «αγωνιστική», αλλού συμπορευόταν με τη ΔΑΠ. Βασικά επιδίωξε να αποπροσανατολίσει στρέφοντας την αντίδραση των φοιτητών ενάντια στους φοιτητές του ΔΙΚΑΤΣΑ, ενώ δεν απέρριπτε πάντοτε την ύπαρξη εξετάσεων για την ειδικότητα. Επιπλέον σε περιπτώσεις αντιδραστικών αλλαγών στα προγράμματα σπουδών είναι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συναινετική. Τηρεί δε «σιγή ιχθύος» σχετικά με τις ανατροπές στο σύστημα υγείας και την εξ αυτών επίθεση στο δικαίωμα του ελληνικού λαού για δημόσιο και δωρεάν σύστημα υγείας. Την ίδια στάση κρατάει και για τις «μεταρρυθμίσεις» στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με τα νομοσχέδια για τα μεταπτυχιακά, την έρευνα, το νόμο της ανωτατοποίησης κ.ά.

Η στάση των υπολοίπων πολιτικών δυνάμεων με τη μια ή την άλλη μεθόδευση είναι επικουρική της κυβέρνησης. Η ΝΔ συμφωνώντας με την ουσία των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων κάνει κριτική στην κυβέρνηση για ανεπάρκεια να τις προωθήσει. Η ΝΔ (και μέσω του εκπροσώπου της στα πανεπιστήμια, ΔΑΠ) στηρίζει τις αντιλαϊκές ρυθμίσεις στα ζητήματα της ιατρικής εκπαίδευσης, την ευθυγράμμιση της ελληνικής ιατρικής εκπαίδευσης με τις κατευθύνσεις της ΕΕ και άρα τις αλλαγές στα προγράμματα σπουδών που γίνονται υπό αυτό το πρίσμα. Αναδεικνύει σχεδόν φανερά ως διέξοδο την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων. Απέναντι στις μαζικές διαδικασίες των φοιτητικών συλλόγων και τις κινητοποιήσεις των φοιτητών λειτουργεί καταλυτικά αναστέλλοντας και επιβραδύνοντας αυτές (αυτό δεν αντίκειται στο γεγονός ότι συχνά και στα πλαίσια των παραταξιακών συμφερόντων της ΔΑΠ, κρατάει ίσως και ουδέτερη στάση παροδικά). Τοποθετείται ξεκάθαρα υπέρ των εξετάσεων για την ειδικότητα, αρκεί όπως λένε να γίνονται με αδιάβλητο τρόπο. Στηρίζει δε αυτή την άποψή της, στην ύπαρξη πληθώρας γιατρών, στο μεγάλο αριθμό των μετεγγραφόμενων φοιτητών και των αναγνωρίσεων του ΔΙΚΑΤΣΑ. Τόσο η ΔΑΠ, όσο και η ΠΑΣΠ έχουν ξεκάθαρη θέση υπέρ της ενίσχυσης της παρέμβασης των ιδιωτών στην εκπαιδευτική και μετεκπαιδευτική διαδικασία, αλλά και υπέρ του περιορισμού των ειδικευομένων γιατρών (λόγω υπερπληθώρας).

Ο ΣΥΝ εν τω μέσω διαφόρων δήθεν φιλολαϊκών κορωνών και διαχειριστικών προτάσεων (βλ. απογευματινά ιατρεία, θέσπιση κανόνων για τη λειτουργία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, για να παταχθούν φαινόμενα σήψης, διαφθοράς και «παραοικονομίας») δε φαίνεται να αρθρώνει μια επί της ουσίας διαφωνία με το περιεχόμενο των αλλαγών που προωθούνται στο χώρο της Υγείας. Οσο αφορά στο ζήτημα των εξετάσεων για την έναρξη ειδικότητας ο ΣΥΝ έχει τοποθετηθεί θετικά. Η απουσία όμως φοιτητικής παράταξης υποστηριζόμενης από αυτή την πολιτική δύναμη δε μας επιτρέπει να έχουμε μια περισσότερο ολοκληρωμένη εικόνα για τις θέσεις του ΣΥΝ στο ζήτημα της ιατρικής εκπαίδευσης.

Τα ΕΑΑΚ και οι άλλες αριστερίστικες πολιτικές δυνάμεις στο χώρο των φοιτητών εμφανίστηκαν «υπέρ- αγωνιστικές» για το ζήτημα των ειδικοτήτων όμως το πολιτικό πλαίσιό τους κινούνταν σε συντεχνιακή λογική και υποσκέλιζε το βασικό αίτημα για τη συνολική απόσυρση «του σχεδίου μεταρρύθμισης» στο σύστημα υγείας. Σαμποτάριζαν πρωτοβουλίες για τη σύνδεση του φοιτητικού κινήματος με αυτό των εργαζομένων και των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων. Η μορφή δράσης που χρησιμοποιούσαν (υπηρετώντας πλήρως την κυβερνητική πολιτική) ήταν η κατάληψη διαρκείας. Ετσι ταύτιζαν την έννοια του αγώνα με την μορφή του. Συνέβαλαν, ώστε οι μαζικές αντιδράσεις των φοιτητών να κορυφωθούν σε ένα δίμηνο και να εξαφανιστούν το επόμενο διάστημα. Στα πλαίσια αυτά, οι κυβερνητικές αλλαγές στο σύστημα υγείας τύχαιναν κριτικής που όμως έμπαινε σε δεύτερη μοίρα μπροστά στα «συμφέροντα των φοιτητών». Οι θέσεις τους για την ανώτατη εκπαίδευση -ελεύθερη πρόσβαση στα ΑΕΙ, ειδίκευση εκτός πτυχίου, ενώ στην ιατρική για παραταξιακά συμφέροντα είναι υπέρ της ειδικότητας για όλους, χωρίς όμως να ξεκαθαρίζουν ακριβώς τη θέση τους- αποκαλύπτουν τον υποκριτικό και επικίνδυνο για το φοιτητικό κίνημα ρόλο τους.

Τα λαϊκά στρώματα και ιδιαίτερα οι εργαζόμενοι στο χώρο της υγείας και οι φοιτητές πρέπει να κατανοήσουν τη βαθιά αντιδραστικότητα των μέτρων της κυβέρνησης και τις προεκτάσεις αυτής της πολιτικής στον τρόπο που θα παράγεται το μελλοντικό ιατρικό δυναμικό, την ποιότητα της εκπαίδευσης του, κατά πόσο θα διαπαιδαγωγείται για την πραγματική κοινωνική αποστολή του και κατ’ επέκταση και την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών υγείας για το λαό. Η αναβάθμιση των προπτυχιακών σπουδών στην ιατρική, η μη θέσπιση εξετάσεων για την ειδικότητα αλλά η βελτίωση του τρόπου λήψης ειδικότητας δεν είναι ένα συντεχνιακό ζήτημα των γιατρών και των φοιτητών μόνο. Είναι κομβικό ζήτημα που άπτεται της σωστής στελέχωσης ενός δημοσίου και δωρεάν συστήματος υγείας με υψηλής ποιότητας υπηρεσίες για όλο το λαό.



Η Κατερίνα Παπαγιάννη είναι συνεργάτης του Τμήματος Υγείας της ΚΕ του ΚΚΕ.

[1] Ακόμα και ο μέχρι τώρα ορισμός της ΠΟΥ για την υγεία (ο οποίος διαμορφώθηκε και κάτω από την πίεση του κινήματος και τα αδιαμφισβήτητα επιτεύγματα των σοσιαλιστικών χωρών) είναι «κενό γράμμα» για την ουσία και το περιεχόμενο της ιατρικής εκπαίδευσης.

[2] Για παράδειγμα έχουν ακουστεί απόψεις από καθηγήτρια στο μάθημα «Προληπτική Ιατρική» ότι «μοναδική επιλογή του ασθενή για σωστή περίθαλψη είναι τα ιδιωτικά νοσοκομεία και ότι τα δημόσια νοσοκομεία δεν μπορούν να κάνουν και πολλά».

[3] Σε ορισμένες περιπτώσεις η έλλειψη του εργαστηριακού εξοπλισμού έχει οδηγήσει στο να ανασυρθούν από τα υπόγεια π.χ. μικροσκόπια που μπορεί και να χρονολογούνται στο 1950 (ΠΑΘ. ΑΝ. Ιατρικής Αθήνας).

[4] Για παράδειγμα, περικοπή ατλάντων Ανατομίας με αποτέλεσμα οι γνώσεις σε αυτά τα μαθήματα να παρέχονται από βιβλία χωρίς εικόνες.

[5] Από στοιχεία που υπάρχουν από την Ιατρική Σχολή της Θεσσαλονίκης, 750 εκ. δρχ. απορροφήθηκαν από το ΕΠΕΑΕΚ 1 για δύο μεταπτυχιακά προγράμματα: Ιατρική Ερευνητική Τεχνολογία (ΜΤΠ ειδίκευσης) και Ιατρική Πληροφορική. Τα δύο αυτά μεταπτυχιακά προγράμματα αναπτύσσονται σε δύο καίριους τομείς για τον ιδιωτικό τομέα υγείας.

[6] Πόσο ανεδαφική είναι η επιχειρηματολογία του Υπουργείου Υγείας σχετικά με τον πληθωρισμό των γιατρών αποδεικνύεται από: 1) Υπολογίζεται ότι υπάρχουν 2.500 κενές θέσεις εργασίας στο ΕΣΥ και μέχρι 15.000 κενές θέσεις στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας. 2) Πολλές περιοχές της χώρας δε διαθέτουν τις απαραίτητες υποδομές υγείας ή νοσοκομεία υπολειτουργούν λόγω έλλειψης ιατρικού προσωπικού, 3) Ολόκληρες ομάδες πληθυσμού (οικονομικοί μετανάστες κ.ά.) αποκλείονται από οποιαδήποτε φροντίδα υγείας. 4) Δημόσιες υπηρεσίες που ασκούν προληπτική ιατρική είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Το ίδιο ισχύει και για τις υπηρεσίες υγιεινής και ασφάλειας σε χώρους δουλιάς.