ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΕΣΣΔ (ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ’20 - ’30)

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’20 ως τα τέλη της δεκαετίας του ’30 διεξαγόταν συζήτηση για την πολιτική οικονομία, στην οποία επικεντρώθηκε η προσοχή σημαντικών επιστημονικών κύκλων, στη χώρα και στο κόμμα.

Ποια ήταν η έννοια της διεξαγόμενης συζήτησης, ποια η ουσία εκείνων των διαφωνιών, οι οποίες απέκτησαν αρκετά οξυμένο χαρακτήρα; Αναμφίβολα οι συζητήσεις στην πολιτική οικονομία μπορούν να εξεταστούν σαν μια ιδιόρρυθμη λογική ανάπτυξη της μακράς διαμάχης μεταξύ των φορέων της μηχανιστικής αντίληψης και των διαλεκτικών, που διεξαγόταν στη φιλοσοφία, σαν πάλη των οικονομολόγων-διαλεκτικών ενάντια στις μηχανιστικές τάσεις στην πολιτική οικονομία. Η συζήτηση που ξεδιπλώθηκε στην πολιτική οικονομία περιλαμβάνει τόσο μεγάλο κύκλο ζητημάτων, που καθιστά αρκετά δύσκολη την άθροιση όλων των διαφωνιών, οι οποίες προκάλεσαν τη συζήτηση αλλά και εμφανίζονταν στην πορεία της (σ.μ.: συζήτησης). Η διαμάχη διεξαγόταν πρώτ’ απ’ όλα στα πλέον θεμελιώδη μεθοδολογικά προβλήματα της πολιτικής οικονομίας. Αυτό έχει να κάνει και με την αναγκαιότητα υπεράσπισης της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας και μεθοδολογίας από τις διαστρεβλώσεις και τις επιθέσεις από την πλευρά της αστικής πολιτικής οικονομίας και, ούτε λίγο ούτε πολύ, από την αναγκαιότητα αφομοίωσης της δημιουργικής χρήσης και ανάπτυξης της μαρξιστικής-λενινιστικής ιδεολογικής κληρονομιάς στις νέες ιστορικές συνθήκες μετά τη Μεγάλη Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση, στις ιδιαίτερες συνθήκες της ταξικής πάλης στη δικτατορία του προλεταριάτου.

Η βαθύτερη έννοια της θεωρητικής πάλης γίνεται ξεκάθαρη και ολοφάνερη μόνο υπό το φως των πρακτικών καθηκόντων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Τέτια, από πρώτη ματιά, καθαρά αφαιρετικά προβλήματα, όπως ποιότητα και ποσότητα, μορφή και περιεχόμενο, νόμος της ενότητας και της πάλης των αντιθέτων κ.ά. απέκτησαν στη συγκεκριμένη περίοδο εξαιρετικό πολιτικό και επίκαιρο ενδιαφέρον. Για ποια οικοδόμηση του σοσιαλισμού μπορεί να μιλήσει ο φορέας της μηχανιστικής αντίληψης εάν γι’ αυτό κάθε ποιότητα είναι μόνο ποσοτική επανομαδοποίηση παλαιών στοιχείων, όταν ταυτίζει κάθε άνοδο της υλικής παραγωγής ταυτίζει με την άνοδο του σοσιαλισμού, ανεξάρτητα από το σε ποια ποιοτικά κοινωνικο-ταξική μορφή ξεδιπλώνεται η παραγωγή. Η σωστή τοποθέτηση και λύση των μεθοδολογικών προβλημάτων έπαιζε σημαντικό ρόλο στην υπόθεση ξεπεράσματος των δεξιών και αριστερίστικων παρεκκλίσεων στην κατανόηση της οικονομικής ανάπτυξης, των αντιφάσεων, των νομοτελειών και των προοπτικών στην ΕΣΣΔ. Εγινε αποδεκτό να θεωρείται ως επίσημο τέλος του «Μπογκντανοφισμού», της μηχανιστικής αντίληψης στη θεωρητική οικονομία, η συζήτηση στην Κομμουνιστική Ακαδημία που πραγματοποιήθηκε το 1925 για το ζήτημα του αντικειμένου και της μεθόδου της πολιτικής οικονομίας. Ομως η πάλη με αυτήν την τάση στην πραγματικότητα όχι μόνο δεν τέλειωσε αλλά πήρε ακόμα πιο οξυμένες μορφές στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’20, στις αρχές της δεκαετίας του ’30 όταν στις συνθήκες της διευρυμένης επίθεσης του σοσιαλισμού σε όλα τα μέτωπα εμφανίστηκε η οξυμένη αντίσταση των τάξεων και των δυνάμεων που επιβίωναν, κάτι το οποίο δεν μπορούσε να μην βρει την έκφραση του σε μια τέτια μορφή της ταξικής πάλης όπως είναι η θεωρητική πάλη.

Η διεξαγόμενη συζήτηση περιλάμβανε τέτιο κύκλο προβλημάτων, όπως:

- για την ουσία της μεταβατικής περιόδου, της ΝΕΠ, του κρατικού καπιταλισμού

- για τους ρυθμιστές της λαϊκής οικονομίας

- για το χαρακτήρα της εργασίας

- για τη σοσιαλιστική ιδιοκτησία

- για το αντικείμενο και τη μέθοδο, τα ιστορικά σύνορα της πολιτικής οικονομίας σαν επιστήμης

- για τους ρυθμούς και τις πηγές της οικονομικής ανόδου

- για τις αναλογίες της λαϊκής οικονομίας

- για την αποδοχή των εμπορευματο-χρηματικών σχέσεων στο σοσιαλισμό, για τη σχέση σχεδίου και αγοράς κ.ά.

Ολα αυτά τα προβλήματα απαιτούσαν την τοποθέτηση και τη λύση πρώτ’ απ’ όλα του ζητήματος για το αντικείμενο και τη μέθοδο της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού, για το κατά πόσο είναι νόμιμη η ύπαρξη τέτιας επιστήμης.

Πρώτον όρο για την έρευνα της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού αποτελεί ο ορισμός του αντικειμένου της και το ξεκαθάρισμα του επιπέδου ανάπτυξης αυτού του αντικειμένου - οι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής και η αλληλεπίδρασή τους με τις παραγωγικές δυνάμεις. Η δυσκολία αυτή έχει σχέση με το ότι ο σοσιαλισμός αντιπροσωπεύει έναν ανώριμο οργανισμό και το πρώιμο, ανώριμο επίπεδο ανάπτυξης της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Η ίδια η εσωτερική δομή του σοσιαλισμού έχει ανάμικτο και αντιφατικό χαρακτήρα: Αυτή από τη μια πλευρά εμπεριέχει φύτρα της νέας κοινωνίας και επομένως την τάση μεταμόρφωσης των παλιών σχέσεων παραγωγής και τη μετάβαση σε νέου τύπου κοινωνική ανάπτυξη (στην κομμουνιστική). Από την άλλη πλευρά, στην εσωτερική δομή του σοσιαλισμού εμπεριέχονται σχέσεις κληρονομημένες από προηγούμενα στάδια της κοινωνικής ανάπτυξης (κατά πρώτο λόγο από τον καπιταλισμό) και επομένως διατηρείται η δυνατότητα επιστροφής στην παλιά κοινωνία. Η σοσιαλιστική κοινωνία αναπτύσσεται σε ανοδική γραμμή όταν τον ηγετικό, κυρίαρχο ρόλο παίζει η πρώτη τάση. Η μετατροπή της δεύτερης τάσης σε κυρίαρχη οδηγεί στην κατεδάφιση της ουσίας της νέας κοινωνίας και στην παλινδρόμηση της παλαιάς, των πεπερασμένων ιστορικά κοινωνικών μορφών. Οσο χαμηλότερο είναι το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων τόσο περισσότερη είναι η πιθανότητα της κυριαρχίας της δεύτερης τάσης και αντιστρόφως. Η οριστική εξάλειψη της δεύτερης τάσης προϋποθέτει τη δημιουργία της υλικοτεχνικής βάσης, που αντιστοιχεί στις νέες σχέσεις παραγωγής, δηλαδή στην ουσία τη μετάβαση από το σοσιαλισμό στον κομμουνισμό.

Σύμφωνα με τη μαρξιστική μεθοδολογία, το αντικείμενο ορίζει και τη μέθοδο διερεύνησής του. Σε σχέση με αυτό πρέπει να διαπιστώσουμε ότι η μέθοδος της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού διαφέρει από τη μέθοδο που χρησιμοποίησε ο Κ. Μαρξ για τη διερεύνηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ο Κ. Μαρξ εξετάζει τον καπιταλιστικό σχηματισμό, που αναπτύσσεται στη δική του βάση, γι’ αυτό στο «Κεφάλαιο» κυριαρχεί ο λογικός τρόπος αντανάκλασης (απεικόνισης) των κατηγοριών, δηλαδή η ανάλυσή τους σε αυτή την ακολουθία η οποία ορίζεται ήδη από το αναπτυγμένο ώριμο αντικείμενο. Η διερεύνηση του ώριμου αντικειμένου δίνει τη δυνατότητα κατανόησης του πρώιμου αντικειμένου, την αποκάλυψη της διαδικασίας εγκαθίδρυσής του. «Η ανατομία του ανθρώπου -έγραφε ο Κ. Μαρξ- είναι το κλειδί για την ανατομία του πιθήκου». Σύμφωνα με τον Κ. Μαρξ, τα προηγούμενα επίπεδα ανάπτυξης του αντικειμένου δεν οδηγούν στην προετοιμασία του ώριμου αντικειμένου, αλλά το καθένα από αυτά διατηρεί την αυτοτέλειά του. Αυτό σημαίνει ότι η έρευνα εγκαθίδρυσης του αντικειμένου αντιπροσωπεύει ειδικό καθήκον, για την επίλυση του οποίου απαιτείται η χρήση της ιστορικής μεθόδου.

Η υποδειχθείσα ιδιαιτερότητα της μαρξιστικής μεθόδου έχει μεγάλη σημασία για την έρευνα της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού. Η ανωριμότητα του αντικειμένου της έρευνας γεννά την αναγκαιότητα χρησιμοποίησης κατ’ εξοχήν της ιστορικής μεθόδου για τη μελέτη του. Πρέπει να σημειώσουμε ότι η ιστορική μέθοδος έρευνας του αντικειμένου όταν η ουσία ακόμα δεν έχει διαμορφωθεί σε αρκετό βαθμό, δε συμπίπτει με την ιστορική μέθοδο έρευνας, η οποία στηρίζεται στη γνώση του ώριμου αντικειμένου. Η αντίληψη για τη δομή του αντικειμένου (και την ιστορία του), όταν ακόμα αυτή βρίσκεται στη διαδικασία εγκαθίδρυσης έχει μόνο προκαταρκτικό (σ.μ.: πρωτόλειο) χαρακτήρα.

Παρά την πανθομολογούμενη σπουδαιότητα των γενικών μεθοδολογικών προβλημάτων της πολιτικής οικονομίας είναι αναγκαίο να ενθυμούμαστε την επίλυση των κυρίαρχων ζητημάτων που επέβαλε η ζωή. Σε πείσμα αυτών των απαιτήσεων η πολυετής συζήτηση για τα προβλήματα του αντικειμένου και της μεθόδου της πολιτικής οικονομίας εμφάνισε την τάση να περιοριστεί στα πλαίσια της αφηρημένης θεωρίας και της γενικής μεθοδολογίας, χωρίς να υπεισέρχεται σε βάθος στα άκρως σύνθετα ζητήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης εκείνου του καιρού. Βεβαίως, αυτή η συζήτηση επέτρεψε να εμβαθύνουμε στην τοποθέτηση και στην κατανόηση μιας σειράς σπουδαίων ζητημάτων και να αποκαλυφτεί η μηχανιστική και ιδεαλιστική τάση στην πολιτική οικονομία. Απέσπασε (σ.μ.: η συζήτηση) μεγάλο αριθμό κομματικών δυνάμεων από τα ζωτικά προβλήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Η οξεία πάλη των ταξικών συμφερόντων κάνει τη θεωρητική έρευνα ιδιαίτερα δύσκολη και πολιτικά υπεύθυνη. Μαζί με αυτά, σε ορισμένο αριθμό οικονομολόγων παρατηρείται μια ευθέως περιφρονητική στάση προς τα προβλήματα της σοβιετικής οικονομίας σαν προς (σ.μ.: προβλήματα) «χαμηλού» εμπειρισμού, σαν ζητήματα στενού πρακτικισμού. Δεν είχαν στο οπτικό τους πεδίο ότι ακριβώς εδώ ανοίγεται ευρύ πεδίο για τη δημιουργία στον τομέα της θεωρίας.

Μόνο στη βάση εργασιών στον κύκλο των επίκαιρων προβλημάτων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης μπορεί να εμπλουτιστεί και να αναπτυχθεί παραπέρα η μέθοδος του διαλεκτικού υλισμού και η απόσπαση από την πραγματικότητα, τη ζωντανή πρακτική, μετατρέπει τους συλλογισμούς για τη μέθοδο σε κούφια λόγια, γίνεται άκαρπη, οδηγεί στη κατάπτωση και το σχολαστικισμό. Αυτή η μέθοδος παύει να αποτελεί έκφραση της πραγματικότητας, των αντικειμενικών νομοτελειών της ανάπτυξης. Στις σύνθετες συνθήκες της νεογέννητης κοινωνίας τα λάθη στη μέθοδο γρήγορα μετατρέπονται σε εσφαλμένες οδηγίες, που οδηγούν σε παντός είδους οπορτουνιστικές διαστρεβλώσεις της πολιτικής γραμμής του κόμματος. Αποφασιστικά παλεύοντας με την αναθεώρηση της μαρξιστικο-λενινιστικής διδαχής, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι στην εποχή της δικτατορίας του προλεταριάτου οι επιθέσεις ενάντια στο μαρξισμό ενδύονται τη μορφή της «νέας κατανόησης» στην ερμηνεία του μαρξισμού. Ο ανοικτός αναθεωρητισμός και οι συνενωμένοι στην αστική επιστήμη με το στυλ του Μπερνστάιν και Σία είναι ανεπιτυχείς, η κυριαρχία του μαρξισμού στις κοινωνικές επιστήμες αναγκάζει τους αναθεωρητές να στολιστούν με τα ρούχα των ορθοδόξων. Η αστική και μικροαστική, ιδιαίτερα η σοσιαλδημοκρατική ιδεολογία, εμφανίστηκε σε εμάς και εισχώρησε από τη Δύση με το περίβλημα των «μαρξιστικών» φράσεων. Είναι απαραίτητο να μη μας διαφεύγει ότι χωρίς αδιάλλακτη πάλη με τις αστικές θεωρίες στη βάση της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας -τόνιζε ο Ι. Β. Στάλιν- είναι αδύνατο να επιτύχουμε πλήρη νίκη ενάντια στους ταξικούς μας εχθρούς. Η αφανιζόμενη τάξη, τα καπιταλιστικά στοιχεία μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση στη χώρα μας αντιστάθηκαν παντοιοτρόπως, πολιτικά, οικονομικά, ιδεολογικά.

Στον τομέα της οικονομικής θεωρίας αυτό εκφραζόταν συγκεκριμένα στο ότι οι νεο-λαϊκές, αστικές, μενσεβίκικες αντιλήψεις για τους νόμους της οικονομικής ανάπτυξης σε συγκαλυμμένη μορφή, μεταμφιεσμένες με μαρξιστική φρασεολογία, μεταφέρονται στις συνθήκες της οικονομίας της μεταβατικής περιόδου και τίθενται σαν τεκμηρίωση ορισμένων προγραμμάτων πρακτικών μέτρων (όπως για παράδειγμα των Κοντράτιεφ, Γκρόμαν, Μπαζάροφ και άλλων), γίνονται το ιδεολογικό προκάλυμμα των καπιταλιστικών στοιχείων.

Στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αρχές του 20ού αιώνα η αστική επιστήμη, επιτεθέμενη στο μαρξισμό, εμφάνιζε τη μέθοδο του Μαρξ σαν επαμφοτερίζουσα - συνένωση τάχα της «φυσιοκρατικής» και της «κοινωνιολογικής» τάσης. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της αστικής κριτικής αποτελεί η ταύτιση του υλικού με το εμπράγματο, του κοινωνικού με το ιδεατό (Στρούβε, Πέτρι, Φιν-Ενοταγιέφσκι). Σε αυτή τη βάση αντιλαμβάνονταν την κοινωνική ζωή σαν βασίλειο της ελεύθερης βούλησης και της τελολογίας. Η μη κατανόηση του διαλεκτικού υλισμού συνδεόταν με την υποτίμηση ή την άρνηση του ρόλου της επαναστατικής θεωρίας σαν καθοδήγηση για την πράξη για την εργατική τάξη.

Σε αυτή τη βάση φυτρώνουν διττής φύσης αναθεωρητικές τάσεις: άλλοι από αυτούς ακολούθησαν τη γραμμή της μετατροπής του μαρξισμού σε φυσιοκρατικό σύστημα, άλλοι μετατρέπουν τη διδασκαλία του Μαρξ σε άκακο κοινωνιολογικό παιχνίδι εννοιών. Και τα δυο είδη διαστρέβλωσης του διαλεκτικού υλισμού μπλέχτηκαν σε κάποια σημεία, εκπροσωπήθηκαν και στην πολιτική οικονομία. Οι ρίζες τους βρίσκονται στο φιλοσοφικό αγνωστικισμό (από τους Χιουμ, Καντ) και στην κοινωνιολογική μετατροπή της μεθόδου του Μαρξ, η οποία είχε αρχίσει προ πολλού από την αυστρο-μαρξιστική σχολή, Γκίλφερντινγκ και άλλοι. Η φυσιολογική (άλλη ονομασία - μηχανιστική) κατεύθυνση στην πολιτική οικονομία εκπροσωπήθηκε στην ΕΣΣΔ από τις απόψεις του Α. Α. Μπογκντάνοφ. Μια από τις βάσεις της Μπογκντανοφικής πολιτικής οικονομίας αποτελούσε η μηχανιστική αναγωγή των κοινωνικών νόμων στους νόμους της φύσης. Προσπαθούσε να εξάγει τις κοινωνικές αντιφάσεις και την πάλη των τάξεων από τη διατάραξη των ισορροπιών μεταξύ κοινωνίας και περιβάλλοντος («ενεργητική ισορροπία» του Μπογκντάνοφ). Εγινε αποδεκτή εξ ολοκλήρου από τον Μπουχάριν στη θεωρία του για τον ιστορικό υλισμό και έτσι η θεωρία της «ενεργητικής ισορροπίας» διαδόθηκε στην πολιτική οικονομία.

Ευθεία συνέχεια αυτής της μηχανιστικής αντίληψης αποτελεί η αντικατάσταση των νόμων δεδομένου κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού με γενικούς υπεράνω της ιστορικότητας νόμους. Η θεωρία της υπεριστορικότητας των οικονομικών κατηγοριών, εν μέρει η διάδοση της κατηγορίας της αφηρημένης εργασίας σε όλους του κοινωνικο-οικονομικούς σχηματισμούς, βρισκόταν στη βάση του «νόμου των εργασιακών δαπανών» των Μπογκντάνοφ-Μπουχάριν. Με αφετηρία αυτήν, ο Μπουχάριν και οι πολυάριθμοι οπαδοί έβγαζαν το συμπέρασμα, ότι με την εκδίωξη του «κουστουμιού» της εμπορευματικής οικονομίας οι νόμοι της κοινωνικής ανάπτυξης θα εμφανιστούν σε «γυμνή» μορφή. Στη σοσιαλιστική κοινωνία, ο «σύμφωνα με τον Μπουχάριν» αδιαφοροποίητος «νόμος των εργασιακών δαπανών», απελευθερωμένος από τη μορφή του νόμου της αξίας, θα ρυθμίζει άμεσα την κίνηση των παραγωγικών δυνάμεων.

Οι ίδιες οι παραγωγικές δυνάμεις, σε πείσμα του Μαρξ, πολύ συχνά ταυτίζονταν με την τεχνική και γενικώς ερμηνεύονταν εκτός ιδιαίτερης κοινωνικής μορφής, οι σχέσεις παραγωγής γίνονταν αντιληπτές σαν καθαρά τεχνικός δεσμός. Το ανακάτεμα των τεχνικών σχέσεων με το κοινωνικό καθεστώς της παραγωγής αναπόφευκτα οδηγούσε τους οπαδούς της μηχανιστικής αντίληψης στη μεταφορά αστικών οικονομικών κατηγοριών και επιρροών στην οικονομία της μεταβατικής περιόδου και της σοσιαλιστικής κοινωνίας και επομένως σε αντιδραστικά συμπεράσματα για την …αιωνιότητα του καπιταλισμού.

Στη δεκαετία του ’20, διάφορες μη μαρξιστικές αντιλήψεις στη σχεδιοποίηση είχαν ορισμένη επίδραση στην ανάπτυξη της θεωρίας και της πρακτικής της σχεδιοποίησης στην ΕΣΣΔ. Αυτό φρενάριζε την επεξεργασία των σχεδίων της λαϊκής οικονομίας και κατευθύνονταν στη ριζική μεταμόρφωση των οικονομικών δομών της ΕΣΣΔ. Για να φέρουν όλη τη δουλιά του σχεδίου σε αντιστοιχία με τις αντικειμενικές απαιτήσεις της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας, ήταν αναγκαίο να ξεπεραστεί η επιρροή αυτών των αστικών και μικροαστικών θεωριών. Αυτό το καθήκον, κατά βάση, είχε πραγματοποιηθεί στη δεκαετία του ’20.

Μια από τις βαθιά εσφαλμένες θεωρητικά και βλαβερές σε πολιτικό επίπεδο θεωρίες, με την οποία έπρεπε να παλέψουν αυτή την περίοδο, ήταν η «γενετική» αντίληψη της προοπτικής σχεδιοποίησης. Οι ιδρυτές της -Ν. Ντ. Κοντράτιεφ, Β. Γκ. Γκρόμαν, Β. Α. Μπαζάροφ και άλλοι- υποτιμούσαν τις από θέσεις αρχής νέες δυνατότητες οικονομικής ανόδου στις συνθήκες κατά τις οποίες οι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής κατείχαν τον ηγετικό, καθοριστικό ρόλο στο σύστημα της σοβιετικής οικονομίας, όταν ανέβηκε απίστευτα ο ρόλος του σοσιαλιστικού κράτους, του κόμματος, η ενεργητικότητα της εργατικής τάξης, των εργαζόμενων μαζών στη διαδικασία της οικονομικής ανάπτυξης στο σύνολό της.

Η περισσότερο πλάγια άποψη των ακραίων υποστηρικτών του «γενετικού» χαρακτηριστικού της σχεδιοποίησης εμφανίστηκε στα έργα του Ν. Ντ. Κοντράντιεφ, που είδαν το φως το 1927[1].

Ο Κοντράτιεφ προσπαθούσε να αποδείξει το περιορισμένο της σχεδιοποιημένης πρόβλεψης σαν τέτιο. Θεωρούσε ότι ως προς το περιεχόμενό του το σχέδιο αποτελεί πρόβλεψη για το επερχόμενο στην οικονομική ανάπτυξη, όμως αυτό μπορεί να αρκεστεί μόνο σε κάποιο στενό τομέα. Γι’ αυτό τα Οργανα Σχεδίου θα πρέπει να περιοριστούν στην κατάρτιση των γενικών προγνώσεων οικονομικής ανάπτυξης. Και αυτές οι προγνώσεις δεν μπορούν να πάνε παραπέρα από τα προσχεδιασμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ανάπτυξης και, επομένως, δεν μπορούν να έχουν απαιτήσεις για αριθμητική έκφραση των κυρίων τάσεων. Με σκεπτικισμό αντιμετώπιζε τέτιους δείκτες στη σχεδιοποίηση όπως όγκος παραγωγής, εξαγωγές, επίπεδο τιμών. Οι απόψεις του είναι πολύ κοντά προς τους αστούς οικονομολόγους που θεωρούσαν τη σχεδιοποίηση ανορθολογική, πρακτικά αδύνατη. Ο Κοντράτιεφ δεν φτάνει στην ανοικτή άρνηση της σχεδιοποίησης στα συμπεράσματά του, όμως στην πραγματικότητα καταδίκαζε σε αδράνεια τα Οργανα σχεδίου στις συνθήκες λειτουργίας των αυθόρμητων οικονομικών νόμων. Διαπίστωνε ότι εάν κάποιες θέσεις που καθορίζονταν από το σχέδιο δεν εκπληρώνονταν, αυτό αποτελούσε μαρτυρία για το εσφαλμένο της καταρτισθείσας πρόγνωσης στο σύνολό της. Σε αυτή την αντίληψη του Κοντράντιεφ ασκούσαν πολεμική οι Σ. Γκ. Στρουμίλιν, Α. Λεόντιεφ και άλλοι σοβιετικοί οικονομολόγοι. «Εκεί όπου δεν υπάρχει σκοπός, εκεί δεν μπορεί να γίνει λόγος για σχέδιο»[2]. Ο Στρουμίλιν τόνιζε ότι εάν το καθήκον του σχεδίου ήταν μόνο η επιστημονική πρόβλεψη, τότε κάθε αναγκαιότητα στη σχεδιοποίηση θα εξαφανιζόταν εξ ολοκλήρου»[3]. Τόνιζε πως τη ρεαλιστικότητα του σχεδίου πρέπει να την κατανοούμε όχι απολύτως έτσι όπως διαπίστωνε ο Κοντράτιεφ. Το κράτος δεν μπορεί να απαρνηθεί τον καθορισμό οικονομικών σκοπών (στόχων) μόνο και μόνο επειδή εκ των προτέρων δεν είναι δυνατό να προβλεφθεί σε όλες της τις λεπτομέρειες η συγκεκριμένη διαδικασία υλοποίησης αυτών των στόχων. Τα σχέδια πρέπει να επιστρατεύουν τις προσπάθειες της εργατικής τάξης, όλων των εργαζομένων στην υλοποίησή τους και κατ’ αυτόν τον τρόπο να γίνουν πραγματικός παράγοντας επιτυχούς υλοποίησης των καθορισμένων στόχων. Σε αυτό το άρθρο του ο Στρουμίλιν τονίζει την αναγκαιότητα διερεύνησης των υπαρκτών πρώτων υλών και των τάσεων στη οικονομική ανάπτυξη της χώρας, αυτό θα πρέπει να αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση της σχεδιοποίησης, όμως δεν καθορίζει το ίδιο το περιεχόμενο του σχεδίου, καθώς στηριζόμενοι στις ίδιες πρώτες ύλες, μπορεί να δομηθεί το σχέδιο εκβιομηχάνισης και ανάπτυξης της αγροτικής παραγωγής σε εξάρτηση από τους καθορισμένους στόχους. Ο Β. Γκ. Γκρόμαν εν πολλοίς επανέλαβε τις θέσεις του Κοντράτιεφ στα ζητήματα της σχεδιοποίησης, εξέταζε την εγκαθίδρυση της σοβιετικής οικονομίας σαν αποκλειστικά αυθόρμητη διαδικασία. Ο σκεπτικισμός οικονομολόγων του τύπου Κοντράτιεφ-Γκρόμαν σε σχέση με την ανάπτυξη της σχεδιοποίησης ενισχυόταν από το ότι τα πραγματικά αποτελέσματα της οικονομικής ανάπτυξης απείχαν από τους ετήσιους αριθμούς ελέγχου (για παράδειγμα, 1925-1926). Πραγματικά στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’20 το σχέδιο της λαϊκής οικονομίας σε πολλές περιπτώσεις επικύρωνε μόνο τη διαμορφωθείσα κατάσταση, επειδή η πρόβλεψη βρισκόταν αντιμέτωπη με τις τεράστιες δυσκολίες εκείνων των χρόνων, σχεδόν απουσίαζε η στατιστική και η λογιστική, δεν ήταν δουλεμένη η εμπειρία σχεδιοποίησης. Ομως θα ήταν λάθος αρχής να υποτιμηθεί η συνεχώς αναδυόμενη σημασία της σχεδιοποίησης. Χωρίς ενιαίο κρατικό σχέδιο θα ήταν αδύνατο ακόμη και να αντιληφθούμε τη γρήγορη και επιτυχή προετοιμασία και εισαγωγή της χρηματικής μεταρρύθμισης του 1922-1924. Ο Σαραμπιάνοφ ασκώντας κριτική προς τους συγγραφείς οι οποίοι απεδείκνυαν το αδύνατο ποιοτικής σχεδιοποίησης λόγω της ύπαρξης λαθών, της διατάραξης των καθηκόντων του σχεδίου, ισχυριζόταν ότι αυτό με κανένα τρόπο δε σήμαινε ότι είναι αδύνατη κατ’ αρχάς η λεπτομερής σχεδιοποίηση. Οι Κοντράτιεφ, Γκρόμοφ ανήγαγαν το σχέδιο σε μακρινές ανολοκλήρωτες προγνώσεις, με επακόλουθη αποδοχή ως απόδειξη των αποτελεσμάτων της αυθόρμητης οικονομικής ανάπτυξης. Ο Σαραμπιάνοφ αντιθέτως υποστήριζε ότι οι επιτυχίες στην αναστήλωση της λαϊκής οικονομίας εξαρτώνται από το βαθμό κατά τον οποίο το σχέδιο εμφανίζεται ικανό να ξεπεράσει τις αυθόρμητες τάσεις ανάπτυξης.

Στη συζήτηση για τα ζητήματα της μεθοδολογίας της σχεδιοποίησης βρίσκονταν στην ουσία αντιπαρατιθέμενες πολιτικο-οικονομικές αντιλήψεις.

Στις αποφάσεις του 14ου και 15ου Συνεδρίου του ΠΚΚ (μπ) η ριζική αναδόμηση της σοβιετικής οικονομίας εξεταζόταν σαν βασικότατο καθήκον της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, που απαιτούσε από τους σοβιετικούς οικονομολόγους να επικεντρώσουν τις προσπάθειες τους στη θεωρητικο-μεθοδολογική σχεδιοποίηση. Οι υπερασπιστές της «γενετικής αρχής» υποστήριζαν μόνο τη σταδιακή αλλαγή των κοινωνικο-οικονομικών δομών της χώρας, προσπαθούσαν να αποδείξουν το ανέφικτο της εντατικής βιομηχανικής ανάπτυξης. Γι’ αυτό και διακήρυξαν την αναγκαιότητα της υπερταξικής προσέγγισης στην ανάλυση του προβλήματος των ρυθμών. «Αυτοί -έγραφε ο Ο. Ε. Βάισμπεργκ- τάχατες αποτελούν κήρυκες της υπεράνω των τάξεων αλήθειας, κάτοχοι της οποίας ... είναι αυτοί, δυνάμει των δικών τους ειδικών, μη προσεγγίσιμων για τους κομμουνιστές, γνώσεων»[4].

Εχθρική προς τη σοσιαλιστική οικοδόμηση αντίληψη μπορούμε να δούμε και στα έργα του Β. Α. Μπαζάροφ. Στο πρώτο άρθρο του για την προοπτική σχεδιοποίηση, απεδείκνυε ότι μόνο στη βαριά βιομηχανία που ελέγχεται άμεσα εξ ολοκλήρου από το κράτος μπορούμε «τελολογικά» να δομήσουμε σχέδιο. Οσο αφορά την αγροτική οικονομία, το κράτος μπορεί μόνο με πλάγιους τρόπους να επιδράσει στην ανάπτυξή της, πριμοδοτώντας αυτή ή την άλλη αυθόρμητη τάση.

«Ηδη από αυτό και μόνο η με στόχους σύνταξη (σ.μ.: του σχεδίου) θα στερούταν στη δοσμένη περίπτωση κάθε πρακτικής σημασίας, η προοπτική της ανάπτυξης της αγροτικής οικονομίας μπορεί να δομηθεί μόνο «γενετικά». Και καθώς η αγροτική παραγωγή, σύμφωνα με τον Μπαζάροφ, αποτελεί τον κυρίαρχο κλάδο της σοβιετικής λαϊκής οικονομίας, τότε το «θεολογικά» καταρτισμένο σχέδιο της βιομηχανίας θα πρέπει να προσαρμοστεί στο σχέδιο της παραγωγής της αγροτικής οικονομίας, το οποίο μπορεί να διαμορφωθεί σε συμφωνία με τις «γενετικές αρχές»». Σε αυτή την περίπτωση η κρατική βιομηχανία αποδεικνύεται γρανάζι της αγροτικής οικονομίας και η ανάπτυξή της θα εξαρτιόταν από το «γενετικά» διαμορφωμένο προοπτικό σχέδιο, που είναι προσανατολισμένο στη αυθόρμητη λειτουργία του νόμου της αξίας. Εχοντας αφετηρία αυτές τις αντιλήψεις για τη μεθοδολογία της σχεδιοποίησης ο Β. Ν. Μπαζάροφ το 1928 διατύπωσε τις βασικές αρχές δόμησης του σχεδίου κατ’ αυτόν τον τρόπο: «Πρώτα θα πρέπει να ανακατασκευαστούν οι κλάδοι που παράγουν αντικείμενα πλατιάς κατανάλωσης και εκείνα τα είδη μέσων παραγωγής, για το οποία τώρα η απαίτηση έχει αποκτήσει αρκετά μαζικό χαρακτήρα. Σε όλους τους άλλους κλάδους, εφ’ όσον δεν έχουν αποκτήσει πλατιά βάση στο εσωτερικό της χώρας, για την αγορά των απαραιτήτων προϊόντων θα πρέπει να προτιμήσουμε το εξωτερικό ή παραχωρώντας προνόμια στους ξένους καπιταλιστές»[5]. Μάλιστα, ήδη από το 1928, ο Μπαζάροφ αναγνώρισε ότι το σοσιαλιστικό κράτος θα μπορέσει να ασκήσει ορισμένη επίδραση στη μη οργανωμένη αγροτική οικονομία, όμως σε πολύ στενά πλαίσια (μέσω της ζήτησης σε προϊόντα της αγροτικής οικονομίας και -εμμέσως- μέσω των κονδυλίων των μισθών των εργατών, που έχουν ζήτηση για προϊόντα της αγροτικής οικονομίας και άλλα). Κατά βάση η ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας καθορίζεται από τις νομοτέλειες της εσωτερικής και της παγκόσμιας αγοράς. Κατ’ αυτό τον τρόπο ο Μπαζάροφ απέφευγε το γεγονός ότι το σοβιετικό κράτος μπορεί να επιδράσει ευθέως στη μικρή εμπορευματική αγροτική οικονομία στις ράγες της σοσιαλιστικής μεταμόρφωσης των σχέσεων παραγωγής στην αγροτική οικονομία, με τη χρησιμοποίηση συμφωνιών, πίστης, δίνοντας άμεση παραγωγική βοήθεια στους παραγωγικούς συνεταιρισμούς κλπ. Ο Μπαζάροφ και οι άλλοι εκπρόσωποι της «γενετικής αντίληψης» βεβαίως ήταν καλοί γνώστες του σχεδίου συνεταιριστικοποίησης του Β. Ι. Λένιν, των υποδείξεών του για τους δρόμους και τις μεθόδους μεταφοράς του χωριού στις ράγες του σοσιαλισμού. Ομως αυτοί απέρριψαν αυτές τις υποδείξεις κατά την επεξεργασία των βασικών αρχών και της μεθοδολογίας του γενικού σχεδίου. Σε τέτια συμπεράσματα, στην ουσία, κατέληξε και ο Τρότσκι -έβλεπε ως καθήκον του σχεδίου την αλληλοσύνδεση των σοσιαλιστικών και καπιταλιστικών τάσεων ανάπτυξης, με την ανακάλυψη της «ίσης επίδρασης» αυτής της ανάπτυξης- ουδετεροποιώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, στην πράξη, την επίδραση του σχεδίου σε σχέση με το αυθόρμητο.



Η Τ. Ι. Γιαμπρόβα είναι υποψήφια διδάκτωρ οικονομικών επιστημών, υφηγήτρια, αρχισυντάκτρια του διεθνούς θεωρητικού περιοδικού «Μαρξισμός και σύγχρονη εποχή».

Το κείμενο είναι εισήγηση στη διημερίδα του ΚΜΕ, 28-29 Νοεμβρίου 2002, με θέμα: «Ο άμεσα κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής στο σοσιαλισμό και οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις».

[1] Τέτια όπως για παράδειγμα το «Σχέδιο και η πρόβλεψη» στο περιοδικό «Δρόμοι της αγροτικής οικονομίας», 1927, Νο 2.

[2] Βλ. Λεόντιεφ Α. «Στο ζήτημα για την τοποθέτηση σκοπού στην υπόθεση της σχεδιοποίησης», περιοδικό «Σχεδιοποιημένη Οικονομία», 1927, Νο 7, σελ. 10.

[3] Βλ. Στρουμίλιν Σ. Γκ. «Η εκβιομηχάνιση στην ΕΣΣΔ και οι επίγονοι του ναροντνικισμού», περιοδικό «Σχεδιοποιημένη Οικονομία», 1927, Νο 7.

[4] Βλ. «Μπολσεβίκ», 1930, Νο 19-20, σελ. 56.

[5] Βλ. Μπαζάροφ «Αρχές δόμησης προοπτικής σχεδιοποίησης».