Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΞΕΠΕΡΑΣΜΑ ΤΗΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΣΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

Στο κέντρο των συζητήσεων της περιόδου 1951-1991, μετά την έκδοση της εργασίας του Ι. Β. Στάλιν «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» βρίσκονταν τρία μεγάλα αλληλένδετα προβλήματα: το πρόβλημα του χαρακτήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής, το πρόβλημα της εμπορευματικότητας στο σοσιαλισμό και το πρόβλημα της επίλυσης της αντίφασης μεταξύ του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής και της εμπορευματικότητας.

 

Ο ΑΜΕΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

 Σε τι, πρώτα από όλα, εκφράζεται η κομμουνιστική φύση του σοσιαλισμού; Ο Β. Ι. Λένιν έλεγε: «Η λατινική λέξη κομμούνις σημαίνει κοινός. Κομμουνιστική κοινωνία σημαίνει ότι όλα είναι κοινά: η γη, οι φάμπρικες, η κοινή εργασία. Να τι είναι ο κομμουνισμός»[1]. Η κομμουνιστική φύση του σοσιαλισμού εκφράζεται, επομένως, πρώτα από όλα, στο ότι τόσο τα μέσα παραγωγής, όσο και η χρησιμοποίησή τους είναι κοινωνικά ή, με άλλα λόγια, τα βασικά μέσα παραγωγής αποτελούν κοινωνική ιδιοκτησία.

Συγκεκριμενοποιώντας τον μαρξιστικό ορισμό της ιδιοκτησίας[2], οι σοβιετικοί οικονομολόγοι έδειξαν ότι κοινωνική ιδιοκτησία είναι η σχέση της κοινωνίας με τις αντικειμενικές συνθήκες παραγωγής ως δικές της, ως τέτιες συνθήκες στις οποίες μπορεί να κυριαρχεί, υποτάσσοντας την αξιοποίησή τους στα συμφέροντά της. Αυτή η σχέση πραγματοποιείται μέσω της παραγωγής. Με άλλα λόγια, η κοινωνική ιδιοκτησία βρίσκει το πραγματικό της είναι σε μια τέτια παραγωγή, η οποία υποτάσσεται στην κοινωνία, δηλαδή καθοδηγείται σύμφωνα με τα κοινωνικά οικονομικά συμφέροντα.

Η παραγωγή μιας κοινωνίας, που έχει βγει από τον καπιταλισμό, εμφανίζεται ως αποτέλεσμα της επίλυσης της αντίφασης μεταξύ του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και της ιδιωτικοκαπιταλιστικής μορφής ιδιοποίησης. Οντας κοινωνική, η καπιταλιστική «παραγωγή δεν είναι άμεσα κοινωνική, δεν αποτελεί προϊόν συνεταιρισμού, που κατανέμει την εργασία μεταξύ των μελών του. Τα άτομα είναι υποταγμένα στην κοινωνική παραγωγή, που υπάρχει έξω από αυτά όπως η μοίρα, δεν είναι η κοινωνική παραγωγή υποταγμένη στα άτομα, τα οποία θα τη διεύθυναν σαν μια κοινή τους ιδιοκτησία»[3].

Η σοσιαλιστική παραγωγή υποτάσσεται άμεσα στα συνεταιρισμένα άτομα, στα κοινωνικά τους συμφέροντα και γι’ αυτό είναι άμεσα κοινωνική. Εφ’ όσον είναι κοινωνική, δηλαδή εφ’ όσον όλες οι παραγωγικές διαδικασίες συνενώθηκαν σε μια κοινωνική παραγωγική διαδικασία, έγιναν μέρη, στοιχεία αυτής της ενιαίας διαδικασίας, η υποταγή αυτής της παραγωγής στα κοινωνικά συμφέροντα απαιτεί το συνειδητό συντονισμό των δραστηριοτήτων αυτών που συμμετέχουν στην ενιαία διαδικασία και γι’ αυτό μπορεί να είναι μόνο σχεδιοποιημένη. Ο άμεσα κοινωνικός χαρακτήρας της σοσιαλιστικής παραγωγής εκφράζεται, επομένως, στη σχεδιοποιημένη υποταγή της παραγωγής στα κοινωνικά συμφέροντα. Από αυτό ξεκινούσε ο Ι. Β. Στάλιν στην εργασία «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» που εκδόθηκε το 1951. Σε αυτό επέμενε η λεγόμενη σχολή οικονομολόγων της Μόσχας με επικεφαλής τον υπεύθυνο της έδρας πολιτικής οικονομίας του Κρατικού Πανεπιστημίου της Μόσχας Ν. Α. Τσαγκόλωφ, και ακόμα τέτιοι οικονομολόγοι όπως ο Ν. Β. Χέσσιν, ο Α. Μ. Γεριόμιν, ο Α.Α. Σεργκέγιεφ, ο Ν. Α. Μοϊσέγιενκο, ο Ρ. Ι. Κοσολάπωφ, ο Β. Γ. Ντολγκώφ, ο Α. Κ. Ποκριτάν και άλλοι. Χάριν της πάλης αυτών των οικονομολόγων αυτή η θέση έγινε κυρίαρχη στη θεωρία.

Ο Κ. Μαρξ έγραφε: «Η μορφή της εργασίας όπου πολλά άτομα εργάζονται σχεδιασμένα το ένα δίπλα στο άλλο και το ένα μαζί με το άλλο στο ίδιο προτσές παραγωγής ή σε διάφορα συναφή όμως προτσές παραγωγής, ονομάζεται συνεργασία»[4]. Γι’ αυτό, η σοσιαλιστική κοινωνία αποτελεί έναν ενιαίο συνεταιρισμό. «Ο συνεταιρισμός - υπογράμμιζε ο Λένιν - όταν αγκαλιάζει ολόκληρη την κοινωνία, όπου έχει κοινωνικοποιηθεί η γη και έχουν εθνικοποιηθεί οι φάμπρικες και τα εργοστάσια, είναι σοσιαλισμός». Το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό ήταν πέρασμα «στον ενιαίο παλλαϊκό συνεταιρισμό»[5].

Ετσι, αφετηριακό σημείο της σοσιαλιστικής (κομμουνιστικής) παραγωγής είναι ο παλλαϊκός συνεταιρισμός - ο συνεταιρισμός στο πλαίσιο ολόκληρης της κοινωνίας. Η ύπαρξη των δυο μορφών σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας δεν αλλάζει την υπόθεση στην ουσία, επειδή πρόκειται για δυο μορφές της μιας, κοινωνικής, ιδιοκτησίας, δυο μορφές υποταγής της παραγωγής στα ενιαία, κοινωνικά, συμφέροντα ή, μπορεί να ειπωθεί, πρόκειται για μια, κοινωνική, ιδιοκτησία σε όλα τα μέσα παραγωγής, που όμως εμφανίζεται σε δυο διαφορετικές μορφές[6].

Με τη νίκη του σοσιαλισμού, επομένως, άλλαξαν ριζικά οι οικονομικές σχέσεις. Παλαιότερα αυτές δεν ήταν σχέσεις παλλαϊκού συνεταιρισμού, αλλά σχέσεις παραγωγής για την ανταλλαγή. Ο συνεταιρισμός, υπογραμμίζει ο Μαρξ, είναι «πρώτα από όλα, άμεση, μη διαμεσολαβημένη από την ανταλλαγή, αλληλεπίδραση πολλών εργατών για την επίτευξη ενός και του αυτού αποτελέσματος…»[7]. Ενώ η ανταλλαγή είναι μια αμοιβαία αποξένωση προϊόντων εργασίας και άλλων αντικειμένων ιδιοκτησίας στη βάση μιας ελεύθερης σύμβασης ή συμφωνίας. «Η ανταλλαγή, που διαμεσολαβείται από την ανταλλακτική αξία και τα χρήματα, προϋποθέτει, αλήθεια, την ολόπλευρη εξάρτηση των παραγωγών του ενός από τον άλλο, όμως ακόμα προϋποθέτει και την πλήρη απομόνωση των ιδιωτικών τους συμφερόντων και έναν τέτιο καταμερισμό της κοινωνικής εργασίας, κατά τον οποίο η ενότητα των διάφορων μορφών εργασίας και η αμοιβαία συμπληρωματικότητα υπάρχουν έξω από τα άτομα και ανεξάρτητα από αυτά…»[8].

Σε διάκριση με αυτό σε μια κοινωνία συνεταιρισμένων παραγωγών, που δαπανούν τις εργατικές τους δυνάμεις σχεδιοποιημένα ως μια συνολική εργατική δύναμη, κατά την μεταβίβαση ενός προϊόντος από ένα εργοστάσιο ή φάμπρικα σε ένα άλλο εργοστάσιο ή φάμπρικα δεν συμβαίνει αποξένωση, στο βαθμό που η κίνηση των προϊόντων ολοκληρώνεται στα όρια μιας και της αυτής ιδιοκτησίας. Στο ερώτημα σχετικά με το αν μπορεί να γίνεται λόγος για ανταλλαγή με την ακριβή πολιτικοοικονομική έννοια αυτής της λέξης στο σοσιαλισμό, στον Κ. Μαρξ βρίσκουμε την εξής απάντηση: «Μέσα στη συντροφική κοινωνία, τη θεμελιωμένη στην κοινοχτημοσύνη των μέσων παραγωγής, οι παραγωγοί δεν ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους. Το ίδιο και η εργασία που έχει ξοδευτεί για την παραγωγή προϊόντων δεν παρουσιάζεται εδώ σαν αξία αυτών των προϊόντων, σαν μια εμπράγματη ιδιότητα που έχουν, γιατί τώρα, σε αντίθεση με την κεφαλαιοκρατική κοινωνία, οι ατομικές εργασίες υπάρχουν άμεσα κι όχι πια έμμεσα σαν συστατικά στοιχεία της συνολικής εργασίας»[9]. Το αδύνατο ύπαρξης εμπορευματικής ανταλλαγής στην άμεσα κοινωνική οικονομία καταδείκνυε και ο Ενγκελς: «Η άμεση κοινωνική παραγωγή καθώς και η άμεση κατανομή αποκλείουν κάθε ανταλλαγή προϊόντων, επομένως και τη μετατροπή των προϊόντων σε εμπορεύματα…»[10]. Εδώ είναι ένα από τα κριτήρια οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Ο Β. Ι. Λένιν έγραφε: «Μια και παραμένουν οι ανταλλαγές, είναι γελοίο και το να μιλά κανείς για σοσιαλισμό»[11]. Με την οικοδόμηση του σοσιαλισμού η ανταλλαγή εκτοπίζεται από το συνεταιρισμό, πράγμα με το οποίο συνδέεται και η απονέκρωση της αγοράς με το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Στην απόφαση του 12ου συνεδρίου του ΡΚΚ(μπ) «για τη βιομηχανία» υπογραμμιζόταν, ότι «στην τελική τους ανάπτυξη οι μέθοδοι σχεδιασμού μπορούν και πρέπει να υποτάξουν την αγορά και με αυτόν τον τρόπο να την καταργήσουν»[12]. Σε αντίθεση με την εμπορευματική, στην άμεσα κοινωνική παραγωγή η εργασία εμφανίζεται ως κοινωνική εργασία άμεσα και όχι μέσω της ανταλλαγής. «Μόλις η κοινωνία γίνει κάτοχος των μέσων παραγωγής και αρχίσει να τα χρησιμοποιεί για την παραγωγή κοινωνικοποιώντας τα άμεσα, η εργασία κάθε ατόμου τότε όσο διαφορετική και αν είναι η ειδική χρησιμότητα του χαρακτήρα της, μεταβάλλεται ευθύς εξαρχής και αμέσως σε κοινωνική εργασία»[13].

Είναι φυσικό, ότι το προϊόν που δημιουργείται από άμεσα κοινωνική εργασία είναι άμεσα κοινωνικό προϊόν και όχι προϊόν που έχει παραχθεί για ανταλλαγή. Να γιατί με την πολιτικοοικονομική έννοια δεν πρέπει να θεωρείται εμπόρευμα. Ο Κ. Μαρξ σημείωνε: «Μονάχα τα προϊόντα αυτοτελών και ανεξάρτητων της μιας από την άλλη ατομικών εργασιών αντιπαραθέτονται το ένα στο άλλο σαν εμπορεύματα»[14]. Σύμφωνα με τη μαρξιστικο-λενινιστική αντίληψη η σοσιαλιστική επανάσταση παρουσιάζεται ως «η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, η μετατροπή τους σε κοινωνική ιδιοκτησία και η αντικατάσταση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής εμπορευμάτων από τη σοσιαλιστική οργάνωση της παραγωγής προϊόντων προς όφελος όλης της κοινωνίας για την εξασφάλιση πλέριας ευημερίας και ελεύθερης ολόπλευρης ανάπτυξης όλων των μελών της»[15]. Οπως υποδείκνυε ο Λένιν, τη μεταβατική περίοδο «το κρατικό προϊόν - το προϊόν του σοσιαλιστικού εργοστασίου, που ανταλλάσσεται με αγροτικά είδη διατροφής, δεν είναι εμπόρευμα, δεν είναι πια εμπόρευμα, παύει να είναι εμπόρευμα…»[16]. Στις παρατηρήσεις για το βιβλίο του Μπουχάριν «Η οικονομία της μεταβατικής περιόδου» ο Β. Ι. Λένιν έγραψε και υπογράμμισε τις εξής λέξεις από το κείμενο του βιβλίου: «…στο βαθμό που στη θέση του αυθόρμητου εμφανίζεται ένας κοινωνικός ρυθμιστής, το εμπόρευμα μετατρέπεται σε προϊόν και χάνει τον εμπορευματικό του χαρακτήρα». Και εδώ σχετικά με τις λέξεις «το εμπόρευμα μετατρέπεται σε προϊόν» υποδεικνύεται, ότι αυτό «δεν είναι ακριβές: δεν μετατρέπεται σε «προϊόν», αλλά κάπως αλλιώς. Μόλις: σε προϊόν, που προορίζεται για κοινωνική κατανάλωση όχι μέσω της αγοράς»[17]. Με την ολοκλήρωση της μεταβατικής περιόδου ολοκληρώνεται και η διαδικασία μετατροπής του εμπορεύματος σε άμεσα κοινωνικό προϊόν, πράγμα που είναι μόνο μια πιο συγκεκριμένη έκφραση της ολοκλήρωσης της διαδικασίας οικοδόμησης του σοσιαλισμού ως πρώτης φάσης του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής, που από το χαρακτήρα του είναι άμεσα κοινωνικός.

Εφ’ όσον στη σοσιαλιστική παραγωγή πραγματοποιείται άμεσα κοινωνική εργασία για την παραγωγή προϊόντος στην αντίστοιχη (άμεσα κοινωνική) μορφή, ο Κ. Μαρξ νομοτελειακά την χαρακτήριζε ως «μια μορφή παραγωγής διαμετρικά αντίθετη με την εμπορευματική παραγωγή»[18]. Ο Φ. Ενγκελς υπογράμμιζε, ότι «από τη στιγμή που η κοινωνία θα πάρει στην κατοχή της τα μέσα παραγωγής, παραμερίζεται η εμπορευματική παραγωγή…»[19]. Ο Β. Ι. Λένιν δεν εκφραζόταν λιγότερο κατηγορηματικά. Εγραφε: «…για την οργάνωση μιας μεγάλης παραγωγής χωρίς επιχειρηματίες είναι απαραίτητο, πρώτο, να εξαλειφθεί η εμπορευματική οργάνωση της οικονομίας της κοινωνίας και να αντικατασταθεί με την κοινοτική, την κομμουνιστική οργάνωση, οπότε ρυθμιστής της παραγωγής δε θα είναι η αγορά, όπως σήμερα, μα οι ίδιοι οι παραγωγοί, η ίδια η κοινότητα των εργατών…»[20]. Στο προλεταριάτο τέθηκε το καθήκον της αντικατάστασης «της εμπορευματικής παραγωγής με τη σοσιαλιστική…»[21]. Κατά τη μεταβατική περίοδο από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό ο Β. Ι. Λένιν σημείωνε: «Σε μας διεξάγεται πάλη του πρώτου σταδίου περάσματος στον κομμουνισμό με τις αγροτικές και καπιταλιστικές προσπάθειες να υπερασπίσουν (ή να αναγεννήσουν) την εμπορευματική παραγωγή»[22]. Ξεκινώντας από αυτή την πρόταση, ότι διεξάγεται «σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας, που είναι ακατόρθωτος χωρίς την εξάλειψη της εμπορευματικής παραγωγής»[23], ο Β. Ι. Λένιν υπογράμμιζε: «… η εξάλειψη της εμπορευματικής παραγωγής και του καπιταλισμού θα κάνει δυνατό να οργανωθεί η άμιλλα όχι με τις θηριώδεις, αλλά με τις ανθρώπινες μορφές της»[24]. Ολες αυτές οι θεμελιώδεις θέσεις των κλασικών του μαρξισμού λενινισμού συνενώνονται σε μια - η σοσιαλιστική άμεσα κοινωνική παραγωγή είναι από το χαρακτήρα της άρνηση της καπιταλιστικής εμπορευματικής παραγωγής. Υπογραμμίζοντας στην εργασία του «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισισμού στην ΕΣΣΔ», ότι τα μέσα παραγωγής δεν είναι εμπορεύματα, ο Ι. Β. Στάλιν στηριζόταν σε αυτές τις θεμελιώδεις θέσεις. Στη συνέχεια οι σοβιετικοί οικονομολόγοι έδειξαν ότι και τα αντικείμενα κατανάλωσης στο σοσιαλισμό δεν είναι εμπορεύματα.

Είναι γνωστό ότι η υπονόμευση της εμπορευματικής παραγωγής γίνεται ήδη στον ιμπεριαλισμό. Η εμπορευματική ανταλλαγή εξαλείφεται, ουσιαστικά, στα όρια των μεγάλων μονοπωλίων, ενώ η εμπορευματική παραγωγή στην κοινωνία συνολικά βασιλεύει. Στην πορεία της σοσιαλιστικής εθνικοποίησης των βασικών μέσων παραγωγής από τη σφαίρα της εμπορευματικής παραγωγής εξάγεται η βασική μάζα προϊόντων. Κατά την μεταβατική περίοδο η εμπορευματική παραγωγή αξιοποιείται από το προλεταριακό κράτος για την ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων παραγωγικών δυνάμεων και αυτό, όπως υποδείκνυε ο Β. Ι. Λένιν, δεν είναι μόνο σκόπιμο, αλλά και αναγκαίο[25]. Στο βαθμό υλοποίησης των πλάνων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης η σφαίρα της εμπορευματικής παραγωγής περιορίζεται σταθερά. Με τη νίκη του σοσιαλισμού που σημαίνει τη μετατροπή όλης της οικονομίας σε ενιαίο συνεταιρισμό, σε ενιαίο μονοπώλιο, που όμως προσανατολίζεται στο όφελος όλου του λαού, στην άμεσα κοινωνική σχεδιοποιημένα οργανωμένη κοινωνία, η εμπορευματική οργάνωση της παραγωγής ως τέτια καταργείται.

Ο καπιταλισμός, όντας εμπορευματική οικονομία σε εκείνο το στάδιο ανάπτυξής της που και η εργατική δύναμη γίνεται εμπόρευμα, οικοδομείται «στη βάση του νόμου της αξίας, ο οποίος γι’ αυτό είναι ο βασικός οικονομικός νόμος του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής»[26]. Ο Φ. Ενγκελς εξηγούσε στο «Αντι - Ντύρινγκ», ότι «ο νόμος της αξίας είναι ακριβώς ο βασικός νόμος της εμπορευματικής παραγωγής, και κατά συνέπεια της ανώτατης μορφής της, της καπιταλιστικής δηλαδή παραγωγής»[27]. Στον Ι. Κ. Σμυρνώφ ανήκει η επεξήγηση του ότι ο εννοούμενος ως νόμος της εμπορευματικής παραγωγής, νόμος της αξίας δεν μπορεί να είναι νόμος της κοινωνικής οικονομίας, που είναι ευθέως αντίθετη στην εμπορευματική παραγωγή. Με την πολιτικοοικονομική έννοια η άμεσα κοινωνική εργασία που ξοδεύεται στην παραγωγή προϊόντων δεν εμφανίζεται ως αξία αυτών των προϊόντων και, εάν δεν υπάρχει φαινόμενο, τότε δεν υπάρχει και ο νόμος του. Και όταν μιλάνε για νόμο της αξίας στο σοσιαλισμό, τότε κατά κανόνα έχουν υπόψη ότι «ύστερα από την κατάργηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, διατηρούμενης όμως της κοινωνικής παραγωγής, παραμένει κυρίαρχος ο καθορισμός της αξίας με την έννοια, ότι γίνεται ουσιαστικότερη από κάθε άλλη φορά η ρύθμιση του χρόνου εργασίας και ο καταμερισμός της κοινωνικής εργασίας ανάμεσα στις διάφορες ομάδες παραγωγής, τέλος η λογιστική για όλα αυτά»[28]. Μόνο έτσι είναι δυνατό να κατανοηθεί σωστά η ρήση του Στάλιν για το νόμο της αξίας στο σοσιαλισμό. Επομένως, δεν γίνεται λόγος για την πραγματική αξία με όλο τον πλούτο των ορισμών της, που έχει μόνο στην εμπορευματική παραγωγή, αλλά για τον καθορισμό της αξίας με τον εργάσιμο χρόνο, για το ότι η σχεδιοποιημένη ρύθμιση του εργάσιμου χρόνου στην άμεσα κοινωνική οικονομία όχι μόνο δε χάνεται, αλλά είναι κυρίαρχη και ο νόμος της οικονομίας του εργάσιμου χρόνου αποκτά την αντίστοιχη μορφή έκφρασής του και πλήρες πεδίο για την ανάπτυξή του.

Ολα αυτά τα συμπεράσματα δεν εξάγονται από την ιδιαιτερότητα του σοσιαλισμού ως πρώτης, κατώτερης, φάσης του κομμουνισμού, αλλά από το ότι στην κατώτερή του φάση ο κομμουνισμός είναι κομμουνισμός, ότι ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός δεν αποτελούν δυο διαφορετικούς τρόπους παραγωγής, και η κομμουνιστική παραγωγή, εμφανιζόμενη ως άρνηση της καπιταλιστικής εμπορευματικής παραγωγής, αποτελεί παραγωγή άμεσα κοινωνική.

Συνεπώς, εάν βασιστούμε στην κομμουνιστική φύση του σοσιαλισμού, αυτός πρέπει να χαρακτηριστεί άμεσα κοινωνική οικονομία. Αυτή είναι μια κατανόηση της σοσιαλιστικής παραγωγής ως όλου, που εκφράζει την κομμουνιστική φύση του σοσιαλισμού. Ομως ακριβώς γι’ αυτό είναι απλά σωστή, αξιόπιστη, αλλά και μονόπλευρη, επομένως, ακόμα όχι πλήρως πραγματική κατανόηση της σοσιαλιστικής παραγωγής. Πρέπει να υπολογιστεί, να παρθεί υπόψη και η αρνητική της πλευρά.

 

Η ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

Οπως προκύπτει από την προηγούμενη παράγραφο, η κομμουνιστική φύση του σοσιαλισμού εκφράζεται στον άμεσα κοινωνικό χαρακτήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής. Και στο Πρόγραμμα του ΚΚΣΕ (νέα έκδοση), που ψηφίστηκε από το 27ο συνέδριο υπογραμμιζόταν: «Στην ανώτερη φάση του κομμουνιστικού σχηματισμού θα επιβεβαιωθεί απόλυτα ο άμεσα κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας και της παραγωγής»[29]. Παράλληλα, ο άμεσα κοινωνικός χαρακτήρας της σοσιαλιστικής παραγωγής αποσιωπείτο, πράγμα, που άνοιγε το δρόμο στο ρεβιζιονισμό. Τη στιγμή που ο σοσιαλισμός είναι ατελής κομμουνισμός, είναι κομμουνισμός με την αυτοάρνησή του, που συνδέεται με την έξοδό του από το παλιό οικοδόμημα. Η σοσιαλιστική άμεσα κοινωνική παραγωγή, που αποτελεί άρνηση της εμπορευματικής παραγωγής, δεν μπορεί να μη φέρει τη σφραγίδα της εξόδου του από αυτήν την παραγωγή. Κατά τη μεταβατική περίοδο, η οποία είναι η εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού, η άμεσα κοινωνική παραγωγή γίνεται παριστάμενο Είναι, και «το παριστάμενο Είναι είναι γενικά από τη δημιουργία του Είναι με μερικό μη Είναι, επειδή αυτό το μη Είναι παίρνεται σε απλή ενότητα με το Είναι. Το μη Είναι, παρμένο ως Είναι με τέτιο τρόπο, που το συγκεκριμένο όλον έχει τη μορφή του Είναι, της αμεσότητας, αποτελεί το συγκεκριμένο σαν τέτιο»[30]. Εχοντας βγει από την εμπορευματική οικονομία, η άμεσα κοινωνική παραγωγή εμπεριέχει την αυτοάρνησή της, η οποία, όντας μη Είναι της άμεσα κοινωνικής παραγωγής στον εαυτό της, γι’ αυτόν το λόγο μπορεί να ονομαστεί εμπορευματικότητα, που αποτελεί το συγκεκριμένο της άμεσα κοινωνικής παραγωγής στο σοσιαλιστικό στάδιο της ανάπτυξής της. Η εμπορευματικότητα είναι η άρνηση της άμεσα κοινωνικής παραγωγής στον εαυτό της ως στιγμή, που συνδέεται με την έξοδο από την εμπορευματική οικονομία.

Η άρνηση του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής, που εκφράζεται στη σχεδιοποιημένη υποταγή της στα κοινωνικά συμφέροντα, συνίσταται στην άρνηση αυτής της σχεδιοποιημένης υποταγής. Επομένως, εμπορευματικότητα είναι η στιγμή (σ.μ: με την έννοια της όψης, του στοιχείου) της υποταγής της παραγωγής σε κάποια άλλα, όχι τα κοινωνικά συμφέροντα, όταν η ικανοποίηση των κοινωνικών συμφερόντων δεν εμφανίζεται ως σκοπός, αλλά μόνο ως μέσον για την ικανοποίηση κάποιων άλλων συμφερόντων. Η εμπορευματικότητα είναι στιγμή της παραγωγής για την ανταλλαγή στην άμεσα κοινωνική παραγωγή, που βρίσκεται με αυτήν σε ενότητα.

Η δράση, για την οποία η ικανοποίηση των κοινωνικών συμφερόντων είναι απλά μέσο για την ικανοποίηση κάποιων άλλων συμφερόντων, είναι αντίθετη της δράσης που κατευθύνεται άμεσα στην πραγματοποίηση των κοινωνικών συμφερόντων. Επομένως, από την διαφορά στα οικονομικά συμφέροντα, που έχει θέση στην πρώτη φάση του κομμουνισμού, προκύπτει η αντίθεση στις δραστηριότητες που αντιστοιχούν στον άμεσα κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής από τη μια πλευρά και την εμπορευματικότητα από την άλλη. Σε αυτή ακριβώς τη βάση εμφανίζεται και η αντίθεση των θεωρητικών θέσεων, που εκφράζουν αντίθετες πλευρές της σοσιαλιστικής παραγωγής. Ο Κ. Μαρξ υπεδείκνυε: «Μόνο σε εκείνη την περίπτωση, που στη θέση των αντιτιθέμενων μεταξύ τους δογμάτων εξετάσουμε τα αντιτιθέμενα μεταξύ τους γεγονότα και τις πραγματικές αντιθέσεις, που είναι οι κρυμμένη πραγματική αιτία αυτών των δογμάτων, μόνο σε αυτήν την περίπτωση θα μπορέσουμε να μετατρέψουμε την πολιτική οικονομία σε θετική επιστήμη»[31].

Συγγραφείς, που υποστηρίζουν την εμπορευματική κατανόηση του σοσιαλισμού (οι εμπορευματικοί), όπως ο Γ. Α. Κόνροντ, ο Ε. Γ. Λίμπερμαν, ο Γ. Γ. Λίμπερμαν, ο Ν. Γ. Πετρακόφ, ο Μ. Β. Ρακίτσκι, ο Ν. Α. Σμόλντιρεφ και άλλοι, συχνά υποστήριζαν ότι για την αποδοχή της θεώρησής τους αρκεί απλά να κοιτάξουμε τα γεγονότα της πραγματικότητας. Με αυτό έκαναν δυο σοβαρά λάθη. Το πρώτο συνίσταται στην ταύτιση των εμφανιζομένων μορφών, που συχνά έχουν υποστεί μετατροπή, με την ουσία των φαινομένων, η γνώση της οποίας αποτελεί το πραγματικό καθήκον της επιστήμης. Δεύτερο λάθος η παράλειψη του ότι τα ίδια τα γεγονότα της πραγματικότητας αντιφάσκουν το ένα με το άλλο. Ο Γ. Β. Πλεχάνωφ έγραφε: «Οταν ο μεταφυσικός ακούει ότι ο κοινωνικός παράγοντας πρέπει να βασίζεται στην πραγματικότητα, καταλαβαίνει ότι τον συμβουλεύουν να συμφιλιωθεί με αυτήν. Δεν ξέρει ότι σε κάθε οικονομική πραγματικότητα υπάρχουν αντίθετα στοιχεία και ότι το να συμφιλιωθεί με την πραγματικότητα θα σήμαινε να συμφιλιωθεί (σ.μ.: αποδεχτεί) μόνο με ένα από τα στοιχεία της»[32]. Και το μαρξιστικό κριτήριο της πρακτικής σημαίνει τη στήριξη όχι στην κάθε πρακτική, αλλά συγκεκριμένα στην επαναστατική πρακτική, που εγγυάται την προοδευτική ανάπτυξη.

Εάν η παραγωγή συνολικά χαρακτηριζόταν ως διαμεσολαβημένα κοινωνική, ως παραγωγή για την ανταλλαγή, θα έπρεπε να ονομαστεί εμπορευματική παραγωγή. Ομως στο σοσιαλισμό έχουμε να κάνουμε με την εμπορευματικότητα όχι ως όλον, όχι ως κάποιο τομέα και ακόμα όχι ως στοιχείο της εμπορευματικής παραγωγής (εάν γίνεται λόγος για την κοινωνική παραγωγή, που ολοκληρώνεται στα όρια της κοινωνικής ιδιοκτησίας), αλλά μόνο ως άρνηση της άμεσα κοινωνικής παραγωγής στον εαυτό της. Γι’ αυτό πρέπει να γίνεται λόγος όχι για εμπορευματική παραγωγή, αλλά μόνο για εμπορευματικότητα ως στιγμή της ίδιας της άμεσα κοινωνικής παραγωγής, που αρνείται αυτήν την παραγωγή στον εαυτό της.

Η παραγωγή εμπορευμάτων είναι απόλυτα νόμιμο να συνδέεται με τον οικονομικό διαχωρισμό των παραγωγών. Ο εμπορευματοπαραγωγός «είναι απομονωμένος, εξατομικευμένος παραγωγός»[33]. Ο καταμερισμός της εργασίας δημιουργεί διαχωρισμένους παραγωγούς ακριβώς «στην κατάσταση της εμπορευματικής οικονομίας», για αυτό ειδικά έκανε μνεία ο Β. Ι. Λένιν[34]. Ομως εάν αυτή η προϋπόθεση δεν υπάρχει πια, εάν η κατάσταση της εμπορευματικής παραγωγής έχει εξαλειφθεί, τότε και οι παραγωγοί δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται διαχωρισμένοι. Οι σοσιαλιστικοί παραγωγοί δεν πρέπει να θεωρούνται ούτε σχετικά διαχωρισμένοι. Τέτιοι είναι οι παραγωγοί στον καπιταλισμό, οι οποίοι λόγω του κοινωνικού χαρακτήρα της καπιταλιστικής παραγωγής δεν είναι διαχωρισμένοι μεταξύ τους απόλυτα.

Σε διάκριση από τη λειτουργική - οικονομική αυτοτέλεια, «ο οικονομικός διαχωρισμός σημαίνει σχέσεις μεταξύ διαφορετικών ιδιοκτητών»[35]. Εφ’ όσον η κοινωνία πήρε στην ιδιοκτησία της τα μέσα παραγωγής, τώρα πια δεν είναι κοινωνία διαχωρισμένων, αλλά κοινωνία συνεταιρισμένων παραγωγών, και εάν χρησιμοποιηθεί το ποσοτικό μέτρο, τότε πρέπει να γίνεται λόγος όχι για τον ένα ή τον άλλο βαθμό διαχωρισμού, αλλά για εκείνον ή τον άλλο βαθμό συνεταιριστικοποίησης, ενότητας των σοσιαλιστικών παραγωγών. Οι έννοιες «σχετικά συνεταιρισμένοι παραγωγοί» και «σχετικά διαχωρισμένοι παραγωγοί» είναι αντίθετες.

Εάν η εμπορευματική παραγωγή σημαίνει το διαχωρισμό των παραγωγών, τότε η εμπορευματικότητα σημαίνει μόνο στιγμή διαχωρισμού των συνεταιρισμένων παραγωγών. Το να απολυτοποιείται αυτή η στιγμή, το να μετατρέπεται από στιγμή σε όλον, θα σήμαινε να μοιραστεί η κοινωνική ιδιοκτησία στις κολεκτίβες, ανακηρύσσοντάς τες σε ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, και να μην αναγνωρίζεται στην πράξη η αλήθεια ότι η σοσιαλιστική παραγωγή είναι άμεσα κοινωνική παραγωγή.

Η απομάκρυνση από αυτήν τη θεμελιώδη θέση σε ολόκληρη σειρά θεωρητικών εργασιών δεν μπορούσε να μην έχει αρνητική επιρροή στην οικονομική πρακτική. Μπορούμε να συμφωνήσουμε με τον Β. Α. Πεσεχόνωφ στο ότι σε σημαντικό βαθμό «η εμπορευματικότητα «έρχεται» στις σοσιαλιστικές επιχειρήσεις «από τα πάνω», ως αποτέλεσμα συνειδητά κατευθυνόμενων ενεργειών»[36]. Ο Α. Μ. Γεριόμιν, για παράδειγμα, σημείωνε: «Η εμπορευματική (ή «μισοεμπορευματική») ερμηνεία της σοσιαλιστικής παραγωγής υποβοήθησε φανερά τις ασάφειες στις συγκεκριμένες οικονομικές επεξεργασίες και στις κατευθύνσεις για την πρακτική»[37].

Εφ’ όσον η σοσιαλιστική άμεσα κοινωνική παραγωγή αποτελεί άρνηση της καπιταλιστικής εμπορευματικής οικονομίας και εφ’ όσον «στη διαλεκτική το να αρνείσαι δεν σημαίνει να λες απλά «όχι»[38], αλλά ακόμα και να κρατάς, να διατηρείς αυτό που μπορεί να εξυπηρετήσει την έκφραση της νέας ουσίας, η νέα ουσία, φυσικά, εμφανίζεται όχι μόνο στη νέα, άμεσα κοινωνική, αλλά και στην παλιά, εμπορευματοχρηματική, μορφή. Αυτή η νέα ουσία, παρμένη σε ενότητα με τη μορφή, σηματοδοτεί το νέο περιεχόμενο, το οποίο «μπορεί και πρέπει να εμφανίζεται με κάθε μορφή, και νέα και παλιά, μπορεί και πρέπει να μεταμορφώνει, να νικά, να υποτάσσει στον εαυτό του όλες τις μορφές, όχι μόνο τις νέες, αλλά και τις παλιές, όχι για να συμφιλιωθεί με το παλιό, αλλά για να μπορεί όλα και με κάθε τρόπο, τις νέες και τις παλιές μορφές να τις κάνει εργαλεία της πλήρους και τελειωτικής, της αποφασιστικής και ανεπίστρεπτης νίκης του κομμουνισμού»[39]

Με αφορμή την αξιοποίηση των μορφών που είχαν εμφανιστεί στους κόλπους της εμπορευματικής οικονομίας ο Β. Ι. Λένιν, τόσο προεπαναστατικά όσο και μετά την επανάσταση, εκφράστηκε πολλές φορές, βασιζόμενος στις σχετικές υποδείξεις του Κ. Μαρξ[40]. Αυτές οι λενινιστικές θέσεις αντανακλάστηκαν στη συνέχεια στο Πρόγραμμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που ψηφίστηκε στο 6ο Συνέδριο της Κομιντέρν το 1928. Εκεί λεγόταν: «Οι συνδεόμενες με τις σχέσεις αγοράς, εξωτερικά καπιταλιστικές μορφές και μέθοδοι οικονομικής δραστηριότητας (υπολογισμός τιμών, χρηματική πληρωμή της εργασίας, αγορά - πώληση, πίστη και τράπεζες κλπ.) παίζουν το ρόλο μοχλών της σοσιαλιστικής ανατροπής, εφ’ όσον αυτοί οι μοχλοί εξυπηρετούν σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό τις επιχειρήσεις συνεπούς σοσιαλιστικού τύπου, δηλαδή το σοσιαλιστικό τομέα της οικονομίας»[41].

Καθοδηγούμενο από αυτές τις θέσεις, το κόμμα διαχωριζόταν από τις διαθέσεις σε όφελος (σ.μ.: που ήταν υπέρ) της αλλαγής κατεύθυνσης του εμπορίου και της τυπικής κατάργησης του χρήματος με τη νίκη του σοσιαλισμού. Στην Εισήγηση «Συμπεράσματα του πρώτου πεντάχρονου» στην Ενιαία Σύνοδο της ΚΕ και της ΚΕΕ του ΠΚΚ(μπ) τον Γενάρη του 1933, την οποία διάβασε ο Ι. Β. Στάλιν, λεγόταν: «... το σοβιετικό εμπόριο δεν πρέπει να το βάζουμε στην ίδια μοίρα με το εμπόριο του πρώτου σταδίου της ΝΕΠ, έστω κι αν ρυθμιζόταν από το κράτος, ενώ το εμπόριο του πρώτου σταδίου της ΝΕΠ επέτρεπε την αναζωογόνηση του καπιταλισμού και τη λειτουργία του ιδιωτικού καπιταλιστικού τομέα στην κυκλοφορία του εμπορεύματος, το σοβιετικό εμπόριο ξεκινά από την άρνηση, την ανυπαρξία τόσο του ενός όσο και του άλλου»[42]. Στον απολογισμό προς το 17ο Συνέδριο του ΠΚΚ(μπ) σχετικά με το ζήτημα για τη φύση και τις λειτουργίες του χρήματος στην οικονομία του σοσιαλισμού ειπώθηκε, ότι «αποτελούν ένα όργανο της αστικής οικονομίας, το οποίο πήρε στα χέρια της η σοβιετική εξουσία και το προσάρμοσε στα συμφέροντα του σοσιαλισμού»[43]. Το κόμμα έφτανε στην κατανόηση του ότι «στις σοσιαλιστικές μας συνθήκες η οικονομική ανάπτυξη γίνεται όχι μέσω μιας σειράς επαναστατικών ανατροπών, αλλά μιας σειράς βαθμιαίων αλλαγών, όπου το παλιό δεν καταργείται απλώς πέρα για πέρα, αλλά αλλάζει τη φύση του σύμφωνα με το καινούργιο, διατηρώντας μονάχα τη μορφή του, και το καινούργιο δεν καταργεί απλώς το παλιό, αλλά διεισδύει μέσα στο παλιό, αλλάζει τη φύση του, τις λειτουργίες του, όχι καταστρέφοντας τη μορφή του, αλλά χρησιμοποιώντας την για την ανάπτυξη του καινούργιου. Ετσι έχουν τα πράγματα όχι μονάχα με τα εμπορεύματα, αλλά και με τα χρήματα μέσα στην οικονομική μας κυκλοφορία, όπως, επίσης, και με τις τράπεζες που χάνοντας τις παλιές τους λειτουργίες και αποκτώντας καινούργιες, διατηρούν την παλιά τους μορφή, η οποία χρησιμοποιείται από το σοσιαλιστικό καθεστώς»[44].

Φανερά εκφρασμένη εμπορευματοχρηματική μορφή έχουν, για παράδειγμα, οι σχέσεις κατανομής σύμφωνα με την εργασία, όμως, όπως σωστά σημείωσαν οι Ε. Αντρες και Λ. Γκάλκιν, «με την πολιτικοοικονομική σημασία οι σχέσεις μεταξύ της κοινωνίας και των εργαζομένων των κρατικών επιχειρήσεων και ιδρυμάτων είναι σε σημαντικό και μάλλον όχι σε μικρότερο βαθμό, σε σύγκριση με οποιεσδήποτε άλλες σχέσεις, εμπορευματικές μόνο ως προς τη μορφή, αλλά όχι ως προς την ουσία»[45]. Επίσης, οι σχέσεις μεταξύ κράτους και κολχόζ δεν είναι στο σύνολό τους εμπορευματικές. Εδώ έχουμε να κάνουμε με δυο μορφές της αυτής κοινωνικής ιδιοκτησίας, στα όρια της οποίας οι σχέσεις από την ίδια τους την εσωτερική φύση, ακριβώς όπως και οι σχέσεις μεταξύ των κρατικών επιχειρήσεων, δεν είναι σχέσεις ανταλλαγής, αλλά συνεταιρισμού. Στην επιφάνεια όμως εμφανίζονται σαν εμπορευματοχρηματικές σχέσεις. Ομως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, ότι «το χρήμα, που κυκλοφορεί στη σοσιαλιστική κοινωνία δεν είναι χρήμα με την πολιτικοοικονομική έννοια»[46]. Είναι το γενικό ισοδύναμο των άμεσα κοινωνικών προϊόντων, έκφραση της υλοποιημένης σε αυτά άμεσα κοινωνικής εργασίας.

Ετσι, οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις, αν και εμπεριέχουν την εμπορευματικότητα ως στιγμή τους, δεν πρέπει να θεωρούνται συνολικά εμπορευματικές σχέσεις, που υπάρχουν συμπληρωματικά στις άμεσα κοινωνικές. Είναι μια ξεχωριστή ιδιομορφία των άμεσα κοινωνικών σχέσεων, άμεσα κοινωνικές σχέσεις, που εμφανίζονται σε εμπορευματοχρηματικές μορφές. Για αυτού του είδους τις σχέσεις, τις άμεσα κοινωνικές στο περιεχόμενο και εμπορευματικές στην εξωτερική εμφάνιση, χρησιμοποιήθηκε ο όρος «εμπορευματοχρηματικές σχέσεις». Στο Πρόγραμμα του ΚΚΣΕ (νέα έκδοση) υπογραμμιζόταν η ανάγκη «να αξιοποιούνται πληρέστερα οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις σε αντιστοιχία με το νέο τους περιεχόμενο που έχουν στο σοσιαλισμό»[47]. Οταν αξιοποιούνται με αυτόν ακριβώς τον τρόπο, το νέο τους άμεσα κοινωνικό περιεχόμενο ενισχύεται, ενώ η εμπορευματικότητα ως η αρνητική τους στιγμή εξασθενεί. Συνεχώς μετασχηματίζεται και η παλιά μορφή, που παραμένει παλιά περισσότερο λόγω της ιστορικής καταγωγής της, παρά στην ουσία, και μόνο η παρουσία της εμπορευματικότητας ως στιγμής του περιεχομένου των δοσμένων σχέσεων επιτρέπει να θεωρούνται μορφή της παλιάς σε ένα ορισμένο βαθμό και στην ουσία.

Το να θεωρούνται οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις εμπορευματικές, πράγμα που ήταν χαρακτηριστικό για τους λεγόμενους οικονομολόγους - εμπορευματικούς, θα σήμαινε να αντιλαμβανόμαστε την οικονομία του σοσιαλισμού ως αποτελούμενη από δυο τομείς, στον ένα από τους οποίους θα έπρεπε να λειτουργούν οι άμεσα κοινωνικές σχέσεις, που κατευθύνονται από το σχέδιο και στον άλλον οι εμπορευματικές, που ρυθμίζονται από την αγορά, από τον νόμο της αξίας. Μια τέτια δυαδική κατανόηση της σοσιαλιστικής οικονομίας βρήκε την πιο λαμπρή της ενσάρκωση στο σχήμα των θεωρητικών «του σοσιαλισμού της αγοράς», που προσπάθησαν να συνδυάσουν το σχέδιο και την αγορά και δεν αναλογίστηκαν, ότι το «μέλλον» του σοσιαλισμού που υποδείκνυαν ήταν αντιγραμμένο από το παρελθόν, από τη μεταβατική περίοδο, στην οποία κυριαρχούσε το αυθόρμητο της αγοράς και οι μέθοδοι σχεδιασμού δεν είχαν ακόμα υποτάξει την αγορά και έτσι δεν την είχαν καταργήσει. Η αποστασιοποίηση από τη ρεβιζιονιστική αντίληψη «του σοσιαλισμού της αγοράς» είναι δυνατή μόνο υπό την προϋπόθεση, ότι οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις κατανοούνται ως άμεσα κοινωνικές σχέσεις, που εμφανίζονται με εμπορευματοχρηματικές μορφές.

Ταυτόχρονα η τέτια κατανόηση επιτρέπει «να αγνοούνται και οι προειδοποιήσεις σχετικά με τις εμπορευματοχρηματικές σχέσεις…»[48]. Το όλο θέμα συνίσταται σε μια τέτια αξιοποίηση των δοσμένων σχέσεων, με την οποία θα ενισχυόταν το νέο, το άμεσα κοινωνικό τους περιεχόμενο και θα εξασθενούσε η εμπορευματικότητα ως αρνητική στιγμή, παρέχοντας «υγιή λειτουργία των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων σε σοσιαλιστική βάση…»[49], στην πραγματική αξιοποίησή τους για τα συμφέροντα της ενίσχυσης και ανάπτυξης του σοσιαλισμού.

Για να κατανοηθεί η ουσία του ερωτήματος για την αξιοποίηση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων, πρέπει να απομακρυνθούμε από τις επιφανειακές αντιλήψεις σύμφωνα με τις οποίες στις παλιές εμπορευματοχρηματικές μορφές εμφανίζεται μόνο το νέο, το άμεσα κοινωνικό περιεχόμενο και το παλιό, το εμπορευματικό, έχει εξαλειφθεί πλήρως. Δεν πρέπει να μην βλέπουμε αυτές τις μορφές και την εμπορευματικότητα σαν περιεκτικό στοιχείο, χαρακτηριστικό για τις άμεσα κοινωνικές σχέσεις στο στάδιο του σοσιαλισμού. Ομως δεν θα ήταν ορθό να θεωρούμε, ότι το παλιό περιεχόμενο εμφανίζεται μόνο στην παλιά μορφή, ότι τη σφραγίδα της εμπορευματικότητας τη φέρουν μόνο κάποιες σχέσεις του σοσιαλισμού, ενώ άλλες σχέσεις του, όντας σοσιαλιστικές, είναι απόλυτα ελεύθερες από όλα τα ίχνη της εμπορευματικότητας. Από τα ίχνη της εμπορευματικότητας δεν είναι ελεύθερο και το σοσιαλιστικό άμεσα κοινωνικό προϊόν. Και παρά το ότι αυτά τα ίχνη του παλιού περιεχομένου δεν ορίζουν το όλον, δεν μπορούν να μην εμφανίζονται σε κάθε μορφή, τόσο στην παλιά, όσο και στην καινούργια.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο, ότι η εμπορευματικότητα στην οικονομία μας δεν εμφανίστηκε μόνο στο κυνηγητό των επιχειρήσεων για αύξηση των αξιακών δεικτών, αλλά και στον προσανατολισμό τους στον «όγκο» σε φυσικούς δείκτες χωρίς να υπολογίζονται οι συγκεκριμένες απαιτήσεις των κοινωνικών συμφερόντων ως προς τη δομή και την ποιότητα της παραγωγής. Η παραγωγή της κονσερβοποιίας καρπών και λαχανικών, για παράδειγμα, αυξήθηκε, την περίοδο 1965 - 1980, πάνω από δυο φορές. Ομως αυξήθηκε μόνο ο λεγόμενος όγκος, δηλαδή η γενική παραγωγή της κονσερβοποιίας καρπών και λαχανικών σε εκατομμύρια συμβατικές κονσέρβες. Σε ότι αφορά όμως μια σειρά (ακριβώς των πιο σπάνιων) ειδών της, η επεξεργασία τους μειωνόταν συστηματικά. Ειδικά, στη Μολδαβία ενώ αυξανόταν ορμητικά η παραγωγή τοματοπελτέ και πουρέ μήλου, χρόνο με το χρόνο μειώνονταν οι όγκοι επεξεργασίας κερασιών, βύσσινου, βερίκοκου και ροδακίνων. «Η πλειοψηφία των νοικοκυριών, που παλιότερα είχαν σημαντικές εκτάσεις τέτιων καλλιεργειών, σταδιακά τις ξερίζωσαν, μετατρέποντάς τες σε κήπους με μηλιές. Χάθηκαν σχεδόν τελείως τα φραγκοστάφυλα, τα βατόμουρα και οι φράουλες»[50].

Εφ’ όσον ο άμεσα κοινωνικός χαρακτήρας της σοσιαλιστικής παραγωγής εκφράζεται στη σχεδιοποιημένη υποταγή της παραγωγής στα κοινωνικά οικονομικά συμφέροντα, η αντίθεση μεταξύ του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής και της εμπορευματικότητας εμφανίζεται και ως αντίθεση μεταξύ της σχεδιοποίησης και της εμπορευματικότητας. Αυτή η αντίθεση είναι παρούσα τόσο στην παλιά, την εμπορευματοχρηματική, όσο και στην καινούργια, την άμεσα κοινωνική μορφή. Και κανένας δείκτης, ούτε φυσικός, ούτε, πολύ περισσότερο, αξιακός δεν μπορεί από μόνος του να αποκλείσει εντελώς την εμφάνιση της εμπορευματικότητας: εάν (σ.μ.: οι δείκτες) από μέσα πραγματοποίησης των κοινωνικών συμφερόντων μετατραπούν σε αυτοσκοπό, οι πράξεις των παραγωγών, που προσανατολίζονται στην επίτευξή τους, έρχονται σε αντίθεση με τον κοινό στόχο της σοσιαλιστικής παραγωγής.

Η διαφορά εδώ δεν συνίσταται στο ότι στην παλιά μορφή είναι παρούσα η εμπορευματικότητα, ενώ στη νέα απουσιάζει εντελώς, αλλά στο ότι η παλιά μορφή αντιστοιχεί περισσότερο σε εκείνη την αρνητική στιγμή της σοσιαλιστικής παραγωγής και σε αυτήν (σ.μ.: τη μορφή) εμφανίζεται ισχυρότερη. Οταν στο πρώτο σχέδιο για την αξιολόγηση της δραστηριότητας των επιχειρήσεων μετά τη μεταρρύθμιση του 1965 εντάχτηκαν αξιακοί δείκτες, πράγμα για το οποίο επέμεναν οι «εμπορευματικοί», η εμπορευματικότητα ενισχύθηκε, πράγμα που οδήγησε στην ενίσχυση της δράσης των αρνητικών τάσεων στην κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη.

Το καλοκαίρι του 1965 στη Πράβντα βγήκε ένα άρθρο του αντεπιστέλλοντος μέλους της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ Λ. Α. Λεόντιεφ, που προπαγάνδιζε τον προσανατολισμό των επιχειρήσεων στο κέρδος, μετέπειτα, σαν εκπρόσωπος των ανθρώπων της πρακτικής, υποστήριξε αυτήν την ιδέα ο Γ. Α. Κουλάγκιν, διευθυντής του εργοστάσιου μηχανοκατασκευών Σβέρντλοφ του Λενινγκράντ, έπειτα δημοσιεύτηκε από την Πράβντα ένα φανερά παραγγελθέν άρθρο του οικονομολόγου από το Χάρκοβο, προστατευόμενου του Χρουστσόφ Ε. Γ. Λίμπερμαν, που λάβρος έκανε αγκιτάτσια υπέρ του προσανατολισμού στο κέρδος και, με αυτόν τον τρόπο, έγινε δήθεν «συζήτηση» για την υποστήριξη της χαραγμένης οικονομικής μεταρρύθμισης του 1965, που άνοιξε το δρόμο στην καταστροφή της σοσιαλιστικής οικονομίας[51].

Από όσα έχουν ειπωθεί, ωστόσο, δεν πρέπει να συνάγεται το συμπέρασμα, ότι η εμπορευματικότητα, όντας αρνητική στιγμή της σοσιαλιστικής άμεσα κοινωνικής παραγωγής, γεννά μόνο αρνητικά αποτελέσματα. Μια που η στιγμή αυτή βρίσκεται σε ενότητα με την ουσία της σοσιαλιστικής παραγωγής, μπορεί ακόμα και να αξιοποιηθεί για την ανάπτυξη του σοσιαλισμού και, επομένως, για την αποδυνάμωσή της (σ.μ.: της εμπορευματικότητας). Για την ικανοποίηση των κοινωνικών συμφερόντων πρέπει να αξιοποιείται και η τάση ικανοποίησης μέσω της πραγματοποίησής τους (σ.μ.: των κοινωνικών συμφερόντων) κάποιων ιδιαίτερων συμφερόντων, πράγμα που θέτει το καθήκον της οργάνωσης παροχής υλικών κινήτρων. Ομως αυτό πρέπει να είναι πραγματικά αξιοποίηση της εμπορευματικότητας για την ανάπτυξη του σοσιαλισμού, και όχι αξιοποίηση του σοσιαλισμού για την ανάπτυξη της εμπορευματικότητας και τον πλουτισμό ξεχωριστών προσώπων ή κολεκτίβων. Εχοντας αυτό υπόψη πρέπει να λύνεται και το ζήτημα της χρησιμοποίησης των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων, στις οποίες δίπλα στο νέο άμεσα κοινωνικό περιεχόμενο εμφανίζεται έντονα η εμπορευματικότητα.

Ακόμα και ο Μ. Σ. Γκορμπατσόφ πριν την ανακήρυξη της αντισοβιετικής του περεστρόικα σημείωνε: «Στη χώρα μας μιλάνε αρκετά και τεκμηριωμένα για την ανάγκη της πληρέστερης υλοποίησης των δυνατοτήτων και της υπεροχής του σοσιαλιστικού συστήματος οικονομίας στις σύγχρονες συνθήκες. Ομως, συμβαίνει και αυτό, να θέτουν την προοπτική ανόδου των ρυθμών ανάπτυξης της οικονομίας και της ανόδου της αποτελεσματικότητάς της μόνο σε εξάρτηση από την ανάπτυξη των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων. Τι μπορούμε να πούμε σχετικά με αυτό; Ναι οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις είναι παρούσες στο σοσιαλισμό. Τα εργαλεία τους χρησιμοποιούνται πλατιά στη σοσιαλιστική οικονομία. Και είναι σημαντικό να μάθουμε ακόμα καλλίτερα να χρησιμοποιούμε αυτά τα εργαλεία, μη ξεχνώντας, εννοείται, ότι στο σοσιαλισμό αλλάζει η φύση και η σημασία τους. Για αυτό απαιτούνται σοβαρές επιστημονικές συστάσεις σχετικά με τη χρησιμοποίηση στις σημερινές συνθήκες τέτιων μοχλών, όπως η τιμή, το κόστος, το κέρδος, η πίστη και μερικών άλλων. Παράλληλα, ο περιορισμός του καθήκοντος της πληρέστερης αξιοποίησης των δυνατοτήτων του σοσιαλιστικού συστήματος οικονομίας μόνο σε αυτό θα σήμαινε την έκπτωση τέτιων ριζικών αρχών και προτερημάτων του σοσιαλισμού, όπως ο σχεδιοποιημένος χαρακτήρας της οικονομίας μας, η προτεραιότητα των κοινωνικών στόχων της οικονομικής ανάπτυξης, η δυνατότητα της συνειδητής βελτιστοποίησής της για την πραγματοποίηση βαθιών ποιοτικών αλλαγών στην παραγωγή και τα συμφέροντα της κοινωνίας»[52].

Η άμεσα κοινωνική παραγωγή και η εμπορευματικότητα βρίσκονται σε ενότητα, στο βαθμό που η εμπορευματικότητα δεν βρίσκεται έξω από τη σοσιαλιστική άμεσα κοινωνική παραγωγή, αλλά αποτελεί στιγμή αυτής της ίδιας. Αλλά εφόσον είναι η αρνητική στιγμή της άμεσα κοινωνικής παραγωγής, η άμεσα κοινωνική παραγωγή και η εμπορευματικότητα είναι αντίθετες. Εχουμε να κάνουμε με ενότητα αντίθετων πλευρών, η καθεμιά από τις οποίες εμπεριέχει την άλλη πλευρά, ως άρνησή της στον ίδιο της τον εαυτό, ως δική της στιγμή. Εξ αιτίας αυτής της αλληλοδιείσδυσης η κάθε πλευρά της εξεταζόμενης αντίθεσης του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και της εμπορευματικότητας η ίδια αποτελεί αντίθεση. Εχουμε, επομένως ενότητα αντιθέσεων - αντίφαση.

Η αντίφαση της άμεσα κοινωνικής φύσης του σοσιαλισμού και της εμπορευματικότητας δεν θα ήταν σωστό να κατανοείται ως αντίφαση δυο ομάδων σχέσεων, η μια από τις οποίες θα ταυτιζόταν με τις άμεσα κοινωνικές σχέσεις και η άλλη με τις εμπορευματικές. Στη σοσιαλιστική άμεσα κοινωνική παραγωγή όλες οι σχέσεις είναι άμεσα κοινωνικές και όλες εμπεριέχουν την άρνησή τους, την εμπορευματικότητα. Η αντίφαση μεταξύ του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής και της εμπορευματικότητας εμφανίζεται σε κάθε σχέση παραγωγής.

Δεν αντανακλά την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων και η αντίληψη σύμφωνα με την οποία η σοσιαλιστική παραγωγή είναι διστρωματική: το χαμηλότερο, βαθύτερο στρώμα είναι άμεσα κοινωνικό, ενώ το ανώτερο εμπορευματικό. Με μια τέτια κατανόηση της άμεσα κοινωνικής ουσίας της παραγωγής αυτή (σ.μ.: η ουσία) βρίσκεται ξεκομμένη από τα επιφανειακά φαινόμενα, εμφανίζεται σαν πραγματική ουσία η εμπορευματική, και ακόμα δεν γίνεται διχασμός της ουσίας. Στην πραγματικότητα όμως η άμεσα κοινωνική ουσία της παραγωγής υφίσταται, ενώ η εμπορευματικότητα όχι μόνο υφίσταται, αλλά ενυπάρχει στην ουσία. Η υλιστική διαλεκτική διδάσκει ότι δεν μπορεί να μην υπάρχει στην ουσία, αυτό που υπάρχει στο φαινόμενο, επειδή ό,τι υπάρχει στο φαινόμενο, αυτό υπάρχει και στην ουσία. Η εμπορευματικότητα είναι αντίθετη προς την ουσία της άμεσα κοινωνικής σοσιαλιστικής παραγωγής σε αυτήν την ίδια. Για τον άμεσα κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την εμπορευματικότητα μπορεί να ειπωθεί, ότι είναι «οι αντίθετοι ορισμοί της ίδιας ουσίας»[53], της άμεσα κοινωνικής ουσίας του σοσιαλισμού. Για την ορθή έκφραση της δοσμένης ουσίας χρειάζεται ακριβώς η διαλεκτική, η οποία, σύμφωνα με τη φράση του Β. Ι. Λένιν, «είναι η μελέτη της αντίφασης στην ίδια την ουσία των αντικειμένων…»[54]. Η ανεπαρκής μελέτη της διαλεκτικής από τους σοβιετικούς οικονομολόγους αποδυνάμωσε τις θέσεις τους στην πάλη με τους ρεβιζιονιστές εμπορευματικούς.

Στο βαθμό που ο «νόμος» και η «ουσία» είναι κατηγορίες της ίδιας τάξης, η ύπαρξη της στιγμής της εμπορευματικότητας στην ουσία της άμεσα κοινωνικής παραγωγής στο πρώτο στάδιο της εξέλιξής της δεν μπορεί να μην αφήνει τη σφραγίδα της και στη δράση των νόμων αυτής της παραγωγής.

Η αντίφαση μεταξύ του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής και της εμπορευματικότητας εμφανίζεται στο ότι αν και ο στόχος της σοσιαλιστικής παραγωγής είναι η εξασφάλιση της πλήρους ευημερίας και της ελεύθερης ολόπλευρης ανάπτυξης όλων των μελών της κοινωνίας, ως ένα από τα κίνητρα της δραστηριότητας των επιχειρήσεων εμφανίζεται η άνοδος της ποσότητας εκείνων των δεικτών της δουλιάς τους, με την αύξηση των οποίων συνδέεται και η αύξηση της οικονομικής ενθάρρυνσης.

Αυτή η αντίφαση αντανακλάται και στον χαρακτήρα της εργασίας στο σοσιαλισμό. Η άμεσα κοινωνική γενικά εργασία στο σοσιαλισμό δεν είναι εργασία μόνο για το κοινό καλό, χωρίς κανέναν άλλο καθορισμό. Εμπεριέχει και μια άλλη, αντίθετη προς τον κοινό προσανατολισμό της σοσιαλιστικής άμεσα κοινωνικής εργασίας στιγμή, τη στιγμή της εργασίας με στόχο την επιβράβευση.

Αποτελώντας αντίφαση της αντικειμενικής οικονομικής πραγματικότητας, η αντίφαση μεταξύ του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής και της εμπορευματικότητας αντανακλάστηκε και στη σοβιετική οικονομική επιστήμη. Μάλιστα κατά την επίλυση του ζητήματος του χαρακτήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής συνήθως συγκρουόμαστε με μονόπλευρες απόψεις δυο ειδών.

Η πρώτη από αυτές αποτελεί μια υπογράμμιση της άμεσα κοινωνικής φύσης του σοσιαλισμού χωρίς υπόδειξη στην ύπαρξη της αντίθετης στιγμής. Στην ουσία αυτή η μονόπλευρη προσέγγιση δεν είναι εσφαλμένη, εάν, αποτελώντας άμεση έκφραση του καθορισμού της σοσιαλιστικής παραγωγής ως όλου, είναι ένα λογικά αναγκαίο βήμα στη συνειδητοποίηση της αντίφασης μεταξύ του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και της εμπορευματικότητας.

Η δεύτερη μονόπλευρη προσέγγιση συνίσταται στην τάση να αναγορεύεται η εμπορευματικότητα, που είναι στιγμή της σοσιαλιστικής παραγωγής, αντίθετη στην ουσία του στην ίδια αυτή την ουσία, να εξυψώνεται σε όλον, ανακηρύσσοντας τη σοσιαλιστική παραγωγή τύπο της εμπορευματικής παραγωγής ή, πράγμα που είναι το ίδιο, παραγωγή που έχει εμπορευματικό χαρακτήρα. Αυτή η μονόπλευρη προσέγγιση ζωγραφίζει έναν πίνακα ευθέως αντίθετο της πραγματικότητας και είναι, γι’ αυτό, χονδροειδέστατο λάθος. Ομως αυτή η άποψη δεν αποτελεί μόνο μια σύγχυση. Εστω και αντεστραμμένα, αντανακλά μια πραγματική στιγμή της σοσιαλιστικής πραγματικότητας, υπογραμμίζοντας αυτό, που συχνά δεν έπαιρναν υπόψη μερικοί οικονομολόγοι, που απολύτως ορθά υπεδείκνυαν των άμεσα κοινωνικό χαρακτήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής.

Την πραγματική εικόνα θα την πάρουμε μόνο στην περίπτωση που θα αντανακλάσουμε στη θεωρία όχι μόνο τις αντίθετες πλευρές της αντίφασης μεταξύ του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής και της εμπορευματικότητας, αλλά όλη την αντίφαση συνολικά, αφού την εξετάσουμε ως ενότητα αντιθέτων. Τότε οι πλευρές της, παρμένες στην πάλη τους η μια με την άλλη, θα έχουν τεθεί σε εσωτερική ενότητα.

Η αντίφαση μεταξύ του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής και της εμπορευματικότητας συγκεκριμενοποιεί την αντίφαση μεταξύ της κομμουνιστικής φύσης του σοσιαλισμού και της άρνησής της στον εαυτό του. Η επίλυση της αντίφασης μεταξύ του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής και της εμπορευματικότητας είναι γι’ αυτό ταυτόχρονα και η επίλυση της καθολικής αντίφασης της ανάπτυξης του σοσιαλισμού ως πρώτης φάσης του κομμουνισμού ως αντίφασης μεταξύ της κομμουνιστικής φύσης του σοσιαλισμού και της άρνησής του, που συνδέεται με το ότι βγαίνει από τον καπιταλισμό.

 

Η ΕΠΙΛΥΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΦΑΣΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΑΜΕΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Η θέση, σύμφωνα με την οποία στην αντίφαση η ενότητα των πλευρών της είναι σχετική ενώ η πάλη των αντιθέσεων απόλυτη, είναι καθολική και γι’ αυτό ορθή και εφαρμόσιμη στην αντίφαση μεταξύ του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής και της εμπορευματικότητας. «Στην οικονομική βιβλιογραφία, έγραφε ο Α. Ι. Κάστσενκο, μερικές φορές υπερτιμάται η σημασία της ενότητας των αντίθετων πλευρών της πραγματικότητας, πράγμα που οδηγεί στη μετατροπή των αντίθετων πλευρών των φαινομένων στην άμεσή τους ταύτιση. Συχνά τον τύπο της υλιστικής διαλεκτικής για την ενότητα και πάλη των αντιθέτων τον αντικαθιστούν με τη θέση για την «οργανική τους ενότητα». Στην πρακτική αυτό οδηγεί στον αποπροσανατολισμό των οικονομικών καθοδηγητών, που συνηθίζουν στο «λουστράρισμα» της πραγματικότητας, με συνέπεια να μην μπορούν να τα βγάλουν πέρα με τις αντιφάσεις της ζωής. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με το ότι, λόγω της αυξανόμενης κοινότητας στη σοσιαλιστική κοινωνία το στοιχείο της ενότητας των αντιθέτων αποκτά απόλυτη ισχύ. Ακόμα και σε αυτές τις συνθήκες η ενότητα των αντιθέτων των διαφόρων πλευρών του κοινωνικού προϊόντος παραμένει προσωρινή, περαστική, σχετική, ενώ η πάλη τους είναι απόλυτη, στο βαθμό που είναι απόλυτη η κίνηση και η ανάπτυξη»[55].

Από την πάλη της άμεσα κοινωνικής σοσιαλιστικής παραγωγής με την εμπορευματικότητα απορρέει η θετική τάση ενίσχυσης του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και αποδυνάμωσης της εμπορευματικότητας. Από την πάλη της εμπορευματικότητας με τον άμεσα κοινωνικό χαρακτήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής απορρέει μια τάση, αντίθετη στην πρώτη, δηλαδή, η τάση αποδυνάμωσης της άμεσα κοινωνικής φύσης του σοσιαλισμού και ενίσχυσης της εμπορευματικότητας.

Οι αναφερόμενες τάσεις δεν είναι ισοδύναμες εξαιτίας του μη ισάξιου των πλευρών της αντίφασης, με την οποία συνδέονται. Εφ’ όσον η σοσιαλιστική άμεσα κοινωνική παραγωγή είναι αναπτυσσόμενο υπό την επίδραση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων όλον, ενώ η εμπορευματικότητα αποτελεί απλά στιγμή της, και μάλιστα αρνητική, γενική τάση είναι η τάση αποδυνάμωσης της εμπορευματικότητας και ενίσχυσης της άμεσα κοινωνικής φύσης του σοσιαλισμού. Αυτή η τάση έχει βάση της την απρόσκοπτη ανάπτυξη του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής. Με αυτήν συνδέονται η ανάπτυξη του σοσιαλισμού και η μετατροπή του σε πλήρη κομμουνισμό,

Από την ύπαρξη δυο αντίθετων τάσεων παράλληλα έπεται, ότι η πραγματική ιστορική κίνηση της σοσιαλιστικής παραγωγής δεν είναι έκφραση μόνο μιας κάποιας τάσης, αλλά αποτέλεσμα της πάλης δυο αντίθετων τάσεων, η συνισταμένη των δυνάμεων, που τις υποστηρίζουν. Στις ενέργειες, που απορρέουν από τον άμεσα κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και προσανατολίζονται στην ενίσχυσή του, αντιτίθενται ενέργειες που προσανατολίζονται στην ενίσχυση της εμπορευματικότητας και αντικειμενικά επιβραδύνουν τη διαδικασία ανάπτυξης της άμεσα κοινωνικής φύσης του σοσιαλισμού.

Εφ’ όσον η άμεσα κοινωνική παραγωγή συνίσταται στη σχεδιοποιημένη υποταγή της στα κοινωνικά συμφέροντα, η ενίσχυση της άμεσα κοινωνικής φύσης του σοσιαλισμού εκφράζεται στην όλο και πληρέστερη και συνεπή πραγματοποίηση των κοινωνικών συμφερόντων στη ζωή. Η αντίθετη τάση εκφράζεται στην αποδυνάμωση ή τη ρήξη αυτής της σχεδιοποιημένης υποταγής, στην άνοδο του αριθμού των παραβιάσεων των κοινωνικών συμφερόντων και των υποχωρήσεων από αυτά.

Ακριβώς με την τάση ενίσχυσης της εμπορευματικότητας, που με το υπάρχον επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων εκφραζόταν ακόμα αντικειμενικά, και την ενεργητικότητα των φορέων της στην οικονομική επιστήμη και την οικονομική πρακτική εξηγείται ολόκληρη σειρά των οικονομικών μας δυσκολιών. Γίνεται λόγος, κυρίως, για εκείνα τα φαινόμενα, που ενώ στους χρηματικούς υπολογισμούς φαινόταν σημαντική άνοδος, δεν συνέβαινε η αντίστοιχη άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας και της παραγωγής. Μάλιστα αυτό είχε σχέση και με κλάδους που καθόριζαν την τεχνική ανάπτυξη της παραγωγής. Οπως σημείωνε ο Π. Ιγκνάτοβσκι, η δυνατότητα αύξησης των αξιακών μεγεθών χωρίς την τελειοποίηση της τεχνικής και της τεχνολογίας της παραγωγής δεν συγκρατεί μόνο την τεχνική πρόοδο, αλλά και αδυνατίζει με οξύ τρόπο το κάθε κίνητρό της, συμπεριλαμβανομένης της εγερτικής λειτουργίας του σχεδίου. «Πρώτα από όλα γι’ αυτόν τον λόγο οι πρόοδοι στην τεχνολογική βελτίωση της παραγωγής δεν έγιναν ακόμα γενικές, ουσιαστικές για τη λαϊκή οικονομία συνολικά και τους ξεχωριστούς κλάδους, δεν επιτεύχθηκε μεγάλη μεταστροφή στην άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας, στην εξοικονόμηση υλικών πόρων, στην βελτίωση της οικονομικής αποτελεσματικότητας της κοινωνικής εργασίας»[56]. Αυτό ακόμα μια φορά επιβεβαιώνει την ορθότητα του συμπεράσματος που είχε συνάγει ενωρίτερα ο Π. Ιγκνάτοβσκι: «… λύνοντας ζητήματα σχετικά με την εξυγίανση της πολιτικής κατάστασης στους χαμηλούς κρίκους της λαϊκής οικονομίας, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, ότι, όσο στις επιχειρήσεις δεν ξεπερνιέται το σπρώξιμο της οικονομίας προνομιακά σε αξιακά αποτελέσματα και εκτιμήσεις, η πολιτική στην οικονομική διαχείριση, είτε το θέλουμε είτε όχι, υποχωρεί μπροστά στην πίεση της χρηματικής κυκλοφορίας, του χρηματικού συμφέροντος…»[57].

Η υπόθεση εδώ, όμως, δεν βρίσκεται στους χρηματικούς δείκτες ως τέτιους, αλλά στην προβολή τους σε πρώτο πλάνο, στη μετατροπή τους σε αυτοσκοπό, τη στιγμή που η γόνιμη αξιοποίηση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων, που αναπτύσσει τον άμεσα κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και αποδυναμώνει την εμπορευματικότητα, προϋποθέτει, ότι οι χρηματικοί δείκτες πρέπει να υπηρετούν απλά ως μέσο υλοποίησης των κοινωνικών συμφερόντων. Η υπόθεση συνίσταται στις προσπάθειες ξεχωριστών ατόμων ή κολεκτίβων να θέσουν ψηλότερα από τα συμφέροντα της κοινωνίας τα συμφέροντα αύξησης του εισοδήματός τους (με όποιους δείκτες και αν συνδεόταν αυτό), δηλαδή να καθιερώσουν την προτεραιότητα όχι των καθολικών, κοινωνικών, αλλά κάποιων ιδιαίτερων συμφερόντων. Τέτιες προσπάθειες γεννούν την τάση ενίσχυσης της εμπορευματικότητας και αποδυνάμωσης του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής, ως τάση αντίθετη στην εξέλιξη του σοσιαλισμού σε πλήρη κομμουνισμό. Η γενική τάση ενίσχυσης της άμεσα κοινωνικής φύσης του σοσιαλισμού και αποδυνάμωσης της εμπορευματικότητας μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο χάριν του γεγονότος, ότι σε εκείνες τις περιπτώσεις, που ενέργειες που απορρέουν από τα κοινωνικά ή άλλα συμφέροντα, έρχονται σε αντίθεση, αυτή η αντίθεση επιλύεται όχι με το να πληγούν τα κοινωνικά συμφέροντα, αλλά διαμέσου της προνομιακής υλοποίησής τους.

Το ερώτημα σχετικά με το ποια τάση θα γίνει κυρίαρχη είναι, επομένως, ερώτημα σχετικά με το ποιων συμφερόντων, των κοινωνικών ή κάποιων άλλων, θα πραγματοποιείται η προτεραιότητα. Θα ενισχύεται στη βάση της προτεραιότητας των κοινωνικών οικονομικών συμφερόντων η διαλεκτική ενότητα των κοινωνικών, ομαδικών και ατομικών συμφερόντων ή θα αρχίσει να αποδυναμώνεται, ως αποτέλεσμα των προσπαθειών εγκαθίδρυσης της προτεραιότητας όχι των κοινωνικών, αλλά κάποιων άλλων συμφερόντων.

Η πάλη για την επίλυση της αντίφασης μεταξύ του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής και της εμπορευματικότητας στη γραμμή της ενίσχυσης του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και αποδυνάμωσης της εμπορευματικότητας συνίσταται, επομένως, στην υλοποίηση της προτεραιότητας των κοινωνικών συμφερόντων σε όλη την οικονομική ζωή. Σε αυτό, πρώτα από όλα, εκφράζεται πιο συγκεκριμένα η πάλη για την εξέλιξη του σοσιαλισμού σε πλήρη κομμουνισμό.

Η εξασφάλιση της προτεραιότητας των κοινωνικών συμφερόντων ως εκείνων που εκφράζουν το βασικό περιεχόμενο των ατομικών συμφερόντων όλων των μελών της κοινωνίας είναι ταυτόσημο με την εξασφάλιση πραγματικής λειτουργίας της κοινωνικής ιδιοκτησίας και της περαιτέρω ανάπτυξής της. Η προτεραιότητα άλλων συμφερόντων θα σήμαινε την αποδυνάμωση και την υπονόμευση της κοινωνικής ιδιοκτησίας. Στην Πολιτική Εισήγηση της ΚΕ του ΚΚΣΕ στο 27ο Συνέδριο του κόμματος σημειωνόταν «το επίκαιρο πρόβλημα ρύθμισης των σχέσεων της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας, ως εξασφάλιση της προτεραιότητας των παλλαϊκών συμφερόντων επί των συμφερόντων των περιφερειών και των περιοχών»[58].

Το θέμα της προτεραιότητας των συμφερόντων, εννοείται, ότι μπορεί να τίθεται μόνο επειδή, στο πλαίσιο της ενότητας που υπάρχει στην πρώτη φάση του κομμουνισμού, διατηρούνται ακόμα και διαφορές στα συμφέροντα. Εξ αιτίας αυτού «εκεί, όπου ιδιωτικές βλέψεις, ακόμα και οι νόμιμες και δίκαιες, αρχίζουν να πιέζουν τα κοινωνικά συμφέροντα, εκεί εμφανίζεται απειλή για την ενότητα των ενεργειών, για την κοινωνική συνοχή»[59]. Για παράδειγμα, «όταν οι σχέσεις της οικονομικής αυτοτέλειας παίρνουν χαρακτήρα αυτάρκειας, τα συμφέροντα όλης της κοινωνικής παραγωγής μετακινούνται στο πίσω πλάνο, πράγμα που πρακτικά έχει την ίδια σημασία με τη μετατροπή των ξεχωριστών επιχειρήσεων σε συλλογικούς ιδιοκτήτες»[60].

Η ανισομετρία, η μη ισοδυναμία των δυο αντιθέτων τάσεων (της μιας προς την αποδυνάμωση, της άλλης προς την ενίσχυση της εμπορευματικότητας), ο καθοριστικός ρόλος της τάσης για ενίσχυση του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής δεν πρέπει να εννοούνται υπό την έννοια, ότι η προτεραιότητα των κοινωνικών συμφερόντων υλοποιείται αυτόματα, από μόνη της, χωρίς πάλη. Το θέμα δεν πρέπει να κατανοείται και με την έννοια ότι η πάλη για την προτεραιότητα των κοινωνικών συμφερόντων, που εκφράζουν τα ριζικά συμφέροντα της κάθε σοσιαλιστικής προσωπικότητας, είναι σε όλες τις συνθήκες και πάντα νικηφόρα. Αυτό θα ήταν απλούστευση. Ομως αντικειμενικά οι δυνάμεις των αντιθέτων δεν είναι ίσες. Γι’ αυτό εάν η πάλη για την ενίσχυση της άμεσα κοινωνικής φύσης του σοσιαλισμού, για την προτεραιότητα των κοινωνικών συμφερόντων ξεδιπλώνεται με πλήρη δύναμη και με την αξιοποίηση όλων των δυνατοτήτων και προτερημάτων, που είναι δεδομένα για το σοσιαλιστικό οικοδόμημα, η τάση ενίσχυσης της άμεσα κοινωνικής φύσης του σοσιαλισμού και αποδυνάμωσης της εμπορευματικότητας απαραίτητα υπερισχύει. Και μόνο με αυτήν την προϋπόθεση «οι προσπάθειες ξεχωριστών προσώπων ή ομάδων να εκφράσουν τα συμφέροντά τους προς βλάβην των κοινωνικών δεν έχουν ελπίδα και είναι ιστορικά καταδικασμένες τελικά θα ξεριζωθούν και θα καταπιεστούν αναπόφευκτα ως ξένες προς τη βαθιά ουσία των σοσιαλιστικών σχέσεων»[61].

Η γεμάτη αυταπάρνηση δουλιά των σοβιετικών ανθρώπων ήταν άμεσο αποτέλεσμα και έκφραση της άμεσα κοινωνικής φύσης του σοσιαλισμού. Η καλλιεργημένη σε όλο και μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού συνήθεια να βάζουν τα κοινωνικά συμφέροντα πάνω από τα ατομικά δεν μοιάζει καθόλου με το εφεύρημα μερικών θεωρητικών για μια «τάση των ανθρώπων στη βασική τους μάζα προς το ατομικό τους βόλεμα»[62]. Εάν ήταν έτσι, όπως γράφει ο Α. Σ. Τσιπκό, τότε η οικοδόμηση του πλήρους κομμουνισμού θα ήταν απολύτως αδύνατη. Στη θέση της ενέργειας της κομμουνιστικής δημιουργίας θα ερχόταν η πλήρης αδιαφορία για τις υποθέσεις της κοινωνίας. Η διαμεσολάβηση της ικανοποίησης των προσωπικών συμφερόντων από την ικανοποίηση των κοινωνικών, που εκφράζουν το πρωτοπόρο στα προσωπικά συμφέροντα, κάνει του εργαζόμενους να ενδιαφέρονται υλικά καθ’ όλη τη διάρκεια της κομμουνιστικής οικοδόμησης. Να γιατί από το κόμμα μπήκε σωστά σαν σημαντικότατο και άμεσο το καθήκον «της εξασφάλισης της προτεραιότητας των γενικών κρατικών συμφερόντων…»[63].

Αυτό το καθήκον πρέπει να κατανοείται παίρνοντας υπόψη ότι τα κοινωνικά συμφέροντα δεν είναι κάποια συμφέροντα πάνω από το άτομο. Είναι και αυτά προσωπικά, όμως τέτια προσωπικά, η εξυπηρέτηση των οποίων εξασφαλίζει την υψηλότερη κοινωνική πρόοδο, το κοινό καλό όλων των μελών της κοινωνίας, κάθε σοσιαλιστικής προσωπικότητας. Εάν εξασφαλίζεται η πραγματοποίηση των κοινωνικών συμφερόντων, θα δημιουργούνται οι συνθήκες και για την ελεύθερη ανάπτυξη της κάθε ατομικότητας, της κάθε προσωπικότητας. Το αντίστροφο δεν είναι ορθό και ο Ι. Β. Στάλιν τον καιρό του το απέδειξε πλήρως στην πολεμική με τους αναρχικούς, που διακήρυσσαν ότι «η προσωπικότητα είναι πάνω από όλα» και ότι, έχοντας απελευθερώσει την προσωπικότητα, κάπως θα απελευθερώσουμε και τη μάζα. Νίκησε η μαρξιστική άποψη, σύμφωνα με την οποία «η μάζα είναι πάνω από όλα» και έχοντας απελευθερώσει τη μάζα, θα κάνουμε ελεύθερη και την κάθε προσωπικότητα.

Η αποδυνάμωση της προτεραιότητας των κοινωνικών συμφερόντων προκαλεί την ενίσχυση της εμπορευματικότητας, την τάση να εξετάζεται η ανάπτυξη της προσωπικότητας του εργαζόμενου σαν μέσον για την αύξηση της ατομικής ιδιοκτησίας. Η πραγματική, όμως, φροντίδα για την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας του κάθε μέλους της κοινωνίας χωρίς εξαίρεση προϋποθέτει την προτεραιότητα των κοινωνικών οικονομικών συμφερόντων ως οικονομικής προϋπόθεσης πραγματοποίησης αυτού του καθήκοντος.

Μερικές φορές, μιλώντας απόλυτα δίκαια για την ανάγκη σύνθεσης των κοινωνικών, ομαδικών και ατομικών συμφερόντων, προσπαθούν, παρ’ όλα αυτά, να θέσουν υπό αμφισβήτηση την προτεραιότητα των κοινωνικών συμφερόντων. Ομως, στο σοσιαλισμό, όπως ήδη ειπώθηκε, υπάρχουν μη ανταγωνιστικές αντιθέσεις μεταξύ των κοινωνικών και των ομαδικών, των κοινωνικών και των ατομικών συμφερόντων και δεν μπορούν να μην εμφανίζονται. Λόγω της ύπαρξης αυτών των αντιθέσεων το θέμα τίθεται μόνο έτσι: είτε προτεραιότητα των ατομικών (ομαδικών), είτε προτεραιότητα των κοινωνικών συμφερόντων. Για εκείνα τα ζητήματα ανάπτυξης της οικονομίας, τα οποία ως αποτέλεσμα της ενότητας των συμφερόντων λύνονται με τον ίδιο τρόπο, όποιο συμφέρον από όσα απαριθμήθηκαν και να τεθεί επικεφαλής, πρόβλημα προτεραιότητας, εννοείται, δεν εμφανίζεται. Εμφανίζεται μόνο τότε, όταν οι διεκδικήσεις που απορρέουν από τα κοινωνικά, τα ομαδικά και τα ατομικά συμφέροντα, δεν συμπίπτουν. Σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει αναπόφευκτα να λυθεί το ζήτημα σχετικά με το σε ποια συμφέροντα θα δοθεί προτίμηση, πρωτεία, προτεραιότητα. Ο χαρακτήρας της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής καθορίζει την προτεραιότητα των συμφερόντων - επικεφαλής σε συνθήκες κοινωνικής ιδιοκτησίας τίθενται τα κοινωνικά συμφέροντα. Στα λόγια και ο Γκορμπατσόφ αναγνώριζε ότι το σύστημα των συμφερόντων είναι σοσιαλιστικό, όταν «πραγματοποιείται ο συντονισμός τους και η ιεράρχησή τους στη βάση των ριζικών συμφερόντων του λαού»[64].

Με άλλα λόγια δεν αρκεί να μιλάμε για σύνθεση συμφερόντων ή για τη σωστή τους σύνθεση. Πρέπει να υπολογίζουμε ποια σύνθεσή τους είναι σωστή, δηλαδή αντιστοιχεί στη φύση του σοσιαλισμού και στο καθήκον της ενίσχυσης του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής. Η ενεργοποίηση, η επίτευξη αρμονίας, η βελτιστοποίηση, η συμφιλίωση των ιδιαίτερων συμφερόντων των κοινωνικών ομάδων, των κολεκτίβων, των προσωπικοτήτων πραγματοποιείται στη βάση της προτεραιότητας των κοινωνικών συμφερόντων.

Αυτό που εξυπηρετεί την κοινωνία, εξυπηρετεί την κάθε κολεκτίβα, τον κάθε εργαζόμενο και σε αυτό βρίσκεται η βάση της ενότητας των συμφερόντων στο σοσιαλισμό. Ταυτόχρονα, δεν εξυπηρετούν την κοινωνία όλα όσα εξυπηρετούν κάποιο μέλος της κοινωνίας ή κάποια δοσμένη κολεκτίβα. Συμβαίνει συχνά ο μισθός των εργαζομένων, τα πριμ στις κολεκτίβες να αυξάνουν και η κοινωνία να υφίσταται πλήγμα. Ετσι συμβαίνει, για παράδειγμα, όταν το πριμ εξαρτάται από το κέρδος, και οι επιχειρήσεις με στόχο την αύξηση του κέρδους αντί για τα απαραίτητα στον πληθυσμό φθηνά προϊόντα παράγουν ακριβά, ενώ πετυχαίνουν μείωση των πλάνων ή, αντίθετα, αύξηση των τιμών, κάνουν υποσημειώσεις κλπ.

Η ευημερία, η ικανοποίηση των αναγκών και των συμφερόντων των εργαζομένων θα είναι τόσο υψηλότερα, όσο πιο ενεργά θα γίνεται πάλη με τις προσπάθειες αλλαγής της αρχής της προτεραιότητας των κοινωνικών αναγκών με την αρχή της μέγιστης ατομικής ή στενά ομαδικής εξυπηρέτησης. Η πάλη αυτή δεν είναι εύκολη, επειδή «οι φορείς των ιδιοτελών συμφερόντων είναι ικανοί να προσαρμόζονται και να μασκαρεύονται σε όλες τις συνθήκες και ακόμα να βρίσκουν δικαιολογίες για τις πράξεις τους»[65].

Μερικές φορές στη βιβλιογραφία το καθήκον υλοποίησης της προτεραιότητας των κοινωνικών συμφερόντων σε σχέση με τα ομαδικά και τα ατομικά αντικατασταινόταν με το καθήκον που έμοιαζε εξωτερικά «της συμφιλίωσης, του πλησιάσματος αυτών των συμφερόντων, της εξεύρεσης της συνισταμένης τους, που προσανατολίζεται στην επίτευξη του οικονομικού βέλτιστου σημείου των συμφερόντων»[66]. Ομως, η αναζήτηση της συνισταμένης των συμφερόντων διαστρεβλώνει την πραγματική τοποθέτηση του ζητήματος. Η αναζήτηση της «συνισταμένης» των συμφερόντων σημαίνει υποχώρηση από τα κοινωνικά συμφέροντα, που εκφράζουν τα ριζικά συμφέροντα όλων των μελών της κοινωνίας, προσπάθεια αποφυγής της προτεραιότητάς τους, που σε συνθήκες σοσιαλισμού σημαίνει το πραγματικό βέλτιστο των συμφερόντων στη λαϊκή οικονομία. Σπάνια, όμως συναντήθηκαν και τέτιες περιπτώσεις, που στους οικονομικούς παράγοντες εξ ονόματος της οικονομικής επιστήμης επιβλήθηκε η προτεραιότητα τοπικών καθηκόντων. Ο Π. Γ. Ολντάκ, για παράδειγμα, έγραφε: «Η κάθε περιοχή (περιφέρεια, παραγωγική ένωση, επιχείρηση) προσπαθεί να εξασφαλίσει την προτεραιότητα επίλυσης των δικών της τοπικών προβλημάτων, πράγμα που αναπόφευκτα γεννά την ανάγκη καθορισμού της προτεραιότητας των τοπικών καθηκόντων»[67]. Τραγικά εσφαλμένος ήταν ο ισχυρισμός του Α. Ι. Λέβικοφ: «Δεν υπάρχει τίποτα πιο ανόητο από τον επίπεδο ισχυρισμό, που συναντάται μερικές φορές, σχετικά με το ότι πρέπει να υποτάσσονται τα ομαδικά και ατομικά συμφέροντα στα συμφέροντα της κοινωνίας»[68].

Η σχεδιοποιημένη πραγματοποίηση της προτεραιότητας των κοινωνικών συμφερόντων δεν γίνεται χωρίς πάλη με τις προσπάθειες επιβολής κάποιων άλλων συμφερόντων, συμβαίνει μάλιστα να χρειάζεται να γίνεται πάλη όχι μόνο με τις υποχωρήσεις από τα κοινωνικά συμφέροντα στην πρακτική, αλλά και με προσπάθειες θεωρητικής δικαίωσης αυτών των υποχωρήσεων, μετατροπής τους σε κανόνα. Επιβεβαιώνεται έτσι, ότι η τάση ενίσχυσης της εμπορευματικότητας και αποδυνάμωσης του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής έχει όχι μόνο τους φορείς της, αλλά και θεωρητικούς εκφραστές, που είναι ικανοί να προσδώσουν στην πάλη για την ενίσχυση της εμπορευματικότητας εσκεμμένο χαρακτήρα. Από εδώ συνάγεται, ότι για το ξεπέρασμα αυτής της τάσης και την υλοποίηση της τάσης ενίσχυσης του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής η πάλη για την προτεραιότητα των κοινωνικών συμφερόντων πρέπει να είναι περισσότερο συνειδητή, περισσότερο ενεργητική, περισσότερο επιθετική. Μόνο με αυτήν την προϋπόθεση η αντίφαση μεταξύ του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής και της εμπορευματικότητας θα επιλύεται στη γραμμή της εξέλιξης του σοσιαλισμού σε πλήρη κομμουνισμό, και όχι στη γραμμή παλινόρθωσης του καπιταλισμού. Εάν η πάλη για τη σχεδιοποιημένη πραγματοποίηση της προτεραιότητας των κοινωνικών συμφερόντων ξεδιπλωθεί πλήρως, τότε η τάση ενίσχυσης του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής και αποδυνάμωσης της εμπορευματικότητας γίνεται άμεση.

Η πάλη για τη σχεδιοποιημένη πραγματοποίηση της προτεραιότητας των κοινωνικών οικονομικών συμφερόντων, με τη σειρά της, πρέπει επίσης να συγκεκριμενοποιηθεί. Για αυτό πρέπει να ξεκαθαριστεί, ότι βρίσκεται στη βάση της ενότητας των συμφερόντων των μελών της σοσιαλιστικής κοινωνίας, πράγμα με το οποίο συνδέονται οι διαφορές και αντιθέσεις στα συμφέροντα, ποια συμφέροντα και γιατί εμφανίζονται ως κοινωνικά. Τότε η πάλη για τη σχεδιοποιημένη πραγματοποίηση της προτεραιότητας των κοινωνικών συμφερόντων θα κατανοείται περισσότερο περιεκτικά[69].

Οι οικονομολόγοι, που υπερασπίστηκαν στις συζητήσεις τον άμεσα κοινωνικό χαρακτήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής, στη θεωρία νίκησαν τους εμπορευματικούς. Προς τιμήν της σοβιετικής οικονομικής επιστήμης ο Γκορμπατσόφ δεν κατάφερε να πετύχει ώστε έστω και ένα οικονομικό συνέδριο να υποστηρίξει την αντιδραστική κίνηση προς την αγορά, για την οποία επέμενε ο Γκορμπατσόφ, βασιζόμενος σε τέτιους αποστάτες και εξωμότες, όπως ο Λ. Α. Αμπάλκιν και ο Ν. Γ. Πετρακόφ, που εξελίχτηκαν σε συμβούλους και βοηθούς του Γκορμπατσόφ. Η παλινόρθωση του καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ έγινε όχι χάριν, αλλά ενάντια στις απόψεις των σοβιετικών οικονομολόγων, που θεωρητικά κατατρόπωσαν τους εμπορευματικούς, που ήταν φορείς αντιδραστικών τάσεων παλινόρθωσης.



Ο Μ. Β. Ποπώφ είναι καθηγητής της έδρας Οικονομίας και Δικαίου του Κρατικού Πανεπιστημίου της Αγ. Πετρούπολης (Λένινγκραντ), μέλος της Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών του Μεγάλου Πέτρου.
Το κείμενο είναι εισήγηση στη διημερίδα του ΚΜΕ, 28-29 Νοεμβρίου 2002, με θέμα: «Ο άμεσα κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής στο σοσιαλισμό και οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις».

[1] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 41, σελ. 314.

[2] Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 46, μέρος Ι, σελ. 473, 479 – 485

[3] Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 46, μέρος Ι, σελ. 101.

[4] Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Σύγχρονη Εποχή, τ.1, σελ. 340.

[5] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 36, σελ. 161-162. Βασιζόμενος σε αυτήν την κατανόηση της σοσιαλιστικής παραγωγής, ο Β. Β. Κούιμπισεφ υποστήριζε ότι «με την πλήρη νίκη του σοσιαλισμού» η οικονομία της χώρας θα μετατραπεί σε ένα «ενιαίο σύμπλεγμα λαϊκής οικονομίας» (Κούιμπισεφ Β. Β. Διαλεχτά Εργα, Μόσχα 1937, σελ. 378).

[6] Λαμβανομένου υπόψη, ότι η συνεταιριστική ιδιοκτησία είναι μορφή κοινωνικής ιδιοκτησίας μόνο εφ’ όσον τον καθοριστικό ρόλο τον παίζει η ιδιοκτησία του σοσιαλιστικού κράτους.

[7] Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς, Εργα, τ. 47, σελ. 285.

[8] Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς, Εργα, τ. 46, σ. 101.

[9] Κ. Μαρξ, Κριτική του προγράμματος της Γκότα, Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς, Διαλεχτά Εργα, τ. ΙΙ, σελ. 12. Στη σοβιετική οικονομική βιβλιογραφία είχε επίσης πλατειά διάδοση η εξής ρήση του Κ. Μαρξ: «Η παραγωγή εμπορευμάτων και η κυκλοφορία εμπορευμάτων είναι όμως φαινόμενα που ανήκουν στους πιο διαφορετικούς τρόπους παραγωγής, αν και σε διαφορετική έκταση και σπουδαιότητα. Ωστε δεν ξέρουμε τίποτα για τη differentia specifica (το χαρακτηριστικό διακριτικό) αυτών των τρόπων παραγωγής και επομένως, δεν μπορούμε να τους κρίνουμε, όταν γνωρίζουμε μόνο τις αφηρημένες κατηγορίες της κυκλοφορίας εμπορευμάτων που τις έχουν από κοινού» (Το Κεφάλαιο, τ. 1, σελ. 126-127, υποσημείωση). Από αυτήν τη ρήση μερικές φορές διατυπώνεται το συμπέρασμα σύμφωνα με το οποίο στο σοσιαλισμό υπάρχει εμπορευματική κυκλοφορία ή ακόμα, ότι η σοσιαλιστική παραγωγή είναι εμπορευματική. Ομως «οι πιο διαφορετικοί τρόποι παραγωγής» δεν είναι ακόμα όλοι οι τρόποι παραγωγής. Αυτό που είναι αληθινό για τη δουλοκτητική, τη φεουδαρχική και την καπιταλιστική παραγωγή δεν πρέπει να μεταφέρεται μηχανιστικά στη σοσιαλιστική παραγωγή.

[10] Φ. Ενγκελς, Αντι-Ντύρινγκ, Αναγνωστίδης, Αθήνα 1963, σελ. 459.

[11] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 17, σελ. 130.

[12] Δωδέκατο συνέδριο ΡΚΚ(μπ): Στενογραφημένα πρακτικά, Μόσχα, 1983, σελ. 677

[13] Φ. Ενγκελς, Αντι-Ντύρινγκ, Αναγνωστίδης, Αθήνα 1963, σελ. 459.

[14] Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. 1, σελ. 56.

[15] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 6, σελ. 209.

[16] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 43, σελ. 276.

[17] Λενινιστική συλλογή, τ. 40, σελ. 417. Β. Ι. Λένιν, Παρατηρήσεις στο βιβλίο του Μπουχάριν «Η οικονομία της μεταβατικής περιόδου», Σύχρονη Εποχή, σελ. 65.

[18] Κ. Μαρξ, Κεφάλαιο, τ. 1, σελ. 107, υποσημείωση.

[19] Φ. Ενγκελς, Αντι - Ντύρινγκ, Αναγνωστίδης, Αθήνα 1963, σελ. 420.

[20] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 1, σελ. 251-252.

[21] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 6, σελ. 203.

[22] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 51, σελ. 357.

[23] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 13, σελ. 401.

[24] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 36, σελ. 151.

[25] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, τ. 43 σελ. 57, 79, 228, 244, τ. 44, σελ. 168, 215, 217, τ. 45, σελ. 112.

[26] Ι. Κ. Σμυρνώφ, Ο οικονομικός νόμος της κίνησης του καπιταλισμού στο «Κεφάλαιο» του Κ. Μαρξ / Η μεθοδολογία του «Κεφαλαίου» και η σύγχρονη επιστήμη / υπό τη σύνταξη του Φ. Φ. Βιάκκερεφ, Λένινγκραντ, 1984, σελ. 84. Λεπτομερέστερα για το θέμα δες: Ι. Κ. Σμυρνώφ, Η μέθοδος έρευνας του οικονομικού νόμου κίνησης του καπιταλισμού στο «Κεφάλαιο» του Κ. Μαρξ, Λένινγκραντ, 1984, σελ. 103-107.

[27] Φ. Ενγκελς, Αντι-Ντύρινγκ, Αναγνωστίδης, σελ. 464.

[28] Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Σύγχρονη Εποχή, τ. 3, σελ. 1046. Δες ακόμα Κ. Μαρξ, Κριτική του προγράμματος της Γκότα, Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς, Διαλεχτά Εργα, τ. ΙΙ, σελ. 13-15.

[29] Υλικά του 27ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ, Μόσχα, 1986, σελ. 138.

[30] Γ. Χέγκελ, Η επιστήμη της λογικής, Μόσχα, 1970, τ. 1, σελ. 170. (μένει να διασταυρώσουμε τη μετάφραση Γ.Μ.).

[31] Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς, Εργα, τ. 32, σελ. 145.

[32] Γ. Β. Πλεχάνωφ, Για το ζήτημα της ανάπτυξης μονιστικής θεώρησης στην ιστορία, Διαλεχτά φιλοσοφικά έργα σε 5 τόμους, Μόσχα, 1956, τ. 1, σελ. 704.

[33] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 1, σελ. 451.

[34] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 3, σελ. 621

[35] Ν. Α. Μοϊσέγιενκο, Το ξεπέρασμα του οικονομικού διαχωρισμού, Οικονομικές επιστήμες, 1985, Νο 4, σελ. 61

[36] Β. Α. Πεσεχόνωφ, Ο άμεσα κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής και οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις. Η άμεσα κοινωνική παραγωγή στις συνθήκες του αναπτυγμένου σοσιαλισμού, επιμέλεια Ν. Ν. Κόλεσωφ.

[37] Α. Μ. Γεριόμιν, Η ανάπτυξη της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού - αποφασιστική προϋπόθεση ενίσχυσης της επίδρασής της στην πρακτική, Οικονομικές επιστήμες, 1983, Νο 11, σελ. 7.

[38] Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς, Εργα, τ. 20, σελ. 145.

[39] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 41, 88-89.

[40] Βλέπε, Β. Ι. Λένιν, Απαντα, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 27, σελ. 332, τ. 34, σελ. 307, τ. 36, σελ. 132.

[41] Η Κομμουνιστική Διεθνής στα ντοκουμέντα. 1919 – 1932, Μόσχα, 1933, σελ. 24.

[42] Ι. Β. Στάλιν, Απαντα, εκδοτικό ΚΕ του ΚΚΕ, 1953, τ. 13, σελ. 223.

[43] Ι. Β. Στάλιν, Απαντα, εκδοτικό ΚΕ του ΚΚΕ, 1953, τ. 13, σελ. 379.

[44] Ι. Β. Στάλιν, Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1998, σελ. 78.

[45] Ε. Αντρες, Λ. Γκάλκιν, Οι σχέσεις ιδιοσυντήρησης των κρατικών επιχειρήσεων την περίοδο οικοδόμησης του κομμουνισμού, Μόσχα, 1968, σελ. 26.

[46] Ε. Αντρες, Βάσεις της θεωρία του χρήματος της σοσιαλιστικής κοινωνίας, Μόσχα, 1975, σελ. 55.

[47] Υλικά του 27ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ, σελ. 147.

[48] Υλικά του 27ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ, σελ. 40.

[49] Υλικά του 27ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ.

[50] Ε. Πόζντνι, Μια περίεργη έλλειψη ή τα εκατομμύρια των συμβατικών κονσερβών, Τρουντ, 1980, 30 Οκτ.

[51] Ρ. Λιρμιάν, Δεν μπορεί να αθωωθεί, Κομμουνίστ, 1985, Νο 8, σελ. 113.

[52] Μ. Σ. Γκορμπατσόφ, Η ζωντανή δημιουργικότητα του λαού, Μόσχα, 1984, σελ. 15.

[53] Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς, Εργα, τ. 1, σελ. 321.

[54] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, έδκ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 27, σελ. 227.

[55] Α. Ι. Κάστσενκο, Η μεθοδολογία ανάλυσης των αντιφάσεων στην ανάπτυξη της κοινωνικής μορφής του προϊόντος στο σοσιαλισμό. Το άμεσα κοινωνικό προϊόν και ο μηχανισμός της σοσιαλιστικής οικονομίας. Επιμέλεια Α. Ι. Κάστσενκο, Γιαροσλάβλ, 1982, σελ. 7.

[56] Π. Ιγκνάτοβσκι, Τεχνική πρόοδος και σοσιαλιστική παραγωγή: πολιτικοοικονομική ανάλυση, Σχεδιοποιημένη οικονομία, 1985, Νο 3, σελ. 84.

[57] Π. Ιγκνατόβσκι, Για την πολιτική προσέγγιση στην οικονομία, Κομμουνίστ, 1983, Νο 12, σελ. 67.

[58] Υλικά του 27ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ, σ. 40.

[59] Β. Νταβίντοβιτς, Σοβιετική κοινωνία: ενότητα και πολυμορφίες, Πράβντα, 1986, 12 Σεπτ.

[60] Α. Ποκριτάν, Β. Λάπιν, Η θεωρία της αναπαραγωγής του κοινωνικού προϊόντος και ζητήματα τελειοποίησης του οικονομικού μηχανισμού, Σχεδιοποιημένη οικονομία, 1984, Νο 8, σελ. 108.

[61] Γ. Ζντάνωφ, Οι ιστορικές τύχες των κοινωνικών ανταγωνισμών, Κομμουνίστ, 1984, Νο 1, σελ. 85.

[62] Α. Σ. Τσιπκό, Μερικές φιλοσοφικές πλευρές της θεωρίας του σοσιαλισμού, Μόσχα, 1983, σελ. 170.

[63] Υλικά 27ου συνεδρίου ΚΚΣΕ, σελ. 148.

[64] Μ. Σ. Γκορμπατσόφ, Η ζωντανή δημιουργικότητα του λαού, σελ. 16.

[65] Γ. Ενουκίτζε, Απαραίτητη προϋπόθεση επιβεβαίωσης του κολλεκτιβίστικου ηθικού και του σοσιαλιστικού τρόπου ζωής, Κομμουνίστ, Νο 15, σελ. 78.

[66] Δ. Α. Σμόλντιρεφ, Ο ρόλος των αξιακών μορφών στην ανάπτυξη της σοσιαλιστικής οικονομίας, Μόσχα, 1980, σελ. 152-153.

[67] Π. Γ. Ολντάκ, Η προστασία του περιβάλλοντος και η ανάπτυξη των οικονομικών ερευνών, Νοβοσιμπίρσκ, 1980, σελ. 31.

[68] Α. Ι. Λέβικοφ, Η εκδοχή της Καλούγκα, Μόσχα, 1980, σελ. 189.

[69] Μ. Β. Ποπώφ, Η σχεδιοποιημένη επίλυση των αντιθέσεων ανάπτυξης του σοσιαλισμού ως πρώτης φάσης του κομμουνισμού, Λενινγκράντ, εκδ. του Πανεπιστημίου του Λενινγκράντ, 1986.