Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΧΡΗΣΗΣ ΣΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

Με πρωτοβουλία επιστημόνων την πανεπιστημίων της Μόσχας και της Αγίας Πετρούπολης, πρώτα από όλα των καθηγητών Γ. Μ. Οσιπωφ και Β. Τ. Πουλιάεφ ξεκίνησε στη χώρα η δεύτερη (μετά το 1951) μεγάλη οικονομική συζήτηση. Αυτή τη φορά στο κέντρο της προσοχής βρέθηκαν οι θεωρητικές βάσεις της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης, ζητήματα της σχέσης της κλασικής οικονομικής θεωρίας και της Οικονομικής (Economics), αναζητήσεις ενός νέου παραδείγματος, που θα επιτρέπει να ξεπεραστεί η κρίση στην οικονομική θεωρία και την οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Το Δεκέμβρη του 1995 (στις 7 και 8 του μήνα) έγινε η πρώτη επιστημονική συνδιάσκεψη «Θεωρητικές βάσεις και δρόμοι ανάπτυξης της σύγχρονης οικονομικής θεωρίας» (στη συζήτηση πήραν μέρος σημαντικοί ντόπιοι και ξένοι επιστήμονες)[1]. Επειτα από έναν χρόνο έγινε μια συνδιάσκεψη στα πανεπιστήμια της Αγίας Πετρούπολης (17 Δεκέμβρη 1996) και της Μόσχας (19 Δεκέμβρη 1996), όπου συνεχίστηκε η συζήτηση των προβλημάτων που είχαν τεθεί νωρίτερα. Τον Οκτώβρη του 1997 μπήκε στη συζήτηση το Τεχνικό Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης, όπου την 23 Οκτώβρη 1997 έγινε συνδιάσκεψη με θέμα: «Η οικονομική επιστήμη στο μεταίχμιο των αιώνων». Αναμένεται η πραγματοποίηση παρόμοιων συζητήσεων στο Ροστόφ του Ντον, το Βορόνιεζ και άλλες πόλεις της Ρωσίας.

Στη διαδικασία της συζήτησης τη μεγαλύτερη προσοχή συγκέντρωσε το ζήτημα της αλλαγής του υπάρχοντος κλασικού παραδείγματος στην οικονομική θεωρία και της ανάδειξης ενός νέου παραδείγματος, που θα μπορούσε να αντικαταστήσει το παλιό και να συμβάλει στο ξεπέρασμα της κρίσης και των αντιφάσεων στη σύγχρονη οικονομική επιστήμη.

Η κατάσταση των πραγμάτων στη Ρωσία δείχνει, ότι την εποχή μας το πέρασμα μιας κοινωνικοποιημένης σε υψηλό βαθμό βιομηχανικά αναπτυγμένης οικονομίας στη βάση της εμπορευματικής - αγοραίας οικονομίας οδηγεί αναπόφευκτα σε κρίση και καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων. Μπορούμε να είμαστε σίγουροι, ότι οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες δεν θα καταφέρουν να τραβήξουν τη Ρωσία από το οικονομικό πηγάδι και να επιδείξουν στο παράδειγμά της «νέες» δυνατότητες του καπιταλιστικού αγοραίου μοντέλου ανάπτυξης. Η διεθνής κοινότητα στο πρόσωπο της συνδιάσκεψης του ΟΗΕ (Ρίο ντε Τζανέιρο, 1992) έθεσε υπό αμφισβήτηση το μοντέλο ανάπτυξης, που ακολουθούν οι ισχυρές καπιταλιστικές χώρες και δεν το συνέστησε για τις υπόλοιπες χώρες του κόσμου, που μπαίνουν στο ΧΧΙ αιώνα.

Εκτός από την κρισιακή κατάσταση που εμφανίστηκε αντικειμενικά στην οικονομική ζωή της σύγχρονης κοινωνίας, πράγμα που σε συμπυκνωμένη μορφή παρατηρήθηκε στη Ρωσία λόγω του περάσματός της στην τροχιά της μονεταριστικής εμπορευματικής οικονομίας, η ανάγκη για ένα νέο παράδειγμα υπαγορεύεται από την κατάσταση της ίδιας της οικονομικής επιστήμης, τις αντιφάσεις και την κρίση που εμφανίστηκαν στην ίδια, που δεν επιτρέπουν να λύσει πολλά θεωρητικά προβλήματα, ιδιαίτερα το ζήτημα σχετικά με ποια θεωρία μπορούμε να προχωρήσουμε στην τρίτη χιλιετία - την αξιακή ή αυτήν της χρησιμότητας. Γιατί εφόσον γίνεται λόγος για ένα νέο παράδειγμα, τότε πρέπει να ξεπεραστεί το παλιό - το αξιακό, στο οποίο στηρίζεται η κλασική πολιτική οικονομία, και ακόμα να καθοριστεί σε ποιο μέτρο πέτυχε να το κάνει αυτό ο μαρζιναλισμός και η Οικονομική, ή τα τελευταία (σ.μ.: αυτές οι θεωρίες) δεν κατόρθωσαν να υλοποιήσουν το δεδομένο καθήκον και τα ίδια πρέπει να ξεπεραστούν.

 

Η ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Για να προταθεί αυτή ή η άλλη λύση αυτών των προβλημάτων, είναι απαραίτητο ως προϋπόθεση να αναγνωριστεί ή να απορριφθεί η ύπαρξη κρίσης στην ίδια την οικονομική επιστήμη.

Η πλειοψηφία όσων συμμετείχαν στη συζήτηση αναγνωρίζει την κρισιακή κατάσταση της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης. Κατά τη γνώμη του Γ. Μ. Οσιπωφ η ίδια η κλασική οικονομική επιστήμη βρίσκεται σε κρίση παραδείγματος. Της αντιπαρατίθεται η Οικονομική, η οποία προσπαθεί να την αντικαταστήσει. (σ.μ.: Η κλασική θεωρία) αν και αμύνεται, παρ’ όλα αυτά ηττάται πρώτα από όλα σχετικά με το βασικό της παράδειγμα - τη θεωρία της αξίας, ιδιαίτερα την εργασιακή του βάση. Αλλοι οικονομολόγοι (για παράδειγμα ο Μ. Λ. Βορκούγιεφ) συνδέουν την κρίση με την εμφάνιση στην οικονομική επιστήμη της Οικονομικής και εκείνης της κατάστασης, η οποία, ξεκινώντας από τη θέση του Σμελιώφ «η αγορά έχει πάντα δίκιο» και καταλήγοντας με την απαίτηση του Φρίντμαν για απόλυτη ιδιωτικοποίηση, προσωποποιεί την κρίση όχι μόνο στη θεωρία, αλλά και στην πρακτική της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας μας. Υποδεικνύονται και άλλες εκφάνσεις της επελθούσας κρίσης: την απόσπαση της οικονομικής θεωρίας από την πρακτική (Β. Α. Πεσεχόνωφ), τη δογματοποίηση τόσο της κλασικής, όσο και της μη κλασικής οικονομικής θεωρίας (Α. Β. Μπουζγκάλιν), τη θεώρηση της οικονομίας έξω από την κοινωνική σφαίρα, έξω από τον προσανατολισμό της στον άνθρωπο και την ανάπτυξή του (Β. Τ. Πουλιάεφ) κ.ά.

Ορισμένοι οικονομολόγοι ταυτίζουν την κρίση με την κρίση του μαρξισμού, των θεμελιακών του αρχών για την πρωταρχικότητα του κοινωνικού Είναι και το παράγωγο της κοινωνικής συνείδησης, της διδασκαλίας του για τους κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς, της αντικειμενικής αιτιότητας κ.ά. (Λ. Ι. Αμπάλκιν). Θεωρούν, ότι «η κατάρρευση του πρακτικού σοσιαλισμού προξένησε κρίση και των θεωρητικών του βάσεων» (Β. Α. Μεντβέντιεφ).

Οι προσπάθειες εμφάνισης των αιτίων της κρίσης ως αποτέλεσμα της εργασιακής θεωρίας της αξίας, της ουσιώδους βάσης της, και ακόμα της απόδοσης ευθυνών στη μαρξιστική κατεύθυνση στην κοινωνική επιστήμη, προκάλεσαν μιαν αντίθετη απαντητική αντίδραση: πολλοί δεν συμφώνησαν με το ότι ο μαρξισμός οδηγεί στην κρίση (Β. Α. Πεσεχόνωφ), χαρακτήρισαν την κλασική θεωρία υγιή κατεύθυνση, που αντιτίθεται σταθερά στη μη κλασική Οικονομική που οδηγεί στην κρίση, ή ανήγαγαν το πρόβλημα στις συνήθεις διαφωνίες μεταξύ των διαφόρων κατευθύνσεων στην οικονομική επιστήμη, στην πάλη με το δογματισμό, στην ιδεολογική παρέμβαση και ακόμα στην τακτική απογραφή των μεθοδολογικών «αποσκευών» της επιστήμης στο κατώφλι του νέου αιώνα (Α. Α. Ντιόμιν), θεωρώντας ότι ούτε η κλασική οικονομία, ούτε η Οικονομική υφίστανται καμία κρίση (Κ. Α. Χουμπίεφ).

Με αυτό, φυσικά, δεν πρέπει να συμφωνήσουμε. Εάν στην οικονομία ξέσπασε κρίση, τότε και η θεωρία, στην οποία στηρίζεται η διεύθυνση της οικονομίας, αποδεικνύεται ακατάλληλη για την περαιτέρω φυσιολογική ανάπτυξή της. Σε σχέση με αυτό στις εργασίες των κλασικών του μαρξισμού συχνά λεγόταν, ότι η θεωρία της αξίας και της εμπορευματικής παραγωγής δεν είναι κατάλληλη, ώστε σύμφωνα με αυτήν να οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός. Να μερικές από τις τοποθετήσεις τους σχετικά.

1. Κ. Μαρξ: «… Δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα το πιο εσφαλμένο και ανόητο, από το να υποθέτουμε τον έλεγχο των ενωμένων ατόμων πάνω στη συνολική τους παραγωγή στη βάση της ανταλλακτικής αξίας και του χρήματος»[2]. Η πραγματικότητα έδειξε, ότι μόλις τα μέσα παραγωγής άρχισαν να πουλιόνται και να αγοράζονται, ξέφυγαν από τον έλεγχο των ενωμένων ατόμων και του σχεδίου.

2. Κ. Μαρξ: «Η ευχή, για παράδειγμα, ώστε η ανταλλακτική αξία από τη μορφή εμπορεύματος και χρήματος να μην αναπτυχθεί στη μορφή του κεφαλαίου ή η εργασία, που παράγει ανταλλακτική αξία, να μην αναπτυχθεί σε μισθωτή εργασία, είναι τόσο καλοπροαίρετη, όσο και χαζή»[3].

Τώρα πια κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί, ότι ο σοσιαλισμός της αγοράς οδήγησε αναπόφευκτα στη δημιουργία αρχικά του σκοτεινού (σ.μ.: κρυφού) κεφαλαίου και τώρα πια του ανοιχτού (σ.μ.: φανερού) κεφαλαίου, που στέκεται απέναντι στην εργασία. Προέκυψε η αναγνώριση και της αναγκαιότητας και ακόμα της «ευεργετικότητας» της μισθωτής εργασίας (Σ. Σατάλιν).

3. Φ. Ενγκελς: «Από τη στιγμή που η κοινωνία θα πάρει στην κατοχή της τα μέσα παραγωγής, παραμερίζεται η εμπορευματική παραγωγή και συνεπώς η κυριαρχία του προϊόντος πάνω στους παραγωγούς»[4].

Η εμπορευματική παραγωγή, όπως αποδείχτηκε, όχι μόνο δεν παραμερίστηκε, αλλά αντίθετα, ξεκινώντας από το 1965 διευρυνόταν όλο και περισσότερο και τον καιρό της περεστρόικα μετατράπηκε σε βάση της οικονομικής στρατηγικής της χώρας. Ομως και νωρίτερα θεωρούσαν, ότι η εμπορευματική μας παραγωγή «με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να εξελιχθεί σε καπιταλιστική παραγωγή και που έχει προορισμό να εξυπηρετεί σε συνδυασμό με τη «χρηματική της οικονομία» την υπόθεση της ανάπτυξης και της ενίσχυσης της σοσιαλιστικής παραγωγής»[5].

4. Β. Ι. Λένιν: Στη σοσιαλιστική κοινωνία το προϊόν της παραγωγής «δεν είναι εμπόρευμα με την πολιτικοοικονομική έννοια, πάντως δεν είναι μόνο εμπόρευμα, δεν είναι πια εμπόρευμα, παύει να είναι εμπόρευμα»[6] το προϊόν μετατρέπεται «σε προϊόν που πηγαίνει στην κοινωνική κατανάλωση όχι μέσω της αγοράς»[7].

Ο Λένιν τη δεδομένη περίπτωση δεν είχε υπόψη του τη μεταβατική περίοδο, αλλά την περίοδο που η Ρωσία της ΝΕΠ θα γίνει Ρωσία σοσιαλιστική[8]. Εάν κατά τη μεταβατική περίοδο με διατήρηση της εξουσίας στα χέρια των εργαζομένων η εμπορευματική παραγωγή μπορούσε να αξιοποιείται (ΝΕΠ), ο σοσιαλισμός δεν μπορούσε να βασίζεται σε αυτήν.

Από την κλασική κληρονομιά που αναφέρθηκε μπορούμε να συνάγουμε το συμπέρασμα, ότι σε κρίση βρέθηκε όχι η θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού αλλά η θεωρία του «σοσιαλισμού της αγοράς», της «σοσιαλιστικής εμπορευματικής παραγωγής», η «σοσιαλιστική θεωρία της αξίας».

Ταυτόχρονα η εμπειρία της καταστροφής των βάσεων του σοσιαλισμού στη Ρωσία και άλλες χώρες μέσω της εισαγωγής σύγχρονων αγοραίο - αξιακών μηχανισμών, χαρακτηριστικών για τις ΗΠΑ και τη Δύση, μαρτυρά, ότι αυτοί οι μηχανισμοί συνοδεύονται από την καταστροφή όχι μόνο τοπικών, αλλά και παγκόσμιων παραγωγικών δυνάμεων. Αυτό μας λέει, ότι το αξιακό παράδειγμα είναι ακατάλληλο και για τη θεμελίωση της δυνατότητας περαιτέρω ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας.

 

ΚΛΑΣΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΄Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ;

Η τοποθέτηση του ζητήματος για την κρίση στην οικονομική επιστήμη απαίτησε τον προσδιορισμό όχι μόνο της θεωρίας, που βρίσκεται σε κρισιακή κατάσταση, αλλά και της θεωρίας, που διεκδικεί πρωτοπόρα θέση, το αν είναι ικανή να βγάλει την επιστήμη από την κρίση, να δημιουργήσει ένα νέο παράδειγμα. Στη διαδικασία της συζήτησης παρατηρήθηκε, ότι αυτόν τον ρόλο τον διεκδικεί τόσο η κλασική οικονομική θεωρία όσο και η Οικονομική, αντίστοιχα τόσο η θεωρία της αξίας όσο και η θεωρία της οριακής χρησιμότητας.

Υπέρ της Οικονομικής στα λόγια και κατηγορηματικά εκφράζονται λίγοι (Ι. Ε. Ρουντακόβα, Ν. Ι. Σέχετ). Θεωρούν, ότι η Οικονομική τώρα είναι όλη η οικονομική επιστήμη, αποτελεί τη σύνθεση όλων των κατευθύνσεων και θεωριών της, που προορίζονται για πρακτική αξιοποίηση (Ι. Ε. Ρουντακόβα). Το καθήκον συνίσταται στον εμπλουτισμό της Οικονομικής, στην αποδοχή του θετικισμού ως φιλοσοφικής της βάσης, στην αναγνώριση της Οικονομικής τουλάχιστον ως μέρους της υπάρχουσας οικονομικής επιστήμης και στην αξιοποίηση των εργαλείων της στην μεταβατική προς τον καπιταλισμό οικονομία που χτίζεται βιαστικά.

Η πλειοψηφία όμως των συμμετεχόντων στη συζήτηση προτείνουν την επίλυση των προβλημάτων που έχουν εμφανιστεί στη βάση της κλασικής οικονομικής θεωρίας - της θεωρίας της αξίας, εισάγοντας σε αυτήν τις αντίστοιχες αλλαγές. Σε μερικούς συγγραφείς αυτές οι αλλαγές φτάνουν μέχρι την απόρριψη της εργασίας ως ουσιώδους βάσης της αξίας, μέχρι την υποβάθμιση της ίδιας αξίας σε κρίσεις περί χρησιμότητας (σ.μ.: πολυτιμότητας - συμβατική μετάφραση της ρώσικης λέξης «αξία» που αφορά κυρίως την υποκειμενική σχέση με το αντικείμενο). Αυτή η ακραία θέση δεν βρήκε την απαραίτητη υποστήριξη: χρησιμοποιήθηκε ως παράδειγμα η ιδιωτικοποίηση, που οδήγησε στο ξεπούλημα του λαϊκού πλούτου εξ αιτίας της αγνόησης του εργασιακού κριτηρίου αποτίμησής του (Α. Ζ. Σελεζνιώφ).

Ενα σημαντικό μέρος των οικονομολόγων προτείνει το πρόβλημα «κλασική θεωρία ή Οικονομική» να λυθεί με τη σύνθεσή τους. Κατά τη γνώμη μερικών αυτές οι δυο αντιλήψεις δεν αντιπαρατίθενται, είναι απόλυτα συμβιβάσιμες, πράγμα που επέδειξαν ο Α. Μάρσαλ και ο Π. Σάμουελσον (Β. Β. Ραντάεφ, Ν. Β. Βοροτίλωφ κ.ά.). Η πόλωση δα δεν χρειάζεται, χρειάζεται ενιαία επιστήμη, αλλά με πλουραλιστική βάση (Α. Β. Σίντοροβιτς, Ν. Β. Κλίμιν). Η θεωρία της εργασιακής αξίας και η θεωρία της χρησιμότητας είναι μονόπλευρες ερμηνείες των πραγματικά υπαρχουσών οικονομικών σχέσεων. Χρειάζεται η σύνθεσή τους, όπως απαιτούσε ο Τουγκάν - Μπαρανόφσκι και η Οικονομική τις συνθέτει (Ν. Β. Ράσκωφ). Προτείνουν να συντεθεί η εργασιακή θεωρία του Κ. Μαρξ και η θεωρία της χρησιμότητας.

Θεωρούμε, ότι αυτή είναι η χειρότερη εκδοχή επίλυσης του προβλήματος «κλασική θεωρία ή Οικονομική», όπως και πολλών παρόμοιων ζητημάτων, που έχουν να κάνουν με τις αντιθέσεις. Η θεωρία της οριακής χρησιμότητας εμφανίστηκε ως αντίθεση προς την εργασιακή θεωρία της αξίας και με αυτήν την έννοια δεν μπορεί να γίνεται καν λόγος για σύνθεσή τους. Ούτε ο Κ. Μαρξ με τον Φ. Ενγκελς σκέφτονταν να προχωρήσουν σε «σύνθεση» με τη θεωρία της οριακής χρησιμότητας, ούτε ο Μπεμ - Μπαβέρκ ήθελε να ενώσει την άποψή του με την εργασιακή θεωρία της αξίας του Κ. Μαρξ.

Στις προσπάθειες σύνθεσης της θεωρίας της αξίας και της θεωρίας της χρησιμότητας, ιδιαίτερα της θεωρίας της αξίας χρήσης και της θεωρίας της αξίας, είναι εύκολο να γίνει αντιληπτή η ίδια γραμμή, που ακολουθούσαν οι «μάστορες» της περεστρόικα, προτείνοντας την ένωση του σοσιαλισμού με τον καπιταλισμό, της οικονομίας της αγοράς με τη σχεδιοποιημένη διεύθυνση της οικονομίας, της εξουσίας της αστικής τάξης με την εξουσία του λαού κ.ο.κ. Σύνθεση αυτών των αντίθετων ουσιών δεν επήλθε και δεν μπορεί να επέλθει κατ’ αρχήν, δηλαδή σύμφωνα με τον ορισμό των αλληλεπιδρώντων αντιθέσεων και της αντίφασης μεταξύ τους.

Από αυτή τη σκοπιά δεν πρέπει να γίνει αποδεκτός ο συλλογισμός σχετικά με το ότι η γενική γραμμή ανάπτυξης της οικονομικής σκέψης στη Ρωσία, που σαν να ξεκινά μόλις από τον Τουγκάν-Μπαρανόφσκι, αποτελεί μια κίνηση προς τη σύνθεση της εργασιακής θεωρίας της αξίας και της θεωρίας της χρησιμότητας, ότι η θεωρία της χρησιμότητας συμπληρώνει και αναπτύσσει την εργασιακή θεωρία της αξίας, ότι η οργανική τους σύνθεση είναι η μεθοδολογική βάση ενός νέου, αποτελεσματικού συστήματος διαχείρισης της οικονομίας.

Η απόδοση τόσο μεγάλης μεθοδολογικής σημασίας σε αυτήν τη θέση προκαλεί την ανάγκη αποσαφήνισης του ζητήματος σχετικά με τη μεθοδολογία επίλυσης των αντιφάσεων μεταξύ παραδειγμάτων ως πόλων της αντίφασης: α) ως μεταξύ δυο αντίθετων ουσιών, β) ως αντιφατικών πλευρών μιας και της αυτής ουσίας. Οι αντιφάσεις του πρώτου τύπου προϋποθέτουν, ότι από τις δυο αντίθετες ουσίες πραγματική για τη δεδομένη κατάσταση της κοινωνίας είναι μια από αυτές: είτε κυριαρχούν οι σχέσεις της αξίας, είτε, αντίθετα, οι σχέσεις της αξίας χρήσης. Αυτή η συνθήκη συνδέεται με το αβάσιμο του δυϊσμού κατά τον προσδιορισμό της ουσίας εκείνου ή του άλλου φαινομένου. Αντίστοιχα, ως προς την ουσία η θεωρία μπορεί να είναι είτε αξιακή είτε μη αξιακή και η οικονομική πρακτική αγοραία είτε μη αγοραία. Δυϊσμός της μιας και της αυτής ουσίας δεν υφίσταται, και οι δυο αποδεκτές αντίθετες ουσίες δεν μπορούν να είναι εξίσου πραγματικές, στην πρακτική νικά και κυριαρχεί η μια από αυτές. Θεωρούν, για παράδειγμα, ότι η αξία και η χρησιμότητα είναι οι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Ομως δεν λένε τι νόμισμα είναι αυτό, ποια είναι η ουσία του: είναι εμπόρευμα ή δεν είναι εμπόρευμα (είναι μόνο αξία χρήσης). Εάν είναι εμπόρευμα, τότε η ουσία είναι αξιακή, εάν όχι, τότε το αντίθετο.

Είναι άλλο πράγμα, όταν γίνεται λόγος για τις αντιφατικές πλευρές μιας ίδιας και της αυτής ουσίας, οι οποίες δεν δομούνται σε αυτοτελείς ουσίες και χαρακτηρίζουν από διάφορες, αντίθετες πλευρές την ίδια και την αυτή ουσία. Σε αυτήν την περίπτωση προϋποτίθεται η ύπαρξή τους σε κάποια ενιαία αρχή, που δημιουργεί τη βάση για τις διάφορες αντιφατικές πλευρές, μάλιστα η μια από αυτές τις πλευρές (αντιφάσεις) μετατρέπεται σε αυτήν τη βάση, ως η υψηλότερη βαθμίδα ανάπτυξης του φαινομένου. Εάν, για παράδειγμα, η αξία αποτελεί τη βάση, τότε η αξία χρήσης είναι μόνο ο φορέας, η προϋπόθεση της αξίας, και το αντίστροφο.

Ο διαχωρισμός της αντίθεσης δυο ουσιών και της αντίθεσης μιας και της αυτής ουσίας είναι απαραίτητος για να καθοριστεί ο τρόπος επίλυσης των διάφορων τύπων αντιφάσεων. Οι πρώτες από αυτές επιλύονται με την επεξήγηση του προβλήματος στη βάση της αναγνώρισης της μιας από τις ουσίες ως της πραγματικής βάσης και με την εξάλειψη του δυϊσμού, και πόσο μάλλον του πλουραλισμού στην επιλογή του βάθρου της θεωρίας.

Η επίλυση του δεύτερου τύπου αντιφάσεων δεν απαιτεί την εξάλειψη μιας από τις πλευρές της αντίφασης. Εδώ αρκεί να καταδειχτεί ποια από τις πλευρές της αντίφασης διαμεσολαβεί τις άλλες πλευρές και την ίδια την αντίφαση, και γίνεται η βάση τόσο για την ανάπτυξή της, όσο και της αντίθεσής της. Αυτό, που απορρέει από αυτήν την διαμεσολαβούσα αρχή, δημιουργεί την απαραίτητη ενότητα, που εμφανίζεται ως αποτέλεσμα της επίλυσης της δεδομένης αντίφασης. Αυτός ο νέος μονισμός είναι μια πιο υψηλή και αυτοτελώς υπάρχουσα αρχή της οικονομικής θεωρίας.

Στη μαρξιστική οικονομική επιστήμη ως τέτια ενιαία ουσιώδης αρχή εμφανίζεται η εργασία, και ακριβώς γι’ αυτό ονομάζεται πολιτική οικονομία της εργασίας. Η επίλυση της αντίφασης μεταξύ της εργασίας ως πηγής της αξίας και της εργασίας ως δημιουργού της αξίας χρήσης εδώ πραγματοποιείται στα όρια μιας και της αυτής ουσίας - της εργασίας: με την ανάπτυξη της κοινωνίας λαμβάνει χώρα η άρνηση της κυριαρχίας της πλευράς που αφορά τη δαπάνη της άμεσης εργασίας (της αξίας) και η μετατροπή της πλευράς που αφορά το αποτέλεσμα (της αξίας χρήσης) σε κυριαρχούσα αρχή, που κάνει το οικονομικό σύστημα ολοκληρωμένο και τη θεωρία μονιστική. Η οριακή χρησιμότητα αποδείχτηκε μη πραγματοποιούμενη αξία και το οριακό κόστος απλά δαπάνη κοινωνικά αναγκαίας εργασίας.

 

ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΕΝΑ ΝΕΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Από τη σύνθεση δυο αντιφατικών παραδειγμάτων (της αξίας και της χρησιμότητας) δεν μπορεί να προκύψει ένα νέο παράδειγμα, εάν δεν ξεπεραστεί το ένα από αυτά και δεν γίνει το άλλο βάση της νέας θεωρίας. Ο μαρζιναλισμός δεν κατάφερε να ξεπεράσει την εργασιακή θεωρία της αξίας και αναγκάστηκε στο πρόσωπο της Οικονομικής να συμβιβαστεί με την αξία και μάλιστα να την αποδεχτεί ως βάση.

Πραγματικά καινούργιο θα μπορεί να είναι μόνο ένα τέτοιο παράδειγμα, που θα αποτελεί διαλεκτική άρνηση της αξιακής θεωρίας. Σε αυτήν την κατεύθυνση αξίζουν προσοχής σκέψεις συγγραφέων, που συνδέουν το νέο παράδειγμα με την ανάδειξη στο κέντρο της οικονομίας της ανάπτυξης τον άνθρωπο (Β. Τ. Πουλιάεφ κ.ά.), με την εκτόπιση του αγοραίου τύπου οικονομίας και την άφιξη στη θέση του μιας παραγωγής, που βασίζεται στη δημιουργία πληροφορίας, γνώσεων. Θεωρούν, ότι σε διάκριση από το υλικό προϊόν το πληροφοριακό προϊόν λόγω της μοναδικότητας και της καθολικότητάς του δεν έχει ανάγκη την αξιακή ισότιμη ανταλλαγή (Α. Β. Μπουζγκάλιν). Αντίστοιχα, θεωρούν τη σύγχρονη εποχή, εποχή βαθμιαίου μετασχηματισμού και περάσματος της κοινωνίας από το παραδοσιακό σύστημα της αγοράς σε μια νέα υψηλής οργάνωσης μορφή μεταβιομηχανικής κοινωνίας με μια οικονομία κυρίως πληροφοριακού τύπου. Στο πλαίσιο αυτής της προσέγγισης το νέο παράδειγμα το ονομάζουν πληροφοριακό (Σ. Α. Ντιατλώφ).

Στο μέτρο που στο μέλλον η παραγωγή παύει να βασίζεται στη μάζα της άμεσης ζωντανής εργασίας, η ανταλλακτική αξία χάνει την ισχύ της. Ομως αυτό δε σημαίνει ότι η κοινωνία και οι άνθρωποι δε θα έχουν ανάγκη το υλικό προϊόν (αξίες χρήσης) και θα αρχίσουν να «τρέφονται» με πληροφορίες. Σύμφωνα με τη λογική των πραγμάτων την εργασιακή θεωρία της αξίας θα πρέπει να την αντικαταστήσει η αντίθεσή της - η θεωρία της αξίας χρήσης (Β. Ν. Τσερκοβέτς).

Εάν η λύση του προβλήματος προσεγγιστεί από αυτήν την πλευρά, τότε το νέο παράδειγμα πρέπει να ξεκινά από την εργασία, όχι όμως ως πηγή αξίας, αλλά ως δημιουργό αξίας χρήσης. Από αυτό, όμως, δεν έπεται ότι εδώ γίνεται λόγος για τη δικαίωση της θεωρίας της χρησιμότητας. Η εργασιακή θεωρία της αξίας χρήσης απορρίπτει όχι μόνο τη θεωρία της ανταλλακτικής αξίας, αλλά και τη θεωρία της χρησιμότητας, επειδή η τελευταία δεν αναγνωρίζει την εργασία ως βάση της.

Εναντίον της αναγνώρισης στην εργασιακή θεωρία της αξίας χρήσης σημασίας παραδείγματος, που αντικαθιστά τη θεωρία της αξίας, συνήθως προβάλλουν δυο επιχειρήματα: α) η αξία χρήσης ταυτίζεται δήθεν με τη φυσικότητα (σ.μ.: τον υλικό φορέα) και δεν θα μπορέσει ποτέ να αποκτήσει την προσδιοριστία κοινωνικοοικονομικής μορφής, β) πίσω της σήμερα δεν υπάρχει αντίστοιχο αντικείμενο.

Εν τω μεταξύ η αξία χρήσης δεν είναι λιγότερο κοινωνική από την αξία. Προϋποθέτει την ανταλλαγή και την εκτίμηση και με αυτήν την έννοια πραγματοποιείται στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, αποτελεί κοινωνική σχέση. Στην παραγωγή αξίας χρήσης βασίζεται η αναπαραγωγή του ανθρώπου και της ανθρώπινης ζωής, πράγμα που σε τελική ανάλυση προκαθορίζει και την αναπαραγωγή της αξίας. Αναγνωρίζεται ότι η «εκτόξευση» του αξιακού μηχανισμού γίνεται στη βάση του φυσικού, μέσω του φυσικού μηχανισμού, διαμέσου φυσικών σχέσεων, όμως, παρ’ όλα αυτά, αυτός ο μηχανισμός και αυτές οι σχέσεις στερούνται κοινωνικότητας. Φοβούνται ότι πίσω από αυτήν τη φυσικότητα μπορεί να κρύβεται η εργασία και η δαπάνη της (η ουσία της αξίας), η αξία χρήσης και τα καταναλωτικά αγαθά, που διαμορφώνουν την υλική βάση της οικονομίας (Γ. Μ. Οσιπωφ).

Σε ό,τι αφορά το δεύτερο επιχείρημα - την απουσία αντικειμένου της αξίας χρήσης - σε αυτήν την περίπτωση ξεχνιέται για κάποιο λόγο ότι η ανθρωπότητα για δεκάδες αιώνων μέχρι την εγκαθίδρυση της κυριαρχίας της αγοραίας οικονομίας αναπτυσσόταν στη βάση της παραγωγής αξίας χρήσης.

Σε αυτήν τη βάση στη χώρα μας στο πρόσφατο παρελθόν λειτουργούσαν πολλές οικονομικές διαδικασίες: η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας, η επιστημονικοτεχνική πρόοδος, η σχεδιοποιημένη ρύθμιση με τη βοήθεια φυσικών δεικτών και ορίων απόδοσης κ.ο.κ.

Ο μη αγοραίος χαρακτήρας της ροής αυτών των διαδικασιών, η υποταγή τους στους νόμους κίνησης της αξίας χρήσης ήταν οι βασικές προϋποθέσεις απόκτησης από την κοινωνία μας πλεονεκτημάτων στην οικονομική ανάπτυξη. Σε αυτόν τον τομέα η κοινωνία στην πράξη αποκοβόταν από τους δρόμους της εμπορευματικότητας, πράγμα που έδινε σε όλους τα γνωστά εξαιρετικά αποτελέσματα (Α. Μ. Γεριόμιν).

Μέσω της εκβιομηχάνισης, της εξοικονόμησης εργασίας και της μείωσης του κόστους πραγματοποιούταν μια μόνιμη μείωση των τιμών, οι οποίες στην ΕΣΣΔ ήταν οι πιο χαμηλές στον κόσμο. Εάν στο μισθό που δινόταν εκείνη την εποχή προστεθούν τα έσοδα του πληθυσμού από τα κοινωνικά κονδύλια κατανάλωσης (δωρεάν παιδεία, ιατρική περίθαλψη, χαμηλό ενοίκιο, οικιστικές, μεταφορικές και άλλες πολλές υπηρεσίες), τότε συνολικά το επίπεδο της αμοιβής της εργασίας υπολειπόταν λίγο από το επίπεδο των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, που ζούσαν σε σημαντικό βαθμό στηριζόμενες στην ανισότιμη ανταλλαγή με τις χώρες του δεύτερου και του τρίτου κόσμου.

Η θέση των κρατικών επιχειρήσεων ως συστατικών μερών μιας οικονομικής «φίρμας», που δεν γνώριζαν το εμπόριο μεταξύ τους, και η χωρίς μετρητά κυκλοφορία της παραγωγής τους επέτρεπαν να κάνουν τη δουλειά τους χωρίς την τεράστια μάζα κάθε είδους μεσαζόντων (ντίλερ, χρηματιστές, μεσίτες, τραπεζίτες και τραπεζιτικούς υπαλλήλους κλπ.), πράγμα που έδινε τη δυνατότητα να αποφεύγουν τις λεγόμενες μεταβιβαστικές πληρωμές, οι οποίες στις χώρες με αγοραία οικονομία συχνά εξυψώνουν το κόστος της ίδιας της παραγωγής. Στο βαθμό που ξεπερνιόταν η αξιακή ανταλλαγή, γινόταν κατορθωτό η οικονομία να διευθύνεται επιστημονικά - να σχεδιάζεται η ανάπτυξή της, να οργανώνεται η αναλογική, βασισμένη σε σύστημα ισολογισμών τροφοδοσία των κλάδων της λαϊκής οικονομίας, να αποφεύγονται οι κάθε είδους καθυστερήσεις πληρωμών, χρέη κλπ.

Σε σχέση με αυτό είναι κατάλληλο να ειπωθεί ότι η έννοια «οικονομία», που έδωσε όνομα στην οικονομική επιστήμη, δεν εμφανίστηκε για το χαρακτηρισμό των σχέσεων της αξίας και της αξιακής ανταλλαγής. Η πραγματική, ουσιαστική έννοιά της από την αρχή μέχρι τις μέρες μας ανάγεται σε τελική ανάλυση στην αρχή της αξίας χρήσης - η οικονομία να διευθύνεται έτσι ώστε τα αποτελέσματα να υπερέχουν των δαπανών, τα έσοδα να ξεπερνούν τα έξοδα.

Αυτή η αρχή δεν συμβιβάζεται με την αξιακή ανταλλαγή, που λειτουργεί σε αντισταθμιστική - ισότιμη βάση: την ισότητα των δαπανών και των αποτελεσμάτων. Η υπεραξία ως αξία (και όλα της τα παράγωγα - το κέρδος, η πρόσοδος, ο τόκος) επίσης δεν είναι αύξηση των αποτελεσμάτων ως προς τις δαπάνες, επειδή πίσω της βρίσκονται ίσες με αυτήν δαπάνες πρόσθετης εργασίας. Εάν όμως θέλουν να την εξάγουν από τις παραγωγικές δυνάμεις της εργασίας (την παραγωγικότητα της εργασίας), τότε αναπόφευκτα θα πρέπει να περάσουν από την αξιακή βάση στη βάση της αξίας χρήσης.

Η οικονομία εμφανίζεται από την αξία χρήσης της εργατικής δύναμης και των μέσων που χρησιμοποιεί, υλοποιούμενη στη ζωντανή εργασία των ανθρώπων και στην κατανάλωση. Πολλές και μάλιστα ουσιαστικές οικονομικές διαδικασίες μπορούν να γίνουν ορθολογικά αντιληπτές μόνο στη βάση των αρχών της αξίας χρήσης. Αρκεί να ειπωθεί, ότι η οικονομική άνοδος και πόσο μάλλον η ανάπτυξη δεν εξηγούνται από τις θέσεις των νόμων της αξίας, της αρχής της ισοτιμίας (ισότητας) των δαπανών και των αποτελεσμάτων, εφ’ όσον εδώ γίνεται λόγος για την οικονομία στην στατική της κατάσταση. Γι’ αυτό, δεν είναι τυχαίο που όλοι οι γνωστοί συγγραφείς, που επεξεργάζονται τη θεωρία της οικονομικής ανάπτυξης, για παράδειγμα ο Σουμπέτερ, στρέφονται στα κριτήρια της αξίας χρήσης: την παραγωγικότητα της εργασίας, το ακαθάριστο ή το καθαρό προϊόν στην πραγματική του (και όχι τη χρηματική) έκφραση, την εξοικονόμηση εργασίας κ.ο.κ. Μπορεί να υποτεθεί, ότι η αρχή της αξίας χρήσης της υπεροχής των αποτελεσμάτων επί των δαπανών (και όχι η αξιακή τους ισότητα) θα γίνει ο βασικός τρόπος επεξήγησης και θεμελίωσης τόσο της οικονομικής, όσο και της κοινωνικής ανάπτυξης της κοινωνίας.

 

ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΧΡΗΣΗΣ

Τη θέση για την εργασιακή θεωρία της αξίας χρήσης ως νέο παράδειγμα της οικονομικής επιστήμης, που διαμορφώθηκε στην προτελευταία έκδοση των υλικών της συζήτησης «η οικονομική θεωρία στο κατώφλι του ΧΧΙ αιώνα» (σ. 211 - 220), την υποστηρίζει μια σειρά γνωστών επιστημόνων μας. «Ηρθε ο καιρός, γράφει ο Ρ. Ι. Κοσολάπωφ, που η κοινωνία πρέπει με γενναιότητα να απορρίψει την «πολιτική οικονομία της αξίας» και να περάσει στην «πολιτική οικονομία της αξίας χρήσης», τοποθετώντας την τελευταία στο κέντρο όλης της οικονομικής θεωρίας και πρακτικής»[9]. Σύμφωνα με τη λογική των πραγμάτων, υποστηρίζει ο Β. Ν. Τσερκοβέτς, «την εργασιακή θεωρία της αξίας πρέπει να αντικαταστήσει η θεωρία της αξίας χρήσης (κοινωνικής, άμεσα κοινωνικής), η οποία θα καλείται να εργάζεται και να χρησιμοποιεί επιστημονικές μεθόδους προσδιορισμού της χρησιμότητας (κοινωνικής, άμεσα κοινωνικής) των δημιουργούμενων υλικών και μη υλικών αγαθών όχι μέσω των αυθόρμητων αγοραίων τιμών…»[10].

Την επεξεργασία και πολύ περισσότερο την εφαρμογή της εργασιακής θεωρίας της αξίας χρήσης, δυστυχώς, την σχετίζουν με το μακρινό και μάλιστα το απροσδιόριστο μέλλον. Για κάποιους αυτό (σ.μ.: το μέλλον) είναι η «μεταβιομηχανική» κοινωνία, για άλλους η «τεχνοτρονική». Σε κάθε περίπτωση, κατά τη γνώμη του Β. Ν. Τσερκοβέτς, σήμερα δεν υπάρχει ακόμα αντικείμενο για μια τέτια θεωρία.

Στις σύγχρονες συνθήκες μας, που επικρατεί το αγοραίο αυθόρμητο που, δυστυχώς, όχι μόνο το ανθρώπινο σώμα, αλλά και η ηθική, η τιμή, η συνείδηση και πολλές άλλες πνευματικές αξίες μετατράπηκαν σε αντικείμενο αγοραπωλησίας, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για επικράτηση της αξίας χρήσης. Και παρ’ όλα αυτά προϋπόθεση της αξίας ήταν και παραμένει η αξία χρήσης. Χωρίς να υπολογίζεται η τελευταία καμιά παραγωγή δεν μπορεί να επιτύχει. Στη βάση των αρχών της αξίας χρήσης λύθηκαν μεγάλα οικονομικά προβλήματα: ο μηχανισμός ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, η επιστημονικοτεχνική πρόοδος, η δυναμική της παραγωγικότητας της εργασίας, η κίνηση του κοινωνικού προϊόντος, η δυνατότητα διευρυμένης αναπαραγωγής, η σχεδιοποίηση κλπ., κ.ο.κ. Πρακτικά, ό,τι το σοσιαλιστικό υπήρξε στη χώρα, υλοποιήθηκε στη βάση της λειτουργίας των παραγόντων της οικονομίας που έχουν σχέση με την αξία χρήσης. Ολα αυτά δεν μπορεί να μην αποτελούν στοιχεία του «πλούτου» της θεωρίας της αξίας χρήσης.

Το θέμα δεν είναι ότι για αυτήν τη θεωρία δεν υπάρχει πραγματικό αντικείμενο. Οι άνθρωποι ζουν με τις αξίες χρήσης των προϊόντων (η αξία δεν τρώγεται), στη δουλειά χρησιμοποιούν τις ιδιότητες της αξίας χρήσης των μέσων και αντικειμένων εργασίας, επιτυγχάνουν «πρόσθετα» αποτελέσματα χάριν της αξίας χρήσης της δικής τους εργατικής δύναμης, δηλαδή της εργασίας, η οποία δεν έχει αξία.

Ομως αυτές οι διαδικασίες της πραγματικής ζωής δεν γενικεύτηκαν στη μορφή μιας θεωρίας, ισότιμης με τη θεωρία της αξίας. Δεν έγιναν αντιληπτές από θέσεις ενός οικονομικού παραδείγματος διαφορετικού από την αξία. Ολοι μας νομίζαμε ότι στην αξιακή βάση είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί όχι μόνο το πέρασμα στο σοσιαλισμό, αλλά και η οικοδόμησή του. Γράφαμε πολλά για το «άμεσα κοινωνικό προϊόν», την «άμεσα κοινωνική εργασία», την «άμεσα κοινωνική ιδιοκτησία», όμως μας ξέφευγε, ότι αυτά μπορούν να λειτουργήσουν σε αυτήν τη μορφή μόνο στη βάση της αξίας χρήσης και όχι της αξίας.

Παράλληλα δεν αντιλαμβανόμασταν το γεγονός, ότι κάθε τι το αρνητικό, που είχε θέση στη ζωή των εργαζομένων, οικονομικά ξεπηδά από τις σχέσεις της αξίας. Για να ζουν και να πλουτίζουν μερικοί άνθρωποι εις βάρος άλλων, να κυριαρχούν πάνω σε άλλους και να το κάνουν αυτό με τη μορφή της ισότιμης ανταλλαγής από θέσεις ισότητας (και, φυσικά, ελευθερίας), η αξία χρήσης δεν χρειάζεται. Εδώ χρειάζεται η αξία και η στηριγμένη σε αυτήν αποξένωση της εργασίας και η εκμετάλλευσή της. Το προϊόν της εργασίας αποκτώντας τη μορφή αξίας, με αυτήν την ίδια την πράξη κάνει σε τελική ανάλυση μισθωτή την ίδια την εργασία.

Οι άνθρωποί μας δεν κατάφεραν να μαντέψουν στην πράξη το μυστικό αυτού του κοινωνικού ιερογλυφικού, δηλαδή της αξίας. Σε αυτήν δεν έβλεπαν την αφηρημένη και καθολική κοινωνική μορφή του αστικού τρόπου παραγωγής, αλλά μάλλον μια γενική ιδιότητα των πραγμάτων. Ακόμα οι οικονομολόγοι τις περισσότερες περιπτώσεις έλεγαν, σύμφωνα με τη φράση του Κ. Μαρξ «με τη γλώσσα των εμπορευμάτων»: «η αξία χρήσης μας μπορεί να ενδιαφέρει τους ανθρώπους. Εμάς, ως πράγματα, δεν μας αφορά. Αλλά σε ό,τι αφορά την εμπράγματη φύση μας, αυτή είναι αξία»[11]. Και στη δική μας εποχή δεν είναι τόσο εύκολο να πείσεις τους ανθρώπους, ότι στις ιδιότητες του χρυσού ή του διαμαντιού ως τέτιων δεν υπάρχει ούτε ένα άτομο αξίας.

Ταυτόχρονα δεν καταλάβαμε την κοινωνική μορφή του προϊόντος της εργασίας ως αξία χρήσης, δηλαδή τη μορφή του, που υπάρχει έξω από την αγοραία ανταλλαγή. Η σηματοδότησή της ως αξίας για τους άλλους (ως κοινωνικής αξίας χρήσης) δεν έδινε για αυτό τίποτα το ουσιαστικό, επειδή μια τέτια «κοινωνικότητα» προέκυπτε και πάλι από την αξιακή ανταλλαγή. Για την ανταλλαγή προϊόντων που στεκόταν πίσω της, τους νόμους της, μέχρι τώρα ουσιαστικά δεν ξέρουμε τίποτα. Και στη διαδικασία παραγωγής αξίας χρήσης επίσης δεν δινόταν σημασία προσδιοριστίας οικονομικής μορφής. Σε αυτήν έβλεπαν μόνο αφηρημένα γενικά στοιχεία, που είναι παρόντα σε κάθε παραγωγή ανεξάρτητα από την κοινωνική της μορφή. Θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε με τον Κ. Μαρξ σχετικά με το ότι είναι απαραίτητο να γίνεται διαχωρισμός μεταξύ της διαδικασίας παραγωγής ως τέτιας και της διαδικασίας δημιουργίας αξίας, η οποία σε σχέση με την πρώτη αποκτά την προσδιοριστία οικονομικής μορφής. Αλλιώς η παραγωγή της αξίας του κεφαλαίου μπορεί να ταυτιστεί με την παραγωγή αξιών χρήσης.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η διαδικασία παραγωγής αξίας χρήσης εκτός από τα καθολικά της γνωρίσματα, που είναι παρόντα στην παραγωγή της κάθε κοινωνίας, δεν αποκτά κάθε φορά συγκεκριμένη κοινωνικοοικονομική χρηστική μορφή, δηλαδή η προσδιοριστία της οικονομικής μορφής δεν τελειώνει με την αξιακή μορφή. Σε ορισμένες συνθήκες ως προσδιοριστία της οικονομικής μορφής της παραγωγής αξίας χρήσης εμφανίζεται η ίδια της η φυσικότητα (σ.μ.: της παραγωγής), σε άλλες - η σχέση μεταξύ της αξίας χρήσης της εργατικής δύναμης (της εργασίας) και του κεφαλαίου, σε άλλες - «η οικονομία για τον άνθρωπο». Εάν όμως γίνεται λόγος για μια παραγωγή, της οποίας στόχος δεν είναι η αξία, αλλά η αξία χρήσης, δηλαδή για την παραγωγή του ίδιου του ανθρώπου, τότε σε αυτήν του την ποιότητα η ίδια η παραγωγή αξίας χρήσης φαντάζει ως η προσδιοριστία μιας ιδιαίτερης κοινωνικοοικονομικής μορφής. Εδώ επίσης πρέπει να διακρίνεται η ιδιαιτερότητα αυτής της μορφής από τα αφηρημένα γενικά (σ.μ.: κοινά) στοιχεία της διαδικασίας παραγωγής αξίας χρήσης, που βρίσκονται στη βάση της κάθε ιδιαίτερης κοινωνικής μορφής του. Τότε ο γενικός ορισμός της διαδικασίας της εργασίας στα απλά και αφηρημένα στοιχεία της θα συμπίπτει με τον ορισμό του ως διαδικασίας δημιουργίας αξίας χρήσης και, συνεπώς, ως ανταλλαγής ύλης μεταξύ του ανθρώπου και της φύσης, αυτής της αιώνιας προϋπόθεσης της ανθρώπινης ζωής. Η διαδικασία παραγωγής αξίας χρήσης, με τη σειρά της, θα είναι το κοινό θεμέλιο τόσο των δικών της ιδιαίτερων μορφών, όσο και της αντίθετής τους ανταλλακτικής αξίας. Η εργασία, επομένως, διατηρεί το διττό της χαρακτήρα (το αφηρημένο και το ιδιαίτερο) και ως δημιουργός αξίας χρήσης και όχι μόνο έξω από τα όρια κατά την αντιπαραβολή της με την ανταλλακτική αξία, όπως αυτό γίνεται στο «Κεφάλαιο» του Κ. Μαρξ (Η διαίρεση της εργασίας σε συγκεκριμένη και αφηρημένη, η αποκάλυψη του διττού της χαρακτήρα αποτελούν, αναμφίβολα, σημαντικές κατακτήσεις του Κ. Μαρξ. Παράλληλα, αυτή η διαίρεση δεν εξαντλείται με το ότι η αφηρημένη εργασία έχει σχέση με την αξία και μόνο με αυτήν, ενώ η συγκεκριμένη μόνο με την αξία χρήσης. Η εργασία που παράγει αξία χρήσης έχει και αυτή την αφηρημένη, την κοινωνική της πλευρά και τη συγκεκριμένη της πλευρά).

 

Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΧΡΗΣΗΣ

Το πρώτο που θα έπρεπε να γίνει, είναι να διατυπωθεί ο νόμος της αξίας χρήσης στην απλή του μορφή, που θα αντανακλούσε τη σχέση (δεσμό) μεταξύ της εργασίας και του αποτελέσματός της (το προϊόν), αλλά θα ήταν αντίθετος με τον νόμο της αξίας (ο τελευταίος είναι επίσης νόμος αλληλεπίδρασης της εργασίας με το αποτέλεσμά της).

Πώς όμως παρουσιάζεται ο νόμος της αξίας χρήσης;

1. Εάν με τον νόμο της αξίας εκφράζεται ο δεσμός που ξεκινά από τη ζωντανή εργασία, εκλαμβανόμενη ως κοινωνικά αναγκαία δαπάνη, προς το αποτέλεσμά της που πραγματοποιείται στην αξία, τότε ο νόμος της αξίας χρήσης, αντίστροφα, καθιερώνει την εξάρτηση των δαπανών ζωντανής εργασίας από την κοινωνική αξία χρήσης του προϊόντος, από την ανάγκη για αυτό. Στον πρώτο νόμο η αξία του αποτελέσματος καθορίζεται από την κοινωνικά αναγκαία για την παραγωγή του εργασία, δηλαδή ξεκινάμε από τη δαπάνη της εργασίας. Με τον δεύτερο νόμο, δηλαδή τον νόμο της αξίας χρήσης, εκφράζεται η αντίστροφη σχέση - ξεκινάμε από την αξία χρήσης του προϊόντος και προχωράμε στην αντίθετη κατεύθυνση - προς την εργασία που τη δημιουργεί, ώστε να ορίσουμε πόση εργασία πρέπει να δαπανηθεί, για να έχουμε τη συγκεκριμένη αξία χρήσης και να ικανοποιήσουμε τις δεδομένες απαιτήσεις για αυτήν. Σύμφωνα με τον νόμο της αξίας αυτό δεν μπορεί να γίνει, επειδή σε αυτόν με την εργασία καθορίζεται μόνο η αξία του προϊόντος, ενώ η ίδια η «αξία» της εργασίας, η ποσότητά της μένουν ανεξήγητες. Στα όρια του νόμου της αξίας η εργασία, η δαπάνη της δεν αποκτούν τον αιτιακό τους προσδιορισμό από την πλευρά του προϊόντος τους και γι’ αυτό στερούμαστε τη δυνατότητα να προσδιορίσουμε την ποσότητα της εργασίας, πράγμα, που αναμφισβήτητα μαρτυρά τα όρια της κλασικής αξιακής θεωρίας και της πρακτικής που της αντιστοιχεί. Από την κριτική τους αναπτύχθηκε ο κεϋνσιανισμός με την θεωρία του καθορισμού του όγκου της απασχόλησης.

Στο νόμο της αξίας χρήσης ξεπερνιόνται αυτά τα όρια, είναι ένας νόμος, σύμφωνα με τον οποίο η κοινωνία καθορίζει πόσο είναι απαραίτητο να εργάζεται, να αφιερώνει χρόνο στην υλική παραγωγή, ώστε να ικανοποιεί τις ζωτικές της ανάγκες.

Το να εισαχθεί αυτός ο νόμος στην οικονομική επιστήμη, ακόμα και σε αυτήν την αρχική γενική μορφή, δεν είναι τόσο εύκολο. Φαίνεται σαν κάτι το αυτονόητο το να οριστεί η δράση του νόμου της αξίας χρήσης μέσω της σχέσης της χρησιμότητας του προϊόντος προς την υλοποιημένη σε αυτό εργασία. Ομως από τη στιγμή που η διατύπωση αυτού του νόμου μεταφέρεται σε αυτό το επίπεδο, μπαίνουμε αναπόφευκτα στο δρόμο, που οδηγεί στο νόμο της αξίας. Η αιώνια κυριαρχία της αξίας σε κάθε αλληλεπίδραση της εργασίας και του αποτελέσματός της, ακόμα και όταν το αποτέλεσμα εκλαμβάνεται ως αξία χρήσης, υποχρεώνει να του (σ.μ.: στον νόμο της αξίας χρήσης) δίνεται αξιακός χαρακτήρας, να εξετάζεται στα όρια της θεωρίας της αξίας και των νόμων της. Φυσικά η παραγωγή αξίας χρήσης (ως αξίας) απαιτεί ορισμένη και μάλιστα αναγκαία για την ικανοποίηση της δεδομένης ανάγκης ποσότητα δαπάνης εργασίας. Ομως εάν την αξία χρήσης (τη χρησιμότητα) του αποτελέσματος θέλουν να την ορίσουν μέσω αυτών των αναγκαίων (οριακών, βέλτιστων, διαφορικών κλπ.) δαπανών, και όχι το αντίστροφο, τότε οι νόμοι της κίνησης της αξίας χρήσης αποδεικνύονται μεμονωμένη περίπτωση (ή συμπλήρωμα) των νόμων της αξίας.

Αυτό, δυστυχώς, δεν το απέφυγε και ο Β. Β. Νοβοζίλωφ κατά την ανάλυση των δαπανών και των αποτελεσμάτων της εργασίας. Θεωρούσε, ότι οι κοινωνικές δαπάνες εργασίας και χρόνου και οι αντίστοιχες σκέψεις του Κ. Μαρξ για αυτήν τη νέα έννοια του κοινωνικά αναγκαίου εργάσιμου χρόνου, μαρτυρούν μόνο μια περισσότερο αναπτυγμένη έκφραση του νόμου της αξίας, που υπολογίζει όχι μόνο τις συνθήκες παραγωγής της, αλλά και τις συνθήκες πραγματοποίησής της στην κατανάλωση, δηλαδή εάν το εμπόρευμα δεν αγοράζεται, τότε η δαπανημένη σε αυτό εργασία παύει να είναι αναγκαία. Γι’ αυτό, κατά τη γνώμη του Α. Α. Νοβοζίλωφ, η αντιστοιχία της παραγωγής στις ανάγκες και ακόμα της εργασίας, που είναι αναγκαία σύμφωνα με τις συνθήκες της κατανάλωσης (της πραγματοποίησης της αξίας) με την εργασία που είναι αναγκαία σύμφωνα με τις συνθήκες της παραγωγής αξίας, πραγματοποιείται στη βάση της δαπανημένης εργασίας. Ολες οι καταναλωτικές εκτιμήσεις τόσο των μέσων παραγωγής, όσο και των αντικειμένων κατανάλωσης πρέπει να εκφράζονται με την ίδια μονάδα, με την οποία μετρώνται οι δαπάνες κοινωνικής εργασίας[12].

Σε αυτήν την περίπτωση η μέτρηση πραγματοποιείται σύμφωνα με τον νόμο της αξίας και λόγος γίνεται μόνο για την ανάγκη να παρθεί υπόψη η εξάρτηση της ανταλλακτικής αξίας από την αξία χρήσης, δηλαδή το γεγονός, ότι η αξία χρήσης είναι προϋπόθεση της ανταλλακτικής αξίας, χωρίς την πρώτη δεν υπάρχει και η δεύτερη. Για αυτόν τον λόγο αναγκαζόμαστε να απευθυνόμαστε στις υπηρεσίες της αξίας χρήσης ως προϋπόθεσης της ανταλλακτικής αξίας και στη βάση αυτή να θεωρούμε αναγκαίες μόνο εκείνες τις δαπάνες για την παραγωγή των εμπορευμάτων, που αγοράζονται, καταναλώνονται. Οι δαπάνες εδώ τίθενται σε εξάρτηση από την ενεργό ζήτηση, από τους καταναλωτές εμπορευμάτων, πράγμα που δεν βγαίνει από τα όρια της αξιακής σχέσης.

Στα όρια όμως του νόμου της αξίας χρήσης η αναγκαία εργασία και ο αναγκαίος εργάσιμος χρόνος αποκτούν μια εντελώς διαφορετική, αντίθετη έννοια: γίνονται αναγκαίοι σύμφωνα με τις απαιτήσεις ικανοποίησης των αναγκών σε δεδομένες αξίες χρήσης. Η αναγκαία εργασία, παρμένη με αυτήν την έννοια, δεν έχει σχέση με την ανταλλακτική αξία, δεν είναι το ισοδύναμό της. Στο νόμο της αξίας χρήσης ως προϋπόθεση στην κίνηση της τελευταίας δεν εμφανίζονται οι δαπάνες εργασίας για τη δημιουργία της, ούτε η εξάρτησή της από αυτές τις δαπάνες, αλλά, αντίστροφα, η εξάρτηση των δαπανών εργασίας από την αξία χρήσης του προϊόντος και τις ανάγκες της κοινωνίας που στέκονται πίσω της.

Το μέγεθος και τα όρια των δαπανών εργασίας σε αυτήν την περίπτωση εξαρτώνται από τις ανάγκες, ενώ ο χρόνος εργασίας, παραμένοντας πόλος της δεδομένης οικονομικής σχέσης, αποκτά εντελώς νέα σημασία. Οταν γίνεται λόγος για τον αναγκαίο εργάσιμο χρόνο της κοινωνίας με την έννοια εκείνου του χρόνου, που είναι απαραίτητο να δαπανήσει η κοινωνία για την ικανοποίηση δεδομένων αναγκών, τότε αυτός ο χρόνος δεν εμφανίζεται ως μέτρο αξίας του προϊόντος. Αυτού του είδους η αναγκαία εργασία έχει σχέση με την αξία χρήσης και όχι με την ανταλλακτική αξία[13]. Εδώ δεν εννοείται εκείνος ο εργάσιμος χρόνος, που είναι αναγκαίος για να δημιουργηθεί αυτή ή η άλλη αξία, συμπεριλαμβανομένης της αξίας του συνόλου των αγαθών, που είναι απαραίτητα στον εργάτη για την ύπαρξή του και για την αναπαραγωγή της εργατικής του δύναμης. Λόγος γίνεται για τη σχετική αναγκαιότητα των αναγκών, που ικανοποιούνται με προϊόντα εκείνων ή των άλλων ειδών εργασίας, για παράδειγμα, για την ικανοποίηση των αναγκών σε διατροφή μέσω της γεωργικής εργασίας, η οποία σε σχέση με αυτό είναι η πιο αναγκαία.

Σε γενική μορφή ο αναγκαίος εργάσιμος χρόνος αυτού του είδους καθορίζεται και από πολλές άλλες συνθήκες, που συνδέονται με την αξία χρήσης, την κατανάλωσή της και τις ανάγκες των ανθρώπων. Πρέπει πρώτα από όλα να υποδειχθεί, ότι ακριβώς η αξία χρήσης των ζωτικών μέσων του εργαζόμενου υπαγορεύει πόση εργασία πρέπει να δαπανηθεί και τον χρόνο για την παραγωγή τους. (Εάν αυτές τις δαπάνες τις ορίσουμε με την αξία των ζωτικών μέσων, τότε βρισκόμαστε σε φαύλο κύκλο: με την εργασία ορίζεται η αξία τους, με την αξία τους η εργασία). Ο εργάσιμος χρόνος και η ποσότητα της παραγωγικής εργασίας, που είναι απαραίτητη για τη ζωή της κοινωνίας, εξαρτώνται από το πλήθος των ανθρώπων που έχουν ανάγκη τα μέσα επιβίωσης, δηλαδή από το γενικό πλήθος των καταναλωτών και των «καλαθιών της νοικοκυράς», από την καταναλωτική δύναμη της κοινωνίας. Η τελευταία εν πολλοίς προκαθορίζει τον αριθμό των απασχολουμένων σε παραγωγική εργασία και, επομένως, τον γενικό όγκο του αναγκαίου εργάσιμου χρόνου της δεδομένης κοινωνίας.

Η εξάρτηση των δαπανών εργασίας και του εργάσιμου χρόνου από τις ανάγκες της κοινωνίας και τις απαραίτητες για αυτήν αξίες χρήσης, που υπάρχουν στη μορφή μέσων για τη ζωή και μέσων εργασίας, είναι οφθαλμοφανής. Εμφανίζεται, όμως, το ερώτημα: αυτές οι δαπάνες, παρμένες σε σχέση με (σ.μ.: ως προς) την αξία χρήσης, δεν θα είναι το μέτρο της, δηλαδή δεν πρέπει να μετριέται η αξία χρήσης με την ίδια τη δαπανημένη εργασία (όπως και η αξία), αλλά με εκείνη μόνο τη διαφορά, ότι δαπανήθηκε σύμφωνα με τους όρους της κατανάλωσης και όχι της παραγωγής. Εάν χρησιμοποιήσουμε το παράδειγμα του Κ. Μαρξ σχετικά με το ότι ο Ροβινσώνας στο νησί του κατένειμε τον εργάσιμο χρόνο του και τις εργασιακές του λειτουργίες σύμφωνα με τα ωφέλιμα αποτελέσματα των αντικειμένων κατανάλωσης, τότε δεν μπορούμε άραγε μια τέτια κατανομή του εργάσιμου χρόνου (σε εξάρτηση από την αξία χρήσης του προϊόντος) να τη θεωρούμε μια σχέση στην οποία «περιέχονται ήδη όλοι οι ουσιαστικοί ορισμοί της αξίας»[14].

Ενας τέτιος ισχυρισμός θα ήταν εσφαλμένος, οδηγεί την αξία χρήσης στην αξία και επιστρέφει στο νόμο της αξίας. Ομως αυτό δεν σημαίνει ότι αυτοί οι δύο νόμοι δεν τέμνονται πουθενά, ότι ο νόμος της αξίας χρήσης στην αφηρημένη του μορφή δεν εμπεριέχει την υποκείμενη σε άρνηση αξιακή σχέση του προϊόντος προς την εργασία που το δημιουργεί και, αντίστροφα, η απαίτηση της αξίας χρήσης να αγγίζει την αναγκαία εργασία μόνο για τους σκοπούς της κατανάλωσης (το περίσσιο, ό,τι δεν έχει καταναλωθεί χάνεται), δεν υπολογίζεται στο νόμο της αξίας. Ως προς αυτό ακόμα οι δυο νόμοι έχουν κοινή βάση - την εργασία.

2. Εφ’ όσον η αξία χρήσης του προϊόντος έχει ανάγκη για την παραγωγή της τον αναγκαίο για αυτήν εργάσιμο χρόνο, τότε μεταξύ αυτής και της εργασίας δημιουργείται μια ορισμένη οικονομική σχέση, που έχει τις δικές της ιδιαίτερες ποιότητες και ποσοτικά χαρακτηριστικά. Πρώτα από όλα αφορούν τη σχέση αντιστοιχίας ή αναντιστοιχίας (αναλογικότητας ή δυσαναλογίας) μεταξύ της αξίας χρήσης και της εργασίας, της ισότητας ή ανισότητάς τους [συμπεριλαμβανομένου (σ.μ.: του ζητήματος) εάν ισούται η εργασία με όρους δημιουργίας αξίας χρήσης με την εργασία με όρους δημιουργίας ανταλλακτικής αξίας]. Θέτοντας το ερώτημα με αυτόν τον τρόπο και επιλύνοντάς το, περνάμε ταυτόχρονα σε έναν νέο χαρακτηρισμό της κίνησης της αξίας χρήσης: στην ήδη συζητημένη πιο πάνω πλευρά του, που εκφράζει τον προσανατολισμό της σχέσης μεταξύ της αξίας χρήσης και της εργασίας, τώρα προσθέτουμε έναν χαρακτηρισμό της αλληλεπίδρασής τους στο επίπεδο της αναλογικότητάς τους, της αντιστοιχίας της μιας προς την άλλη.

Στο σύνολό του αυτός ο δεύτερος ορισμός του νόμου ή ο δεύτερος νόμος της αξίας χρήσης αφορά τα κοινά όρια της συσχέτισης της παραγωγής και της κατανάλωσης και τις καθοριζόμενες από αυτές ιδιαίτερες μορφές αλληλεπίδρασής τους, για παράδειγμα, της ζήτησης και της προσφοράς, παρμένων στο επίπεδο της παραγωγής και ανταλλαγής αξιών χρήσης και όχι ανταλλακτικών αξιών. Εφ’ όσον η παραγωγή και η κατανάλωση από αυτή τη σκοπιά πρέπει σε τελική ανάλυση να συμπίπτουν (να αντιστοιχούν η μια στην άλλη), ο νόμος της αξίας χρήσης εμφανίζεται ως σχέση αναλογικότητας μεταξύ των διαφόρων μαζών καταναλωμένων αξιών και των αναγκών που αντιστοιχούν σε αυτές, από τη μια πλευρά, και των διαφόρων και ποσοτικά καθορισμένων μαζών της συνολικής κοινωνικής εργασίας. Η εργασία στον ορισμό της από τη σκοπιά της αξίας χρήσης κατανέμεται (διαιρείται) σε αντιστοιχία με τις διάφορες ανάγκες της κοινωνίας σε διαφόρων ειδών καταναλωτικά αγαθά.

Σε αυτόν τον καταμερισμό εργασίας εκδηλώνεται ο νόμος της αξίας χρήσης, ο οποίος, ως βάση, υλοποιείται σε ορισμένες κοινωνικές συνθήκες με τη μορφή σχέσεων της ανταλλακτικής αξίας. Οταν, για παράδειγμα, η βιομηχανική και γεωργική εργασία στο εσωτερικό της κοινωνίας κατανέμονται αναλογικά με τις ανάγκες στα αντίστοιχου είδους προϊόντα, τότε η ανταλλαγή τους γίνεται σύμφωνα με τις αξίες τους (ή σύμφωνα με τις τιμές παραγωγής). Σε αυτήν την περίπτωση η αναγκαία εργασία με όρους παραγωγής αξίας χρήσης συμπίπτει με την αναγκαία εργασία με όρους παραγωγής αξίας, δηλαδή, προϋποτίθεται, ότι χρησιμοποιήθηκε μόνο αναγκαία εργασία, αναλογική ποσότητα. Εάν όμως παράγεται περισσότερο προϊόν αυτού ή του άλλου είδους από όσο είναι απαραίτητο για την ικανοποίηση των αναγκών σε αυτό το προϊόν, τότε ένα μέρος του προϊόντος θα είναι περίσσιο, άχρηστο και η εργασία που αντιστοιχεί δεν θα είναι πια αναγκαία. Εδώ η αξία χρήσης εμφανίζεται ως προϋπόθεση της ανταλλακτικής αξίας: η αξία χρήσης μιας ορισμένης μάζας κοινωνικών προϊόντων εξαρτάται από το εάν είναι αντίστοιχη με την ποσοτικά καθορισμένη ανάγκη για το προϊόν του κάθε ιδιαίτερου είδους και, επομένως, από το εάν είναι αναλογικά, σε αντιστοιχία με αυτήν την κοινωνική, ποσοτικά καθορισμένη ανάγκη, καταμερισμένη η εργασία μεταξύ των διαφόρων σφαιρών της παραγωγής. Ακριβώς η κοινωνική ανάγκη, δηλαδή η αξία χρήσης σε κοινωνική κλίμακα, καθορίζει εδώ το ποσοστό όλου του κοινωνικού εργάσιμου χρόνου, που αντιστοιχεί στις διάφορες ιδιαίτερες σφαίρες της παραγωγής. Ομως αυτό είναι ο ίδιος νόμος, που εκδηλώνεται ήδη σε σχέση με το ξεχωριστό εμπόρευμα, ακριβώς: ότι η αξία χρήσης του εμπορεύματος είναι η προϋπόθεση της ανταλλακτικής του αξίας και, γι’ αυτό, και της αξίας του[15].

Η σύμπτωση των απαιτήσεων αυτών των δύο νόμων (του νόμου της αξίας χρήσης και του νόμου της αξίας) σε ένα από τα σημεία της αλληλεπίδρασης της εργασίας και του προϊόντος της συχνά γίνεται αφορμή της ταύτισής τους ή, ακριβέστερα, του ορισμού της αξίας μέσω της αξίας χρήσης και το αντίστροφο. Εφ’ όσον, δήθεν, για την ικανοποίηση μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ανάγκης απαιτείται μια συγκεκριμένη, αναγκαία ποσότητα εργασίας, τότε αυτού του είδους η αναλογικότητα και είναι η ισοδυναμία της αναγκαίας εργασίας και της αξίας. Αντίστοιχα η εργασία, που δαπανήθηκε σύμφωνα με τους όρους της κατανάλωσης (της παραγωγής αξίας χρήσης) πρέπει, δήθεν, να είναι ίση με την εργασία (σ.μ.: που δαπανήθηκε) σύμφωνα με τους όρους παραγωγής ανταλλακτικής αξίας.

Αυτό δεν είναι καθόλου έτσι. Ο περιορισμός της αξίας από την προϋπόθεσή της - την αξία χρήσης (όλο το προϊόν γίνεται δυνατό να πωληθεί μόνο σαν να είχε παραχθεί στην απαραίτητη αναλογία με τις ανάγκες), αν και εκφράζει μια πιο ανεπτυγμένη μορφή του νόμου της αξίας (με ισχύ για όλη τη μάζα των εμπορευμάτων και όχι απλά για το ξεχωριστό εμπόρευμα), δεν σημαίνει καθόλου, ότι η αντιστοιχία της παραγωγής με τις ανάγκες πραγματοποιείται σε ισότητα της αξίας χρήσης (και των καταναλωτικών εκτιμήσεων) με τις δαπάνες εργασίας στα όρια του νόμου της αξίας (της πιο ανεπτυγμένης μορφής του)[16]. Η ειδική περίπτωση της σύμπτωσης δεν πρέπει να ανάγεται σε αρχή, δηλαδή σε τελική ανάλυση, σε ισότητα της αξίας χρήσης και της αξίας. Εάν αυτό ήταν έτσι, θα βρισκόμασταν άοπλοι στη λύση πολλών ζητημάτων αρχής της οικονομικής επιστήμης, δεν θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε το κύριο - πώς είναι δυνατή η παραγωγή υπεραξίας και γενικά η υπεροχή του αποτελέσματος επί των δαπανών, πράγμα που έχει άμεση σχέση με την κατηγορία της ωφελιμότητας κατά τον ορισμό της. Στην ουσία, ας υποθέσουμε, ότι η αξία χρήσης είναι ανάλογη, ισούται με τη δαπάνη εργασίας, που είναι απαραίτητη για την παραγωγή της. Τότε η αξία χρήσης της εργατικής δύναμης (της εργασίας) θα είναι ισοδύναμη (ίση) με τη δαπάνη εργασίας που ανταλλάσσεται για αυτήν (την αξία των ζωτικών μέσων), που είναι απαραίτητη για την αναπαραγωγή της, και η εξήγηση της υπεραξίας γίνεται εντελώς αδύνατη. Αυτό δεν αφορά μόνο την αξία χρήσης της εργατικής δύναμης, αλλά και όλους τους άλλους παράγοντες της παραγωγής. Εάν, για παράδειγμα, η αξία χρήσης της τεχνικής ήταν ισοδύναμη με τις δαπάνες εργασίας για την παραγωγή της, τότε το ωφέλιμο αποτέλεσμά της θα ήταν ίσο με το μηδέν και δεν θα υπήρχε νόημα να χρησιμοποιείται τεχνική στην παραγωγή.

 

Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΕΠΙ ΤΩΝ ΔΑΠΑΝΩΝ

Η αδυναμία επεξήγησης αυτού του είδους των φαινομένων στα όρια του νόμου της αξίας και της εργασιακής θεωρίας της αξίας μας υποχρεώνει να απευθυνθούμε σε έναν ακόμα ορισμό του νόμου της αξίας χρήσης, που σε ένα βαθμό αίρει τον δεύτερο ορισμό του - την αναλογικότητα, όχι μόνο την αξιακή αλλά και αυτήν που έχει σχέση με την αξία χρήσης (αν και η παραγωγή και η κατανάλωση σε τελική ανάλυση πρέπει να αντιστοιχούν η μια στην άλλη). Σε σχέση με αυτό οι νόμοι της κίνησης της αξίας χρήσης αποτελούν αντίθεση των νόμων της αξίας, αποτελούν άρνηση των τελευταίων. Εάν ο νόμος της αξίας βασίζεται στην αρχή της ισοδυναμίας των κοινωνικά αναγκαίων δαπανών και της αξίας του εμπορεύματος, ο νόμος της αξίας χρήσης στον ουσιαστικό του ορισμό βασίζεται στην αντίθετη αρχή - η εργασία με όρους παραγωγής αξίας χρήσης δεν ισούται, δεν είναι ισοδύναμη όχι μόνο με την εργασία για την παραγωγή της αξίας, αλλά και για τη δημιουργία της αξίας χρήσης. Θα φαινόταν, για παράδειγμα, ότι έξω από τη ισοδυναμία των δαπανών και του αποτελέσματος, είναι αδιανόητη η αντιστοιχία μεταξύ της παραγωγής και της κατανάλωσης. Ομως δεν είναι έτσι. Ο νόμος της αξίας στην πραγματικότητα δεν προϋποθέτει μια τέτια αντιστοιχία, επειδή η κίνηση της αξίας βρίσκεται σε σχέσεις αντίστροφης αναλογίας τόσο με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, όσο και με την άνοδο των αναγκών. Και, αντίστροφα, η αντιστοιχία της παραγωγής και της κατανάλωσης επιτυγχάνεται όταν η αξία χρήσης του προϊόντος υπερέχει επί των δαπανών εργασίας για την παραγωγή του. Αυτού του είδους η δυσαναλογία ακριβώς και εξασφαλίζει την αναλογία της παραγωγής και της κατανάλωσης, εφ’ όσον εδώ πραγματοποιείται η άνοδος των αναγκών με την ελαχιστοποίηση των εργασιακών δαπανών.

Αυτή η αρχή είναι το βασικό στον ορισμό του νόμου της αξίας χρήσης, επειδή με αυτήν εξηγούνται όλα όσα δεν εμπίπτουν στην επεξηγηματική δύναμη του νόμου της αξίας, για παράδειγμα, η κατανόηση του γιατί κατά την ισοδύναμη ανταλλαγή με μέσα επιβίωσης η εργατική δύναμη παράγει υπεραξία (συμπληρωματική αξία). Η υπεροχή του αποτελέσματος της εργασίας ως προς την ωφελιμότητά του (την αξία χρήσης) επί των δαπανών εργασίας για την επίτευξή του αποτελεί, κατά τη βαθιά μας πεποίθηση, το νόημα και τον προορισμό της ανθρώπινης δραστηριότητας και όλης της ανάπτυξης της κοινωνίας. Γι’ αυτό πρέπει να αποδοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη εξήγηση του με ποιους νόμους λαμβάνει χώρα η αύξηση της αξίας χρήσης (της ωφελιμότητας).

Μέχρι τώρα περιοριζόμαστε σε αρκετά αφηρημένους και απλούς ορισμούς του νόμου της αξίας χρήσης: στην επεξήγηση της εξάρτησης της ποσότητας των δαπανών εργασίας από την αξία χρήσης του προϊόντος και της αναλογικότητάς τους σύμφωνα με τους όρους της κατανάλωσης. Δεν γινόταν λόγος για τη μεγέθυνση, την αύξηση, την απόκτηση πρόσθετης (συμπληρωματικής) αξίας χρήσης του προϊόντος. Για τη λύση τέτιων ζητημάτων χρειάζεται ένας πιο βαθύς, ουσιαστικός ορισμός της ίδιας της αξίας χρήσης, που θα επιτρέπει να κατανοείται η δυναμική της, η αλλαγή του βαθμού του ωφέλιμου αποτελέσματος του αγαθού. Οπως για την εξήγηση της αυτοανάπτυξης της αξίας (της παραγωγής υπεραξίας) οι νόμοι της απλής εμπορευματικής παραγωγής είναι ανεπαρκείς, έτσι και για την κατανόηση της διαδικασίας της μεγέθυνσης της αξίας χρήσης των παραγόντων και του προϊόντος της παραγωγής δεν πρέπει να περιοριζόμαστε από τις γνώσεις του ότι η χρησιμότητα του προϊόντος και η ζήτηση για αυτό καθορίζουν το χρόνο που είναι απαραίτητος για την παραγωγή του, και ότι ο χρόνος και η εργασία πρέπει να κατανέμονται αναλογικά με τις ανάγκες για ορισμένη μάζα αξιών χρήσης. Είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε ακόμα το νόμο, σύμφωνα με τον οποίο αυξάνεται η αξία χρήσης των παραγόντων της παραγωγής στη διαδικασία της παραγωγικής τους κατανάλωσης.

Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση αυτού του νόμου, είναι σκόπιμο προκαταρκτικά να ορίσουμε την αξία χρήσης των βασικών παραγόντων της παραγωγής - των μέσων παραγωγής και της εργατικής δύναμης από τη σκοπιά της συμμετοχής τους στην ανάπτυξη της αξίας χρήσης του αποτελέσματος της παραγωγής, στη δημιουργία νέας παραγωγικής και καταναλωτικής δύναμης της κοινωνίας.

Σε ό,τι αφορά την αξία χρήσης των υλικών μέσων παραγωγής, που έχει αποκτηθεί από αυτά ως προϊόντα παραγωγής ενωρίτερα, αυτή, πραγματοποιούμενη στην παραγωγική κατανάλωση, ανάγεται σε τελική ανάλυση στην αναπλήρωση από αυτά ζωντανής ανθρώπινης εργασίας, στην απελευθέρωσή της και, επομένως, στην άνοδο της παραγωγικής δύναμης της λειτουργούσας εργασίας. Φυσικά αυτό δεν αποκλείει τον χαρακτηρισμό των μέσων παραγωγής ή των παραγωγικών αγαθών από τη σκοπιά της υπηρεσίας τους για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών, και ακόμα τον ορισμό της αξίας (σ.μ.: με την έννοια της ωφελιμότητας, «πολυτιμότητας») τους μέσω της αξίας (σ.μ.: ωφελιμότητας) του προϊόντος που δημιουργείται με τη βοήθειά τους, ιδιαίτερα του ολοκληρωμένου, τελικού προϊόντος, που ικανοποιεί άμεσα τις ανθρώπινες ανάγκες[17].

Το πρόβλημα έγκειται στο πώς θα οριστεί η χρησιμότητα (ωφελιμότητα) του ίδιου αυτού του τελικού προϊόντος, τι θα παρθεί για την εκτίμησή του στη θέση του υποκειμενικού κριτηρίου της ωφελιμότητας. Η εργασιακή θεωρία της αξίας χρήσης προτείνει για αυτό ένα απολύτως αντικειμενικό κριτήριο - την αναπλήρωση, την απελευθέρωση ζωντανής ανθρώπινης εργασίας από τα μέσα παραγωγής, την ενίσχυση της παραγωγικότητάς της. Η αξία χρήσης μιας μηχανής, κατά την άποψη του Κ. Μαρξ, είναι η αναπλήρωση εργασίας από αυτήν. Η προηγούμενη εργασία, που έχει πραγματοποιηθεί στη μορφή της αξίας χρήσης των μέσων παραγωγής, σε αυτή την περίπτωση εμφανίζεται ως μέσον απελευθέρωσης ζωντανής εργασίας ή μείωσης του αριθμού των εργατών[18]. Μάλιστα η εργασία που απελευθερώνεται πρέπει να είναι περισσότερη από όση δαπανήθηκε για τη δημιουργία των δεδομένων μέσων παραγωγής, για την επίτευξη της δεδομένης εξοικονόμησης εργασίας. Ενώ οι δαπάνες της αφηρημένης εργασίας (το κόστος παραγωγής) που διαμορφώνουν την αξία, αποτελούν μια «αντιωφελιμότητα», πρέπει να αφαιρούνται από την ωφέλιμη δράση των μέσων παραγωγής, από την αξία χρήσης τους[19]. Εν τέλει η διαφορά μεταξύ της εργασίας που απελευθερώνεται και αυτής που δαπανάται θα χαρακτηρίζει την ποσότητα της ωφελιμότητας των μέσων παραγωγής, την αξία χρήσης τους, που πραγματοποιείται στη διαδικασία της παραγωγικής τους κατανάλωσης[20].

Η αξία χρήσης του άλλου βασικού παράγοντα της παραγωγής - της εργατικής δύναμης, πραγματοποιούμενη στη διαδικασία της ζωντανής εργασίας, ανάγεται επίσης στο περίσσευμα της ποσότητας της εργασίας, που παρέχεται από την εργατική δύναμη επί της ποσότητας (σ.μ.: εργασίας), που δαπανήθηκε για την αναπαραγωγή της. Οταν αυτές οι δαπάνες υλοποιούνται στην αξία της εργατικής δύναμης, αυτό το περίσσευμα παίρνει τη μορφή πρόσθετης διάρκειας του εργάσιμου χρόνου (πρόσθετου εργάσιμου χρόνου και πρόσθετης εργασίας), που υπερβαίνει τον αναγκαίο εργάσιμο χρόνο, που έχει δαπανηθεί για την αναπαραγωγή της ίδιας της εργατικής δύναμης. Η δαπανημένη προηγούμενη εργασία που εμπεριέχεται στην εργατική δύναμη και εκείνη η ζωντανή εργασία που επιτελείται από αυτήν (σ.μ.: τη ζωντανή εργασία), είναι δυο απολύτως διαφορετικά μεγέθη. Η πρώτη ορίζει το μέγεθος της ανταλλακτικής αξίας της εργατικής δύναμης, η δεύτερη την αξία χρήσης της.

Η κατανάλωση εργατικής δύναμης (η χρησιμοποίησή της ως αξίας χρήσης) παρέχει περισσότερη εργασία, ενσωματώνεται σε μεγαλύτερη ποσότητα υλοποιημένης εργασίας, από όση περιέχεται σε αυτήν την ίδια ως ανταλλακτική αξία. Η αξία χρήσης της εργατικής δύναμης δεν καθορίζεται από εκείνον το εργάσιμο χρόνο που είναι αναγκαίος για τη διατήρηση και αναπαραγωγή αυτής της δύναμης, αλλά από εκείνον στη διάρκεια του οποίου χρησιμοποιείται στην εργασία, για παράδειγμα, από μια εργάσιμη ημέρα, ενώ η ανταλλακτική αξία (σ.μ. της εργατικής δύναμης) από το μισό μόνο της εργάσιμης ημέρας[21]. «Η παραγωγικότητα του εργάτη (όπως και η παραγωγικότητα της μηχανής) και η αξία του είναι δυο απολύτως διαφορετικά πράγματα, που μάλιστα βρίσκονται σε αντίστροφη σχέση το ένα με το άλλο»[22]. Από αυτήν την άποψη η ανταλλακτική αξία της εργατικής δύναμης, που ισούται με τον αναγκαίο για την αναπαραγωγή της εργάσιμο χρόνο, θα αποτελεί ένα πλην σε σχέση με την αξία χρήσης της. Αυτό, όμως, δε σημαίνει, ότι η πρόσθετη αξία, που δημιουργείται πάνω από την αξία των μέσων επιβίωσης του εργαζόμενου, είναι αποτέλεσμα της παραγωγικότητας της εργασίας του. Η νέα αξία προστίθεται αποκλειστικά εξ αιτίας της διάρκειας του εργάσιμου χρόνου, της προσθήκης πρόσθετης ποσότητας εργάσιμου χρόνου, και όχι εξ αιτίας της αξίας χρήσης της εργασίας, της αυξημένης παραγωγικής της δύναμης, η οποία γενικά μειώνει την αξία του προϊόντος. Η υπεραξία μπορεί να εμφανιστεί μόνο στην περίπτωση που η εργατική δύναμη χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια μεγαλύτερης ποσότητας εργάσιμου χρόνου, από τον χρόνο που δαπανήθηκε για την αναπαραγωγή της.

Σε αντίθεση με αυτό η αύξηση της αξίας χρήσης της εργατικής δύναμης εξαρτάται πρώτα από όλα από την παραγωγικότητα, την ποιότητα της εργατικής δύναμης. Εδώ η διάρκεια του εργάσιμου χρόνου χάνει την προεξάρχουσα σημασία της[23]. Αντίστροφα, όσο λιγότερος χρόνος δαπανάται στην αναπαραγωγή της ίδιας αξίας χρήσης τόσο χρησιμότερη, παραγωγικότερη είναι η εργατική δύναμη, τόσο υψηλότερη είναι η αξία χρήσης της.

Με τη γενική οικονομική έννοια, που ταυτίζεται με την προσέγγιση από τη σκοπιά της αξίας χρήσης, η αύξηση της αξίας χρήσης της εργατικής δύναμης παρατηρείται στο γεγονός ότι ο εργαζόμενος παράγει περισσότερο από όσο καταναλώνει, ότι από την παραγωγή βγαίνει μεγαλύτερη ποσότητα αξίας χρήσης από όση καταναλώνεται σε αυτήν. Σε ό,τι αφορά το πλεόνασμα της εργασίας, που αποδίδεται από την εργατική δύναμη επί των δαπανών της αναπαραγωγής της, επιτυγχάνεται με το ότι η αξία χρήσης της εργατικής δύναμης μεγαλώνει λόγω της αξιοποίησης της αξίας χρήσης των υλικών μέσων παραγωγής και των φυσικών δυνάμεων από τη μια πλευρά, και τον πολλαπλασιασμό της παραγωγικής υποκειμενικής δύναμης του ίδιου του εργαζόμενου μέσω της κατανάλωσης από αυτόν υλικών και πνευματικών αγαθών στη διαδικασία αναπαραγωγής της εργατικής του δύναμης. Εξ αιτίας αυτού προκαλείται υποκατάσταση, απελευθέρωση της απλής εργασίας χαμηλής ειδίκευσης από σύνθετη εργασία υψηλής ειδίκευσης, που ακολουθείται από μείωση της γενικής ποσότητας εργασίας, στο βαθμό που μια μεγαλύτερη ποσότητα απλής εργασίας ισούται με μια μικρότερη ποσότητα σύνθετης. Η εργασία που απελευθερώνεται ως αποτέλεσμα της εισαγωγής περισσότερο ειδικευμένης εργασίας θα είναι περισσότερη από τις δαπάνες για την ετοιμασία ειδικευμένων εργαζομένων.

Με αυτόν τον τρόπο, η αξία χρήσης της εργατικής δύναμης μπορεί να εκφραστεί: α) με τη σχέση όλης της ποσότητας της εργασίας που λειτουργεί προς το μέρος της, που δαπανάται για την αναπαραγωγή της ίδιας της εργατικής δύναμης, β) με τη σχέση της εργασίας που απελευθερώνεται (απλούστερης) προς τις δαπάνες για την προετοιμασία ειδικευμένης εργασίας, που υποκαθιστά την απλή εργασία. Σε ό,τι αφορά τις δαπάνες για απόκτηση μέσων επιβίωσης και την κατανάλωσή τους, αυτές δεν έχουν ευθεία σχέση με τη διαδικασία της ίδιας της εργασίας, αποτελούν εξωτερική προϋπόθεσή της, δεν αποτελούν μέρος της, και εάν αποτελούν (ο εργαζόμενος πρέπει να τρέφεται την ώρα της εργασίας), (σ.μ.: αυτό συμβαίνει) μόνο για την υποστήριξη της ικανότητας του εργαζομένου. Ομως αυτό δεν σημαίνει ότι το ερώτημα για την αξία χρήσης των μέσων επιβίωσης εκπίπτει έξω από τα όρια της διαδικασίας εργασίας. Εδώ μπορούμε μόνο να πούμε προκαταβολικά, ότι η αξία χρήσης των αντικειμένων κατανάλωσης σε τελική ανάλυση υλοποιείται και στην απελευθέρωση εργασίας, που επιτυγχάνεται λόγω της υποκατάστασης από σύνθετη εργασία απλούστερης εργασίας. Ομως αυτό αφορά ήδη την καταναλωτική παραγωγή, στην οποία πραγματοποιείται η αναπαραγωγή του ανθρώπου και της κοινωνίας. Σε αυτήν η αξία χρήσης των αντικειμένων κατανάλωσης αποδεικνύεται απλώς ένα στοιχείο, ενώ ως τελικό αποτέλεσμα δεν εμφανίζεται πια το προϊόν της παραγωγής, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος και η ίδια η κοινωνία. Ο νόμος της αξίας χρήσης, αντίστοιχα, παίρνει μορφή κοινωνιολογικού νόμου.

Σε σχέση όμως με το προϊόν της παραγωγής η αξία χρήσης των μέσων παραγωγής και της εργατικής δύναμης υλοποιείται στην υψηλότερη αξία του ίδιου του προϊόντος, η οποία, όμως, εμφανίζεται στη διαδικασία της παραγωγικής του κατανάλωσης με τη μορφή, από τη μια πλευρά, νέων υλικών προϊόντων (τεχνικής), και από την άλλη, μέσων επιβίωσης, που καταναλώνονται από την εργατική δύναμη. Το προϊόν, που ως μέσο εργασίας μπαίνει σε μια νέα διαδικασία εργασίας, χάνει τον χαρακτήρα του προϊόντος, γίνεται «μέσο επιβίωσης» της εργασίας.

Από την ανάλυση της αξίας χρήσης των προϊόντων της εργασίας, που υλοποιείται στην κατανάλωσή τους ως παραγόντων της παραγωγής μέσων εργασίας και εργατικής δύναμης έπεται, ότι η αξία χρήσης τους μπορεί να αναχθεί σε μια και την αυτή βάση - την απελευθερούμενη, μη δαπανημένη εργασία, παρμένη σε σχέση με την δαπανημένη εργασία. Αυτή η κοινή βάση κάνει τις αξίες χρήσης συγκρίσιμες. Με τον ίδιο τρόπο βρίσκει λύση ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της οικονομικής επιστήμης - η σύγκριση των αξιών χρήσης, μάλιστα αυτή γίνεται σε αντικειμενική, εργασιακή βάση μέσω της μονάδας της απελευθερούμενης, εξοικονομούμενης εργασίας[24]. Μια συγκριτική ανάλυση και σύγκριση της αξίας χρήσης της ρομποτοτεχνικής και της εργατικής δύναμης με την αξιοποίηση των μαθηματικών εργαλείων του μαρζιναλισμού περιέχεται στη μονογραφία του Ν. Φ. Ντιουντιάεφ «Τα βιομηχανικά ρομπότ και η εξοικονόμηση ζωντανής εργασίας: ανάλυση από τη σκοπιά της αξίας χρήσης»[25]. Εκπίπτει, επομένως, η θέση για το μη συγκρίσιμο αξιών χρήσης διαφορετικού είδους, για το ότι μπορούν να συγκριθούν μόνο έμμεσα, μέσω των δαπανών εργασίας (αξία), αν και λαμβάνουν υπόψη τους όρους της κατανάλωσης.

Συνεπώς, ο νόμος της αξίας χρήσης στην ουσιαστική του μορφή εκφράζει τον οικονομικό δεσμό μεταξύ της εργασίας που απελευθερώνεται ως αποτέλεσμα της υλοποίησης συγκεκριμένης εργασίας στις χρήσιμες ιδιότητες του προϊόντος κατά την κατανάλωσή του και της εργασίας που δαπανάται για την παραγωγή αυτού του προϊόντος. Οι χρήσιμες ιδιότητες του προϊόντος, η αξία χρήσης του στη δεδομένη περίπτωση συνίστανται στη συνολική ποσότητα υποκατεστημένης, εξοικονομημένης εργασίας που προκύπτει κατά τη χρησιμοποίησή του ως μέσο παραγωγής. Και στις δυο πλευρές της σχέσης εμφανίζεται η εργασία, που δημιουργεί τη γενική πλατφόρμα για την αλληλεπίδραση και σύγκρισή τους: η εργασία επιτελεί τον προορισμό της του δημιουργού προϊόντος ως συγκεκριμένη εργασία, μάλιστα, σε ποσότητα που καθορίζεται από την ανάγκη για αυτό το προϊόν. Ο νόμος, με αυτόν τον τρόπο, εκφράζει τους όρους και τις προϋποθέσεις κίνησης της εργασίας ως πηγής του πλούτου αξιών χρήσης, και καθόλου τις αλλαγές των φυσικών ιδιοτήτων του προϊόντος ή την κίνηση της αξίας χρήσης ως φορέα της ανταλλακτικής αξίας, επειδή με αυτήν την έννοια η αξία χρήσης ανήκει στην εμπορευματολογία.

Σφαίρα δράσης του νόμου της αξίας χρήσης παραμένει η εργασία, θεωρούμενη ως πηγή του υλικού πλούτου. Η θεωρία του νόμου πηγάζει από τον αποφασιστικό ρόλο της εργασίας και από αυτήν τη σκοπιά μεθοδολογική αρχή της έρευνας της κίνησης της αξίας χρήσης του προϊόντος εργασίας είναι η εργασιακή θεωρία. Διατηρεί την ισχύ της και η σχέση του παραχθέντος χρήσιμου προϊόντος προς την πηγή της προέλευσής του - την πραγματική εργασία και το φυσικό της μέτρο - τον εργάσιμο χρόνο. Η υπόθεση απλώς συνίσταται στο ότι ο χρόνος παύει να είναι μέτρο της αξίας χρήσης. Ως τέτιο δεν εμφανίζεται πλέον ο δαπανημένος, αλλά ο απελευθερωμένος χρόνος. Σε αυτό βρίσκεται η ουσία της λύσης του προβλήματος. Οι αναζητήσεις μονάδας (ορίου) της χρησιμότητας καθ’ ομοίωση του ειδικού βάρους της βαρύτητας ή της θερμοκρασίας της ζέστης δεν μπορούσαν να στεφανωθούν με επιτυχία, επειδή με αυτήν τη διατύπωση αυτό το πρόβλημα είναι ανεπίλυτο. Εν τω μεταξύ ο νόμος της αξίας χρήσης δεν έχει λιγότερο ακριβή ποσοτική προσδιοριστία από τον νόμο της αξίας. Η αξία χρήσης οποιουδήποτε προϊόντος εργασίας μπορεί να αναχθεί στην ίδια βάση - τη ζωντανή εργασία που απελευθερώνεται χάριν της χρησιμότητάς του, και η μονάδα αυτής της εξοικονομημένης εργασίας μπορεί να αποτελεί ένα στέρεο μέτρο των αξιών χρήσης του προϊόντος, όχι χειρότερο από την μονάδα της δαπανημένης, υλοποιημένης σε αυτές κοινωνικής εργασίας για τη μέτρηση των αξιών. Πρέπει απλώς να λαμβάνεται υπόψη, ότι η εξοικονόμηση εργασίας σε ρόλο ωφέλιμου αποτελέσματος δεν έχει χαρακτήρα δαπάνης και γι’ αυτό μονάδα μέτρησής του είναι η εργασία που απελευθερώνεται, συγκρινόμενη με τις δαπάνες εργασίας για την επίτευξη του αναφερόμενου ωφέλιμου αποτελέσματος.

Η ποσότητα της αξίας χρήσης του προϊόντος, αντίστοιχα, καθορίζεται από την εξοικονόμηση κοινωνικής εργασίας, που υπολογίζεται ως η διαφορά μεταξύ της ποσότητας της απελευθερωμένης εργασίας και του όγκου της εργασίας που δαπανήθηκε για την επίτευξη του δεδομένου ωφέλιμου αποτελέσματος. Οπως στην πρώτη, έτσι και στη δεύτερη περίπτωση γίνεται λόγος για εργασία εκφραζόμενη από ένα και το αυτό μέτρο (τον χρόνο), πράγμα που δημιουργεί κοινές βάσεις για τη σύγκρισή τους. Οι διάφορες αξίες χρήσης που έχουν αναχθεί σε αυτό γίνονται ποσοτικά συγκρίσιμες. Δεν είναι δυνατόν να τις εκφράσεις με την ποσότητα της ενσωματωμένης σε αυτά εργασίας. Για αυτές χρησιμοποιείται άλλο μέτρο, που βρίσκεται έξω από τη φύση του προϊόντος ως ανταλλακτικής αξίας[26].

Αυτό το μέτρο, που δεν αποκαλύπτεται στα όρια των σχέσεων της ανταλλακτικής αξίας και του αξιακού τύπου, είναι, επαναλαμβάνουμε, η εξοικονομημένη, μη δαπανηθείσα εργασία, δηλαδή όχι εκείνη η εργασία που υλοποιείται στο προϊόν, δαπανάται για την παραγωγή του. Οι κοινωνικά αναγκαίες δαπάνες εργασίας από κυριαρχούσα ιδέα μετατρέπονται σε όρους παραγωγής της αξίας χρήσης. Εάν στον νόμο της αξίας η αξία χρήσης εμφανίζεται στο ρόλο του «περιοριστή» (σ.μ.: με την έννοια της ασφάλειας για το ηλεκτρικό) της αξίας, στο νόμο της αξίας χρήσης αυτόν το ρόλο τον εκτελούν πια οι δαπάνες εργάσιμου χρόνου. Αυτές, μη χάνοντας τη λειτουργία της υπόστασης που δημιουργεί το προϊόν, παρ’ όλα αυτά δεν μπορούν πια να αποτελούν μέτρο της αξίας χρήσης του. Η εργασία που απελευθερώνεται από την τελευταία πρέπει να είναι περισσότερη από αυτήν που δαπανάται. Διαταράσσεται, συνεπώς, η αξιακή ισότητα. Στη θέση της αρχής της οικονομικής διαχείρισης τίθεται ένας άλλος κανόνας: η εργασία με όρους παραγωγής πρέπει να είναι λιγότερη από την εργασία με όρους κατανάλωσης. Αντίστοιχα, στην πρακτική πρέπει να διαχειριζόμαστε την οικονομία έτσι ώστε τα αποτελέσματα της παραγωγής να μεγεθύνονται γρηγορότερα από τις δαπάνες, ώστε η αύξηση της συμβολής για την ικανοποίηση των αναγκών να γίνεται με τις μικρότερες δαπάνες πόρων κάθε είδους. Μια τέτια πρακτική υποτάσσεται στο νόμο της αξίας χρήσης.

 

ΑΛΛΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ

Ο νόμος της αξίας χρήσης για τον οποίο έγινε λόγος πιο πάνω εκφράζει τις προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα της κίνησης της αξίας χρήσης από τη γενική, ουσιαστική πλευρά. Και η ουσία, ως γνωστόν, παρουσιάζεται στις μορφές εμφάνισής της, που μπορεί όχι μόνο να μη συμπίπτουν με την ουσία αλλά και να την κρύβουν, ακόμα και να την διαστρεβλώνουν. Στην πραγματική του λειτουργία και ο νόμος της αξίας χρήσης περιβάλλεται από συγκεκριμένες μορφές, που μακράν δεν συμπίπτουν με τον αφηρημένα γενικό του ορισμό. Μάλιστα αυτές του οι μορφές είναι πιο γνωστές από την ουσία του.

Η πιο ανάλογη (σ.μ.: προσήκουσα) μορφή κίνησης της αξίας χρήσης στη σφαίρα της παραγωγής της είναι η εξοικονόμηση εργασίας, που εκφράζεται στον αντίστοιχο νόμο. Η εργασία που απελευθερώνεται και απορρέει από την αύξηση της αξίας χρήσης των παραγόντων της παραγωγής, προϋποθέτει αναγκαστικά μιαν αντίστοιχη εξοικονόμηση της χρησιμοποιούμενης, δαπανούμενης εργασίας, στην οποία σε ορισμένο βαθμό εμφανίζεται ο νόμος της αξίας χρήσης, αν και σε αρκετά διαφοροποιημένη μορφή.

Σε αυτήν την περίπτωση η εξοικονόμηση εργασίας, που προκαλείται από την αύξηση της αξίας χρήσης, μπορεί να εμφανίζεται, πρώτον, μόνο ως εξοικονόμηση δαπανούμενου εργάσιμου χρόνου, που υλοποιείται σε μια αντίστοιχη αύξηση των δαπανών πρόσθετης εργασίας. Η εξοικονόμηση εργασίας εδώ πραγματοποιείται σε βάρος του εργαζόμενου και όχι σε όφελός του. Δεύτερον, η εξοικονόμηση παίρνει τη μορφή εξοικονόμησης προηγούμενης εργασίας, δηλαδή εξοικονόμησης στη χρήση μέσων παραγωγής, αποταμίευσης των αντίστοιχων δαπανών ώστε αντικείμενο ιδιοποίησης να γίνει μια μεγαλύτερη ποσότητα πρόσθετης εργασίας. Και μόνο στην τρίτη περίπτωση η εξοικονόμηση είναι εξοικονόμηση όλης της ζωντανής εργασίας, πράγμα που αντιστοιχεί στις απαιτήσεις του νόμου της αξίας χρήσης.

Στην πραγματικότητα η εξοικονόμηση μέσων παραγωγής δεν εμφανίζεται από τη λειτουργία τους ως αξιακών παραγόντων, αλλά ως παραγόντων της αξίας χρήσης, δηλαδή ως παραγωγικών δυνάμεων. Στο μέτρο που τα μέσα παραγωγής μπαίνουν στη διαδικασία παραγωγής και λειτουργούν μέσα της, παίζουν αυτόν το ρόλο τους αποκλειστικά από την πλευρά της αξίας χρήσης τους και όχι της ανταλλακτικής τους αξίας. Η βοήθεια που δίνουν οι μηχανές στους εργάτες δεν εξαρτάται από την αξία, αλλά από την αξία χρήσης των μηχανών. Ακριβώς όπως η ποσότητα της εργασίας, που μπορεί να απορροφήσει το αντικείμενο της εργασίας (την πρώτη ύλη) δεν εξαρτάται από την αξία του, αλλά από την ποσότητά του, εάν δεν αλλάζει η παραγωγικότητα της εργασίας[27]. Η εξοικονόμηση που εμφανίζεται από τη συγκέντρωση των μέσων παραγωγής, τη χρησιμοποίησή τους σε μαζική κλίμακα, έχει και πάλι την πηγή της στις συνθήκες που αφορούν την αξία χρήσης, εφ’ όσον τα μέσα παραγωγής λειτουργούν σε συνθήκες κοινωνικής, κοινωνικά συνδυασμένης εργασίας.

Ο νόμος της εξοικονόμησης της εργασίας στα όρια των σχέσεων της αξίας δεν αποκαλύπτει την πραγματική του ουσία, που έχει σχέση με την αξία χρήσης. Αντίστροφα, εξοικονόμηση εργασίας εμφανίζεται σαν εξοικονόμηση προηγούμενης (υλοποιημένης) εργασίας, δηλαδή αξίας, πράγμα που μπορεί να δώσει αφορμή να μη θεωρείται πηγή της υπεραξίας η συμπληρωματική ποσότητα ζωντανής εργασίας, που μεγαλώνει εξαιτίας της μείωσης της αναγκαίας εργασίας, αλλά η εξοικονόμηση της ίδιας της αξίας (της προηγούμενης, πραγματοποιημένης εργασίας), πράγμα που έρχεται σε αντίφαση με την ίδια την έννοια της εξοικονόμησης. Εν τω μεταξύ, τον τελευταίο καιρό πύκνωσαν οι προσπάθειες ο νόμος της αξίας να παρουσιαστεί σαν συγκεκριμενοποίηση του νόμου εξοικονόμησης της εργασίας και της παραγωγικότητας της εργασίας.

Η πραγματική εξοικονόμηση έχει σχέση με την κίνηση της αξίας χρήσης, την αύξησή της. Οταν ο Κ. Μαρξ έγραφε ότι η κάθε εξοικονόμηση ανάγεται σε τελική ανάλυση σε εξοικονόμηση χρόνου και ότι η εξοικονόμηση χρόνου, όπως και η σχεδιοποιημένη κατανομή του εργάσιμου χρόνου στους διάφορους κλάδους της παραγωγής, παραμένει ο πρώτος οικονομικός νόμος στη βάση της συνεταιριστικής παραγωγής και ακόμα νόμος σε πολύ υψηλότερο βαθμό, δεν είχε υπόψη του την εξοικονόμηση εκείνου του εργάσιμου χρόνου, με τον οποίο μετριέται η ανταλλακτική αξία. Ειδικά υπογράμμιζε, ότι το μέτρο της αναφερόμενης εξοικονόμησης χρόνου «ουσιαστικά διαφέρει από τη μέτρηση ανταλλακτικών αξιών (εργασιών ή προϊόντων εργασίας) με τον εργάσιμο χρόνο»[28]. Με αυτήν τη διευκρίνηση του διατυπωμένου νόμου ο Κ. Μαρξ τον αντιπαραθέτει σαφώς στο νόμο του της αξίας, στη βάση του οποίου δεν γίνεται να μετρηθεί η εξοικονόμηση χρόνου, που εμφανίζεται από την άνοδο της αξίας χρήσης.

Αυτή η συνθήκη πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και κατά τον χαρακτηρισμό μιας άλλης υπαρκτής μορφής εμφάνισης της ουσίας της κίνησης της αξίας χρήσης - του νόμου της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας. Είναι γνωστό ότι η παραγωγικότητα της εργασίας χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη εργασία, που παράγει αξία χρήσης. Γι’ αυτόν τον λόγο η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας στην έννοιά της έγκειται στο ότι το ποσοστό της ζωντανής εργασίας, που περιέχεται στο προϊόν της, μειώνεται, ενώ το ποσοστό της προηγούμενης εργασίας αυξάνεται, όμως αυξάνεται έτσι, που το γενικό σύνολο της εργασίας μειώνεται, επομένως, η ποσότητα της ζωντανής εργασίας μειώνεται περισσότερο από όσο αυξάνεται ο όγκος της προηγούμενης εργασίας.

Η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας είναι αντίθετο (αρνητικό) σε σχέση με την αξία αποτέλεσμα την μειώνει. Ολες οι προσαυξήσεις στην αξία δεν μπορούν να υπερβούν τη μείωσή της, που προκύπτει από τη μείωση της ζωντανής εργασίας και, επομένως, η μείωση της αξίας δεν μπορεί να θεωρείται εξοικονόμηση, εάν στο αμειβόμενο τμήμα της ζωντανής εργασίας δεν αποταμιεύεται περισσότερο από όσο προστίθεται προηγούμενη εργασία. Καθ’ όσον η παραγωγικότητα της εργασίας αφορά την ουσία της εργασίας που έχει σχέση με την αξία χρήσης, δεν πρέπει πραγματικά να ορίζεται και να μετριέται διαμέσου αξιακών κατηγοριών, και γι’ αυτό θα ήταν άτοπος ο ισχυρισμός, ότι στην εξοικονόμηση της εργασίας ως δείκτη της παραγωγικότητάς της πρέπει να προστίθενται η ζωντανή και η προηγούμενη (υλοποιημένη) εργασία, ότι για αυτό δεν αρκούν οι ποσότητες εξοικονόμησης ζωντανής εργασίας. Η προηγούμενη εργασία, αφού έχει ήδη δαπανηθεί, πραγματοποιηθεί, δεν μπορεί να προσμετρηθεί στην εξοικονομημένη εργασία. Η οικονομία στη χρήση μέσων παραγωγής μπορεί να παρατηρηθεί μόνο στην αύξηση του μη ολοκληρωμένου, μη υλοποιημένου εργάσιμου χρόνου, πράγμα στο οποίο και ανάγεται η ουσία της κάθε εξοικονόμησης. Η προηγούμενη εργασία βρίσκεται στην πλευρά της δαπανημένης και όχι της εξοικονομημένης εργασίας. Η εξοικονομημένη εργασία σε αυτήν την περίπτωση θα είναι στην πλευρά του αποτελέσματος, δεν προστίθεται με τη δαπανημένη εργασία και, αντίθετα, από αυτήν αφαιρείται η τελευταία.

Από αυτήν τη σκοπιά δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ως αρκετά κατάλληλος για τον νόμο της αξίας χρήσης ο ορισμός της παραγωγικότητας της εργασίας μέσω της σχέσης της μετρημένης σε φυσικές μονάδες αξίας χρήσης προς τις δαπάνες εργασίας για την παραγωγή της. Οταν στα αποτελέσματα βρίσκονται, αντί της ποσότητας απελευθερούμενης εργασίας, οι τόνοι, τα μέτρα, οι όγκοι κλπ. της παραγωγής, που συγκρίνονται με τη δαπανημένη για την παραγωγή τους εργασία, τότε αναπόφευκτα μεταφέρουμε τη μέτρηση των αξιών χρήσης στο επίπεδο των δαπανών εργάσιμου χρόνου, δηλαδή τα μετράμε με την ανταλλακτική τους αξία. Αυτή η προσέγγιση δεν μας απελευθερώνει από το ανακάτεμα των αποτελεσμάτων με τις δαπάνες (για αυτό δίκαια μας προειδοποιεί ο Β. Β. Νοβοζίλωφ), δεν οδηγεί στην εκτίμηση της παραγωγικότητας της εργασίας μέσω του αποτελέσματός της, αλλά υποβιβάζει αυτήν την εκτίμηση στις δαπάνες. Φυσικά, για αυτό πρέπει να γνωρίζουμε, ποιες δαπάνες κοστίζει η παραγωγή του αποτελέσματος, αλλά αυτό δεν αρκεί. Πρέπει ακόμα να γνωρίζουμε τι είδους είναι το ίδιο το αποτέλεσμα της εργασίας. Χωρίς αυτό η παραγωγικότητα της εργασίας αποδεικνύεται η αξία των δαπανών.

Αναμφίβολα, αυτό το αποτέλεσμα θα είναι η διαφορά μεταξύ αυτού που δίνει η εργασία και αυτού που παίρνει, δηλαδή ως αύξηση της μάζας των αξιών χρήσης. Ομως, κατά τη γνώμη του Β. Β. Νοβοζίλωφ, αυτήν τη διαφορά δεν πρέπει να τη μετράμε σε φυσικές μονάδες λόγω της ετερογένειας των αξιών χρήσης και των δαπανημένων για αυτές μέσων παραγωγής. Αυτήν (σ.μ.: τη διαφορά), υποστηρίζει ο ίδιος, μπορούμε να τη μετράμε μόνο έμμεσα, σε μονάδες αξίας ή σε μονάδες δαπάνης εργασίας. Αρκεί κατά τη μέτρηση της παραγωγικότητας της εργασίας αυτή η έμμεση μέτρηση να αντανακλά τον «φυσικό όγκο» της παραχθείσας αύξησης των αξιών χρήσης[29].

Για να αρνηθούμε τις υπηρεσίες της αξίας κατά τον ορισμό της παραγωγικότητας της εργασίας, ακριβώς και πρέπει να παρουσιάσουμε το αποτέλεσμα της εργασίας ως απελευθερούμενη εργασία και σε αυτήν τη βάση να ξεπεράσουμε την αξιωματικά προβαλλόμενη μη συγκρισιμότητα των αξιών χρήσης τόσο μεταξύ τους, όσο και με την δαπανημένη για την παραγωγή τους εργασία. Σε αυτήν την απαίτηση που έχει σχέση με την αξία χρήσης απαντά περισσότερο από όλα η μέτρηση της κοινωνικής παραγωγικότητας της εργασίας (της παραγωγικής δύναμης της κοινωνίας) διαμέσου της ποσότητας της εξοικονομημένης, μη δαπανημένης στην παραγωγή εργασίας χάριν της αξιοποίησης της αξίας χρήσης των διάφορων παραγόντων (σ.μ.: συντελεστών, με την κυριολεκτική έννοια και όχι της ομώνυμης θεωρίας) της παραγωγής.



Ο Β. Γ. Ελμέεφ είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας και Οικονομικών Επιστημών, καθηγητής στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Αγ. Πετρούπολης (Λένινγκραντ).
Το κείμενο είναι εισήγηση στη διημερίδα του ΚΜΕ, 28-29 Νοεμβρίου 2002, με θέμα: «Ο άμεσα κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής στο σοσιαλισμό και οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις».

[1] Τα υλικά της συζήτησης έχουν δημοσιευτεί στις εξής εκδόσεις: «Η οικονομική θεωρία στο κατώφλι του ΧΧΙ αιώνα», επιμέλεια Γ. Μ. Οσιπωφ, Β. Τ. Πουλιάεφ, Αγία Πετρούπολη, 1996, 416 σελίδες. «Η οικονομική θεωρία στο μεταίχμιο των αιώνων. Εισηγήσεις και θέσεις των ανακοινώσεων», Αγία Πετρούπολη, έκδοση του Τεχνικού Κρατικού Πανεπιστημίου της Αγίας Πετρούπολης, 1997, 157 σελίδες.

[2] Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς, Εργα, τ. 46, 4.1, σελ. 102.

[3] Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς, Εργα, τ. 46, 4.2, σελ. 457.

[4] Φ. Ενγκελς, Αντι - Ντύρινγκ, Αναγνωστίδης, σελ.420.

[5] Ι. Β. Στάλιν, Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 42.

[6] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 43, σελ. 276.

[7] Λενινιστική συλλογή, τ. ΧΙ, σελ. 388. Β. Ι. Λένιν, Παρατηρήσεις στο βιβλίο του Μπουχάριν «Η οικονομία της μεταβατικής περιόδου», Σύχρονη Εποχή, σελ. 65.

[8] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 45, σελ. 309.

[9] Ρ. Ι. Κοσολάπωφ, Ιδέες του νου και της καρδιάς, Μόσχα, 1996, σελ. 176,177.

[10] Β. Ν. Τσερκόβετς, Οι πραγματικότητες του σύγχρονου κόσμου και η πολιτική οικονομία, Η οικονομική θεωρία στο κατώφλι του ΧΧΙ αιώνα, Αγία Πετρούπολη, 1996, σελ. 138.

[11] Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς, Εργα, τ. 23, σελ. 93.

[12] Β. Β. Νοβοζίλωφ, Προβλήματα μέτρησης των δαπανών και των αποτελεσμάτων κατά τη βέλτιστη σχεδιοποίηση, Μόσχα, 1967, σελ. 369.

[13] Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς, Εργα, τ. 47, σελ. 214.

[14] Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς, Εργα, τ. 23, σελ. 87.

[15] Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς, Εργα, τ. 25, μέρος 2, σελ. 186.

[16] Β. Β. Νοβοζίλωφ, Προβλήματα μέτρησης των δαπανών και των αποτελεσμάτων κατά τη βέλτιστη σχεδιοποίηση, Μόσχα, 1967, σελ. 369.

[17] Μπεμ-Μπαβέρκ, Βάσεις της θεωρίας της πολυτιμότητας των οικονομικών αγαθών, Η αυστριακή σχολή στην πολιτική οικονομία: Κ. Μένγκερ, Μπεμ-Μπαβέρκ, Φ. Βίζερ, Μόσχα, 1992, σελ. 327.

[18] Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς, Εργα, τ. 23, σελ. 306, 414 και τ. 47, σελ. 363, 545.

[19] «Η αξία, που έχει η μια ή η άλλη μηχανή, πάντα αποτελεί ένα πλην σε σχέση με την παραγωγικότητά της», Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς, Εργα, τ. 26, μέρος Ι, σελ. 198.

[20] Λεπτομερής ανάλυση της αξίας χρήσης της τεχνικής με αυτήν την έννοια δίνεται στις εργασίες: Β. Γ. Ντολγκώφ, Η διεύθυνση της επιστημονικοτεχνικής προόδου, Λένινγκραντ, 1989, σελ. 53 - 87. Ν. Φ. Ντιουντιάεφ, Τα βιομηχανικά ρομπότ και η εξοικονόμηση ζωντανής εργασίας, Σαράνσκ, 1991, σελ. 38 - 77.

[21] Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς, Εργα, τ. 47, σελ. 122.

[22] Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς, Εργα, τ. 26, μέρος Ι, σελ. 198.

[23] «… Σε όλες τις καταστάσεις της κοινωνίας, όπου κυριαρχεί η αξία χρήσης, ο εργάσιμος χρόνος είναι λίγο πολύ αδιάφορος, επειδή επιμηκύνεται μόνο ώστε, παράλληλα με τα μέσα επιβίωσης για τους ίδιους τους εργάτες, να παράσχει στους κυρίους κάποιον πατριαρχικό πλούτο, μια ορισμένη μάζα αξιών χρήσης» Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς, Εργα, τ. 47, σελ. 251.

[24] Για το πώς, σε αυτήν τη βάση, μετριέται και συγκρίνεται η αξία χρήσης των υλικών μέσων παραγωγής (της τεχνικής) μπορεί να βρεθούν πληροφορίες στη μονογραφία του Β. Γ. Ντολγκώφ «Η διεύθυνση της επιστημονικοτεχνικής προόδου: βάσεις της προσέγγισης από τη σκοπιά της αξίας χρήσης», Λένινγκραντ, έκδοση του πανεπιστημίου του Λένινγκραντ, 1988.

[25] Ν. Φ. Ντιουντιάεφ «Τα βιομηχανικά ρομπότ και η εξοικονόμηση ζωντανής εργασίας: ανάλυση από τη σκοπιά της αξίας χρήσης» Σαράνσκ, έκδοση του πανεπιστημίου της Μορδοβίας, 1991.

[26] Ως αξία χρήσης, σημείωνε ο Κ. Μαρξ, η προσφορά δεν μετριέται με τον υλοποιημένο σε αυτήν εργάσιμο χρόνο, χρησιμοποιείται άλλο μέτρο, το οποίο «βρίσκεται έξω από τη φύση του ως ανταλλακτικής αξίας» Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς, Εργα, τ. 46, μέρος 1, σελ. 389.

[27] Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς, Εργα,τ.25, μέρος Ι, σελ. 91.

[28] Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς, Εργα, τ. 46, μέρος Ι, σελ. 117.

[29] Β. Β. Νοβοζίλωφ, Προβλήματα μέτρησης των δαπανών και των αποτελεσμάτων κατά τη βέλτιστη σχεδιοποίηση, Μόσχα, 1967, σελ. 269.