ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΔΙΕΘΝΩΣ

Η περίοδος που διανύουμε χαρακτηρίζεται αναμφίβολα από την ένταση της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας που αναπτύσσεται σε όλους τους τομείς της κοινωνικής και πολιτικής ζωής στο έδαφος της όξυνσης της καπιταλιστικής κρίσης.

Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος στο Ιράκ έφερε επίσης στην επιφάνεια με ιδιαίτερη οξύτητα τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις: Πολλοί διεθνείς αναλυτές μίλησαν για το χειρότερο σημείο στις σχέσεις μεταξύ των ΗΠΑ και της Γαλλίας και Γερμανίας από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ενώ η κινητικότητα στο διεθνές επίπεδο και οι αναδιατάξεις δυνάμεων αποκτούν μια ταχύτητα αξιοσημείωτη.

Aξονες και αντιάξονες σχηματίζονται, δυνάμεις και χώρες αλλάζουν στρατόπεδα, «πιστοί σύμμαχοι» εμφανίζονται ως άσπονδοι εχθροί, πρωτοβουλίες, συσπειρώσεις και αντισυσπειρώσεις ξεπηδούν μέσα από το πουθενά. Από το μόλις διευρυμένο ΝΑΤΟ και την υπό διεύρυνση ΕΕ ξεπηδά μια στρατιωτικοποιημένη μίνι-ΕΕ στην καρδιά του ΝΑΤΟ με πρωτοβουλία της Γερμανίας, Γαλλίας, Βελγίου και Λουξεμβούργου. Από την αποχώρηση του ΝΑΤΟ και την αντικατάστασή του από τον Ευρωστρατό στα Βαλκάνια γεννιέται ένα «μίνι-ΝΑΤΟ» στα δυτικά Βαλκάνια όπως προκύπτει από τη συνάντηση της λεγόμενης Αμερικανo-Αδριατικής Πρωτοβουλίας στην οποία συμμετέχουν Κροατία, Αλβανία, και ΠΓΔΜ, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 7.3.2003 στο Ντουμπρόβνικ. Αξίζει να σημειωθεί πως παρότι η συγκεκριμένη πρωτοβουλία έχει επίσημο στόχο να προετοιμάσει την ένταξη των τριών αυτών χωρών στην Ατλαντική Συμμαχία, στη διαπραγμάτευση συμμετέχουν οι ΗΠΑ και όχι το ΝΑΤΟ ή τα μέλη του! Παράλληλα στη γειτονική μας Τουρκία το «όχι» στη διάθεση των διευκολύνσεων που αιτήθηκαν οι ΗΠΑ πέφτει ωσάν βόμβα μεγατόνων σε μια κοινωνία όπου οι κοινωνικές διεργασίες και ανακατατάξεις έχουν από καιρό πάψει να είναι απλώς «υπόγεια ρεύματα» και σείουν όλο και πιο δυνατά τα θεμέλια του πολιτικού συστήματος.

Τα υλικά της «νέας τάξης» αποκαλύπτονται κιόλας γερασμένα και ασταθή. Η κατάρρευση των τελευταίων ψευδαισθήσεων για τη νέα τάξη, και το δήθεν «ειρηνικό» κόσμο που θα γνωρίζαμε μετά την επικράτηση της αντεπανάστασης, τη διάλυση της ΕΣΣΔ και του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη συνοδεύεται από την είσοδο εκατομμυρίων στο στίβο της λαϊκής πάλης. Στη δυναμική της αντιιμπεριαλιστικής πάλης που μπορεί να αναπτυχθεί με επίκεντρο την εργατική τάξη βρίσκεται αναμφίβολα η δυνατότητα, η ελπίδα και η δύναμη για το μέλλον των λαών.

Στις 17 Φλεβάρη 2003 εμφανίζεται στους «Τάιμς της Νέας Υόρκης» μια ανάλυση υπό τον τίτλο «Μια νέα δύναμη στους δρόμους» με θέμα τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις της 15ης Φλεβάρη 2003 που έμελλε να μείνει στα χρονικά εξαιτίας μίας και μόνης παραγράφου: «Οι τεράστιες αντιπολεμικές διαδηλώσεις σε όλο τον κόσμο αυτό το σαββατοκύριακο αποτελούν υπενθύμιση πως ίσως ακόμα υπάρχουν δύο υπερδυνάμεις στον πλανήτη: οι Ηνωμένες Πολιτείες και η παγκόσμια κοινή γνώμη». Συμπέρασμα που σίγουρα αφορά περισσότερο το μέλλον της λαϊκής πάλης παρά την αποτίμηση μιας κινητοποίησης. Η συγκέντρωση, μελέτη και αποτίμηση της πείρας των πρόσφατων λαϊκών αγώνων ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο μπορεί να εφοδιάσει με σημαντική πείρα τα λαϊκά κινήματα. Μια συμβολή σε αυτή την προσπάθεια επιχειρεί και το παρόν άρθρο, περιοριζόμενο κυρίως στην εικόνα της Δυτικής Ευρώπης. Η μελέτη της σημαντικής πείρας των ανάλογων αγώνων που γίνανε αυτή την περίοδο στην Μέση Ανατολή, την Ασία, τη Λατινική Αμερική και είναι επίσης απαραίτητη για την ολοκλήρωση της εικόνας και τον ακριβέστερο έλεγχο εκτιμήσεων και συμπερασμάτων.

 

ΟΡΙΣΜΕΝΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΣΥΝΕΒΑΛΑΝ ΣΤΗ ΜΑΖΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΕΩΝ

Οπωσδήποτε τα πρόσφατα αντιπολεμικά κινήματα δεν ήρθαν από το πουθενά. Ωρίμασαν στους αγώνες ενάντια στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, στο νέο ΝΑΤΟ, στο κίνημα αλληλεγγύης στους λαούς της Παλαιστίνης, της Κούβας, της Βενεζουέλας, της Κολομβίας. Τροφοδοτήθηκαν από σημαντικούς και σκληρούς απεργιακούς αγώνες της εργατικής τάξης που μάλιστα εκδηλώθηκαν σε μια σειρά χώρες με ανεβασμένες μορφές αγώνα, συνθήματα και μαζικότητα. Τέτιες διαδικασίες οπωσδήποτε υπάρχουν και στην περίπτωση της Ελλάδας, όπου επίσης εκδηλώθηκε με ένταση, έκταση και διάρκεια η λαϊκή κινητοποίηση ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Ηδη τον καιρό του πολέμου στο Αφγανιστάν σημειώνεται μια άνοδος των αντιπολεμικών διαθέσεων ευρύτερων τμημάτων εργαζομένων σε μια σειρά χώρες. Το πλαίσιο αυτών των κινητοποιήσεων συνολικά μπορεί να ήταν ανομοιογενές και πιο πίσω από το κατακτημένο επίπεδο στη χώρα μας, όμως σε κάθε περίπτωση ήταν σαφώς πιο προωθημένο από το επίπεδο στη Δυτική Ευρώπη και στην Αμερική. Η μαζικότητά του κινήματος πυροδοτείται από ένα σύνολο παραγόντων, με επίκεντρο τη γενικότερη αγανάκτηση και δυσαρέσκεια που έχει συσσωρευτεί.

Οι κινητοποιήσεις ενάντια στον πόλεμο ξεκινούν από αντιπαράθεση με την κυβέρνηση Μπους. Το «αντιπολεμικό» και το «αντιαμερικανικό» στίγμα συχνά διαπλέκονται και επικαλύπτονται. Αυτό διαφάνηκε και στα πρώτα σημάδια ανόδου των κινητοποιήσεων ενάντια στον πόλεμο στο Αφγανιστάν. Στις ίδιες τις χώρες που συμμετέχουν ενεργά στον πόλεμο στο πλευρό των ΗΠΑ οι αντιδράσεις είναι μεγάλες, ενισχύονται και από αντιθέσεις στους κόλπους του κεφαλαίου:

ÿ Στις ΗΠΑ από μεγάλα τμήματα του Δημοκρατικού Κόμματος και Πράσινου Κόμματος και των κοινωνικών τους ερεισμάτων (και της συνεπακόλουθης διάστασης που υπάρχει στους μονοπωλιακούς κύκλους των ΗΠΑ για την αντιμετώπιση της κρίσης).

ÿ Στη Βρετανία από σημαντικά τμήματα του Εργατικού Κόμματος και, συνεπώς, του Βρετανικού κεφαλαίου που βλέπουν από τη μία με ανησυχία τις Γαλλία, Γερμανία να επιστρέφουν στις παλιές αποικίες τους μέσω της ΕΕ και από την άλλη τις ΗΠΑ να βάζουν πόδι στην ενδοχώρα της κοινοπολιτείας στο όνομα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας. Η βρετανική άρχουσα τάξη φαίνεται διαιρεμένη για την πολιτική του Μπλερ και αυτό εκφράζεται σε όλα τα κόμματα, στο στρατό, την κυβέρνηση, τα ΜΜΕ, ακόμα και τις μυστικές υπηρεσίες, όπως σημειώνουν αναλυτές.

ÿ Στην Αυστραλία επίσης από τμήματα που δε βλέπουν με καλό μάτι την εδραίωση των ΗΠΑ στην Ινδονησία και τη ΝΑ Ασία.

Στη Δυτική Ευρώπη σημαντικό ρόλο παίζουν οι ανταγωνισμοί των ΗΠΑ με το γαλλικό και γερμανικό κεφάλαιο και η εκρηκτική εκδήλωση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων.

Βέβαια μπορεί ίσως κανείς να υποδείξει και άλλες πλευρές. Ανεξάρτητα όμως από τις ερμηνείες για την έκταση του αντιπολεμικού κινήματος, η ουσία είναι αυτή που αποτύπωσε στην ανακοίνωσή της 14.12.2002 η Γραμματεία του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ειρήνης πως δηλαδή «είναι η πρώτη φορά στα πρόσφατα χρόνια που ένα παγκόσμιο κίνημα ενάντια στον πόλεμο έχει σχηματιστεί σε μια τέτια μεγάλη κλίμακα».

 

ΝΕΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΦΥΠΝΙΣΗΣ ΚΑΙ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΩΝ ΛΑΩΝ

Οσο όμως σημαντικά και αν είναι τα ποσοτικά δεδομένα των αντιπολεμικών κινητοποιήσεων, ακόμα πιο σημαντικά είναι ορισμένα νέα ποιοτικά στοιχεία που αξίζει να σημειωθούν.

Οι κινητοποιήσεις που ξεσπούν σαρώνουν στην κυριολεξία τα συνθήματα του τύπου «όχι στον πόλεμο - όχι στην τρομοκρατία» που προσπαθούσαν να λανσάρουν ρεφορμιστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις μετά τις 11 Σεπτέμβρη. Η αποπροσανατολιστική αντιπαράθεση γύρω από την ύπαρξη ή όχι τυπικής νομιμοποίησης του πολέμου από τον ΟΗΕ αντικαθιστάται από μια ζωηρή συζήτηση για το δίκαιο ή άδικο περιεχόμενο του πολέμου. Ακόμη περισσότερο, το κίνημα αυτό ξεκινά από μια ριζοσπαστική θέση που δεν δέχεται τον πόλεμο ούτε με απόφαση του ΟΗΕ. Στα συνθήματα που κυριαρχούν, μέχρι τις 15 Φλεβάρη τουλάχιστον, δεν προβάλλεται απλά αντίθεση στον πόλεμο αλλά το αίτημα «όχι στον πόλεμο με ή χωρίς απόφαση του ΟΗΕ». Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι όσοι συμμετείχαν και πολύ περισσότερο όλες οι δυνάμεις που δρουν μέσα σε αυτό το υιοθετούν ή τηρούν ενιαία στάση. Ισα-ίσα που η κλιμάκωση του κινήματος συνοδεύεται από επιτάχυνση των διαφοροποιήσεων και όξυνση της ιδεολογικής και πολιτικής αντιπαράθεσης στο εσωτερικό του.

Εκδηλώνεται πριν καν ξεσπάσει ο πόλεμος (και πριν βεβαίως αρχίσουν να εμφανίζονται οι πιο ορατές συνέπειες ενός πολέμου - απώλειες, καταστροφές κλπ). Σε πολλές περιπτώσεις τα αντιπολεμικά συνθήματα συνδυάζονται με αιτήματα δημοκρατικών δικαιωμάτων και με διεκδικήσεις που αφορούν την οικονομική και κοινωνική κατάσταση και τις συνέπειες του πολέμου. Στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές χώρες σημαντικό ρόλο στις κινητοποιήσεις παίζουν κοινότητες μεταναστών και μειονοτήτων ενώ αποφασιστικό ρόλο παίζει η κινητοποίηση της εργατικής τάξης και της νεολαίας.

Παράλληλα τα αντι-ΝΑΤΟϊκά συνθήματα και στόχοι υιοθετούνται στην Ευρώπη από νέες δυνάμεις και συνδέονται με τις αντιπολεμικές κινητοποιήσεις. Αυτό αναπτύσσεται παράλληλα με ένα αντιαμερικανικό προσανατολισμό, που υποθάλπεται και από τμήματα του Ευρωπαϊκού κεφαλαίου και πολιτικές δυνάμεις στα πλαίσια των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Αξίζει να σημειωθεί πως πριν μόλις ένα χρόνο ο «αντιαμερικανισμός» παρουσιαζόταν κάτι σαν έγκλημα και όποιος δεν προσχωρούσε στο «είμαστε όλοι αμερικανοί» θεωρούταν λίγο-πολύ τρομοκράτης. Σε κάθε περίπτωση είναι η πρώτη φορά που η πολιτική των ΗΠΑ συγκεντρώνει τόσα πυρά και δυσαρέσκεια εναντίον της τα τελευταία χρόνια σε όλο τον κόσμο.

Είναι πολιτικοποιημένο, ευρύ, με σύνθετη ατζέντα. Αρκετοί αναλυτές το συγκρίνουν με το κίνημα ενάντια στον πόλεμο στο Βιετνάμ, ορισμένοι δε υποστηρίζουν ότι τα συνθήματά του είναι ακόμη πιο προωθημένα σε σχέση με εκείνο το κίνημα. Στις 15 Φλεβάρη του 2003 εκδηλώνονται ταυτόχρονα παγκόσμιες κινητοποιήσεις, οι οποίες σε πολλές χώρες υπήρξαν μακράν οι μαζικότερες που έχουν σημειωθεί. Αποκτά στις περισσότερες χώρες ιδιαίτερα αντικυβερνητικό προσανατολισμό. Αυτό είναι φανερό σε μια σειρά χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Ιταλία, η Βρετανία αλλά και η Ελλάδα. Παράλληλα εκδηλώνεται και η αντίστροφη τάση, ενός «κινηματισμού» με γενικότητα στα συνθήματα, λογική «κινητοποίησης για την κινητοποίηση» που σπέρνει και αυταπάτες αλλά και αναπαράγει την ουσία του γνωστού αφορισμού του Μπερνστάιν: «το κίνημα είναι το παν, ο τελικός στόχος τίποτα».

 

Η ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Σε κάθε περίπτωση μεγάλες μάζες μπαίνουν σε τροχιά κινητοποίησης και αυτό από μόνο του πυροδοτεί τόσο την ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση στις γραμμές του κινήματος γύρω από τις μορφές οργάνωσης, τους στόχους αλλά κυρίως το γενικότερο πολιτικό πλαίσιο και προσανατολισμό των διεκδικήσεων.

Αξίζει να προσεχθεί ότι μια σημαντική και ουσιαστική διαφορά από την περίοδο του πολέμου του Βιετνάμ είναι ότι το κίνημα αυτό ξεκινά και εξελίσσεται σε μια περίοδο που η οικονομική κρίση απειλεί να πλήξει και τα τρία ιμπεριαλιστικά κέντρα με δυσοίωνες και πεσιμιστικές προβλέψεις αναφορικά με τις προοπτικές. Αξίζει να σημειώσουμε επίσης ορισμένες αναλογίες και διαφορές με τον πόλεμο του Βιετνάμ. Στη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ η οικονομία των ΗΠΑ είναι σε φάση ανόδου. Η οικονομική κρίση εκδηλώνεται (‘73-‘74) συνάμα με την στρατιωτική ήττα (‘74-‘75) και με ταυτόχρονη επέκταση σε όλα τα βασικά κέντρα και χώρες του καπιταλισμού. Μάλιστα με την κρίση του ’74, εμφανίζεται μια τάση συγχρονισμού του κύκλου. Αν όμως τότε η κρίση γέννησε μια νέα μορφή συντονισμού της πολιτικής από τα κυριότερα ιμπεριαλιστικά κράτη σε συνόδους κορυφής (G7) με στόχο τη σταθεροποίηση, η σημερινή κρίση συνοδεύεται από σοβαρότατους κλυδωνισμούς και των θεσμών και των σχέσεων των ιμπεριαλιστικών κρατών. Από την άλλη η επέμβαση των ΗΠΑ στο Βιετνάμ γίνεται με την παρουσία και παρέμβαση της ΕΣΣΔ στο διεθνές προσκήνιο. Ο ηρωικός αγώνας του λαού του Βιετνάμ, μαζί με την τεράστια υλική και πολιτική βοήθεια της ΕΣΣΔ και των υπόλοιπων σοσιαλιστικών χωρών, έφεραν τη νίκη. Το 1975 ολοκληρώνεται η κατάρρευση του αποικιακού συστήματος, ενώ αντίθετα η τάση που εκφράζεται σήμερα και στο Ιράκ είναι αυτή της κατάληψης εδαφών και της δημιουργίας κρατών-προτεκτοράτων. Πολύ σημαντικός παράγοντας που αδυνατίζει αντικειμενικά τον αντιπαράθεση με τον ιμπεριαλισμό είναι η διάσπαση του κομμουνιστικού κινήματος από το 1963. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1973, κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Βιετνάμ, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Νίξον πραγματοποιεί επίσκεψη στην Κίνα, με την οποία οι ΗΠΑ δεν έχουν ακόμα διπλωματικές σχέσεις. Το ρήγμα στο κομμουνιστικό κίνημα επιτείνεται με την άνοδο του οπορτουνισμού που εκδηλώνεται με τη μορφή του ευρωκομμουνισμού. Ιδιαίτερα η πολιτική του ιστορικού συμβιβασμού που λανσάρει τότε το Ιταλικό ΚΚΙ ουσιαστικά εκφράζει την υποταγή της εργατικής τάξης στην αστική πολιτική, την απεμπόληση της πολιτικής της αυτοτέλειας και της στρατηγικής της στόχευσης για την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού και το σοσιαλισμό. Παρόμοιες τάσεις διαφαίνονται και σήμερα.

Το πρόσφατο αντιπολεμικό κίνημα στο ξέσπασμά του έχει μία έντονη «αντι-νεοφιλελεύθερη» χροιά, διακηρύσσει ως βασικό στόχο την ήττα του Μπους και των τωρινών «δεξιών» κυβερνήσεων. Αυτά τα χαρακτηριστικά έχουν αντικειμενική βάση στην εσωτερική πολιτική που εφαρμόζουν αυτές οι κυβερνήσεις και στη συνακόλουθη λαϊκή δυσαρέσκεια. Ωστόσο αυτές οι τάσεις συναντούν επίσης την ανοχή και ενίσχυση και από τμήματα της άρχουσα τάξης, όχι μόνο γιατί οι σοσιαλδημοκράτες είναι σε μια σειρά κράτη στην αντιπολίτευση αλλά και γιατί υπάρχει σημαντικός προβληματισμός και αναζήτηση στους κόλπους του μονοπωλιακού κεφαλαίου για τους τρόπους ρύθμισης της καπιταλιστικής κρίσης, αλλά και για την αναδιανομή των αγορών. Γεγονός που άλλωστε είχε ήδη εκφραστεί χαρακτηριστικά στο σήριαλ που συνόδεψε τις τελευταίες προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, όταν πήρε περίπου δυο μήνες (!) για να οριστικοποιηθεί και ανακοινωθεί ο νικητής.

Μια τέτια κατάσταση μπορεί από τη μία να ωθεί σε κίνηση μάζες που δεν έχουν χειραφετηθεί από την κυρίαρχη ιδεολογία και πολιτική, από την άλλη ωστόσο κάνει πιο σύνθετη υπόθεση αυτή ακριβώς τη χειραφέτηση. Και μέσα από αυτό το κίνημα προβάλλουν ερωτήματα με στρατηγικό ορίζοντα και σημασία: ποιες αιτίες οδηγούν στους πολέμους; Η ρίζα του πολέμου αυτού βρίσκεται στην «νεοφιλελεύθερη πολιτική» ή στο ίδιο το ιμπεριαλιστικό σύστημα; Κατά συνέπεια η διέξοδος απαιτεί μια νέα ρύθμιση του υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος ή μια νέα, άλλη μορφή οργάνωσης της κοινωνίας που θα προέρθει από τη ρήξη με αυτό;

Για αυτό το λόγο όχι μόνο είναι ιδιαίτερα οξεία η πολιτική-ιδεολογική διαπάλη και η παρέμβαση της άρχουσας τάξης, αλλά εκδηλώνεται παγκόσμια και μια σημαντικότατη προσπάθεια υποταγής του επαναστατικού κινήματος και χειραγώγησης της πολιτικής των συμμαχιών των Κομμουνιστικών Κομμάτων. Η πολιτική και ιδεολογική αυτοτέλεια της εργατικής τάξης και των κομμάτων της είναι στο επίκεντρο αυτής της εκστρατείας. Η πίεση αυτή αποδίδει κάποια αρνητικά αποτελέσματα: Ορισμένα ΚΚ όχι μόνο εγκαταλείπουν κάθε ιδέα αυτοτελούς δράσης και πρωτοπόρου ρόλου, αλλά είναι και ευχαριστημένα όταν γίνονται «αποδεκτά» στις κινητοποιήσεις και διαχέονται σε διάφορα ευρύτερα σχήματα

Στο πολιτικό επίπεδο δυναμώνει η πίεση καθυπόταξης των κινημάτων στις μανούβρες κυβερνήσεων και τα αντικρουόμενα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, καθώς και η πίεση στα ΚΚ να στριμωχτούν τα στρατηγικά τους σχήματα στους σοσιαλδημοκράτες. Επιχειρείται, ιδιαίτερα από τις δυνάμεις της «Ευρωπαϊκής Νέας Αριστεράς», η δημιουργία μιας νέας συμμαχίας με τη Σοσιαλδημοκρατία, πατώντας και πάνω στο αντιπολεμικό κίνημα. Στην πραγματικότητα έχουμε μια περίπτωση αυτού που έχει περιγράψει ο Λένιν με αφορμή τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο: πως δηλαδή ο πόλεμος «καταλύει» τον οπορτουνισμό, μετατρέποντας την κρυφή συμμαχία με το κεφάλαιο σε ανοικτή συμμαχία και προδοσία των ταξικών συμφερόντων της εργατικής τάξης.

Η ανάπτυξη των κινημάτων, η υιοθέτηση ριζοσπαστικών συνθημάτων και οι τάσεις χειραφέτησης από την κυρίαρχη πολιτική ανησυχούν την άρχουσα τάξη που δυναμώνει την επίθεση στην ιδεολογία και την πολιτική των κομμουνιστών. Γι’ αυτό ο αντικομμουνισμός και ο αντισοβιετισμός αποτελούν απαραίτητα συστατικά της ιδεολογικής παρέμβασης της άρχουσας τάξης, χρησιμοποιούνται με ένταση που σχεδόν εκπλήσσει. Και εδώ συμφωνούν άπαντες: από τα γεράκια του Λευκού Οίκου που ταυτίζουν το Σαντάμ με το Στάλιν, μέχρι τους οπορτουνιστές ριψάσπιδες του εργατικού κινήματος και τους τροτσκιστές υπότροφους των σοσιαλδημοκρατών. Το μοτίβο γνωστό: συσκοτίζουμε και σπιλώνουμε το παρελθόν (την ΕΣΣΔ και το σοσιαλισμό και την προσφορά τους στην υπόθεση της ειρήνης και της απελευθέρωσης των λαών) για να βάλουμε εμπόδια στο δρόμο προς το μέλλον (το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα).

Οχημα για το στρίμωγμα σε «κεντροαριστερά» σχήματα είναι η ψευδαίσθηση που πλασάρουν δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας, οπορτουνιστές, τροτσκιστικές ομάδες κλπ. ότι -δήθεν- όσο πιο «χαμηλό» και «απλοποιημένο» το πλαίσιο διεκδίκησης τόσο μεγαλύτερη η συσπείρωτική ικανότητα και η αποτελεσματικότητα του κινήματος. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η φιλολογία που παρουσιάζει τον πόλεμο στο Ιράκ ως «πόλεμο του Μπους» ή της «αμερικάνικης ακροδεξιάς», καθώς και συχνές-πυκνές εκκλήσεις αριστερά-δεξιά για «αντιφασιστικό αγώνα».

Ο Λένιν μιλώντας για τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο υπογράμμιζε πως δεν μπορεί να κατανοηθεί ο χαρακτήρας του πολέμου αν δε γίνει κατανοητός ο χαρακτήρας της εποχής, από τον οποίο απορρέει ο χαρακτήρας των καθηκόντων που μπαίνουν μπροστά την εργατική τάξη, το κίνημά της και την οργανωμένη της πρωτοπορία. Μετά την 11η Σεπτέμβρη και τον πόλεμο στο Αφγανιστάν αναπτύσσεται η θεωρία των «πολέμων της εποχής της παγκοσμιοποίησης», σε αντιδιαστολή με τους πολέμους της περιόδου ανόδου του καπιταλισμού, και τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Οι θεωρίες αυτές συνοδεύουν τη φιλολογία για την «αυτοκρατορία», και θεωρούν τον «ατέρμονο πόλεμο», ως ένα πόλεμο νέου τύπου, χαρακτηριστικό και «δομικό στοιχείο» της «νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης». Αρνούνται την ιμπεριαλιστική φύση του πολέμου. Στην ουσία αυτές οι απόψεις αρνούνται τον χαρακτήρα της εποχής ως εποχής περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Αρνούνται την πάλη ενάντια στον καπιταλισμό, την οποία ταυτίζουν με την «αντινεοφιλελεύθερη» πάλη. Προσπαθούν να καταλαγιάσουν τελικά και τα ίδια τα κινήματα αφυδατώνοντας τα από περιεχόμενο περιορίζοντας το εύρος των διεκδικήσεων. Προωθούν την υποταγή της εργατικής τάξης στα συμφέροντα του μονοπωλιακού κεφαλαίου, τόσο στο εσωτερικό των χωρών (κεντροαριστερή/κεντροδεξιά διακυβέρνηση) όσο και παγκόσμια, επιδιώκοντας να στοιχίσουν τους λαούς πίσω από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα.

Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί η προσπάθεια χειραγώγησης των αγωνιστικών διαθέσεων και οικειοποίησης των κινημάτων από ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της ΕΕ και ιδιαίτερα το «γαλλογερμανικό άξονα». Ξεχωρίζει η προσπάθεια της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και δυνάμεων που κινούνται στις παρυφές της, είτε μέσα από τα σχήματα της «ευρωαριστεράς» (λ.χ. το «Φόρουμ της Νέας Ευρωπαϊκής Αριστεράς») είτε μέσα από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ. Κοινός τόπος ο κατά το δυνατόν μεγαλύτερος περιορισμός του εύρους και του πολιτικού βάθους των διεκδικήσεων. Στη θέση του αιτήματος του κινήματος «όχι στον πόλεμο με ή χωρίς απόφαση του ΟΗΕ» προωθούν το αφυδατωμένο «όχι στον πόλεμο» ακόμα και μετά το ξέσπασμά του. Στις 12 Γενάρη σε ανακοίνωση των κομμάτων του «Φόρουμ της Νέας Ευρωπαϊκής Αριστεράς» αναγράφεται: «Η επίλυση των συγκρούσεων μέσα και γύρω από το Ιράκ πρέπει να παραμείνει προνόμιο του ΟΗΕ που αποτελεί τη νόμιμη φωνή της διεθνούς κοινότητας», δηλαδή πολύ πίσω από τη διεκδίκηση των κινημάτων που λένε απερίφραστα «όχι στον πόλεμο με ή χωρίς απόφαση» του ΟΗΕ. Δυνάμεις που ταυτίζονται με το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ προσπαθούν ανεπιτυχώς να επιβάλλουν νέο πλαίσιο στην κινητοποίηση της 15 Φλεβάρη σε συνάντηση που πραγματοποιείται στις Βρυξέλλες στις 7-8 Φλεβάρη. Οι εκπρόσωποι της γαλλικής οργανωτικής επιτροπής για το ερχόμενο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ ανοικτά διαφωνούν με το σύνθημα «όχι στον πόλεμο ανεξάρτητα από απόφαση του ΟΗΕ», γιατί δεν πρέπει τάχα να πληγεί παραπάνω το κύρος του που χωρίς αυτόν οι ΗΠΑ θα ήταν αχαλίνωτες. Παράλληλα και η ΕΕ δια της προεδρίας της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ αναζητά τον «κεντρικό ρόλο του ΟΗΕ» και την ίδια στιγμή βεβαίως ούτε η ΕΕ ούτε η ελληνική Κυβέρνηση ούτε οι Γαλλογερμανοί καταδικάζουν επίσημα την αμερικάνικη εισβολή που -να σημειωθεί- έχει χαρακτηριστεί «παράνομη» ακόμα και από τον Κόφι Ανάν. Και βέβαια αυτές οι δυνάμεις όχι μόνο δε διαμαρτύρονται για τη στρατικοποίηση της ΕΕ, την πρώτη αποστολή Ευρωστρατού στην ΠΓΔΜ αλλά και …υπερθεματίζουν! Η στάση του ΣΥΝ και άλλων τέτιων δυνάμεων στη χώρα μας είναι χαρακτηριστική, δίνει σωσίβιο σωτηρίας στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και την ελληνική προεδρία της ΕΕ

Η άρνηση της αντιιμπεριαλιστικής πάλης, που περνάει μέσα από την εγκατάλειψη της πάλης σε εθνικό επίπεδο, φτάνει έως τη διατύπωση ακραίων παραλογισμών από ορισμένους «θεωρητικούς» του «αντιπαγκοσμιοποιητικού» κινήματος. Για παράδειγμα ο Τόνι Νέγκρι, πρώην θεωρητικός των «Ερυθρών Ταξιαρχιών» και «πατέρας» των θεωριών περί «αυτοκρατορίας» και άλλων ιδεολογικών ακροβατισμών που έχει ενσωματώσει στο στίγμα της η «Κομμουνιστική Επανίδρυση» της Ιταλίας και όχι μόνο, δηλώνει τα εξής: «Ο Αντιαμερικανισμός συμπίπτει με μια θέση επανεκτίμησης και υπεράσπισης του εθνικού κράτους ως αντιιμπεριαλιστικό χαράκωμα. Σε αυτό τον πειρασμό έχουν επίσης ενδώσει κάποια τμήματα του κινήματος των κινημάτων όπως μπορούσαμε να δούμε στο Πόρτο Αλέγκρε. Να πάρει κανείς αυτή τη θέση θα ήταν πράγματι λάθος». Μάλιστα. Οχι μόνο ξεπερασμένη η πάλη σε εθνικό επίπεδο, αλλά λάθος ακόμα και ο …αντιαμερικανισμός, γιατί μπορεί να παραπέμπει σε κάτι τέτιο ή στην υπεράσπιση της ιδέας της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας. Και αυτά λίγο πριν την κατάληψη μιας χώρας.

Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος έχει τις γενεσιουργές του αιτίες στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα και το ιμπεριαλιστικό του στάδιο. Γι’ αυτό έσπερναν αυταπάτες οι δυνάμεις που υποστήριζαν πως από μόνη της η αντιπολεμική κινητοποίηση μπορεί να ανακόψει την πορεία προς τον πόλεμο χωρίς γενικότερες ανατροπές του συσχετισμού δύναμης.

Η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα δεν είναι ένδειξη δύναμης, είναι και σημάδι αδυναμίας του καπιταλισμού. Ο ιμπεριαλισμός όμως φέρει μέσα του και τη δυνατότητα διάρρηξης της αλυσίδας του. Και το καθήκον του κινήματος της κάθε χώρας είναι να κατευθύνει την πάλη του συγκεντρώνοντας δυνάμεις, ώστε να γίνει η δυνατότητα πραγματικότητα, εφόσον προκύψουν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις της πανεθνικής κρίσης.

Ο αγώνας για την ειρήνη και τα κοινωνικά δικαιώματα είναι αναπόσπαστα δεμένος με την πάλη για την ανατροπή του σημερινού συσχετισμού δύναμης στη χώρα μας. Είναι αγώνας κατά των κυβερνήσεων και των πολιτικών δυνάμεων που στηρίζουν και συμμετέχουν στην ιμπεριαλιστική πολιτική, που την ανέχονται στο όνομα του ρεαλισμού. Αγώνας που θέτει ως προοπτική τη λαϊκή εξουσία, τη λαϊκή οικονομία. Εξω από τη γραμμή της αντιιμπεριαλιστικής πάλης δεν υπάρχει ούτε προοπτική αλλά ούτε και δυνατότητα αποτελεσματικής αντίστασης.

Η σημασία των διεθνών παραγόντων για τον αγώνα των επαναστατικών κινημάτων αυξάνει. Γι’ αυτό και η διεθνιστική αλληλεγγύη αποτελεί αποφασιστικό στοιχείο της πάλης σήμερα. Η επαναστατική διαδικασία σήμερα απαιτεί περισσότερο από κάθε άλλη φορά την ολόπλευρη ενότητα του κομμουνιστικού κινήματος: αποκατάσταση της ιδεολογικής ενότητας στη βάση του Μαρξισμού - Λενινισμού, πολιτική ενότητα, ενότητα δράσης. Σήμερα βρισκόμαστε ακόμα μακριά από ένα τέτιο στόχο. Σε αυτό το στόχο προσπαθεί να συμβάλλει το ΚΚΕ, αναλαμβάνοντας, στηρίζοντας και συμμετέχοντας σε πρωτοβουλίες που προωθούν το διάλογο, το συντονισμό και την κοινή δράση των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων.

Η υπεράσπιση του σοσιαλισμού από την ιμπεριαλιστική συκοφαντική επίθεση και τον σκόπιμο μηδενισμό είναι αγώνας που συμβάλλει και στην πάλη για την ειρήνη. Δημιουργεί προϋποθέσεις για την κατάκτηση της κοινωνικής λαϊκής ευημερίας. Είναι αγώνας που αναδεικνύει αξίες και ιδανικά, τις αρετές της αφοσίωσης στο λαϊκό συμφέρον. Καλλιεργεί την αισιοδοξία και τη μαχητικότητα, που αποτελούν σημαντικούς ιδεολογικούς, πολιτικούς και πολιτιστικούς παράγοντες μεγάλης ώθησης της λαϊκής πάλης.



Ο Νίκος Σερετάκης είναι μέλος του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων της ΚΕ του ΚΚΕ.