Βιβλιοπαρουσίαση - Χάνα Μίντλετον: «ΘΕΛΟΥΜΕ ΤΗ ΓΗ ΜΑΣ ΠΙΣΩ»

Χάνα Μίντλετον: «ΘΕΛΟΥΜΕ ΤΗ ΓΗ ΜΑΣ ΠΙΣΩ»

Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2003

Η αληθινή ιστορία της αποικιοκρατίας και της εκμετάλλευσης λαών δεν είναι εύκολο να γραφτεί, αφού η ιστορία γράφεται από τους νικητές. Μια πιθανότητα να μάθουμε όλο το μέγεθος μιας σχέσης εκμετάλλευσης είναι να μιλάει και να γράφει το ίδιο το θύμα γι’ αυτήν. Αυτό είναι δύσκολο -αν και όχι αδύνατο- διότι θα πρέπει να ξεπεράσει πολλά εμπόδια: ο αποκλεισμός -είτε είναι απόλυτος αυτός είτε υπάρχει σε κάποιο βαθμό- από τις δυνατότητες μόρφωσης, αλλά και από τις δυνατότητες γνωστοποίησης της αλήθειας-καταγγελίας, που οι εκάστοτε κυρίαρχοι φροντίζουν να υπάρχει από τη στιγμή που κάποιος θα έχει ξεπεράσει το πρώτο εμπόδιο. Και όσοι από τους ντόπιους πληθυσμούς σε κατεχόμενα-αποικιοκρατούμενα εδάφη σπάσουν το φραγμό του οποιουδήποτε αποκλεισμού τους, έχουν να υποστούν τις προσπάθειες εξαγοράς τους ή λογοκρισίας, ώστε να μη δημοσιευτεί η αλήθεια ή να εξωραϊστεί ή να αμβλυνθεί. Δεν είναι εύκολη υπόθεση να διαδοθεί στους σύγχρονους και μεταγενέστερους η ιστορική πραγματικότητα, όπως είναι. Πολλοί αξιόλογοι ερευνητές καταδικάζονται σε αφάνεια σαν επιστήμονες, γιατί δεν ήθελαν μπροστά στην ηθική επιλογή «αλήθεια-ψέμα, αφάνεια-προβολή» να υποκύψουν στο συμβιβασμό με το ένοχο κατεστημένο.

Ενα βιβλίο, στο οποίο η αλήθεια δικαιώνεται, είναι αυτό της λέκτορος της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Νέας Νότιας Ουαλίας στο Σίδνεϊ-Αυστραλίας και νυν Προέδρου του Κομμουνιστικού Κόμματος Αυστραλίας Χάνας Μίντλετον, «Θέλουμε τη γη μας πίσω», η ιστορία των ιθαγενών κατοίκων της Αυστραλίας, των λεγόμενων Αμπορίτζινες. Για την έρευνα αυτή, που κυκλοφόρησε φέτος από τη «Σύγχρονη Εποχή», η Χάνα Μίντλετον έζησε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα με τη φυλή Γκουρίντζι. Μελετώντας τη ζωή τους διαπίστωσε το προ-ταξικό στάδιο στο οποίο βρίσκονταν πριν τους διαλύσουν βίαια οι λευκοί αποικιοκράτες. Η ιδιοκτησία στη γη ήταν συλλογική και μη απαλλοτριώσιμη σε αυτή τη βαθμίδα ανάπτυξης. Δεν υπήρχε ακόμα το περίσσευμα της παραγωγής που θα οδηγούσε στην ατομική ιδιοκτησία και την ταξική εκμετάλλευση.

Στην Εισαγωγή της η συγγραφέας δηλώνει ρητώς, ότι προσεγγίζει το αντικείμενο της έρευνάς της από τη σκοπιά του μαρξισμού-λενινισμού. Επομένως με τη μέθοδο του ιστορικού υλισμού.

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου γνωρίζουμε τους πρώτους Αυστραλούς, την καταγωγή τους, την οικονομική ζωή τους, την κοινωνική οργάνωση, αλλά και τα ήθη και τα έθιμά τους.

Στο δεύτερο μέρος η συγγραφέας πραγματεύεται το λευκό αποικισμό με τα πρώτα σίγουρα στοιχεία από τις αρχές του 17ου αιώνα.

Στο τρίτο και μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου παρακολουθούμε το ξεκίνημα της ενότητας και της προόδου, τους αγώνες του ιθαγενούς πληθυσμού για τα δικαιώματά του, το ρόλο της λευκής εργατικής τάξης και πώς αντιμετώπισε μέσα από τα συνδικάτα και τα κόμματα το ζήτημα των Αμπορίτζινες, δηλαδή του χειρότερα από όλους καταπιεσμένου τμήματος της εργατικής τάξης. Πρόκειται για ένα πολυσύνθετο κομμάτι της ιστορίας του εργατικού κινήματος στην Αυστραλία, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη στάση του απέναντι στον αγώνα του ιθαγενούς πληθυσμού.

Το τέταρτο μέρος αφιερώνεται στη στρατηγική και τακτική του περίπλοκου αγώνα των Αμπορίτζινες, καθώς και στις εθνικές-αυστραλιανές και διεθνείς πτυχές του. Δεν ξεχνάει η συγγραφέας να αναφέρει και την πλευρά της ταξικής διαφοροποίησης μέσα στους ίδιους τους ιθαγενείς με την ανάπτυξη μιας μαύρης μεσαίας τάξης, μέσω της οποίας -βεβαίως- το λευκό κατεστημένο προσπαθεί να ελέγχει το κίνημα των ιθαγενών, ενθαρρύνοντας τα λεγόμενα μεσαία στρώματα να δουλεύουν ενάντια στην ανάπτυξη μιας προλεταριακής συνείδησης και ιδεολογίας στις γραμμές της πλειοψηφίας των Αμπορίτζινες και προσπαθώντας, με αυτό τον τρόπο, να αδυνατίσει την ενότητά τους με το κυρίως λευκό εργατικό κίνημα.

Η Χάνα Μίντλετον δίνει και το γενικό ιδεολογικό φόντο, επισημαίνοντας στο κεφάλαιο «Ρεφορμιστικά και επαναστατικά αιτήματα» το καυτό -σε όλη την ιστορία του εργατικού κινήματος- θέμα των δύο γραμμών: «Ο αγώνας για τα δικαιώματα στη γη έδειξε ότι ο φόβος του κατεστημένου για το κίνημα των Αμπορίτζινες είναι δικαιολογημένος. Τα αιτήματα των Αμπορίτζινες για καλύτερη στέγαση, μόρφωση, ιατρική περίθαλψη, εργασία, ίσο μισθό και συνθήκες εργασίας με τους λευκούς εργάτες και για τον τερματισμό των προκαταλήψεων και διακρίσεων εξακολουθούν να είναι όλα επείγοντα και αναγκαία, αλλά βασικά είναι ρεφορμιστικά αιτήματα.

Παρόμοια αιτήματα δεν προσβάλλουν ή δεν υπονομεύουν τη βασική οικονομική και κοινωνική οργάνωση του αυστραλιανού καπιταλισμού και αντανακλούν δύο ιδέες που βρίσκονται πίσω από το ρεφορμισμό - πρώτα ότι ο καπιταλισμός μπορεί να μεταρρυθμιστεί, ότι παραχωρήσεις και βελτιώσεις μπορούν κατά κάποιο τρόπο να κάνουν μια μοχθηρή, εκμεταλλευτική και ρατσιστική κοινωνία πιο αρμονική και δίκαιη και δεύτερο ότι οι βαθμιαίες μεταρρυθμίσεις θα επιφέρουν τελικά μια αλλαγή από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Οι Αμπορίτζινες έχουν επείγουσα ανάγκη μεταρρυθμίσεων και πρέπει να αγωνιστούν γι’ αυτές, αλλά οι μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να λύσουν τα θεμελιώδη ζητήματα. Ο ρεφορμισμός σαν θεωρία κοινωνικής αλλαγής είναι αυταπάτη... (το κατεστημένο) μπορεί να υποχρεωθεί και μπορεί να ανεχθεί κάποιο βαθμό αναδιανομής της πίτας των κοινωνικών υπηρεσιών προς όφελος των Αμπορίτζινες, αλλά αντιτίθεται αδυσώπητα στην παραχώρηση δικαιωμάτων στη γη» (σελ. 197).

Η πρωτότυπη αυτή έρευνα της Χάνας Μίντλετον σ’ ένα πρόβλημα που είναι ελάχιστα γνωστό, κλείνει με το μήνυμα της ιστορικής αναγκαιότητας προς όσους θέλουν να είναι πραγματικά αποτελεσματικοί και συνεπείς στους αγώνες τους: «Η αυστραλιανή εργατική τάξη, μαύρη και λευκή, πρέπει να παλέψει για κοινοτικά, αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα των Αμπορίτζινες στη γη, μαζί με δικαιώματα σε όλες τις πλουτοπαραγωγικές πηγές στην επιφάνεια ή το υπέδαφος των γαιών αυτών. Η αυτονομία των κοινοτήτων των Αμπορίτζινες πρέπει να διασφαλιστεί και μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από τον ενωμένο αγώνα από τα κινήματα της εργατικής τάξης και των Αμπορίτζινες... Σε τελευταία ανάλυση, όμως, η επιτυχία απαιτεί ξεκάθαρη αντίληψη της βασικής ιδεολογικής σύγκρουσης πίσω από τα καθημερινά γεγονότα και συνεχή αγώνα για τη διατήρηση και οικοδόμηση της ενότητας ανάμεσα στις αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις στην Αυστραλία. Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια συνεισφορά στην ιδεολογική αυτή καθαρότητα και την κατανόηση της ιστορικής σχέσης ανάμεσα στους Αμπορίτζινες και το κίνημα της εργατικής τάξης στην Αυστραλία» (σελ.240).