Η ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Παρά το γεγονός ότι η σοβιετική ψυχολογία έχει να παρουσιάσει ένα πολυσήμαντο και αξιόλογο έργο μελέτης του ανθρώπου και ειδικότερα του παιδιού, αυτό, σε αντίθεση με τις εργασίες άλλων, δυτικών ψυχολογικών κατευθύνσεων, παραμένει άγνωστο στη χώρα μας.

Το γεγονός πως πλέον δεν υπάρχει η Σοβιετική Ενωση, δεν ανατρέπει την αναγκαιότητα γνωριμίας με τη δουλιά και τις απόψεις των Σοβιετικών ψυχολόγων. Κι αυτό γιατί η σοβιετική ψυχολογία αποτέλεσε μια σημαντική προσπάθεια ανάπτυξης της ψυχολογίας πάνω στις φιλοσοφικές βάσεις του διαλεκτικού υλισμού, προέκυψε, δηλαδή, ως μια μαρξιστική ψυχολογία. Συμπερασματικά, λοιπόν, το έργο της αφορά άμεσα κάθε επιστήμονα που θέλει η ψυχολογία να οικοδομηθεί και ν’ αναπτυχθεί σε μια τέτια βάση.

Η συγκεκριμένη προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά πέντε, μικρών σχετικά αλλά θα λέγαμε θεμελιακών, έργων κορυφαίων Σοβιετικών ψυχολόγων στη σφαίρα της παιδικής και εξελικτικής ψυχολογίας, μπορεί να ενδιαφέρει κι άλλους ανθρώπους που ασχολούνται ή έχουν σκοπό ν’ ασχοληθούν με την εκπαίδευση των παιδιών.

Κάνοντας μια σύντομη ιστορική αναδρομή, πρέπει να αναφέρουμε πως οι Σοβιετικοί ψυχολόγοι, αρχίζοντας από τον Λ. Σ. Βιγκότσκι, επηρεάστηκαν σημαντικά στον προσανατολισμό τους από το σημαντικότερο γεγονός του 19ου αιώνα, από την πραγματοποίηση της Μεγάλης Οκτωβριανής Επανάστασης και την προσπάθεια οικοδόμησης του σοσιαλιστικού κράτους στην ΕΣΣΔ.

Ηταν για την ψυχολογία μια εποχή στην οποία μεσουρανούσαν στην Ευρώπη τα ρεύματα του φροϊδισμού, της μορφολογικής (γκεστάλ) - ψυχολογίας, της σχολής του Βιούρτσμπουργκ κλπ., ενώ στις ΗΠΑ έκανε την εμφάνισή του ένα ριζοσπαστικό για την εποχή του ρεύμα, ο μπιχεβιορισμός. Την ίδια ώρα στη Ρωσία η ψυχολογία περιοριζόταν στους στενά ακαδημαϊκούς κύκλους, κυρίως πάνω σε υποκειμενικές βάσεις του φιλοσοφικού ιδεαλισμού.

Η Επανάσταση έφερε σημαντικές αλλαγές σ’ όλη τη ζωή και βέβαια σ’ όλες τις κατευθύνσεις της επιστήμης. Η αλλαγή αυτή έγινε ιδιαίτερα αισθητή σε τομείς όπως η ψυχολογία. Ετσι, στη θέση της «παλιάς» ψυχολογίας, δημιουργήθηκε η αναγκαιότητα της εμφάνισης της νέας ψυχολογίας, που να στηρίζεται στο διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό. Δεν καταλάβαιναν όλοι οι ψυχολόγοι της εποχής αυτή την αναγκαιότητα. Ομως, ήδη αυτό το ζήτημα άρχισε από το 1920 να το θέτει ο Π.Π. Μπλόνσκι, ενώ σημαντική στροφή πραγματοποιήθηκε με την εισήγηση του Κ.Ν. Κορνίλοφ με τον τίτλο «Η ψυχολογία κι ο Μαρξισμός», στο πρώτο συνέδριο ψυχονευρολογίας στη Μόσχα το 1923.

Η εμφάνιση της μαρξιστικής ψυχολογίας στην ΕΣΣΔ έγινε μέσα από μια σκληρή αντιπαράθεση με τους ιδεαλιστές ψυχολόγους, μ’ επικεφαλής τον Γκ.Ι. Τσελπάνοφ, που ολοκληρώθηκε με την απομάκρυνση του τελευταίου (το Νοέμβρη του 1923) από τη θέση του Διευθυντή του Ψυχολογικού Ινστιτούτου και την τοποθέτηση σ’ αυτή τη θέση του Κ.Ν. Κορνίλοφ.

Παρά το γεγονός πως ο στόχος είχε τεθεί και ήταν η οικοδόμηση μιας μαρξιστικής ψυχολογίας, υπήρξαν σοβαρά προβλήματα προς την υλοποίησή του. Από ποιους δρόμους θα εμφανιζόταν αυτή η ψυχολογία; Ποια η σχέση της με τα υπάρχοντα ψυχολογικά ρεύματα και σχολές;

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι ψυχολόγοι της εποχής που προσπαθούσαν να ενοποιήσουν θέσεις, απόψεις διαφορετικών σχολών με θέσεις του μαρξισμού. Ή κι άλλοι που προσπαθούσαν να μεταφέρουν, να «κολλήσουν» στην υπάρχουσα ψυχολογία κάποιες θεμελιακές θέσεις της μαρξιστικής φιλοσοφίας απλώς αντιγράφοντάς τες. Ετσι, η μάχη για την οικοδόμηση της μαρξιστικής ψυχολογίας έπρεπε ταυτόχρονα να δοθεί σε δύο μέτωπα: ενάντια στον ιδεαλισμό, αλλά κι ενάντια στο χυδαίο υλισμό, κυρίως ενάντια στη μηχανιστική και βιολογικοποιημένη προσέγγιση της ψυχολογίας.

Το 1924 στην ψυχολογία «ήρθε» ο Βιγκότσκι (1896-1934), που καταλάβαινε την αναγκαιότητα αυτής της ακριβώς διμέτωπης διαπάλης. Πολλές θέσεις, που στη συνέχεια εξέθεσε ο Βιγκότσκι, αποτέλεσαν τη βάση της σοβιετικής ψυχολογίας. Ιδιαίτερη σημασία για τη δημιουργία της μεθοδολογικής βάσης της μαρξιστικής ψυχολογίας αποτέλεσε η εργασία του Λ.Σ. Βιγκότσκι: Το ιστορικό νόημα της κρίσης της Ψυχολογίας, στην οποία ο ίδιος έγραψε πως η ψυχολογία είναι μια συγκεκριμένη επιστήμη. Κάθε ψυχολογική θεωρία -υποστήριξε- έχει τη φιλοσοφική της βάση, φανερή ή καλυμμένη. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η θεωρία προκαθορίζεται από το φιλοσοφικό της θεμέλιο. Γι’ αυτό, εάν δεν μπουν τα θεμέλια της ψυχολογίας, δεν έχει κανένα νόημα να παίρνονται κάποια αποτελέσματα της ψυχολογίας και στη συνέχεια να ενώνονται με κάποιες θέσεις του διαλεκτικού υλισμού.

Για την κατάσταση που επικρατεί στην ψυχολογία στις μέρες του, ο Λ.Σ. Βιγκότσκι σημειώνει: «Δεν υπάρχουν πολλές ψυχολογίες, υπάρχουν μόνο δύο: η φυσικο-επιστημονική, υλιστική και η υποκειμενική-σπιριτουαλιστική»[1]... «κι απαιτείται η «χειρουργική παρέμβαση» για το διαχωρισμό τους»[2]. Η μαρξιστική ψυχολογία, σύμφωνα με τον Βιγκότσκι, έπρεπε ακριβώς να οικοδομηθεί.

Δεν μπορούμε οπωσδήποτε, ούτε είναι σκοπός μας, να αναφερθούμε εδώ σ’ όλο το δρόμο που ακολούθησε ο Βιγκότσκι για να δημιουργήσει την πολιτιστικο-ιστορική κατεύθυνση (ή σχολή) της ψυχολογίας. Είναι, όμως, απαραίτητο να πούμε λίγα λόγια γι’ αυτή, που θα βοηθήσουν στην καλύτερη κατανόηση κι εμβάθυνση στις 5 εργασίες των εκπροσώπων αυτής της σχολής που παρουσιάζουμε παρακάτω.

 

ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΒΑΣΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ Λ.Σ. ΒΙΓΚΟΤΣΚΙ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ-ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

Ο Λ.Σ. Βιγκότσκι γράφει: «Βασικός και καθοριστικός παράγοντας για την ανάπτυξη της ψυχολογίας στη χώρα μας πρέπει να θεωρηθεί πως ήταν η θεωρία για τα εξαρτημένα αντανακλαστικά του ακαδημαϊκού Ι.Π. Παβλόφ... Είναι αλήθεια πως αυτή όχι μόνο γεννήθηκε, αλλά πρόλαβε να κάνει και τα βασικά της βήματα και να κατακτήσει την παγκόσμια αναγνώριση πριν ακόμη την Επανάσταση. Οσο, όμως, παράξενο κι αν φαίνεται αυτό, από μια πρώτη ματιά, αυτή η θεωρία ήταν ελάχιστα γνωστή στους ευρύτερους επιστημονικούς κύκλους της Ρωσίας και δεν είχε καμία επιρροή στην ανάπτυξη της ρωσικής ψυχολογίας... Μόνο στην εποχή της Επανάστασης η θεωρία για τα εξαρτημένα αντανακλαστικά έγινε παράγοντας ανάπτυξης της ψυχολογικής επιστήμης... Κύρια αιτία αυτού, ήταν η βαθιά συγγένεια που υπάρχει ανάμεσα στις ιδέες της Επανάστασης και τη νέα θεωρία. Η Επανάσταση αμέσως υιοθέτησε τη νέα ψυχολογία»[3].

Σ’ αυτή την αναγνώριση του θεμελιακού ρόλου του Παβλόφ, ορισμένοι είδαν καθαρά πολιτικά κίνητρα. Ετσι, ένας από τους θεμελιωτές του μπιχεβιορισμού, ο Σκίνερ, το 1969 έγραφε σχετικά: «Το 1917, οι Ρώσοι είχαν ανάγκη από την αρχή του εξαρτημένου αντανακλαστικού για την ισχυροποίηση της ιδελογίας τους κι έκαναν τον Παβλόφ εθνικό ήρωα. Με τη βοήθεια των αρχών του Παβλόφ, η ρωσική κυβέρνηση υπέθετε πως θα άλλαζε τον κόσμο κι έτσι θ’ άλλαζε και τον άνθρωπο»[4].

Η πραγματικότητα ήταν βέβαια διαφορετική, αφού οι Σοβιετικοί ψυχολόγοι έβλεπαν σ’ αυτή τη θεωρία, όχι τα τάχατες κρατικά σχέδια χειραγώγησης των ανθρώπων, αλλά το θεμέλιο πάνω στο οποίο είναι δυνατό να οικοδομηθεί ένα επιστημονικό σύστημα αντιλήψεων για τις ανώτατες, τις ψυχικές, δηλαδή, μορφές της δραστηριότητας του ανθρώπου. Ετσι, οι Σοβιετικοί ψυχολόγοι προχώρησαν πέρα από τον Παβλόφ.

Ο Βιγκότσκι έδειξε πως στον άνθρωπο εμφανίζεται ένα ιδιαίτερο είδος ψυχικών λειτουργιών που δεν υπάρχουν στα ζώα και τις οποίες ονόμασε «ανώτατες ψυχικές λειτουργίες». Οι ψυχικές λειτουργίες, που δίνονται από τη φύση («φυσικές»), μεταμορφώνονται σε λειτουργίες ανώτατου επιπέδου ανάπτυξης («πολιτιστικές»): η μηχανική μνήμη γίνεται λογική, οι αυθόρμητες παραστάσεις γίνονται στοχο-προσηλωμένη σκέψη ή δημιουργική φαντασία, η παρορμητική κίνηση γίνεται παραγωγική κλπ. (Αυτό, όπως βλέπουμε, είναι ένα πρώτο βήμα πέρα από τη θεωρία του εξαρτημένου αντανακλαστικού του Παβλόφ). Αυτές, λοιπόν, οι λειτουργίες αποτελούν το ανώτατο επίπεδο του ψυχισμού του ανθρώπου, που γενικευμένα ονομάζεται συνείδηση. Αυτή διαμορφώνεται μέσα από τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις και χάρη σ’ αυτές. Μ’ άλλα λόγια, οι ανώτατες ψυχικές λειτουργίες έχουν κοινωνική φύση.

Πώς, όμως, γίνεται αυτό στην πράξη; Οπως ο άνθρωπος κατέκτησε τη φύση με τη βοήθεια των εργαλείων, κάτι αντίστοιχο συμβαίνει με την «κατάκτηση» των δικών του ψυχικών λειτουργιών. Μόνο που εδώ χρησιμοποιεί ιδιαίτερα εργαλεία, μέσα, που είναι ψυχολογικά.

Ετσι, ο Βιγκότσκι, προσανατολιζόμενος στο μαρξισμό, εισάγει στην ψυχολογία ένα ακόμη νέο στοιχείο, αυτό του εργαλείου, του μέσου, το οποίο έχει κοινωνικο-ιστορική φύση, κι όχι ατομικο-ψυχολογική ή βιολογική. Επρόκειτο οπωσδήποτε για την πραγματοποίηση ενός κοινωνικά ντετερμινιστικού (αιτιοκρατικού) βήματος, το οποίο βοήθησε την ψυχολογία να δημιουργήσει μια νέα προσέγγιση προς το ζήτημα του καθορισμού της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ως συνειδητά ελεγχόμενης, [σ’ αντίθεση από άλλες προσεγγίσεις, τόσο τις ενστικτώδεις (των φροϊδιστών) όσο και της «ενίσχυσης» (των μπιχεβιοριστών)].

Σε αναλογία με το εργαλείο της εργασίας, ο Βιγκότσκι, προσάπτει μια εργαλειακή λειτουργία στη λέξη, στο λόγο. Την ομοιότητα ανάμεσα στο εργαλείο και τη λέξη (ή σύμβολο) την προσέγγιζε έτσι που οι άμεσες σχέσεις του ψυχικού «οικοδομήματος» του οργανισμού με τον κόσμο του, μετατρέπονται σε έμμεσες. Διαχωρίζονται επίσης το εργαλείο από το σύμβολο από την κατεύθυνσή τους: το εργαλείο αλλάζει το εξωτερικό αντικείμενο, ενώ το σύμβολο την εσωτερική (ψυχική) δομή της συμπεριφοράς, προς την οποία και είναι προσανατολισμένο.

Ετσι, λοιπόν, ο Βιγκότσκι και μαζί του η σοβιετική ψυχολογία κάνουν ένα ακόμη βήμα παραπέρα από το απλοϊκό σχήμα κίνητρο (S) - αντίδραση (R), αφού σ’ αυτό παρεμβάλλεται το μέσο (Χ).

Πρωταρχικά αυτά τα ψυχολογικά μέσα εμφανίζονται σε εξωτερική, υλική μορφή και χρησιμοποιούνται στην επικοινωνία ως μέσα επίδρασης στον άλλο άνθρωπο. Με τον καιρό όμως, ο άνθρωπος αρχίζει να τα χρησιμοποιεί και προς τον εαυτό του. «... Κάθε λειτουργία στην πολιτιστική ανάπτυξη του παιδιού εμφανίζεται στη σκηνή δύο φορές, σε δυο πλάνα, πρώτα στο κοινωνικό, έπειτα στο ψυχολογικό, πρώτα ανάμεσα στους ανθρώπους, ως κατηγορία δια-ψυχική, κι έπειτα στο παιδί, ως κατηγορία εσω-ψυχική»[5] -γράφει ο Βιγκότσκι. Αυτή είναι η διαδικασία της εσωτερίκευσης.

Συμπερασματικά, λοιπόν, η πολιτιστικο-ιστορική σχολή διατύπωσε τη θεωρία για την ανάπτυξη των ψυχικών λειτουργιών κατά τη διάρκεια του προτσές (της διαδικασίας) έμμεσης αφομοίωσης από το άτομο των αξιών του πολιτισμού. Μιας αφομοίωσης (εσωτερίκευσης) που γίνεται μέσω της επικοινωνίας, από τις άμεσες κοινωνικές επαφές του παιδιού με τους ενηλίκους και στη συνέχεια «αφομοιώνονται» στη συνείδησή του.

Η σημασία αυτής της θέσης είναι ιδιαίτερα σημαντική για τον τομέα της παιδικής ψυχολογίας, όσο και την παιδαγωγική. Κι αυτό γιατί, χάρη σ’ αυτή η ψυχική ανάπτυξη του παιδιού συνδέεται με την οργανωμένη επίδραση των ενηλίκων.

Στο κέντρο των ενδιαφερόντων του Λ.Σ. Βιγκότσκι και της σχολής του βρέθηκε η πολιτιστική ανάπτυξη του παιδιού. Η αφομοίωση του πολιτισμού από τους ανθρώπους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της συλλογικής τους δραστηριότητας, γίνεται σε τέτιες μορφές όπως είναι η εκπαίδευση κι η διαπαιδαγώγηση. Για τον Βιγκότσκι, η εκπαίδευση κι η διαπαιδαγώγηση αποτελούν τις βασικές μορφές της ψυχικής ανάπτυξης του ανθρώπου. Εφόσον το περιεχόμενο του πολιτισμού, της εκπαίδευσης και διαπαιδαγώγησης από ιστορική εποχή σε εποχή αλλάζει, τότε και η ψυχική ανάπτυξη του παιδιού έχει συγκεκριμένο ιστορικό χαρακτήρα.

Η ιδέα του κυρίαρχου ρόλου που παίζει ο ενήλικας στην ανάπτυξη του παιδιού οδήγησε τον Βιγκότσκι στην έννοια της «ζώνης της πλησιέστερης ανάπτυξης». Πρόκειται για εκείνα τα καθήκοντα, στόχους τους οποίους το παιδί δεν μπορεί να τους επιλύσει τη δεδομένη στιγμή, παρά μόνο με τη βοήθεια του ενήλικου. Και μόνο στη συνέχεια το παιδί μπορεί αυτούς τους στόχους να τους επιτύχει μόνο του, με τη θέλησή του. Μ’ αυτή τη θέση, ο Βιγκότσκι απαντά στο ερώτημα «Τι προηγείται: η εκπαίδευση ή η ανάπτυξη;» υπέρ του πρώτου, υπέρ, δηλαδή, της μάθησης, η οποία θα πρέπει να προηγείται και να «τραβά» την ανάπτυξη του παιδιού.

Ο Βιγκότσκι εισάγει επίσης έναν ακόμη νέο όρο, αυτόν της κοινωνικής κατάστασης ανάπτυξης» του παιδιού, με τον οποίο εννοούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του, ο τρόπος με τον οποίο βιώνει την επίδραση αυτής της κοινωνικής κατάστασης, με τον οποίο γίνεται προσπάθεια να ξεπεραστούν απόψεις που ερμήνευαν τη συμπεριφορά του παιδιού σε άμεση σχέση με τις εξωτερικές συνθήκες, όπως έγραφε χαρακτηριστικά: «Οπως με τον αλκοολισμό του παππού συχνά με ευθύ τρόπο ερμηνεύουν τη συμπεριφορά του εγγονού, έτσι κι εκείνα ή τα άλλα οικογενειακά σημεία διαβίωσης (στενότητα χώρου, κακές σχέσεις ανάμεσα στους γονείς, ύπαρξη κακών παραδειγμάτων κλπ.) τα συνδέουν σε άμεση εξάρτηση με τα παραπάνω για τη συμπεριφορά του παιδιού...»[6]. Ομως αυτή η σχέση δεν είναι τόσο ευθεία, υπογράμμιζε ο Βιγκότσκι, καλώντας να μεταφερθεί η προσοχή μας, το κέντρο των ερευνών μας προς την πλευρά της μελέτης της ίδιας της δραστηριότητας, της ενεργητικότητας του παιδιού, των βιωμάτων του, που συνδέονται με την αλλαγή του κοινωνικού του περιβάλλοντος.

Στη συγκεκριμένη έκδοση φιλοξενούνται δύο εργασίες του μεγάλου Σοβιετικού ψυχολόγου, που αφορούν την ψυχική ανάπτυξη του παιδιού. Πρόκειται για τον Πρόλογο του Λ.Σ. Βιγκότσκι στη ρωσική μετάφραση του βιβλίου του Κ. Μπιούλερ «Δοκίμιο για την ψυχική ανάπτυξη του παιδιού» και το άρθρο του «Για το ζήτημα της δυναμικής του παδικού χαρακτήρα».

Σημαντικό ήταν και το έργο κι οι απόψεις που παρουσίασαν δύο ακόμη πολύ γνωστοί εκπρόσωποι της σοβιετικής ψυχολογίας, οι Α. Λεόντιεφ και Ντ. Ελκόνιν. Η παρέμβασή τους έχει επίσης άμεση σχέση με την ψυχική ανάπτυξη των παιδιών.

 

ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ Α. Ν. ΛΕΟΝΤΙΕΦ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ
ΟΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΝΤ. ΜΠ. ΕΛΚΟΝΙΝ

Ο Α.Ν. Λεόντιεφ (1903-1979) ξεχώρισε στη θεωρία του Λ. Βιγκότσκι μια θεμελιακή ιδέα, την ιδέα της δραστηριότητας, και προσπάθησε να την αναπτύξει και να τη συγκεκριμενοποιήσει. Απ’ αυτή την άποψη, η θεωρία της δραστηριότητας αποτελεί συνέχεια της πολιτιστικο-ιστορικής σχολής, που θεμελίωσε ο Βιγκοτσκι.

Η προσέγγιση του αντικειμένου αποτελεί, σύμφωνα με το γνωστό Σοβιετικό ψυχολόγο Β.Β. Νταβίντοφ, τον πυρήνα της θεωρίας της δραστηριότητας. Ακριβώς αυτή η αρχή μάς επιτρέπει να χαράξουμε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην προσέγγιση της θεωρίας της δραστηριότητας από τις διάφορες φυσιοδιφικές και μπιχεβιοριστικές αντιλήψεις του σχήματος «κίνητρο-αντίδραση», «οργανισμός-περιβάλλον» κλπ., κι αυτό γιατί ο Α.Ν. Λεόντιεφ καταλαβαίνει το αντικείμενο όχι ως «πράγμα», το οποίο είναι ένα υπαρκτό αντικείμενο της φύσης, αλλά σαν αυτό στο οποίο είναι προσανατολισμένη η ενέργεια... δηλαδή σαν κάτι που έχει σχέση με τη ζωντανή ύπαρξη, σαν αντικείμενο της δραστηριότητάς του, άσχετα αν πρόκειται για δραστηριότητα εξωτερική ή εσωτερική[7].

Οπως σημειώνει ο ίδιος: «...το αντικείμενο παρουσιάζεται διπλά: αρχικά, ως ανεξάρτητη ύπαρξη, που υποτάσσεται στον εαυτό της, που αναμορφώνει τη δραστηριότητα του υποκειμένου, ως μορφή του αντικειμένου, σαν προϊόν της ψυχικής αντανάκλασης των στοιχείων του, που πραγματοποιείται ως αποτέλεσμα της δραστηριότητας του υποκειμένου και διαφορετικά δε θα μπορούσε να είναι»[8].

Στο αντικείμενο, μέσω της παραγωγικής δραστηριότητας του ανθρώπου, της εργασίας, έχουμε την πραγμάτωση των ανθρώπινων ικανοτήτων, την αποκρυστάλλωση των κατακτήσεων της κοινωνικο-ιστορικής ανάπτυξης του ανθρώπινου είδους.

Ετσι, το αντικείμενο δεν παρουσιάζεται σαν «σημείο ύλης στο διάστημα», ούτε σαν κίνητρο που προκαλεί αντίδραση, αλλά ως αντικείμενο-μεταφορέας της κοινωνικο-ιστορικής εμπειρίας, που καθορίζει την ιδιαιτερότητα της πράξης με το αντικείμενο.

Σ’ αντίθεση με τις θέσεις των μπιχεβιοριστών, η θεωρία της δραστηριότητας υποστηρίζει τις αρχές της ενεργητικότητας της ψυχικής αντανάκλασης, καθώς και της ενότητας της συμπεριφοράς με τη συνείδηση. Αυτή η ενεργητικότητα και συνειδητοποίηση είναι που καθορίζει τη δραστηριότητα του υποκειμένου.

Σύμφωνα μ’ αυτά, υπάρχει εξάρτηση των γνωστικών διαδικασιών από διαφόρων ειδών αξίες, στόχους, θέσεις, ανάγκες, αισθήματα και την προηγούμενη πείρα, που καθορίζουν τη δυνατότητα επιλογής και την κατεύθυνση της δραστηριότητας. Σε κάθε δραστηριότητα του ανθρώπου (υποκειμένου) υπάρχουν πράξεις. Για να προκύψουν αυτές, απαιτείται να υπάρχει αυτό που στη σοβιετική ψυχολογία συνηθίζεται να ονομάζεται προσανατολισμένη βάση της πράξης, και στην οποία εντάσσονται οι γνώσεις του υποκειμένου για την ίδια την πράξη, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή γίνεται. Μ’ άλλα λόγια, θα λέγαμε ότι πρόκειται για τη μορφή (την ιδέα) για το περιβάλλον και για την πράξη που έχει το υποκείμενο. Τέλος, οποιαδήποτε πράξη περικλείει ένα σύνολο εγχειρημάτων (προσπαθειών).

Στις εργασίες του Λεόντιεφ διατυπώθηκαν και περιγράφτηκαν η γενική δομή της δραστηριότητας, οι ψυχολογικοί μηχανισμοί της και οι βασικές μορφές της. Σύμφωνα μ’ αυτά, υπάρχουν δύο σημαντικοί κρίκοι της δραστηριότητας, ο προσανατολιστικός και ο εκτελεστικός. Ο πρώτος κρίκος περικλείει τις ανάγκες, τα μοτίβα και τους στόχους. Ο δεύτερος κρίκος αποτελείται από τις πράξεις και τα εγχειρήματα.

Ανοίγοντας εδώ μια παρένθεση, αξίζει ν’ αναφέρουμε πως, σύμφωνα με τον Λεόντιεφ, πράξη είναι η βασική μονάδα ανάλυσης της δραστηριότητας. Είναι το προτσές που κατευθύνεται προς την υλοποίηση του στόχου (σκοπού). Στόχος (ή σκοπός) είναι η μορφή του επιθυμητού αποτελέσματος που πρέπει να επιτευχθεί κατά τη διάρκεια της πράξης, ενώ τέλος, ενέργεια, ονομάζεται ο τρόπος υλοποίησης της πράξης.

Οι ανάγκες, τα κίνητρα (μοτίβα) και οι στόχοι είναι που προσανατολίζουν τον άνθρωπο στην πραγματικότητα που μας περιβάλλει. Κατά τον Λεόντιεφ, ακριβώς αυτή η προσανατολιστική πλευρά είναι και η καθοριστική στη διαμόρφωση της πράξης. Αυτή η θέση του Α. Λεόντιεφ είναι ιδιαίτερα σημαντική για την παιδαγωγική ψυχολογία, αφού:

1. Υπογραμμίζει τον αποφασιστικό ρόλο του προσωπικού νοήματος που έχουν για ένα παιδί σχολικής ηλικίας οι γνώσεις που καλείται ν’ αφομοιώσει. Με βάση αυτή την προσέγγιση μπορεί κανείς να δει καλύτερα το ρόλο της συνειδητοποίησης στην εκπαίδευση. Κατά την άποψη του Λεόντιεφ, εκείνο που χαρακτηρίζει τη συνειδητοποίηση στην εκπαίδευση, δεν είναι κάποιες απαιτήσεις προς κάποιες ξέχωρες ψυχολογικές λειτουργίες: τη νόηση, τη μνήμη κλπ. Μ’ άλλα λόγια δεν είναι η γνώση ούτε η κατανόηση του μελετούμενου υλικού αυτό που χαρακτηρίζει τη συνειδητοποίηση, αλλά το νόημα το οποίο παίρνει αυτό το υλικό για το μαθητή. Αυτό το νόημα καθορίζεται με τη σειρά του από τα μοτίβα της εκπαιδευτικής (μαθησιακής) δραστηριότητας.

Αν, λοιπόν, το κίνητρο της μαθησιακής δραστηριότητας είναι απλώς η αποστήθιση της ύλης για την εισαγωγή στην επόμενη βαθμίδα της εκπαίδευσης, όπως γινόταν και εντείνεται στις μέρες μας, τότε είναι φανερό πως το προσωπικό νόημα της μάθησης είναι αρκετά επιφανειακό και επισφαλές στο πέρασμα του χρόνου. Ετσι που οι όποιες γνώσεις που απαιτούνται από το παιδί να έχουν μια σύντομη «ημερομηνία λήξης».

Ο Λεόντιεφ δείχνει επίσης πως η εμφάνιση νέων μοτίβων, που δημιουργούν νέα νοήματα, «ανοίγει» και νέες δυνατότητες στη σφαίρα της νόησης. Ετσι, η γνωστή παιδαγωγική αρχή της ενότητας της διαπαιδαγώγησης και της μάθησης, προσεγγίζεται από τον Λεόντιεφ μέσα από τη διαμόρφωση της ενότητας του νοήματος και της σημασίας.

2. Αυτή η προσέγγιση του ζητήματος οδηγεί τον Λεόντιεφ να απαντά πως στο δίδυμο «διαπαιδαγώγησης-μάθησης», προηγείται η διαπαιδαγώγηση και έπεται η μάθηση. Η θέση αυτή του Λεόντιεφ έχει τεράστια σημασία στις μέρες μας, όπου υλοποιείται η κυρίαρχη αντίληψη του «εκπαιδεύσιμου» (κατά το «απασχολήσιμου»). Δηλαδή ενός αστικού εκπαιδευτικού συστήματος που προβάλλει ένα μοντέλο εκπαίδευσης που περιορίζεται στην παροχή μιας «στενής» ειδίκευσης στους νέους. Μιας εκπαίδευσης με στόχο να δημιουργήσει υψηλά καταρτισμένο επιστημονικό-τεχνολογικό δυναμικό, αλλά που θα στερεί και θα υποτιμά όλα εκείνα που μορφώνουν και διαπαιδαγωγούν τον άνθρωπο.

Στην περίπτωση ενός τέτιου εκπαιδευτικού συστήματος, η διαπαιδαγώγηση δεν μπορεί παρά να διαμορφώνεται κυρίως από εξω-σχολικούς παράγοντες. Ο ρόλος του σχολείου και του εκπαιδευτικού φτωχαίνει αντικειμενικά.

Σε έρευνες που ακολούθησαν από άλλους Σοβιετικούς ψυχολόγους (Π. Γκαλπέριν, Ντ. Ελκόνιν, Α. Ζαπορόζετς, Π. Ζιντσένκο κλπ.), στη βάση της προσέγγισης που επεξεργάστηκε ο Λεόντιεφ, αποκαλύφθηκε πως ο προσανατολισμός των παιδιών παίζει τεράστιο ρόλο στην επίλυση διάφορων ασκήσεων που αφορούν τη νόηση, τη μνημόνευση, τη διαίσθηση διαφόρων αντικειμένων, την απόκτηση ικανοτήτων κλπ. Η προσέγγιση και οι έρευνες που ξεκίνησε ο Λεόντιεφ, και συνέχισαν άλλοι Σοβιετικοί ψυχολόγοι, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παιδική ψυχολογία, αφού ασκεί κριτική σ’ εκείνες τις απόψεις που θεωρούν πως το προτσές της αντίληψης περιορίζεται στην παθητική αφομοίωση από το υποκείμενο των εξωτερικών επιδράσεων. Ο Λεόντιεφ έδειξε πως μια τέτια ερμηνεία είναι λαθεμένη και μάλιστα οδηγεί σε ιδεαλιστικά συμπεράσματα.

Βάση της οντογενετικής ανάπτυξης της συνείδησης, του ψυχισμού του ανθρώπου είναι η ανάπτυξη της δραστηριότητάς του. Με την εμφάνιση κάποιας νέας δραστηριότητας του ανθρώπου, εμφανίζονται εκείνες ή άλλες νέες λειτουργίες της συνείδησης (έτσι, για παράδειγμα, στο παιδί της προσχολικής ηλικίας, μέσω της δραστηριότητας, εμφανίζονται τέτιες ψυχικές λειτουργίες, όπως η φαντασία, και ο συμβολισμός). Σε κάθε ηλικιακή περίοδο στη ζωή του ανθρώπου υπάρχει κάποια βασική (κυρίαρχη) δραστηριότητα.

Στις διαφορετικές παιδικές ηλικίες, οι αντίστοιχες κυρίαρχες δραστηριότητες κινούνται στην κατεύθυνση να βοηθήσουν το παιδί στην αφομοίωση εκείνου ή του άλλου περιεχομένου της κοινωνικής εμπειρίας. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής της αφομοίωσης, το παιδί αναπαράγει στη δραστηριότητά του τις ιστορικά διαμορφωμένες ανθρώπινες ικανότητες.

Στη συγκεκριμένη έκδοση φιλοξενούνται δύο εργασίες του Α.Ν. Λεόντιεφ «Για τη θεωρία της ψυχικής ανάπτυξης του παιδιού» και το άρθρο του «Αρχές της ψυχικής ανάπτυξης και το πρόβλημα της διανοητικής ανεπάρκειας».

Ο Ντ. Μπ. Ελκόνιν (1904-1984) ασχολήθηκε, μαζί με τους συνεργάτες του, με πειραματικές και θεωρητικές μελέτες που αφορούσαν ζητήματα της παιδικής και παιδαγωγικής ψυχολογίας, στηριζόμενος στις απόψεις του Λ. Βιγκότσκι. Στις εργασίες του εξετάστηκαν τα ζητήματα της φύσης της παιδικής ηλικίας και του διαχωρισμού της σε περιόδους. Θέματα προς τα οποία στράφηκε η προσοχή του Ντ. Μπ. Ελκόνιν ήταν οι ψυχολογικές ιδιαιτερότητες διάφορων περιόδων της παιδικής ηλικίας, η ανάπτυξη του προφορικού και γραπτού λόγου, η ψυχολογία του παιχνιδιού, η σύνδεση της ψυχικής ανάπτυξης του παιδιού με τη μάθηση.

Ο Ντ. Μπ. Ελκόνιν θεμελίωσε τη θέση πως η παιδική ηλικία έχει συγκεκριμένο ιστορικό χαρακτήρα και οι γενικές ψυχολογικές ιδιαιτερότητες διάφορων περιόδων της ζωής επίσης αλλάζουν από μια ιστορική εποχή σε κάποια άλλη.

Ο ίδιος πρότεινε ένα διαχωρισμό σε περιόδους ανάπτυξης (για τις συνθήκες της σοσιαλιστικής κοινωνίας), που ήταν δομημένος στην έννοια της κυρίαρχης δραστηριότητας. Στη συγκεκριμένη έκδοση, φιλοξενείται μια εργασία του Ντ. Μπ. Ελκόνιν με τίτλο: «Για το ζήτημα της ψυχικής ανάπτυξης στην παιδική ηλικία».

Οπωσδήποτε δεν αποτελεί στόχο αυτής της εισαγωγής να εκθέσουμε σε όλη την πληρότητά της την αντίληψη που διαμόρφωσαν σε ένα διάστημα πολλών δεκαετιών οι Σοβιετικοί ψυχολόγοι. Ούτε σε μια μικρή συλλογή εργασιών τους μπορούμε να χωρέσουμε τον πλούτο των ερευνών, συμπερασμάτων και της προσέγγισης που αυτοί διαμόρφωσαν. Εκείνο που θέλαμε να πετύχουμε, κι αυτό θα το κρίνει στη συνέχει ο αναγνώστης, είναι να τον προϊδεάσουμε, να του δώσουμε ορισμένα «εργαλεία», που θα κάνουν πιο εύκολη τη γνωριμία του με πέντε σημαντικές εργασίες Σοβιετικών ψυχολόγων. Επίσης θέλαμε να θίξουμε ορισμένες επίκαιρες, και για το σήμερα, πλευρές των συγκεκριμένων έργων.

Το γεγονός πως αυτές οι εργασίες αφορούν την παιδική ψυχολογία, την παιδική ηλικία, δεν ήταν μια τυχαία επιλογή. Κατ’ αρχάς στην ίδια τη σοβιετική ψυχολογία, από τα πρώτα της κιόλας βήματα, δόθηκε ιδιαίτερο βάρος και προσοχή στον τομέα αυτό. Ο ίδιος ο θεμελιωτής της πολιτιστικο-ιστορικής αντίληψης, ο Λεφ Βιγκότσκι, αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος των ερευνών κι εργασιών του ακριβώς στην παιδική ηλικία. Από την ίδια, λοιπόν, την πραγματικότητα έχει συσσωρευτεί ένα τεράστιο έργο που είναι κρίμα να παραμένει άγνωστο για τον Ελληνα ψυχολόγο, εκπαιδευτικό, γονιό, ιδιαίτερα για όσους ενδιαφέρονται για μια μαρξιστική προσέγγιση του ψυχισμού.

Ταυτόχρονα, μέσα από αυτό το έργο που αφορά την παιδική ηλικία μπορεί κανείς να διαγνώσει πολλές σημαντικές μεθοδολογικές θέσεις που κάνουν τη συνεισφορά της σοβιετικής ψυχολογίας να διαφέρει από τις άλλες ψυχολογικές σχολές κι αντιλήψεις.

Από την εποχή που γράφτηκαν αυτές οι εργασίες «πολύ νερό κύλησε στ’ αυλάκι», όμως πιστεύουμε πως αυτές, όπως και πολλές άλλες, διατηρούν μια διαχρονική αξία, γι’ αυτό άλλωστε και τις παρουσιάζουμε. Οπωσδήποτε μπορεί κανείς στο μέλλον να ανατρέξει σε μια γνωριμία και με πιο πρόσφατες εργασίες, πιο σύγχρονων για τις μέρες μας επιστημόνων, όμως και πάλι τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη γνωριμία με το έργο των «κλασικών», θα λέγαμε, της σοβιετικής ψυχολογίας.

Αλλωστε, σε κάθε υπόθεση από κάπου θα πρέπει να γίνει μια αρχή. Ελπίζουμε πως η συλλογή αυτή θ’ αποτελέσει μια καλή αρχή.



Το κείμενο είναι η εισαγωγή του Ελισσαίου Βαγενά στην ομότιτλη συλλογή άρθρων των: Λ.Σ. Βιγκότσκι, Α.Ν. Λεόντιεφ, Ντ. Μπ. Ελκόνιν, εισαγωγή και μετάφραση: Ελισσαίος Βαγενάς, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2003.
Ο Ελισσαίος Βαγενάς είναι μέλος του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων της ΚΕ του ΚΚΕ.

[1] Λ.Σ. Βιγκότσκι: «Το ιστορικό νόημα της κρίσης της Ψυχολογίας», Απαντα, τόμ. 1, σελ. 381.

[2] Στο ίδιο, σελ. 411.

[3] Λ.Σ. Βιγκότσκι: «Η ψυχολογική επιστήμη στην ΕΣΣΔ. Κοινωνικές επιστήμες στην ΕΣΣΔ». Μόσχα, 1928, σελ. 204.

[4] B. Skinner: «Contingencies of Reinforcement». N.Y., 1969, pp. 35.

[5] Λ.Σ. Βιγκότσκι: «Η ιστορία της ανάπτυξης των ανώτατων ψυχικών λειτουργιών». Απαντα, τόμ. 3, σελ. 145.

[6] Λ.Σ. Βιγκότσκι: «Το ιστορικό νόημα της κρίσης της Ψυχολογίας». Απαντα, τόμ. 1, σελ. 308.

[7] Α.Ν. Λεόντιεφ: «Ζητήματα ανάπτυξης της προσωπικότητας». Μόσχα, 1972, 3η έκδοση, σελ. 39.

[8] Α.Ν. Λεόντιεφ: «Δραστηριότητα. Συνείδηση. Προσωπικότητα». Μόσχα, 1975, σελ. 84.