ΛΑΪΚΗ ΥΓΕΙΑ: ΕΠΙΔΕΙΝΩΣΗ ΣΤΟ ΕΔΑΦΟΣ ΤΩΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΕΩΝ

Η υγεία είναι μια δυναμική κατάσταση, η οποία αντικατοπτρίζει την αρμονική λειτουργία του οργανισμού του ανθρώπου και βρίσκεται σε συνεχή σχέση, αλληλεπίδραση και ισορροπία με το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον.

Από την αρχαιότητα η έννοια της υγείας απασχόλησε τους φιλοσόφους και τους επιστήμονες. Η ταυτότητα του ιατροφιλόσοφου σε ένα βαθμό έδειχνε την αντικειμενική σύνδεση της ιατρικής επιστήμης και πράξης με τη φιλοσοφική αντίληψη για τη ζωή και την υγεία.

Οι προβληματισμοί και το ενδιαφέρον συνεχίζονται και σήμερα καθώς η επιστήμη βαθαίνει όλο και πιο πολύ στη δομή και στη λειτουργία της ζωής, η δυνατότητα για πρόληψη, διάγνωση και θεραπευτική παρέμβαση διευρύνεται, οι φιλοσοφικές και πολιτικές απόψεις συγκρούονται, μέσα στη διαφορετικότητα των κοινωνικών συστημάτων και αντιπαραθέσεων.

Παρ’ ότι όλοι συμφωνούν ότι η υγεία δεν οριοθετείται από την απουσία της αρρώστιας, καθώς είναι ευρύτερη από αυτή, υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις και ως εκ τούτου διαμορφώνονται και διαφορετικοί ορισμοί.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) ορίζει την υγεία «ως την κατάσταση της πλήρους σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας».

Η υλιστική διαλεκτική θεώρηση συνδέει την υγεία με την εργασία, ως τη βασική εκείνη διαδικασία μέσα από την οποία ο άνθρωπος κοινωνικοποιείται αλλά και επιδρά στο φυσικό και κοινωνικό του περιβάλλον. Η έννοια της υγείας ορίζεται λοιπόν «ως η κατάσταση εκείνη που εξασφαλίζει την ικανότητα του ανθρώπου για πλήρη πραγμάτωση της εργασιακής και κοινωνικής δραστηριότητας» στο συγκεκριμένο χρόνο και τόπο.

Η ικανότητα όμως για εργασία και κοινωνική δραστηριότητα των μελών μιας κοινωνίας εκτιμάται και προσδιορίζεται διαφορετικά, ανάλογα με την ιδεολογική και πολιτική προσέγγιση της κατάστασης της υγείας.

Στον καπιταλισμό, όπου το κέρδος αντλείται από την υπεραξία, την απλήρωτη δηλαδή εργασία του εργαζόμενου, «τα όρια της ικανότητας για εργασία» διευρύνονται μέχρι εκεί που επιτρέπει η μέγιστη εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης. Γι’ αυτό και η υγεία δεν είναι ισότιμη, δεν αποτελεί δικαίωμα για όλους. Αντιμετωπίζεται ως «ατομική αξία» και μετατρέπεται σε εμπόρευμα. Λόγω αυτής της ανισότητας στον καπιταλισμό η έννοια της Δημόσιας υγείας δεν ταυτίζεται με την έννοια της Λαϊκής υγείας, καθώς η πρώτη εκφράζει το επίπεδο της υγείας του συνόλου της κοινωνίας ενώ η δεύτερη των λαϊκών στρωμάτων.  

Αντίθετα στο σοσιαλισμό, όπου η υγεία αποτελεί δικαίωμα του κάθε ανθρώπου και η εξασφάλισή της έναν από τους σημαντικότερους σκοπούς της   κοινωνίας και του κράτους, «η ικανότητα για εργασία και κοινωνική δραστηριότητα» συνδέεται με την καλύτερη ποιότητα ζωής. Η υγεία του ατόμου εκλαμβάνεται στη διαλεκτική της σχέση με την υγεία της κοινωνικής ομάδας. Είναι ισότιμη για όλους και οι έννοιες της Δημόσιας και Λαϊκής υγείας ταυτίζονται ή τείνουν να ταυτιστούν.

Σήμερα, κάτω από το συγκεκριμένο συσχετισμό, η ιδεολογική επίθεση από τις κυρίαρχες δυνάμεις είναι σκληρή, καθώς η ιδεολογική θεώρηση αποτελεί το «δικαιολογητικό» υπόβαθρο για την οικοδόμηση της αντιλαϊκής πολιτικής υγείας, της αντιδραστικής κατεύθυνσης της έρευνας και της εκπαίδευσης στις σχετικές επιστήμες. Γι’ αυτό είναι ανάγκη και εμείς να βαθύνουμε αλλά και να οργανώσουμε καλύτερα τη δική μας ιδεολογική αντεπίθεση, η οποία με τη δύναμη της υπεροχής της μπορεί να αποτελέσει κίνητρο και όπλο για το λαϊκό κίνημα σε όφελος της υγείας των πλατιών λαϊκών στρωμάτων.

 

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΕΠΗΡΕΑΖΟΥΝ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ

α) Τα βιολογικά χαρακτηριστικά του κάθε ανθρώπου τα οποία διαμορφώνονται στη βάση του κληρονομικού υποστρώματος και των επίκτητων ιδιοτήτων, π.χ. μία κληρονομική ασθένεια, ένα παθολογικό γονίδιο, μία αναπηρία.

β) Το περιβάλλον, το φυσικό και το τεχτητό, αυτό δηλαδή που δημιούργησε ο άνθρωπος μπορεί ανάλογα να έχει θετική ή αρνητική επίδραση στην υγεία του. Η ρύπανση του περιβάλλοντος με τοξικές ουσίες, πυρηνικές ή χημικές, η καταστροφή των δασών, οι ακτινοβολίες, σε επίπεδο μακροπεριβάλλοντος, καθώς και η υποβάθμιση της κατοικίας, της γειτονιάς, του σχολείου, της εργασίας, αποτελούν ισχυρούς νοσογόνους παράγοντες.

γ) Οι σχέσεις παραγωγής ή το κοινωνικό περιβάλλον αποτελεί τον τρίτο ισχυρό παράγοντα που επέδρασε και επιδρά στην υγεία, στη νοσολογία, αλλά και στην εξέλιξη του ανθρώπινου είδους.

Οι τρεις αυτοί παράγοντες με διαφορετικό μερίδιο ο καθένας την κάθε χρονική στιγμή, αλληλεπιδρούν και συμμετέχουν στη διαμόρφωση του επιπέδου της υγείας των ανθρώπων. Ο ρόλος του κοινωνικού περιβάλλοντος με την εξέλιξη του ανθρώπου αυξάνει όλο και περισσότερο, καθώς αυτό επιδρά και μεταβάλλει το φυσικό περιβάλλον αλλά και το βιολογικό υπόστρωμα (π.χ. τρύπα του όζοντος, καταστροφή των δασών, παρεμβάσεις στο DNA).

Πιο συγκεκριμένα για τις σχέσεις παραγωγής ή το κοινωνικό περιβάλλον.

Σήμερα αν και όλοι αποδέχονται ότι ο άνθρωπος είναι κατ' εξοχήν κοινωνικό ον, υπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις για το πώς και το πόσο το κοινωνικό περιβάλλον επιδρά στον άνθρωπο και στη συνείδησή του.

Με βάση τη διαλεκτική υλιστική θεώρηση οι σχέσεις παραγωγής που διαμορφώνουν το κοινωνικοοικονομικό σύστημα, τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά, τις κοινωνικές σχέσεις, επιδρούν και στο επίπεδο της υγείας, στη νοσολογία του ατόμου και της κοινωνίας.

Η εργασία όχι μόνο επιδρά στην υγεία του ανθρώπου, σωματική και ψυχική, αλλά αποτελεί το βασικότερο κριτήριο για τον προσδιορισμό της, ακριβώς γιατί αποτελεί τη διαδικασία με την οποία ο άνθρωπος κοινωνικοποιείται, συντηρεί τον εαυτό του και την οικογένειά του (και όχι μόνο), ενώ παράλληλα μέσω αυτής επιδρά και στο φυσικό περιβάλλον.

Είναι λοιπόν αυτονόητο γιατί η ανεργία αποτελεί τον κατ’ εξοχή κοινωνικό νοσογόνο παράγοντα, καθώς όχι μόνο αποστερεί από τον άνθρωπο τη δυνατότητα να ζήσει τον εαυτό του και την οικογένειά του, αλλά του στερεί την πραγματική ταυτότητά του ως ατόμου μέσα στην κοινωνία.

Στην ίδια λογική και σε ανάλογο βαθμό επιβαρύνουν την υγεία και η μερική απασχόληση καθώς και οι ελαστικές σχέσεις εργασίας, με τις οποίες οι καπιταλιστές επιχειρούν να μοιράσουν την ανεργία, να εντατικοποιήσουν τους ρυθμούς εργασίας, να αυξήσουν την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης. Αποδιοργανώνουν έτσι τη ζωή του εργαζόμενου, αυξάνουν την ανασφάλεια, μειώνουν τους μισθούς και τις συντάξεις, του στερούν τη δυνατότητα επιβίωσης.

Αλλά και οι συνθήκες εργασίας, παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της υγείας του, όχι μόνο γιατί ανάλογα με το πόσο κακές είναι προκαλούν σωματικά και διανοητικά επαγγελματικά νοσήματα και ατυχήματα, αλλά και γιατί ως καταναγκαστική και εκμεταλλευτική διαδικασία επιδρά και στην ψυχική κατάσταση του ανθρώπου. Υστερα από την αναγνώριση του επαγγελματικού κινδύνου, η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας με σχετική οδηγία της από τη δεκαετία του ’50, αναφέρεται στις Υπηρεσίες Ιατρικής της Εργασίας. Αργότερα τη δεκαετία του ’80 προσδιορίζεται και ο προληπτικός χαρακτήρας αυτής της υπηρεσίας, ως Υπηρεσία Προστασίας και Πρόληψης του Επαγγελματικού Κινδύνου. Το 1986 ο Γερμανός ψυχολόγος Η. Leymann, περιγράφοντας το σύνδρομο Mobbing που οφείλεται στην ψυχολογική βία στους εργασιακούς χώρους, είπε ότι αποτελεί το πλέον διαδεδομένο και λιγότερο γνωστό σύνδρομο της εποχής μας.

Η αρνητική επίδραση της φτώχειας και της κακής διατροφής δεν αμφισβητείται από κανέναν, ανεξάρτητα από τη στάση που κρατάει απέναντί τους σαν κοινωνικά φαινόμενα. Είναι αυτονόητο ότι μια φτωχή οικογένεια ή κοινωνική ομάδα δεν μπορεί να καλύψει, όχι τις διευρυνόμενες ανάγκες, αλλά ούτε τις στοιχειώδεις βιολογικές και κοινωνικές με αποτέλεσμα, όπου υπάρχει φτώχεια να υπάρχει και ανάλογη νοσηρότητα, θνησιμότητα και χαμηλή μέση διάρκεια ζωής.Το ίδιο ισχύει και για την κακή διατροφή. Μέχρι πριν μερικές δεκάδες χρόνια το πρόβλημα της διατροφής ήταν ποσοτικό. Ο υποσιτισμός μάστιζε κοινωνικές ομάδες, χώρες και λαούς ολόκληρους, έφθειρε τον οργανισμό και την υγεία τους. Σήμερα, χωρίς να έχει εκλείψει το φαινόμενο του υποσιτισμού, αντίθετα τα στοιχεία δείχνουν ότι επεκτείνεται και διευρύνεται σε κοινωνικές ομάδες και χώρες (πρώην σοσιαλιστικές), υπάρχει και μεγαλώνει το πρόβλημα της ποιότητας της διατροφής. Τα μεταλλαγμένα προϊόντα, ζωικά και φυτικά, απειλούν όχι μόνο την υγεία του ανθρώπου, αλλά και την ισορροπία της ζωής πάνω στον πλανήτη. Ταυτόχρονα καταναλώνονται κακής ποιότητας τρόφιμα, με επιβλαβή υλικά, συντηρητικά, φάρμακα γρήγορης ωρίμανσης, χρωστικές ουσίες κλπ., τα οποία ενοχοποιούνται για πολλές ασθένειες. Και τα πρώτα και τα δεύτερα οφείλονται στην κερδοσκοπία του κεφαλαίου, ύστερα από την τεράστια ανάπτυξη της βιομηχανίας των τροφίμων και μάλιστα στο όνομα της ανάπτυξης και της καταπολέμησης της φτώχειας (!!!) στον πλανήτη.

Οι διασκέψεις στο Γιοχάνεσμπουργκ, στο Κιότο και όχι μόνο, δεν μπόρεσαν να κρύψουν το ρόλο των κυρίαρχων καπιταλιστικών κρατών, ιδιαίτερα των ΗΠΑ. Ο έλεγχος της ποιότητας των τροφίμων σε αυτό το σύστημα είναι αδύνατος. Οι υπηρεσίες που έχουν δημιουργήσει τα αστικά κράτη σε τοπικό και διεθνές επίπεδο είναι αφερέγγυες, ανεπαρκείς, ελεγχόμενες, με επιλεκτικά προσδιορισμένους δείκτες ελέγχου ανώδυνους για το κεφάλαιο, όπως π.χ. ο Ενιαίος Φορέας Ελέγχου Τροφίμων (ΕΦΕΤ) ή το σύστημα HACCP (ανάλυση κινδύνων και κρίσιμα σημεία ελέγχου). Το πρόβλημα είναι πολιτικό, δεν είναι τεχνοκρατικό.

Εκτός από τους παράγοντες αυτούς σοβαρό ρόλο στην πρόληψη αποκατάσταση και ανάπτυξη της υγείας παίζουν και οι κοινωνικές υποδομές, όπως η ύδρευση, η αποχέτευση, η διαχείριση σκουπιδιών και αποβλήτων, οι συγκοινωνίες, η ηλεκτροδότηση κλπ., οι οποίες διαμορφώνουν και τους ανάλογους όρους υγιεινής διαβίωσης. Η ανάπτυξη π.χ. στη χώρα μας αυτών των υπηρεσιών στα μέσα του περασμένου αιώνα, συνέβαλε ουσιαστικά στην καταπολέμηση της φυματίωσης και άλλων μολυσματικών ασθενειών. Επί πλέον η παιδεία ως περιεχόμενο και τα σχολεία ως υποδομή, ο πολιτισμός, ο αθλητισμός, υπηρεσίες υγιεινής και πρόνοιας, υπηρεσίες για το παιδί, τη γυναίκα στην παραγωγική ηλικία, τους υπερήλικες, τα άτομα με ειδικές ανάγκες, επηρεάζουν ουσιαστικά το επίπεδο της λαϊκής υγείας.

Το σύστημα υγείας και η αγωγή υγείας, ανάλογα με τους στόχους, τη δομή και τη λειτουργία τους, συμβάλλουν στο επίπεδο της λαϊκής υγείας. Πιο συγκεκριμένα, στο βαθμό που ο στόχος του συστήματος υγείας είναι η κάλυψη όλων των κοινωνικών αναγκών, σε όλες τις γεωγραφικές περιφέρειες και κοινωνικές ομάδες, στο βαθμό που έχει κοινωνικό χαρακτήρα, το επίπεδο της υγείας τείνει να είναι ισότιμο και υψηλό, τόσο όσο επιτρέπει η επιστήμη, η τεχνολογία και η ανάπτυξη της δοσμένης κοινωνίας. Αντίθετα, όταν το σύστημα έχει εμπορευματικό χαρακτήρα, το επίπεδο της υγείας παρουσιάζει τεράστιες διαφορές μεταξύ των κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων, καθώς και των γεωγραφικών περιοχών.

Το ίδιο και η αγωγή υγείας, μπορεί να επιδράσει στην προσωπική στάση ζωής, να συμβάλει στη συνειδητή συμμετοχή του κάθε ανθρώπου, όχι μόνο στην προστασία της δικής του υγείας, αλλά και του κοινωνικού συνόλου.

Αυτό όμως προϋποθέτει το περιεχόμενο να μην είναι ευκαιριακό, αποσπασματικό, επιδιορθωτικό σε μια καταστρεπτική ανθυγιεινή πολιτική, αλλά να δίνει τη συνολική διάσταση του προβλήματος της υγείας, να πείθει για την αποτελεσματικότητά του σαν μέρος μιας συνολικότερης κοινωνικής προσπάθειας. Αλλά οι παράγοντες αυτοί καθώς και άλλοι που δε χωρούν σε αυτό το άρθρο, είναι άρρηκτα δεμένοι με τον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας με τους στόχους της κυρίαρχης ιδεολογίας και πολιτικής. Γι’ αυτό το θέμα της υγείας είναι καθαρά πολιτικό και στην ταξική κοινωνία, η υγεία έχει ταξικά χαρακτηριστικά.

 

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ

Στην ταξική κοινωνία η υγεία στην πράξη δεν αντιμετωπίζεται ως πρωταρχικό δικαίωμα του κάθε ανθρώπου, αλλά στη βάση των κυρίαρχων σχέσεων παραγωγής. Το όριο της ικανότητας για εργασία στους εργαζόμενους προσδιορίζεται από την ανοχή του καπιταλιστικού κέρδους και διευρύνεται μέχρι εξαντλήσεώς τους.

Ο Μαρξ, στην «Πάλη για την κανονική εργάσιμη ημέρα» τόνιζε: «Το κεφάλαιο σφετερίζεται το χρόνο που είναι απαραίτητος για την ανάπτυξη, την εξέλιξη και τη διατήρηση της υγείας… Αντί τα όρια της εργάσιμης ημέρας να τα καθορίζει η φυσιολογική συντήρηση της εργατικής δύναμης, αντίστροφα η μεγαλύτερη δυνατή ημερήσια κατανάλωση της εργατικής δύναμης -όσο νοσηρά βίαιη και επίμονη και αν είναι η κατανάλωση αυτή- καθορίζει τα όρια και το χρόνο ανάπαυσης του εργάτη. Το κεφάλαιο δεν ρωτάει πόσο διαρκεί η ζωή της εργατικής δύναμης. Αυτό που το ενδιαφέρει είναι αποκλειστικά και μόνο το ανώτατο όριο της εργατικής δύναμης που μπορεί να ρευστοποιηθεί μέσα σε μια εργάσιμη μέρα… όπως ένας άπληστος γεωργός πετυχαίνει μια μεγαλύτερη απόδοση του εδάφους καταληστεύοντας τη γονιμότητά του»[1].

Ο εργαζόμενος στον καπιταλισμό προσβάλλεται διπλά, πρώτον γιατί εκτίθεται στους επαγγελματικούς και λοιπούς κοινωνικούς κινδύνους και επιβαρύνει την υγεία του και δεύτερον γιατί οι δυνατότητες αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης είναι περιορισμένες. Αδυνατεί έτσι όχι μόνο να εξασφαλίσει τη βιολογική, πνευματική και ψυχολογική συντήρηση και ανάπτυξη της οικογένειάς του και ιδιαίτερα των παιδιών του, αλλά και να αποκαταστήσει, να γιατρέψει όπως λέει ο λαός, την υγεία τους.

Τα ημερομίσθια, οι μισθοί, οι συντάξεις, αλλά και οι λοιπές κοινωνικές παροχές δεν επαρκούν. Οι συνθήκες εργασίας, από κακές έως απαράδεκτες, βελτιώνονται στο βαθμό που επιτρέπει η ανταγωνιστικότητα της επιχείρησης και επιβάλουν οι αγώνες των εργαζομένων. Οι άδειες ανάπαυσης είναι περιορισμένες, η συνταξιοδότηση λόγω επαγγελματικής νόσου δίνεται όταν τα ποσοστά αναπηρίας είναι σε βαθμό αχρήστευσης του εργαζόμενου, η ηλικία για σύνταξη μεγαλώνει και πλησιάζει το μέσο όρο ζωής. Παράλληλα δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που ο ίδιος ο εργαζόμενος αναγκάζεται να αποκρύψει την επιβάρυνση της υγείας του για να μην απολυθεί.

Η νοσηρότητα, η θνησιμότητα, η νεογνική θνησιμότητα, δείκτες με τους οποίους μετριέται το επίπεδο της Δημόσιας υγείας είναι αυξημένοι στα φτωχά λαϊκά στρώματα, στους μετανάστες, στις εξαθλιωμένες και περιθωριοποιημένες κοινωνικές ομάδες. Ο μέσος όρος ζωής είναι χαμηλότερος.

Η αστική τάξη αντιμετωπίζει και αυτό το πανανθρώπινο δικαίωμα της υγείας, με τα δικά της ηθικά και δεοντολογικά ταξικά κριτήρια. Η προσέγγιση της υγείας, ως «ατομική αξία», ξεκομμένη από την κοινωνική της βάση, αποτελεί το υπόβαθρο για τη διαμόρφωση της γενικότερης κοινωνικής πολιτικής και της πολιτικής υγείας στο καπιταλιστικό σύστημα. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), διακρατικοί και κρατικοί φορείς και οργανισμοί, ιδιαίτερα κάτω από το σημερινό συσχετισμό, οικοδομούν τις θεωρητικές επεξεργασίες και τα προγράμματά τους στη λογική της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Στενεύουν έτσι και διαστρεβλώνουν το περιεχόμενο της έννοιας της υγείας, συσκοτίζουν ή αποκρύπτουν όπου είναι δυνατόν τις αιτίες που την επιβαρύνουν, αποδίδουν την ευθύνη για την προστασία της στο κάθε άτομο ξεχωριστά ή στην οικογένειά του. Διευκολύνουν τα αστικά κράτη να υποβαθμίζουν τις δικές τους ευθύνες, να ελαχιστοποιούν τις παροχές και τα μέτρα προστασίας της Δημόσιας και ιδιαίτερα της λαϊκής υγείας, να μεταθέτουν το βάρος της χρηματοδότησης στους εργαζόμενους.

Τα συστήματα υγείας στον καπιταλισμό είναι δομημένα και λειτουργούν κύρια σε θεραπευτική κατεύθυνση. Η πρόληψη, τόσο η πρωτογενής που στοχεύει στην ενίσχυση του οργανισμού ή στην εξάλειψη των παραγόντων που επιβαρύνουν την υγεία, όσο και η δευτερογενής που στοχεύει στην πρώιμη διάγνωση και θεραπεία αναπτύσσεται στη λογική του κόστους-οφέλους. Στη λογική, δηλαδή, του τί συμφέρει περισσότερο το κράτος ή τον επιχειρηματία. Να χρηματοδοτήσει την πρόληψη ή τη θεραπεία, στο επίπεδο πάντα που επιτρέπει το κεφάλαιο.

Στο σημερινό ιμπεριαλιστικό στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού, τα νοσογόνα κοινωνικά φαινόμενα που προαναφέραμε οξύνονται, διευρύνονται και παίρνουν ορισμένα καινούργια χαρακτηριστικά. Οι συνέπειες της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου, όπως οι πόλεμοι, τα πυρηνικά και βιολογικά όπλα, ο έλεγχος της έρευνας από το κεφάλαιο, τα μεταλλαγμένα προϊόντα, η εξάπλωση της εμπορίας των ναρκωτικών κλπ. αποτελούν απειλή για όλο τον πλανήτη.

Ο ιμπεριαλισμός παγκοσμιοποίησε σε μεγάλο βαθμό και το πρόβλημα της Δημόσιας Υγείας, με την έννοια ότι οι νοσογόνοι παράγοντες, μολυσματικοί, τοξικοί και κοινωνικοί διασπείρονται άμεσα και επικίνδυνα. Οσο και αν οι διαφορές στο επίπεδο της υγείας μεταξύ χωρών και τάξεων είναι μεγάλες, ούτε οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, ούτε η αστική τάξη μπορούν να μπουν σε καραντίνα, να προστατευτούν ή να υπάρξουν, όσο οι υποανάπτυκτες χώρες και η εργατική τάξη θα εξαθλιώνονται και ο πλανήτης θα καταστρέφεται. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που οι ΗΠΑ και η ΕΕ «νοιάζονται» για τα προβλήματα υγείας του λεγόμενου τρίτου κόσμου. Το πρόβλημα του AIDS δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί στην Ευρώπη ή στην Αμερική όσο σε αρκετές χώρες της Αφρικής και της Ασίας - ο ένας στους πέντε ανθρώπους είναι φορέας. Εξ ίσου παγκόσμια διάσταση έχουν και τα προβλήματα της μόλυνσης του περιβάλλοντος με πυρηνικά και τοξικά απόβλητα, των μεταλλαγμένων προϊόντων, των φυτοφαρμάκων, της ατμόσφαιρας, των ειδικών λοιμώξεων κλπ. Η νέα αυτή διάσταση του προβλήματος επιβάλει και νέα μέτρα ανάπτυξης και συντονισμού των αγώνων σε τοπικό και διεθνές επίπεδο.

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα αποτελεί νοσογόνο παράγοντα, αφού στηρίζεται στην εκμετάλλευση της εργασίας, αφού γεννάει τη φτώχεια, την ανεργία, την ανασφάλεια, αφού επιβάλλει χαμηλές κοινωνικές παροχές, αφού η βασική κοινωνική αιτία της νόσου, οι εκμεταλλευτικές σχέσεις εργασίας, αποτελούν το δομικό στοιχείο της ύπαρξής του. Η λαϊκή υγεία και το καπιταλιστικό σύστημα είναι έννοιες ανταγωνιστικές, ασυμβίβαστες. Οσα μέτρα υποχρεώνεται να πάρει η άρχουσα τάξη είναι αποσπασματικά, επιδιορθωτικά, αντιφατικά, με στόχο να αμβλύνει τις ίδιες τις εσωτερικές αντιφάσεις του συστήματος και σε αυτό το θέμα της προστασίας της υγείας.

 

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ

Ισχύουν στο ακέραιο και για τη χώρα μας όλα όσα προαναφέραμε σχετικά με την υγεία των λαϊκών στρωμάτων στον καπιταλισμό.

Το κλίμα, η ηλιοφάνεια, η μεσογειακή διατροφή στη χώρα μας, οι πολιτισμικές μας παραδόσεις, αλλά κύρια οι αγωνιστικές παραδόσεις του λαού μας, οι οποίες επέβαλαν κάποιες κατακτήσεις σε κοινωνικές υποδομές, όπως η Κοινωνική Ασφάλιση, το ΙΚΑ, το ΠΙΚΠΑ, ο Δημόσιος τομέας υγείας κλπ. είχαν θετική επίδραση στη Δημόσια και Λαϊκή υγεία.

Δεν άλλαξαν όμως τη γενικότερη κατάσταση. Η υγεία των λαϊκών στρωμάτων στη χώρα μας είναι εκτεθειμένη στους ίδιους κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς νοσογόνους παράγοντες που προαναφέραμε. Είναι πίσω από τις δυνατότητες που παρέχει το σημερινό επίπεδο της επιστήμης, της τεχνολογίας και της οικονομικής ανάπτυξης. Η κατάσταση χειροτερεύει γιατί τόσο με τη διακυβέρνηση της ΝΔ, όσο και με το ΠΑΣΟΚ, προωθήθηκαν με γρήγορους ρυθμούς οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, οι οποίες στοχεύουν στην ακόμα μεγαλύτερη εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, στη συρρίκνωση ή ακύρωση κοινωνικών κατακτήσεων.

Σοβαρό πρόβλημα στη χώρα μας αποτελούν τα επαγγελματικά νοσήματα και τα εργατικά ατυχήματα, καθώς δεν έχει εφαρμοστεί ούτε καν η νομοθεσία της ΕΕ που είναι πιο προωθημένη στον τομέα αυτό στα πλαίσια πάντα που επιτρέπει το κεφάλαιο. Τα επαγγελματικά νοσήματα όχι μόνο δεν αντιμετωπίζονται ως τέτια, αλλά ούτε καταγράφονται. Μόνο το ΙΚΑ έχει αναγνωρίσει τα 52 από τα 72 που αναγνωρίζονται στην ΕΕ. Το ελληνικό κράτος, ενώ έχει θεσμοθετήσει τον επαγγελματικό κίνδυνο σαν εργοδοτική ασφαλιστική υποχρέωση από το 1951, ούτε γενίκευσε το μέτρο (ισχύει μόνο για το ΙΚΑ και τη βιομηχανική περιοχή της Αττικής) ούτε εξασφάλισε ένα γενικότερο ασφαλιστικό μηχανισμό αποτροπής των επαγγελματικών ασθενειών και εργατικών ατυχημάτων. Στην πράξη οι Υπηρεσίες Προστασίας και Πρόληψης του Επαγγελματικού κινδύνου (επιτροπές Υγιεινής και Ασφάλειας, ιδιωτικά εργαστήρια ΕΞΥΠΠ κλπ.) και ως προς τους στόχους και ως προς την υποδομή λειτουργούν για το συμφέρον των επιχειρηματιών και του κεφαλαίου. Οι γιατροί εργασίας και οι λοιπές υποδομές είναι ποσοτικά και ποιοτικά ελλειμματικές. Από τους χίλιους οκτακόσιους (1800) περίπου γιατρούς εργασίας που χρειάζονται στη χώρα μας, σύμφωνα με τους υπολογισμούς ειδικών φορέων στα πλαίσια της πολιτικής του συστήματος υπάρχουν περίπου πενήντα (50). Η εκπαίδευση των φοιτητών, η βασική και εφαρμοσμένη έρευνα στον τομέα αυτό είναι υποτυπώδης.

Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ) μέσα από την οποία παρέχεται η πρόληψη και η εξωνοσοκομειακή περίθαλψη και φροντίδα, ανεπαρκής, εμπορευματοποιημένη και ελλειμματική ως υποδομή και περιεχόμενο, βρίσκεται πολύ πίσω από τις ανάγκες των λαϊκών στρωμάτων. Ιδιαίτερα το σκέλος της πρόληψης. Από τα διακόσια (200) περίπου Κέντρα Υγείας στις αστικές περιοχές, που είχαν θεσμοθετηθεί το 1983, υλοποιήθηκαν γύρω στα δέκα (10), ενώ από τότε άνοιξαν εκατοντάδες ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα. Οσον αφορά δε τα αγροτικού τύπου, πέρα από το ότι είναι ποσοτικά ανεπαρκή, υποβαθμίστηκαν και λειτουργικά, έτσι που σε καμία περίπτωση δεν καλύπτουν τις ανάγκες του αγροτικού πληθυσμού. Βασικές ειδικότητες όπως κοινωνικοί γιατροί, νοσηλευτές, κοινωνικοί λειτουργοί, ψυχολόγοι, επόπτες υγείας κλπ. δεν επαρκούν να καλύψουν ούτε τις ανάγκες της εφαρμοζόμενης στενής και αντιλαϊκής πολιτικής.

Τα προγράμματα εμβολιασμού των παιδιών και ειδικών ομάδων, ο προγεννητικός έλεγχος στις γυναίκες, δεν καλύπτουν το σύνολο του πληθυσμού ούτε όλο το φάσμα των αναγκαίων εξετάσεων και μέτρων. Ιδιαίτερα, φτωχά λαϊκά στρώματα, αγροτικές περιοχές, μετανάστες μένουν σχεδόν ακάλυπτοι. Προγράμματα πρόληψης χρόνιων νοσημάτων, καρκίνου, καρδιαγγειακών παθήσεων κλπ. είναι σχεδόν ανύπαρκτα.

Η ηπατίτιδα, τα ναρκωτικά, τα ψυχικά νοσήματα ιδιαίτερα στις γυναίκες και τη νεολαία, ορισμένα κληρονομικά νοσήματα, οι καρκίνοι σε ορισμένες επιβαρημένες λαϊκές περιοχές εμφανίζονται με αυξημένη εξάπλωση.

Η σχολιατρική υπηρεσία, η οποία θα μπορούσε να ασκήσει θετική επίδραση στην υγεία του παιδικού πληθυσμού -παρ’ ότι έχει θεσμοθετηθεί- δεν έχει ακόμα εφαρμοστεί. Ετσι μαθησιακά προβλήματα, αλλά και άλλα προβλήματα υγείας θα μπορούσαν να είχαν προληφθεί ή θεραπευτεί στο μαθητικό πληθυσμό. Η αγωγή υγείας στη νεολαία μας είναι ελλειμματική και διαστρεβλωμένη, τέτια που, πέρα από τα αποσπασματικά και αναποτελεσματικά μέτρα που προτείνει σαν στάση υγιεινής ζωής, συμβάλλει στη συντήρηση και αναπαραγωγή της κρατούσας ιδεολογικής και πολιτικής αντίληψης για την υγεία και όχι μόνο.

Οι υπηρεσίες κοινωνικής πολιτικής και πρόνοιας υποβαθμισμένες και ανεπαρκείς, εμπορευματοποιούνται ή λειτουργούν στη λογική της ελεημοσύνης. Τα άτομα με ειδικές ανάγκες εγκαταλειμμένα στις «πλάτες» της οικογένειας και στο έλεος της πληρωμένης φιλανθρωπίας δεν μπορούν ούτε καν να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες που έχουν. Τα άτομα της τρίτης ηλικίας ωθούνται στο μαρασμό, με συντάξεις πείνας και ανεπαρκή ιατροφαρμακευτική και κοινωνική κάλυψη.

Οι υποδομές για μαζικό λαϊκό αθλητισμό, στα σχολεία, στις γειτονιές, στην πόλη και στο χωριό, είναι ελάχιστες έως ανύπαρκτες, όσες δε υπάρχουν όσο πάνε και εμπορευματοποιούνται.

Το καπιταλιστικό κράτος στη χώρα μας με την αγαστή συναίνεση των αστικών κομμάτων αποποιείται την όποια ευθύνη για την υγεία. Στα πλαίσια αυτά όλο και πιο πολύ ιδιωτικοποιεί και εμπορευματοποιεί το σύστημα Υγείας - Πρόνοιας και Ασφάλισης στο σύνολό του. Μεταθέτει τη χρηματοδότηση στους εργαζόμενους, μειώνοντας σταθερά τη συμμετοχή του καθώς και τη συμμετοχή των εργοδοτών.

Οπως φαίνεται και από τους προϋπολογισμούς διαθέτουμε το χαμηλότερο ποσοστό επί του ΑΕΠ από όλες τις χώρες της ΕΕ για την Υγεία-Πρόνοια, ενώ αυξάνονται συνεχώς οι ιδιωτικές δαπάνες, οι οποίες έχουν φτάσει στο 44% του συνόλου των δαπανών.

Στο ιδεολογικό επίπεδο οι αστοί έχουν αναγάγει το «ατομικό δικαίωμα στην υγεία», την «ατομική ευθύνη του ασθενούς», την «ελεύθερη επιλογή γιατρού και νοσηλευτηρίου», σε ύψιστες αρχές προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ολα αυτά όμως χάνουν το νόημά τους, όταν η ελεύθερη επιλογή ή το δικαίωμα του ασθενούς για ένα κρεβάτι στραγγαλίζεται από την έλλειψη των αναγκαίων χρημάτων ή στριμώχνεται στο ράντζο κάποιου βρώμικου διαδρόμου ή, στην καλλίτερη περίπτωση, εξαργυρώνεται με ένα χοντρό φακελάκι. Αν δε, πρόκειται για κάποιο λαθρομετανάστη, ανασφάλιστο ή εξαθλιωμένο του λεγόμενου περιθωρίου, που δεν μπορεί να το πληρώσει, ξεψυχάει έξω από την πόρτα του Νοσοκομείου. Τότε αναλαμβάνει το ρόλο της η πληρωμένη φιλανθρωπία, αφού πίσω της κρύβονται ένοχα προγράμματα και κάθε είδους ανταλλάγματα.

Η υγεία έχει γίνει εμπόρευμα και μάλιστα κερδοφόρο για την ανάπτυξη και συγκέντρωση του κεφαλαίου. Η αποστέωση του χαρακτήρα της υγείας από κάθε κοινωνικό χαρακτηριστικό της, η επιβολή του νόμου της αγοράς στις υπηρεσίες υγείας, η ατομική ευθύνη, καλλιεργούνται με κάθε τρόπο από το κράτος, τους πολιτειακούς φορείς, τα ΜΜΕ κλπ.

Η άρχουσα τάξη στη χώρα μας, αποκόβοντας τη Δημόσια και Λαϊκή υγεία από την κοινωνική της βάση και τους κοινωνικούς παράγοντες που την επηρεάζουν (φτώχια, ανεργία κλπ.), στενεύει την έννοιά της σε ορισμένες αποσπασματικές δράσεις, όπως στους εμβολιασμούς, στην αντιμετώπιση ειδικών λοιμώξεων, επιλεκτικούς και αναποτελεσματικούς ελέγχους τροφίμων, κάποιες καμπάνιες για το κάπνισμα και τα ναρκωτικά, και κάποιες άλλες ανώδυνες ή και επωφελείς για το σύστημα δράσεις. Παράλληλα υποβαθμίζει και προσαρμόζει τη Δημόσια υγεία ως οργανωτικό και λειτουργικό σύστημα υπηρεσιών και υποστηρικτικών κοινωνικών υπηρεσιών, στο μέτρο αυτών των αναγκών. Σε καμία περίπτωση πάντως δεν αντιμετωπίζει το θέμα της Δημόσιας υγείας στη σφαιρικότητά του, δεν καλύπτει τις τεράστιες ανάγκες υγείας των λαϊκών στρωμάτων.

Δεν πρόκειται για λαθεμένη αντίληψη. Πρόκειται για επιλογή. Ολη αυτή η λογική έχει αποτυπωθεί και στο νομοθετικό πλαίσιο για την ανάπτυξη και λειτουργία του Δημόσιου και επιχειρηματικού τομέα υγείας. Αποτυπώνεται και στον πρόσφατο νόμο για τη Δημόσια υγεία που ψήφισε η κυβέρνηση στα πλαίσια των αναδιαρθρώσεων.

Συμπερασματικά, η κυβέρνηση σήμερα, αλλά και τα κόμματα που στηρίζουν το καπιταλιστικό σύστημα, μέσα σε συνθήκες όξυνσης των κοινωνικών προβλημάτων και επιβάρυνσης της λαϊκής υγείας, προσπαθούν να διαχειριστούν την κατάσταση της Δημόσιας υγείας μέσα στα όρια και τη λογική του συστήματος.

Να λύσουν ορισμένα στοιχειώδη προβλήματα στο μέτρο που βοηθούν στη συντήρηση του αστικού κράτους.

Να ελέγξουν εκρηκτικές και οξείες καταστάσεις όπως π.χ. επιδημίες, AIDS, νόσο τρελών αγελάδων, SARS, δημιουργώντας ευκαιριακά και με ημερομηνία λήξης προγράμματα πρόληψης.

Να διαχειριστούν και να αξιοποιήσουν τα όποια στοιχειώδη μέτρα ελέγχου και προστασίας της Δημόσιας Υγείας στη λογική της αγοράς.

Να αμβλύνουν εντάσεις και αντιδράσεις των λαϊκών στρωμάτων και των οργανώσεών τους.

 

Η ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΣΑΝ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟ ΚΑΙ ΣΟΒΑΡΟ ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

Δεν είναι στις προθέσεις αυτού του άρθρου να αναπτύξει το μεγάλο αυτό θέμα σε όλη του τη διάσταση. Επιχειρεί μόνο να δώσει το γενικό πλαίσιο και το εύρος του προβλήματος.

Εχουμε ήδη αναφερθεί σε μια σειρά νοσογόνους κοινωνικούς παράγοντες, ιδιαίτερα στο εκμεταλλευτικό καπιταλιστικό σύστημα, που επιδρούν και διαταράσσουν την ψυχική ισορροπία του ανθρώπου και ιδιαίτερα των λαϊκών στρωμάτων.

Σήμερα είναι γενικά παραδεκτό ότι και στη χώρα μας υπάρχει μεγάλη νοσηρότητα σε ψυχικές νόσους, του γενικού πληθυσμού και ιδιαίτερων τμημάτων όπως της νεολαίας, των γυναικών, των ηλικιωμένων, των φτωχών λαϊκών στρωμάτων κλπ., η οποία εκφράζεται και με τη μεγάλη κατανάλωση ανάλογων φαρμάκων. Επί πλέον, πλήθος σωματικών ασθενειών οφείλονται ή εκδηλώνονται πίσω από ψυχικές νόσους ή απλά ψυχολογικά προβλήματα, έτσι που αν τολμούσαμε να συμπληρώσουμε το «νους υγιής σε σώμα υγιές» με το «και σώμα υγιές σε νου υγιή», θα είμαστε νομίζω μέσα στην αλήθεια.

Η εξάπλωση των ναρκωτικών έχει πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, η ηλικία έναρξης της χρήσης όλο και κατεβαίνει, έχει φτάσει μέχρι τα δώδεκα χρόνια. Οι θεραπευτικές κοινότητες οι οποίες σήμερα αποτελούν δομές μέσα από τις οποίες αντιμετωπίζεται η θεραπεία της εξάρτησης από τα ναρκωτικά είναι εγκληματικά ανεπαρκείς, ενώ διευρύνεται η διαχείριση της κατάστασης με τα υποκατάστατα ακόμα και μέσα από τα δημόσια νοσοκομεία.

Σημαντική πλευρά της κατάστασης της λαϊκής υγείας αποτελούν τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας της νεολαίας και του ενήλικου πληθυσμού, σαν ενεργών ατόμων, έτσι ώστε να είναι ικανά, σύμφωνα με τον ορισμό της υγείας, όχι μόνο για εργασία αλλά και για πλήρη κοινωνική δραστηριότητα.

Το αστικό κράτος επιτρέπει και ενισχύει κάθε δραστηριότητα που το στηρίζει. Ανέχεται όποια δραστηριότητα μπορεί να εξουδετερώσει και επιχειρεί να απαγορεύσει όποια το αμφισβητεί και πολύ περισσότερο το απειλεί. Ισχυροί μηχανισμοί του εποικοδομήματος, όπως παιδεία, εκκλησία, πολιτισμός ΜΜΕ κλπ. επιδιώκουν να διαμορφώσουν άτομα είτε που συμφωνούν και το στηρίζουν είτε φοβισμένα, ανασφαλή, εξαρτημένα και απαθή έτοιμα να συμβιβαστούν μαζί του, να επιβάλουν σαν αξίες ζωής τον ατομισμό, τον εγωισμό, τον ανταγωνισμό, χαρακτηριστικά τα οποία διαστρεβλώνουν την προσωπικότητα και αποτελούν εύφορο υπόστρωμα για νοσηρές καταστάσεις. Η εξάπλωση των ναρκωτικών, η βία και η εγκληματικότητα βρίσκουν έδαφος στις ευάλωτες προσωπικότητες της νεολαίας, ενώ παράλληλα εκφράζουν και την κατάσταση της ψυχικής υγείας.

Αντίθετα η αισιόδοξη, ενεργητική και αγωνιστική στάση ζωής απέναντι σε όλα αυτά τα φαινόμενα, το όραμα και ο στόχος για μια καλύτερη κοινωνία στις αρχές της ισότητας, του αλτρουισμού, της συλλογικότητας, της ενεργητικής συμμετοχής, δημιουργούν προϋποθέσεις για ολόπλευρη ανάπτυξη του ανθρώπου και της κοινότητας, για ψυχική ευεξία και καλή υγεία.

Το καπιταλιστικό σύστημα δεν καταστρέφει μόνο τη σωματική, διανοητική και ψυχική υγεία των λαϊκών στρωμάτων, σαν επακόλουθο της ίδιας της δομής του. Επιδιώκει συνειδητά να δημιουργεί ανασφαλείς και εξαρτημένες προσωπικότητες απαραίτητες για τη διατήρησή του στην εξουσία.

Ο καπιταλισμός και πολύ περισσότερο ο ιμπεριαλισμός, όχι μόνο δεν μπορούν να δώσουν λύση στο πρόβλημα της Δημόσιας και Λαϊκής Υγείας, αλλά όσο οξύνονται οι αντιθέσεις τους το επεκτείνουν.

Η θεωρητική προσέγγιση της υγείας στη μαρξιστική ιδεολογία, αλλά και η εμπειρία του σοσιαλισμού του 20ού αιώνα, αυτού που κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες ανετράπη και αυτού που εξακολουθεί σε αντίξοες συνθήκες να υπάρχει, με φωτεινό παράδειγμα την Κούβα, αναδεικνύουν την άλλη διάσταση της έννοιας της υγείας, ως κοινωνικό αγαθό και δικαίωμα του κάθε ανθρώπου.

Η πρότασή μας για λαϊκή οικονομία και λαϊκή εξουσία απαντά ουσιαστικά και στο πρόβλημα της Δημόσιας και Λαϊκής Υγείας, καθώς θα επιφέρει ριζικές αλλαγές στη δομή του κοινωνικού συστήματος, θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για βαθμιαία και σταθερή εξάλειψη των κοινωνικών προβλημάτων που γεννούν τις αρρώστιες, θα αυξήσει τις κοινωνικές παροχές, θα δημιουργήσει τις υποδομές για ένα Ενιαίο Δημόσιο, Δωρεάν Σύστημα Υγείας, Πρόνοιας και Ασφάλισης, στόχος του οποίου θα είναι η πρόληψη, η αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας, καθώς και η προαγωγή της σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Καρλ Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 1, έκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

Συλλογικό: «Διαλεκτική της ζωντανής φύσης», κεφ. 10, έκδ. «Σύγχρονη Επιστήμη», Αθήνα 1965.

Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια.

Κ. Κρεμελή: «Το δικαίωμα για προστασία της υγείας».

Αρθρο, Σπύρου Δρίβα: «Συγκριτική αναφορά για την επαγγελματική υγεία».  

 


Η Μαριάνθη Αλειφεροπούλου-Χαλβατζή είναι γιατρός, μέλος του Τμήματος Υγείας-Πρόνοιας της ΚΕ του ΚΚΕ.

[1] Καρλ Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 1, σελ. 278.