ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΣΥΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Τα ζητήματα της μόρφωσης και της παιδείας αποτελούν πεδίο έντονων ταξικών αγώνων και ιδεολογικοπολιτικών συγκρούσεων. Η ποιότητα της εκπαίδευσης, το ποια μόρφωση παρέχεται στα παιδιά του λαού μας συνδέεται άμεσα με το παρόν και το μέλλον, τη ζωή και τη διάπλαση της νέας γενιάς της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό, το ζήτημα της ουσιαστικής μόρφωσης της νέας γενιάς, της λαϊκής παιδείας αποτελεί για το ΚΚΕ ένα από τα βασικά μέτωπα συσπείρωσης και πάλης για την οικοδόμηση του Λαϊκού Μετώπου.

Προεκλογικά οι άλλες πολιτικές δυνάμεις προσπαθούν ν’ αποπροσανατολίσουν το λαό από τα κύρια προβλήματα της εκπαίδευσης, να συγκαλύψουν την ταξικότητά της, εκτοξεύοντας πυροτεχνήματα όπως η δήθεν ελεύθερη πρόσβαση στα ΑΕΙ - ΤΕΙ (δήλωση Κωνσταντόπουλου[1], «διαρροές» του προεκλογικού προγράμματος του ΠΑΣΟΚ στα ΜΜΕ[2]). Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ τσακώνονται για το ποιος αντιγράφει ποιον (βλ. ίδρυση κι αναγνώριση «μη κρατικών» πανεπιστημίων, «ολοήμερα» σχολεία, αξιολόγηση…), ενώ και οι δύο αντιγράφουν και υλοποιούν τις εντολές του ΣΕΒ και της Στρογγυλής Τράπεζας των Ευρωπαίων Βιομηχάνων, τις αποφάσεις της ΕΕ και τις εκθέσεις του ΟΟΣΑ.

Παρακάτω θ’ αναφερθούμε στις θέσεις του ΣΥΝ γύρω από τα φλέγοντα ζητήματα της εκπαιδευτικής πολιτικής, με βάση το κείμενό του για τη «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ».[3]

 

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Η εκπαιδευτική πρόταση του ΣΥΝ, η οποία συγκλίνει μ’ αυτή του δικομματισμού, οικοδομείται στο ιδεολογικό πλαίσιο του ρεφορμισμού για έναν «καλύτερο» καπιταλισμό. Αρνείται να παραδεχτεί ο ΣΥΝ ότι η βάση του εκπαιδευτικού προβλήματος βρίσκεται στην ίδια την ταξική διάρθρωση της κοινωνίας, η οποία καθορίζει και ενισχύει με το κράτος της τον ταξικό χαρακτήρα του σχολείου.

Στην εισαγωγή των θέσεων του ΣΥΝ[4] υιοθετούνται όλες οι αστικές, ρεφορμιστικές και μικροαστικές θεωρίες περί κοινωνικής συναίνεσης, περί αυτονομίας της εκπαίδευσης από οικονομία και κράτος, περί ρύθμισης της αγοράς η οποία κυριαρχεί παραμερίζοντας τάχα την πολιτική, περί Ευρωπαϊκής Ενωσης χειραφετημένης από τις ΗΠΑ, περί έλλειψης θεσμών συμμετοχής και διαλόγου.

Συνεπής με το παραπάνω ιδεολογικό πλαίσιο ο ΣΥΝ κατηγορεί την κυβέρνηση για προχειρότητα, αποσπασματικότητα, παλινωδίες, πειραματισμούς, συγκαλύπτοντας τους στόχους της πολιτικής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και στην εκπαίδευση, πολιτικής που προωθείται στο πλαίσιο της ΕΕ με τη σύμφωνη γνώμη των κομμάτων που τη στηρίζουν και υλοποιείται και στη χώρα μας με ευθύνη της ελληνικής κυβέρνησης.

Για να δικαιώσει τη γραμμή της συναίνεσης, ο ΣΥΝ διαγράφει από την ιστορία τους ταξικούς αγώνες των εργαζόμενων και την επίδραση των σοσιαλιστικών χωρών στις κατακτήσεις ισχυριζόμενος: «ταυτόχρονα το κοινωνικό κράτος που ήταν αποτέλεσμα ευρύτερων συναινέσεων εγκαταλείπεται».[5]

Από το κείμενο του ΣΥΝ απουσιάζει κάθε αναφορά στην ανάγκη ανάπτυξης αγώνων, σύγκρουσης, δημιουργίας Μετώπου για την ανατροπή της αντιεκπαιδευτικής πολιτικής. Αντίθετα βασικό μοτίβο των θέσεών του είναι ο διάλογος: «Ζητάμε άμεση έναρξη διαλόγου με τους αρμόδιους φορείς και τις πολιτικές δυνάμεις για τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου θεσμικού πλαισίου για την εκπαίδευση όλων των βαθμίδων…» [6]

Ας δούμε τώρα αναλυτικά τις θέσεις του ΣΥΝ σε 6 πρακτικά ζητήματα της εκπαιδευτικής πολιτικής και πώς αυτές συγκλίνουν με την πολιτική του δικομματισμού.

 

ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Ο ΣΥΝ τάσσεται υπέρ της συνύπαρξης δημόσιας και ιδιωτικής εκπαίδευσης, συστατικό στοιχείο της ταξικής παιδείας. Οι θέσεις του αναφέρουν: «Εξαιτίας σοβαρών προβλημάτων στην εκπαίδευση σήμερα, ευρύτερα κοινωνικά στρώματα επιλέγουν την ιδιωτική εκπαίδευση. Γι’ αυτό δεν είναι αποδεκτό να απορρίπτεται εκ των προτέρων κάθε πρωτοβουλία που σ’ ένα συγκεκριμένο πλαίσιο συνθηκών καλύπτει υπαρκτές κοινωνικές ανάγκες».[7] Και παρακάτω: «Φυσικά δεν είναι δυνατό να καλυφθούν όλες οι ανάγκες ούτε είναι σωστό να απορρίπτονται ιδιωτικές πρωτοβουλίες που καλύπτουν μορφωτικές ανάγκες και ειδικά όταν δεν υπάρχουν άλλες διέξοδοι από το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα».[8]

Τα ίδια προσχήματα, περί δήθεν κοινωνικών ή μορφωτικών αναγκών, που χρησιμοποιεί ο ΣΥΝ για να στηρίξει τη θέση του υπέρ της ιδιωτικής εκπαίδευσης, επικαλούνται ΠΑΣΟΚ και ΝΔ για να προβάλουν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, τα οποία υποκριτικά απορρίπτει, προς το παρόν, ο ΣΥΝ. Ομως θα δούμε στο τέλος, πως με την πρεμούρα του για την εφαρμογή των οδηγιών της ΕΕ πρακτικά μάχεται για την αναγνώριση των πτυχίων των Κέντρων Ελευθέρων Σπουδών σαν πανεπιστημιακών). Στις θέσεις του πουθενά δεν υπάρχει, έστω σαν στόχος, η κατάργηση της ιδιωτικής εκπαίδευσης, η δημιουργία κι ενίσχυση της οποίας δεν οφείλεται στην όποια ανεπάρκεια της δημόσιας, όπως ισχυρίζεται ο ΣΥΝ, αλλά στις ταξικές ανάγκες και στοχεύσεις της πλουτοκρατίας.

 

ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Κορωνίδα των προτάσεων του ΣΥΝ είναι η «Δωδεκάχρονη υποχρεωτική Εκπαίδευση» και η «ένταξη της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης (ΤΕΕ) στη Λυκειακή βαθμίδα», θέσεις που τοποθετεί καθαρότερα στο πρόγραμμά της η ΝΔ. Το πρώτο σκέλος της πρότασης υιοθετήθηκε από το ΣΥΝ μετά τους μαθητικούς αγώνες (μέχρι τότε μιλούσε για 10χρονη υποχρεωτική εκπαίδευση) σε μια προσπάθειά του να θολώσει τα νερά, καθώς το αίτημα για «ενιαίο 12χρονο βασικό υποχρεωτικό σχολείο» δημόσιο και δωρεάν για όλους, που προβάλλει το ΚΚΕ, αναδείχτηκε στη διάρκεια των μαθητικών αγώνων. Βέβαια, όπως θα εξηγήσουμε, οι δυο προτάσεις είναι τελείως διαφορετικές και ουσιαστικά δεν τέμνονται σε κανένα κοινό σημείο.

Η θέση για δωδεκάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση δε θίγει στο παραμικρό την πρόωρη διαφοροποίηση του μαθητικού δυναμικού μέσα από το σημερινό διπλό-επιλεκτικό σχολικό δίκτυο: από τη μια το Ενιαίο Λύκειο (ΕΛ) ως προθάλαμος των ΑΕΙ - ΤΕΙ και από την άλλη τα ΤΕΕ ως προετοιμασία της κατάρτισης για τα παιδιά που «δεν παίρνουν τα γράμματα». Απλώς ποσοτικά το ΕΛ και τα ΤΕΕ γίνονται υποχρεωτικά.

Σύμφωνα με την πρόταση του ΣΥΝ, η 12χρονη υποχρεωτική εκπαίδευση περιλαμβάνει τη σημερινή 9χρονη υποχρεωτική (Δημοτικό - Γυμνάσιο) και στη συνέχεια διαφοροποιημένη εκπαίδευση, όπως είναι σήμερα το ΕΛ και η Τεχνική Εκπαίδευση. Το ΕΛ θα παρέχει σύμφωνα με την πρόταση: α) «Ολοκληρωμένη γενική μόρφωση, αντίστοιχη με την ηλικία των μαθητών/μαθητριών και τις σύγχρονες κοινωνικές απαιτήσεις». β) Σύνολο επιλεγόμενων αντικειμένων, που στοχεύουν στην ικανοποίηση των ιδιαίτερων ενδιαφερόντων και των προεπαγγελματικών απαιτήσεων των μαθητώνα/μαθητριών, ώστε να εξασφαλίζεται η συνέχιση των σπουδών τους σε ειδικότερους τομείς της μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και κατάρτισης (πανεπιστημιακής και μη)».[9] Σε προηγούμενες θέσεις του ΣΥΝ έως το 2001[10] η πρόταση αυτή εξειδικευόταν ως εξής: Β΄ Λυκείου 70% μαθήματα κορμού με 30% επιλογές και στη Γ΄ Λυκείου 60% κορμού με 40% επιλογές (αναλογίες περίπου ίδιες με το σημερινό ΕΛ του ΠΑΣΟΚ). Ο καθορισμός των μαθημάτων επιλογών στη βάση των «προεπαγγελματικών απαιτήσεων πανεπιστημιακών και μη», παραπέμπει στη γνωστή από το παρελθόν και το παρόν διαίρεση του προγράμματος του ΕΛ σε δέσμες ή κατευθύνσεις (σήμερα υπάρχουν 3), που κατακερματίζουν πρόωρα το πρόγραμμα σύμφωνα με τις μελλοντικές ανάγκες του καταμερισμού εργασίας. Κατά τα άλλα ο ΣΥΝ παπαγαλίζει τη δήθεν αυτόνομη μορφωτική λειτουργία του ΕΛ, καθώς όμως το Λύκειο παραμένει αποσπασμένο από τη βασική - γενική εκπαίδευση, αφού διατηρείται σαν ξεχωριστό σχολείο μετά το Δημοτικό και το Γυμνάσιο, σηματοδοτεί τελικά μόνο ένα πράγμα: την προετοιμασία και την προεπιλογή για τα ΑΕΙ.

Για την Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση (ΤΕΕ) -τον άλλο πόλο του διπλού επιλεκτικού σχολικού δικτύου- ο ΣΥΝ έως το 2001 τασσόταν υπέρ της δημιουργίας διετών Τεχνικών Επαγγελματικών Σχολών (ΤΕΣ) παράλληλα με το ΕΛ (Το ΠΑΣΟΚ δημιούργησε τα ΤΕΕ με δυο κύκλους, τον πρώτο διετή). Σήμερα ο ΣΥΝ προτείνει την ένταξη της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης στη Λυκειακή βαθμίδα. Παρά την ασάφεια της πρότασης, πρόκειται για παραλλαγή του σημερινού διπλού σχολικού δικτύου, στο οποίο αντανακλάται η διαίρεση της εργασίας σε πνευματική για τα παιδιά της πλουτοκρατίας και σε χειρωνακτική για τα παιδιά της εργατικής τάξης. Ετσι, είτε τα σημερινά ΤΕΕ μετονομαστούν σε Τεχνικά Λύκεια, όπως προτείνει η ΝΔ, είτε τεθούν κάτω από την ομπρέλα του Ενιαίου Λυκείου, όπως προτείνει στις θέσεις του ο ΣΥΝ[11], η πρόωρη διχοτόμηση της εκπαίδευσης σε Γενική-Τεχνική παραμένει, γιατί δεν αλλάζουν στο παραμικρό οι ταξικές στοχεύσεις του διπλού - παράλληλου σχολικού δικτύου, αν αυτό έχει τη μορφή δύο τύπων λυκείων (ΓΕΛ-ΤΕΛ) ή διαφορετικών κατευθύνσεων και κύκλων στο εσωτερικό ενός Λυκείου. Γιατί όμως η Επαγγελματική Εκπαίδευση να μη μεταφερθεί στο σύνολό της μετά από Ενιαίο Δωδεκάχρονο σχολείο (όπως προτείνει το ΚΚΕ), ώστε και οι ικανότητες του μαθητή μέσα από ενιαίο πρόγραμμα σπουδών να έχουν αρμονικά κι ισορροπημένα αναπτυχθεί και η προσωπικότητά του ολόπλευρα να έχει διαμορφωθεί κι ενήλικος πια να κάνει ο νέος την επιλογή επαγγελματικής προοπτικής; Μια τέτοια πρόταση για αληθινή αναβάθμιση της επαγγελματικής εκπαίδευσης, μετά από την ολοκλήρωση του μορφωτικού έργου του σχολείου, αδύνατο να βρει θέση στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα του ΣΥΝ, που απορρίπτει το ένα και ενιαίο δωδεκάχρονο σχολείο για όλους.

Αρα και η διαμαρτυρία του ΣΥΝ[12] για τη συρρίκνωση του ΕΛ και τη στροφή προς τα ΤΕΕ είναι υποκριτική. Στην πραγματικότητα, αυτό για το οποίο διαμαρτύρεται ο ΣΥΝ, είναι ότι η στροφή προς τα ΤΕΕ γίνεται βίαια.[13] Δηλαδή το πρόβλημα για το ΣΥΝ δεν είναι το ίδιο το ταξικό διπλό δίκτυο, αλλά να πεισθούν οι νέοι να επιλέγουν οικειοθελώς δήθεν την τεχνική εκπαίδευση. Αυτό όμως προπαγανδίζεται κι από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ κι εκεί, στην πρόωρη ταξική επιλογή, προσανατολίζουν το Σχολικό Επαγγελματικό Προσανατολισμό.

Τα αδιέξοδα και οι αντιφάσεις του ΣΥΝ (στην προσπάθειά του να τηρήσει τις δεσμεύσεις από τις στρατηγικές του επιλογές κι από την άλλη ν’ αποχτήσει επαφή με τον εκπαιδευτικό κόσμο και τα αιτήματά του) αποτυπώνονται και στα άμεσα μέτρα στήριξης των ΤΕΕ που προτείνονται σαν κατακλείδα στις θέσεις του για την Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση.[14] Στη μια παράγραφο ζητά ενίσχυση των μαθημάτων Γενικής Παιδείας και στην επόμενη αντιφάσκοντας προτείνει ειδικότητες και επαγγελματικά δικαιώματα στα ΤΕΕ! Αντί για κατάργηση του διπλού σχολικού δικτύου ΕΛ - ΤΕΕ ο ΣΥΝ αναζητά μέτρα διαιώνισής του.

Η διαφορετική πρόταση που ανταποκρίνεται στις σύγχρονες μορφωτικές ανάγκες του λαού μας είναι η πρόταση του ΚΚΕ για «Ενιαίο 12χρονο βασικό υποχρεωτικό σχολείο»[15], δημόσιο και δωρεάν για όλα τα παιδιά, που θα είναι προϋπόθεση για την οποιαδήποτε επαγγελματική επιλογή. Ενιαίο σχολείο χωρίς τον ξεπερασμένο διαχωρισμό σε Δημοτικό - Γυμνάσιο - Λύκειο, χωρίς διακρίσεις σε Γενικό - Τεχνικό, χωρίς διαίρεση του προγράμματός του σε κατευθύνσεις, κύκλους κλπ. Σχολείο που θα παρέχει επαρκή μόρφωση με γενικό επιστημονικό κοσμοθεωρητικό υπόβαθρο σ’ όλα τα παιδιά, θα αποκαθιστά δημιουργικά τη σχέση θεωρίας και πράξης και σφαιρικά θα διαπλάθει την προσωπικότητά τους.

Τέλος, πρέπει να τονίσουμε ότι ο ΣΥΝ πρωτοστατεί στην εφαρμογή όλων των «καινοτόμων» προγραμμάτων της ΕΕ που εισβάλλουν και με τη μορφή «ευέλικτης ζώνης» μέσα στο πρόγραμμα του σχολείου[16] διαφοροποιώντας το παραπέρα, ήδη από το Δημοτικό και το Γυμνάσιο, περιορίζοντας κι υποκαθιστώντας την παρεχόμενη γενική παιδεία με σεμιναριακού τύπου ιδεολογικά μαθήματα και προγράμματα που αποτελούν το δούρειο ίππο της ιδιωτικοποίησης και της εισβολής χορηγών στα σχολεία (αγωγή υγείας, αγωγή καταναλωτή, περιβαλλοντική εκπαίδευση…).

 

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ

Δημοσιεύματα του Τύπου παρουσιάζουν το ΠΑΣΟΚ να υιοθετεί ξανά τη δήθεν ελεύθερη πρόσβαση στα ΑΕΙ - ΤΕΙ. Λέμε ξανά, γιατί το ίδιο ισχυρίστηκε ότι υλοποιούσε και ο πρώην Υπουργός Παιδείας, Γ. Αρσένης, το 1997 και είδαμε σε τι τερατούργημα κατέληξε[17].

Ο Πρόεδρος του ΣΥΝ έσπευσε με δήλωσή του (23 Γενάρη) να κατηγορήσει το ΠΑΣΟΚ για αντιγραφή της πρότασης του ΣΥΝ, την οποία «εδώ και χρόνια απέρριψαν όλοι οι Υπουργοί του ΠΑΣΟΚ».

Η παραπάνω δήλωση - παρέμβαση του Προέδρου του ΣΥΝ, που επαναλήφθηκε[18], τροφοδοτεί και αναπαράγει μια αποπροσανατολιστική συζήτηση, η οποία συγκαλύπτει τα πραγματικά προβλήματα της εκπαίδευσης. Ο ΣΥΝ θεωρεί μάλιστα στη σελ. 50 των θέσεών του ότι «ο τρόπος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση κατέχει θέση κόμβου» για μια τομή στο εκπαιδευτικό μας σύστημα. Η ουσία του εκπαιδευτικού προβλήματος είναι ο ταξικός χαρακτήρας του σχολείου, ο σκοπός, η δομή και το περιεχόμενό του, το εργασιακό αδιέξοδο μετά το σχολείο, η αφυδάτωση των επιστημονικών αντικειμένων στα Πανεπιστήμια, στο σύνολό τους οι ταξικοί φραγμοί στη μόρφωση, στη δουλειά, στη ζωή. Σ’ αυτό το πλαίσιο δεν υπάρχει «καλή» διαδικασία πρόσβασης στα ΑΕΙ - ΤΕΙ ούτε πολύ περισσότερο μπορούν να λυθούν τα προβλήματα αυτά με αλλαγή του τρόπου εισαγωγής. Αλλωστε από το 1960 έως σήμερα έχουν εξαντληθεί όλοι οι δυνατοί τρόποι του εξεταστικού, χωρίς όμως να λυθεί το εκπαιδευτικό πρόβλημα.

Οπως θα δούμε παρακάτω, η «ελεύθερη» πρόσβαση είναι ένα παραμύθι[19], γιατί ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας και η κοινωνικο-ταξική θέση του νέου καθορίζουν την κοινωνική επιλογή. Ταυτόχρονα η «ελεύθερη» πρόσβαση παραπέμπει στην αντίληψη των σπουδών «από χόμπι», χωρίς επαγγελματική κατοχύρωση των πτυχίων. Ακόμη κι αν αυξηθούν οι θέσεις των ΑΕΙ - ΤΕΙ (προσφορά), ώστε στο σύνολο να καλύπτεται πλήρως η ζήτηση (υποψήφιοι), δεν είναι δυνατό να υπάρξει αντιστοιχία προσφοράς - ζήτησης ανά σχολή ή τμήμα. Π.χ. πέρσι υπήρξε αυξημένη ζήτηση στα παιδαγωγικά λόγω επαγγελματικής διεξόδου, τα προηγούμενα χρόνια στους Η/Υ και αύριο κάπου αλλού.

Ας δούμε τώρα πώς εννοεί ο ΣΥΝ τη δήθεν ελεύθερη πρόσβαση στις θέσεις του: «οι πύλες των δημόσιων ελληνικών ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης πρέπει ν’ ανοίξουν, ώστε πρακτικά όλοι όσοι διαθέτουν ένα ορισμένο επίπεδο προϋποθέσεων να εισάγονται ανεξάρτητα από τον αριθμό τους»[20]. Προφανώς το «ορισμένο επίπεδο προϋποθέσεων» δε θα διαπιστώνεται με κλήρωση αλλά με εξετάσεις και μάλιστα πανελλαδικές, για να είναι συγκρίσιμα τα αποτελέσματα, είτε μέσα στο Λύκειο είτε μετά είτε μέσα σε κάθε ΑΕΙ - ΤΕΙ. Αυτό αναγκάζεται να ομολογήσει παρακάτω, όταν γίνεται πιο συγκεκριμένη η πρόταση[21]: «και στις μεν σχολές μειωμένης ζήτησης θα γίνεται απλά η εγγραφή, στις δε σχολές αυξημένης ζήτησης θα είναι αναγκαία μια κατανεμητική διαδικασία». Και συνεχίζει: «Αμεσα και μόνο για τις σχολές για τις οποίες η ζήτηση είναι μεγαλύτερη από τις θέσεις, να γίνονται εξετάσεις μετά το Λύκειο σε έξι το πολύ μαθήματα. Εχουν ακουστεί και άλλες προτάσεις, όπως αυτή του προκαταρκτικού έτους». (Πώς θα καθορίζονται οι σχολές μειωμένης ζήτησης; Να υποθέσουμε ότι θα απαγορεύεται στους υποψήφιους να δηλώσουν όσες σχολές θέλουν;) Δεν περιορίζεται όμως μόνο σ’ αυτά ο ΣΥΝ: «…γιατί δε σημαίνει πως όσοι εισάγονται θα αποφοιτήσουν κιόλας, ιδίως αν η αξιολόγηση μέσα στα πανεπιστήμια γίνεται -όπως πρέπει να γίνεται- με περισσότερη επιμέλεια»[22]. Δηλαδή η δήθεν ελεύθερη πρόσβαση του ΣΥΝ περιλαμβάνει εξετάσεις σε έξι μαθήματα μετά το Λύκειο και κυρίως ξεσκόνισμα, νέους φραγμούς μέσα στα ΑΕΙ - ΤΕΙ!

Θυμίζουμε τις προηγούμενες θέσεις του ΣΥΝ[23]: «να καθορίσουν τα ΑΕΙ (κάθε τμήμα) τις ελάχιστες προϋποθέσεις (π.χ. βαθμός απολυτηρίου 14, βαθμός σε μαθήματα επιλογής πάνω από 15), για να μπορεί κάποιος να διεκδικήσει την είσοδό του σ’ αυτά». Οι ελάχιστες προϋποθέσεις που έθετε ο ΣΥΝ απαιτούν, για να είναι αντικειμενικά συγκρίσιμα τα μεγέθη, πανελλαδικές εξετάσεις πανομοιότυπα με το σύστημα που εφαρμόζει μέχρι τώρα το ΠΑΣΟΚ, που το σχολείο είναι ασφυκτικά δεμένο με την επιλογή για τα ΑΕΙ. (Αλλά και χωρίς πανελλαδικές εξετάσεις μέσα στο Λύκειο, όταν ο ΣΥΝ προτείνει σύνολο μαθημάτων επιλογής που υποτάσσονται σε σημαντικό βαθμό στη μετέπειτα εκπαιδευτική ή επαγγελματική διαδρομή, δεν αποδέχεται την εξάρτηση του προγράμματός του από τη διαδικασία επιλογής για τα ΑΕΙ;)

Στο σημείο αυτό αξίζει ένας σύντομος σχολιασμός μιας παραλλαγής της «ελεύθερης» πρόσβασης που προτείνεται αυτό το διάστημα από κύκλους των άλλων κομμάτων, όπως η «ιδέα» του πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθ. Γ. Μπαμπινιώτη: «Η εισαγωγή των φοιτητών στα ΑΕΙ να γίνεται με βάση την επίδοσή τους στις τρεις τάξεις του Λυκείου (ώστε να αναβαθμιστεί το Λύκειο), με δοκιμασίες (τεστ) που θα ζητούν τα ίδια τα τμήματα των ΑΕΙ και κυρίως με τη φοίτηση των υποψηφίων φοιτητών σε ένα προπαρασκευαστικό εξάμηνο μέσα στο Πανεπιστήμιο και αυστηρή εξέταση στο τέλος του εξαμήνου από τα ίδια τα Πανεπιστήμια, εξέταση που θα καθορίζει τη συνέχιση ή μη των σπουδών του υποψηφίου». Οχι μόνο δηλαδή πρόωρη επιλογή με εξετάσεις ήδη από το Λύκειο αλλά και νέες εξετάσεις – φραγμοί μέσα στα ΑΕΙ, σε προπαρασκευαστικό κύκλο που ταυτόχρονα απαιτεί τεράστιες υποδομές στα ΑΕΙ. (Για τη δημιουργία τους ο πρύτανης δε διστάζει να προτείνει ακόμη και δίδακτρα). Η πρόταση αυτή έχει στόχο να περιορίσει αντικειμενικά τις επιλογές του υποψήφιου, αφού θα περιπλανιέται με σημαντικό κόστος από ΑΕΙ σε ΑΕΙ χωρίς να φοιτά, μέχρι να καταλήξει σ’ «ευκολότερες σπουδές» ή να εγκαταλείψει εξουθενωμένος.

Το εμπόριο ελπίδας, η κοροϊδία και ο καιροσκοπισμός του ΣΥΝ είναι πράγματα ξένα με τη ριζοσπαστική πολιτική και το ήθος της αριστεράς, που συχνά επικαλείται. Τέτοιες προτάσεις δεν είναι περίεργο που βρήκαν αποδέκτες και στο ΣΥΝ, όπως και στα άλλα κόμματα. Η ελεύθερη πρόσβαση σαν σύνθημα ακούγεται ωραία, αλλά η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική και σκληρή. Ολες οι σχετικές προτάσεις αποβλέπουν στη δημαγωγία αλλά και στην ενίσχυση των ταξικών φραγμών σε όλη την εκπαίδευση. Κωδικοποιώντας τις προτάσεις περί ελεύθερης πρόσβασης βλέπουμε ότι περιλαμβάνουν είτε πανελλαδικές εξετάσεις μέσα στο Λύκειο (η «ελεύθερη πρόσβαση»-πρόταση από το ΠΑΣΟΚ το 1997 και πρόταση του ΣΥΝ έως 2001) είτε συνδυασμό εξετάσεων μετά το Λύκειο που δεν αποκλείει και το προπαρασκευαστικό έτος (σημερινή πρόταση του ΣΥΝ) ή και -τελευταία εκδοχή της «ελεύθερης» πρόσβασης- πανελλαδικές εξετάσεις μέσα στο Λύκειο και προπαρασκευαστικό έτος (διαρροές προγράμματος ΠΑΣΟΚ, πρόταση Μπαμπινιώτη).

Η συζήτηση και όποιες προτάσεις στο πλαίσιο της σημερινής αντιεκπαιδευτικής πολιτικής είναι το λιγότερο αποπροσανατολιστική. Μόνο στην κατεύθυνση διαμόρφωσης μιας άλλης κοινωνικής και εκπαιδευτικής πραγματικότητας -κατάργηση του διπλού σχολικού δικτύου, καθιέρωση του ενιαίου 12χρονου βασικού υποχρεωτικού σχολείου, εργασιακή διέξοδος και δημιουργία δικτύου ειδικών επαγγελματικών σχολών μετά το σχολείο και Ενιαίας Ανώτατης Εκπαίδευσης- αποχτά νόημα μια πρόταση πρόσβασης στα ΑΕΙ, αφού έχει ολοκληρωθεί το μορφωτικό έργο του σχολείου, βασική προϋπόθεση για οποιαδήποτε επαγγελματική εκπαίδευση ή επιλογή. Οι πανελλαδικές εξετάσεις στη Β΄ και Γ΄ Λυκείου ασφαλώς πρέπει να καταργηθούν. Η τεχνική διαδικασία επιλογής, για να είναι όσο το δυνατό λιγότερο άδικη, πρέπει να τηρεί τις παρακάτω αρχές - κριτήρια:

α) Δικαίωμα απεριόριστης επανάληψης της διαδικασίας από τον υποψήφιο.

β) Δυνατότητα στον υποψήφιο πολλαπλών επιλογών προτίμησης.

γ) Κατοχύρωση βαθμολογίας

δ) Ιδιαίτερη μέριμνα για τους εργαζόμενους και τα παιδιά ειδικών κατηγοριών (μειονότητες, ΑΜΕΑ, φτωχών λαϊκών στρωμάτων…).

ε) Εξετάσεις μετά το «Λύκειο» σε δύο-τρία μαθήματα σχετικά με το επιστημονικό αντικείμενο, όπου προσανατολίζεται ο υποψήφιος, ώστε συνδυάζοντας τις εξετάσεις με τέσσερα-πέντε το πολύ μαθήματα να μπορεί να καλυφθεί και το σύνολο των πανεπιστημιακών τμημάτων. Σε κάθε περίπτωση επαναλαμβάνουμε ότι η αξία του συστήματος επιλογής είναι σχετική και καθορίζεται από τη γενικότερη κατάσταση της εκπαίδευσης και της κοινωνίας.

 

ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗ

«Αποκέντρωση», «σχολείο ελεύθερης επιλογής» από τους γονείς, προγράμματα και βιβλία που θα επιλέγουν οι εκπαιδευτικοί ή οι γονείς, σχολεία και σχολές ΝΠΔΔ ή και ΝΠΙΔ με φορείς την Τοπική Αυτοδιοίκηση κ.ά., κατάργηση των αναλυτικών προγραμμάτων, ώστε το κάθε σχολείο να καθορίζει «μόνο του» το περιεχόμενο, τα βιβλία, το ωράριο σύμφωνα «με τις ανάγκες του μαθητή και της τοπικής κοινωνίας» αυτά περιέχονται στο προεκλογικό πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ. Παρόμοια «αποκέντρωση» μέσω της «αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου» της σχολικής μονάδας, της «κατάργησης του ενός και μοναδικού βιβλίου» κ.ά. προτείνει μέσες άκρες και η ΝΔ. Γιατί να υστερεί ο ΣΥΝ;

Σε όλο το κείμενο των θέσεων του ΣΥΝ και ιδιαίτερα στο κεφάλαιο «Δημοκρατικός προγραμματισμός στην εκπαίδευση - Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας» καλλιεργούνται οι ρεφορμιστικές αυταπάτες για αποκέντρωση της εξουσίας σε συμμετοχικά όργανα που θα είναι δήθεν ανεξάρτητα από την εξουσία!

Ο ΣΥΝ τονίζει: «Η ουσιαστική αποσυγκέντρωση και αποκέντρωση με την έννοια της άσκησης εξουσιών και αρμοδιοτήτων από μη κυβερνητικά όργανα είναι μια από τις προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης της εκπαίδευσης και οργανικό μέρος της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης που προτείνει ο Συνασπισμός».[24] Αλήθεια δεν πρέπει να εξηγήσουμε τι σημαίνει «κρίση της εκπαίδευσης», πριν να δούμε πώς θα ξεπεραστεί; Ο ΣΥΝ βρήκε κατευθείαν τη λύση: να δημιουργηθούν από την κυβέρνηση μη κυβερνητικά συμμετοχικά όργανα, τα οποία στη συνέχεια θα της υπαγορεύουν (της κυβέρνησης) την εκπαιδευτική πολιτική! Αν αυτό δεν είναι επικίνδυνη αυταπάτη για το λαϊκό κίνημα τότε τι είναι;

Χαρακτηριστικά προτείνει ως μη κυβερνητικά όργανα την «Εθνική Επιτροπή Παιδείας» (ΕΕΠ) και τις «περιφερειακές επιτροπές παιδείας, μια σε κάθε περιφέρεια της χώρας» (ΠΕΠ).[25] «Οι γενικοί στόχοι της εκπαίδευσης πρέπει να καθορίζονται από την ΕΕΠ» και «επιμέρους στόχοι της εκπαίδευσης, οι οποίοι δεν αντιστρατεύονται τους γενικούς, μπορεί να διαμορφώνονται σε Νομαρχιακό επίπεδο μετά από πρόταση της ΠΕΠ»… «Ο ευρύτερος και πιο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός γίνεται από την εθνική επιτροπή παιδείας. Η κυβέρνηση έχει καθήκον να κινείται στις κατευθύνσεις αυτού του σχεδιασμού και καταρτίζει προγράμματα για την υλοποίησή του». Μαζί με αυτά τα δήθεν μη κυβερνητικά όργανα ο ΣΥΝ αποδέχεται και το ΕΣΥΠ (Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας, που συγκροτήθηκε πρόσφατα με συγκεκριμένη σύνθεση και προκαθορισμένους στόχους, σύμφωνα με τον τελευταίο κυβερνητικό νόμο) σαν όργανο «ευρύτερης λαϊκής συναίνεσης»!

Εκεί που αποκαλύπτεται η ουσία της ταξικής πολιτικής του ΣΥΝ είναι στο σημείο που τονίζει ότι με πρόταση της περιφερειακής επιτροπής Παιδείας και απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης μπορούν να διαφοροποιούνται - χωρίς καν να θέτονται κάποια όρια - τα βιβλία, τα αναλυτικά προγράμματα, τα ωράρια λειτουργίας των σχολείων «από Νομό σε Νομό ή και στο εσωτερικό του ίδιου Νομού».[26] Η αντίληψη αυτή καμιά σχέση δεν έχει με τους αγώνες του λαού μας για Ενιαία Παιδεία χωρίς κοινωνικές, γεωγραφικές, οικονομικές ή άλλες διακρίσεις.

Ολα αυτά τα βαρύγδουπα περί αποκέντρωσης, περί ελεύθερων επιλογών και αναγκών του μαθητή κλπ. είναι το ψευδώνυμο της κρατικής υποχρηματοδότησης, της ιδιωτικοποίησης, της ταξικής διαφοροποίησης σχολείων και μαθητών και συνιστούν επιστροφή στην εποχή των «ευεργετών», της Εκκλησίας και της κοινότητας. Η χρηματοδότηση της εκπαίδευσης, η κατάχτηση ενιαίου περιεχόμενου μόρφωσης για όλα τα παιδιά σε όμοιες συνθήκες, η εξασφάλιση του απαραίτητου προσωπικού (εκπαιδευτικού και βοηθητικού) και της απαραίτητης υλικοτεχνικής υποδομής για όλα τα σχολεία με ευθύνη του κράτους, αποτελούν καταχτήσεις του λαού μας αδιαπραγμάτευτες. Η πρόταση του ΣΥΝ συνηγορεί στα επερχόμενα κυβερνητικά μέτρα, που οδηγούν σε εκπαίδευση πολλών ταχυτήτων, σε γενίκευση της ταξικής κατηγοριοποίησης των σχολείων και των μαθητών και σε άλωση της εκπαίδευσης από τους τοπικούς «ευεργέτες» - χορηγούς. Αυτή η ακραιφνής νεοφιλελεύθερη πρόταση της διαφοροποιημένης εκπαίδευσης ανάλογα με τις τοπικές κοινωνικές συνθήκες παρουσιάζεται σα νέα και αριστερή πρόταση.

Οι ιδέες αυτές του ΣΥΝ δεν είναι καινούργιες, τις έχει διατυπώσει ο νέος Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ από το 1994-95 ως υπουργός Παιδείας και αποτελούν κατευθύνσεις της ΕΕ και του ΟΟΣΑ, που σταδιακά εφαρμόζονται. Ηδη από το 1995 ο Γ. Παπανδρέου και ο τότε Υπουργός Εσωτερικών Κ. Σκανδαλίδης με κοινή τους δήλωση τάχθηκαν υπέρ της αποκέντρωσης του εκπαιδευτικού συστήματος στην ΤΑ τονίζοντας: «…να μη μείνουμε μόνο στη συντήρηση … αλλά να πάρει η ΤΑ τη συνολική λειτουργία των σχολείων, από τους μισθούς των καθηγητών μέχρι οτιδήποτε αφορά τη λειτουργία ενός σχολείου, νηπιαγωγείου, δημοτικού, γυμνασίου, λυκείου».

Ο ΣΥΝ εξαιρεί προς το παρόν από την “αποκέντρωση” την πρόσληψη εκπαιδευτικών και το ωράριο εργασίας για καθαρά συντεχνιακές, ψηφοθηρικές ανάγκες της παράταξής του στο χώρο των εκπαιδευτικών. Οπως δείχνει και η πείρα της Γαλλίας με τις πρόσφατες κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών, η αποκέντρωση και η αυτονομία των σχολείων αποτέλεσε το πρόσχημα της μείωσης των κρατικών δαπανών και της ιδιωτικοποίησης της εκπαίδευσης. Η αποκέντρωση στη Γαλλία: «Συνέβαλε στην ενίσχυση του φαινομένου της «σχολικής αγοράς», στην οποία οι επιλογές των οικογενειών σε ζητήματα εκπαίδευσης συναντούν την ανταγωνιστική προσφορά των σχολείων. Αυτός ο ανταγωνισμός όξυνε τις ανισότητες που παρατηρούνται μέσα σε κάθε περιοχή: τα καλά σχολεία συγκεντρώνουν ολοένα περισσότερους «καλούς μαθητές», ενώ ορισμένες ζώνες συγκεντρώνουν ένα κοινό που αντιμετωπίζει κοινωνικά προβλήματα και προβλήματα φοίτησης στο σχολείο». [27] Τα σχόλια περιττεύουν.

Επειδή η εξουσία είναι μία, αδιαίρετη και ταξική, επειδή δεν μπορούν να υπάρχουν νησίδες λαϊκής εξουσίας, οι παραπάνω προτάσεις του ΣΥΝ περί συμμετοχικών μη κυβερνητικών θεσμών, που θα συνδιαμορφώνουν τάχα την εκπαιδευτική πολιτική, στοχεύουν στη συναίνεση και συνενοχή του λαού. Γι’ αυτό, όπως είπαμε, απουσιάζει από τις θέσεις του ΣΥΝ κάθε αναφορά στην ανάγκη ν’ αναπτυχθούν αγώνες, μέτωπο, σύγκρουση και ανατροπή της σημερινής πολιτικής.

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

Η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και των σχολικών μονάδων αναδείχνεται σ’ όλη την ΕΕ βασικός μοχλός για τη γενίκευση και επιτάχυνση της ιδιωτικοκοινωνικής, ανταγωνιστικής λειτουργίας και την κατηγοριοποίηση της εκπαίδευσης σ’ όλες τις βαθμίδες. Η περίφημη «Εκθεση αξιολόγησης του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος» από εμπειρογνώμονες του ΟΟΣΑ (Φλεβάρης1995) έδειξε πως στην αξιολόγηση αποτυπώνονται οι διεθνείς επιταγές του μεγάλου κεφαλαίου για κατάργηση της όποιας δωρεάν παιδείας και αναδιάρθρωση της δημόσιας εκπαίδευσης, ενώ και οι περιβόητοι 16 «δείκτες της ποιότητας της εκπαίδευσης» από την ΕΕ, με τους οποίους αξιολογούνται και κατατάσσονται τα εκπαιδευτικά συστήματα των χωρών, αναφέρονται σε δεξιότητες που εξυπηρετούν τις τρέχουσες και μακροπρόθεσμες ανάγκες της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς.[28] Η απόφαση της Λισσαβόνας «να γίνει η ευρωπαϊκή οικονομία η ανταγωνιστικότερη του κόσμου έως το 2010», απαιτεί να επιταχυνθούν οι αναδιαρθρώσεις για την επίτευξη του παραπάνω στόχου. Οι διάφοροι δείκτες αξιολόγησης ανά βαθμίδα εκπαίδευσης γίνονται αντικείμενο επεξεργασίας σε κάθε χώρα υπό τη στενή επίβλεψη της ΕΕ και προωθούν στην ουσία ενιαίους κανόνες ανταγωνισμού στη νέα «εκπαιδευτική αγορά» που δημιουργείται. Αυτό σημαίνει προσαρμογή -και υποκατάσταση σε μεγάλο βαθμό- της εκπαίδευσης στην προώθηση της δια βίου εναλλασσόμενης κατάρτισης για την αναπαραγωγή φτηνότερου, κι ακόμα πιο ευάλωτου, εργατικού κι επιστημονικού δυναμικού

Ο ΣΥΝ όμως στις θέσεις του αφιερώνει 10 σελίδες[29], για να μας αναλύσει την πρότασή του για την αξιολόγηση, χρησιμοποιώντας τα ίδια παραπλανητικά προσχήματα με την κυβέρνηση και την ΕΕ, ξεκινώντας από το τετριμμένο: «Σκοπός της αξιολόγησης είναι η βελτίωση της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης…». Καλλιεργεί αυταπάτες ότι μπορεί να υπάρξει στο ίδιο πλαίσιο, της ΕΕ του Μάαστριχτ, «καλή» αξιολόγηση με «καλούς» στόχους διαφορετικούς από τους στόχους της εμπορευματοποίησης-ιδιωτικοποίησης που έχει θέσει η αντιεκπαιδευτική πολιτική. Οταν, για παράδειγμα, αναφέρεται στην αξιολόγηση των ΑΕΙ, δηλώνει ότι: «…αποτελεί σημαντικό εργαλείο, τόσο για τη βελτίωση της απόδοσής τους στο διδακτικό και στο διοικητικό επίπεδο, όσο και για την αποτίμηση της προσφοράς τους στο κοινωνικό σύνολο».[30] Κι αυτά ενώ στην πραγματικότητα η αξιολόγηση και οι δείκτες της αποτελούν, όσον αφορά τα ΑΕΙ, εργαλείο πίεσης για εφαρμογή της Διακήρυξης της Μπολώνιας (Σύνοδος των Ευρωπαίων υπουργών Παιδείας, γνωστή από την απόφαση για διαχωρισμό των πανεπιστημιακών σπουδών σε ισοδύναμους κύκλους, 3 - 2 - 3 χρόνων). Αναφερόμενος μάλιστα στην αξιολόγηση των ΑΕΙ με “αφέλεια” τονίζει: «Αλλωστε οι εισαγωγικές εξετάσεις συνιστούν από τη μεριά τους μια μορφή αξιολόγησης όλων των τμημάτων των ΑΕΙ και των ΤΕΙ από τη μεριά ολόκληρης της κοινωνίας σε ό,τι αφορά κυρίως την αξία των πτυχίων τους στην αγορά εργασίας».[31] Ποιος καθορίζει όμως τη ζήτηση της αγοράς εργασίας; Ποιος προπαγανδίζει ότι μας περισσεύουν οι γιατροί, οι δάσκαλοι, οι μηχανικοί, κι ότι χρειαζόμαστε για παράδειγμα περισσότερο μάρκετινγκ ή κάτι απίθανα «επαγγέλματα του μέλλοντος» που αυτόματα γίνονται επιστημονικά αντικείμενα τμημάτων και σχολών; Εάν υλοποιούσαμε πάντως τους κανόνες της αξιολόγησης, τότε θα έπρεπε όποιο ΑΕΙ δεν ανταποκρίνεται σ’ αυτό που ζητάει η αγορά, δεν προάγεται με βάση το σχετικό δείκτη, να υποχρηματοδοτείται ή να αναζητήσει και να υποταχθεί στους «χορηγούς», αν δε θέλει να μείνει χωρίς πελάτες και να κλείσει. Αυτό, όπως έχει δείξει και η διεθνής εμπειρία, κάθε άλλο παρά σημαίνει ποιότητα σπουδών ή εκπλήρωση της κοινωνικής αποστολής των ΑΕΙ.[32]

 

ΤΑ «ΜΗ ΚΡΑΤΙΚΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ» ΚΑΙ Η ΔΙΓΛΩΣΣΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝ

Μετά τη ΝΔ ήρθε και το ΠΑΣΟΚ με δηλώσεις του νέου Προέδρου να ταχθεί υπέρ των «μη κρατικών» πανεπιστημίων, δηλαδή υπέρ των ιδιωτικών. Η στάση του ΣΥΝ και στο ζήτημα αυτό χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις και διγλωσσία.

α) Σε προεκλογική ομιλία προς τους νέους (28.1.2004) ο Πρόεδρος του ΣΥΝ τάχθηκε κατά των ιδιωτικών πανεπιστημίων, γιατί «η παιδεία είναι δημόσιο αγαθό». Στις προαναφερόμενες θέσεις του ΣΥΝ: «Απορρίπτει την προσπάθεια της ΝΔ να επεκτείνει την ιδιωτικοποίηση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με τη δημιουργία ιδιωτικών ΑΕΙ - ΤΕΙ».[33] Ομως στην ίδια σελίδα τάσσεται υπέρ της ιδιωτικής εκπαίδευσης από την προσχολική αγωγή έως το Λύκειο, γι’ αυτό και δε θέτει πουθενά αίτημα - στόχο για κατάργησή της. Προφανώς για τον ΣΥΝ μέχρι το Λύκειο η εκπαίδευση δεν είναι δημόσιο - κοινωνικό αγαθό.

β) Την ίδια περίοδο ο ΣΥΝ πρωτοστατεί και πιέζει στα όργανα της Ε.Ε. να εφαρμοστεί η οδηγία 89/48/ΕΟΚ και ν’ αναγνωρισθούν οι «πανεπιστημιακές» σπουδές που παρέχουν τα ιδιωτικά Κέντρα Ελεύθερων Σπουδών (ΚΕΣ) με το σύστημα της «δικαιόχρησης» (συμφωνίες των ΚΕΣ με ξένα Πανεπιστήμια).

Η συγκεκριμένη οδηγία φέρει τον τίτλο «σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών». Θυμίζουμε ότι αφορά στην αναγνώριση πρόσβασης ή άσκησης νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος στις χώρες της ΕΕ μετά από μεταδευτεροβάθμιες σπουδές 3 ετών. Σύμφωνα με την οδηγία, αν κάποιος κατέχει πτυχίο ή τίτλο ή πιστοποιητικό τρίχρονης μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και μ’ αυτό αποκτήσει το δικαίωμα άσκησης ενός επαγγέλματος σε μια χώρα της ΕΕ, τότε αποχτά αυτό το δικαίωμα σ’ όλες τις χώρες της ΕΕ. Ετσι τριετείς σπουδές, π.χ. μηχανικού σε μια χώρα της ΕΕ, μπορούν να εξισωθούν με τις πενταετείς σπουδές στη χώρα μας. Αυτό οδηγεί στην υποβάθμιση των ελληνικών πτυχίων και σε εξαναγκασμό αναδιάρθρωσής τους, σύμφωνα με τη διακήρυξη της Μπολώνιας (το γνωστό 3 - 2 - 3).

Η κυβέρνηση εξέδωσε το Π.Δ. 165/2000 και δημιούργησε το «Συμβούλιο αναγνώρισης επαγγελματικής ισοτιμίας τίτλων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης» για την εφαρμογή της οδηγίας στη χώρα μας. Το συγκεκριμένο Συμβούλιο απαιτούσε να προσκομίσει ο ενδιαφερόμενος μαζί με την επαγγελματική πιστοποίηση μιας χώρας της ΕΕ και αναγνώριση σπουδών από το ΔΙΚΑΤΣΑ. Το ΔΙΚΑΤΣΑ με βάση το άρθρο 16 του Συντάγματος, που απαγορεύει ιδιωτικά Πανεπιστήμια στη χώρα μας, δεν αναγνώριζε πτυχία ή τίτλους Πανεπιστημίων που μέρος των σπουδών τους πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα σε ιδιωτικά Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών.

Ο ΣΥΝ λοιπόν με τις συνεχείς παρεμβάσεις του στα όργανα της ΕΕ πίεζε, πολύ πριν κατατεθεί η γνωστή τροπολογία Χατζηδάκη, για την αναγνώριση των «σπουδών» στα ΚΕΣ ,που είναι ιδιωτικά «παραρτήματα» Πανεπιστημίων άλλων χωρών.

Στην ιστοσελίδα του Ευρωβουλευτή του ΣΥΝ Α. Αλαβάνου (29.8.02) διαβάζουμε δήλωσή του με τίτλο «Η Ελλάδα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο», γιατί δεν αναγνωρίζει τους πανεπιστημιακούς τίτλους Αλλοδαπής που παρέχουν τα Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών. Στη συνέχεια αναφέρεται: «Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μετά τις επανειλημμένες ερωτήσεις και παρεμβάσεις του ευρωβουλευτή Αλ. Αλαβάνου, εξέδωσε Αιτιολογημένη Γνώμη (C-2002-2468), με την υπογραφή του αρμόδιου Επιτρόπου της Frits Bolkenstein, «απευθυνόμενη στην Ελληνική Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 226 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας λόγω της μη ορθής μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ και μη ορθής εφαρμογής ορισμένων διατάξεων της ανωτέρω οδηγίας». Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απορρίπτει τη νομική επιχειρηματολογία της ελληνικής κυβέρνησης που δεν αναγνωρίζει πτυχία ξένων πανεπιστημίων επειδή «μέρος της εκπαίδευσης έχει πραγματοποιηθεί σε κέντρα ελεύθερων σπουδών». Ο Αλαβάνος συνεχίζει τη δήλωσή του: «Αυτές τις μέρες, όπως και κάθε φθινόπωρο, ζούμε την αγωνία δεκάδων χιλιάδων οικογενειών, που αναζητούν, με σκληρές πολλές φορές οικονομίες, μια προοπτική για τα παιδιά τους που τελείωσαν το Λύκειο, μέσα από την εξασφάλιση σπουδών σε ένα ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο, που μέρος τους πραγματοποιείται στην Ελλάδα μέσω των Κέντρων Ελευθέρων Σπουδών». Και η δήλωση τελειώνει: «Η Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής, τελευταία φάση πριν την επίσημη έναρξη των διαδικασιών του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, επιβεβαιώνει τις καταγγελίες μου και αφήνει έκθετη την κυβέρνηση. Καλώ για μια ακόμη φορά τον Υπουργό Παιδείας να δώσει τέλος σε αυτή τη στάση κυνισμού απέναντι σε δεκάδες χιλιάδες νέους και νέες που προσπαθούν να δουν με ελπίδα το μέλλον τους, ερασιτεχνισμού και επιπολαιότητας στην εκπαιδευτική πολιτική και παντελούς άγνοιας της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης».

Βέβαια, όταν ξέσπασε ο θόρυβος σχετικά με την τροπολογία του Ευρωβουλευτή της ΝΔ Χατζηδάκη, με την οποία επιδίωκε ό,τι και ο ΣΥΝ με τις συχνές παρεμβάσεις του στην ΕΕ, ο παραπάνω ευρωβουλευτής προσπάθησε να θολώσει τα νερά δηλώνοντας ότι δεν θα ψηφίσει την τροπολογία, αφού βέβαια έκανε ό,τι μπορούσε για να προετοιμάσει το έδαφος.

Η εφαρμογή της σχετικής οδηγίας στη χώρα μας είναι μοχλός για να υποβαθμισθούν κι ακαδημαϊκά τα πτυχία των ελληνικών πανεπιστημίων, τα οποία εξαναγκάζονται σε αναδιαρθρώσεις σύμφωνα με τη διακήρυξη της Μπολώνιας (3 - 2 - 3). Επιδιώκεται η επιστημονική - επαγγελματική αφυδάτωση των τετράχρονων και πεντάχρονων προπτυχιακών σπουδών μέσα από την εξομοίωσή τους με σπουδές διάρκειας 3 χρόνων και το πέρασμα της επιστημονικής επάρκειας - ειδίκευσης στον πρώτο δίχρονο κύκλο των «μεταπτυχιακών».

Και ο ΣΥΝ όμως προτείνει: «Κάθε τμήμα θα αποφασίζει εάν θα έχει έναν κύκλο (μόνο διδακτορικό) ή δυο κύκλους μεταπτυχιακών σπουδών».[34] Δηλαδή αποδέχεται τους δυο κύκλους μεταπτυχιακών, συστατικό στοιχείο της διακήρυξης της Μπολώνιας. Για τη συγκεκριμένη διακήρυξη ο ΣΥΝ ισχυρίζεται: «Στη γενικότητά τους οι διατυπώσεις της Διακήρυξης της Μπολώνιας μοιάζουν χρήσιμες, καθώς θεραπεύουν χρόνιες αδυναμίες, οι οποίες δυσχεραίνουν τις εκπαιδευτικές συνεργασίες μεταξύ των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων».[35] Με λίγα λόγια καλοί οι στόχοι, καλές οι προθέσεις της σχετικής διακήρυξης, αλλά η διαχείρισή τους πρέπει ν’ αλλάξει.

Μπορούμε ν’ αναφερθούμε και σ’ άλλα σημαντικά ζητήματα της εκπαίδευσης, όπου με θρησκευτική ευλάβεια στο πλαίσιο της ΕΕ, μη τυχόν και θιγεί, οι θέσεις του ΣΥΝ συγκλίνουν -δεν έχει σημασία ποιος αντιγράφει ποιον- με αυτές του δικομματισμού. Π.χ. στο ζήτημα της εκπαίδευσης του εκπαιδευτικού, στο ζήτημα της κατάργησης της επετηρίδας, στο ζήτημα της σχολειοποίησης της προσχολικής αγωγής και το ρόλο του ΕΠΕΑΕΚ (Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Εκπαίδευσης κι Αρχικής Επαγγελματικής Κατάρτισης - «κοινοτικά» κονδύλια που χρηματοδοτούν δράσεις μέσα από κυβερνητική βέβαια επιλογή και διαχείριση), που όμως κατά το ΣΥΝ «…θα ήταν δυνατό να συμβάλει στη συνολική ριζοσπαστική δημοκρατική ανασυγκρότηση της εκπαιδευτικής πολιτικής».[36]

Αφού ο ΣΥΝ συμφωνεί με τη στρατηγική των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση, το μόνο που απομένει στις δυνάμεις του στο συνδικαλιστικό κίνημα είναι να εξασκούνται στο “διάλογο”, τη “συμμετοχή” και να προβάλλουν μόνο στενά οικονομικά αιτήματα και αυτά στη γνωστή κατεύθυνση κάποιου επιδόματος (βλέπε απεργία ΟΛΜΕ, ΠΟΣΔΕΠ).[37] Και στο γενικότερο πολιτικό πεδίο γίνεται πια φανερό ότι, όσο περισσότερο ο ΣΥΝ συγκλίνει με την πολιτική του δικομματισμού, τόσο θα φωνάζει για ενότητα της αριστεράς, άλλοθι του συμβιβασμού, της συναίνεσης και της πολιτικής ουράς στο δικομματισμό που ακολουθεί πιστά μέχρι σήμερα.

 


 Ο Σάββας Σάββας είναι μέλος του Τμήματος Παιδείας της ΚΕ του ΚΚΕ.

[1] Δήλωση Ν. Κωνσταντόπουλου, Για τα ζητήματα της παιδείας, 23/1/2004 : «Ελεύθερη πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση… Οι πύλες των δημοσίων ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, πρέπει ν’ ανοίξουν για όσους το επιθυμούν και έχουν τα στοιχειώδη εκπαιδευτικά εφόδια. Να μην υπάρχει κλειστός αριθμός εισαγόμενων. Ανοιχτό ακαδημαϊκό και δημόσιο πανεπιστήμιο».

[2] Βλ. ενδεικτικά: Τα Νέα, 22.1.2004: Μέχρι και κατάργηση των Γενικών εξετάσεων μελετά το ΠΑΣΟΚ ή Eθνος, 30.1.2003: Τέλος στη λογική των εξετάσεων. Βέβαια στο προεκλογικό πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ αποφεύγουν να τοποθετηθούν με συγκεκριμένη πρόταση, έχοντας όμως ξεκαθαρίσει ότι δεν καταργούνται οι πανελλαδικές εξετάσεις.

[3] Δημοκρατική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση (Σχέδιο Θέσεων που εγκρίθηκε ενόψει του προγραμματικού συνεδρίου του ΣΥΝ), Μάρτης 2002.

[4] O.π. Βλ. ιδιαίτερα το πρώτο κεφάλαιο «Για μια παιδεία απελευθερωτική», σελ. 3-18.

[5] Ο.π., στη σελίδα 4.

[6] Ο.π., στη σελίδα 11.

[7] Ο.π., σελίδα 176, στο Στ΄ κεφ., ενότητα 3:«Δημόσια και ιδιωτική εκπαίδευση».

[8] Ο.π., Στη σελίδα 177.

[9] Ο.π., στο Α΄κεφ.: Δωδεκάχρονη Υποχρεωτική Εκπαίδευση, στη σελ. 48

[10] «Πορίσματα πανελλαδικών συσκέψεων του ΣΥΝ », το 1999 και το 2000.

[11] Συνασπισμός της αριστεράς και της προόδου, Δημοκρατική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στη σελίδα 60: «Η αντιμετώπιση αυτής της αντίληψης, ότι η τεχνική εκπαίδευση είναι για τους “κακούς” μαθητές θ’ αλλάξει μόνο όταν αυτή( δηλαδή η Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση) ενσωματωθεί στο Ενιαίο Λύκειο».

[12] Ο.π., στο Α΄ κεφ., στην αρχή: «Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση»- Η σκληρή πραγματικότητα και προτάσεις διεξόδου, σελ. 19 – 23.

[13] Ο.π., βλ. στη σελ. 19: «…και τα στρέφει βίαια προς τα ΤΕΕ»). Στη σελ. 46 λέει ακόμη ότι τα ΤΕΕ είναι «λύση ανάγκης για τους μαθητές και όχι αξιόπιστη επιλογή».

[14] Ο.π., στο Α΄ 6 υποκεφ., Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση και Κατάρτιση, στις σελ. 60 - 61.

[15] Πρόταση του Τμήματος Παιδείας της ΚΕ του ΚΚΕ, «Το Ενιαίο Δωδεκάχρονο Βασικό Υποχρεωτικό Σχολείο», Σεπτέμβρης 1999.

[16] Βλ. «Θέματα Παιδείας», τεύχ.14/2003, Για τα κυβερνητικά μέτρα στην υποχρεωτική εκπαίδευση.

[17] Ν.2525/97 «Ενιαίο Λύκειο, πρόσβαση στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση κ.ά.», με τις πανελλήνιες εξετάσεις μέσα στο Λύκειο, ώστε να παίρνουν απολυτήριο μόνο όσοι μπορούν να μπουν στα ΑΕΙ.

[18] Συνέντευξη πρόεδρου του ΣΥΝ για την Παιδεία, 10.2.2004: «ελεύθερη πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ανοιχτό, ακαδημαϊκό και δημόσιο πανεπιστήμιο».

[19] Αυτό που αποκρύπτει ο ΣΥΝ για το τι πραγματικά είναι η δήθεν ελεύθερη πρόσβαση, ομολογείται από το νέο Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος ξεκαθαρίζει ότι δεν καταργούνται οι πανελλαδικές εξετάσεις, αλλά απλώς «αλλάζει ο τρόπος των πανελλαδικών εξετάσεων,… γιατί δεν θα γίνουμε όλοι γιατροί στην Ελλάδα».

[20] ΣΥΝ, «Δημοκρατική Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση», Μάρτης 2002, υποκεφ. Α.5. Ελεύθερη πρόσβαση στα ΑΕΙ, στη σελ. 52.

[21] Ο.π., στη σελ. 53.

[22] Ο.π., στη σελ. 54.

[23] Ο.π., Πόρισμα «πανελλαδικής σύσκεψης», 1999, σελ. 17.

[24] Ο.π. Θέσεις του ΣΥΝ, Μάρτης 2002, στο κεφ. «Δημοκρατικός προγραμματισμός στην εκπαίδευση - Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας», στη σελ. 151.

[25] Ο.π. στις σελ. 152-3.

[26] Ο.π., στις σελίδες 153 και 154.

[27] Εφημερίδα Le Monde, 19.10.2003.

[28] «Θέματα Παιδείας»,τεύχος 7/2001, αφιέρωμα στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών.

[29] Ο.π., Θέσεις του ΣΥΝ, Μάρτης 2002, σελ. 98 – 107 και 141 – 142.

[30] Ο.π. στη σελίδα 102.

[31] Ο.π. στη σελ.141.

[32] «Θέματα Παιδείας», τεύχος 7/2001, Γιάνη Βαρουφάκη: Η υποχώρηση των ιδεών-Συμπεράσματα από τη βρετανική και αυστραλιανή εμπειρία αξιολόγησης του πανεπιστημιακού έργου.

[33] Θέσεις του ΣΥΝ, Μάρτης 2002, στη σελίδα 176.

[34] Ο.π. Θέσεις του ΣΥΝ, Μάρτης 2002, στη σελίδα 136.

[35] Ο.π. στη σελ. 110.

[36] Ο.π., σελ. 166.

[37] «Θέματα Παιδείας», τεύχος 14/2003, ΕΠΙΚΑΙΡΑ, Απεργία εκπαιδευτικών… ελιγμός ήταν και πέρασε.