ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΟΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΤΟΜΕΑ ΥΓΕΙΑΣ

Στο έδαφος των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων που μειώνουν την τιμή της εργατικής δύναμης, η προαγωγή και αποκατάσταση της υγείας, ως ιδιαίτερος κλάδος της κοινωνικής εργασίας, τείνει να εμπορευματοποιηθεί στο σύνολό του. Οι ανατροπές στην κοινωνική ασφάλιση, που ακόμα βρίσκονται σε εξέλιξη, εξυπηρετούν τον ίδιο στόχο. Δηλαδή, μειώνουν την τιμή της εργατικής δύναμης μεταξύ άλλων μέτρων με την κατάργηση μέρους των υπαρχουσών παροχών, τη λειτουργία του δημόσιου συστήματος υγείας με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, την ανάπτυξη των επαγγελματικών ταμείων ασφάλισης.

Ο κρατικός παρεμβατισμός, που ούτε ουδέτερος είναι ούτε αταξικός, παρέχει κάποιες ελάχιστες υγειονομικές φροντίδες, κυρίως στην περίθαλψη, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την κερδοφορία του κεφαλαίου.

Ο ιδιωτικός τομέας ανθίζει και καρπώνεται ιλιγγιώδη ποσά, ξεζουμίζοντας τα Ασφαλιστικά Ταμεία και τους ίδιους τους εργαζόμενους. Κύριος αιμοδότης του ιδιωτικού τομέα είναι το ίδιο το Δημόσιο. Η ανάπτυξή του δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών τόσο του ΠΑΣΟΚ, όσο και της ΝΔ. Οι αποφάσεις που παίρνονται στα ευρωπαϊκά και κυβερνητικά επιτελεία, σε συνεργασία με τις διάφορες πολυεθνικές, εξυπηρετούν τη μεγαλύτερη ενίσχυσή του.

Το κίνητρο για τους επιχειρηματίες είναι το κέρδος και όχι η πρόληψη και η βελτίωση όλων εκείνων των κοινωνικών και περιβαλλοντικών παραγόντων, που συνδέονται και καθορίζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό την υγεία του λαού μας. Οι όποιες παροχές, ακόμα και οι συνθήκες νοσηλείας, εξαρτώνται αποκλειστικά από το βαλάντιο του καθενός.

Ο ιδιωτικός τομέας υγείας είναι αναπτυγμένος στη δευτεροβάθμια και την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας. Αναπτύσσεται δυναμική και στο χώρο της επείγουσας βοήθειας, ενώ εντείνεται και η επιχειρηματική δραστηριότητα των ασφαλιστικών εταιρειών και τραπεζών μέσα από διάφορα προγράμματα και επενδύσεις.

Ο ιδιωτικός τομέας υγείας υπήρχε και πριν με τη μορφή των ΑΕ και των ΕΠΕ (μικροβιολογικά και ακτινολογικά εργαστήρια αναπτύχθηκαν στη χώρα μας πριν 30 χρόνια), κυρίως όμως είχε προσωπικό χαρακτήρα. Πραγματική έκρηξη στην ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα παρατηρείται στη δεκαετία του 1990, κατά την οποία ενισχύεται η τάση συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης. Η μικρή προσωπική επιχείρηση δίνει όλο και περισσότερο τη θέση της στη μεγάλη ανώνυμη εταιρεία, με πολυκλαδικό χαρακτήρα[1], αλλά και με εξαγωγή κεφαλαίων, κυρίως στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

 

ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Η επιχειρηματική δράση άρχισε με τη ψήφιση του ΝΔ 1845/39, όπου προβλεπόταν η δυνατότητα ίδρυσης ιδιωτικής κλινικής, όχι μόνο από ιδιώτες, αλλά και εταιρείες, με την ευθύνη ακτινολόγων ή μικροβιολόγων γιατρών. Ακολούθησαν τα Βασιλικά Διατάγματα 451/62 και 521/63 τα οποία βρίσκονται ακόμα σε ισχύ. Από το 1980 και μετά εμφανίζονται τα διαγνωστικά κέντρα. Μετά το 1987 οι άδειες ίδρυσης των διαγνωστικών κέντρων και εργαστηρίων εκχωρούνται σε νομικά πρόσωπα. Η λειτουργία τους καθορίζεται από τις διατάξεις του Π.Δ. 84/01 η εφαρμογή του οποίου, μετά από αλλεπάλληλη πίεση των επιχειρηματιών, έχει μετατοπιστεί για 5 χρόνια αργότερα.

Με βάση το νόμο 1397/83 (ιδρυτικός νόμος του ΕΣΥ), είχε σταματήσει τυπικά η έκδοση αδειών για την ίδρυση νέων ιδιωτικών κλινικών ή η επέκταση των ήδη υπαρχουσών.

Κατά τη δεκαετία 1983-1993 παρατηρήθηκαν οι εξής τάσεις: Το 1983 τα δημόσια νοσηλευτήρια ήταν 122. Το 1993 αυξήθηκαν στα 140. Τα ιδιωτικά μειώθηκαν. Το 1983 ήταν 291. Το 1993 ήταν 224.

Η ΝΔ έδωσε νέα ώθηση ανάπτυξης του ιδιωτικού τομέα με τη διακυβέρνησή της το 1991-‘93. Το προεδρικό διάταγμα 247/91 έδωσε τη δυνατότητα ίδρυσης νέων κλινικών, μεταβιβάσεων και δημιουργίας διαγνωστικών κέντρων στα πλαίσια των ιδιωτικών κλινικών. Οι άδειες λειτουργίας χορηγούνται σε φυσικά και νομικά πρόσωπα. Με τους νόμους 517/91 και 247/91 καθορίστηκαν οι προδιαγραφές λειτουργίας. (Σύνθεση προσωπικού, εξοπλισμός, κτιριακές προδιαγραφές).

Επίσης η λειτουργία των ιδιωτικών κλινικών διέπεται και από το προεδρικό διάταγμα 235/00.

Νομική μορφή των ιδιωτικών φορέων υγείας είναι:

Προσωπικές εταιρείες: Απαιτούνται τουλάχιστον 3 άτομα. Η πλειοψηφία των εταίρων ή ο διαχειριστής ή η πλειοψηφία των διαχειριστών πρέπει να είναι ειδικευμένοι γιατροί. Γιατρός εταίρος απαγορεύεται να συμμετάσχει σε άλλη Ιατρική εταιρεία, ΠΦΥ ή να ασκεί ατομικά το επάγγελμα.

ΕΠΕ: Οι περισσότεροι από τους μισούς εταίρους που εκπροσωπούν περισσότερο από το μισό του συνολικού εταιρικού κεφαλαίου πρέπει να είναι ειδικευμένοι γιατροί. Επίσης ειδικευμένος γιατρός πρέπει να είναι και ο διαχειριστής ή η πλειοψηφία των διαχειριστών. Ο γιατρός εταίρος απαγορεύεται να συμμετάσχει σε άλλη Ιατρική εταιρεία ή να ασκεί ατομικά το επάγγελμα.

ΑΕ: Το σύνολο των μετοχών είναι ονομαστικές. Το 51% των μετοχών πρέπει να ανήκει σε γιατρούς. Η αναλογία αυτή τηρείται σε κάθε μείωση ή αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου.

 

ΜΕΡΙΔΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ

Για το 2000 οι συνολικές δαπάνες για την υγεία στη χώρα μας έφθασαν στα 3,7 τρις δρχ. ή το 9,1% του ΑΕΠ. Το 5,2% ήταν δημόσιες δαπάνες και το 3,9% ιδιωτικές, δηλαδή οι δημόσιες δαπάνες αποτελούσαν το 57% των συνολικών δαπανών. Ενώ το 1989, οι δημόσιες δαπάνες ήταν το 63% των συνολικών δαπανών υγείας[2]. Υπάρχει διαχρονική αύξηση των ιδιωτικών δαπανών υγείας, έτσι που σε σημαντικό βαθμό να κλείνει η ψαλίδα ανάμεσα στις δημόσιες και στις ιδιωτικές δαπάνες. Οι ιδιωτικές δαπάνες υγείας το διάστημα 1998-2000 αυξάνονταν κάθε χρόνο κατά 1,2%, ενώ το ίδιο διάστημα οι δημόσιες δαπάνες αυξήθηκαν κατά 0,5%.[3]

Πρέπει να επισημάνουμε ότι και οι λεγόμενες κοινωνικές δαπάνες, είτε προέρχονται από ασφαλιστικά ταμεία, δημόσια και μη, είτε από δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού, αποτελούν προϊόν της εργασίας της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζόμενων στρωμάτων.

Σε σχετική έρευνα της ΕΣ.Υ.Ε. (1998-1999) εμφανίζεται ότι τα ποσά που πληρώνουν τα νοικοκυριά απευθείας για επισκέψεις σε γιατρούς, διαγνωστικές εξετάσεις, οδοντιατρικές επισκέψεις, αποκλειστικές νοσοκόμες, φάρμακα χωρίς συνταγή, υπολογίζονται στο 41% των συνολικών δαπανών υγείας και ανέρχονται στα 1,3 τρις δρχ. το χρόνο. Το δείγμα της έρευνας ήταν 6.800 οικογένειες.

Αντίστοιχη έρευνα το 1992-1993 με βάση τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς έδειξε ότι οι ιδιωτικές δαπάνες δεν ξεπερνούσαν το 39,2% των συνολικών δαπανών.

Το 2001, το 56% των συνολικών δαπανών για την υγεία ήταν δημόσιες και το 44% ιδιωτικές[4].

Η χώρα κατέχει την υψηλότερη θέση στο ποσοστό ιδιωτικών δαπανών υγείας και την τελευταία θέση στις δημόσιες δαπάνες μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Το 95% των ιδιωτικών δαπανών καταβάλλονται από τους ίδιους τους εργαζόμενους και το 5% αφορά ασφαλιστικές αποζημιώσεις, σύμφωνα με στοιχεία που δόθηκαν στο 3ο συνέδριο για τα συστήματα υγείας και κοινωνικής ασφάλισης του περιοδικού Economist[5]. Το 2001 η Ελλάδα δαπάνησε για την υγεία το 9,4% του ΑΕΠ.

Η κυβέρνηση με τη λειτουργία των απογευματινών εξωτερικών ιατρείων στα δημόσια νοσοκομεία επιβαρύνει ακόμα περισσότερο το λαό με τις επιπρόσθετες απευθείας δαπάνες. Το α΄ εξάμηνο της λειτουργίας του, τα νοσοκομεία του Α΄ ΠΕΣΥ Αθηνών εισέπραξαν 700 εκατ. δρχ. Η αύξηση των ιδιωτικών δαπανών σχετίζεται με τη συμμετοχή στα φάρμακα, στα πλαίσια των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, για περιορισμό των κρατικών δαπανών και επιβολή εναλλακτικών μορφών χρηματοδότησης. Η πληρωμή στα εξωτερικά ιατρεία, ακόμα και στα επείγοντα, είναι εφαρμογή αυτών των κατευθύνσεων.

Η λειτουργία του ιδιωτικού τομέα είναι εντελώς ανεξέλεγκτη και αδιαφανής. Επιβάλλουν στους ασθενείς υπέρογκα χρηματικά ποσά για τη νοσηλεία τους, διαμορφώνοντας με κριτήριο το κέρδος, το αντίστοιχο κόστος των ιατρικών πράξεων, εξετάσεων και των αναλωσίμων υλικών. Προσφέρουν αμφιβόλου ποιότητας υπηρεσίες. Εχουν επιλέξει μεθόδους νοσηλείας με στόχο να διασφαλίζεται μεγαλύτερο κέρδος. Μείωση του χρόνου νοσηλείας, μείωση του κόστους.

Στην κυριολεξία ξεζουμίζουν τα ασφαλιστικά ταμεία και μάλιστα το μεγαλύτερο ασφαλιστικό οργανισμό, το ΙΚΑ. Σύμφωνα με στοιχεία της διοίκησης του ΙΚΑ, το 1998 το ίδρυμα δαπάνησε για:

α) Εξετάσεις σε ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα 12.208.780.493 δρχ.

β) Κόστος νοσηλείας και διενέργεια εξετάσεων σε ιδιωτικές κλινικές της Αττικής, το ποσό των 3.921.814.678 δρχ.

γ) Μαγνητικές τομογραφίες 576.653.040 δρχ.

Οι αμοιβές των ιατρικών πράξεων στον ιδιωτικό τομέα είναι πανάκριβες, σε σύγκριση με τις αντίστοιχες του δημόσιου τομέα.

 

ΑΜΟΙΒΕΣ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ

Κατηγορία
εξέτασης

Ιδιωτικός τομέας

Δημόσιος τομέας

Απόκλιση %

Ιατρική επίσκεψη

10.000

2200

78,00

Γενική αίματος

3.950

980

75,19

Τριγλυκερίδια

4.000

1.530

61,75

P. S. A.

23.550

14.280

39,36

Ακτινογρ. Θώρακος F/P

12.050

2.760

77,10

Υπερηχ. ύπατος-παγκρέατος

14.150

4.970

64.88

Triplex καρδιάς

31.700

25.000

21,14

Μαγνητική τομογραφία

103.000

80.740

21,61

Αξονική τομογραφία

31.900

24.230

24,04

(Δεδομένα 1994. Υπολογισμοί: Κυριάκος Σουλιώτης).

 Πρόκειται για καθαρά πολιτική επιλογή. Σε συνδυασμό με την αύξηση των νοσηλίων στο δημόσιο τομέα, από το 1992 και μετά (από 2.840 δρχ. το νοσήλιο Γ’ θέσης πήγε στις 8.000 και στη συνέχεια στις 15.000). Το ’97 δόθηκε νέα αύξηση από το ΠΑΣΟΚ, από 29-69%. Με το ημερήσιο ενοποιημένο νοσήλιο ο κλάδος υγείας του ΙΚΑ, που ήταν πλεονασματικός και χρηματοδοτούσε τον ελλειμματικό κλάδο σύνταξης, έγινε και αυτός ελλειμματικός. Το ότι είναι ελλειμματικός οφείλεται και στο ότι χρηματοδοτεί τον κλάδο σύνταξης.

Με τις αναδιαρθρώσεις που επιταχύνονται και στο δημόσιο τομέα υγείας (λειτουργία με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, ανακοστολόγηση ιατρικών πράξεων, ανταγωνιστικότητα κλπ.) η κατάσταση θα γίνει πλέον εκρηκτική για τα ασφαλιστικά ταμεία, όπου συνολικά το κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στους νόμους της αγοράς με βαριές επιπτώσεις στην εργατική οικογένεια και όλο το λαό. Διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις εξάπλωσης της συμπληρωματικής ιδιωτικής ασφάλισης, των επαγγελματικών ασφαλιστικών ταμείων, ενίσχυσης των επενδύσεων των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών.

Τα ιδιωτικά Θεραπευτήρια διατηρούν το μεγαλύτερο μερίδιο στο συνολικό αριθμό Θεραπευτηρίων (δημόσιων και ιδιωτικών).

Το 1993 ήταν 224 (60,9%).

Το 1994 ήταν 218 (60,2%).

Το 1996 ήταν 212 (59,6%).

Σήμερα σε όλη τη χώρα λειτουργούν 140 δημόσια Θεραπευτήρια και 195 ιδιωτικά.

Το μεγαλύτερο ποσοστό κρεβατιών όμως ανήκει στο δημόσιο τομέα. Η κατανομή, σύμφωνα με την ΕΣΥΕ, είναι η παρακάτω:

 

ΕΤΟΣ

ΣΥΝΟΛΟ

ΚΛΙΝΕΣ ΣΕ ΔΗΜΟΣΙΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ

ΚΛΙΝΕΣ ΣΕ ΙΔΙΩΤΙΚΑ   ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ

ΚΛΙΝΕΣ ΣΕ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ Ν.Π.Ι.ΔΙΚ.

1996

52.586

37.016

15.286

284

1997

52.474

37.047

15.134

293

1998

52.494

37.457

14.745

293

1999

51.404

36.438

14.673

293

 Δηλαδή το 1999, το 70,9% είναι δημόσια κρεβάτια και το 28,5% ιδιωτικά.

Πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας προκύπτουν από τους οργανισμούς των νοσοκομείων που σε πολλές περιπτώσεις δεν αντιστοιχούν στην πραγματικότητα, αφού φρόντιζαν οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ να μην αναπτυχθούν όλα τα κρεβάτια που τυπικά καταγράφονται στα χαρτιά.

Το 1999 το 44,9% του συνολικού αριθμού των δημοσίων κρεβατιών βρίσκονταν στην πρωτεύουσα και το 22,5% στη Μακεδονία. Σήμερα στο λεκανοπέδιο τα δημόσια κρεβάτια μειώθηκαν κατά 1.000.

Αντίστοιχα τα ιδιωτικά κρεβάτια κατανέμονται το 53,6% στην Αθήνα και το 23,3% στη Μακεδονία.

Οι επενδύσεις των επιχειρηματιών σε νοσοκομειακά κρεβάτια που η πληρότητά τους εξασφαλίζει και το κέρδος προϋποθέτουν τη μείωση των δημοσίων κρεβατιών και την παραπομπή «πελατών» από τα ασφαλιστικά ταμεία. Αυτό υπηρετούν και δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών για την ανάγκη μείωσης των δημοσίων κρεβατιών και την ενοποίηση των κλάδων υγείας των Ασφαλιστικών Ταμείων σε ενιαίο μηχανισμό, που θα διοχετεύει με όρους ανταγωνισμού και αγοράς ασθενείς στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα περίθαλψης.

Η πολιτική των συγχωνεύσεων και καταργήσεων νοσοκομειακών κλινικών, η αλλαγή του ρόλου νοσοκομείων ή και το κλείσιμο ακόμα, όπως του Αγ. Παύλου στη Φράγκων στη Θεσσαλονίκη, υπηρετεί τους προφανείς πόθους των επιχειρηματιών.

Οσον αφορά στην απασχόληση στα ιδιωτικά νοσηλευτήρια, σημειώνουμε ότι οι 27 μεγαλύτερες ιδιωτικές κλινικές (50-878 εργαζόμενοι) απασχολούν 5.000 άτομα προσωπικό[6]. Ενδεικτικά αναφέρονται από πλευράς προσωπικού τα εξής ιδιωτικά νοσηλευτήρια, σύμφωνα με στοιχεία του 1999.

 

Θεραπευτήρια

Αριθμός εργαζομένων

ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε.

1.145

ΙΑΣΩ Α.Ε.

680

ΥΓΕΙΑ Α.Ε.

940

ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ

320

ΙΑΤΡΙΚΟ ΠΑΛΑΙΟΥ ΦΑΛΗΡΟΥ

220

ΜΗΤΕΡΑ

680

  Τα διαγνωστικά κέντρα -πάνω από 400 σήμερα- την περίοδο ‘85/’91 παρουσίασαν ρυθμό αύξησης 26%. Σε σύνολο 40 διαγνωστικών κέντρων απασχολούνται 1.526 άτομα.

Οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες έφθασαν τις 107 το ‘99, με 9.752 προσωπικό και με καθαρά κέρδη 123.510.424 εκατ. δρχ.

Η πορεία ανάπτυξης του ιδιωτικού τομέα φαίνεται και από τα διαθέσιμα στοιχεία που αφορούν το μέγεθος της εγχώριας αγοράς[7], τις συνολικές πωλήσεις και τα κέρδη του.

Το μέγεθος της εγχώριας αγοράς, μη συμπεριλαμβανομένων των αμοιβών των γιατρών, παρουσιάζει συνεχή αυξητική πορεία. Π.χ. το 2001 ανήλθε στα 833.500 χιλ. ευρώ, ενώ το 1997 ήταν 506.000 χιλ. ευρώ, δηλαδή ετήσιος ρυθμός αύξησης 13,3%.

Οσον αφορά στο μερίδιο των διαφόρων κλάδων σημειώνουμε ότι οι ιδιωτικές κλινικές αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μερίδιο, ποσοστό 54,7% το 2001, επί του συνόλου της αγοράς του ιδιωτικού τομέα. Την περίοδο 1997-2001, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του μεγέθους της αγοράς των ιδιωτικών κλινικών ήταν 14,5%.

Ακολουθούν οι γυναικολογικές κλινικές και τα ιδιωτικά μαιευτήρια, αντιπροσωπεύοντας το 2001 το 18,0% επί του συνόλου της αγοράς, με ετήσιο ρυθμό αύξησης 14,7% για την ίδια χρονική περίοδο.

Τα διαγνωστικά κέντρα αντιπροσωπεύουν το 27,3% της συνολικής αγοράς, σημειώνοντας για την ίδια χρονική περίοδο, ρυθμό αύξησης 10,3%.

Το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς στο χώρο των ιδιωτικών κλινικών το 2001 κατέχουν το Ιατρικό Αθηνών και το Θεραπευτήριο «Υγεία». Ανάμεσα στις μαιευτικές κλινικές κυριαρχούν το «ΙΑΣΩ» και το «ΜΗΤΕΡΑ», ενώ στα διαγνωστικά κέντρα ξεχωριστή θέση κατέχουν η ΒΙΟΪΑΤΡΙΚΗ και η EYROMEDICA.

Οι πωλήσεις ακολουθούν αυξητική πορεία.

Το 2000 η αύξηση ήταν 13,7% σε σχέση με το 1999 και το 2001 ήταν 22,7%, συγκριτικά με το 2000.

Συγκεκριμένα, σαν ποσά, αναφέρονται:

1999     314.574.060 ευρώ

2000     357.767.819 ευρώ

2001     439.147.647 ευρώ

Από τους δημοσιευμένους ισολογισμούς προκύπτει ότι 20 κλινικές και διαγνωστικά κέντρα μοιράζονται το 80% σχεδόν των εσόδων και των κερδών των κλάδων (Ιατρικό Αθηνών, Euromedica, «Υγεία», «ΙΑΣΩ», «ΜΗΤΕΡΑ», Βιοϊατρική, Ευρωκλινική Αθηνών, «Αγιος Λουκάς», «Περσεύς», Κεντρική Κλινική Αθηνών).

Προκύπτει επίσης ότι το 2002 190 ιατρικά και διαγνωστικά κέντρα αύξησαν τον κύκλο εργασιών τους κατά 16%, φτάνοντας στα 802 εκατ. ευρώ.

Τα καθαρά κέρδη των 20 μεγαλύτερων επιχειρήσεων το 2002 έφτασαν τα 71,5 εκατ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 70% των συνολικών κερδών των κλάδων[8].

 

ΙΣΧΥΡΗ ΤΑΣΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΟΠΟΙΗΣΗΣ

Στην αγορά υγείας είναι έντονη και διαρκώς ισχυροποιείται η τάση των συγχωνεύσεων, της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης. Διαπλέκονται επιχειρήσεις νοσηλευτικής φροντίδας με ασφαλιστικές εταιρείες, αλλά και με τράπεζες. Οι επιχειρήσεις υγείας δημιουργούν αλυσίδες υποκαταστημάτων τους σε όλη την Ελλάδα. Ορισμένες από αυτές κάνουν εξαγωγή των κεφαλαίων τους με επενδύσεις στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, π.χ. Ιατρικό Κέντρο. Η εξαγορά κλινικών και διαγνωστικών κέντρων διαμορφώνει μονοπωλιακές καταστάσεις. Αναφέρουμε ορισμένα παραδείγματα: Η εταιρεία Ιατρικό Αθηνών ΑΕΕ απορρόφησε το 2001 το Ιατρικό Αθηνών Κλινική Παλαιού Φαλήρου ΑΕ και το ΙΑΣΙΣ ΑΕ. Η Euromedica ΑΕ, Παροχές Ιατρικών Υπηρεσιών, απορρόφησε την εταιρεία «Κυανούς Σταυρός» Γενική Κλινική ΑΕ. Η Euromedica ΑΕ απορρόφησε το 2000 τις εταιρείες Θεραπευτική Κλινική Αθηνών ΑΕ και το Αθήναιο Νοσηλευτικό Κέντρο ΑΕ, που στη συνέχεια απορροφήθηκε και αυτή από την Euromedica ΑΕ Παροχές Ιατρικών Υπηρεσιών.

Στην αγορά υγείας εισέρχονται επιχειρηματίες άλλων κλάδων. Π.χ. στην επιχείρηση «Περσεύς - Υγειονομική Φροντίδα» συμμετέχουν οι επιχειρηματίες Π. Παναγόπουλος (ΕΠΑΤΥ), Κούμπας (ΚΑΕΣ), Θ. Καλούδης, η Τράπεζα Πειραιώς και ξένοι επενδυτές.

Επιχειρήσεις, όπως το «ΥΓΕΙΑ» ΑΕ, το «ΙΑΣΩ» ΑΕ, το Ιατρικό ΑΕ, το Ιατρικό Αθηνών κλινική Παλαιού Φαλήρου ΑΕ και η εταιρεία Δανιηλίδη Κ.Ι. «Παναγία» ΑΕ, είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Η εισαγωγή των εταιρειών αυτών στο Χρηματιστήριο δίνει τη δυνατότητα εξαγοράς τους από άλλους επιχειρηματίες - ανταγωνιστές. Γι’ αυτό το λόγο και επειδή δεν υπάρχει το κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο, το «ΙΑΣΩ» ετοιμάζει εταιρεία holding company, ώστε σε περίπτωση πώλησης των μετοχών του, να έχουν δικαίωμα προτίμησης οι άλλοι μέτοχοι της holding company. Η Ευρωκλινική Αθηνών (Κοντομηνάς) σχεδιάζει, στο βαθμό που υπάρξει το κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο, το προσωπικό να έχει συμμετοχή στα κέρδη μέσω διανομής μετοχών, με τη μορφή stock options.

Η τάση της συγκεντροποίησης έχει αντικειμενικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, συνεχώς περιορίζονται τα περιθώρια επιβίωσης των «μικρών» που καθημερινά θα εκτοπίζονται και θα μετατρέπονται σε μισθωτούς των μεγάλων επιχειρήσεων. Πρόκειται για αυταπάτη να ελπίζουν πως μέσα από συνεταιρισμούς μπορούν να επιβιώσουν από την επέλαση στην κυριολεξία του μεγάλου κεφαλαίου στο χώρο της υγείας.

Η Ενωση των Διαγνωστικών Κέντρων διαφωνεί με τη λεγόμενη κεφαλαιουχική μορφή των ιατρικών εταιρειών. Δηλαδή το 51% να είναι μέτοχοι οι γιατροί και το 49% να ανήκει σε holding εταιρεία εισηγμένη στο Χρηματιστήριο. Ο φόβος μπροστά στη συγκεντροποίηση, τους οδηγεί στην πρόταση να θεσμοθετηθεί η ομαδική άσκηση της ιατρικής μέσω εταιρείας, με ειδική νομική μορφή, σύμφωνα με το Γαλλικό, Βελγικό και Γερμανικό πρότυπο.

Η τάση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης έχει δυναμικό χαρακτήρα. Η επιθετικότητα του κεφαλαίου που διψά για περισσότερα κέρδη δεν μπορεί να αναχαιτισθεί με προτάσεις τύπου «έλεγχος της λειτουργίας, επιβολή κανόνων ή ειδικής φορολογίας στα κέρδη των επιχειρήσεων υγείας» προς άντληση πόρων, όπως προτείνουν σοσιαλδημοκράτες, φιλελεύθεροι και «αριστεροί».

 

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ

Η ιδιωτική ασφάλιση υγείας καθιερώθηκε τη δεκαετία του ’80. Αναπτύχθηκε πάνω στο έδαφος απαξίωσης και δυσλειτουργίας του δημόσιου συστήματος υγείας και των υγειονομικών υπηρεσιών των δημόσιων ασφαλιστικών ταμείων.

Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Εμπορίου και της Ενωσης των Ελληνικών Ασφαλιστικών Εταιρειών, δραστηριοποιούνται συνολικά στη χώρα μας (130) εκατόν τριάντα ασφαλιστικές εταιρείες όλων των κλάδων. Ο κλάδος ζωής αντιπροσωπεύει το 50% του συνόλου.

Οι (10) δέκα πρώτες κατέχουν το 70% του συνολικού κύκλου εργασιών.

Οι πρώτες (20) είκοσι, το 94%.

Είκοσι (20) εταιρείες προσφέρουν ολοκληρωμένα προγράμματα ασφάλισης υγείας και καλύπτουν το 95% των προσφερομένων πακέτων.

Η κάλυψη του πληθυσμού με ιδιωτική ασφάλιση είναι σχετικά χαμηλή.

Μέχρι το 1979 δεν ξεπερνούσε το 0,6%. Το 1990 το 5% του πληθυσμού.

Σήμερα τα 2/3 του ενεργού ασφαλίσιμου πληθυσμού δε διαθέτουν κανένα ιδιωτικό ασφαλιστικό πρόγραμμα ζωής, σύνταξης, υγείας. Τα περιθώρια ανάπτυξης της αγοράς είναι πολύ μεγάλα. Υπολογίζεται η ιδιωτική «ασφαλιστική πίτα» σε 7,0-8,5 δισ. ευρώ. Περίπου 6πλάσια από τα σημερινά επίπεδα[9].

 

Ποσοστό Ασφαλίστρων Ζωής

επί του ΑΕΠ σε χώρες της ΕΕ (2000)

Μ. Βρετανία

13,0 %

Γαλλία

6,4 %

Ολλανδία

5,7 %

Βέλγιο

5,2 %

Δανία

4,0 %

Ισπανία

3,9 %

Ιταλία

3,4 %

Πορτογαλία

3,3 %

Ελλάδα

1,1 %

(Πηγή: Ενωση Ελληνικών Ασφαλιστικών Εταιρειών, περιοδικό Banking Οκτώβρης 2002).

 Ασφαλιστικές εταιρείες συγχωνεύονται με τον ιδιωτικό τομέα υγείας, π.χ. ο Αποστολόπουλος έχει στην ιδιοκτησία του και την ασφαλιστική εταιρεία LA VIE. Ελληνικές ασφαλιστικές εταιρείες διαπλέκονται με ξένες Ευρωπαϊκές εταιρείες. Π.χ. υπεγράφη συμφωνία της Uhter Αmerican με την Πορτογαλική B.C.P. Οι Πορτογάλοι, μέσω του χρηματιστηρίου, θα αγοράσουν το 23% της Interamerican ζωής. Η Interamerican θα αγοράσει το 5% της B.C.P. Η Αγροτική Ασφαλιστική διαπλέκεται με την Gerling, τον τρίτο μεγαλύτερο ασφαλιστικό οργανισμό της Γερμανίας. Οι τράπεζες, μέσω των δικών τους ασφαλιστικών εταιρειών, προσφέρουν διάφορα πακέτα υγείας ή και με άλλα προγράμματα.

Οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες διεκδικούν το δικό τους χώρο κερδοφορίας στην υγεία, μέσα από την παραπέρα ανάπτυξη των ασφαλιστηρίων στον κλάδο ζωής. Σε πρόσφατο υπόμνημά τους στην κυβέρνηση, μιλάνε για μερική ικανοποίηση των αιτημάτων τους, στα πλαίσια των ανατροπών του κοινωνικού ασφαλιστικού συστήματος της χώρας. Διεκδικούν το «συμπληρωματικό» τους ρόλο και στον τομέα της υγείας. Αναφέρονται στην ανάγκη αύξησης των ασφαλίστρων στον κλάδο ζωής, επικαλούμενες τα χαμηλά επίπεδα που είναι στη χώρα μας, σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ενωση. Ητοι: Το 2000 η αύξηση των ασφαλίστρων του κλάδου ζωής στην Ελλάδα ήταν 1,1% και στην ΕΕ ήταν 22%[10].

Απαιτούν, στα πλαίσια αυτά, την πλήρη φορολογική απαλλαγή των ασφαλίστρων που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις για ομαδικές ασφαλίσεις προσώπων, με την επίκληση επίσημης ανακοίνωσης της Κομισιόν (COM 2001, 214/1994/01), για την κατάργηση των φορολογικών εμποδίων κατά τη διασυνοριακή παροχή επαγγελματικών συντάξεων, ώστε να υπάρχει απαλλαγή των εισφορών και κερδών από επενδύσεις συνταξιοδοτικών προγραμμάτων.

Θεωρούν αρνητική την επιβάρυνση των ασφαλίστρων ζωής με τέλος χαρτοσήμου 2,4%, την επιβάρυνση των ασφαλίστρων με φόρο κύκλου εργασιών σε ποσοστό 4% στα συμβόλαια κλάδου ζωής κάτω των 10 ετών, έως 10% στα νοσοκομειακά προγράμματα. Υπολογίζουν ότι αν ικανοποιηθούν οι ασφαλιστικές εταιρείες μέσα από την φορολογική μεταρρύθμιση θα αυξηθεί κατά 40% η παραγωγή νέων ασφαλιστικών συμβολαίων του κλάδου ζωής.

Πόλεμος έχει ξεσπάσει και με τις ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας, στην προσπάθεια των ασφαλιστικών εταιρειών, να αντλήσουν περισσότερα κέρδη μέσα από τη μείωση του κόστους. Τα υψηλά νοσήλια και οι αμοιβές των γιατρών στον ιδιωτικό τομέα είναι εμπόδιο στην κερδοφορία τους. Η προκλητή ζήτηση ιατρικών υπηρεσιών, οι εικονικές εισαγωγές ζημιώνουν την κερδοφορία τους. Ετσι απαιτούν μείωση των τιμολογίων των ιδιωτικών Θεραπευτηρίων, της τάξης του 20%, έλεγχο των ιατρικών πράξεων με βάση πρωτόκολο. Ελεγχο των θεραπειών και των ασθενών[11]. Ζητούν ακόμα εκπτώσεις μέχρι 30%, ανάλογα με το ύψος των τιμολογίων της κάθε εταιρείας, στα νοσοκομεία.

Παράλληλα διαμορφώνουν προγράμματα υγείας σε καθαρά ανταποδοτική βάση, ανάλογα με τις εισφορές, με αποτέλεσμα τη συμμετοχή των ασφαλισμένων στις δαπάνες νοσηλείας, ενώ υπάρχουν προγράμματα που δεν ασφαλίζουν άτομα πάνω από 65-70 ετών. Στα πλαίσια αυτά ζητούν από το Υπουργείο Εμπορίου να ενημερώνονται για την κατάσταση υγείας των οδηγών οχημάτων που έχουν νοσηλευτεί για αγγειακά, καρδιακά, νευρολογικά κλπ. προβλήματα, ώστε να αναπροσαρμόσουν το κόστος των ασφαλιστικών συμβολαίων.

Οι ιδιωτικές κλινικές από τη δική τους την πλευρά απαιτούν αύξηση του κρατικού νοσηλίου, αρνούνται πολλές από αυτές να ανταποκριθούν στους όρους της υλικοτεχνικής υποδομής και της σύνθεσης του προσωπικού.

Η κυβερνητική πολιτική με τις μέχρι σήμερα ανατροπές των κοινωνικών ασφαλιστικών συστημάτων, εξυπηρετεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα των ασφαλιστικών εταιρειών. Η ίδρυση των επαγγελματικών ταμείων ασφάλισης, η ενοποίηση των κλάδων υγείας με τη διαμόρφωση κατάλληλου μηχανισμού, η λειτουργία της όποιας κοινωνικής ασφάλισης με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, οι διάφορες φοροαπαλλαγές και εισφοροαπαλλαγές της εργοδοσίας, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για να επενδύσουν κερδοφόρα οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες και γενικότερα το κεφάλαιο.

Η ιδιωτική ασφάλιση ενδιαφέρεται αποκλειστικά και μόνο για το κέρδος. Γι΄ αυτό και τα διάφορα πακέτα είναι αυστηρά σε ανταποδοτική βάση, σύμφωνα με το βαλάντιο του καθενός. Η εμπειρία είναι ήδη αρκετή. Οι παροχές των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών εξαρτώνται αυστηρά από την ηλικία, τις οικονομικές παροχές, το ιατρικό ιστορικό. Υπάρχουν προγράμματα που εξαρτώνται άμεσα από την πορεία του χρηματιστηρίου.

Η πολιτική του ΠΑΣΟΚ ετοιμάζει διάφορα «φιλέτα» δημόσιων νοσοκομείων να τα εκχωρήσει στις ασφαλιστικές εταιρείες, ώστε να διευκολυνθεί η κερδοφορία τους μέσα από τα χαμηλά νοσήλια του δημόσιου, σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα.

Ζημιωμένος και πάλι είναι αποκλειστικά και μόνο ο ίδιος ο εργαζόμενος. Η ταξική διαφοροποίηση θα πάρει νέες διαστάσεις. Ο στόχος για καθολική δημόσια δωρεάν κοινωνική ασφάλιση πρέπει να αγκαλιάσει όλο το εργατικό λαϊκό κίνημα, δεδομένου ότι η επίθεση του κεφαλαίου όχι μόνο δεν έχει σταματήσει, αντίθετα θα ενισχυθεί το αμέσως επόμενο διάστημα.

 

ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΒΙΟΪΑΤΡΙΚΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ

Η εγχώρια παραγωγή είναι σχεδόν μηδαμινή σε αυτόν τον τομέα, περιορίζεται στην παραγωγή συσκευών για τα νεφρά, στις σύριγγες, στις γάζες κλπ. Το 90% των αναγκών καλύπτεται με εισαγωγές από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία.

Το 70% των εισαγωγών γίνεται από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Η Γερμανία είναι πρώτη στη σειρά με μερίδιο στις συνολικές εισαγωγές 25%. Η Ιταλία συμμετέχει με μερίδιο 13%, οι Κάτω Χώρες με 9,6%, η Γαλλία με 80%, η Μ. Βρετανία με 6%. Στο ίδιο ποσοστό συμμετέχει το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο. Η Ιρλανδία συμμετέχει με ποσοστό 4%.Οι ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν το 18% των εισαγωγών. Τρίτη είναι η Ιαπωνία.

Ο δημόσιος τομέας απορροφά το 65% των προμηθειών. Τα τελευταία χρόνια ο ιδιωτικός τομέας ενισχύει το μερίδιό του, κυρίως σε μεγάλα μηχανήματα, όπως τομογράφους, διαγνωστικά κλπ. Ο μέσος όρος ζωής των ιατρικών μηχανημάτων δεν ξεπερνά τα 3-5 χρόνια.

Το 2000 δαπανήθηκαν 622,1 εκατ. ευρώ, τόσο από το δημόσιο όσο και από τον ιδιωτικό τομέα. Το 2001 ο ρυθμός ανάπτυξης της αγοράς μηχανημάτων βιοϊατρικής τεχνολογίας ήταν 4%, ενώ πριν μια πενταετία 23%[12].

Υπάρχει η αντίληψη στα κυρίαρχα κόμματα, πως η σύγχρονη τεχνολογία είναι ένοχη για την προκλητή ζήτηση υπηρεσιών υγείας. Η αιτία δε βρίσκεται στα σύγχρονα μηχανήματα, αλλά στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, στο κυνήγι του κέρδους, στον ανταγωνισμό.

Στη χώρα μας έχει συγκροτηθεί και λειτουργεί ο Πανελλήνιος Σύλλογος Προμηθευτών Συσκευών και Ιατρικών Μηχανημάτων. Από τα βασικά του αιτήματα ήταν και παραμένει η έγκαιρη πληρωμή από το Δημόσιο, «εκβιάζοντας» πολλές φορές με διακοπή της τροφοδοσίας των νοσοκομείων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη νοσηλεία των ασθενών. Η κυβέρνηση ικανοποίησε τα αιτήματά τους με τη θεσμοθέτηση του αλληλόχρεου[13] λογαριασμού στο νόμο για τις προμήθειες. Ο νόμος αυτός ακόμα δεν έχει λειτουργήσει. Και μετά τις όποιες ρυθμίσεις τα χρέη των δημόσιων νοσοκομείων έχουν και πάλι διογκωθεί.

 

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

Το προσωπικό που εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, που οξύνονται με τις εξαγορές και τις συγχωνεύσεις. Τυπικά, σύμφωνα με το νόμο, οι εργαζόμενοι διατηρούν τα δικαιώματά τους. Στην πράξη όμως καταστρατηγούνται. Ασκείται μεγάλη τρομοκρατία. Στην ημερήσια διάταξη είναι οι χαμηλοί μισθοί, οι απολύσεις, η εντατικοποίηση. Αριθμητικά, το προσωπικό είναι κάτω και από το αναγκαίο προσωπικό ασφαλείας. Η εκπαίδευση, σε πολλές περιπτώσεις, είναι υποτυπώδης. Οι οδηγοί των ασθενοφόρων είναι ανειδίκευτοι.

Οι προσλήψεις γίνονται με δίμηνες ή εξάμηνες συμβάσεις. Στην πορεία, ίσως κάποιες μετατραπούν σε αορίστου χρόνου. Οι συμβασιούχοι παίρνουν μικρότερο μισθό και δεν αποζημιώνονται όταν απολυθούν. Είναι περισσότερο ευάλωτοι στις πιέσεις της εργοδοσίας. Ο κρατικός έλεγχος είναι ανύπαρκτος και στην ποιότητα των υπηρεσιών και στη διαμόρφωση των τιμολογίων.

Οι περισσότεροι γιατροί εργάζονται με δελτίο παροχών υπηρεσιών. Οι μισθωτοί είναι λίγοι, μόνο και μόνο για να εξασφαλίζουν άδεια λειτουργίας. Οι γιατροί εργάζονται κατά βάση με ιδιωτική πελατεία. Οι συμβάσεις κανονίζονται σε πολλές περιπτώσεις δια λόγου.

 

ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΓΕΙΑ

Η λειτουργία του ιδιωτικού τομέα δεν επιβαρύνει μόνο οικονομικά με υπέρογκα ποσά τις λαϊκές οικογένειες. Γίνεται πλέον και επικίνδυνος για τη δημόσια υγεία. Υπάρχουν πάρα πολλά στοιχεία και φαινόμενα που το αποδεικνύουν.

Υπάρχουν φαινόμενα πλασματικών ιατρικών πράξεων και προκλητής ζήτησης υπηρεσιών. Αυτή η τάση θα ενισχυθεί ακόμη περισσότερο, με βάση και τις πρόσφατες νομοθετικές παρεμβάσεις της κυβέρνησης στο σύστημα υγείας και ασφάλισης, αλλά και τις συνεχιζόμενες απαιτήσεις του κεφαλαίου. Η διαπλοκή παίρνει τεράστιες διαστάσεις μέσα και από ορισμένους γιατρούς, είτε του ΕΣΥ είτε τους Πανεπιστημιακούς. Πολλά διαγνωστικά κέντρα έχουν συγκεκριμένη ταρίφα και ποσοστά για τους γιατρούς, που παραπέμπουν ασθενείς από το δημόσιο τομέα. Υπάρχουν ακόμα ιδιωτικά νοσοκομεία που έχουν ιδρύσει ελεγχόμενες από αυτά εταιρείες αναλώσιμων υλικών, πετυχαίνοντας έτσι μέσα από πλασματικές υπερτιμολογήσεις μεγαλύτερα κέρδη. Ο ιδιωτικός τομέας διαπλέκεται με τις φαρμακευτικές εταιρείες, αλλά και με εταιρείες που παρέχουν διάφορα υλικά, άκρως απαραίτητα στους ασθενείς, π.χ. φίλτρα τεχνητού νεφρού, βηματοδότες κλπ. Πολλές εγχειρήσεις θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί, αν το κριτήριο δεν ήταν το κέρδος του επιχειρηματία. Η διαπλοκή οδηγεί στην υπερκατανάλωση, ώστε να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη μίζα, ανάλογα με την κατανάλωση. Η αισχροκέρδεια φαίνεται και στις χρεώσεις υλικών. Π.χ. ένας φακός για την αντιμετώπιση του καταρράκτη αξίζει 9.000 δρχ. και τον χρεώνουν 40.000 δρχ. στον ασθενή. Οι παροχές είναι σε ορισμένες περιπτώσεις αμφιβόλου ποιότητας. Ο ιδιωτικός τομέας αδυνατεί να αντιμετωπίσει βαριά περιστατικά, γι΄ αυτό και τα παραπέμπει στο δημόσιο τομέα. Ο ασθενής υποχρεώνεται, για να ’χει την καλύτερη δυνατή φροντίδα, να πληρώνει κι αυτός απευθείας από την τσέπη του. Η νοσηλεία διαρκεί δύο ημέρες συνήθως και τα τιμολόγια, ανάλογα ασφαλώς με την ασθένεια, ξεπερνούν τα δύο εκατ. δραχμές.

Οι μικρές κλινικές, οικογενειακού χαρακτήρα, είναι άμεσα εξαρτημένες από τα ασφαλιστικά ταμεία, που τους εξασφαλίζουν πελατεία. Ζουν με τις εικονικές νοσηλείες και την υπερχρέωση των τιμολογίων. Προσφέρουν χαμηλή ποιότητα, κυρίως στην αποκατάσταση και αποθεραπεία, με ξεχωριστό τιμολόγιο. Δηλαδή, το δημόσιο ταμείο πληρώνει ένα μέρος των νοσηλίων και το μεγαλύτερο η οικογένεια.

Είναι υπαρκτά φαινόμενα εκβιασμών από τους επιχειρηματίες σε βάρος των ασθενών, απαιτώντας αύξηση των νοσηλίων, των φαρμάκων, την καταβολή των οφειλών του Δημοσίου στις βιομηχανίες και τις προμηθεύτριες εταιρείες ιατρικού εξοπλισμού και αναλώσιμων υλικών.

 

ΔΙΕΡΓΑΣΙΕΣ ΑΛΛΑΓΗΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ

Οι επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της ιδιωτικής υγείας απαιτούν από την κυβέρνηση αλλαγές στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο. Υπάρχουν αντιθέσεις ανάμεσα στις ιδιωτικές κλινικές και τις ασφαλιστικές εταιρείες. Ανάμεσα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στις μεγάλες ΑΕ. Οι μονοπωλιακές καταστάσεις στην αγορά υγείας και οι επιπτώσεις από το ισχύον νομικό καθεστώς για τις διάφορες μερίδες του κεφαλαίου οδηγούν τους επιχειρηματίες να ζητούν νέες κρατικές ρυθμίσεις. Πυρήνας των προτάσεών τους, που συνάδει με την πολιτική της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, είναι η λειτουργία του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα με ενιαίους κανόνες, ο «συμπληρωματικός» ρόλος του ιδιωτικού προς το δημόσιο τομέα υγείας (με διαφορετική έκφραση «λειτουργική σύζευξη δημόσιου και ιδωτικού τομέα»), η εξασφάλιση του «υγιούς ανταγωνισμού».

Η Ενωση των Ιδιωτικών Κλινικών απαιτεί αναπροσαρμογές στα νοσήλια που πληρώνουν τα ασφαλιστικά ταμεία, άρση των εμποδίων στη δραστηριότητά τους που προβλέπονται μέσω των «αυστηρών» προδιαγραφών των προεδρικών διαταγμάτων (Π.Δ. 517/91, Π.Δ. 235/00, Π.Δ. 84/00), άρση των σχετικών εμποδίων (πληρότητα πάνω από το 80% των επαρχιακών νοσοκομείων), στη σύναψη συμβολαίων με τα ασφαλιστικά ταμεία. Η διασφάλιση της ποιότητας και της αξιολόγησης με βάση συμφωνημένα πρότυπα, η κοστολόγηση των ιατρικών πράξεων είναι ορισμένα από τα αιτήματα.

Το Υπουργείο Υγείας είχε αναθέσει σε ειδική επιτροπή να επεξεργαστεί τις αναγκαίες νομοθετικές παρεμβάσεις. Οι προτάσεις της επιτροπής παραδόθηκαν στον Υπουργό Υγείας, κ. Κ. Στεφανή. Στο σχετικό κείμενο της επιτροπής γίνεται σαφής αναφορά στο πολιτικό κριτήριο των προτεινόμενων αλλαγών. Συγκεκριμένα διατυπώνεται: «Ο ιδιωτικός τομέας λειτουργεί συμπληρωματικά και σε βάση υγιούς ανταγωνισμού με το δημόσιο ενίοτε δε μπορούν να συνεργάζονται με αμοιβαίο όφελος»[14].

Διατυπώνεται επίσης μέρος των αλλαγών, που προωθούνται στο ασφαλιστικό σύστημα, στα πλαίσια των ρυθμιστικών παρεμβάσεων στην αγορά υγείας[15]. «Υπάρχει ασυμβίβαστο στην παροχή υπηρεσιών υγείας, από ιδιωτικούς ασφαλιστικούς φορείς, ότι βάσει των ιδίων αρχών που οδήγησαν στον αντίστοιχο διαχωρισμό, που προωθείται στο δημόσιο τομέα».

Θεσμοθετείται η δυνατότητα επιχειρησιακής διασύνδεσης των ιδιωτικών νοσοκομείων με τους ασφαλιστικούς οργανισμούς και τα «ΠΕΣΥ», με προϋπόθεση να έχουν αξιολογηθεί σύμφωνα με τις διαδικασίες προτυποποίησης. «Τα ιδιωτικά νοσοκομεία, τα οποία θα έχουν αξιολογηθεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παραγρ. 3.2., θα μπορούν να συνάπτουν συμβάσεις με τους ασφαλιστικούς οργανισμούς ή με τα ΠΕΣΥ, για την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών (π.χ. εξειδικευμένη φροντίδα, υπηρεσίες σε περίπτωση αδυναμίας κάλυψης των αναγκών από το δημόσιο τομέα)»[16].

Ο ιδιωτικός τομέας εντάσσεται πλέον με αποφασιστικό τρόπο στον εθνικό σχεδιασμό. Για την ίδρυση νέων ιδιωτικών φορέων θα αξιολογείται η σκοπιμότητα και βιωσιμότητα με τις ίδιες προϋποθέσεις των δημοσίων υπηρεσιών. Ομως ο ιδιωτικός τομέας εξαιρείται όσον αφορά στη ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων. «Ο φορέας υποχρεούται να τηρεί πολιτική προσλήψεων, προαγωγών και παύσης της συνεργασίας τέτοια, ώστε να διασφαλίζεται η ισότητα στην πρόσβαση εργασίας και η συνεχιζόμενη ικανότητα της στελέχωσής τους»[17]. Δηλαδή, ικανοποιείται το αίτημα των καπιταλιστών για απελευθέρωση των απολύσεων, παραπέρα ελαστικοποίηση και ανατροπή των εργασιακών σχέσεων, πολιτική, ιδεολογική ομηρία των εργαζομένων, στα πλαίσια της εξέλιξής τους. Μπορεί βέβαια η Επιτροπή να διαχωρίζει δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Ομως στα πλαίσια των ενιαίων κανόνων, η ανατροπή των εργασιακών σχέσεων και στο δημόσιο θα επιταχυνθεί.

Προβλέπεται πώς μέσα από τη διασφάλιση των προϋποθέσεων βιωσιμότητας - σκοπιμότητας - ποιότητας θα εξασφαλίζει ο ιδιωτικός φορέας τη χρηματοδότησή του από το δημόσιο. «Η ικανοποίηση των παραπάνω απαιτήσεων θα πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση για τη σύναψη συμβάσεων με τα δημόσια ταμεία ή για οποιαδήποτε άλλη χρηματοδότηση από το δημόσιο[18]».

Οι προτάσεις της Επιτροπής επεκτείνονται και στις παρακάτω αναθεωρήσεις του ισχύοντος πλαισίου. Θεσμοθετείται η έγκριση σκοπιμότητας ίδρυσης νέων ιδιωτικών φορέων. Η πιστοποίηση και η προτυποποίηση μέχρι τη δημιουργία φορέων από το Δημόσιο, εναποτίθεται στη δικαιοδοσία των ΠΕΣΥ. Η πιστοποίηση και η άδεια σκοπιμότητας θα ανανεώνεται κάθε δύο χρόνια. Η άδεια σκοπιμότητας θα εκδίδεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Εργασίας - Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνωμοδότηση του οικείου ΠΕΣΥ και νομαρχιακής αυτοδιοίκησης. Σήμερα, φορέας έγκρισης είναι μόνο η Νομαρχία. Προτείνονται πιο χαλαρές προϋποθέσεις υλικοτεχνικής υποδομής και προδιαγραφών, ικανοποιώντας σχετικά αιτήματα των κλινικαρχών. Οι υπάρχουσες μονάδες προτείνεται να συμμορφωθούν εντός δύο ετών, διαφορετικά θα μετατραπούν σε γηριατρεία ή κλινικές μιας ημέρας. Δηλ. σε εναλλακτικές μορφές περίθαλψης, υποβαθμισμένης ποιότητας. Καταργείται η απαγόρευση νοσηλείας παιδιών μέχρι 14 ετών στις γενικές ιδιωτικές κλινικές, επιτρέποντας την ίδρυση ειδικών πτερύγων. Καταργείται η απαγόρευση λειτουργίας μονάδας πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας που ανήκει σε άλλο φορέα, στα πλαίσια της ιδιωτικής κλινικής. Στα διάφορα κέντρα αισθητικής, αδυνατίσματος και λέιζερ προτείνεται η παρουσία υπεύθυνου γιατρού, αντίστοιχης ειδικότητας. Μειώνεται ο χρόνος για την έκδοση της άδειας από τις αρμόδιες αρχές, από δύο σε ένα μήνα. Η κοστολόγηση των ιατρικών πράξεων, που σήμερα γίνεται από το ΚΕΣΥ με εμπειρικό τρόπο, προτείνεται να ανατεθεί σε ιδιωτικές εταιρείες, μέχρι να συσταθούν δημόσιοι μηχανισμοί. Επίσης προβλέπεται περιοδική ανακοστολόγηση. Δίνεται η δυνατότητα στις ιδιωτικές μονάδες πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας φροντίδας να παίρνουν άδεια ίδρυσης εταιρειών, ανά νομαρχιακή διεύθυνση.

Οπως προκύπτει από τα παραπάνω οι προτεινόμενες ρυθμίσεις ικανοποιούν τις απαιτήσεις του κεφαλαίου, προκειμένου να διασφαλιστούν καλύτερες προϋποθέσεις επέκτασης των δραστηριοτήτων του, άντλησης υψηλότερου κέρδους, μεγιστοποίησης της εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται για ρυθμίσεις που ανταποκρίνονται στις υγειονομικές ανάγκες του λαού μας. Σκοπός τους είναι ο εκσυγχρονισμός λειτουργίας του συστήματος εκμετάλλευσης.

 

ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ

Τα άλλα κόμματα, τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο η ΝΔ και ο ΣΥΝ, αποδέχονται τη συνύπαρξη του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Αποδέχτηκαν στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ενωσης τις διεθνείς συμφωνίες για την απελευθέρωση της αγοράς υγείας.

Το κεφάλαιο, ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής αντιμετωπίζει την υγεία της εργατικής τάξης αποκλειστικά σαν βάση της ικανότητας για εργασία. Για τους καπιταλιστές, η εξασφάλιση της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης είναι προϋπόθεση για την αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου. Με αφετηρία αυτό το κριτήριο, διαμορφώνονται συστήματα υγείας με επιδιορθωτικό νοσοκομειοκεντρικό χαρακτήρα.

Το ΠΑΣΟΚ, την ίδια στιγμή που ψήφιζε τον ιδρυτικό νόμο του ΕΣΥ, τον 1397/83, υπονόμευε με την πολιτική του το δημόσιο χαρακτήρα της υγείας. Διευκόλυνε την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα, μετατρέποντας το «ΕΣΥ», σε κύριο αιμοδότη και στυλοβάτη του. Αποδέχτηκε την εξαφάνιση ουσιαστικά της κρατικής φαρμακοβιομηχανίας, ώστε οι διάφορες πολυεθνικές να μην έχουν αντίπαλο και να διευκολύνονται στην πώληση των εμπορευμάτων τους, πολιτική που ακολούθησε και η ΝΔ. Το κράτος είναι ο καλύτερος και ο μεγαλύτερος προμηθευτής τους. Τα δημόσια ασφαλιστικά ταμεία έχουν μετατραπεί, με την πολιτική του ΠΑΣΟΚ, σε κύριο αιμοδότη του ιδιωτικού τομέα. Η σύμπραξη των ασφαλιστικών ταμείων εξυπηρετεί αυτήν ακριβώς την τάση. Επιχειρηματοποιεί την ίδια τη λειτουργία των δημόσιων, κατ’ όνομα, νοσοκομείων, ώστε να λειτουργούν και αυτά με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, αφυδατωμένα από τον κοινωνικό τους χαρακτήρα και αποστολή. Την ίδια πάντα επιλογή υπηρετεί η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα και η σταδιακή μείωση των δημόσιων κρεβατιών. Δεν είναι τυχαίο φαινόμενο, αλλά αποτέλεσμα αυτών των επιλογών, η ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα να συντελείται παράλληλα με τη σμίκρυνση και επιχειρηματοποίηση του δημοσίου. Με τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του ‘90 διαμορφώθηκαν μονοπωλιακές καταστάσεις στο χώρο της υγείας. Αναπτύχθηκαν με τεράστια ταχύτητα τα διαγνωστικά κέντρα. Εξηγείται έτσι, γιατί αρνείται την ανάπτυξη της Δημόσιας Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.

Το ΠΑΣΟΚ σήμερα έχει παραιτηθεί και από τις φραστικές του τοποθετήσεις και εκτιμήσεις για την υγεία ως αγαθό. Σήμερα, πλέον, απροκάλυπτα προβάλλει την οικονομική διάσταση της υγείας, από την σκοπιά των γενικότερων συμφερόντων του κεφαλαίου.

Η ΝΔ διευκόλυνε την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα και την επέκτασή του, με τα σχετικά προεδρικά διατάγματα 247/91, 517/91. Δημαγωγεί ασύστολα όταν ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, ότι ευνοεί τον ιδιωτικό τομέα και τάσσεται υπέρ του δημοσίου αφού επιδιώκει και η ίδια να λειτουργεί ο δημόσιος τομέας με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Χρειάζεται συγκεκριμένη και πιο επίμονη και αποκαλυπτική προσπάθεια της δημαγωγίας της.

Ο ΣΥΝ, παρότι τάσσεται στις διακηρύξεις υπέρ του δημόσιου τομέα, αποδέχεται το «συμπληρωματικό» χαρακτήρα του ιδιωτικού. Ζητάει να μπουν τα ίδια κριτήρια για τη λειτουργία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα υγείας.

Οι βασικοί άξονες των κομμάτων που εκπροσωπούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου συμπυκνώνονται στα εξής: Ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να συνυπάρχει πλάι στο δημόσιο τομέα με «συμπληρωματικό» χαρακτήρα. Ο δημόσιος τομέας για να διατηρήσει τον χαρακτήρα του, στις νέες εξελίξεις, πρέπει να λειτουργήσει ανταγωνιστικά προς τον ιδιωτικό, επιχειρηματοποιώντας τη λειτουργία του, ενισχύοντας τα ιδιωτικοοικονομικά χαρακτηριστικά του. Χρειάζονται ενιαίοι κανόνες και όροι λειτουργίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Χρειάζεται έλεγχος του ιδιωτικού τομέα, ώστε να μη λειτουργεί ανεξέλεγκτα και να εξασφαλίζει ποιοτικές υπηρεσίες υγείας προς όφελος των ασθενών. Να κτυπηθούν τα φαινόμενα παραοικονομίας, προκλητής ζήτησης, εικονικών εξετάσεων και άλλων νοσηρών φαινομένων. Το υψηλό επίπεδο των ιδιωτικών δαπανών δίνει τη δυνατότητα αξιοποίησής τους από την ανάπτυξη της ιδιωτικής συμπληρωματικής ασφάλισης. Η μονοπώληση της αγοράς είναι πηγή όλων των δεινών στο σύστημα υγείας, γι’ αυτό πρέπει να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός.

 

ΠΑΛΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΥΡΙΟ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

Το ΚΚΕ εκτιμά πως οι έννοιες υγεία και κέρδος, υγεία και εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο είναι ασυμβίβαστες. Σε συνθήκες καπιταλιστικής διάρθρωσης της κοινωνίας, ακόμα και η διαχείριση της αρρώστιας, η αποκατάσταση γίνεται με όρους αγοράς, μεγιστοποίησης του κέρδους και της εκμετάλλευσης. Οι αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις στην υγεία οξύνουν την αντίθεση, από τη μια να μεγαλώνουν οι δυνατότητες και τα επιτεύγματα της επιστήμης και τεχνολογίας και από την άλλη να μην καλύπτονται ουσιαστικά και αποτελεσματικά οι υγειονομικές ανάγκες.

Ο χώρος της υγείας με την παρέμβαση του κράτους γίνεται χώρος επενδύσεων και συσσώρευσης κεφαλαίων. Η ανατροπή του κοινωνικού ασφαλιστικού συστήματος υπηρετεί και αυτό το στόχο. Ο εκσυγχρονισμός που απαιτεί το κεφάλαιο είναι αντικειμενική ανάγκη για το ίδιο προωθείται με την προσπάθεια της κυβέρνησης να ενισχύεται η εμπορευματοποίηση και μέσα στα πλαίσια του δημόσιου συστήματος υγείας, να συρρικνώνονται διαρκώς οι δαπάνες κράτους και εργοδοτών και ταυτόχρονα να αυξάνονται οι αντίστοιχες δαπάνες που πληρώνουν άμεσα οι εργαζόμενοι, αλλά και αυτές που πληρώνουν έμμεσα ή μέσω των ασφαλιστικών τους ταμείων. Με βίαιο τρόπο οδηγούνται τα ασφαλιστικά ταμεία στο δρόμο της αγοράς, διευκολύνοντας την ιδιωτική συμπληρωματική ασφάλιση υγείας.

Το ΚΚΕ θεωρεί πως η υγεία σαν πλήρης σωματική - πνευματική - κοινωνική ευεξία και αρμονική συνύπαρξη του ανθρώπου με το κάθε λογής περιβάλλον, φυσικό - εργασιακό - κοινωνικό κλπ., είναι αγαθό, κοινωνικό δικαίωμα και αποτελεί αποκλειστική ευθύνη του κράτους να παρέχει ισότιμα - δωρεάν και υψηλού επιπέδου υγειονομική φροντίδα σε όλο το λαό. Η υγεία του λαού μας δεν είναι οικονομικό κόστος, αλλά παράγοντας της κοινωνικής ανόδου και ευτυχίας.

Το επίπεδο των αντίστοιχων παροχών εξαρτάται από το ίδιο το επίπεδο της ταξικής πάλης. (Αύξηση των κρατικών δαπανών, συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας, παροχές σε είδος και σε χρήμα κλπ.). Ομως, στις συγκεκριμένες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, η εξασφάλιση της υγείας των εργαζόμενων μαζών θα καθυστερεί από τις δυνατότητες που δίνει η επιστημονική ανάπτυξη, ενώ νέοι νοσογόνοι παράγοντες θα προστίθενται από το ξέφρενο κυνήγι του καπιταλιστικού κέρδους. Η πιθανή άρση παράγωγων νοσηρών φαινομένων δεν αναιρεί τον ίδιο τον παρασιτικό αντιδραστικό χαρακτήρα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και ειδικά του συστήματος υγείας. Δεν αναιρεί τις κοινωνικές αιτίες και παράγοντες εμφάνισης των ασθενειών. Οι όποιοι κανόνες και μέτρα για την προστασία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην υγεία δεν αναιρούν την ίδια την αγορά και τα επακόλουθά της. Δεν μπορεί να αναιρεθεί η τάση συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης. Η ενίσχυση των μονοπωλιακών τάσεων.

Ο στόχος της αντιμετώπισης της υγείας ως αγαθό και όχι ως εμπόρευμα, που αποτελεί και τη βάση για την ικανοποίηση της ανάγκης για υγεία στο ανώτερο δυνατό επίπεδο, προϋποθέτει τον προσανατολισμό και την έκβαση της ταξικής πάλης, μέχρι το τέλος. Δηλαδή την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, στα πλαίσια της λαϊκής οικονομίας και λαϊκής εξουσίας. Ο ίδιος ο αγώνας για λαϊκή υγεία, αντικειμενικά παίρνει αντιμονοπωλιακά - αντιιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά.

Το ΚΚΕ παλεύει για ισότιμη, πλήρη, δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη όλου του λαού. Απάντηση στον ιδιωτικό τομέα δεν είναι ο εμπορευματοποιημένος δημόσιος τομέας, αλλά η κατάργηση κάθε μορφής επιχειρηματικής δράσης στην υγεία.

Βασική προϋπόθεση για να υπάρξει δημόσιο σύστημα υγείας, δωρεάν και ισότιμο για όλους, που να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες της εργατικής τάξης και του λαού, είναι υποχρεωτικά η κατάργηση του ιδιωτικού τομέα. Η κρατικοποίηση παραγωγικών μονάδων που συνδέονται άμεσα με τις υπηρεσίες υγείας (φάρμακο, αναλώσιμα υλικά κλπ.). Απαιτείται η ανάπτυξη κρατικής βιομηχανίας ιατρικού εξοπλισμού και τεχνολογίας. Η λειτουργία του κρατικού οργανισμού Φαρμάκου, εκτός από την παραγωγή, να έχει στην ευθύνη του την εισαγωγή, τον έλεγχο και τη διάθεση όλων των σύγχρονων φαρμακευτικών συσκευασμάτων που κυκλοφορούν στην παγκόσμια αγορά.

Μέσα από τις καθημερινές συγκρούσεις μπορούν και πρέπει να διαμορφωθούν οι απαραίτητες κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις για την ολοκληρωμένη απάντηση στο πρόβλημα, στα πλαίσια της λαϊκής οικονομίας και εξουσίας. Η αποφασιστική ολόπλευρη ενίσχυση του ΚΚΕ. Η συγκρότηση πλατιάς κοινωνικής και πολιτικής συμμαχίας που θα αντιπαλεύει τις πολυεθνικές, τα πολιτικά τους στηρίγματα, θα διεκδικεί λαϊκή εξουσία.

Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, όσο κι αν προσπαθούν, όσο κι αν δημαγωγούν δεν μπορούν να κρύψουν τις ταξικές τους επιλογές, στήριξη του κεφαλαίου στην υγεία, και τις τεράστιες ευθύνες τους.

Η πραγματικότητα διδάσκει. Είναι τώρα καιρός να εγκαταλείψουν οι εργαζόμενοι αποφασιστικά τα κόμματα της οικονομικής ολιγαρχίας.

Θα είναι ένα αποφασιστικό βήμα στην παραπέρα χειραφέτησή τους.

 


Η Λέτα Μεθωνιού είναι μέλος του Τμήματος Υγείας της ΚΕ του ΚΚΕ.

[1] Για τις ανάγκες του παρόντος άρθρου, κλάδο χαρακτηρίζουμε εξειδικευμένες υπηρεσίες υγείας π.χ. Διαγνωστικά Κέντρα.

[2] Πηγή: Σουλιώτης και Κυρόπουλος 2001.

[3] Πηγή: ICAP 2002.

[4] Στοιχεία ΟΟΣΑ (2003). Εκθεση ΙΟΒΕ, Νοέμβρης 2003.

[5] «Το Βήμα», 15.11.02.

[6] Αξίζει να επισημάνουμε ότι το μέγεθος της υποκρισίας του ΠΑΣΟΚ, όταν ισχυριζόταν πως με την ψήφιση του 1397/83 θα εμπόδιζε τη δράση του ιδιωτικού τομέα, αποκαλύπτεται και από το γεγονός ότι από τις 27 μεγαλύτερες ιδιωτικές κλινικές, οι 8 ιδρύθηκαν μετά την ψήφιση του ιδρυτικού νόμου του ΕΣΥ. Αυτές οι ιδιωτικές κλινικές είναι: το Ιατρικό Αθηνών κλινική Παλαιού Φαλήρου, ο «Κυανούς Σταυρός», Στασινόπουλος Νευροψυχιατρική κλινική, ο   «Παντοκράτωρας», το «ΙΑΣΙΣ», το Ιπποκράτειο Ιδρυμα Αγρινίου Γενική Κλινική ΑΕ, «Μέριμνα» κλινική «Αγιος Νικόλαος» ΑΕ, το «Ασκληπιείο» Κρήτης ΑΕ (ICAP 1999).

[7] Το μέγεθος της αγοράς αναφέρεται στο συνολικό κύκλο εργασιών όλων των επιχειρήσεων.

[8] «ΚΕΡΔΟΣ», Ιούνης 2003.

[9] Πηγή: Ερευνα για την αγορά -ασφάλεια ζωής- των ελληνικών εταιρειών ασφαλειών ζωής 2003.

[10] Πηγή: Περιοδικό «ΝΑΙ», 10/2002.

[11] Το Υγεία και το Ιατρικό Κέντρο αρνήθηκαν να υπογράψουν αντίστοιχα συμβόλαια. Ετσι τα δύο αυτά νοσηλευτήρια νοσηλεύουν ιδιώτες οι οποίοι πληρώνουν τις σχετικές δαπάνες προκαταβολικά οι ίδιοι και εκ των υστέρων προσπαθούν να αποζημιωθούν από τις ασφαλιστικές εταιρείες, σύμφωνα με τα συμβόλαιά τους.

 [12] «Εθνος», 26.4.2002 - ICAP 2002.

[13] Οι Τράπεζες αναλαμβάνουν την εξόφληση των προμηθευτών, έχοντας ως εγγύηση τη δυνατότητα να παρακρατούν τα οφειλόμενα νοσήλια των ασφαλιστικών ταμείων προς τα νοσοκομεία, με την εγγύηση του κράτους.

[14] Εισηγητική έκθεση Επιτροπής ιδιωτικού τομέα Υγείας, σελίδα 4.

[15] Ο.π., σελίδα 6.

[16] Ο.π., σελίδα 10.

[17] Ο.π., σελίδα 6, παράγρ. 6.22 «Στελέχωση Φορέα».

[18] Εισηγητική έκθεση Επιτροπής ιδιωτικού τομέα Υγείας, σελίδα 8.