ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΚΙΝΗΜΑ - ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Οι εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ενωση είναι γρήγορες και σημαντικές.

Μια από τις πιο βαρύνουσες επισημάνσεις στην οποία προέβη το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στη Λισσαβόνα, το Μάρτη του 2000, ήταν ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ) βρίσκεται αντιμέτωπη με «μια μεγάλη ποιοτική μεταλλαγή, η οποία προκύπτει από την παγκοσμιοποίηση και τις προκλήσεις μιας νέας οικονομίας καθοδηγούμενης από τη γνώση».

Στο πλαίσιο της επισήμανσης αυτής η ΕΕ έθεσε το στρατηγικής σημασίας στόχο, έως το 2010, «να γίνει η ανταγωνιστικότερη και δυναμικότερη οικονομία της γνώσης ανά την υφήλιο, ικανή για βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη με περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας και μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή».

Φυσικά αυτά γράφονται και υποστηρίζονται με έναν τρόπο που, υποτίθεται, αναδεικνύει στο κέντρο της προσοχής της ΕΕ την εργασία, τον άνθρωπο και την κοινωνία. Αλλά ανεξάρτητα από την πολιτική ορολογία που χρησιμοποιείται και τη φανερή προσπάθεια παραπλάνησης των εργαζομένων και της νεολαίας που επιχειρείται, εκείνο που γίνεται άμεσα κατανοητό από τα παραπάνω είναι ότι η ΕΕ έχει βάλει ως στόχο να γίνει η πιο ισχυρή οικονομική δύναμη στον πλανήτη. Πάντα, βέβαια, σε σχέση με τις άλλες ισχυρές χώρες-ανταγωνιστές της, κυρίως τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία, αλλά και τις σταθερά ισχυροποιούμενες Κίνα και Ινδία. Και προκειμένου να ικανοποιήσει αυτόν το στόχο σκοπεύει στο έπακρο να στηριχτεί στη γνώση και στο ανθρώπινο δυναμικό της.

Είναι προφανές ότι όσο κι αν αποτελεί βασική προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη η γνώση -και κατ’ επέκταση η επιστήμη- από μόνη της αυτή δεν είναι αρκετή. Γι’ αυτό και οι αποφάσεις της Συνόδου της Λισσαβόνας έχουν έναν καθολικό χαρακτήρα. Αναφέρονται σε όλες σχεδόν τις πτυχές της πορείας της ΕΕ - από τα ζητήματα της παιδείας, της απασχόλησης, της τεχνολογίας, των οικονομικών πολιτικών έως και τα ζητήματα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας αλλά και των αναγκαίων και γρήγορων μέτρων που πρέπει υιοθετηθούν και να εφαρμοστούν για να αντιμετωπιστούν οι καθυστερήσεις, να επιταχυνθεί η πορεία της ΕΕ. Γιατί «το 2010 δεν είναι μακριά», όπως οι ίδιοι οι ιθύνοντες της ΕΕ τονίζουν σε κάθε ευκαιρία.

Εκτοτε βέβαια, η ΕΕ έχει επανέλθει πολλές φορές και συνεχίζει να επανέρχεται σε διάφορα σώματα ελέγχοντας την πορεία της προς το 2010. Τα πάντα έχουν υποταχθεί στο στρατηγικό στόχο που καθόρισε η σύνοδος της Λισσαβόνας και πρωταρχικά τα ζητήματα της εκπαίδευσης και κατάρτισης τα οποία είναι άμεσα συναρτημένα με τις πολιτικές απασχόλησης.

 

ΕΝΙΑΙΟΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Αμεσος και στρατηγικής σημασίας στόχος της ΕΕ είναι η δημιουργία ενός ενιαίου χώρου εκπαίδευσης - έρευνας - κατάρτισης, σε σύνδεση με την απασχόληση, που θα υπακούει σε ενιαία κριτήρια αναγνωρισιμότητας των τίτλων σπουδών και κατάρτισης, των επαγγελματικών επιδεξιοτήτων και κατά συνέπεια των επαγγελματικών δικαιωμάτων, της γλωσσομάθειας. Στο σύνολό του ο χώρος αυτός θα επιτρέπει και θα ενθαρρύνει την κινητικότητα των εργαζομένων και της νεολαίας σε πανευρωπαϊκό επίπεδο (από το διδακτικό προσωπικό των ΑΕΙ και ΤΕΙ, τους φοιτητές και τους σπουδαστές, τους νέους και τους εργαζόμενους, που θα πηγαινοέρχονται στους κύκλους κατάρτισης, έως τους ερευνητές).

Είναι ωστόσο γεγονός ότι σε αρκετά σχετικά κείμενα και αποφάσεις των αντίστοιχων οργάνων της ΕΕ τονίζεται σταθερά ότι δεν καταργείται η αυτονομία της κάθε χώρας-μέλους και του εκπαιδευτικού της συστήματος και ότι ο χαρακτήρας των μέτρων που προωθούνται είναι προαιρετικός. Και κάτι παραπάνω. Οτι τα μόνα κριτήρια που πρέπει να κυριαρχούν στις εκπαιδευτικές πολιτικές είναι τα ακαδημαϊκά κριτήρια.

Ομως, στην πραγματικότητα, ταυτόχρονα, αυτό που κατά κόρον και μεθοδευμένα   υπενθυμίζεται και ουσιαστικά επιβάλλεται είναι ότι πρέπει να δυναμώσει ο συντονισμός των δράσεων, οι κοινές ενέργειες, να εξασφαλίζεται ο ενιαίος χαρακτήρας των μέτρων και των κριτηρίων των πολιτικών εκπαίδευσης και κατάρτισης, πιστοποίησης και αναγνωρισιμότητας σε σχέση με την αγορά εργασίας. Αλλά, παράλληλα, να εφαρμόζονται και οι δεσμεύσεις που αναλαμβάνουν οι κυβερνήσεις και κυρίως οι αναδιαρθρώσεις να προωθούνται και να εφαρμόζονται από τα «κάτω προς τα πάνω». Προς αυτήν την κατεύθυνση εκφράζονται οι ανησυχίες για τις καθυστερήσεις, δίνονται οδηγίες και παίρνονται μέτρα τόσο από τα επίσημα όργανα της ΕΕ όσο και από τις άτυπες συνόδους των οργάνων.

Φυσικά πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είναι χωρίς σημασία η αναφορά που γίνεται στην αυτονομία των εκπαιδευτικών συστημάτων, στον προαιρετικό χαρακτήρα των μέτρων και των ακαδημαϊκών κριτηρίων που πρέπει να διέπουν τις πολιτικές εκπαίδευσης. Η αναφορά αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι οι επιπτώσεις, από τα ίδια τα μέτρα της ΕΕ, πάνω στα εκπαιδευτικά συστήματα των χωρών-μελών και την κοινωνία δεν είναι ισόμετρες. Και τούτο εξηγείται με βάση την ανισόμετρη ανάπτυξη του καπιταλιστικού συστήματος και το πώς εκφράζεται αυτή σε κάθε ξεχωριστή χώρα στο εσωτερικό της ΕΕ.

Οι μεγάλες δυνάμεις της ΕΕ, αυτές που πρωτοστατούν και επιβάλλουν τον ενιαίο εκπαιδευτικό χώρο, διατηρούν την ίδια στιγμή το διπλό προνόμιο, αφενός να επισημοποιούν τις δικές τους επιλογές για τα δικά τους συμφέροντα ως επιλογές της ΕΕ, αφετέρου να προστατεύουν τα δικά τους εκπαιδευτικά συστήματα από τις επιπτώσεις των ίδιων των επιλογών τους (όπου και όσο αυτές νομίζουν).

Οι πολιτικές που εφαρμόζονται από την ΕΕ έχουν αρνητικές επιπτώσεις σε όλες τις χώρες γιατί, πριν απ’ όλα, δεν ανταποκρίνονται στις αντικειμενικές ανάγκες της κοινωνίας (ως απόρροιας των εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής, πρώτα απ’ όλα αντιτάσσονται στην ολόπλευρη ανάπτυξη της κύριας παραγωγικής δύναμης, των άμεσων παραγωγών του κοινωνικού πλούτου) και της εξέλιξης των επιστημών. Δεν είναι τυχαία η μεγάλη καθίζηση που έχουν υποστεί τα πανεπιστήμια της Μ. Βρετανίας, που πριν ακόμη την επισημοποίηση της πολιτικής Bologna είχε αρχίσει να την εφαρμόζει.

Οι επιπτώσεις αυτές εμφανίζονται πρωτίστως στο επίπεδο και το περιεχόμενο των σπουδών. Περνάνε στον καταμερισμό εργασίας και στον τύπο του επιστημονικού και εργατικού δυναμικού που θέλουν να διαμορφώσουν. Οι μεγάλες δυνάμεις της ΕΕ, λόγω της θέσης που κατέχουν τόσο μέσα στην ΕΕ όσο και στον παγκόσμιο ανταγωνισμό, έχουν ανάγκη από επιστημονικό δυναμικό υψηλής στάθμης. Είναι απαίτηση της υλικής τους βάσης. Κυρίως για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, γιατί ενδιαφέρονται να αναπτύξουν παραπέρα τις παραγωγικές τους δυνάμεις. Δεύτερον, γιατί το ανθρώπινο δυναμικό υψηλής στάθμης προορίζεται για την εξασφάλιση της ταξικής κυριαρχίας των δυνάμεων του κεφαλαίου. Δεν είναι λοιπόν κάποια σύμπτωση ότι π.χ. η Γαλλία και η Γερμανία, κατά ένα τρόπο «ανεπίσημο», προφυλάσσουν τα «καλά» εκπαιδευτικά και ερευνητικά τους ιδρύματα. Την ίδια στιγμή επιδιώκουν να επωφεληθούν και να κερδίσουν τα «καλύτερα μυαλά» σε πανευρωπαϊκό επίπεδο μέσω της κινητικότητας. Τον ίδιο σκοπό εξυπηρετεί και η γλωσσομάθεια.

Πρέπει όμως, παράλληλα, να τονιστεί ότι αυτή κίνηση δεν είναι μια στάση των αντίστοιχων κυβερνήσεων αποκλειστικά. Η πολιτική της ΕΕ στην εκπαίδευση βρήκε ισχυρές αντιστάσεις σε όλες τις χώρες. Πολλά πανεπιστήμια σε αρκετές χώρες, με δική τους πρωτοβουλία, δεν αποδέχτηκαν τη διακήρυξη της Bologna και δεν την εφαρμόζουν ή προσπαθούν να ελαχιστοποιήσουν τις συνέπειες. Γεγονός βέβαια που είχε και το σχετικό αντίκτυπο στη στάση των κυβερνήσεων. Ουσιαστικά, δηλαδή, στο εσωτερικό των ίδιων των χωρών μελών έχουν ήδη δημιουργηθεί έντονες διαφορές και διαφορετικές εκπαιδευτικές ταχύτητες.

Εκεί όμως που όλες οι χώρες συμφωνούν, δηλαδή οι κυβερνήσεις των χωρών-μελών ως εκπρόσωποι των αρχουσών τάξεων, είναι στο επίπεδο του περιεχομένου των σπουδών και της κατάρτισης που αφορούν τη μεγάλη μάζα της νεολαίας και των εργαζομένων και γι’ αυτό το λόγο προωθούν τον ενιαίο χώρο της εκπαίδευσης. Από την άποψη αυτή ο ενιαίος εκπαιδευτικός χώρος είναι μια βαθύτατα ταξική επιλογή των δυνάμεων του κεφαλαίου η οποία αφορά τη διαμόρφωση και τους όρους πώλησης της εργατικής δύναμης. Μια ταξική επιλογή η οποία βαθαίνει ακόμη πιο πολύ τον ταξικό χαρακτήρα των εκπαιδευτικών συστημάτων και εντείνει την κοινωνική κρίση και την πάλη των τάξεων.

 

ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Το πανεπιστήμιο είναι ένας καθιερωμένος και συστηματικός θεσμός παραγωγής και αναπαραγωγής της γνώσης, που είναι ενταγμένος στον τρόπο παραγωγής των σχετικά ιστορικά πρόσφατων κοινωνικο-οικονομικών σχηματισμών.

Από τη θέση του και το ρόλο του μέσα στην κοινωνία διαθέτει δύο θεμελιακά χαρακτηριστικά:

Πρώτον: Διαμορφώνει επιστήμονες με την υψηλότερη δυνατή (ανωτάτου επιπέδου) επιστημονική- επαγγελματική κατάρτιση και ειδίκευση, συμμετέχοντας στον καταμερισμό εργασίας μέσα στην κοινωνία.

Δεύτερον: Προωθεί, ταυτόχρονα, εκτός από την παραγωγή και την αναπαραγωγή της γνώσης, και την παραγωγή και την αναπαραγωγή της άρχουσας ιδεολογίας.

Με την έννοια αυτή το πανεπιστήμιο είναι άμεσα συνδεδεμένο με την υλική παραγωγική διαδικασία και την εμπορευματική παραγωγή. Η σύνδεση αυτή έχει γίνει πιο ουσιαστική και πιο έντονη από τότε που η επιστήμη μετατράπηκε σε άμεση παραγωγική δύναμη και που στις μέρες μας είναι αναντικατάστατος αναπτυξιακός παράγοντας. Στο πλαίσιο αυτού του ρόλου του πανεπιστημίου αναπτύσσεται και η εμπορευματοποίηση της γνώσης σε όλες της τις μορφές.

Οι αναδιαρθρώσεις που προωθούνται σήμερα στην Ανώτατη Εκπαίδευση από την ΕΕ έχουν ως υλικό υπόβαθρο τις παραγωγικές ανάγκες του δυνάμεων του κεφαλαίου για κέρδος στο πλαίσιο του παγκόσμιου ανταγωνισμού. Είναι, ταυτόχρονα, αναδιαρθρώσεις που επιχειρούν να αντιστρέψουν την πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους του κεφαλαίου. Στην ίδια κατεύθυνση στοχεύει και η άκρατη εμπορευματοποίηση της γνώσης. Είναι γνωστό ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ) συμπεριέλαβε πλέον την παροχή της γνώσης και τις εκπαιδευτικές διαδικασίες στον τομέα των υπηρεσιών και στην εμπορευματική παραγωγή και ανταλλαγή. Προσπάθεια αντιστροφής της κρίσης από τη μια, διέξοδος για επενδύσεις στα πλεονάζοντα κεφάλαια από την άλλη.

Παρ’ όλα αυτά οι δυνάμεις του κεφαλαίου δεν μπορούν να παρακάμψουν εντελώς την αντικειμενική τάση της κοινωνίας για περισσότερη μόρφωση, που πηγάζει από την ίδια τη φύση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτή η τάση πρακτικά εκφράζεται με τη γενικευμένη απαίτηση της νεολαίας για ένταξη στην εκπαιδευτική διαδικασία και την εξασφάλιση εργασίας.

Η σύγκρουση αυτή των δυο τάσεων (η αντιστροφή των όρων της κρίσης και η ανάγκη για περισσότερη μόρφωση) εκφράζεται κυρίαρχα στην απαίτηση για πρόσβαση στην Ανώτατη Εκπαίδευση από τη μια, στη δομή και στην οργάνωση του προγράμματος σπουδών από την άλλη. Οι δυο ξεχωριστοί κύκλοι σπουδών, οι οποίοι προφανώς θα αντιπροσωπεύουν και διαφορετικούς τίτλους σπουδών, αποτελούν την απάντηση στην απαίτηση για περισσότερη πρόσβαση στην ΑΕ.

Το γεγονός αυτό επιδρά αποφασιστικά στο ρόλο του πανεπιστημίου, τον τροποποιεί, και το οδηγεί στην «επαγγελματοποίηση» (ο όρος περιέχεται σε επίσημη έκθεση- απολογισμό του Υπουργείου Παιδείας προς την ΕΕ ως επιθυμητή εξέλιξη για τα ελληνικά ΑΕΙ) σε συνδυασμό με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Σπάει η ενότητα του ενιαίου κύκλου σπουδών με το ενιαίο επιστημονικό αντικείμενο.

Το πανεπιστήμιο αναλαμβάνει τη συστηματική παραγωγή, είτε μέσα από τις δικές του καθιερωμένες δομές, είτε μέσα από την πρόσθετη διαδικασία της δια βίου εκπαίδευσης, να καλύψει τις ανάγκες του κεφαλαίου με ένα ημικαταρτισμένο επιστημονικό-εργατικό δυναμικό με σαφείς μειωμένους και μειωτικούς όρους απασχόλησης, πράγμα που συντελεί στην άμεση υποβάθμιση του επιπέδου σπουδών και του ρόλου του, αλλά, ταυτόχρονα, και στη μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης.

Αντί η είσοδος της νεολαίας στο πανεπιστήμιο να είναι το αποτέλεσμα της γενίκευσης της συμμετοχής στο δικαίωμα της μόρφωσης, ως καθολικού και αδιαπραγμάτευτου δικαιώματος, ως αντικειμενικής ανάγκης της ίδιας της κοινωνικής εξέλιξης για την κατάκτηση της γνώσης και ως συστατικού και αναντικατάστατου παράγοντα της διαμόρφωσης της προσωπικότητας του ανθρώπου, αντίθετα, καταλήγει να είναι το αποτέλεσμα μιας ταξικά εφαρμοσμένης και ταξικά διαφοροποιημένης πολιτικής.

Φανερός στόχος αυτής της πολιτικής είναι ο ολοκληρωτικός έλεγχος-πολιτικός, ιδεολογικός, επιστημονικός, των ανθρώπινων παραγωγικών δυνάμεων, μέσα από την παροχή αποσπασματικών και κατακερματισμένων γνώσεων, υποταγμένων στη λογική της συνεχούς εναλλαγής των επαγγελμάτων.

Παράλληλα, το κόστος όλης αυτής της εξέλιξης φορτώνεται στις πλάτες των ίδιων των εργαζομένων με αποτέλεσμα το πανεπιστήμιο να χάνει επί της ουσίας το δημόσιο χαρακτήρα του, γιατί παραδίδεται στην άκρατη εμπορευματοποίηση, διατηρώντας μόνο ένα δημόσιο περίβλημα για τα προσχήματα.

Οι αναδιαρθρώσεις στην Ανώτατη Εκπαίδευση που προωθούνται από την ΕΕ και τις κυβερνήσεις, στα πλαίσια της δημιουργίας του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης και Ερευνας, θα κρίνουν κατά το μεγαλύτερο μέρος την υλοποίηση του βασικού στόχου της ΕΕ για διαμόρφωση του ενιαίου εκπαιδευτικού χώρου, γιατί μέσα από την Ανώτατη Εκπαίδευση θα εφαρμόζονται κυρίαρχα οι πολιτικές της κατάρτισης και θα ελέγχεται η παραγωγή της γνώσης.

Αποκαλυπτικό είναι το κοινό ανακοινωθέν που δημοσιεύτηκε μετά την άτυπη σύνοδο των υπουργών παιδείας στο Βερολίνο τον Σεπτέμβρη του 2003. Οι υπουργοί παιδείας επαναβεβαιώνουν τη σημασία των αποφάσεων της συνόδου της Λισσαβόνας, τονίζουν με έμφαση τη σπουδαιότητα της διαδικασίας της Bologna ως σύνολο μέτρων, καλούν σε ευρύτερη και στενότερη συνεργασία στο πλαίσιο της διαδικασίας της Bologna και δεσμεύονται να δυναμώσουν τις προσπάθειες για τη δημιουργία του ενιαίου χώρου ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας υλοποιώντας τις σχετικές αποφάσεις στις χώρες-μέλη μέχρι το 2005.

Κύρια σημεία-στόχοι που επικεντρώνουν είναι:

1. Υιοθέτηση και εφαρμογή ενός συστήματος αξιολόγησης των προγραμμάτων σπουδών και των πανεπιστημίων.

2. Υιοθέτηση ενός συστήματος σπουδών που θα βασίζεται σε δυο κύκλους.

3. Προώθηση της κινητικότητας των φοιτητών, του ακαδημαϊκού και διοικητικού προσωπικού στο πλαίσιο του ενιαίου χώρου ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας.

4. Εγκατάσταση ενός συστήματος πιστοποίησης των σπουδών.

5. Υιοθέτηση ενός συστήματος εύκολης αναγνώρισης και σύγκρισης των τίτλων σπουδών.

6. Προώθηση της συμμετοχής των φοιτητών, του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού στη διαδικασία της Bologna.

7. Προώθηση της ευρωπαϊκής διάστασης στην ανώτατη εκπαίδευση.

8. Προώθηση της ελκυστικότητας του ευρωπαϊκού χώρου της ανώτατης εκπαίδευσης.

9. Προώθηση της δια βίου εκπαίδευσης ως ενσωματωμένης εκπαιδευτικής διαδικασίας της πανεπιστημιακής δομής και λειτουργίας.

10. Ενίσχυση των δεσμών ανάμεσα στον ευρωπαϊκό χώρο ανώτατης εκπαίδευσης και τον ευρωπαϊκό χώρο έρευνας, τους δυο πυλώνες της κοινωνίας της γνώσης.

11. Προώθηση ενός τρίτου κύκλου στη δομή των πανεπιστημιακών σπουδών σε μεταπτυχιακό επίπεδο που θα αφορά τη διδακτορική διατριβή.

Από τους παραπάνω στόχους προτεραιότητα τίθεται για το σύστημα της αξιολόγησης των προγραμμάτων σπουδών και των πανεπιστημίων, για το σύστημα των δυο κύκλων σπουδών και την αναγνώριση των τίτλων και των περιόδων σπουδών. Η προτεραιότητα αυτή δεν εμποδίζει την κάθε κυβέρνηση να προωθεί το δικό της προγραμματισμό, που δεν θα υπολείπεται των ελάχιστων στόχων που έθεσε η σύνοδος των υπουργών παιδείας.

Αντίθετα, το σύνηθες είναι να προωθείται το σύνολο σχεδόν των στόχων. Στο πλαίσιο αυτό, η προηγούμενη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είχε προετοιμάσει και ήταν έτοιμη να νομοθετήσει μια σειρά από τους παραπάνω στόχους όπως ήταν το σύστημα της αξιολόγησης, η δια βίου εκπαίδευση κλπ., ενώ είχε προετοιμαστεί σε επίπεδο θέσεων με τη μορφή σχεδίων νόμων για θέματα όπως είναι η αυτοδιοίκηση και η οικονομική αυτονομία των ΑΕΙ, η έρευνα και οι μεταπτυχιακές σπουδές κ.ά.

Πέρα από τα παραπάνω είχε αποδεχτεί και επικυρώσει οδηγίες της ΕΕ που αφορούσαν τα επαγγελματικά δικαιώματα και κατ’ επέκταση τους τίτλους σπουδών που προέρχονταν από τριετούς διάρκειας σχολές. Παράλληλα είχε νομοθετήσει τη λεγόμενη ανωτατοποίηση των ΤΕΙ.

Την ίδια στιγμή στα ίδια τα πανεπιστήμια και με βάση το γνωστό πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης, το ΕΠΕΑΕΚ, προωθούνταν «από τα κάτω» τα μεταπτυχιακά ειδίκευσης, η αξιολόγηση των Τμημάτων και των Πανεπιστημίων, χωρίς επισήμως νομοθετημένο θεσμικό πλαίσιο, αλλαγές στα προγράμματα σπουδών που προετοίμαζαν δια μέσου της διάρθρωσης των μαθημάτων τη διάσπαση του ενιαίου κύκλου σπουδών σε δυο κύκλους αντίστοιχα.

Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν πρωτοβουλίες τύπου Χατζηδάκη, ευρωβουλευτή της Νέας Δημοκρατίας, που απαιτούσε ουσιαστικά την ισοτίμηση των πτυχίων τριετούς διάρκειας σπουδών με τους ελληνικούς πανεπιστημιακούς τίτλους, η αποδοχή εκ μέρους του ΤΕΕ των μεταπτυχιακών ειδίκευσης, αλλά και οι συζητήσεις, που εξακολουθούν να διεξάγονται πάλι στο ΤΕΕ για τα επαγγελματικά δικαιώματα και την αναγνωρισιμότητα των τίτλων σπουδών με βάση νέα οδηγία της ΕΕ.

Το επόμενο χρονικό διάστημα και μέχρι τη νέα συνάντηση των υπουργών παιδείας, στο Bergen της Νορβηγίας το Μάη του 2005 όπου θα ελέγξουν εκ νέου την εφαρμογή των προτεραιοτήτων αλλά και γενικότερα όλων των στόχων που έχουν αποφασίσει να υλοποιήσουν, θα είναι σημαντικό. Οχι μόνο για την ίδια την ΕΕ και τις κυβερνήσεις των χωρών-μελών αλλά και για το Πανεπιστημιακό Κίνημα (ΠΚ) στο σύνολό του, την ικανότητά του να αντισταθεί και να παρεμποδίσει τις αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις στο χώρο της ΑΕ.

 

Ο ΚΑΘΟΛΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΩΝ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΕΩΝ

Οπως σημειώθηκε από την αρχή, οι αναδιαρθρώσεις που αναφέρθηκαν στοχεύουν να συμβάλουν στην ανάδειξη της ΕΕ σε παγκόσμια και κυρίαρχη οικονομία. Από την άποψη αυτή αφορούν όλες τις πλευρές που εξυπηρετούν την υλοποίηση αυτού του στόχου.

Τον έλεγχο της παραγόμενης γνώσης (έρευνα).

Την αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας και μάλιστα στην ευρωπαϊκή της διάσταση.

Τη διαμόρφωση του επιστημονικού και γενικότερα του εργατικού δυναμικού μέσα από τη συμμετοχή της ΑΕ στον καταμερισμό εργασίας (δομή των σπουδών, περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών, ευέλικτα και εναλλασσόμενα προγράμματα).

Την εναλλαγή των επαγγελμάτων (δια βίου κατάρτιση για εργαζόμενους από 24 έως 64 ετών).

Τα επαγγελματικά δικαιώματα (πιστοποίηση και αναγνώριση τίτλων και κατ’ επέκταση επαγγελματικών δικαιωμάτων).

Την αποτελεσματική σύνδεση της παραγωγής της γνώσης με τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου για άμεσο κέρδος και τον παγκόσμιο ανταγωνισμό (σύστημα αξιολόγησης, ανταγωνιστικά πανεπιστήμια).

Την προσέλκυση ξένου επιστημονικού δυναμικού (ελκυστικότητα του ενιαίου χώρου ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας).

Την κινητικότητα του ανθρώπινου δυναμικού, την τιμή της εργατικής δύναμης, τις εργασιακές σχέσεις (γλωσσομάθεια, εναλλακτικές μορφές σπουδών σε διαφορετικές χώρες δια μέσου της κινητικότητας, διάρκεια σπουδών, κατάρτιση).

Είναι φανερό ότι υπάρχει μια αλληλεξάρτηση και αλληλοσύνδεση των στόχων των αναδιαρθρώσεων. Δε θα είχαν καμία χρησιμότητα εάν προωθούνταν ξεχωριστά και σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Οι ευέλικτες μορφές εργασίας απαιτούν ευέλικτα και σχετικά σύντομα προγράμματα σπουδών. Οδηγούν στη συχνή εναλλαγή των επαγγελμάτων άρα και στην ανάγκη καταρτισιακών διαδικασιών στο εκπαιδευτικό σύστημα. Επιβάλλουν την αλλαγή στη δομή των προγραμμάτων σπουδών, στη διάρκεια και στη σχέση γενικών-θεμελιακών γνώσεων και επιστημονικής ειδίκευσης. Αποσπούν την επαγγελματική από την επιστημονική ειδίκευση και γενικότερα από το επιστημονικό αντικείμενο. Διαφοροποιούν έως καταργούν την έννοια του επαγγελματικού δικαιώματος γιατί καθίστανται δυσδιάκριτα τα όρια των επιστημονικών αντικειμένων μεταξύ τους. Καταλήγουν συνολικά στην αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων και στη μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης.

Αυτή η καθολικότητα των αναδιαρθρώσεων ανταποκρίνεται στη φάση ανάπτυξης του καπιταλιστικού συστήματος σήμερα. Επιχειρεί να εναρμονίσει τις σχέσεις παραγωγής και εργασίας μ’ αυτήν, βασίζεται στο χαρακτήρα των σύγχρονων μέσων παραγωγής και στη σχέση ζωντανής και νεκρής εργασίας, στη δυνατότητα ενσωμάτωσης μεγάλου ποσοστού πνευματικής εργασίας, γνώσης, στα μέσα παραγωγής.

Η εξέλιξη αυτή, στην πραγματικότητα, αναδεικνύει την παραπέρα κοινωνικοποίηση της εργασίας και της γνώσης, πολλαπλασιάζει τις δυνατότητες για την κοινωνική χειραφέτηση των εργαζομένων, για την κάλυψη των κοινωνικών τους αναγκών, αφενός, αλλά, αφετέρου, υποταγμένη στο βασικό αναπτυξιακό νόμο του καπιταλισμού, το κέρδος, αυξάνει τον καταναγκαστικό χαρακτήρα της εργασίας. Γι’ αυτό το λόγο, το σύνολο των αναδιαρθρώσεων που πραγματοποιούνται έχουν αντιδραστικό χαρακτήρα. Σε ό,τι αφορά την Ανώτατη Εκπαίδευση εντείνονται τα κρισιακά φαινόμενα, διαφοροποιείται ο κοινωνικός και επιστημονικός ρόλος του πανεπιστημίου και του αντικειμένου της ανώτατης εκπαίδευσης.

 

Η ΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Εχει μεγάλη σημασία να προσεγγίσει κανείς το πώς εκφράζεται η κρίση στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Η αξία αυτής της προσέγγισης συγκεντρώνεται στο γεγονός ότι μπορούν να εξαχθούν χρήσιμα πολιτικά συμπεράσματα, να διατυπωθεί ένα σαφές πρόγραμμα δράσης που θα πρέπει να αναπτύξει το Πανεπιστημιακό Κίνημα. Παραπέρα μπορεί να χρησιμεύσει ως δείκτης και για την εξέλιξη της ίδιας της κοινωνικής κρίσης.

Υπόβαθρο, ασφαλώς, της κρίσης στην Ανώτατη Εκπαίδευση είναι η γενικότερη κοινωνική κρίση, η αναντιστοιχία ανάμεσα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων προς τις υφιστάμενες σχέσεις παραγωγής. Αυτή εκφράζεται μέσα από την προσπάθεια των δυνάμεων του κεφαλαίου να υποτάξει την Ανώτατη Εκπαίδευση στην εξυπηρέτηση του βασικού αναπτυξιακού νόμου του καπιταλιστικού συστήματος, αντί να υπηρετήσει και να καλύψει τις κοινωνικές ανάγκες των εργαζομένων και την εξέλιξη των επιστημών. Οι αναδιαρθρώσεις που επιχειρούνται προσδίδουν νέο βάθος και περιεχόμενο στην κρίση, η οποία αφορά όλες τις πλευρές της Ανώτατης Εκπαίδευσης, χωρίς διάκριση.

- Κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση του επιστημονικού δυναμικού παίζει η αντιστοιχία ανάμεσα στο ενιαίο πρόγραμμα σπουδών και το ενιαίο επιστημονικό αντικείμενο. Η σχέση αυτή εκφράζει την ολοκληρωμένη κάλυψη ενός επιστημονικού αντικειμένου σε συνάρτηση με τη συσσώρευση της γνώσης, η οποία εναρμονίζεται με το ανάλογο πρόγραμμα σπουδών και την ανάλογη χρονική διάρκεια.

Από τη στιγμή που διασπάται αυτή η σχέση, όπως επιχειρείται να γίνει, τότε είναι αδύνατο να λειτουργήσει το πανεπιστήμιο ως Ανώτατη Εκπαίδευση. Η διάσπαση αυτή επιδρά αποφασιστικά τόσο στο επιστημονικό αντικείμενο όσο και στο πρόγραμμα σπουδών. Το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και στη συνέχεια όλα τα πολυτεχνεία της χώρας τάχθηκαν ενάντια στη δημιουργία δυο κύκλων σπουδών, γιατί έκριναν ότι στη χρονική διάρκεια των τριών χρόνων είναι αδύνατο να υλοποιηθεί ο στόχος της επαρκούς κάλυψης του επαγγέλματος του μηχανικού. Είναι φανερό ότι η κρίση αγκαλιάζει την ίδια την ύπαρξη του πανεπιστημίου, μετατρέπεται σε κρίση του επιστήμονα και κρίση του επιστημονικού αντικειμένου.

Ως αποτέλεσμα της διάσπασης του ενιαίου προγράμματος θα υπάρξει η μεταφορά της επιστημονικής-επαγγελματικής ειδίκευσης στο δεύτερο κύκλο, στον οποίο βέβαια δε θα έχει πρόσβαση το σύνολο των φοιτητών του πρώτου κύκλου. Η υπάρχουσα λειτουργία των μεταπτυχιακών ειδίκευσης μας δείχνει καθαρά πώς θα λειτουργεί ο δεύτερος κύκλος. Ενώ για τον τρίτο κύκλο, στο επίπεδο της διδακτορικής διατριβής, τα πράγματα θα είναι ακόμη χειρότερα σε ό,τι αφορά την πρόσβαση.

Είναι φανερό ότι η μεγάλη μάζα των φοιτητών θα στέκεται στον πρώτο κύκλο, θα εφοδιάζεται με ένα σύνολο γενικών γνώσεων, αλλά επειδή δε θα διαθέτει ειδικότητα, πρακτικά δε θα διαθέτει και επάγγελμα. Οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης θα είναι καταλυτικές. Μαζικά το νέο εργατικό δυναμικό θα οδηγηθεί στην πρόσκαιρη και τη μερική απασχόληση. Κι αυτός είναι και ο πραγματικός στόχος της ΕΕ και των αναδιαρθρώσεων, όπως πραγματικός στόχος της ΕΕ είναι, επίσης, η απολύτως ελέγξιμη δημιουργία μιας ελίτ επιστημόνων, που θα έχει περάσει βέβαια και στους υπόλοιπους κύκλους σπουδών πέραν του πρώτου.

Η διάρθρωση του προγράμματος σπουδών και η διάρκειά του καθίστανται ταξικοί φραγμοί για τη μεγάλη μάζα της νεολαίας εκτινάσσοντας τον ταξικό χαρακτήρα της ΑΕ.

- Σε ό,τι αφορά την έρευνα, τη δεύτερη βασική λειτουργία του πανεπιστημίου, οι δυνάμεις του κεφαλαίου επιδιώκουν να την ελέγξουν πλήρως γιατί αποδίδουν μεγάλη σημασία στην παραγωγή της νέας γνώσης. Πρωταρχικά όμως ενδιαφέρονται για εκείνα τα επιστημονικά αντικείμενα τα οποία θα τους είναι χρήσιμα για την αύξηση των κερδών τους. Με την έννοια αυτή θα πάψει να ισχύει η ισοτιμία των επιστημονικών αντικειμένων και ένα τμήμα του ερευνητικού προσωπικού θα βρεθεί εκτός έρευνας γιατί το επιστημονικό τους αντικείμενο δε θα προκαλεί το ενδιαφέρον της αγοράς. Αλλά και εκείνοι οι ερευνητές που θα μπορούν να διεξάγουν έρευνα θα είναι ολοκληρωτικά υποταγμένοι στο στόχο του κέρδους. Κατά συνέπεια δε θα μπορούν να αναπτύξουν την ερευνητική τους δραστηριότητα με αποκλειστικά επιστημονικά και κοινωνικά κριτήρια.

Η αξιολόγηση ως διαδικασία θα ελέγχει το βαθμό σύνδεσης και υποταγής της έρευνας, των πανεπιστημίων και των πανεπιστημιακών στις δυνάμεις του κεφαλαίου. Σαφής πρόθεση, επίσης, είναι μέσα από τη σύνδεση των ΑΕΙ με την αγορά να εξασφαλίζονται και τα αναγκαία κονδύλια για τη λειτουργία των πανεπιστημίων, δεδομένου ότι οι κρατικές δαπάνες δεν αυξάνονται, αντίθετα παρουσιάζουν σχετική μείωση. Ακόμη προβλέπεται και οι μισθοί του ΔΕΠ να εξασφαλίζονται κατά ένα μέρος από τα ερευνητικά προγράμματα. Το σαφές συμπέρασμα είναι ότι η διεξαγωγή της έρευνας δεν θα απευθύνεται στην κοινωνία για την ικανοποίηση των ζωτικών της αναγκών αλλά στη λογική της αύξησης των κερδών με αποτέλεσμα να είναι άλλη μια πηγή κρίσης για το πανεπιστήμιο.

- Αν στις δυο βασικές λειτουργίες του πανεπιστημίου προστεθεί η προσπάθεια της ΕΕ όλη αυτή η επιχείρηση των αναδιαρθρώσεων να επενδυθεί με μια κοσμοπολίτικη ευρωλαγνική ιδεολογική διάσταση, αλλά, και οι άλλες πλευρές που συμπληρώνουν την εικόνα της κρίσης, όπως είναι η αύξηση των ελαστικών μορφών εργασίας, που τώρα επεκτείνονται και στο ΔΕΠ, η κακή οικονομική κατάσταση των πανεπιστημίων, τα μισθολογικά και συνταξιοδοτικά προβλήματα όλων των εργαζομένων στα ΑΕΙ, η ελλιπής έως κακή υλικοτεχνική υποδομή, η έλλειψη της φοιτητικής μέριμνας, η μείωση των δαπανών, τότε, αναδεικνύεται μπροστά στον εργαζόμενο λαό το αγοραίο πανεπιστήμιο της κρίσης.

Το πανεπιστήμιο, που δρα ως οργανικός φορέας του καπιταλιστικού συστήματος στην αναπαραγωγή αντιδραστικών ιδεών, που καθαγιάζουν τον ανταγωνισμό σε όλα τα επίπεδα, οικονομικά, κοινωνικά, πολιτιστικά και ανθρώπινα, που προωθεί τον ανορθολογισμό, το μυστικισμό, την αντιεπιστημονική θεώρηση των κοινωνικών και φυσικών φαινομένων. Το πανεπιστήμιο που φρενάρει την πρόοδο και στρεβλώνει τον άνθρωπο.        

 

ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΗΣ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ

Απέναντι σε αυτές τις στρατηγικής σημασίας για τις δυνάμεις του κεφαλαίου πολιτικές της ΕΕ και των ελληνικών κυβερνήσεων, μπροστά και στην απεχθή και αγοραία εικόνα του υπάρχοντος πανεπιστημίου, είναι αδήριτη ανάγκη να αντιταχθεί με σχεδιασμένο τρόπο μια άλλη συνολική πρόταση, που όχι μόνο θα απαντά στην προκλητική πολιτική της ΕΕ αλλά και θα:

- Υπερασπίζεται τον κοινωνικό ρόλο της επιστήμης, του επιστήμονα και του πανεπιστημίου.

- Θεωρεί ισότιμα όλα τα επιστημονικά αντικείμενα γιατί είναι ισότιμες μορφές κοινωνικής συνείδησης που αντανακλούν τη φυσική και κοινωνική πραγματικότητα.

- Συνδέει την ύπαρξη των επιστημών με την επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων, με την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών, με την ανάπτυξη του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος και την προστασία τους.

- Συνδυάζει τη διεξαγωγή της έρευνας, τη συσσώρευση της νέας γνώσης και την εξέλιξη των επιστημών με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τη λαϊκή ευημερία.

- Αντιτάσσει στην αναπαραγωγή της αντιδραστικής ιδεολογίας την επιστημονικά θεμελιωμένη και ιστορικά κατακτημένη προοδευτική σκέψη του εργατικού και γενικότερα του λαϊκού κινήματος, του λαϊκού πολιτισμού.

- Ενισχύει τον παιδαγωγικό ρόλο του πανεπιστημίου για τη διαμόρφωση επιστημόνων κοινωνικών αγωνιστών που θα κατακτούν την ανώτατη κατάρτιση, θα αποκτούν ικανότητα διερεύνησης των φυσικών και κοινωνικών φαινομένων, με άλλα λόγια, των νόμων κίνησης της ύλης, της κοινωνίας και της νόησης, θα είναι στην υπηρεσία της κοινωνίας και των εργαζομένων.

- Αναπτύσσει ελεύθερη σκέψη, θα προωθεί τη διακίνηση των ιδεών, θα καλλιεργεί και θα υπερασπίζεται τα δημοκρατικά και κοινωνικά δικαιώματα.

- Αναγνωρίζει το δικαίωμα στη μόρφωση ως καθολικό κοινωνικό δικαίωμα και υποχρέωση του κράτους απέναντι στους πολίτες του.

Το πανεπιστήμιο αυτό θα αντιπροσωπεύει μια και ενιαία ανώτατη εκπαίδευση, θα στηρίζεται στο ενιαίο βασικό και υποχρεωτικό δωδεκάχρονο σχολείο, θα είναι δημόσιο και δωρεάν, θα εξασφαλίζει την ενότητα του προπτυχιακού κύκλου σπουδών σε επίπεδο μάστερ και μεταπτυχιακές σπουδές που θα οδηγούν σε διδακτορική διατριβή αποκλειστικά, θα κατοχυρώνει την έρευνα ως αναγκαία και συστατική δραστηριότητα για όλο το ερευνητικό προσωπικό, θα εξασφαλίζει τη χρηματοδότηση και τη δημοκρατική του λειτουργία, τη μονιμότητα στο διοικητικό προσωπικό και την αποκλειστική απασχόληση στο ΔΕΠ, θα διεκδικεί αξιοπρεπείς μισθούς και συντάξεις, θα παρέχει αναπτυγμένη φοιτητική μέριμνα, αθλητισμό και πολιτισμό.

 

ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΚΙΝΗΜΑ - ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Η μόνη δύναμη που μπορεί να αντιμετωπίσει την πολιτική της ΕΕ και των ελληνικών κυβερνήσεων είναι το Πανεπιστημιακό Κίνημα στο σύνολό του με την ανάπτυξη των αγώνων. Η εξασφάλιση της συσπείρωσης και της κοινής δράσης, η δημιουργία μετώπου των πανεπιστημιακών φορέων, φοιτητών, διδακτικού προσωπικού και των άλλων εργαζομένων, με κοινό αγωνιστικό διεκδικητικό πλαίσιο και σε συμμαχία με το αγωνιστικό εργατικό κίνημα είναι βέβαιο ότι θα δημιουργήσει τις συνθήκες για ματαίωση των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων, δρομολογώντας την ανάπτυξη της πάλης για ένα πανεπιστήμιο που θα ικανοποιεί τις κοινωνικές ανάγκες.

Το επόμενο χρονικό διάστημα είναι κρίσιμο. Θα δοκιμαστούν οι πολιτικές προθέσεις της κυβέρνησης. Μέχρι το Μάη του 2005 πρέπει να έχει νομοθετήσει την αξιολόγηση, τους δυο κύκλους σπουδών και την αναγνώριση των τίτλων σπουδών. Το τελευταίο είναι ζήτημα άμεσα συναρτημένο με τα επαγγελματικά δικαιώματα. Μέχρι το 2005 πρέπει να έχει λήξει και η επεξεργασία ενός συστήματος πιστοποίησης σε επίπεδο ΕΕ.

Οι νέοι αγώνες χρειάζεται να έχουν καθαρό ορίζοντα και να διδάσκονται από την εμπειρία των προηγούμενων. Γι’ αυτό το λόγο ορισμένα πολιτικά ζητήματα είναι κρίσιμα:

- Κανένας αγώνας δεν μπορεί να οδηγήσει σε νίκη εάν δεν υπάρχει σαφές μέτωπο ενάντια στους φορείς των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων, την ΕΕ και την κυβέρνηση. Εάν ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της ΕΕ και της ΟΝΕ θεωρηθεί ως ο μονόδρομος για την ελληνική κοινωνία, εάν η λεγόμενη ελεύθερη αγορά γίνει αποδεχτή ως η μόνη επιλογή για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, τότε το ΠΚ θα έχει δέσει τα χέρια του από μόνο του και θα αποδειχθεί ανίκανο να αντιμετωπίσει την κρίση και τις επερχόμενες αναδιαρθρώσεις.

- Η ανάπτυξη των αγώνων δεν μπορεί να υπονομεύεται από διαδικασίες κοινωνικού διαλόγου. Η εμπειρία στο ζήτημα αυτό είναι και πλούσια και διδακτική και πριν απ’ όλα την έχει υποστεί το ίδιο το ΠΚ.

- Μπροστά στην πρωτοφανή επίθεση που έχει εξαπολύσει η ΕΕ καμιά ρεφορμιστική συνταγή δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως απάντηση στην πολύπλευρη κρίση του πανεπιστημίου. Στη διάσπαση του ενιαίου κύκλου σπουδών υπάρχει μόνο μια απάντηση. Η ματαίωση της διάσπασης. Στη δημιουργία των μεταπτυχιακών ειδίκευσης υπάρχει μόνο μια απάντηση. Η κατάργηση.

- Το Πανεπιστημιακό Κίνημα δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός ότι η προηγούμενη κυβέρνηση είχε ακολουθήσει, μέχρις ενός σημείου και με επιτυχία, την τακτική της «από τα κάτω» προώθησης των αναδιαρθρώσεων. Κλασσικό παράδειγμα είναι τα μεταπτυχιακά ειδίκευσης. Το ίδιο ισχύει και για την αξιολόγηση. Ορισμένα πανεπιστήμια έχουν ήδη αποδεχθεί τη διαδικασία της αξιολόγησης και την έχουν πραγματοποιήσει. Από την άποψη αυτή πρέπει να υπάρχει άμεση απάντηση με σκοπό τη ματαίωση ανάλογων τακτικών κινήσεων μέσα στα ίδια τα πανεπιστήμια. Αλλά και διεκδίκηση για κατάργηση των όσων έχουν περάσει ως τετελεσμένα.

- Στις μέρες μας δεν μπορεί να υπάρξει μια σχηματική διάκριση ανάμεσα στα προβλήματα που αντιμετωπίζει το πανεπιστήμιο σε άμεσα και μακροπρόθεσμα. Το πρόβλημα της μη έγκαιρης διανομής των συγγραμμάτων ή της αυθαιρεσίας του καθηγητή που εκ συστήματος απορρίπτει μαζικά τους φοιτητές στις εξετάσεις, το πρόβλημα της υλικοτεχνικής υποδομής σε εργαστήρια ή της απουσίας των καθηγητών από τις αίθουσες διδασκαλίας, το πρόβλημα της δωρεάν σίτισης των φοιτητών και της εστίασης ή της κάλυψης των αναγκών σε αίθουσες είναι το ίδιο άμεσο με το πρόβλημα της διάσπασης του ενιαίου κύκλου σπουδών ή της αξιολόγησης ή της πρακτικής άσκησης. Διαφορετικής βαρύτητας βέβαια και με διαφορετικές συνέπειες. Αλλά σε κάθε περίπτωση χρειάζεται η άμεση ανάπτυξη των αγώνων για την αντιμετώπισή τους.

- Εχει μεγάλη σημασία για την ανάπτυξη της πάλης του Πανεπιστημιακού Κινήματος η κατανόηση του ιδιαίτερου ρόλου που μπορεί να παίξει το ΔΕΠ. Για την προώθηση της κοινής δράσης και της συσπείρωσης. Το ΔΕΠ γνωρίζει ταχύτερα και «από τα μέσα» το χαρακτήρα και το ρόλο των αναδιαρθρώσεων στο πανεπιστήμιο. Η ανάπτυξη των αγώνων του ΔΕΠ πρέπει να ξεφύγει από έναν οικονομισμό που αφορά αποκλειστικά και μόνο το ίδιο. Αποδείχτηκε από τους αγώνες της προηγούμενης περιόδου πως ούτε αυτός ο τρόπος έφερε κάποιο σημαντικό αποτέλεσμα.

- Τέλος η δύναμη των αγώνων σφραγίζεται από τις μορφές πάλης. Είναι τραγικό λάθος η κατάταξη των μορφών πάλης σε καλές και κακές. Κατάλληλη μορφή πάλης είναι εκείνη που εκφράζει τη δύναμη του αγώνα με τη μεγαλύτερη δυνατότητα συσπείρωσης. Γι’ αυτό το λόγο χρειάζεται και η εναλλαγή στις μορφές.

Οι αγώνες του Πανεπιστημιακού Κινήματος είναι μπροστά του. Το βέβαιο είναι ότι οι πρωτοπόρες δυνάμεις της νεολαίας στα πανεπιστήμια θα έχουν την πρωτοβουλία της ανάπτυξής τους. Στην ίδια κατεύθυνση πρέπει να κινηθεί το Πανεπιστημιακό Κίνημα ως σύνολο. Υπάρχει η βάση κοινής δράσης, υπάρχει ο κοινός στόχος. Το πανεπιστήμιο που θα ικανοποιεί τις κοινωνικές ανάγκες.

 


Ο Παναγιώτης Γεωργιάδης είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, διευθυντής του ΚΜΕ.