ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΕΝΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Πριν λίγους μήνες (7 - 9 Μάη 2004) έγινε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο η 3η Διεθνής Συνάντηση θρησκειών και πολιτισμών. Οι εργασίες της Συνάντησης έδωσαν ένα πανόραμα του φιλοσοφικού ιδεαλισμού που εκφράζεται σήμερα μέσα από τις αλληλοσυνδέσεις και τάσεις των διαφόρων ρευμάτων της αστικής φιλοσοφικής σκέψης. Οι διαφορετικές όμως παραλλαγές των ρευμάτων αυτών δεν μπορούν να συνθέσουν μια ολοκληρωμένη φιλοσοφική θεωρία. Ενώ οι φιλοσοφικές θέσεις των εκπροσώπων των ρευμάτων αυτών διαφέρουν, από την ιδεολογική λειτουργία τους, όμως, εκπορεύονται φιλοσοφικές αυταπάτες και αντιεπιστημονικές θεωρίες που οδηγούν σε αδιέξοδα και συγχύσεις. Τα πιο σημαντικά ρεύματα της σύγχρονης αστικής φιλοσοφίας, ο νεοθωμισμός, ο υπαρξισμός και ο νεοθετικισμός είναι διαφορετικές ιδεολογίες, χαρακτηρίζονται όμως σχετικά με τις λύσεις των προβλημάτων που προτείνουν.

Από τις ομιλίες των εκπροσώπων της φιλοσοφίας του υπαρξισμού που έγιναν στην 3η συνάντηση θρησκειών και πολιτισμών εμφανίστηκαν φιλοσοφικές απόψεις που αντιπαραθέτουν το άτομο στην κοινωνία και ανάγουν την ουσία της φιλοσοφίας μόνο στη θεώρηση της ύπαρξης του ανθρώπου. Το άτομο έτσι αισθάνεται απομονωμένο ανάμεσα σ’ ένα ξένο και εχθρικό κόσμο, αφού σύμφωνα με τις αντιλήψεις της ιδεαλιστικής θεωρίας της παρακμής η κοινωνία του στερεί την ατομικότητα. Οι φιλόσοφοι του υπαρξισμού δεν παραδέχονται το αντικειμενικό Είναι ούτε σαν βάση ούτε σαν αντικείμενο της φιλοσοφίας. Το μόνο που έχει γι’ αυτούς σημασία είναι η ατομική ύπαρξη. Γι’ αυτό, το ζήτημα της νόησης και του Είναι είναι για το Γάλλο υπαρξιστή Α. Καμύ βαθιά αδιάφορο και κενό ζήτημα, όπως άλλωστε και κάθε επιστημονικό ζήτημα. Γι’ αυτό και οι άλλοι φιλόσοφοι του υπαρξισμού όπως ο Κίργκεγκαρντ, ο Χάιντεγκερ, ο Γιάσπερς κλπ., στους οποίους αναφέρθηκαν πολλοί από τους ομιλητές, βασίζονται στην αίσθηση της καταπίεσης που δημιουργεί το καπιταλιστικό σύστημα και προσπαθούν να κατευθύνουν τη διαμαρτυρία ενάντια στην κοινωνία γενικά. Σύμφωνα λοιπόν μ’ αυτή τη φιλοσοφία, οι αγώνες είναι μάταιοι όπως και η ανθρώπινη δραστηριότητα, η ιστορία δεν έχει κανένα νόημα και ο κόσμος είναι το βασίλειο του παραλογισμού. Σύμφωνα με τον Σαρτρ η ζωή στερείται λογικότητας, αιτιότητας και αναγκαιότητας. Ενώ σύμφωνα με τον Χόιντεγκερ ο κόσμος υπάρχει όσο υπάρχει η ανθρώπινη ύπαρξη.

Ακούστηκαν απόψεις στη συνάντηση αυτή, όπως ότι «η ζωή δεν μπορεί παρά να εξατομικεύεται και ότι κάθε όν είναι μόνο του μέσα στη μοναξιά του πλήθους» κλπ. Γι’ αυτό η φιλοσοφία της ύπαρξης είναι βαθιά αντιδραστική, αφού μέσα στην κοινωνική ζωή ο άνθρωπος αναπτύσσει τη συνείδηση, τη λογική και τα αισθήματά του και η ζωή του αποκτά νόημα. Ο υπαρξισμός με τις διάφορες παραλλαγές του καλλιεργεί την έλλειψη αρχών στη ζωή και ορισμένοι εκπρόσωποί του με τη διδασκαλία τους για το παράλογο καταπολεμούν την κομματική πειθαρχία και υπονομεύουν την ταξική αλληλεγγύη της εργατικής τάξης.

Στην 3η Διεθνή Συνάντηση θρησκειών και πολιτισμών αναλύθηκαν και θεωρίες που στην ουσία ανάγουν το ρόλο της φιλοσοφίας στην ανάλυση του νοήματος των επιστημονικών όρων και εννοιών και οι οποίες στην ουσία οδηγούν στην άρνηση της φιλοσοφίας και στην υπονόμευση του ρόλου της επιστήμης. Ο νεοθετικισμός που οι βάσεις του μπήκαν από τον Μ. Ράσσελ και τους Βινγκεστάιν, Μ. Σλικ, Ρ. Κάρναπ, Π. Αϊερ και άλλους διδάσκει την απομάκρυνση από τη φιλοσοφία των βασικών προβλημάτων της κοσμοθεωρίας και περιορίζει το ρόλο της επιστήμης στην περιγραφή των γεγονότων τα οποία θεωρεί ότι δεν είναι γεγονότα του αντικειμενικού κόσμου αλλά αποτέλεσμα των αισθημάτων, των εντυπώσεων και των αντιλήψεων του ανθρώπου. Γι’ αυτό ο αγώνας κατά του ιδεαλισμού απαιτεί τη γνώση της σύγχρονης επιστήμης και την ικανότητα να λύσουμε τα προβλήματά της στηριζόμενοι στις θέσεις του διαλεκτικού υλισμού.

Στη Συνάντηση ακούστηκαν θεωρίες οι οποίες προσπαθούν ουσιαστικά να θεμελιώσουν -πράγμα που είναι άλλωστε συνεχής προσπάθεια της αστικής ιδεολογίας- την άρνηση της ύλης παραπέμποντας στην επιστήμη. Για το λόγο αυτό διαστρεβλώνουν τα επιστημονικά επιτεύγματα και προσαρμόζουν την επιστήμη στους δικούς τους αντιδραστικούς σκοπούς. Ακόμη όμως και οι ίδιοι οι αστοί επιστήμονες ενισχύουν τον ιδεαλισμό με αντιεπιστημονική επιχειρηματολογία.

Ορισμένοι ομιλητές αναφέρθηκαν σε «πρόσφατες κοσμολογικές παρατηρήσεις που κατ’ αυτούς παρέχουν αδιαμφισβήτητες ενδείξεις για μια δραματική αλλαγή, μια μετατόπιση παραδείγματος στις απόψεις μας για το Σύμπαν, πρωτοφανή στην Ιστορία της ανθρωπότητας». Τα νέα είπαν «κοσμολογικά δεδομένα υποδεικνύουν σαφέστατα ότι ζούμε σε ένα αεί διαστελλόμενο επίπεδο, άρα ολικής ενέργειας μηδέν, Σύμπαν» και εν τέλει είπαν «Είμαστε μια ανακατανομή του τίποτα!». Αυτή λοιπόν η -κατά την άποψη που ακούστηκε στην ομιλία με θέμα «Σύγχρονη Κοσμογονία ή η κατάρρευση του υπαρκτού σκοταδισμού»- αξιοθαύμαστη αλλαγή στις απόψεις μας για το Σύμπαν είναι η πιο μεγάλη αλλαγή ακόμη και από την αλλαγή της Αρισταρχο-Κοπερνίκιας Επανάστασης και είναι κατά τον ομιλητή «η αυγή της νέας Αναγέννησης στηριγμένης ατόφια στην επιστημονική γνώση. Ολα αυτά τα εν εξελίξει ευρισκόμενα δραματικά επιστημονικά γεγονότα, συνδυασμένα με τη Δαρβίνεια αρχή της εξέλιξης μέσα από φυσική επιλογή και τις τελευταίες εξελίξεις της Νευροεπιστήμης που μας λέει ξεκάθαρα ότι ο εγκέφαλος είναι η μηχανή του νου, δεν μπορούν παρά να αλλάξουν ριζικά τη συνείδησή μας περί κόσμου, ηθικές, φιλοσοφικές και ελπίζω πολιτικές απόψεις δεν μπορούν παρά να επηρεαστούν από αυτά τα μηνύματα της μοντέρνας επιστημονικής γνώσης».

Η μαρξιστική φιλοσοφική σκέψη θεωρεί την κίνηση σαν τρόπο ύπαρξης της ύλης και περιλαμβάνει όλες τις αλλαγές που συντελούνται στο σύμπαν και θεωρεί ότι οι μορφές κίνησης της ύλης δεν μπορούν να αναχθούν η μια στην άλλη αφού είναι ποιοτικά ιδιότυπες, ενώ οι αστοί επιστήμονες προσπαθούν με αναγωγισμούς που οδηγούν στη διαστρέβλωση της πραγματικότητας και σε ιδεολογικές πλάνες να σπείρουν τη σύγχυση, αγνοώντας το γεγονός ότι η ύλη είναι άπειρη και δεν καταστρέφεται ούτε γεννιέται από το μηδέν. Το ίδιο ακριβώς και η κίνηση, αν και παθαίνει διάφορες αλλαγές, είναι αναπόσπαστα δεμένη με την ύλη, αφού δεν νοείται ύλη χωρίς κίνηση και κίνηση χωρίς ύλη.

Ο ιδεαλισμός έρχεται σε αντίθεση με την επιστημονική εξήγηση του κόσμου. Ντύνει ουσιαστικά το θρησκευτικό μύθο για τη δημιουργία του κόσμου με περίπλοκες φράσεις. Ο σοβαρός όμως κίνδυνος από την προσπάθεια αυτή του ιδεαλισμού είναι ότι, φορώντας το προσωπείο της επιστήμης, επιχειρεί να στηριχτεί στη λογική του ανθρώπου χωρίς να περιορίζεται στην τυφλή πίστη, όπως κάνει η θρησκεία. Και παρά το γεγονός ότι τα επιτεύγματα της επιστήμης έχουν αποδείξει από καιρό το ανυπόστατο και αβάσιμο των θεωριών αυτών, εν τούτοις η τάση του αναγωγισμού του κατώτερου στο ανώτερο άμεσα, εξακολουθεί να είναι μια πρακτική του σύγχρονου μηχανιστικού ιδεαλισμού.

Αντίθετα ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός που είναι η φιλοσοφία του μαρξισμού αποτελεί την επιστημονική γενίκευση των αποτελεσμάτων των επιστημών της φύσης και της κοινωνίας και δίνει τη μοναδική επιστημονική ερμηνεία της πραγματικότητας. Αναμφίβολα η παραπέρα εξέλιξη της επιστήμης θα αποκαλύψει τις καινούργιες σχέσεις και αλληλομετατροπές των σωμάτων της ύλης αλλά παράλληλα θα αποκαλύπτει όλο και πιο βαθιά την ενότητα του υλικού κόσμου στην ποικιλομορφία του, αφού τίποτα δε γεννιέται από το τίποτα και δεν καταλήγει στο τίποτα.

Είναι ο νόμος της διατήρησης της ύλης που αποκαλύπτει το αδημιούργητο και την αφθαρσία της ύλης. Είναι ο νόμος που προϋποθέτει την ποιοτική αλλαγή των μορφών της. Ο απόλυτος και αιώνιος νόμος της φύσης. Η σύγχρονη θεωρία της φυσικής για το χώρο και το χρόνο, η θεωρία της σχετικότητας που διατύπωσε ο Α. Αϊνστάιν, αποκαλύπτει την οργανική σύνδεση του χώρου και του χρόνου τόσο μεταξύ τους όσο και σε σχέση με την κινούμενη ύλη. Η ειδική θεωρία της σχετικότητας καθορίζει την εξέλιξη των χωροχρονικών ιδιοτήτων των σωμάτων από την ταχύτητα της κίνησής τους και η γενική θεωρία της σχετικότητας αποδείχνει ότι οι ιδιότητες του χώρου και του χρόνου εξαρτώνται και από την ύπαρξη των μαζών της ύλης. Και ενώ οι παραστάσεις της φυσικής για τις ιδιότητες του χώρου και του χρόνου μεταβάλλονται με τις νέες επιστημονικές κατακτήσεις, εν τούτοις πάντα επιβεβαιώνεται η αδιάρρηκτη ενότητα της ύλης με το χώρο, το χρόνο και την κίνηση που είναι αντικειμενικές μορφές της ύπαρξής της και που υπάρχουν συνδεδεμένες μαζί της στην αδημιούργητη και άπειρη χωρίς αρχή και τέλος σύνδεσή τους. Οι φυσικές επιστήμες αποδείχνουν ότι το γίγνεσθαι είναι ο γενικότερος τρόπος ύπαρξης της ύλης, η ύλη υπάρχει ως άπειρο και χωρίς αρχή και τέλος γίγνεσθαι. Η σταθερότητα και αμεταβλητότητα είναι στιγμές αυτού του γίγνεσθαι της ύλης, η διαρκής αλλαγή δεν είναι ασύμβατη με τη σχετική σταθερότητα. Γι’ αυτό η θεωρία της μεγάλης έκρηξης αποτελεί μια υπόθεση αντιεπιστημονική και έχει μεταφυσική βάση, αφού δεν υπάρχουν έσχατοι αιώνιοι λίθοι του σύμπαντος. Βέβαια η κίνηση είναι απόλυτη ως προς τη φύση της αλλά σχετική ως προς τη συγκεκριμένη της εκδήλωση. Το ίδιο και ο χώρος και χρόνος εκφράζονται εμφανίζοντας μια εσωτερική αντίφαση. Είναι και απόλυτοι ως άπειροι και χωρίς αρχή και τέλος αλλά και σχετικοί όσον αφορά τις πεπερασμένες μορφές των φαινομένων.

Μια από τις απόπειρες που έγιναν για να ανατραπεί η αντίληψη ότι ο χώρος είναι απεριόριστος και ότι ο κόσμος είναι ατελείωτος είναι η ιδεαλιστική θεωρία του «διαστελλόμενου σύμπαντος». Οι αστρονομικές παρατηρήσεις απέδειξαν ότι τα φάσματα των νεφελωμάτων που βρίσκονται πέραν από τα όρια του γαλαξία μας είναι αρκετά μετατοπισμένα στην πλευρά των μεγάλων μηκών κύματος -η λεγόμενη ερυθρά μετατόπιση. Τέτοια μετατόπιση των φασμάτων μπορεί να γίνει ιδιαίτερα επειδή η πηγή του φωτός και η συσκευή που αντιλαμβάνεται από το φως απομακρύνεται το ένα από το άλλο με κάποια ταχύτητα. Ακόμα όσο μεγαλύτερη είναι η ταχύτητα που με αυτήν η πηγή του φωτός και ο δέκτης απομακρύνονται το ένα από το άλλο, τόσο μεγαλύτερη είναι η μετατόπιση του φάσματος. Από το μέγεθος της μετατόπισης μπορούμε να κρίνουμε για την ταχύτητα και την κίνηση της πηγής του φωτός σχετικά με το δέκτη. Επειδή δε βρέθηκε καμιά άλλη εξήγηση της μετατόπισης των φασμάτων των νεφελωμάτων, οι επιστήμονες γενικά τείνουν προς την άποψη ότι αυτή η μετατόπιση των νεφελωμάτων οφείλεται στην απομάκρυνση των νεφελωμάτων από το κέντρο του γαλαξία μας. Η ταχύτητα που με αυτήν απομακρύνεται κάθε νεφέλωμα παίρνεται κατά προσέγγιση ανάλογα με την απόσταση από την πηγή. Ετσι όσο μακρύτερα βρίσκεται το νεφέλωμα τόσο γρηγορότερα απομακρύνεται.

Απ’ αυτό οι ιδεαλιστές φιλόσοφοι έβγαλαν το συμπέρασμα ότι κάποτε ολόκληρο το σύμπαν ήταν συγκεντρωμένο σ’ ένα εξαιρετικά μικρό έσχατο όγκο, ένα είδος αρχικού ατόμου που όμως άρχισε ξαφνικά να διαστέλλεται και μαζί άρχισε και η διαστολή του χώρου που αρχικά ήταν άπειρα μικρός. Ετσι δημιουργήθηκε η αντίληψη ότι τάχα αυτό «το αρχικό άτομο» δημιουργήθηκε από το Θεό και πρόσφατα με τη θέληση του Θεού άρχισε να διαστέλλεται.

Αυτή η αντιδραστική θεωρία για το διαστελλόμενο σύμπαν δεν αντέχει σε κριτική γιατί: Πρώτον δεν υπάρχει κανενός είδους βάση ώστε να ταυτίζουμε το σύνολο των εξωγαλαξιακών νεφελωμάτων που εμείς παρατηρούμε με ολόκληρο το σύμπαν γενικά. Αυτά αποτελούν ένα αμέτρητο μικρό μέρος του. Δεύτερον δεν υπάρχει καμιά βάση να νομίζουμε ότι παντού η κίνηση όλων των εξωγαλαξιακών νεφελωμάτων γίνεται κατά τον ίδιο τρόπο μόνο προς την πλευρά την αντίθετη προς το κέντρο και ότι δεν υπάρχουν άλλες ή ακόμα πιο πολύπλοκες κινήσεις άλλων εξωγαλαξιακών νεφελωμάτων. Τρίτον δεν υπάρχει καμία βάση να υποθέσουμε ότι η κίνηση των νεφελωμάτων του μέρους του σύμπαντος που παρατηρούμε έμεινε η ίδια σ’ όλο το χρόνο. Ετσι το τοπικό φαινόμενο που έχει θέση μόνο σε συγκριτικά ασήμαντο χρονικό διάστημα δεν αποτελεί βάση για να βγάλουμε από αυτήν το γενικό νόμο κίνησης του ατελείωτου σύμπαντος σαν σύνολο. Αυτή μάλιστα η ερμηνεία της ερυθράς μετατόπισης των εξωγαλαξιακών νεφελωμάτων, ότι δηλαδή η μετατόπιση στο φάσμα οφείλεται στο διασκορπισμό των νεφελωμάτων στην απομάκρυνσή τους για να μιλήσουμε με ακρίβεια δεν είναι η μοναδικά δυνατή και τελειωτική γιατί μπορούν να ανακαλυφθούν και άλλοι παράγοντες που είναι σε θέση να προκαλέσουν το ίδιο αποτέλεσμα.

Ετσι η θεωρία του διαστελλόμενου σύμπαντος δεν είναι επιστημονική θεωρία και δεν είναι σε θέση να κλονίσει την άποψη ότι το σύμπαν είναι ατελείωτο στο χώρο και στο χρόνο. Αντίθετα με τις αντιεπιστημονικές αυτές θεωρίες η μαρξιστική φιλοσοφία διδάσκει ότι ο κόσμος είναι υλικός, είναι αιώνιος και άπειρος και ο ίδιος ο άνθρωπος είναι μέρος του υλικού κόσμου, μέρος του συνόλου που ονομάζεται φύση και ότι ο μη υλικός κόσμος ο υπερφυσικός δεν υπάρχει πουθενά, ούτε στα βάθη του σύμπαντος ούτε στο παρελθόν ούτε στο παρόν και βρίσκεται μόνο στη φαντασία όλων εκείνων που δε θέλουν να παραδεχτούν τα ολοφάνερα γεγονότα και που σύμφωνα με τις από πριν σχηματισμένες γνώμες τους αυτοκαταδικάζονται στην άρνηση της αληθινής ερμηνείας όλων εκείνων που συμβαίνουν στον εαυτό τους και στο γύρω κόσμο. Ενώ αντίθετα ο διαλεκτικός υλισμός αποκαλύπτει την υλική ουσία του κόσμου, διδάσκει τους πιο γενικούς νόμους της φύσης, της κοινωνίας και της γνώσης καθώς και τη μόνη γνωσιοθεωρία και μέθοδο που μπορεί να οδηγήσει στον επαναστατικό μετασχηματισμό της πραγματικότητας. Γι’ αυτό είναι η μοναδική επιστημονική κοσμοθεωρία θεμελιωμένη στη μελέτη και γενίκευση όλων των συγκεκριμένων τομέων της ανθρώπινης γνώσης.



Ο Μάκης Παρέντης είναι μέλος του ΔΣ του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών.