ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΑ ΓΥΝΑΙΚΑ

«Η κοπέλα μπορεί σήμερα να απολαμβάνει δικαιώματα, που πριν από πολλά χρόνια ήταν απρόσιτα στις γυναίκες. Μπορεί να έχει πιο ελεύθερο τρόπο ζωής. Είναι δικαιώματα πολύ λιγότερα από αυτά που της ανήκουν και απέχουν πολύ από την πραγματική ισοτιμία. Κάθε βήμα που κάνει σήμερα η νέα γυναίκα, για να ανταποκρίνεται στους πολλαπλούς ρόλους που έχει, να μπορεί να μορφώνεται και να δουλεύει, συνοδεύεται από προσωπικό κόστος, από προσωπικές θυσίες. Το πρόβλημα για τη νέα γυναίκα αρχίζει από τη στιγμή που αναζητά εργασία και κυρίως από τη στιγμή που αποφασίζει να δημιουργήσει τη δική της ανεξάρτητη ζωή, τη δική της οικογένεια...»[1].

 Η θέση της νέας γυναίκας (όπως βέβαια και του νέου) στην κοινωνία, προσδιορίζεται, καταρχήν, από την τάξη στην οποία ανήκει η οικογένειά της ή η ίδια, εφόσον έχει ήδη ενταχθεί στην κοινωνική εργασία. Για παράδειγμα, ένα παιδί που κατάγεται από εργατική οικογένεια δυσκολεύεται (ή ακόμα και αδυνατεί εντελώς) να πληρώσει, ώστε να έχει πρόσβαση στην ψυχαγωγία, στον πολιτισμό, στον αθλητισμό. Είναι πολύ πιθανό να αναγκάζεται παράλληλα με το σχολείο να δουλεύει ένα 4ωρο κάθε μέρα για να συμβάλλει στο οικογενειακό εισόδημα. Τα παιδιά της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων συχνά δεν μπορούν να ικανοποιήσουν το δικαίωμά τους στον ελεύθερο χρόνο, στην υγεία, στη στέγαση. 

Είναι απαραίτητο ακόμα να αναφερθούν δύο βασικά σημεία για να κατανοηθεί σε ποιες συνθήκες προσδιορίζεται στην εποχή μας η θέση της νέας γυναίκας, αλλά και το πώς η ίδια την αντιλαμβάνεται. Καταρχήν, η άρχουσα τάξη σήμερα έχει ανάγκη τη γυναίκα στην παραγωγική διαδικασία και μάλιστα μαζικά. Καπιταλισμός και μάλιστα σύγχρονος, σημαίνει όχι μόνο κυριαρχία αλλά και επέκταση των σχέσεων της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και παραγωγής, που αγκαλιάζει όλο και πιο πολύ και το γυναικείο πληθυσμό.

Σπανίζουν όλο και περισσότερο οι περιπτώσεις νέων κοριτσιών που, όταν τελειώσουν το σχολείο ή ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, δεν ξεκινούν να ψάχνουν για δουλιά. Από την άλλη μεριά, τόσο σε γυναίκες όσο και σε άνδρες, είναι αρκετά διαδεδομένη η αντίληψη ότι η ανισοτιμία είναι πλέον παρελθόν. Το γεγονός ότι σήμερα στο καπιταλιστικό σύστημα η γυναίκα δε χρειάζεται την πατρική έγκριση για την επιλογή του συντρόφου της, ότι έχει κατακτήσει το δικαίωμα στη μόρφωση, ότι τα δύο φύλα έχουν ξεπεράσει πολλές προκαταλήψεις στις μεταξύ τους σχέσεις, δε συνεπάγεται και κατάργηση της ανισότιμης θέσης της γυναίκας! Για τις νέες γενιές των γυναικών της εργατικής τάξης και των υπόλοιπων λαϊκών στρωμάτων, η ανισοτιμία δε συνδέεται με τον «εγκλεισμό» τους στο σπίτι. Στην εποχή μας η ανισοτιμία καθρεφτίζεται κύρια στην πραγματικότητα που βιώνει η νέα όταν εντάσσεται στην παραγωγή, στην κοινωνική εργασία, ειδικά όταν αποφασίσει να δημιουργήσει οικογένεια.

 

Η ΔΗΘΕΝ «ΚΕΚΤΗΜΕΝΗ ΙΣΟΤΗΤΑ»
ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ

Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι δεν είναι τυχαίο που επιβλήθηκε η πλατειά χρήση του όρου «ισότητα» και όχι του όρου «ισοτιμία». Ο δεύτερος λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες ανάγκες του κάθε φύλου. Την ίδια στιγμή, για τις νέες γενιές των γυναικών επιφυλάσσεται μια όλο και χειρότερη πραγματικότητα από τη σημερινή. Ωστόσο η νέα βομβαρδίζεται καθημερινά με πληθώρα μηνυμάτων που της λένε ότι συμβαίνει το αντίθετο. Μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού, κάθε πλευρά της αστικής προπαγάνδας βρίσκει ιδιαίτερα γόνιμο έδαφος στη νέα γενιά, η οποία είναι ακόμα πιο δύσκολο να αμφισβητήσει και τελικά να μην υιοθετήσει την κυρίαρχη άποψη, δηλαδή την άποψη που έχουν επιβάλει τα συμφέροντα της αστικής τάξης.

Η κυρίαρχη τάξη επιδιώκει να πείσει τις γυναίκες ότι έχουν εξασφαλίσει ισότιμη θέση, αλλά ουσιαστικά προσπαθεί να τις πείσει να δεχτούν την ανισοτιμία. Στο όνομα της δήθεν «κεκτημένης ισότητας» έχουν ληφθεί ένα σωρό αντιδραστικές αποφάσεις που ανατρέπουν κατακτήσεις του εργατικού κινήματος. Κατακτήσεις οι οποίες σχετίζονταν με τα ιδιαίτερα βιολογικά χαρακτηριστικά της γυναίκας που αφορούν τον τεκνοποιητικό της ρόλο, οι οποίες στόχευαν στην προστασία της αναπαραγωγικής της ικανότητας, αλλά και σχετίζονταν με την επιβάρυνση που δέχεται ο γυναικείος οργανισμός από την τεκνοποίηση.

Καταργήθηκε η απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας (!) των γυναικών σε κλάδους όπως η βιομηχανία. Στο όνομα της «ισότητας» καταργήθηκε η πενταετής διαφορά στη συνταξιοδότηση ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα εργαζόμενη, πρώτα στον ιδιωτικό τομέα. Αμεσα θα ακολουθήσει και ο δημόσιος. Επόμενη κατάκτηση που προσπαθούν να «ξηλώσουν» είναι το δικαίωμα στην πρόωρη συνταξιοδότηση, το οποίο ίσχυε, π.χ. για μητέρες με ανήλικα παιδιά, με μειωμένες βέβαια συντάξιμες αποδοχές.

 

ΤΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΤΗΣ «ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΧΕΙΡΑΦΕΤΗΜΕΝΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ»

 Στην περίπτωση της νέας γυναίκας, τη συγκάλυψη της ανισοτιμίας και των αιτιών της εξυπηρετεί και το σύγχρονο πρότυπο της «χειραφετημένης γυναίκας». Η αστική προπαγάνδα επικεντρώνεται να πείσει ότι επειδή πλέον η γυναίκα και ο άνδρας έχουν παρόμοιους -σε μεγάλο βαθμό- τρόπους ζωής και συμπεριφορές, δεν υπάρχει πλέον ανισοτιμία. Η γυναικεία χειραφέτηση ταυτίζεται συχνά με τη «γυναίκα-καριερίστρια». Με τη γυναίκα που -όπως υπαγορεύουν τα life-style περιοδικά- έχει δικό της αυτοκίνητο, πηγαίνει διακοπές σε κοσμικά νησιά, μπορεί να καταναλώνει όσα καλλυντικά και ρούχα θέλει, επειδή έχει δικά της έσοδα. Και βέβαια ...η «σωστή επαγγελματίας» που θέλει να γίνει και «πετυχημένη», ευθυγραμμίζεται πλήρως με ό,τι επιβάλλει το «καλό της επιχείρησης». Ωστόσο, η εργασία σε μια επιχείρηση με καλό όνομα, με φροντισμένα και καθαρά γραφεία, με ονομαστούς πελάτες (για πολλούς, χαρακτηριστικά μιας «καλής δουλιάς») δεν καταργεί τις ενδεχόμενες διαταραχές που μπορεί να αντιμετωπίσει μια γυναίκα στη σύλληψη λόγω της εντατικοποίησης, του άγχους, τις μυοσκελετικές παθήσεις, τη φλεβίτιδα κτλ.

Η άρχουσα τάξη πολλές φορές αξιοποιεί τα φυσικά χαρίσματα -περισσότερο στις γυναίκες αλλά όχι μόνο- για να αναπαράγει τέτοια πρότυπα, με τα οποία όμως καλλιεργείται η υποταγή της νέας εργαζόμενης. Συχνά μάλιστα σε τέτοια πρότυπα καταγράφεται η αγριότητα της εκμετάλλευσης. Η ίδια κοπέλα που στα 25 της χρόνια προσλαμβάνεται σε γνωστό εμπορικό κατάστημα -επειδή έχει όμορφη παρουσία (η εργοδοσία δεν εγκρίνει και απορρίπτει πάντα ανάλογα με τις γνώσεις ή την εργατικότητα, αλλά και ανάλογα με την ηλικία, την εξωτερική εμφάνιση. Π.χ. στο εμπόριο χρειάζεται καλή «βιτρίνα» για να προσελκύσει τον πελάτη), στα 45 της ίσως πιεστεί να δουλέψει με όρους σκλαβιάς. Είναι χιλιάδες οι γυναίκες που μένουν άνεργες χωρίς να έχουν συμπληρώσει όσα ένσημα χρειάζονται για τη σύνταξή τους (ο κλάδος της Κλωστοϋφαντουργίας είναι γεμάτος από τέτοιες περιπτώσεις: «Τρικολάν», «ΣΙΣΣΕΡ-ΠΑΛΚΟ», «ΤΡΙΟΥΜΦ», «ΣΕΞ ΦΟΡΜ» κτλ.) και η ανάγκη της επιβίωσης τις κάνει πιο ευάλωτες στην εργοδοτική, νόμιμη και παράνομη εκμετάλλευση, την ανασφάλιστη δουλιά, τα άθλια μεροκάματα, τις απλήρωτες υπερωρίες κτλ. 

Απαραίτητη προϋπόθεση για την πραγματική χειραφέτηση της γυναίκας είναι η εργασία. Στην «Καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους» ο Φρειδερίκος Ενγκελς τονίζει πως «η απελευθέρωση της γυναίκας θα γίνει δυνατή μόλις μπορέσει να συμμετάσχει σε μεγάλη, κοινωνική κλίμακα στην παραγωγή και οι δουλειές του σπιτιού θα την απασχολούν μονάχα σε ασήμαντο βαθμό. Και αυτό έγινε δυνατό μονάχα με τη σύγχρονη μεγάλη βιομηχανία, η οποία όχι μόνο επιτρέπει την εργασία της γυναίκας σε μεγάλη κλίμακα, αλλά και την απαιτεί ρητά και η οποία τείνει όλο και περισσότερο να μετατρέψει την ιδιωτική σπιτική δουλειά σε δημόσια βιομηχανία». Με την ένταξή της στην παραγωγή, η γυναίκα βγήκε από την απομόνωση του σπιτιού. Αρχισε να συμβάλλει στο οικογενειακό εισόδημα σημαντικά - αν όχι εξίσου με τον άντρα και σιγά-σιγά να συμμετέχει στην κοινωνική και πολιτική δράση. Οπως εξηγεί ο Λένιν «η φτωχή γυναίκα-υφάντρα πηγαίνει στη φάμπρικα με τον πατέρα και τον άντρα της, δουλεύει δίπλα τους και ανεξάρτητα από αυτούς. Είναι και αυτή προστάτης της οικογενείας, όπως και ο άντρας»[2]. Η ανατροπή των εργασιακών σχέσεων που ήδη έχει δρομολογήσει το κεφάλαιο και οι πολιτικοί τους υπηρέτες, το προβάδισμα που -καθόλου τυχαία- διατηρεί η γυναίκα και ειδικά η νέα στην ανεργία, στις ελαστικές μορφές απασχόλησης, όπως και οι συνθήκες μέσα στις οποίες εργάζεται εκφράζουν σύγχρονες μορφές της ανισοτιμίας της.

 

ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΑΝΙΣΟΤΙΜΙΑΣ

 Είναι αρκετά συνηθισμένο το φαινόμενο να θεωρούνται αιτίες της γυναικείας καταπίεσης οι «αναχρονιστικές αντιλήψεις», τα «σκουριασμένα μυαλά», τα «πρότυπα που καλλιεργεί το σχολείο» κλπ. Και πάλι η κυρίαρχη τάξη προσπαθεί να συσκοτίσει τη «ρίζα» της φυλετικής ανισοτιμίας, που είναι οι εκμεταλλευτικές σχέσεις ιδιοκτησίας και παραγωγής. Και στον καπιταλισμό, για παράδειγμα, η υπόθεση του νοικοκυριού εναπόκειται στην οικογένεια, δεν αποτελεί ζήτημα της κοινωνίας συνολικά, για το οποίο πρέπει να μεριμνά το κράτος. Με τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις δρομολογείται η συρρίκνωση της Κοινωνικής Ασφάλισης, του κρατικού συστήματος Υγείας, της κοινωνικής Πρόνοιας. Βέβαια, ο καπιταλισμός δεν πρόκειται ποτέ να καλύψει τις ανθρώπινες ανάγκες, αφού τις αντιμετωπίζει ως εμπορεύματα. Από τη μια ξεπηδούν σαν μανιτάρια οι ιδιωτικές επιχειρήσεις (νοσοκομεία, μαιευτήρια, κλινικές, κέντρα φροντίδας για ηλικιωμένους, για ΑμΕΑ κλπ.). Από την άλλη αυξάνεται διαρκώς το κόστος των συγκεκριμένων υπηρεσιών που παρέχουν πλέον οι φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, στη βάση της ανταποδοτικότητας. Για παράδειγμα, στο Χολαργό τα τροφεία φτάνουν τα 75 ευρώ το μήνα, όταν τη χρονιά 2003-2004 ήταν 40 ευρώ, στην Αγ. Βαρβάρα[3] οι παιδικοί σταθμοί που εντάχθηκαν στη δημοτική επιχείρηση έχουν τροφεία ύψους 159 ευρώ. Στην Πετρούπολη τα τροφεία αυξήθηκαν από την προηγούμενη χρονιά κατά 66%[4]. Οι εργατικές και λαϊκές οικογένειες αναγκάζονται να καλύψουν μόνες τους τα κενά που αφήνει η πολιτεία. Οι γυναίκες σηκώνουν το βάρος του κύριου όγκου αυτών των υποχρεώσεων, αναλαμβάνουν να ασχοληθούν με βασικές ανάγκες της εργατικής οικογένειας, κρίσιμες για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης.

Η έλλειψη κοινωνικής πολιτικής επιδρά με τη σειρά της στη διαμόρφωση της συνείδησης. Δηλαδή η οικονομική βάση επιδρά στο εποικοδόμημα του συστήματος και οι αντιλήψεις που διαμορφώνονται, αναπαράγονται μέσα στο μικρόκοσμο της οικογένειας, στο σχολείο από τα βιβλία και γενικότερα τα προϊόντα του πολιτισμού κλπ. Με συνέπεια να γίνεται ακόμα πιο δύσκολη η αποκάλυψη της ανισοτιμίας, αλλά και να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, πολλές αντικειμενικές δυσκολίες για τη ριζοσπαστικοποίηση της γυναίκας. Για τη μητέρα που επιστρέφοντας στο σπίτι αναλαμβάνει χρέη βρεφοκόμου, παιδαγωγού, καθαρίστριας, ο ελεύθερος χρόνος συρρικνώνεται ακόμα πιο δραματικά. Φαντάζει σχεδόν αδύνατο να συμμετέχει ενεργά στη ζωή και τη δράση του συνδικάτου.

Το κορίτσι που μεγαλώνει δίπλα σε αυτή τη μητέρα, υιοθετεί την προσδοκία της «ισότητας», όπως η αστική προπαγάνδα την προσδιορίζει. Για να σταματήσει όμως η διαιώνιση αντίστοιχων αντιλήψεων δεν αρκεί η σωστή διαπαιδαγώγηση. Απαιτείται άλλη οικονομική βάση. Είναι απαραίτητη η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, ο σχεδιασμός της οικονομίας με βάση τις ανάγκες συνολικά της κοινωνίας και των εργαζομένων και όχι το καπιταλιστικό κέρδος. Στον καπιταλισμό το σύστημα εντάσσει μεν τη γυναίκα μαζικά στην παραγωγική διαδικασία, εξακολουθεί όμως να εκμεταλλεύεται τις διακρίσεις σε βάρος της ή να μην αναγνωρίζει τις ιδιαίτερες ανάγκες της. Ετσι, «τα νερά θολώνονται». Η «ισότητα» προσαρμόζεται στις ανάγκες του κεφαλαίου, η ανισοτιμία συγκαλύπτεται. Ο σκοπός είναι η νέα γυναίκα να μη συνειδητοποιήσει την αιτία των προβλημάτων της, ως γυναίκα και ως μισθωτή ή αυτοαπασχολούμενη. Να μην μπορεί να κατανοήσει πώς π.χ. η αντεργατική πολιτική της ΕΕ εξειδικεύεται στις γυναίκες. Να μην μπορεί να προσδιορίσει το περιεχόμενο της αληθινής ισοτιμίας, συνεπώς να μην τη διεκδικεί. Να μην ενταχθεί στο μαζικό λαϊκό και το εργατικό κίνημα, να μη συνειδητοποιεί τις προϋποθέσεις και συνεπώς την προοπτική. Οτι, δηλαδή, η αληθινή ισοτιμία μπορεί να κατακτηθεί μόνο στο σοσιαλισμό. «Παράδειγμα» για την ένταση της εκμετάλλευσης. Με το επιχείρημα της ανάγκης «συγκερασμού των οικογενειακών και επαγγελματικών υποχρεώσεων», η μερική απασχόληση έχει νομιμοποιηθεί σημαντικά στις γυναικείες συνειδήσεις. Σύμφωνα με στοιχεία του ΠΑΕΠ ΟΑΕΔ (Παρατηρητήριο Απασχόλησης του Οργανισμού) για το 2002, 7 στους 10 μερικώς απασχολούμενους είναι γυναίκες: σε σύνολο 178.052 το 68,2% (121.564) είναι γυναίκες και το 31,8% (56.488) είναι άντρες. Το 12,1% των μερικώς απασχολουμένων γυναικών είναι ηλικίας 25-29 ετών, ενώ το 35,8% είναι ηλικίας 30-44 ετών (κατηγορία στην οποία ανήκουν οι περισσότερες από τις γυναίκες που αποκτούν παιδί για πρώτη φορά). Το 42,8% των εργαζομένων γυναικών δηλώνουν ότι απασχολούνται μερικώς «επειδή δεν μπορούν να βρουν πλήρη απασχόληση», ενώ το ποσοστό εκείνων που «δεν ήθελαν πλήρη απασχόληση» κατρακυλά στο 33,3%, όταν μόλις μια εξαετία πριν, ήταν στο 45,1%.

Στα προηγούμενα χρειάζεται να προστεθούν ορισμένα στοιχεία (και πάλι από το ΠΑΕΠ) που δείχνουν τι εννοούν (και τι φιλοδοξίες τρέφουν) οι ιθύνοντες της ΕΕ, αλλά και οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, όταν επιμένουν ότι η Ελλάδα αναπτύσσεται ακόμα με πολύ χαμηλούς ρυθμούς, ότι η εφαρμογή των «μεταρρυθμίσεων» πρέπει να επισπευσθεί. Αναφέρουμε τα ποσοστά μερικής απασχόλησης σε χώρες-μέλη της ΕΕ που η ελληνική αστική τάξη παρουσιάζει ως πρότυπα οικονομικής ανάπτυξης (τα στοιχεία αφορούν το 2001):

Γερμανία: 20,3%, ειδικά στις γυναίκες: 39,2%.

Ηνωμένο Βασίλειο: 24,9%, ειδικά στις γυναίκες: 44,1%.

Γαλλία: 16,4%, ειδικά στις γυναίκες: 30,4%.

Στην Ολλανδία η μερική απασχόληση έχει εκσφενδονιστεί στα ύψη, αφού ο γενικός μέσος όρος για το 2001 βρισκόταν στο 42,2%, ενώ ειδικά για τις γυναίκες στο ...71,3%!

Τέλος, σύμφωνα με έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Φλεβάρη του 2005, η μερική απασχόληση των γυναικών στην «Ευρώπη των 25» φτάνει το 30,4%. Που σημαίνει ότι στην «Ευρώπη των 25», πάνω από 3 στις 10 γυναίκες κινδυνεύουν να μη συγκεντρώσουν ποτέ τα απαραίτητα ένσημα για τη συνταξιοδότησή τους, την ώρα που ήδη εξαρτώνται οικονομικά από κάποιο άλλο μέλος της οικογένειάς τους. Αυτό είναι το μέλλον που επιφυλάσσει η αστική τάξη στις επόμενες γενιές των γυναικών, αλλά και συνολικά τη νεολαία.

Ολοκληρώνοντας την αναφορά σε στοιχεία που αφορούν τη μερική απασχόληση, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον ορισμένα στοιχεία που αφορούν τη σύνδεση της μερικής απασχόλησης με την κερδοφορία των επιχειρήσεων. Σε έρευνα του ΠΑΕΠ (2003) από την κατηγορία «Κείμενα Εργασίας» με τίτλο: «Μερική Απασχόληση και Δυναμισμός Επιχειρήσεων», αναφέρονται τα εξής στοιχεία για το ισοζύγιο κερδοφορίας και μερικής απασχόλησης:

Πάνω από τις μισές επιχειρήσεις (53,98%) που απασχολούν το 1-20% του προσωπικού τους με μερική απασχόληση, δηλώνουν ότι «τα καθαρά κέρδη της επιχείρησης την τελευταία τριετία κατά μέσο όρο αυξήθηκαν».

Το ίδιο ισχύει και για περισσότερες από μία στις τέσσερις επιχειρήσεις (28,8%) που απασχολούν το 21-40% του προσωπικού τους με μερική απασχόληση.

Αλλά και για περίπου μία στις τέσσερις επιχειρήσεις (24,3%) που απασχολούν το 41-60% του προσωπικού τους με μερική απασχόληση.

 

ΒΑΘΑΙΝΕΙ Η ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ

 Λόγω ηλικίας αλλά και φύλου, η νεαρή γυναίκα αποτελεί μία από τις πιο σκληρά εκμεταλλευόμενες κατηγορίες εργαζομένων. Γυναίκες και νέοι υποχρεώνονται στο ρόλο του «Δούρειου Ιππου», για την επέκταση των διαφόρων μορφών υπερεκμετάλλευσης (μερική, προσωρινή, «ελαστική» απασχόληση κλπ.), για τον πολλαπλασιασμό -τελικά- των καπιταλιστικών κερδών. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές από τις «νέες μορφές απασχόλησης» συναντιούνται σε κλάδους όπου συγκεντρώνονται πολλές γυναίκες και πολλοί νέοι, όπως το Εμπόριο, τα Ξενοδοχεία, ο Επισιτισμός κλπ. Εξάμηνες και οκτάμηνες συμβάσεις, ατομικές συμβάσεις, δουλιά για δύο και τρεις ώρες την ημέρα, για τρεις ή τέσσερις φορές την εβδομάδα ή, τέλος πάντων, για «όσο χρειαστεί το αφεντικό», είναι μερικές μόνο από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις.

Κραυγαλέο είναι το παράδειγμα των «συμβάσεων μιας μέρας» (!) που αντιμετωπίζουν οι ξενοδοχοϋπάλληλοι. Το να πηγαίνει κάποιος κάθε μέρα στη δουλιά και η σύμβασή του να λήγει με το καθημερινό σχόλασμα, συνεπάγεται ασφαλώς ωμή ομηρία. Σε αυτό το καθεστώς, μια κοπέλα όχι μόνο δε δικαιούται τις μισθολογικές αυξήσεις, αποζημιώσεις σε περίπτωση απόλυσης (ουσιαστικά απολύεται και προσλαμβάνεται διαρκώς), αλλά δεν έχει κανένα δικαίωμα σε επιδόματα κύησης, άδειες τοκετού, μητρότητας, γονεϊκές κλπ. Οι χιλιάδες κοπέλες που συμπληρώνουν ολόκληρες ώρες ορθοστασίας μέσα στα φαστφουντάδικα, οι κοπέλες που στήνονται στα πεζοδρόμια κρατώντας στο χέρι ένα δώρο-προσφορά για όσους δεχτούν να γίνουν πελάτες σε κέντρα αδυνατίσματος και το μεγαλύτερο μέρος του μισθού τους είναι «ποσοστά», οι κοπέλες που συχνά προσλαμβάνονται με κριτήρια τις διαστάσεις του στήθους και της περιφέρειας, για να «προμοτάρουν» (προωθήσουν) διάφορα προϊόντα στα σούπερ-μάρκετ ή άλλα μαγαζιά, είναι πολύ πιο εύκολο να γίνουν θύματα της εργοδοτικής τρομοκρατίας. Η προσωρινή, η ανασφάλιστη, η μαύρη εργασία, ευνοεί το φόβο και την ανοχή, την εργοδοτική αυθαιρεσία.

Η ανατροπή των εργασιακών σχέσεων ξεκίνησε από τις γυναίκες και τους νέους, δε σταμάτησε όμως εκεί. Οπως ήδη αναφέρθηκε, ένα από τα επιχειρήματα που προσπαθούσαν να νομιμοποιήσουν τη μερική απασχόληση για την εργαζόμενη ήταν ότι «η μάνα πρέπει να είναι και στη δουλιά της και με τα παιδιά της». Σήμερα, η ανατροπή των εργασιακών σχέσεων «επιβάλλεται από την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων». Η μάστιγα της ανεργίας ευνοεί ακόμα περισσότερο την εργοδοτική ασυδοσία, την παραβίαση ακόμα και των στοιχειωδών δικαιωμάτων που - μέχρι σήμερα - προβλέπονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και την αστική εργατική νομοθεσία. Οι γυναίκες είναι οι πρώτες που η εργοδοσία θα πετάξει στο δρόμο, επειδή θεωρεί ότι «κοστίζουν περισσότερο». Το ενδεχόμενο της εγκυμοσύνης, για την εργοδοσία αυξάνει τον «κίνδυνο να ανέβει το “εργατικό κόστος”». Τα επιδόματα και οι άδειες που προβλέπονται για την μητέρα, η εργοδοσία τα συνδέει με μείωση των κερδών της, πτώση της παραγωγικότητας κλπ.

Η νεαρή εργαζόμενη διατηρεί σταθερά το θλιβερό προβάδισμα στην ανεργία. Σύμφωνα με την Ερευνα Εργατικού Δυναμικού για το γ΄ τρίμηνο του 2005 της ΕΣΥΕ, πάνω από 1 στις 4 νέες γυναίκες είναι άνεργες! Συγκεκριμένα, στις γυναίκες ηλικίας 15-29 ετών η ανεργία φτάνει το 26,2%, υπερδιπλάσια από την αντίστοιχη των ανδρών της ίδιας ηλικίας, η οποία καταγράφεται στο 13,5%. Το γενικό ποσοστό ανεργίας για τους εργαζόμενους κάτω των 30 ετών καταγράφεται στο 19,3%, όταν το συνολικό ποσοστό ανεργίας στη χώρα φτάνει το 9,7%.

Ωστόσο, η εικόνα αυτή απέχει μακράν της πραγματικότητας, καθώς, σύμφωνα με τα κριτήρια που υπαγορεύει το Διεθνές Γραφείο Εργασίας η ΕΣΥΕ καταχωρεί κάποιον ως «άνεργο» όταν:

€ Δεν εργάστηκε έστω και μια ώρα την εβδομάδα αναφοράς των στοιχείων.

€ Αναζητεί εργασία.

€ Αναφέρει τις συγκεκριμένες ενέργειες που έκανε για να βρει δουλιά κατά τις τέσσερις βδομάδες που προηγούνται από αυτήν της αναφοράς των στοιχείων.

€ Είναι έτοιμος να εργαστεί την επόμενη βδομάδα.

Και βέβαια, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τους ορισμούς που δίνουν στον «απασχολούμενο» οι ιθύνοντες της ΕΕ. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση που έκανε το Δεκέμβρη του 2005, ο τότε Επίτροπος Οικονομίας και Οικονομικών της ΕΕ, Χοακίμ Αλμούνια: «Οσον αφορά την απασχόληση, στην έρευνα για το εργατικό δυναμικό, ως απασχολούμενοι ορίζονται όσοι έχουν εργαστεί τουλάχιστον μία ώρα την εβδομάδα αναφοράς της έρευνας, είτε έναντι αμοιβής είτε με σκοπό το κέρδος ή για να βοηθήσουν την οικογενειακή επιχείρηση αμισθί». 

Αξίζει ακόμα να αναφερθεί ότι το 36,3% των ανέργων αναζητά αποκλειστικά εργασία με πλήρη απασχόληση, ενώ το 85,9% είναι διατεθειμένο να εργαστεί είτε με πλήρη είτε, στην ανάγκη, με μερική απασχόληση.

Τέλος, στις γυναίκες ανήκει και το προβάδισμα στη μακροχρόνια ανεργία με μεγάλη διαφορά: Τα στοιχεία από τις 30.11.2005 του Παρατηρητηρίου του ΟΑΕΔ (ΠΑΕΠ ΟΑΕΔ), καταγράφουν ότι περίπου 7 στους 10 άνεργους που δεν έχουν δουλιά για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός χρόνου, είναι γυναίκες. Συγκεκριμένα, από τους 142.840 ανέργους με διάρκεια ανεργίας πάνω από 12 μήνες, οι 107.895 είναι γυναίκες (75,5%) και οι 34.945 (24,4%) άνδρες. Στους ανέργους με διάρκεια ανεργίας μεγαλύτερη των 2 χρόνων, το ποσοστό των γυναικών εκσφενδονίζεται στο 80,1%!

 

Η «ΚΑΤΑΔΙΩΞΗ» ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑΣ

 Το άγριο κυνήγι του κέρδους, η ένταση της εργατικής εκμετάλλευσης στην οποία αποσκοπούν οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, καταγράφεται και στην εργοδοτική καταδίωξη της μητρότητας!

Τείνει να γίνει σύνηθες το φαινόμενο μια νέα κοπέλα να πρέπει να υπογράψει ότι δε θα μείνει έγκυος για το χρονικό διάστημα που προσλαμβάνεται σε μια εταιρία. Οπως και ότι, αν κάτι τέτοιο συμβεί, η επιχείρηση πετά την κοπέλα στο δρόμο. Επίσης, δεν είναι λίγες οι φορές που νέες -οι οποίες μοίρασαν στη δουλιά τους το προσκλητήριο του γάμου ή είπαν ότι περιμένουν παιδί- παίρνουν το χαρτί της απόλυσης ή ωθούνται στην παραίτηση με άλλους τρόπους: με την κατακόρυφη ένταση των ρυθμών δουλιάς, τη μετάθεση π.χ. σε άλλο κατάστημα της ίδιας αλυσίδας σούπερ-μάρκετ, αλλά... 30 χιλιόμετρα πιο μακριά.

Από την εφημερίδα «Ριζοσπάστης»[5] καταγγέλθηκε το εξής περιστατικό: Νεαρή γυναίκα η οποία ζήτησε δουλιά από ιδιωτικό παιδικό σταθμό, κλήθηκε να απαντήσει στην ερώτηση «αν σκοπεύει να κάνει παιδί». Οταν εκείνη απάντησε ότι δεν είναι στα άμεσα σχέδιά της, η εργοδοσία ζήτησε διευκρίνιση: «Κι όταν λες ότι δε θα κάνεις παιδί, τι εννοείς; Τι αντισύλληψη χρησιμοποιείς»; ... Ενώ στη σύμβαση εργασίας που τελικά υπογράφηκε, αναφερόταν η ημερομηνία έναρξης της συνεργασίας, αλλά όχι η ημερομηνία λήξης. Η απορία λύθηκε ως εξής: «Οταν μείνεις έγκυος, θα κανονίσουμε 2-3 μήνες μετά, να διακόψουμε τη συνεργασία μας»...! 

Η λυσσαλέα κερδοσκοπική μανία του κεφαλαίου κοστολογεί τη μητρότητα πολύ ακριβά. Επιδόματα τοκετού, άδειες λοχείας, μειωμένα ωράρια, ακόμα και ως τυπικά ακόμα προβλεπόμενα από την εργατική νομοθεσία δικαιώματα, η εργοδοσία τα ερμηνεύει ως μείωση των κερδών της, πτώση της παραγωγικότητας της επιχείρησης κλπ. Επιπλέον, λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει η σύγχρονη εργατική οικογένεια, στενεύουν ιδιαίτερα τα περιθώρια για την απόκτηση ενός παιδιού. Οι δυσκολίες οξύνονται για τα νεαρά ζευγάρια που ασφυκτιούν μέσα στο σύγχρονο εργασιακό Μεσαίωνα. Ολο και περισσότερες γυναίκες κάνουν το πρώτο τους παιδί μετά τα 30 χρόνια, συχνά έχοντας πλησιάσει τα 35. Οταν μάλιστα η πρώτη κυοφορία σε αυτή την ηλικία αυξάνει τους κινδύνους για τη γυναίκα αλλά και για το έμβρυο.

 

ΚΑΛΟΜΕΛΕΤΗΜΕΝΗ ΕΠΙΘΕΣΗ
ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΝΕΑΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

 Στη διαμόρφωση της συνείδησης της νέας γυναίκας δεν μπορεί παρά να επιδρά καθοριστικά η καλοσχεδιασμένη επιχείρηση χειραγώγησης της νέας γενιάς με στόχο την καθυπόταξή της.

Οι προσπάθειες της κυρίαρχης τάξης να «συσκοτίσει» την ταξική εκμετάλλευση και τη φυλετική καταπίεση, να πείσει τη νεολαία ότι δεν υπάρχουν εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι, βρίσκουν όλο και πιο γόνιμο έδαφος σε μια γενιά που γαλουχείται σε συνθήκες προσωρινής νίκης των δυνάμεων της αντεπανάστασης και υποχώρησης του παγκόσμιου κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος.

Για ένα σημαντικό κομμάτι της νεολαίας της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, η εκμετάλλευσή της όπως και η ένταση της εκμετάλλευσής της είναι πλέον «δεδομένα», «αυτονόητα», «δεν «αλλάζουν». Αυτά διαδίδουν τα ιδεολογικά επιτελεία του συστήματος και αυτά υιοθετεί το μεγαλύτερο ποσοστό των νέων. Το περιεχόμενο της εκπαίδευσης (όπως π.χ. τα μαθήματα για την επιχειρηματικότητα που εισάγονται στις τάξεις του δημοτικού, στο πλαίσιο της «Ευέλικτης Ζώνης») καλλιεργεί από πολύ μικρή ηλικία την «ταξική συνεργασία» και επομένως την άμβλυνση της αγωνιστικής, ταξικής διεκδικητικής στάσης.

Για την εργαζόμενη νεολαία, συχνά, η πεντάμηνη σύμβαση, η ανασφάλιστη δουλιά, η μηνιαία αμοιβή των 300 και 400 ευρώ για δουλιά 8 και 9 και 10 ωρών καθημερινά, είναι «φυσιολογικά», αφού μάλιστα, «στην εποχή μας έτσι γίνεται».

Το φαινόμενο δε συνδέεται μόνο με τη μοιρολατρία ή την ηττοπάθεια που καλλιεργούν οι πολιτικές δυνάμεις της αστικής εξουσίας, αλλά και οι συμβιβασμένες ηγεσίες του συνδικαλιστικού κινήματος. Η συντριπτική πλειοψηφία της εργαζόμενης νεολαίας δυσκολεύεται να διαμορφώσει έστω ταξική συνδικαλιστική συνείδηση, ακόμα περισσότερο από τους μεγαλύτερους σε ηλικία εργαζόμενους. Δε γνωρίζει τα δικαιώματά της, δεν έχει επαφή με τα συνδικάτα, αγνοεί την ιστορία του εργατικού κινήματος, τα αποτελέσματα που έχει καταγράψει η ταξική πάλη.

Οι απαιτήσεις της προσαρμόζονται σε αυτό που υπαγορεύει η «επιχειρηματικότητα» και η «ανταγωνιστικότητα». Οταν μάλιστα «σήμερα δεν υπάρχουν δουλιές», όπως επιχειρηματολογούν πολλοί. Είναι πολύ μακριά από τη συνείδηση των νέων ότι τα μεγάλα ποσοστά της ανεργίας είναι αποτέλεσμα της ανάπτυξης της παραγωγικότητας της εργασίας, στην οποία δεν προσαρμόσθηκε ο συνολικός εργάσιμος χρόνος.

Ενδεικτικές της δουλοπρέπειας που η κυρίαρχη τάξη πασχίζει να καλλιεργήσει στην εργαζόμενη νεολαία είναι οι συμβουλές που παρέχονται σε όσους αναζητούν δουλιά. Σε έντυπα που διανέμονται κάθε χρόνο στην έκθεση με τίτλο «Ημέρες Καριέρας», όπου δεκάδες πολυεθνικές στήνουν τα περίπτερά τους και αναμένουν τα υποψήφια θύματά τους, διαβάζουμε για την πρώτη επαφή με τον εργοδότη: «Μην αναλωθείτε σε ερωτήσεις που αφορούν το ωράριο ή το μισθό. Αυτά αποτελούν σημαντικά ζητήματα βέβαια, αλλά καλύτερα να τα θίξετε σε ενδεχόμενες επόμενες συναντήσεις... Προσπαθήστε να υιοθετήσετε ντύσιμο που είναι μεν στις ενδυματολογικές σας προτιμήσεις, αλλά και στα πλαίσια του επαγγελματικά αποδεκτού...». Ενώ στο ερώτημα «πώς να διαχειριστείτε τον προϊστάμενό σας», οι απαντήσεις είναι οι εξής: «Και βέβαια κανένας εργοδότης δε συμπαθεί τα προβλήματα, καθώς και αυτούς που συνεχώς τα αναφέρουν. Οταν, λοιπόν, προκύπτει κάποιο πρόβλημα μην τρέχετε κατ' ευθείαν στον ανώτερο ζητώντας να δώσει επίμονα λύση...».

 

ΔΙΕΞΟΔΟΣ: Η ΕΝΤΑΞΗ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ

 Η ριζοσπαστικοποίηση και ενεργή ένταξη των νέων, γυναικών και ανδρών, στους μαζικούς φορείς του κινήματος, απασχολεί ιδιαίτερα το ΚΚΕ. Γι’ αυτό και τον Οκτώβρη του 2005 πραγματοποιήθηκε η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του Κόμματος για τη νεολαία.

Το Κόμμα σήμερα είναι καλύτερα προετοιμασμένο να δουλέψει πάνω στο ζήτημα, με άξονα τις αποφάσεις της Συνδιάσκεψης. Η ένταση της ιδεολογικής δουλιάς, της αυτομόρφωσης, της μαρξιστικής θωράκισης, προσανατολισμό που ανέδειξε ως αναγκαιότητα και το 17ο Συνέδριο του Κόμματος, μπορούν να φωτίσουν καλύτερα τις ακριβείς αιτίες της γυναικείας ανισοτιμίας. Πρώτα και κύρια για τα ίδια τα μέλη του Κόμματος και της ΚΝΕ, ώστε το άνοιγμά μας στον κόσμο να συνοδεύεται από πληρέστερα επιχειρήματα, από σωστή εκλαΐκευση της θεωρίας μας, με παραδείγματα μέσα από την καθημερινότητα της γυναίκας που βιώνει έντονα τις συνέπειες της φυλετικής ανισοτιμίας.

Χρειάζεται να γίνει ειδική, συστηματική δουλιά (στο εργοστάσιο, στο γραφείο, στο πολυκατάστημα, στο πανεπιστήμιο και στις σχολές ΤΕΣ), ώστε η νέα γυναίκα να καταλάβει γιατί ορισμένες νομοθετικές αλλαγές όχι μόνο δεν αναιρούν, αλλά αναπαράγουν την ανισότιμη θέση της. Να ενστερνιστεί ότι η αληθινή χειραφέτησή της συνδέεται με την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, ακόμα πιο αποφασιστικά, πρέπει να αναδεικνύει μόνιμα τις ιδιαίτερες ανάγκες των γυναικών, των νέων ζευγαριών. Να ανανεώνει και να επεξεργάζεται τις θέσεις και τα αιτήματά του, σύμφωνα πάντα με τις εκάστοτε ανάγκες. Στην ενεργοποίηση των νέων γυναικών, σημαντικό ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν οι Επιτροπές Νέων αλλά και οι Επιτροπές Γυναικών των συνδικάτων, αποκτώντας πιο συγκεκριμένο προσανατολισμό, τολμώντας τρόπους δουλιάς που θα προσεγγίσουν τα ενδιαφέροντα και τις αγωνίες της νέας γυναίκας. Ξεχωριστό βάρος χρειάζεται να δοθεί σε κλάδους όπου συγκεντρώνεται μεγάλος αριθμός νέων εργαζόμενων, όπως οι Νέες Τεχνολογίες και ο Επισιτισμός, αλλά και κλάδους όπου συγκεντρώνονται πάρα πολλές γυναίκες, όπως το Εμπόριο, τα Ξενοδοχεία, οι Ιδιωτικές Εταιρίες κλπ. 

Οι κομμουνιστές και οι κομμουνίστριες έχουν ευθύνη να πρωτοπορήσουν στην αποκάλυψη του - πώς η κυρίαρχη τάξη βαθαίνει ακόμα περισσότερο την ανισοτιμία των νέων γενιών, των γυναικών. Να αποδείξουν πως το πρόβλημα μεγαλώνει όσο συγκαλύπτεται ή αποσιωπάται. Να παραδειγματίσουν και να χτυπήσουν αντιλήψεις που παρουσιάζουν τον αγώνα για τη γυναικεία χειραφέτηση ως κάτι «αναχρονιστικό», «παλιομοδίτικο» ή ως «μικροαστικό».

Αν η νέα γυναίκα αντιληφθεί ποια είναι η πραγματικότητα, θα αντιληφθεί και την αναγκαιότητα να δραστηριοποιηθεί στο γυναικείο κίνημα, στην ΟΓΕ, η οποία έχει μεγάλη ανάγκη από ανανέωση του δυναμικού της. Πρέπει να χτυπηθεί η μοιρολατρία που χαρακτηρίζει ακόμα σημαντική μερίδα των γυναικών της εργατικής τάξης. Και στον αντίποδα να αναδειχθεί η αντίληψη «ορίζω τη δική μου ζωή», η αξία και η δύναμη του συλλογικού αγώνα.

Κρίσιμος είναι ο ρόλος που θα διαδραματίσει στο πλευρό του Κόμματος η ΚΝΕ, εξετάζοντας βαθιά το ζήτημα. Ανοίγοντας διάλογο μέσα στις γραμμές της, αφού είναι απαραίτητο να σχεδιάσει και να στοχοπροσηλώσει καλύτερα τη δουλιά της στις νέες γυναίκες, και μέσα στην προσυνεδριακή περίοδο την οποία διανύει. Με όπλο τις αποφάσεις του 9ου Συνεδρίου της, η ΚΝΕ να μετρήσει νέα βήματα στη δουλιά με τις νέες γυναίκες, αναπόσπαστο τμήμα της γενικότερης δουλιάς στη νεολαία και ειδικότερα την εργαζόμενη.



Η Αναστασία Μοσχόβου είναι γραμματέας της Οργάνωσης Βάσης της ΚΝΕ του «Ριζοσπάστη».
[1] Από την Απόφαση της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ για τη Νεολαία, Αθήνα, 29-30 Οκτώβρη 2005.
[2] Β. Ι. Λένιν: Απαντα.
[3] Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 30.10.2005.
[4] Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 23.10.2005.
[5] Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 22.10.2005.