ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕΤΑΝΑΣΤΡΙΑ: Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ «ΔΙΠΛΑΝΗΣ ΧΩΡΑΣ»

Η ανισόμετρη ανάπτυξη του καπιταλισμού, η εκμεταλλευτική του φύση είναι η πηγή της μετανάστευσης. Το φαινόμενο αυτό οξύνθηκε στις μέρες μας, λόγω της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στις γειτονικές Βαλκανικές και Ευρωπαϊκές χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και στην ΕΣΣΔ.

Η μετανάστευση λοιπόν διευρύνεται όχι μόνο λόγω της μεγάλης ανισομετρίας μεταξύ διαφορετικών εθνικών οικονομιών, αλλά και από την πολιτική των χωρών υποδοχής της. Η ελαστική πολιτική στην εισαγωγή οικονομικών μεταναστών γίνεται με κίνητρο το μεγαλύτερο βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης συνολικά από το κεφάλαιο. Για τη χώρα εξαγωγής της μετανάστευσης είναι ένα μέσο αντιμετώπισης της ακραίας φτώχιας και ανεργίας. Σημαντικό (αν και όχι το μεγαλύτερο) μέρος του εισοδήματος που αποκτούν, οι μετανάστες το εισάγουν στην πάτρια χώρα, στην οποία εξακολουθεί να παραμένει το μεγαλύτερο μέρος της οικογένειά τους (παιδιά, ηλικιωμένοι κλπ.) και στην οποία ο μετανάστης επιθυμεί κάποτε να ξαναγυρίσει με καλύτερους για αυτόν όρους.

Οι μετανάστες, ως φτωχότερη εργατική δύναμη, αξιοποιούνται από το κεφάλαιο και ως μέσο συμπίεσης των αμοιβών και των κατακτήσεων της εργατικής τάξης στις χώρες εγκατάστασής τους. Ετσι αυτό αποκτά τη δυνατότητα να γενικεύει με μεγαλύτερη ευκολία τις αντιδραστικές καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις ενάντια σε ολόκληρη την εργατική τάξη, τμήμα της οποίας είναι οι εργάτες και οι εργάτριες μετανάστες.

Με άλλα λόγια μετανάστευση, εκμετάλλευση και συσσώρευση κεφαλαίου είναι έννοιες στενά συνυφασμένες μεταξύ τους.

 

ΠΙΟ ΣΚΛΗΡΟΙ, ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΟΙ ΟΡΟΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ

Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ίδρωτά μας
ποτίζουμε τη γη για να γεννά…[1]

 Σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής του 2001, οι μετανάστες που ζουν στην Ελλάδα φτάνουν τις 762.000. Από αυτούς 416.000 είναι άνδρες και 346.000 γυναίκες. Αντιστοιχούν στο 7% του πληθυσμού της χώρας[2]. Σύμφωνα με δημοσιογραφικές έρευνες που επιβεβαιώνουν την πολιτική μας εκτίμηση, το μεγαλύτερο μέρος τους (54,2%) μετανάστευσε με σκοπό να βρει εργασία. Την επανένωση της οικογένειας, ως λόγο εγκατάστασης, δήλωσε το 13%[3].

Οι φτωχοί του κόσμου, μπαίνουν στη διαδικασία αναζήτησης ελπίδας καλύτερης ζωής στην ξένη χώρα, από σχεδόν μηδενική αφετηρία δυνατοτήτων αντίστασης σε εξευτελισμούς και εργοδοτικές απειλές. Αποδέχονται πολύ δύσκολα τη δυνατότητα διεκδίκησης και υπεράσπισης δικαιωμάτων και κατακτήσεων, γιατί η εξαθλίωση και η παρανομία ή ημιπαρανομία στην οποία ζουν διαμορφώνει χαμηλό επίπεδο απαιτήσεων και γιατί μια τέτοια στάση διεκδίκησης δικαιωμάτων ενέχει κινδύνους απώλειας της μισονόμιμης - μισοπαράνομης εργασίας ή και της παραμονής τους. Αυτή η κατάσταση αυξάνει πολλαπλάσια την καπιταλιστική εκμετάλλευση σε παγκόσμια κλίμακα.

Παρατηρώντας τη μεταπολεμική περίοδο, βλέπουμε ότι χώρες εξαγωγής μεταναστών (π.χ. Ελλάδα) μετατράπηκαν σε χώρες εισαγωγής μεταναστών. Αλλες χώρες, κυρίως η Γερμανία, που είχαν ευνοϊκή πολιτική εισόδου μεταναστών, την περιόρισαν λόγω της απότομης ανόδου της ανεργίας.

Οι ιστορικές συνθήκες της μαζικής μετανάστευσης από χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης προς την Ελλάδα και άλλες χώρες της ΕΕ είναι ως ένα βαθμό διαφορετικές από τις συνθήκες της προηγούμενης περιόδου (με τη μετανάστευση από τις πρώην αποικίες ή τις σχετικά πιο καθυστερημένες χώρες της Ευρώπης - Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Τουρκία). Τότε η μαζική μετανάστευση κυρίως αφορούσε εργαζόμενους με χαμηλό επίπεδο μόρφωσης και επαγγελματικής ειδίκευσης. Η νόμιμη μαζική μετανάστευση από την Ελλάδα προς τα κράτη-μέλη της ΕΟΚ, σε συνθήκες πολύ μεγάλης ανεργίας στην Ελλάδα, επισφραγίστηκε με τη συμφωνία σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ. Βέβαια ικανοποιούσε και ανάγκες της αστικής τάξης των χωρών αυτών.

Οι μετανάστες που έρχονται στην Ελλάδα την τελευταία δεκαπενταετία προέρχονται από διαφορετικά κράτη, έχουν διαφορετικό μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδο[4].

Χαρακτηριστικά παρανομίας ή ημιπαρανομίας έχει κυρίως η μετανάστευση από την Αλβανία προς την Ελλάδα, λόγω της πολιτικής που ακολουθήθηκε από τις ελληνικές κυβερνήσεις. Το «άνοιγμα» των συνόρων από την κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη, την περίοδο 1991-1993 και στη συνέχεια το «κλείσιμό» τους ή η κατά περίπτωση ελαστικοποίηση στην υποδοχή των μεταναστών είχαν ως αποτέλεσμα την όξυνση του προβλήματος, τη διατήρηση της παρανομίας ή ημιπαρανομίας των μεταναστών.

Αρκετοί παράνομοι μετανάστες μπαίνουν στην Ελλάδα και με κίνδυνο ζωής, καταβάλλοντας υπέρογκα ποσά στα παράνομα κυκλώματα διακίνησης μεταναστών και εξασφάλισης παράνομης διαμονής. Τα ιδιωτικά γραφεία σύγχρονου δουλεμπορίου θησαυρίζουν, προσφέροντας κάθε είδους υπηρεσίες «εργασιακής» διαμεσολάβησης.

Οι κυβερνητικές πολιτικές που ακολουθήθηκαν στόχευαν στη χρησιμοποίηση των μεταναστών ως φτηνότερου εργατικού δυναμικού, χωρίς εργασιακά δικαιώματα, με πολύ περιορισμένη ή ανύπαρκτη δυνατότητα πρόσβασης και σε ορισμένες μόνο κοινωνικές υπηρεσίες. Σε μεγάλο ποσοστό είναι ανασφάλιστοι, δεν έχουν βιβλιάριο υγείας, δε δικαιούνται επιδόματος ανεργίας και άλλα επιδόματα.

Με αυτές τις συνθήκες πολύ δύσκολα θα θεμελιώσουν προϋποθέσεις χορήγησης συντάξεων αναπηρίας και θανάτου, ενώ είναι περισσότερο εκτεθειμένοι σε όλους τους παράγοντες που συνιστούν την έννοια του επαγγελματικού κινδύνου, δηλαδή στα εργατικά ατυχήματα και τις επαγγελματικές ασθένειες.

Τέλος, οι μετανάστες δεν προστατεύονται από την εργατική νομοθεσία, αφού δεν μπορούν ουσιαστικά να καταγγείλουν τον εργοδότη τους -ακόμη και αν είναι νόμιμοι- εξαιτίας της επισφαλούς παραμονής τους στη χώρα.

Η ελληνική νομοθεσία εναρμονίστηκε με το αντιλαϊκό πλαίσιο της ΕΕ με το Ν. 1975/1991[5] και συμπληρώθηκε με τους Ν. 2910/2001 και Ν. 3386/2005.

Η πολιτική που ακολουθήθηκε από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, έθεσε τους μετανάστες σε καθεστώς εκδίωξης, ανασφάλειας, εργοδοτικής, κρατικής και πολιτικής ομηρίας.

Με τον τελευταίο νόμο (Ν.3386/2005) η κυβέρνηση δημιουργεί χειρότερους όρους σε ένα από τα πιο ευάλωτα και εκμεταλλευόμενα τμήματα της εργατικής τάξης, τους οικονομικούς μετανάστες.

Γιατί διατηρεί το καθεστώς της «ομηρίας» αφού, με τις προσωρινές άδειες, για κανένα λόγο δεν μπορούν να βγουν από την Ελλάδα και να επανέλθουν. Μεγαλώνει τον αυταρχισμό νομιμοποιώντας τις παράνομες συλλήψεις και απελάσεις, ευνοώντας και διευρύνοντας τις «επιχειρήσεις σκούπα». Απαγορεύει την πολιτική και συνδικαλιστική δράση, με ποινή απελάσεις. Διευρύνει το φακέλωμα και την καταπάτηση δημοκρατικών και προσωπικών δεδομένων. Δυσκολεύει την οικογενειακή συνένωση, αυστηροποιώντας τις προϋποθέσεις, βάζοντας εισοδηματικά κριτήρια που για τη μεγάλη πλειοψηφία των μεταναστών είναι απαγορευτικά. Για παράδειγμα για να φέρει ένας μετανάστης την οικογένειά του πρέπει να παίρνει το κατώτατο μεροκάματο της Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης (οι περισσότεροι παίρνουν λιγότερο). Επίσης, αυτό πρέπει να είναι αυξημένο κατά 20% για τη γυναίκα του και 15% για κάθε παιδί, εξαιρουμένων των αντίστοιχων επιδομάτων[6].

Οι αστικοί ιδεολογικοί και πολιτικοί μηχανισμοί καλλιέργησαν στην κοινή γνώμη την ξενοφοβία. Εδωσαν εθνικιστική ερμηνεία σε φαινόμενα παραβατικότητας και εγκληματικότητας, αποσπασμένα από τις κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες εκδηλώθηκαν.

Η «μεταναστευτική παρανομία» δημιούργησε και συντηρεί ανθηρά και δυναμικά κυκλώματα διαχείρισής της, που βασίζονται στην ανυπέρβλητη δυσκολία του μετανάστη να έχει σύμβαση εργασίας και ένσημα για να αποκτήσει και -κυρίως- να διατηρήσει την πολυπόθητη άδεια παραμονής.

Τα κυβερνητικά επιχειρήματα της χρησιμοποίησης μέτρων καταστολής ως μέσων αποτροπής της εισόδου μεταναστών στη χώρα είναι αποπροσανατολιστικά. Στην πραγματικότητα η καταστολή δε μειώνει τη μετανάστευση, αλλά αυξάνει την παράνομη μορφή της από την οποία κυβερνήσεις και εργοδοσία αντλούν περισσότερα οφέλη.

 

ΤΟ ΨΩΜΙ ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΙΚΡΟ

Καρπούς, λουλούδια, τ’ αγαθά του κόσμου ολόγυρά μας
φτωχή, αλουλούδιαστη, άκαρπη, μονάχα η αργατιά…

 Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι γυναίκες μετανάστριες εργάζονται χωρίς ένσημα και ασφάλιση, αυτό είναι και το βασικό εμπόδιο να εξασφαλίσουν και να κατοχυρώσουν ίσα δικαιώματα. Ετσι θεωρούνται απλώς εξαρτώμενα μέλη της οικογενειακής συνένωσης η οποία στηρίζεται στην άδεια εργασίας και κατ΄ επέκταση στην άδεια παραμονής των ανδρών τους. Στην κατάσταση αυτή οι γυναίκες είναι αναγκασμένες να παραμείνουν υποχρεωτικά δεμένες με τον άνδρα τους, ακόμα και αν δεν το θέλουν, ακόμα και εάν υφίστανται βία μέσα στην οικογένεια.

Οι γυναίκες μετανάστριες υπόκεινται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από όλες τις άλλες γυναίκες, σε φυλετική καταπίεση. «Το παλιό δικαίωμα κυριαρχίας του άνδρα εξακολουθεί να υπάρχει υπό κεκαλυμμένη μορφή»[7] και αυτό αποτελεί μεγάλο εμπόδιο για το πλησίασμά της στη συλλογική διεκδίκηση και δράση.

Η εργασία για τη μετανάστρια έχει το χαρακτήρα της προσωρινότητας και του εγκλωβισμού, αφού συνδέεται είτε με την απασχόληση στην οικιακή καθαριότητα διαφορετικών σπιτιών, σε καθημερινή βάση, για κάποιες ώρες αντί 5-7 ευρώ την ώρα είτε με την εσώκλειστη οικιακή βοήθεια, φύλαξη και περίθαλψη αρρώστων ηλικιωμένων και μικρών παιδιών. Συχνά παίρνει το χαρακτήρα της μισθωτής εργασίας, μέσω των γραφείων επιχειρήσεων οικιακών υπηρεσιών. Ετσι, ένα μέρος γυναικών μεταναστριών αποτελεί τη στρατιά του υπηρετικού προσωπικού, μέσα σε συνθήκες σκληρής οικονομικής εκμετάλλευσης. Ενα άλλο τμήμα τους δουλεύει σε συνθήκες έντονης αποξένωσης. Π.χ. η έγκλειστη οικιακή βοηθός έχει δικαίωμα εξόδου 12-24 ώρες την εβδομάδα από το σπίτι που εργάζεται, ενώ η αμοιβή της κυμαίνεται από 500 έως 700 ευρώ το μήνα.

Για ένα μεγάλο μέρος των μεταναστριών και των οικογενειών τους υπάρχει οξυμένο πρόβλημα στέγασης (ακατάλληλοι χώροι, υγροί και λίγο φωτισμένοι). Αρκετές από τις μετανάστριες που βρίσκονται μόνες τους στη χώρα μας συστεγάζονται με άλλες συμπατριώτισσες τους, σε πλήρως υποβαθμισμένες συνθήκες.

Ετσι αποκλεισμένη η μετανάστρια γυναίκα, είτε στο μικρόκοσμο της οικογένειας που εργάζεται είτε σε αυτόν της δικής της, δυσκολεύεται να συνειδητοποιήσει την ταξική της θέση και να αναπτύξει διεκδικητική στάση ζωής.

Η συνείδηση της μετανάστριας είναι εύκολος στόχος της καπιταλιστικής προπαγάνδας. Η τηλεόραση αποτελεί για αυτήν τη μοναδική πηγή «διασκέδασης». Είναι αντικειμενικά ευάλωτη στην υποβαθμισμένη «ψυχαγωγία» που προσφέρεται στην εργατική τάξη. Επιπλέον η δυσκολία της στην κατανόηση της ελληνικής γλώσσας συμβάλλει στην αποξένωσή της από την εγχώρια προοδευτική πολιτιστική δημιουργία.

Η γυναίκα μετανάστρια έχει πρόσθετες δυσκολίες στην πολιτικοποίησή της, στην ταξική προσέγγιση των πολιτικών εξελίξεων της χώρας όπου ζει. Δυσκολεύεται ακόμα και στην πολιτική πληροφόρηση, αφού ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις ειδήσεων στη μητρική της γλώσσα από ραδιοφωνικούς ή τηλεοπτικούς σταθμούς. Το ίδιο όσον αφορά έντυπες ανακοινώσεις και ενημερωτικά φυλλάδια. Μαθαίνει «νέα» για τον τόπο της όπως-όπως, από τις άλλες μετανάστριες που τυχαίνει να ταξιδέψουν στην πάτρια χώρα ή μέσω δορυφορικών καναλιών.

Κάτω από αυτά τα βάρη και μέσα σε αυτήν, την άλλοτε φανερή και άλλοτε καλυμμένη επίθεση που της γίνεται, η φτωχή των φτωχών, ζαρώνει, υποτάσσεται και ενσωματώνεται στην καπιταλιστική αθλιότητα.

Ενα μέρος των μεταναστριών γυναικών εξαναγκάζονται υπό άθλιες συνθήκες να οδηγηθούν στην πορνεία, στην οποία διοχετεύονται μέσω κυκλωμάτων παράνομης διακίνησης και εμπορίας ανθρώπινου σώματος. Το φαινόμενο αυτό σε μεγάλο βαθμό σχετίζεται με το οργανωμένο έγκλημα και την παράνομη μετανάστευση.

Η «εξαναγκαστική πορνεία» αποτελεί την τρίτη μεγαλύτερη πηγή κέρδους μετά το εμπόριο ναρκωτικών και όπλων. Σύμφωνα με εκτίμηση διεθνών οργανισμών τα θύματα σωματεμπορίας (γυναίκες και παιδιά) ανέρχονται σε 30.000.000 άτομα διεθνώς. Στη δεκαετία του ‘90 οι γυναίκες θύματα εξαναγκαστικής πορνείας στην Ελλάδα από 2.100 το 1990 έφταναν τις 21.750 το 1997. Ο εξωραϊσμός του καπιταλιστικού συστήματος και οι ποικιλώνυμες υποσχέσεις για ευκαιρίες «καλής αποκατάστασης», που σχετίζονται με «καλοπληρωμένες δουλιές», «απεριόριστες δυνατότητες κατανάλωσης» και έναν «καλό γάμο» συχνά οδηγούν νέες γυναίκες στα δίχτυα της πορνείας.

Γυναίκες που πέφτουν θύματα του εμπορίου σώματος είναι κυρίως 20-30 ετών. Ζουν σαν σκλάβες, κλεισμένες σε διαμερίσματα ή δωμάτια ξενοδοχείων υπό την επίβλεψη σωματοφυλάκων και βρίσκονται σε διαρκή κατάσταση φόβου. Κακοποιούνται σεξουαλικά και ψυχολογικά, ενώ από την αναγκαστική εκπόρνευσή τους οι μαστροποί- επιχειρηματίες αποκομίζουν τεράστια κέρδη.

Η Ελλάδα, εκτός από χώρα προορισμού αποτελεί και σημαντικό σταθμό προώθησης θυμάτων εμπορίας ανθρώπινης σάρκας σε άλλες χώρες[8].     

Το 50% των γυναικών μεταναστριών που βρίσκονται στη χώρα μας είναι 25-50 ετών. Το 44% των μεταναστριών έχουν γνώσεις μέσης εκπαίδευσης, ενώ το 15%, προερχόμενες κυρίως από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, έχουν σοβαρή επιστημονική κατάρτιση, που όμως απαξιώνεται στις νέες συνθήκες εργασίας και διαβίωσής τους.[9]

Για την «παράνομη» μετανάστρια η πρόσβαση στο Δημόσιο Σύστημα Υγείας - Πρόνοιας είναι σχεδόν απαγορευτική (με εξαίρεση την αντιμετώπιση εκτάκτων και ιδιαίτερα επειγουσών περιστατικών), σύμφωνα με εγκυκλίους του υπουργείου Υγείας, που εμπνεύστηκε η προηγούμενη κυβέρνηση και ανανέωσε η σημερινή. Ακόμη και για την έκδοση πιστοποιητικού υγείας απαραίτητου για την ανανέωση της κάρτας παραμονής, οι μετανάστες πρέπει να πληρώνουν στα Δημόσια Νοσοκομεία.

Οι μετανάστριες -από απόψεως σωματικής υγείας- εκτός από προβλήματα που αφορούν το μέσο όρο των γυναικών της ηλικίας τους, επιβαρύνονται από τις κακές συνθήκες διαβίωσής τους, την απουσία προληπτικών ελέγχων, την άγνοια προφύλαξής τους από σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και άλλους νοσογόνους παράγοντες. Ειδικότερα οι μουσουλμάνες μετανάστριες επιβαρύνονται λόγω της επιφυλακτικότητάς τους στις αντισυλληπτικές μεθόδους, στη δυνατότητα της άμβλωσης, κλπ. λόγω της προσκόλλησης σε καθυστερημένες αντιλήψεις και θρησκοληψίες.

Οι ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας και κατοικίας, η μεγάλη καθημερινή σωματική κόπωση και η κακής ποιότητας διατροφή, αυξάνει τα κρούσματα φυματιώσεων και λοιμωδών ασθενειών στους μετανάστες.

Τα έντονα οικονομικά προβλήματα και η απουσία κοινωνικής ασφάλισης και δωρεάν συστήματος υγείας, κάνουν την περίοδο της εγκυμοσύνης Γολγοθά για τη γυναίκα μετανάστρια, που αναγκάζεται να δουλεύει σκληρά, ακόμα και σε πολύ προχωρημένους μήνες κυήσεως, ενώ ταυτόχρονα στερείται των ιατρικών εξετάσεων που είναι απαραίτητες για να εξασφαλιστεί αφενός η δική της σωματική και ψυχολογική ισορροπία και αφετέρου η προοπτική γέννησης υγιών παιδιών[10].

Για τις γυναίκες που προέρχονται από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, έννοιες άγνωστες, όπως διακρίσεις, φτώχια, ανεργία, εγκληματικότητα είναι πλέον ο εφιαλτικός κανόνας της ζωής τους, τόσο στη χώρα που ζουν και εργάζονται, όσο και περισσότερο στη χώρα που άφησαν πίσω. Για τις νεότερες σε ηλικία γυναίκες που γεννήθηκαν στο σοσιαλισμό και βίωσαν μεγαλώνοντας τη φάση ανατροπής του και τις συνέπειες που αυτή είχε στη χώρα τους και στη ζωή τους, οι εξελίξεις αντανακλώνται στη συνείδησή τους με αντιφατικό τρόπο. Από τη μια αναδεικνύονται οι προηγούμενες κατακτήσεις του σοσιαλισμού για τους εργαζόμενους, από την άλλη δυναμώνουν τα ερωτήματα για τις αιτίες της ανατροπής και τη συνέχεια των γεγονότων.

Οι σοσιαλιστικές αξίες και τα ιδανικά αλλά και οι δυνατότητες ανάπτυξης ικανοτήτων και ταλέντων δέχτηκαν μεγάλο πλήγμα με την ανατροπή των σοσιαλιστικών χωρών.  

Ομως η σοσιαλιστική πατρίδα που γέννησε, μόρφωσε και ανέθρεψε, εκατομμύρια γυναίκες σε συνθήκες πλήρους εξασφάλισης όλων των βασικών ανθρωπίνων και γυναικείων αναγκών, δεν τις προόριζε για θύματα της καπιταλιστικής βαρβαρότητας και της μεταναστευτικής μέγγενης.

Στη σοσιαλιστική κοινωνία που έχασαν, είχαν δρομολογηθεί οι προϋποθέσεις για την ισοτιμία και τη χειραφέτησή τους. Η προσφορά του σοσιαλισμού στη γυναίκα και την οικογένεια εξακολουθεί να απασχολεί, συζητιέται και σε πολλές περιπτώσεις αναπολείται.

Και αν η ιστορία πήρε κλίση - και αν τα παιδιά του σοσιαλισμού ορφάνεψαν και βγήκαν φτωχά στα μεταναστευτικά μονοπάτια - και αν η κοινωνία που τα γέννησε χλευάστηκε και λοιδορήθηκε τόσο, η σοσιαλιστική μνήμη δεν πέθανε, η σπίθα της υπάρχει και βρίσκεται μέσα τους και κάποτε θα φουντώσει.

 

ΚΟΙΝΗ ΠΑΤΡΙΔΑ Η ΤΑΞΙΚΗ ΠΑΛΗ

 Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ίδρωτά μας
ζυμώνουμε του κόσμου το ψωμί.
Πιο δυνατά και απ’ τα σπαθιά τα χέρια τα δικά μας
και μ’ όλο το αλυσόδεμα, σκάφτουν, και η γη πλουτεί…

 Η οργάνωση της καπιταλιστικής κοινωνίας έχει την τάση από τη μια να φέρνει κοντά εργαζόμενους από διαφορετικές χώρες, από την άλλη να δημιουργεί και να οξύνει αντιθέσεις ανάμεσα σε ντόπιους και ξένους εργαζόμενους, ανάμεσα στους ίδιους τους μετανάστες όπως και ανάμεσα σε τμήματα της εγχώριας εργατικής τάξης. Σε αυτή τη βάση αναπτύσσονται και διοχετεύονται στην εργατική τάξη οι αντιδραστικές εθνικιστικές, ρατσιστικές απόψεις και η ξενοφοβία. Σε αυτή τη βάση διαμορφώνονται και διογκώνονται εκείνες οι δευτερεύουσες αντιθέσεις που χρησιμοποιούνται για να διασπούν την ταξική ενότητα, να εμποδίζουν τη χωρίς προκαταλήψεις επικοινωνία Ελλήνων και μεταναστών εργαζομένων, να δηλητηριάζεται το κοινό ταξικό συμφέρον τους από γενικεύσεις για την εγκληματικότητα των αλλοδαπών κλπ. Οι ίδιες οι εσωτερικές οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες είναι που διαμορφώνουν γκέτο για τους αλλοδαπούς, ακόμη και για δεύτερης και τρίτης γενιάς απογόνους τους (βλέπε Γαλλία).

Ο μοναδικός, αλλά πολύ ισχυρός λόγος που η επαφή με τον «Αλλο» δημιουργεί φοβικά σύνδρομα τόσο στους Ελληνες, όσο και στους μετανάστες εργάτες είναι ότι «…η επαφή αυτή δεν μπορεί να βασίζεται (γιατί αλλιώς η κοινωνία δεν είναι, απλούστατα ταξική), παρά σε σχέσεις εκμετάλλευσης και καταπίεσης που δημιουργούν θύματα»[11].

Σήμερα η κατάσταση στο χώρο των μεταναστών έχει αλλάξει σημαντικά, δεν είναι αυτή που ήταν πριν 15 χρόνια. Υπάρχει πλέον και σε αυτό το κομμάτι ταξική διαφοροποίηση (εργάτες, αυτοαπασχολούμενοι, εργολάβοι κλπ.). Διαφοροποιήσεις υπάρχουν και στο βιοτικό επίπεδο των εργατών μεταναστών. Κάποιοι αυτοαπασχολούμενοι, εργολάβοι μετανάστες έχουν καλύτερο βιοτικό επίπεδο από χιλιάδες Ελληνες εργαζόμενους. Αυτή η ταξική διαφοροποίηση -την οποία πρέπει να παίρνουμε υπ’ όψη μας για την ανάπτυξη του κινήματος και την πολιτική των συμμαχιών- δεν αναιρεί τη σκληρή εκμετάλλευση της συντριπτικής πλειοψηφίας των μεταναστών εργατών και εργατριών και τη στέρησή τους από θεσμοθετημένα εργατικά βασικά δικαιώματα και αστικές ελευθερίες. Η άλλοτε συναισθηματική, φιλική, προστατευτική ή από την άλλη εχθρική, αφοριστική προσέγγιση του μετανάστη από τον Ελληνα εργαζόμενο δε βοηθάει κανέναν από τους δύο.

Το βασικό κριτήριο που πρέπει να καθορίζει τη στάση εργατών και εργατριών, τη σχέση Ελλήνων και μεταναστών είναι η ταξική τους θέση, η θέση τους απέναντι στον κοινό αντίπαλο την πλουτοκρατία, τον ιμπεριαλισμό και τους πολιτικούς του εκπροσώπους. Αντίπαλος του μετανάστη και της μετανάστριας είναι η αστική τάξη, η εκμεταλλεύτρια τάξη τόσο στη χώρα υποδοχής όσο και στη χώρα προέλευσης. Με βάση τα κοινωνικοταξικά κριτήρια πρέπει να αντιμετωπίσουμε σήμερα το μετανάστη και όχι συναισθηματικά.

Η οργάνωση των μεταναστών στα συνδικάτα, τις αγωνιστικές κινήσεις και συσπειρώσεις, δηλαδή η ένταξή τους στην ταξική πάλη είναι ο δρόμος που μπορεί να ενισχύσει την ταξική ενότητα και να αντιμετωπίσει φαινόμενα ρατσισμού-ξενοφοβίας.

Η στάση των μεταναστών απέναντι στις κατακτήσεις και τα δικαιώματα της εργατικής τάξης πρέπει να γίνει στάση σεβασμού και υπεράσπισης[12]. Η απάντηση στις δυσκολίες της ζωής του μετανάστη και της μετανάστριας ξεκινά με την πάλη μέσα από τα συνδικάτα και το ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα, για την τήρηση και τη διεύρυνση δικαιωμάτων με βάση τις σημερινές ανάγκες. Οι υποχωρήσεις, η αποδοχή της καταστρατήγησης των εργασιακών και δημοκρατικών δικαιωμάτων δεν είναι λύση, ισχυροποιεί την επίθεση του κεφαλαίου. Βεβαίως, οι μετανάστες θα αγωνιστούν μαζί με τους Ελληνες εργάτες για την απόκτηση κάρτας παραμονής και εργασίας, αλλά αυτό που θα δώσει δυναμική στον αγώνα και πρέπει να αποτελέσει ζήτημα πρώτης προτεραιότητας για τους μετανάστες και τους Ελληνες εργαζόμενους είναι το ανέβασμα του συνολικού επιπέδου ζωής των μεταναστών και ή άνοδος του πήχη των απαιτήσεών τους συνολικά. Αν αυτό δεν το καλλιεργήσουμε συστηματικά, τότε οι μετανάστες δύσκολα θα μπουν στην πάλη και η εργατική τάξη δε θα απαντήσει αποτελεσματικά στην αστική πίεση για συμπίεση της τιμής της εργατικής δύναμης.

Οι αντιλήψεις των μεταναστών για το ρόλο των συνδικάτων στις καπιταλιστικές χώρες και τη συμμετοχή τους σε αυτά δεν είναι ούτε δεδομένες ούτε ομοιογενείς.

Οι μετανάστες που προέρχονται κυρίως από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες αντιλαμβάνονται τα συνδικάτα ως υπηρεσίες διευκόλυνσης εύρεσης δουλιάς, καθορισμού αμοιβών, τακτοποίησης ενσήμων κλπ. και όχι ως συλλογικά όργανα πάλης που διεκδικούν αιτήματα και αγωνίζονται εναντίον των αντιλαϊκών πολιτικών αφαίρεσης κατακτήσεων και δικαιωμάτων. Αυτές οι αντιλήψεις έχουν σχέση με την εμπειρία από τη λειτουργία των συνδικάτων στο σοσιαλισμό.

Οι μετανάστες από πολλές χώρες της Αφρικής και της Ασίας, όπου δεν υπήρχε ανεπτυγμένο συνδικαλιστικό κίνημα, πείρα και δράση συνδικάτων, δείχνουν ιδιαίτερη δυσκολία στην κατανόηση της έννοιας συλλογική, αγωνιστική διεκδίκηση. Η δουλιά μας πρέπει να βοηθά τους μετανάστες να μαθαίνουν στην οργάνωση του αγώνα, να τους διαπαιδαγωγεί, να επιδρά στη συνείδησή τους για να μετέχουν στη ταξική πάλη.[13]

Διάφορα αστικά και οπορτουνιστικά ρεύματα παρεμβαίνουν στα ζητήματα της δράσης και της οργάνωσης των μεταναστών. Καλλιεργούν αντιλήψεις που αποσπούν τα ιδιαίτερα προβλήματά τους από τις πραγματικές τους ταξικές αιτίες. Ως κύριος στόχος πάλης ανακηρύσσεται η διεκδίκηση της ισότητας δικαιωμάτων και ελευθεριών με τους Ελληνες εργαζόμενους, μέσω ξεχωριστών μεταναστευτικών, τάχα αντιρατσιστικών οργανώσεων. Οι αντιλήψεις αυτές και οι φορείς τους δε θέλουν οι μετανάστες να μπολιαστούν με τις αξίες και τους στόχους του ταξικού εργατικού κινήματος και να αναπτυχθεί διεθνιστική ταξική αντίληψη για βαθύτερες αλλαγές στο επίπεδο της εξουσίας.

Τονίζουν τα ιδιαίτερα για να κρύψουν τα κοινά, τα μεγάλα κοινά ζητήματα που ενώνουν Ελληνες και μετανάστες εργαζόμενους. Ετσι, ενσωματώνουν τους μετανάστες στη λογική της άρχουσας τάξης, αφαιρώντας από το εργατικό κίνημα σημαντικές δυνάμεις, κρατώντας τες έξω από την οργάνωση και την ανάπτυξη της πάλης.

Η δουλιά μας στους μετανάστες πρέπει, πριν απ’ όλα, να ενισχύει την πλευρά της ενότητας της εργατικής τάξης, της ενιαίας οργάνωσης και δράσης Ελλήνων και μεταναστών εργατών, αλλά και της κοινής δράσης συνολικότερα στο μαζικό λαϊκό κίνημα, ενάντια στην πολιτική του κεφαλαίου. Ο κοινός αυτός αγώνας δεν αφορά μόνο τη διεκδίκηση ίσων δικαιωμάτων των μεταναστών με τους Ελληνες εργαζόμενους, αλλά αφορά και τα ιδιαίτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μετανάστες.

Οι σύλλογοι και οι κοινότητες των μεταναστών -αναγκαίοι φορείς για τους μετανάστες- δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να υποκαταστήσουν την ανάγκη συμμετοχής τους στα συνδικάτα. Σε αυτούς τους φορείς διεξάγεται ιδεολογική και πολιτική πάλη για το περιεχόμενο και τον προσανατολισμό τους. Είναι χώροι που βρίσκονται στο στόχαστρο διαφόρων μηχανισμών του κράτους και της ΕΕ. Τα προγράμματα της ΕΕ έχουν κύριο -αν και καλά συγκαλυμμένο- στόχο, να διοχετεύσουν την αφομοιωτική ομοιομορφία της ενσωμάτωσης στη λογική του Ευρωμονόδρομου και την εξαγορά συνειδήσεων. Σε αυτές τις οργανώσεις είναι ακόμη αδύναμο το ρεύμα της αγωνιστικής και διεκδικητικής στάσης απέναντι στη μεταναστευτική πολιτική της ΕΕ και των κυβερνήσεων των κρατών-μελών της, αλλά και στην πολιτική των κυβερνήσεων των χωρών τους που κινείται στην ίδια κατεύθυνση. Οι κομμουνίστριες που δρουν στους συλλόγους γυναικών πρέπει να επιμείνουν στον προσανατολισμό για ανάπτυξη κοινής δράσης με εκείνες τις κοινότητες που συγκεντρώνουν κυρίως γυναίκες μετανάστριες.

Το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, πλάι στα αιτήματα νομιμοποίησης όλων των μεταναστών, της απλοποίησης έκδοσης άδειας παραμονής, των ίσων εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, μπορεί να περιλάβει και αιτήματα που απαντούν στις οικογενειακές τους ανάγκες, τις ανάγκες υγείας-πρόνοιας και κοινωνικής ασφάλισης, αλλά και τις ανάγκες εκπαίδευσης των παιδιών τους, όπως είναι αυτό της φοίτησης σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης, ανεξάρτητα από το καθεστώς παραμονής των γονιών τους στη χώρα μας.

Τα παιδιά των μεταναστών που φοιτούν στα ελληνικά σχολεία, ο αριθμός των οποίων υπολογίζεται σε 100.000 σύμφωνα με στοιχεία του Ινστιτούτου Μεταναστευτικής Πολιτικής[14] και αποτελούν το 7% του συνόλου του μαθητικού πληθυσμού, πρέπει να διδάσκονται μέσα στο δημόσιο σχολείο τη μητρική τους γλώσσα και ιστορία καθώς και τα βασικά στοιχεία του πολιτισμού των χωρών προέλευσής τους, τουλάχιστον για τους μετανάστες που βρίσκονται μαζικά στην Ελλάδα. Η διαδικασία αυτή θα βοηθήσει και τα ελληνόπουλα να γνωρίσουν την ιστορία και τον πολιτισμό άλλων χωρών.

Αντίστοιχα, πρέπει να δημιουργηθούν πολύγλωσσα κέντρα ταχύρυθμης εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας για ενηλίκους μετανάστες, ώστε να είναι δυνατή η καθημερινή επικοινωνία και η ενσωμάτωσή τους στην ελληνική κοινωνία.

Τα νομοσχέδια, οι εγκύκλιοι και τα γενικά έγγραφα που αφορούν μετανάστες πρέπει, ταυτόχρονα με τη δημοσίευσή τους να μεταφράζονται στις γλώσσες τους, έτσι ώστε να είναι σε θέση οι ίδιοι να γνωρίζουν από πρώτο χέρι το περιεχόμενό τους και να μη γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης και σκόπιμης παραπληροφόρησης από επιτήδειους κερδοσκόπους.

Μεταφρασμένα στις γλώσσες των μεταναστών και μεταναστριών πρέπει να είναι και τα γενικά πληροφοριακά έντυπα των δημόσιων υπηρεσιών αιχμής με τις οποίες αυτοί συναλλάσσονται. Είναι στοιχειώδης υποχρέωση της πολιτείας να διευκολύνει τους μετανάστες στην επικοινωνία τους με το κράτος, μειώνοντας την ταλαιπωρία τους που γι’ αυτούς έχει και οικονομικές επιπτώσεις.        

Με επιτακτικό τρόπο πρέπει να τεθεί αίτημα δημιουργίας διμερών συμβάσεων ασφάλισης της χώρας μας με όλες τις εκτός ΕΕ χώρες (για τις εντός ΕΕ υπάρχουν τέτοιες διεθνείς συμβάσεις) που έχουν εδώ μετανάστες εργαζόμενους. Οι συμβάσεις αυτές πρέπει να προβλέπουν το συνυπολογισμό στη σύνταξη του χρόνου ασφάλισης που έχει πραγματοποιηθεί από τούς μετανάστες, τόσο στην πάτρια χώρα όσο και στη χώρα μετανάστευσης.

Κρίσιμης σημασίας ζήτημα για τη ζωή της γυναίκας μετανάστριας είναι η κατοχύρωση της αυτοτελούς μεταναστευτικής της υπόστασης, η οποία πρέπει να επιτευχθεί ανεξάρτητα από την οικογενειακή συνένωση.

Οι μετανάστριες και οι μετανάστες πρέπει να έχουν ελεύθερη πρόσβαση και να κάνουν δωρεάν χρήση όλων των ιατρικών και κοινωνικών υπηρεσιών του Δημόσιου και Δωρεάν Συστήματος Υγείας, ανεξάρτητα από το αν έχουν ή όχι κάρτα παραμονής και εργασίας και βιβλιάριο υγείας.

Εμφαση πρέπει να δοθεί στον κρατικό έλεγχο των συνθηκών εργασίας, υγείας και ασφάλειας, σε εργασιακούς χώρους που απασχολούν κατά κύριο λόγο μετανάστες εργάτες και εργάτριες.

Επαρκής πρέπει να είναι και ο αριθμός των γιατρών γενικής ιατρικής, αλλά και των παθολόγων, γυναικολόγων και παιδιάτρων στα Κέντρα Υγείας, όπου πρέπει να γίνονται προληπτικές γυναικολογικές εξετάσεις, προγεννητικός έλεγχος, παρακολούθηση της εγκυμοσύνης και της επιλόχειας περιόδου και να πραγματοποιούνται οι εμβολιασμοί των παιδιών. Ολες οι μετανάστριες -είτε έχουν κάρτα παραμονής και βιβλιάριο υγείας είτε όχι- καθώς και τα παιδιά τους πρέπει να καλύπτονται από τις παραπάνω υπηρεσίες δωρεάν.

Τα παιδιά των μεταναστών πρέπει να γίνονται δεκτά από τους κρατικούς παιδικούς σταθμούς, στους οποίους πρέπει να καταργηθούν τα τροφεία για όλα τα παιδιά. Δεκτά, επίσης, πρέπει να γίνονται τα παιδιά των μεταναστών και από τις κρατικές παιδικές κατασκηνώσεις.

 

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΙΣ ΕΥΘΥΝΕΣ ΜΑΣ

Στου κόσμου τους θησαυριστές το βιος σου, εργάτη, νόμοι
στο τρώνε αδικητές χωρίς ντροπή.
Αγκαλιαστείτε, αδέρφια, ορθοί! Με μια καρδιά, μια γνώμη.
Δικαιοσύνη, βρόντηξε, και λάμψε, Προκοπή!

Η οικονομική μετανάστευση είναι φαινόμενο σύμφυτο με το καπιταλιστικό σύστημα και δεν μπορεί να σταματήσει όσο υπάρχουν και οξύνονται οι αιτίες που το δημιουργούν. Η ένταση του φαινόμενου της μετακίνησης πληθυσμών είναι μέρος του καπιταλιστικού τρόπου ανάπτυξης, προκαλείται από αυτόν και τον επηρεάζει.

Οι μετανάστες αποτελούν μέρος της ζωής μας. Ως κόμμα της εργατικής τάξης χρειάζεται να αγωνιζόμαστε διαρκώς και ανυποχώρητα για το ζήτημα της ταξικής ενότητας Ελλήνων και μεταναστών εργατών, ενάντια στην προσπάθεια της αστικής τάξης να αυξήσει το βαθμό εκμετάλλευσης και να συμπιέσει την τιμή της εργατικής δύναμης στη χώρα μας.

Η ανάγκη οργάνωσης και συμμετοχής των μεταναστών και των μεταναστριών στα συνδικάτα και στις διάφορες αγωνιστικές συσπειρώσεις μαζί με τους Ελληνες συναδέλφους τους και η ανάγκη συμμετοχής των μεταναστριών στο μαχητικό γυναικείο κίνημα, είναι πρώτιστης σημασίας.

Η μετανάστρια οικιακή βοηθός, μπορεί, αν φανούμε αντάξιοι του ρόλου μας, να γίνει συμμέτοχος συνεργασίας, φιλίας και αλληλεγγύης των λαών της περιοχής.

Η γυναίκα της «διπλανής χώρας» πρέπει να αποτελέσει παράδειγμα αντιιμπεριαλιστικής πάλης για τους λαούς της περιοχής, για να δυναμώσει το κίνημα ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, στο μοίρασμα των αγορών και εδαφών από το κεφάλαιο, για να φύγουν όλα τα ξένα στρατεύματα και οι βάσεις από την περιοχή.

Οι μετανάστες, άνδρες και γυναίκες, που είναι οι πιο άγρια εκμεταλλευόμενοι από το κεφάλαιο, μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν σημαντικό τμήμα του ταξικού εργατικού κινήματος, του ριζοσπαστικού γυναικείου κινήματος, όλου του λαϊκού μας κινήματος, στην πάλη ενάντια στην καπιταλιστική βαρβαρότητα, τόσο στη χώρα μας όσο και στη δική τους χώρα.



Η Ζωή Λαζάνη είναι μέλος του ΔΣ της Ομοσπονδίας Γυναικών Ελλάδας (ΟΓΕ).

[1] Οι στίχοι κάτω από τους τίτλους του κειμένου είναι από το ποίημα του Κωστή Παλαμά «Εμείς οι εργάτες…», 1913.

[2] «Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ», για το 17ο Συνέδριο.

[3] Εφημερίδα τα «ΝΕΑ», 1.4.2005.

[4] Οι χώρες προέλευσης των μεταναστών είναι: Αλβανία 57,5%, Βουλγαρία 4,6%, Γεωργία 3%, Ρουμανία 2,9%, Ρωσία 2,3%, Ουκρανία 1,8%, Πολωνία 1,7%, Πακιστάν 1,7%, Αίγυπτος 1%, Αρμενία 1%, Ινδία 0,9%, Ιράκ 0,9%, Φιλιππίνες 0,8%, Μολδαβία 0,7%, Συρία 0,7%. «Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ», για το 17ο Συνέδριο, σελ. 42.

[5] Χλέπας Ν. και Σπυράκος Δ. (1992): «Ο νόμος 1975/1991 περί αλλοδαπών και το Σύνταγμα». Εκδ. «Σάκκουλας».

[6] Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της ΚΕ του ΚΚΕ, 30.6.2005.

[7] Β. Ι. Λένιν: «Κλάρα Τσέτκιν. Συνομιλία με τον Λένιν για το Γυναικείο ζήτημα». Ειδική έκδοση αφιερωμένη στην Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας. Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», Μάρτης 2002.

[8] Υλικά 9ου Συνεδρίου ΟΓΕ. «Εισήγηση για την Πορνεία». Χ. Σκαλούμπακα.

[9] ΕΣΥΕ, απογραφή πληθυσμού της 18ης Μαρτίου 2001

[10] Υλικά τμήματος Υγείας της ΚΕ του ΚΚΕ: «Σημείωμα για τη Νεολαία σε όλα τα στάδια της ζωής της, σε σχέση με τον τομέα Υγείας Πρόνοιας».

[11] Θανάση Παπαρήγα: «Μια άλλη πλευρά ενός πολιτικού γεγονότος». Αρθρο, εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 16.10.2005.

[12] Από τα υλικά της Αχτίδας 5ου - 6ου Διαμερίσματος του ΚΚΕ. Ιούνης 2005. «Για το διήμερο εκδηλώσεων για τους Μετανάστες».

[13] Από τα υλικά της Αχτίδας 5ου - 6ου Διαμερίσματος του ΚΚΕ. Ιούνης 2005. «Για το διήμερο εκδηλώσεων για τους Μετανάστες».

[14] Εφημερίδα, «Η Καθημερινή», σελ.6-7, 29.12.2005.