Η ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ Γ΄ ΚΑΙ Δ΄ ΚΠΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 Ο χαρακτήρας της περιφερειακής ανάπτυξης εξαρτάται από το δοσμένο περιεχόμενο των σχέσεων παραγωγής. Στον καπιταλισμό οι σχέσεις παραγωγής αναπαράγουν τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα του συστήματος. Η όποια περιφερειακή ανάπτυξη στα καπιταλιστικά πλαίσια δεν μπορεί να αναιρέσει τις κοινωνικές ταξικές αντιθέσεις του συστήματος.

Στον καπιταλισμό λόγω του άναρχου χαρακτήρα της κοινωνικής παραγωγής δεν μπορεί να υπάρξει ισόρροπη ανάπτυξη, τόσο όσον αφορά τους κλάδους της οικονομίας, όσο και τις περιοχές και αυτό γιατί κίνητρο της όποιας αναπτυξιακής διαδικασίας στον καπιταλισμό είναι η μεγιστοποίηση του ποσοστού της κερδοφορίας του κεφαλαίου.

Η άρχουσα τάξη για να αμβλύνει την όξυνση των αντιθέσεων, που είναι απόρροια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και για να μη δημιουργηθούν οξυμένες κοινωνικές αντιδράσεις, αμφισβητήσεις της εξουσίας της, αλλά και για να διατηρήσει τους αναγκαίους όρους για την διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου, αξιοποιεί ως εργαλεία περιορισμού των περιφερειακών ανισοτήτων, τους αναπτυξιακούς και φορολογικούς νόμους, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης (ΚΠΣ). Τα τελευταία στην ουσία αναδεικνύονται ως εργαλεία στήριξης των ιδιαίτερων συμφερόντων επιμέρους τμημάτων του κεφαλαίου, αξιοποιούνται για τη δημιουργία καλύτερων όρων σε περιφερειακό επίπεδο αναπαραγωγής και μεγέθυνσής του.

Με τα προηγούμενα ΚΠΣ ολοκληρώνεται μια εικοσαετής περίοδος μεταφοράς πόρων από την ΕΕ που συνέβαλαν στη βαθύτερη ενσωμάτωση της χώρας στην ευρωενωσιακή διαδικασία.

Φυσικά η αξιοποίηση και οι στοχεύσεις της κοινοτικής χρηματοδότησης, όλη την προηγούμενη περίοδο, παρουσιάζουν διαφορές. Στην αρχή τα πρώτα κοινοτικά κονδύλια χρησιμοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό ως μηχανισμός ενεργητικής ενσωμάτωσης των λαϊκών στρωμάτων στις προσαρμογές της ελληνικής οικονομίας εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Μεγάλο μέρος του Β΄ ΚΠΣ διοχετεύθηκε σε δημόσια έργα υποδομών και συνέβαλε ταυτόχρονα στην ενσωμάτωση μεσαίων στρωμάτων ( π.χ. μικροί εργολάβοι στις κατασκευές) και στην καλλιέργεια κλίματος «εθνικής συναίνεσης» στους στόχους της ΕΕ.

Με το Γ΄ ΚΠΣ η αστική τάξη αναβάθμισε την προσπάθεια αξιοποίησης των κοινοτικών πόρων στην κατεύθυνση της επιτάχυνσης της συγκέντρωσης - συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, της ολοκλήρωσης μεγάλων δημόσιων έργων υποδομής τα οποία διευκολύνουν και τη μετακίνηση κεφαλαίων και εμπορευμάτων (π.χ. εξαγωγή κεφαλαίου στη βαλκανική αγορά).

 

ΟΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Στο όνομα της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής, της μείωσης των κοινωνικοπολιτικών ανισοτήτων ανάμεσα στις περιφέρειές της, η ΕΕ προχώρησε στη δημιουργία των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης (ΚΠΣ) και στα διάφορα ταμεία διαχείρισης αυτών των κονδυλίων, όπως το ΕΤΠΑ  (Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης), το ΕΚΤ (Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο) και το Ταμείο Συνοχής.

Οι πόροι των ΚΠΣ αποτελούν συγκέντρωση της υπεραξίας των εργαζομένων σε κοινοτικό και εθνοκρατικό επίπεδο.

Στην ουσία τα ΚΠΣ δεν είναι τίποτα άλλο παρά το βασικό τμήμα του κοινοτικού προϋπολογισμού, ο οποίος κάθε φορά καλείται να υλοποιήσει τις βασικές επιλογές του ευρωενωσιακού κεφαλαίου, τη στρατηγική της ΕΕ. Για τη δημοσιονομική περίοδο 2000-2006 (Γ΄ ΚΠΣ) ο σχεδιασμός επικεντρωνόταν στην προετοιμασία της «Ευρώπης», ούτως ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες υποδομές για να γίνει δυνατή η διεύρυνση και να διαμορφωθούν καλύτερα οι προϋποθέσεις για την ενοποίηση της ευρωενωσιακής αγοράς, δηλαδή της απαραίτητης προϋπόθεσης για την υλοποίηση των τεσσάρων «ελευθεριών» της συνθήκης του Μάαστριχτ. Για τη δημοσιονομική περίοδο 2007-2013 (Δ΄ ΚΠΣ) ο σχεδιασμός επικεντρώνεται στην ανάγκη η «Ευρώπη να βρει ένα δυναμισμό», δηλαδή να υλοποιήσει την αντιλαϊκή στρατηγική της Λισσαβόνας.

Σε αυτό το πλαίσιο ένα τμήμα της χρηματοδότησης του Γ΄ ΚΠΣ δόθηκε για την υλοποίηση των τριάντα έργων που έχουν ενταχθεί στα διευρωπαϊκά δίκτυα μεταφορών, στα ενεργειακά δίκτυα, καθώς και στον καθορισμό ενιαίων κανόνων και υποδομών για την κυκλοφορία του χρηματικού κεφαλαίου (τράπεζες - χρηματιστήρια).

Ο σχεδιασμός για το Δ΄ ΚΠΣ αφορά πλέον το σύνολο της ευρωενωσιακής αγοράς που προέκυψε μετά τη διεύρυνση της ΕΕ (για τη διαμόρφωση της ΕΕ των 25 κρατών-μελών) και δίνει έμφαση στη δημιουργία υποδομής για τη σύνδεση της αγοράς της ΕΕ-15 με την αγορά της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και ιδιαίτερα των Βαλκανίων. Παράλληλα στο Δ΄ ΚΠΣ αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα η χρηματοδότηση των αναγκαίων όρων για τη βελτίωση της θέσης της ΕΕ στη διεθνή καπιταλιστική αγορά, σύμφωνα με τις ανάγκες που προκύπτουν για τους δυτικοευρωπαϊκούς μονοπωλιακούς ομίλους εξαιτίας της όξυνσης του ανταγωνισμού και των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων.

Στα πλαίσια αυτά καθορίστηκαν οι εξής τρεις κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες πρέπει να υλοποιηθούν από το Δ΄ ΚΠΣ:

α) Να γίνει η Ευρώπη και οι περιφέρειές της οι πιο ελκυστικοί τόποι για επενδύσεις. Στην κατεύθυνση αυτή εντάσσεται το σύνολο των υποδομών που είναι αναγκαίες για τη δημιουργία ενός ακόμα πιο ευνοϊκού επενδυτικού περιβάλλοντος για τη διευκόλυνση της αναπαραγωγής του κεφαλαίου.

β) Η ενίσχυση της έρευνας και της καινοτομίας, δηλαδή η υποταγή της έρευνας και της παιδείας γενικότερα στις ανάγκες του κεφαλαίου μέσα από την ενίσχυση της «συνεργασίας» ανάμεσα σε επιχειρήσεις και ερευνητικά ιδρύματα και από την προώθηση της επιχειρηματικότητας στους συγκεκριμένους τομείς.

γ) Η επιτάχυνση της απελευθέρωσης της αγοράς εργασίας από τη μείωση των εμποδίων πρόσβασης σε αυτήν (συλλογικές συμβάσεις, κατώτερος μισθός, όρια συνταξιοδότησης κ.ά.), την προώθηση της κινητικότητας και της προσαρμοστικότητας των εργαζομένων στις ανάγκες των επιχειρήσεων.

Επίσης, μεγαλύτερα κονδύλια, σε σχέση με τα προηγούμενα ΚΠΣ διατίθενται για τη θωράκιση του συστήματος από τη δράση του εργατικού και λαϊκού κινήματος, για την ενίσχυση της στρατιωτικοποίησης της ΕΕ, αλλά και για τη συμβολή της στην ενίσχυση και σταθερότητα του καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα.

Τέλος, οι δαπάνες για το γεωργικό τομέα εντάσσονται στη στρατηγική της προώθησης της επιχειρηματικότητας στον πρωτογενή τομέα και τη συγκέντρωση της γης μέσα από το ξεκλήρισμα της μικρομεσαίας αγροτιάς.

Μέσα για την υλοποίηση των παραπάνω κατευθύνσεων είναι η επιτάχυνση της απελευθέρωσης των αγορών, οι ιδιωτικοποιήσεις και η προώθηση των συμπράξεων ανάμεσα στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα (ΣΔΙΤ).

Συνοπτικά η κατανομή του Δ΄ ΚΠΣ έχει ως εξής:

Στον πρώτο τομέα για την «Αειφόρο Ανάπτυξη» διατίθενται συνολικά 377.739 εκ. ευρώ, δηλαδή το 44,03% του συνόλου.

Στο δεύτερο τομέα για τη «Διατήρηση και διαχείριση των φυσικών πόρων» διατίθενται συνολικά 371.244 εκατ. ευρώ, δηλαδή το 43,05%. Στον τομέα αυτόν συμπεριλαμβάνονται και οι δαπάνες για τη Γεωργία.

Στον τομέα «Θέματα πολιτών, ελευθερία, ασφάλεια και δικαιοσύνη» διατίθενται συνολικά 10.270 εκατ. ευρώ, δηλαδή το 1,19%.

Στον τομέα «Η ΕΕ ως παγκόσμιος παράγοντας» διατίθενται 50.010 εκατ. ευρώ, δηλαδή το 5,8% και τέλος στον τομέα «Διοίκηση» διατίθενται 50.300 εκατ. ευρώ, δηλαδή το 5,83% του συνόλου.

Αυτές οι κατευθύνεις, οι προτεραιότητες πρέπει να αποτελέσουν τη βάση συγκρότησης των εθνικών στρατηγικών πλαισίων αναφοράς, αλλά και των επιχειρησιακών προγραμμάτων.

Η ελληνική κυβέρνηση λαμβάνοντας υπ’ όψιν και τις ιδιαίτερες ανάγκες του ελληνικού κεφαλαίου προετοιμάζει την αξιοποίηση του Δ΄ ΚΠΣ στην εξυπηρέτηση του στόχου «η Ελλάδα να μετατραπεί σε πόλο σταθερότητας και ανάπτυξης στη Νοτιοανατολική Ευρώπη», για να εκμεταλλευτούν οι ελληνικές επιχειρήσεις την αγορά των 160 εκατομμυρίων κατοίκων. Τόσο το εθνικό όσο και τα περιφερειακά στρατηγικά σχέδια ανάπτυξης, αλλά και τα επιχειρησιακά προγράμματα θα πρέπει να είναι ενταγμένα στην υλοποίηση του Εθνικού Προγράμματος Μεταρρυθμίσεων, στο οποίο έχουν ενταχθεί οι στόχοι, δράσεις και προτεραιότητες για την υλοποίηση της στρατηγικής της Λισσαβόνας, δηλαδή της ενίσχυσης της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Η κυβέρνηση στον καθορισμό των προγραμμάτων, αλλά και στη διαχείρισή των πόρων έλαβε υπόψη της την κριτική της άρχουσας τάξης σε σχέση με τα προηγούμενα ΚΠΣ, ώστε να συμβάλουν πιο αποτελεσματικά στην επιτάχυνση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου στη χώρα και στην ενοποίηση της ευρωενωσιακής αγοράς.

Με τις νέες διαδικασίες αξιολόγησης και υλοποίησης του Δ΄ ΚΠΣ επιχειρείται η βελτίωση της διαχειριστικής ικανότητας του κράτους σε αυτή την κατεύθυνση με έμφαση: Στην αντιμετώπιση της διασποράς των πόρων σε μικρά έργα και υποδομές περιορισμένης κλίμακας και συγκέντρωσής τους στα μεγάλα έργα και υποδομές που υπηρετούν τους στρατηγικούς σχεδιασμούς. Στην αντιμετώπιση του δυσκίνητου, γραφειοκρατικού και δαπανηρού μηχανισμού εξαιτίας της πληθώρας των διαχειριστικών φορέων υλοποίησης των προγραμμάτων και συγκέντρωσης των προγραμμάτων διαχείρισης σε ελάχιστους φορείς. Στην ανάγκη αλλαγής του περιεχομένου και της μορφής του εθνικού σκέλους του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, το οποίο πρέπει να έχει μακρόχρονο σχεδιασμό με δράσεις προσθετικής και συμπληρωματικής λειτουργίας σε σχέση με τα προγράμματα υλοποίησης του Δ΄ ΚΠΣ.

Επιχειρείται η μείωση του αριθμού των τελικών δικαιούχων διαχείρισης της χρηματοδότησης σε κάθε περιφέρεια και κυρίως μικρότερων δήμων με ελλειπή τεχνική επάρκεια και ευάλωτων στη μεγάλη διασπορά των έργων.

Με βάση τις προαναφερόμενες κατευθύνσεις η κυβέρνηση αλλάζει την διοικητική δομή διαχείρισης της κρατικής και ευρωενωσιακής χρηματοδότησης διαμορφώνοντας πιο συγκεντρωτικούς μηχανισμούς υλοποίησης και ελέγχου των αποφάσεών της. Συγκροτεί πέντε υπερπεριφέρειες που θα παίζουν και το ρόλο των διαχειριστικών αρχών του Δ΄ ΚΠΣ, καθώς και του Εθνικού Πλαίσιου Στήριξης (δηλαδή του αναμορφωμένου προγράμματος δημοσίων επενδύσεων). Ενεργοποιεί δεκατρείς διαχειριστικές ανώνυμες εταιρείες στις σημερινές περιφέρειες, οι οποίες θα αναλάβουν ένα μέρος του διαχειριστικού ρόλου που είχαν μέχρι σήμερα οι δήμοι, οι νομαρχίες και άλλοι φορείς. Οι εταιρείες αυτές θα πιστοποιούνται από διεθνείς οίκους σχετικά με το επίπεδο τεχνογνωσίας και οικονομικής επάρκειάς τους.

Παράλληλα προτείνεται να αναλάβουν οι Τράπεζες αντί του δημόσιου φορέα τη διαχείριση της υλοποίησης ορισμένων τομεακών προγραμμάτων των ΚΠΣ. Συγκεκριμένα οι Τράπεζες θα υποδέχονται, θα αξιολογούν και θα είναι αρμόδιες για την εκταμίευση των ενισχύσεων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων του τουρισμού και της μεταποίησης που θα υποβάλλουν σε αυτές τα επενδυτικά τους σχέδια στο πλαίσιο των περιφερειακών προγραμμάτων. Η συνολική δημόσια δαπάνη του συγκεκριμένου κύκλου ενισχύσεων προσδιορίστηκε στα 210 εκ. ευρώ.

Το σύνολο αυτών των αλλαγών στοχεύει στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας στην εφαρμογή της αντιλαϊκής πολιτικής και στην καλύτερη εναρμόνιση της κρατικής διαχείρισης με τις κατευθύνσεις της ΕΕ.

Συμπερασματικά οι διακρατικοί και εθνοκρατικοί σχεδιασμοί που υλοποιούν τα διάφορα κοινοτικά πλαίσια στήριξης υπηρετούν τις ανάγκες του κεφαλαίου και όχι την ικανοποίηση των σύγχρονων λαϊκών αναγκών, με αποτέλεσμα να οξύνονται οι κοινωνικές αντιθέσεις, π.χ. το 22% των Ελλήνων βρίσκεται κάτω από τα όρια της φτώχειας[1], ενώ οξύνεται η ανισομετρία ακόμα και ανάμεσα στις περιφέρειες στο εσωτερικό των κρατών-μελών.

Μετά από τρία, ουσιαστικά, πλαίσια στήριξης έχουμε διεύρυνση των ανισοτήτων ανάμεσα στις περιφέρειες της Ελλάδας.

Με βάση τον Πίνακα 1, ο οποίος παρουσιάζει την πορεία του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, ως ποσοστού του μέσου όρου του Εθνικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ (πρόκειται για ένα δείκτη που δεν αποτυπώνει πλήρως την πραγματικότητα, αλλά και συγκαλύπτει τις ταξικές ανισότητες), έχουμε μια επιδείνωση της θέσης τεσσάρων περιφερειών, της Κρήτης, της Θεσσαλίας, της Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης και της Δυτικής Ελλάδας. Πρόκειται για περιφέρειες με έντονη παρουσία της αγροτικής παραγωγής και βιομηχανίας η οποία συνδέεται άμεσα με την αγροτική παραγωγή.

Αύξηση παρουσιάζουν:

α) Οι περιφέρειες Νοτίου και Βορείου Αιγαίου, περιφέρειες με μικρό πληθυσμό.

Η αύξηση στηρίζεται ουσιαστικά στον Τουρισμό. Τη συγκεκριμένη περίοδο είχαμε μια σημαντική αύξηση του αλλοδαπού τουρισμού η οποία μετά το 2003 αρχίζει να ανακόπτεται.

β) Η περιφέρεια Πελοποννήσου: Η αύξηση οφείλεται στο Νομό Κορινθίας, ο οποίος αποτελεί στην ουσία επέκταση της μιας εκ των δύο βιομηχανικών περιοχών της Αττικής και στο Νομό Αρκαδίας εξαιτίας της ύπαρξης της ΔΕΗ.

γ) Η περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, ουσιαστικά η Θεσσαλονίκη και το τουριστικό της «επίνειο» η Χαλκιδική.

δ) Και η Δυτική Μακεδονία στην οποία βασικό ρόλο παίζουν οι εγκαταστάσεις της ΔΕΗ.

Την ίδια εικόνα επιβεβαιώνει και ο ίδιος δείκτης σε επίπεδο Νομού, για την ίδια ουσιαστικά περίοδο (1995-2002), (πίνακας 2).

Οι δύο Νομοί με το υψηλότερο κατά κεφαλή ΑΕΠ είναι της Βοιωτίας και της Κορινθίας, που αποτελούν ουσιαστικά επέκταση των βιομηχανικών περιοχών της Αττικής (στο Νομό Κορινθίας εμφανίζεται και η μεγαλύτερη άνοδος, κατά 45%).

Αύξηση παρουσιάζουν τα νησιά, αλλά και περιοχές με ισχυρή την τουριστική οικοδομική δραστηριότητα.

Πτώση παρουσιάζουν όλοι οι Νομοί της Θεσσαλίας, της Δυτικής Ελλάδας, καθώς επίσης και Νομοί με μεγάλη αγροτική παραγωγή όπως: Ημαθίας, Πέλλας, Πιερίας, Αργολίδας, Μεσσηνίας, Αρτας, οι Νομοί Καβάλας, Ξάνθης και Δράμας, καθώς και οι Νομοί Χανίων και Ηρακλείου. Οι δύο τελευταίες περιπτώσεις, μεγάλοι πληθυσμιακά Νομοί, επιβεβαιώνουν την εκτίμηση ότι μια περιοχή δεν μπορεί να στηριχτεί μόνο στην τουριστική δραστηριότητα.

Η επιδείνωση της θέσης Περιφερειών και Νομών για την περίοδο 1995-2003, με βάση τον προαναφερόμενο δείκτη επιβεβαιώνεται και από την πορεία της σοβαρής υποχώρησης της συμμετοχής του ΑΕΠ της κάθε Περιφέρειας στο εθνικό ΑΕΠ. Τη συγκεκριμένη περίοδο έχουμε σοβαρή υποχώρηση της συμμετοχής στο εθνικό ΑΕΠ για τις περιφέρειες της Δυτικής Ελλάδας, της Θεσσαλίας, της Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης, αλλά και της Στερεάς Ελλάδας (πίνακας 3).

Η ίδια εικόνα σε γενικές γραμμές παρουσιάζεται και στα στοιχεία της Eurostat.

1. Οσον αφορά την εικόνα του κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε σχέση με το ΑΕΠ της ΕΕ/25 (για την περίοδο 1996-2002) μείωση παρουσιάζεται στο ΑΕΠ της Δυτικής Ελλάδας, της Στερεάς Ελλάδας και πολύ μικρή αύξηση (1,4%-2,8%) για τις περιφέρειες Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, Θεσσαλίας και Κρήτης, σε σχέση με την αύξηση κατά 7% του μέσου όρου της Ελλάδας για την ίδια περίοδο (πίνακας 4).

2. Οσον αφορά την πορεία του ποσοστού απασχόλησης σε σχέση με τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό (15-64 ετών) για την περίοδο 1996-2004:

Μείωση παρουσιάζει το ποσοστό απασχολουμένων στις περιφέρειες των Ιονίων Νήσων, της Δυτικής Ελλάδας, της Κρήτης, της Ανατολικής Μακεδονίας, αλλά και της Πελοποννήσου (πίνακας 5).

Με βάση το δείκτη του ποσοστού του ΑΕΠ ανά κάτοικο σε σχέση με το μέσο όρο της χώρας, (δείκτης που δεν αποτυπώνει την πραγματικότητα, αλλά και συγκαλύπτει τις ταξικές ανισότητες), μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι για το διάστημα 1995-2003 έχουμε υποχώρησή του για 4 περιφέρειες, οι οποίες βρίσκονται κάτω από το μέσο όρο: Η Κρήτη υποχώρησε από το 98% στο 96,5%, η Θεσσαλία από το 88% στο 82,5%, η Αν. Μακεδονία - Θράκη από το 81% στο 75,5% και η Δυτική Ελλάδα από το 83% στο 74,5%. Το ίδιο διάστημα σε 21 νομούς είχαμε υποχώρηση του συγκεκριμένου δείκτη.

 

Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΝ

Το ΠΑΣΟΚ, ιδιαίτερα μετά το συνέδριο του (Μάρτιο του 2005), επιχειρεί να προβάλλει μια πλαστή διαχωριστική γραμμή με την κυβερνητική πολιτική, εμφανιζόμενο σαν εγγυητής της «ισόρροπης και ανθρωποκεντρικής» ανάπτυξης.

Επιχειρεί να διαφοροποιηθεί από την κυβέρνηση εστιάζοντας στα ακόλουθα σημεία:

- Στην απουσία ολοκληρωμένου αναπτυξιακού σχεδίου και ορθών προτεραιοτήτων από την κυβέρνηση. Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ συνοψίζεται στη μετάβαση «από την Ελλάδα των υποδομών, στην Ελλάδα του ανταγωνιστικού προϊόντος». Προβάλλει σαν προτεραιότητες τις επενδύσεις στην κατάρτιση των εργαζομένων, στην αναβάθμιση της έρευνας, στην ανακατανομή του πλούτου υπέρ των ασθενέστερων περιοχών και στην ανάδειξη των συγκριτικών τους πλεονεκτημάτων. Υπόσχεται αύξηση των εγχώριων δημόσιων επενδύσεων σε αυτήν την κατεύθυνση.

-Ÿ Στο συγκεντρωτισμό της κυβέρνησης σε αντιπαράθεση με τις διαδικασίες δημοκρατικού προγραμματισμού, συμμετοχικής διακυβέρνησης και ριζικής αποκέντρωσης που θα κατοχυρώνει το ΠΑΣΟΚ.

Ÿ- Στη διαχειριστική ανικανότητα της κυβέρνησης σε σχέση με τη διασφάλιση και στη συνέχεια με την απορρόφηση των κοινοτικών κονδυλίων.

Με το σύνολο των προαναφερόμενων θέσεων, το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί καταρχήν να συγκαλύψει τη συμπόρευσή του με την κυβέρνηση σύμφωνα με τις σύγχρονες ανάγκες του κεφαλαίου, τις ευρωενωσιακές κατευθύνσεις της στρατηγικής της Λισσαβόνας.

Το ΠΑΣΟΚ και γενικότερα η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία παίζει αποφασιστικό ρόλο στην προώθηση αυτών των αντιλαϊκών κατευθύνσεων, όπως η ιδιωτικοποίηση και «απελευθέρωση» τομέων στρατηγικής σημασίας (ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, τράπεζες, κλπ.), η προώθηση των περιβόητων συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ), κλπ.

Στον αντίποδα αυτών των επιλογών οι εργαζόμενοι πρέπει να απαιτήσουν τη συνδυασμένη ικανοποίηση του συνόλου των αναγκών τους με βάση τον παραγόμενο πλούτο και όχι να εγκλωβιστούν στα ψευτοδιλήμματα προτεραιοτήτων του ΠΑΣΟΚ, που αντιπαραθέτουν τη βελτίωση των υποδομών με άλλες ανάγκες της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης (παιδεία, υγεία κλπ.) και της παραγωγής των προϊόντων, της μεταποίησης.

Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να εμφανίσει ως προοδευτική τη θέση για αύξηση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων με την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών, την αναβάθμιση της οργάνωσης της εργασίας και της κατάρτισης των εργαζομένων, της έρευνας για νέα προϊόντα που βρίσκεται τάχα στον αντίποδα της συντηρητικής πρότασης για βελτίωση της ανταγωνιστικότητας με την εντατικοποίηση της εργασίας, την επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων, τη συμπίεση της τιμής της εργατικής δύναμης.

Στην πραγματικότητα το πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και οι δύο δρόμοι αύξησης της ανταγωνιστικότητας των καπιταλιστικών επιχειρήσεων οδηγούν στην αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και στη διασφάλιση ενός συγκυριακού πρόσθετου κέρδους για εκείνες τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις που πετυχαίνουν υψηλότερη παραγωγικότητα από τις υπόλοιπες. Η σχετική επιδείνωση του μέσου πραγματικού μισθού του εργάτη σε σχέση με την αύξηση της παραγωγικότητας σε κάθε χρονική περίοδο, αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα αυτού του συμπεράσματος.

Στο πλαίσιο της ΕΕ και γενικότερα του καπιταλισμού, οι επιλογές της αστικής διακυβέρνησης μεταφράζονται σε προσπάθεια πλήρους υποταγής του μεγαλύτερου μέρους της ερευνητικής δραστηριότητας στις άμεσες ανάγκες των μονοπωλιακών ομίλων και της προώθησης της ευελιξίας στις εργασιακές σχέσεις, της ανατροπής των συλλογικών συμβάσεων πλήρους και σταθερής απασχόλησης, της προσαρμογής της ζωής του εργαζόμενου στις επιλογές του κεφαλαίου. Οδηγούν στον «απασχολήσιμο» δια βίου καταρτιζόμενο εργαζόμενο, με διαρκώς μειωμένα εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το ΠΑΣΟΚ στην πράξη, παρά τις διακηρύξεις του, εστιάζει σημαντικό μέρος της κριτικής του προς την κυβέρνηση στις καθυστερήσεις σε θέματα υποδομών σε κάθε περιφέρεια (προγραμματισμένων έργων για νοσοκομεία, οδικές παρακάμψεις πόλεων, δημιουργία συνδυασμένων κόμβων μεταφορών κλπ.). Εξάλλου, η δημιουργία σύγχρονης υποδομής με στόχο τη διευκόλυνση της κίνησης εμπορευμάτων και εργαζομένων στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, αποτέλεσε τη σημαία του έργου της κυβέρνησης Σημίτη-Παπανδρέου όλη την προηγούμενη περίοδο.

Εξίσου ψευδεπίγραφη και απατηλή είναι η υπόσχεση του ΠΑΣΟΚ για ισόρροπη ανάπτυξη των περιφερειών της χώρας μέσα από την αναδιανομή ορισμένων κρατικών και κοινοτικών ενισχύσεων και των νέων αναπτυξιακών σχεδίων του ΠΑΣΟΚ. Η ιστορική εμπειρία της αξιοποίησης των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων (ΜΟΠ) και των διαφόρων ΚΠΣ από τις προηγούμενες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ είναι αρκετή για να επιβεβαιώσει το θεωρητικό συμπέρασμα ότι η ανισόμετρη ανάπτυξη μεταξύ των περιφερειών κάθε χώρας, όπως και μεταξύ των χωρών, είναι σύμφυτη με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Γενικότερα, δεν υπάρχει ιστορικό παράδειγμα κρατικού σχεδιασμού και ρύθμισης των εγγενών αντιφάσεων της καπιταλιστικής οικονομίας που να οδήγησε στη σταθερή υπέρβαση της αναρχίας της κοινωνικής παραγωγής, του καπιταλιστικού κύκλου της κρίσης, στη διόρθωση των δυσαναλογιών στην ανάπτυξη των κλάδων και των περιφερειών κάθε χώρας.

Αντίστοιχα, αποπροσανατολιστική είναι και η ανάδειξη του ζητήματος των διαδικασιών λήψης αποφάσεων, από τη στιγμή που υπάρχει στρατηγική συμφωνία στους στόχους και στις αντιλαϊκές βασικές κατευθύνσεις της αναπτυξιακής πολιτικής μεταξύ ΠΑΣΟΚ και κυβέρνησης. Η διαβούλευση της κυβέρνησης με την ΚΕΔΚΕ και την ΕΝΑΕ που προτείνει το ΠΑΣΟΚ για την κατανομή των κοινοτικών κονδυλίων, αποκαλύπτει επίσης τα όρια και το χαρακτήρα της «συμμετοχικής δημοκρατίας» που διακηρύσσει. Πρόκειται λοιπόν για ανώδυνη κριτική που δεν αντιπαρατίθεται στη γενική γραμμή των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, αλλά εστιάζει στο βαθμό που θα συμβάλει η Τοπική Αυτοδιοίκηση στην προώθηση αυτής της γραμμής. Καλλιεργεί αφενός την αυταπάτη ότι η ΤΑ μπορεί να λειτουργήσει ως λαϊκός θεσμός που θα εφαρμόσει οικονομική πολιτική προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων και αφετέρου το απαραίτητο κλίμα ταξικής συνεργασίας.

Αξίζει να υπενθυμίσουμε στο σημείο αυτό τη στάση συμπόρευσης που τήρησε για παράδειγμα στην ΚΕΔΚΕ, με τη συμβολή και του ΠΑΣΟΚ σχετικά με τις βασικές ευρωενωσιακές κατευθύνσεις π.χ. τη στάση του στο πρόγραμμα ΘΗΣΕΑΣ που προβλέπει ότι τα έργα στους δήμους θα εκτελούνται κυρίως μέσω «σχημάτων σύμπραξης» με τους επιχειρηματίες.

Εξ άλλου το ΠΑΣΟΚ δε διαφωνεί προγραμματικά με τη στόχευση του διοικητικού εκσυγχρονισμού που επιχειρεί η κυβέρνηση, ώστε η διοικητική δομή του κράτους να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες του μονοπωλιακού κεφαλαίου, που αναφέραμε στην προηγούμενη ενότητα.

Εξίσου επικίνδυνη είναι και η προσπάθεια εγκλωβισμού του λαϊκού κινήματος στην αστική διαπάλη για το ρυθμό απορρόφησης των κονδυλίων και το ύψος της κοινοτικής χρηματοδότησης που αφήνει στο απυρόβλητο τον αντιλαϊκό χαρακτήρα της πολιτικής, που προωθεί αυτός ο μηχανισμός χρηματοδότησης. Το ΠΑΣΟΚ συμβάλλει στην εδραίωση της απατηλής εικόνας ότι κάθε αύξηση της κοινοτικής χρηματοδότησης μεταφράζεται σε μέτρα βελτίωσης της ζωής των εργαζομένων.

Εξάλλου, η διαπραγματευτική ικανότητα κάθε κυβέρνησης για τη διασφάλιση κονδυλίων στο πλαίσιο της ιμπεριαλιστικής ανισότιμης διακρατικής συμμαχίας της ΕΕ, δεν καθορίζεται αυθαίρετα, αλλά αποτελεί συνάρτηση της οικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος κάθε κράτους-μέλους καθώς και των σχεδιασμών των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων σε κάθε περιοχή. Η κριτική του ΣΥΝ στην κυβέρνηση παρουσιάζει μεγάλες ομοιότητες με την αντίστοιχη του ΠΑΣΟΚ για τα ζητήματα της αξιοποίησης των ΚΠΣ και της περιφερειακής ανάπτυξης.

Επαναλαμβάνονται τα προαναφερόμενα για την ανάγκη δημοκρατικών διαδικασιών και συμμετοχής των τοπικών φορέων στον κυβερνητικό σχεδιασμό της αναπτυξιακής πορείας.

Η ΝΔ επικρίνεται για έλλειψη αναπτυξιακού σχεδίου σε αντιπαράθεση με το υποτιθέμενο «νέο μοντέλο ανάπτυξης» που προτείνει ο ΣΥΝ. Το μοντέλο αυτό, όπως και του ΠΑΣΟΚ, δίνει επίσης ιδιαίτερο βάρος στις λεγόμενες «άυλες επενδύσεις» (έρευνα, καινοτομίες, εκπαίδευση ανθρώπινου δυναμικού κλπ.) και στην αναβάθμιση της δημόσιας επιχειρηματικότητας. Παράλληλα, αναγνωρίζεται ότι σε πολλούς τομείς ο ρόλος του κράτους μπορεί να είναι υποστηρικτικός ή ρυθμιστικός της δράσης του ιδιωτικού κεφαλαίου. Ετσι, σύμφωνα με το ΣΥΝ η χώρα θα αποκτήσει ένα εθνικό σχέδιο με νέες εξειδικεύσεις στην παραγωγή, το οποίο θα συγχρηματοδοτείται από την ΕΕ και όχι το αντίστροφο που συμβαίνει σήμερα. Η κυβέρνηση επικρίνεται δηλαδή γιατί συγχρηματοδοτεί παθητικά τις κοινοτικές προτάσεις λόγω έλλειψης συγκεκριμένου αναπτυξιακού σχεδίου.

Η συγκεκριμένη κριτική είναι ψευδεπίγραφη και αποπροσανατολιστική για τους εργαζόμενους. Βοηθά στη συγκάλυψη της πραγματικότητας.

Η κυβέρνηση εφαρμόζει αναπτυξιακό σχέδιο με συγκεκριμένο ταξικό προσανατολισμό, σύμφωνα με τις αντιλαϊκές κατευθύνσεις της ευρωενωσιακής στρατηγικής της Λισσαβόνας και τις προτεραιότητες της ελληνικής αστικής τάξης, όπως αποτυπώνονται στο Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων. Αυτές τις κατευθύνσεις υπηρετούν εξάλλου ως μηχανισμοί χρηματοδότησης το Γ΄ και Δ΄ ΚΠΣ, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, ο Αναπτυξιακός νόμος της κυβέρνησης κλπ.

Ο ΣΥΝ αποδέχεται το πλαίσιο των κατευθύνσεων της στρατηγικής της Λισσαβόνας και συμβάλλει στην προώθησή του. Το υποτιθέμενο «νέο μοντέλο ανάπτυξης» που προτείνει, οδηγεί σε δημόσιες επιχειρήσεις που θα αντιμετωπίζουν τη λαϊκή κατανάλωση με βασικό κριτήριο το καπιταλιστικό κόστος και κέρδος, δηλαδή στη βάση των νόμων της καπιταλιστικής αγοράς, στις ευρωπαϊκές και διεθνείς διαστάσεις της. Επομένως οδηγείται στη στήριξη κρατικών και ευρωνωσιακών ρυθμίσεων που ευνοούν την επέκταση του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας με κρατική στήριξη.

Παρ’ όλα αυτά ο ΣΥΝ καλλιεργεί την αυταπάτη ότι μπορεί να υπάρξει αρμονική φιλολαϊκή συνύπαρξη των δημόσιων επιχειρήσεων με τον ιδιωτικό τομέα της παραγωγής που ανταποκρίνεται ταυτόχρονα και στις ανάγκες του κεφαλαίου και στις ανάγκες των εργαζομένων. Παράλληλα, οι γενικόλογες διακηρύξεις περί αναβάθμισης της έρευνας, της εκπαίδευσης, της εξειδίκευσης του εργατικού δυναμικού, συγκαλύπτουν την υποταγή αυτών των διαδικασιών στις άμεσες ανάγκες του μονοπωλιακού κεφαλαίου, για δημιουργία φθηνότερης και ευέλικτης εργατικής δύναμης, αναπτυγμένης ανάλογα με τα σύγχρονα μέσα παραγωγής.

Ταυτόχρονα, ο ΣΥΝ δεν αμφισβητεί ουσιαστικά τα κριτήρια και τους όρους αξιοποίησης της ευρωενωσιακής χρηματοδότησης (κριτήρια επιλεξιμότητας των έργων κλπ.) σε εθνικό επίπεδο.

Τέλος, ο ΣΥΝ μεταθέτει την ευθύνη για τη διεύρυνση των ανισοτήτων σε ταξικό και περιφερειακό επίπεδο, από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής στο «νεοφιλελεύθερο πρότυπο» που εφαρμόζεται σήμερα.

 

Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ

Το ΚΚΕ αντιμετωπίζει το ζήτημα της άμβλυνσης των περιφερειακών ανισοτήτων ενταγμένο στη γενική του στόχευση για συνδυασμένη ικανοποίηση του συνόλου των λαϊκών αναγκών. Το πρόβλημα της περιφερειακής ανάπτυξης δεν αποτελεί ανεξάρτητη μεταβλητή. Συνδέεται και καθορίζεται από το συνολικό ταξικό προσανατολισμό της ανάπτυξης κάθε χώρας.

Στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, καμιά προσπάθεια κρατικής διαχείρισης και προγραμματισμού δεν μπορεί να αντιμετωπίσει με επιτυχία την αναρχία της κοινωνικής παραγωγής και τις δυσαναλογίες στην ανάπτυξη περιοχών και κλάδων της οικονομίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το ιδιωτικό κεφάλαιο αξιολογεί την καταλληλότητα των περιοχών επένδυσης με γνώμονα τη μέγιστη δυνατή κερδοφορία.

Η «απελευθέρωση» τομέων στρατηγικής σημασίας από την κρατική προστασία (ενέργεια, τηλεπικοινωνίες κλπ.) και η άρση του κρατικού μονοπωλίου (π.χ. ηλεκτροπαραγωγής) αντικειμενικά τους φέρνει πληρέστερα στο πεδίο των καπιταλιστικών νόμων, επομένως και στον ανταγωνισμό και την αναρχία της έκτασης της παραγωγής. Με κίνητρο την κερδοφορία, ένα μεγάλο μέρος των ιδιωτικών επενδύσεων κατευθύνεται σταθερά στα μεγάλα αστικά κέντρα και στις πυκνοκατοικημένες περιφέρειες, όπου είναι ήδη διαμορφωμένοι οι ευνοϊκότεροι όροι της μεγαλύτερης και καλύτερα οργανωμένης αγοράς. Ταυτόχρονα, ο προσανατολισμός της κρατικής χρηματοδότησης των δημοσίων επενδύσεων και των νομοθετικών ρυθμίσεων, καθορίζεται από τις στρατηγικές ανάγκες του συγκεντροποιημένου (μεγάλου) κεφαλαίου μεταξύ των οποίων είναι και η εξαγωγή του σε άλλες αγορές (π.χ. η προτεραιότητα στη δημιουργία υποδομών για γρήγορη και ανεμπόδιστη κίνηση εμπορευμάτων, εργασίας και κεφαλαίου, η κρατική ενίσχυση της εξαγωγής ιδιωτικού κεφαλαίου στα Βαλκάνια).

Η αστική τάξη προσπαθεί λοιπόν με εργαλεία την κρατική και ευρωενωσιακή χρηματοδότηση και τις νομοθετικές ρυθμίσεις να διαχειριστεί τον ανταγωνισμό μεταξύ μονοπωλιακών ομίλων και γενικότερα διαφόρων τμημάτων της και να αξιοποιήσει τις εκάστοτε δυνατότητες της διεθνούς καπιταλιστικής αγοράς, ενισχύοντας ανάλογα με τη χρονική στιγμή μονοπώλια συγκεκριμένων κλάδων και περιοχών σε βάρος άλλων π.χ. η ενίσχυση επιχειρήσεων του κλάδου της ένδυσης στη Βόρεια Ελλάδα για τη μετακίνησή τους στις Βαλκανικές χώρες, στο πλαίσιο του Ελληνικού σχεδίου οικονομικής ανασυγκρότησης των Βαλκανίων επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ. Γενικότερα η άρχουσα τάξη επιχειρεί μάταια να εφαρμόσει διαχειριστική πολιτική που να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τις εγγενείς αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, καθώς και την όξυνση της βασικής αντίθεσης κεφαλαίου - εργασίας.

Η προσπάθεια να συνδυαστούν ριζικά και αποτελεσματικά για τις λαϊκές ανάγκες στόχοι στο περιφερειακό, κλαδικό και στο συνολικό επίπεδο της οικονομίας (π.χ. εξοικονόμηση ενέργειας, προστασία του περιβάλλοντος, ενίσχυση του λαϊκού εισοδήματος), δεν πρόκειται να έχει καμία τύχη όσο λειτουργούν οι σιδερένιοι νόμοι του καπιταλιστικού κέρδους.

Ομως από την άλλη, ο τεράστιος κοινωνικός πλούτος που παράγεται σήμερα γεννά την αντικειμενική δυνατότητα και υπογραμμίζει την κοινωνική αναγκαιότητα για το σχεδιασμό της οικονομίας με γνώμονα τη λαϊκή ευημερία και όχι το καπιταλιστικό κέρδος. Αυτός ο κεντρικός σχεδιασμός που θα εδράζεται στην κοινωνικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής και στη λαϊκή εξουσία, μπορεί να υπηρετεί συνδυασμένα τους στόχους της ικανοποίησης των λαϊκών αναγκών και της περιφερειακής ανάπτυξης, αξιοποιώντας:

1. Την κατανομή της κρατικής χρηματοδότησης και των εργαζομένων, την ορθολογική οργάνωση της ειδικευμένης εργασίας.

2. Τον εργατικό και λαϊκό έλεγχο, τη συλλογική πείρα των εργαζομένων. 3. Την κρατική ερευνητική δραστηριότητα για τη διάγνωση και αντιμετώπιση των νέων αναγκών.

4. Τις διεθνείς αμοιβαία επωφελείς συμφωνίες.

5. Τους ενιαίους αποκλειστικά κρατικούς φορείς σε τομείς στρατηγικής σημασίας (π.χ. ενέργεια, μεταφορές) και υπηρεσιών κοινωνικής πολιτικής και τη συνδυασμένη δράση τους για αντιμετώπιση προβλημάτων.

Για να ανοίξει ο δρόμος γι΄ αυτή την ελπιδοφόρα προοπτική απαιτούνται ρήξεις με τις επιλογές της ΕΕ και της αστικής τάξης. Γι΄ αυτό και το ΚΚΕ προβάλλει ένα ολοκληρωμένο διεκδικητικό πλαίσιο στόχων πάλης που αγκαλιάζει το σύνολο των βασικών προβλημάτων των εργαζομένων, εντάσσοντας σε αυτό και το ζήτημα των περιφερειακών ανισοτήτων.

Αυτό το πλαίσιο θα προωθείται στο βαθμό που θα αλλάζει ο συσχετισμός δύναμης στο πολιτικό επίπεδο, σε βάρος της κυβέρνησης, του ΠΑΣΟΚ και των διάφορων οπορτουνιστικών αντιλήψεων. Στο βαθμό που θα δυναμώνουν οι λαϊκές διαθέσεις για την αποδέσμευση της χώρας από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, την ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Στο βαθμό που οι αντιιμπεριαλιστικές διαθέσεις εντάσσονται οργανικά στον αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού και προωθείται η αντιιμπεριαλιστική συμμαχία ανάμεσα στην εργατική τάξη και τα μεσαία στρώματα, το λαϊκό μέτωπο με στόχο τη λαϊκή εξουσία.

Ορισμένες πλευρές του συνολικού πλαισίου πάλης που αφορούν ιδιαίτερα στο ζήτημα της περιφερειακής ανάπτυξης είναι:

Η πάλη σχετικά με την ιεράρχηση και τις προτεραιότητες, τον τρόπο λειτουργίας, την ποιότητα και την τιμή των δημόσιων έργων υποδομής σε σχέση και με την επιβάρυνση του λαϊκού εισοδήματος, π.χ. αριθμός σύγχρονων σχολείων, εναντίωση στα διόδια σε νέους βασικούς οδικούς άξονες, χωροθέτηση σταθμών ηλεκτροπαραγωγής κλπ. Στο πλαίσιο αυτό αναδεικνύεται και η ευθύνη των δημοτικών και νομαρχιακών αρχών ως προς την αποκάλυψη των κατευθύνσεων διοχέτευσης των φόρων που πληρώνουν οι ευρωπαίοι και οι έλληνες εργαζόμενοι και την ανάγκη διεκδίκησης της κάλυψης των τοπικών και γενικότερων λαϊκών αναγκών.

Αποκάλυψη του ανεπαρκούς ύψους και του ψευδεπίγραφου λαϊκού χαρακτήρα των κυβερνητικών μέτρων περιφερειακής ανάπτυξης (π.χ. η κυβέρνηση εμφανίζει σε νομούς με χιλιάδες απολυμένους όπως η Νάουσα, ως πρόγραμμα «ολοκληρωμένης παρέμβασης» τις εξαγγελίες για την υλοποίηση κάποιων δρόμων, μιας αγροτουριστικής μονάδας, ενός κολυμβητηρίου κλπ). Διεκδίκηση δημοσίων έργων αντιπλημμυρικών δασικής, αντισεισμικής, αντιπυρικής προστασίας, λαϊκής κατοικίας, κλπ.

Πάλη ενάντια στην «απελευθέρωση» τομέων στρατηγικής σημασίας που διευκολύνει την άναρχη επενδυτική δράση των ιδιωτικών μονοπωλιακών ομίλων και των τραπεζών και οξύνει το πρόβλημα των περιφερειακών ανισοτήτων.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 1

ΑΕΠ ΑΝΑ ΚΑΤΟΙΚΟ % ΜΕΣΟΥ ΟΡΟΥ ΧΩΡΑΣ

 

 

1995

1997

2000

2001

2002

2003

1.

Στερεάς Ελλάδας

149,0

149,0

142,0

141,7

140,3

139,2

2.

Νοτίου Αιγαίου

108,0

118,0

118,0

117,8

117,3

116,4

3.

Αττικής

108,0

102,0

105,0

106,1

106,0

106,4

4.

Βορείου Αιγαίου

83,0

89,0

96,0

100,1

102,2

104,3

5.

Δυτικής Μακεδονίας

100

106

103

102

104

102

6.

Κεντρικής Μακεδονίας

97,0

104,0

102,0

101,6

101,7

102,1

7.

Πελοποννήσου

90,0

95,0

98,0

98,7

99,7

100,2

 

Σύνολο χώρας

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

8.

Κρήτης

98,0

100,0

97,0

96,5

96,8

96,7

9.

Ιονίων Νήσων

85,0

92,0

89,0

87,9

87,1

87,3

10.

Θεσσαλίας

88,0

89,0

86,0

84,1

83,5

82,6

11.

Ηπείρου

73,0

77,0

79,0

79,3

79,9

79,9

12.

Αν. ΜακεδονίαςΘράκης

81,0

79,0

78,0

76,9

76,2

75,4

13.

Δυτικής Ελλάδας

83,0

81,0

76,0

75,5

75,1

74,7

Πηγή: ΕΣΥΕ

 

 ΠΙΝΑΚΑΣ 2

ΑΕΠ ΑΝΑ ΚΑΤΟΙΚΟ % ΜΕΣΟΥ ΟΡΟΥ ΧΩΡΑΣ

 

 

1996

1998

2000

2002

1   ΒΟΙΩΤΙΑΣ

305,1

262,9

260,74

254,1

2   ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ

107,8

132,2

147,4

153,0

3   ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ

110,5

115,2

121,2

126,9

4   ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ

116,8

120,6

124,3

122,7

5   ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

115,3

115,9

117,3

117,5

6 ΛΕΣΒΟΥ

94,8

96,2

108,2

116,2

7   ΦΩΚΙΔΑΣ

114,8

120,2

116,2

115,4

8   ΛΑΣΙΘΙΟΥ

105,6

113,5

113,0

115,2

9   ΚΟΖΑΝΗΣ

117,7

119,3

112,0

112,6

10 ΚΥΚΛΑΔΩΝ

106,3

107,2

106,5

109,0

11 ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ

100,0

111,3

109,2

108,2

12 ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ

111,8

118,1

109,3

107,0

13 ΑΡΚΑΔΙΑΣ

95,9

111,7

105,5

106,6

14 ΠΕΡΙΦ. ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ

103,7

102,8

105,5

106,1

15 ΕΥΒΟΙΑΣ

106,9

106,3

103,6

103,6

16 ΛΕΥΚΑΔΑΣ

71,0

102,4

103,7

103,5

ΣΥΝΟΛΟ ΧΩΡΑΣ

100,0

100,0

100,0

100,0

17 ΡΕΘΥΜΝΟΥ

89,0

100,5

98,8

99,9

18 ΦΛΩΡΙΝΑΣ

75,0

89,5

92,9

95,7

19 ΧΑΝΩΝ

103,4

99,0

98,1

95,3

20 ΓΡΕΒΕΝΩΝ

70,9

97,0

93,5

94,1

21 ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ

91,5

92,8

91,6

92,6

22 ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

102,0

93,8

92,5

92,3

23 ΚΙΛΚΙΣ

86,9

91,7

92,2

90,0

24 ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑΣ

77,9

86,1

89,6

89,6

25 ΧΙΟΥ

70,3

78,6

83,7

88,3

26 ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

73,8

87,2

88,1

87,5

27 ΚΑΒΑΛΑΣ

99,4

85,6

87,7

87,4

28 ΛΑΡΙΣΑΣ

90,1

95,0

89,8

87,3

29 ΕΒΡΟΥ

75,3

86,7

87,1

86,8

30 ΚΕΡΚΥΡΑΣ

92,8

95,0

89,8

86,7

31 ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ

97,8

98,1

90,3

86,5

32 ΣΑΜΟΥ

77,2

83,0

81,7

83,8

33 ΑΧΑΪΑΣ

95,6

90,6

85,4

83,7

34 ΗΜΑΘΙΑΣ

99,0

88,6

84,1

83,6

35 ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ

93,6

90,9

84,6

82,6

36 ΠΡΕΒΕΖΑΣ

75,1

77,9

79,7

82,0

37 ΛΑΚΩΝΙΑΣ

70,8

76,5

77,7

78,8

38 ΖΑΚΥΝΘΟΥ

78,9

73,9

75,7

77,6

39 ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ

80,0

83,3

76,8

77,0

40 ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ

68,7

71,0

73,5

76,8

41 ΤΡΙΚΑΛΩΝ

80,0

82,2

77,6

76,5

42 ΠΕΛΛΑΣ

89,4

83,6

76,3

74,2

43 Αιτωλοακαρνανίας

80,1

78,1

73,5

72,8

44 ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

79,2

71,9

70,6

71,2

45 ΠΙΕΡΙΑΣ

77,3

73,5

71,9

71,0

46 ΞΑΝΘΗΣ

79,7

81,4

73,6

69,3

47 ΣΕΡΡΩΝ

70,5

70,8

68,5

69,0

48 ΡΟΔΟΠΗΣ

62,1

64,8

68,5

65,6

49 ΔΡΑΜΑΣ

83,8

69,8

65,4

63,8

50 ΗΛΕΙΑΣ

66,5

65,6

62,4

63,1

51 ΑΡΤΑΣ

67,3

64,1

63,4

63,1

Πηγή: ΕΣΥΕ

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 3

 ΑΕΠ % ΑΕΠ ΧΩΡΑΣ

 

 

1995

2000

2002

2003

 

Σύνολο Χώρας

100

100

100

100

1.

Αττικής

38,1

37,5

37,7

37,9

2.

Κεντρικής Μακεδονίας

16,5

17,5

17,6

17,6

3.

Στερεάς Ελλάδας

7,8

7,3

7,1

7,1

4.

Θεσσαλίας

6,1

5,8

5,6

5,5

5.

Πελοποννήσου

5,0

5,4

5,4

5,5

6.

Κρήτης

5,3

5,3

5,3

5,3

7.

Δυτικής Ελλάδας

5,6

5,0

5,0

4,9

8.

Ανατ. Μακεδονίας-Θράκης

4,5

4,3

4,2

4,2

9.

Νοτίου Αιγαίου

2,8

3,2

3,2

3,2

10.

Δυτικής Μακεδονίας

2,8

2,8

2,8

2,7

11.

Ηπείρου

2,3

2,4

2,5

2,5

12.

Βορείου Αιγαίου

1,6

1,8

1,9

1,9

13.

Ιονίων Νήσων

1,6

1,7

1,7

1,7

Πηγή: ΕΣΥΕ

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 4

ΚΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΝ ΑΕΠ % ΤΟΥ ΑΕΠ ΕΕ-25

 

 

1995

1996

1997

1998

1999

2000

2001

2002

Αν.Μακεδονία-Θράκη

58.7

57.7

57.0

56.5

56.8

56.4

56.5

59.1

Κεντρική Μακεδονία

70.1

73.4

74.8

73.5

73.3

73.8

74.7

78.9

Δυτική Μακεδονία

72.4

71.4

76.2

76.4

74.9

74.4

75.1

80.6

Θεσσαλία

63.6

63.4

64.6

65.7

64.7

62.0

61.8

64.8

Ηπειρος

52.4

51.4

55.8

56.3

57.7

57.5

58.3

62.0

Ιόνια Νησιά

61.1

61.0

66.6

64.9

65.1

64.2

64.6

67.6

Δυτική Ελλάδα

59.8

59.6

58.2

57.7

55.7

55.0

55.5

58.3

Στερεά Ελλάδα

107.8

110.0

107.7

105.0

99.6

102.7

104.2

108.9

Πελοπόννησος

64.9

64.3

68.3

69.3

69.0

71.0

72.6

77.3

Αττική

77.8

74.2

73.8

73.8

74.9

76.4

78.0

82.3

Βόρειο Αιγαίο

60.0

60.5

63.9

63.7

66.4

69.7

73.6

79.3

Νότιο Αιγαίο

77.9

80.7

85.1

83.0

85.2

85.3

86.7

91.0

Κρήτη

71.0

72.3

71.9

70.7

71.4

7051

71.0

75.1

Πηγή: Eurostat

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 5

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ
ΣΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΕΝΕΡΓΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ

 

1996

1997

1998

1999

2000

2001

2002

2003

2004

Ελλάδα

55,0

55,1

56,0

55,9

56,5

56,3

57,5

58,7

59,4

Ανατ. Μακεδονία-Θράκη

60,2

60,6

60,4

59,0

60,2

58,9

59,7

60,2

59,4

Κεντρική Μακεδονία

54,0

54,8

54,0

54,8

55,3

55,5

55,4

57,8

56,9

Δυτική Μακεδονία

51,2

51,8

54,7

54,1

52,9

53,9

54,7

53,8

53,3

Θεσσαλία

57,0

57,8

56,2

55,2

56,0

54,9

55,5

58,0

60,9

Ηπειρος

51,4

51,3

49,7

53,9

55,6

53,4

56,1

56,3

57,7

Ιόνια Νησιά

64,2

64,1

62,5

61,2

60,6

59,1

59,0

61,3

61,1

Δυτική Ελλάδα

57,8

57,8

54,8

56,0

56,6

55,1

55,6

57,2

55,6

Στερεά Ελλάδα

53,2

52,3

52,1

55,5

54,1

52,8

56,8

59,5

57,2

Πελοπόννησος

62,8

62,0

61,4

61,5

61,8

60,2

62,6

62,4

62,1

Αττική

52,0

52,1

54,2

54,2

55,0

56,0

58,0

58,7

60,8

Βόρειο Αιγαίο

53,1

50,9

50,9

52,4

53,0

53,8

53,1

54,1

56,4

Νότιο Αιγαίο

58,3

59,9

57,5

57,5

58,3

57,8

57,1

59,7

60,4

Κρήτη

65,3

64,0

64,6

64,7

64,9

63,8

61,9

63,3

64,0

Πηγή: Eurostat

 



* Κείμενο του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ

[1] Η «γραμμή φτώχειας» ορίζεται από την Eurostat ως το ατομικό εισόδημα που είναι ίσο με το 60% της διαμέσου της κατανομής εισοδήματος ολόκληρου του πληθυσμού.